ακαδημια επιστημων εσσδ: πολιτικη οικονομια- ο πρωτογονος κοινοτικος τροπος παραγωγης

δακτυλογραφήθηκε και αναρτήθηκε στο Athens Indymedia στις 8/8/2004.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ – προκεφαλαιοκρατικοι τροποι παραγωγης

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΠΡΟΚΕΦΑΛΑΙΟΚΡΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Ο ΠΡΩΤΟΓΟΝΟΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Εμφάνιση της ανθρώπινης κοινωνίας.

Ή εμφάνιση του άνθρώπου ανάγεται στις αρχές της τωρινής, τεταρτογενούς περιόδου της Ιστορίας της γης, πού όπως υποθέτει ή επιστήμη, αριθμεί κάτι λιγότερο από ένα εκατομμύριο χρόνια. Σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής, που ξεχώριζαν με το θερμό και υγρό κλίμα τους, κατοικούσε μία πολύ αναπτυγμένη ράτσα ανθρωπόμορφων πιθήκων. Απ’ αυτούς τους μακρινούς προγόνους προήλθε ο άνθρωπος ύστερα από πολύ μακρόχρονη εξέλιξη, πού περιλαβαίνει μία σειρά μεταβατικές βαθμίδες.
Η εμφάνιση του άνθρωπου ήταν μία από τις μεγαλύτερες στροφές στην εξέλιξη της φύσης. Ή στροφή αύτη συντελέστηκε όταν οι πρόγονοι του ανθρώπου άρχισαν να φτιάχνουν εργαλεία δουλείας. Ο άνθρωπος αρχίζει να ξεχωρίζει ριζικά-από το ζώο μόνο από τότε πού άρχισε να κατασκευάζει εργαλεία, έστω και τα πιο άπλα. Ορισμένα ζώα, όπως λόγου χάρη, οι πίθηκοι, όχι σπάνια χρησιμοποιούν ραβδί ή πέτρα για να ρίξουν καρπούς από τα δέντρα και για ν’ αμυνθούν σε περίπτωση επίθεσης. Κανένα όμως ζώο δεν έφκιασε ποτέ ούτε και το πιο χοντροκομμένο εργαλείο. Οι συνθήκες της καθημερινής ζωής έσπρωξαν τους προγόνους του ανθρώπου να φτιάξουν εργαλεία. Η πείρα τους υπόδειξε πώς μπορούν να χρησιμοποιούν μυτερές πέτρες-για ν’ αμύνονται σε περίπτωση επίθεσης ή για να κυνηγούν ζώα. Οι προγονοί του ανθρώπου άρχισαν να φκιάνουν πέτρινα εργαλεία, χτυπώντας τη μία πέτρα πάνω στην άλλη. Έτσι έγινε ή αρχή της κατασκευής εργαλείων. Με την κατασκευή εργαλείων αρχίζει ή εργασία.

Χάρη στην εργασία τα μπροστινά άκρα του ανθρωπόμορφου πιθήκου μετατράπηκαν σε χέρια ανθρώπου. Αυτό το μαρτυρούν τα λείψανα του πιθηκάνθρωπου—τής μεταβατικής βαθμίδας από τον πίθηκο στον άνθρωπο—πού ανακάλυψαν οι αρχαιολόγοι. Ό εγκέφαλος του πιθηκάνθρωπου ήταν πολύ μικρότερος από τον εγκέφαλο του ανθρώπου, ενώ το χέρι του σχετικά δεν είχε πια μεγάλη διαφορά από το χέρι του ανθρώπου. ‘Έτσι το χέρι δεν είναι μόνο όργανο της εργασίας, μα καί προϊόν της.
Στο βαθμό πού τα χέρια ελευθερώνονταν για εργασιακές κινήσεις, οι πρόγονοι του ανθρώπου όλο και περισσότερο συνήθιζαν να βαδίζουν όρθιοι. «Όταν τα χέρια βρέθηκαν απασχολημένα με την εργασία, συντελέστηκε το οριστικό πέρασμα στο όρθιο βάδισμα, πράγμα που έπαιξε πολύ σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφωση του ανθρώπου.

Οι πρόγονοι του ανθρώπου ζούσαν κατά ορδές, κατά αγέλες. Κατά αγέλες ζούσαν καί οι πρώτοι άνθρωποι. Ανάμεσα όμως στους ανθρώπους έκανε την εμφάνιση της μιά σύνδεση που δεν υπήρχε καί δεν μπορούσε να υπάρξει στον κόσμο των ζώων: ή σύνδεση με βάση την εργασία. Οι άνθρωποι έφκιαναν τα εργαλεία από κοινού και τα χρησιμοποιούσαν από κοινού. Συνεπώς, ή εμφάνιση του ανθρώπου ήταν ταυτόχρονα και εμφάνιση της ανθρώπινης κοινωνίας, πέρασμα από τη ζωώδη κατάσταση στην κοινωνική.

Ή ομαδική εργασία των ανθρώπων οδήγησε στην εμφάνιση και στην ανάπτυξη του έναρθρου λόγου. Ή γλώσσα είναι το μέσο, το όργανο, που με τη βοήθεια του οι άνθρωποι επικοινωνούν μεταξύ τους, ανταλλάσσουν γνώμες και κατορθώνουν να συνεννοούνται μεταξύ τους.

Ή ανταλλαγή σκέψεων είναι μόνιμη καί ζωτική ανάγκη, γιατί χωρίς αυτήν είναι αδύνατες ομαδικές ενέργειες των ανθρώπων στην πάλη εναντία στις δυνάμεις της φύσης, είναι αδύνατη ή ίδια ή ύπαρξη της κοινωνικής παραγωγής.

Ή εργασία καί ο έναρθρος λόγος άσκησαν αποφασιστική επίδραση στην τελειοποίηση του οργανισμού του ανθρώπου, στην ανάπτυξη του εγκεφάλου του. Ή ανάπτυξη της γλώσσας συνδέεται στενά με την ανάπτυξη της νόησης. Στο προτσές της εργασίας πλάταινε ο κύκλος των αντιλήψεων καί των παραστάσεων του ανθρώπου, τελειοποιούνταν τα αισθητήρια όργανα. Οι εργασιακές ενέργειες του ανθρώπου σέ αντιδιαστολή προς τις ενστιχτώδικες ενέργειες των ζώων άρχισαν να έχουν συνειδητό χαρακτήρα.
Έτσι εργασία είναι «ο πρώτος βασικός όρος κάθε ανθρώπινης ζωής: καί μάλιστα σέ τέτοιο βαθμό πού με μιαν ορισμένη έννοια πρέπει να πούμε: ή εργασία έχει δημιουργήσει τον ίδιο τον ανθρωπο»(Φ. Ενγκελς «Ο ρόλος της εργασίας στην ενανθρώπιση του πιθήκου», Κ. Μ ά ρ ξ, Φ. Ενγκελς, Διαλεχτά έργα, γερμ. Εκδ. 1950, τόμ.ΙΙ, σελ.71). Χάρη στην εργασία γεννήθηκε κι άρχισε να αναπτύσσεται ή ανθρώπινη κοινωνία.

Όροι τής υλικής ζωής. Ανάπτυξη των εργαλείων δουλειάς

Στην πρωτόγονη εποχή ο άνθρωπος βρισκόταν σέ πάρα πολύ μεγάλη εξάρτηση από τη γύρω του φύση, τον κατάθλιβε ολότελα ή δυσκολία να κρατηθεί στη ζωή, η δυσκολία της πάλης με τη φύση. Το προτσές της κυριάρχησης πάνω στις στοιχειακές δυνάμεις τής φύσης προχωρούσε εξαιρετικά αργά, γιατί τα εργαλεία δουλειάς ήταν εξαιρετικά πρωτόγονα. Τα πρώτα εργαλεία του ανθρώπου ήταν ή χοντροπελεκημένη πέτρα καί το ραβδί. Αυτά ήταν κατά κάποιο τρόπο μιά τεχνητή προέκταση των οργάνων του σώματός του: ή πέτρα—της γροθιάς το ραβδί—του τεντωμένου χεριού.

Οι άνθρωποι ζούσαν κατά ομάδες, που η καθεμιά τους δεν αριθμούσε πάνω από μερικές δεκάδες άτομα; περισσότεροι δε θα τα κατάφερναν να τρέφονται μαζί. Όταν οι ομάδες συναντιόνταν, κάποτε συγκρούονταν μεταξύ τους. Πολλές ομάδες εξολοθρεύονταν από την πείνα, γίνονταν βορά των άγριων θηρίων. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ή ομαδική ζωή ήταν για τους ανθρώπους η μοναδικά δυνατή και απολύτως απαραίτητη ζωή.

Πολύν καιρό ο πρωτόγονος άνθρωπος ζούσε κυρίως συλλέγοντας την τροφή του καί από το κυνήγι. Το μάζεμα αυτό της τροφής και το κυνήγι γίνονταν ομαδικά με τη βοήθεια απλούστατων εργαλείων. Ό,τι αποχτιόταν από κοινού, καταναλωνόταν επίσης από κοινού. Επειδή η τροφή δεν ήταν εξασφαλισμένη στους πρωτόγονους ανθρώπους παρατηρούνταν ή ανθρωποφαγία. Στη διάρκεια πολλών χιλιετιών, θάλεγε κανείς ψηλαφητά κι ύστερα από μιά εξαιρετικά αργή συγκέντρωση πείρας, οι άνθρωποι έμαθαν να φκιάνουν απλούστατα εργαλεία, κατάλληλα για να χτυπούν, να κόβουν, να σκάβουν και για άλλες πολύ απλές δουλειές, που σ’ αυτές περιοριζόταν τότε όλος σχεδόν ο τομέας τής παραγωγής.

Τεράστια κατάκτηση του πρωτόγονου άνθρωπου στην πάλη του με τη φύση ήταν η ανακάλυψη της φωτιάς. Στην αρχή οι άνθρωποι έμαθαν να χρησιμοποιούν τη φωτιά πού άναβε από μόνη της. Έβλεπαν πώς ο κεραυνός καίει. το δέντρο, παρατηρούσαν τις πυρκαγιές των δασών, τις εκρήξεις των ηφαιστείων. Διατηρούσαν πολύ καιρό καί με μεγάλη επιμέλεια τη φωτιά που έβρισκαν τυχαία. Μόνο υστέρα από πολλές χιλιετίες ο άνθρωπος γνώρισε το μυστικό της παραγωγής τής φωτιάς. Όταν αναπτύχθηκε περισσότερο η κατασκευή εργαλείων, οι άνθρωποι πρόσεξαν ότι η φωτιά παράγεται με τριβή, κι έμαθαν να την παράγουν.

Ή ανακάλυψη τής φωτιάς και η χρησιμοποίηση της έκαναν τους ανθρώπους κυρίαρχους πάνω σέ ορισμένες δυνάμεις τής φύσης.Ό πρωτόγονος άνθρωπος αποσπάστηκε εριστικά από τον κόσμο των ζώων, τέλειωσε ή μακρόχρονη περίοδος του γίγνεσθαι του άνθρώπου. Χάρη στην ανακάλυψη τής φωτιάς άλλαξαν ουσιαστικά οι όροι της υλικής ζωής των ανθρώπων.

Πρώτα-πρώτα η φωτιά χρησίμευε για την παρασκευή τής τροφής, με αποτέλεσμα να πλατύνει ο κύκλος των προσιτών στον άνθρωπο ειδών διατροφής : έγινε δυνατό να χρησιμοποιούνται για τροφή ψάρια, κρέας, αμυλώδεις ρίζες, βολβοί κτλ., παρασκευασμένα με τη βοήθεια τής φωτιάς. Δεύτερο, η φωτιά άρχισε να παίζει σπουδαίο ρόλο στην κατασκευή των εργαλείων παραγωγής, κι ακόμα προστάτευε από το κρύο, πράγμα πού έδωσε στους ανθρώπους τη δυνατότητα να διασπαρθούν σε μεγαλύτερο μέρος τής υδρογείου. Τρίτο, η φωτιά τους προστάτευε από τα άγρια θηρία.
Για μια μακρόχρονη περίοδο το κυνήγι παράμενε η σπουδαιότερη πηγή πορισμού των μέσων ύπαρξης. Το κυνήγι προμήθευε στους ανθρώπους τομάρια για να ντύνονται, κόκαλα για να κατασκευάζουν εργαλεία καί κρέας,—μιά τροφή που επέδρασε στην παραπέρα ανάπτυξη του ανθρώπινου οργανισμού καί πριν από όλα στην ανάπτυξη του εγκεφάλου.
Όσο προχωρούσε η σωματική και διανοητική του ανάπτυξη, ο άνθρωπος ήταν σε θέση να κάνει πιο τέλεια εργαλεία. Για το κυνήγι χρησιμοποιούνταν ραβδί με μυτερή άκρη. Έπειτα άρχισαν να στερεώνουν στο ραβδί μιά πέτρινη αιχμή. Έκαναν την εμφάνιση τους τσεκούρια, ακόντια με πέτρινες αιχμές, πέτρινα ξυστριά καί μαχαίρια. Τα εργαλεία αυτά έκαναν δυνατό το κυνήγι μεγάλων ζώων καί την ανάπτυξη τής αλιείας.
Για μιά πολύ μεγάλη χρονική περίοδο βασικό υλικό για την κατασκευή εργαλείων παράμενε ή πέτρα. Η εποχή που επικρατούσαν τα πέτρινα εργαλεία—εποχή που αριθμεί εκατοντάδες χιλιετίες—ονομάζεται λιθική εποχή. Μόνο αργότερα έμαθε ο άνθρωπος να φκιάνει εργαλεία από μέταλλο—στην αρχή από αυτοφυή μέταλλα, καί πρώτα-πρώτα από χαλκό (ωστόσο ο χαλκός επειδή είναι μαλακό μέταλλο δε χρησιμοποιήθηκε πλατιά για την κατασκευή εργαλείων), έπειτα από ορείχαλκο (κράμα χαλκού καί κασσίτερου) καί τέλος από σίδερο. Αντίστοιχα, τη λιθική εποχή την ακολουθεί ή εποχή του ορείχαλκου, κι αυτήν —η εποχή του σίδερου.

Τα πιο παλιά ίχνη λιώσιμου του χαλκού στην Πρόσω Ασία ανάγονται στην 5η—4η χιλιετία πριν από τη χρονολογία μας. Στη Νότια καί Κεντρική Ευρώπη το λιώσιμο τού χαλκού εμφανίστηκε ΠΕΡΙΠΟΥ στην 3η—2η χιλιετία πριν από τη χρονολογία μας. Τα αρχαιότερα ίχνη ορείχαλκου στη Μεσοποταμία ανάγονται στην 4η χιλιετία πριν από τη χρονολογία μας.

Τα πιο παλιά ίχνη λιώσιμου του σίδερου ανακαλύφθηκαν στην Αίγυπτο: ανάγονται σέ μιά περίοδο χίλια πεντακόσια χρόνια πριν από τη χρονολογία μας. Στη Δυτική Ευρώπη ή εποχή του σίδερου άρχισε γύρω στα 1000 χρόνια πριν από τη χρονολογία μας.

Σπουδαίο ορόσημο στο δρόμο της βελτίωσης των όρων δουλειάς στάθηκε ή εφεύρεση του τόξου και του βέλους. Με
την εμφάνισή τους το κυνήγι άρχισε να προμηθεύει πιο πολλά απαραίτητα μέσα για τη ζωή. Η ανάπτυξη του κυνηγιού οδήγησε στην εμφάνιση της πρωτόγονης κτηνοτροφίας. Οι κυνηγοί άρχισαν να εξημερώνουν τα ζώα. Πριν από όλα τα άλλα ζώα εξημερώθηκε ο σκύλος, καί κατόπι τα μεγάλα κερασφόρα ζώα, οι γίδες και τα γουρούνια.  Παραπέρα μεγάλο άλμα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας στάθηκε ή εμφάνισή της πρωτόγονης γ ε ω ρ γ ί α ς. Συλλέγοντας τούς καρπούς καί τις ρίζες των φυτών, οι πρωτόγονοι άνθρωποι άρχισαν να παρατηρούν πως φυτρώνουν οι σπόροι που πέφτουν στη γη. Χιλιάδες φορές αυτό τους έμεινε ακατανόητο, μα αργά ή γρήγορα ο πρωτόγονος άνθρωπος βρήκε με το μυαλό του τη σύνδεση αυτών των φαινομένων κι’ άρχίσε να περνάει στην καλλιέργεια των φυτών. Έτσι εμφανίστηκε η γεωργία.

Πολύν καιρό η γεωργία παράμενε εξαιρετικά πρωτόγονη. Τη γη τη σκάλιζαν με το χέρι, στην αρχή μ’ ένα απλό ραβδί, αργότερα μ’ ένα ραβδί με λυγισμένη την άκρη—το τσαπί. Στις κοιλάδες των ποταμών τους σπόρους τους πετούσαν μέσα στην ίλύ πού κατέβαζαν τα ξεχειλισμένα ποτάμια. Ή εξημέρωση των ζώων δημιούργησε τη δυνατότητα να χρησιμοποιούνται ζώα σαν δύναμη έλξης. Σε συνέχεια, όταν οι άνθρωποι έμαθαν να λιώνουν το μέταλλο κι εμφανίστηκαν τα μετάλλινα εργαλεία, η χρησιμοποίησή τους έκανε τη γεωργική εργασία πιο παραγωγική. Η γεωργία απόκτησε πιο στερεή βάση. Οι πρωτόγονες φυλές άρχισαν να εγκατασταίνονται μόνιμα.
Οι σχέσεις παραγωγής την πρωτόγονη κοινωνία. Φυσικός καταμερισμός της εργασίας. Οι σχέσεις παραγωγής καθορίζονται από το χαρακτήρα, από την κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων.

Στο πρωτόγονο κοινοτικό καθεστώς βάση των σχέσεων παραγωγής είναι ή κοινοτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγές. Ή κοινοτική ιδιοχτησία ανταποκρίνεται στο χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων αυτής της περιόδου. Στην πρωτόγονη κοινωνία τα εργαλεία δουλειάς ήταν τόσο αρχέγονα πού απόκλειαν τη δυνατότητα να παλεύουν οι πρωτόγονοι άνθρωποι ο καθένας μόνος του ενάντια στις δυνάμεις της φύσης καί στα άγρια ζώα. Αυτός ο πρωτόγονος τύπος συλλογικής ή συνεταιρικής παραγωγής,—έγραφε ο Μαρξ,—ήταν, φυσικά, αποτέλεσμα τής αδυναμίας του μεμονωμένου ατόμου κι όχι της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής» (Σχέδιο γράμματος του Μαρξ στη Β. Ι. Ζασούλιτς, Κ. Μαρξ καί Φ. Ενγκελς, Άπαντα, ρωσ. εκδ., τόμ. XXVII, σελ. 681).

Από δω απόρρεε η ανάγκη της συλλογικής εργασίας, της κοινής ιδιοχτησίας στη γη καί στ’ άλλα μέσα παραγωγής, καθώς καί στα προϊόντα της εργασίας. Οι πρωτόγονοι άνθρωποι δεν είχαν την έννοια τής ατομικής ιδιοχτησίας στα μέσα παραγωγής. Στην προσωπική τους ίδιοχτησία άνηκαν μόνο μερικά εργαλεία παραγωγής, που χρησίμευαν ταυτόχρονα, καί σαν μέσα άμυνας ενάντια στ’ άγρια θηρία..

Η εργασία του πρωτόγονου άνθρωπου δε δημιουργούσε κανένα περίσσευμα πάνω από τα απολύτως απαραίτητα για τη ζωή. δηλαδή δε δημιουργούσε κανένα υπερπροϊόν. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, στην πρωτόγονη κοινωνία δεν μπορούσαν να υπάρχουν τάξεις κι εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Ή κοινωνική ίδιοχτησία εκτεινόταν μόνο σέ μικρές κοινότητες. που ζούσαν λίγο-πολύ απομονωμένες η μιά από την άλλη. Σύμφωνα με το χαρακτηρισμό του Λένιν εδώ ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής αγκάλιαζε μόνο τα μέλη μιας κοινότητας.

Η εργασιακή δραστηριότητα των ανθρώπων τής πρωτόγονης κοινωνίας στηριζόταν στην απλή συνεργασία. Ή απλή σ υ ν ε ρ γ α σ ί α είναι ταυτόχρονη χρησιμοποίηση λιγότερο ή περισσότερο σημαντικής ποσότητας εργατικής δύναμης για την εκπλήρωση ομοειδών εργασιών, Η απλή κιόλας συνεργασία ξάνοιξε στους πρωτόγονους, ανθρώπους τη δυνατότητα πραγματοποίησης σκοπών πού ήταν αδύνατο να τους πραγματοποιήσει ένας άνθρωπος μόνος του (λόγου χάρη στο κυνήγι των μεγάλων θηρίων).

Με το τότε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ήταν αναπόφευκτη η ίση διανομή των προϊόντων της κοινής εργασίας. Η πενιχρή τροφή μοιραζόταν εξίσου. Κι ούτε μπορούσε να υπάρχει άλλου είδους διανομή, γιατί τα προϊόντα τής εργασίας μόλις αρκούσαν για την ικανοποίηση των πιο ζωτικών αναγκών : αν ένα μέλος τής πρωτόγονης κοινότητας έπαιρνε μεγαλύτερη από την ίση για όλους μερίδα, τότε κάποιος άλλος θαταν καταδικασμένος στην πείνα καί τον αφανισμό.

Ή συνήθεια της ίσης διανομής είχε ριζώσει βαθιά στους πρωτόγονους λαούς. Τη συνήθεια αυτή την παρατήρησαν περιηγητές πού επισκέφθηκαν φυλές οι όποιες βρίσκονταν σέ χαμηλή βαθμίδα κοινωνικής εξέλιξης. Ό μεγάλος φυσιοδίφης Δαρβίνος εδώ καί πάνω άπό εκατό χρόνια έκανε το γύρο του κόσμου. Περιγράφοντας τη ζωή των φυλών στη Γη του Πυρός διηγιέται το έξης περιστατικό: χάρισαν σέ κατοίκους της Γης του Πυρός ένα κομμάτι πανί, κι αυτοί το έσκισαν σέ ολότελα ίσα κομμάτια για να πάρουν όλοι το ίδιο.
Ξεκινώντας άπ’ όσα εκθέσαμε πιο πάνω, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε ως έξης το βασικό οικονομικό νόμο του πρωτόγονου κοινοτικού καθεστώτος: εξασφάλιση εξαιρετικά πενιχρών συνθηκών ύπαρξης των ανθρώπων με τη βοήθεια πρωτόγονων εργαλείων παραγωγής μέσω τής ομαδικής εργασίας στα πλαίσια μιας κοινότητας καί μέσω της ίσης διανομής των προϊόντων.

Με την ανάπτυξη των εργαλείων παραγωγής εμφανίζεται ο καταμερισμός της εργασίας. Ή απλούστερη μορφή του ήταν ο φυσικός καταμερισμός τής εργασίας, δηλαδή ο καταμερισμός τής εργασίας ανάλογα με το φύλο καί την ηλικία: ανάμεσα στους άντρες καί τις γυναίκες, ανάμεσα στους ενήλικους, τα παιδιά καί τους γέρους.

Ό διάσημος ρώσος εξερευνητής Μικλούχο-Μακλάι, πού στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα μελέτησε τη ζωή των παπούα της Νέας Γουϊνέας, περιγράφει ως εξής το ομαδικό προτσές τής εργασίας στη γεωργία. Κάμποσοι άντρες μπαίνουν στη γραμμή, μπήγουν βαθιά στη γη μυτερά ραβδιά κι έπειτα με μιά κίνηση ανασηκώνουν ένα σβώλο χώμα. Ξοπίσω τους ακολουθούν οι γυναίκες σερνάμενες στα γόνατα. Κρατάνε στα χέρια ραβδιά και λιανίζουν τους σβώλους πού ανασηκώνουν οι άντρες•. Πίσω από τις γυναίκες ακολουθούν παιδιά διάφορων ηλικιών, πού τρίβουν το χώμα με τα χέρια. «Ύστερα από το σκάλισμα του εδάφους οι γυναίκες ανοίγουν με μικρά ραβδιά λακκάκια στη γη καί παραχώνουν μέσα σπόρους ή ρίζες φυτών. Ή εργασία έχει εδώ ομαδικό χαρακτήρα καί ταυτόχρονα υπάρχει καταμερισμός τής εργασίας κατά φύλο καί ηλικία.
Στο βαθμό πού αναπτύσσονταν οι παραγωγικές δυνάμεις, ο φυσικός καταμερισμός τής εργασίας σιγά-σιγά στέριωνε καί εδραιωνόταν. Ή ειδίκευση των αντρών στο κυνήγι και των γυναικών στο μάζεμα φυτικής τροφής και στο νοικοκυριό του σπιτιού, οδήγησε σε ορισμένη άνοδο τής παραγωγικότητας τής εργασίας.

Το καθεστώς των γενών. Μητριαρχικό γένος. Πατριαρχικό γένος.

Όσο συντελούνταν το προτσές, του ξεχωρισμού του άνθρωπου από τον κόσμο των ζώων οι άνθρωποι ζούσαν κατά ορδές, κατά αγέλες, όπως καί οι άμεσοι προγονοί τους. Αργότερα όμως, σέ σύνδεση με την εμφάνιση τής πρωτόγονης οικονομίας καί την αύξηση του πληθυσμού, άρχισε να διαμορφώνεται η οργάνωση της κοινωνίας κατά γένη.

Κείνο τον καιρό μόνο άνθρωποι πού είχαν μεταξύ τους σχέσεις συγγένειας μπορούσαν να ενωθούν για ομαδική εργασία. Τα πρωτόγονα εργαλεία παραγωγής περιόριζαν τις δυνατότητες της συλλογικής εργασίας στα στενά πλαίσια μιας ομάδας ανθρώπων, που τους συνέδεε ή συγγένεια και η ομαδική ζωή. Ο πρωτόγονος άνθρωπος συνήθως έβλεπε εχθρικά τον καθένα που δε συνδεόταν μαζί του με συγγένεια και με την ομαδική ζωή. Το γένος ήταν μια ομάδα που τον πρώτο καιρό αποτελούνταν το όλο από μερικές δεκάδες ανθρώπους συνδεόμενους με δεσμούς αιματοσυγγένειας. Κάθε τέτοια ομάδα ζούσε χωριστά από τις άλλες όμοιές της ομάδες. Με το κύλημα του χρόνου η αριθμητική δύναμη του γένους μεγάλωνε, φτάνοντας αρκετές εκατοντάδες ανθρώπους: μεγάλωνε η συνήθεια της ομαδικής ζωής’ τα πλεονεκτήματα της κοινής εργασίας όλο καί περισσότερο υποχρέωναν τους ανθρώπους να μένουν μαζί.

Ό Μόργκαν, ερευνητής της ζωής των πρωτόγονων ανθρώπων, περιέγραψε το καθεστώς των γενών, πού διατηρούνταν ακόμα στους ινδιάνους-ιροκέζους στα μέσα του περασμένου αιώνα. Βασικές ασχολίες των ιροκέζων ήταν το κυνήγι, το ψάρεμα, το μάζεμα καρπών καί ή γεωργία. Ή εργασία ήταν καταμερισμένη ανάμεσα στους άντρες καί τις γυναίκες. Το κυνήγι καί το ψάρεμα, ή κατασκευή των οπλών και των εργαλείων δουλειάς, το καθάρισμα του εδάφους, το χτίσιμο καλυβιών καί οχυρωμάτων αποτελούσαν υποχρέωση των αντρών. Οι γυναίκες έκαναν τις βασικές δουλειές στα χωράφια, μάζευαν τη σοδιά καί την πήγαιναν στις αποθήκες, μαγείρευαν το φαΐ, φκιάχναν ρούχα και πήλινα σκεύη, μάζευαν άγριους καρπούς, μούρα, καρύδια καί βολβούς. Ή γη ήταν κοινή ίδιοχτησία του γένους. Οι πιο μεγάλες δουλειές—υλοτομία, καθάρισμα της γης για καλλιέργεια, μεγάλες κυνηγετικές εκστρατείες—γίνονταν από κοινού. Οι ιροκέζοι ζούσαν στα λεγόμενα «μεγάλα σπίτια», πού χωρούσαν 20 καί πάνω οικογένειες. Μιά τέτοια ομάδα είχε κοινή αποθήκη οπού βάζαν τ αποθέματα τροφίμων. Ή γυναίκα πού ήταν επικεφαλής της ομάδας μοίραζε την τροφή στις διάφορες οικογένειες. Σέ καιρό πολεμικών επιχειρήσεων το γένος έβγαζε έναν πολέμαρχο, πού δεν είχε κανένα υλικό προνόμιο. Με το τελείωμα των πολεμικών επιχειρήσεων έληγε ή εξουσία του.

Στην πρώτη βαθμίδα του καθεστώτος των γενών την ηγετική θέση την κατείχε ή γυναίκα, πράγμα πού απόρρεε από τις τοτινές συνθήκες της υλικής ζωής των ανθρώπων. Το κυνήγι πού γινόταν με τη βοήθεια των πιο πρωτόγονων εργαλείων καί ήταν δουλειά των αντρών, δεν μπορούσε να εξασφαλίσει πέρα για πέρα την ύπαρξη των ανθρώπων τ’ αποτελέσματα του ήταν λίγο-πολύ τυχαία. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες ακόμα καί οι εμβρυώδεις μορφές της γεωργίας καί τής κτηνοτροφίας (εξημέρωση των ζώων) είχαν μεγάλη οικονομική σημασία. Αυτές οι ασχολίες αποτελούσαν μια πηγή μέσων ύπαρξης πιο σίγουρη και πιο μόνιμη άπ’ ό,τι το κυνήγι. Η γεωργία όμως και η κτηνοτροφία, όσον καιρό διεξάγονταν με πρωτόγονο τρόπο, ήταν κυρίως ασχολία των γυναικών, πού έμεναν στο σπίτι, ενώ οι άντρες κυνηγούσαν. Για μια μακρόχρονη περίοδο η γυναίκα έπαιζε τον ιθύνοντα ρόλο στην κοινότητα του γένους. Ή συγγένεια υπολογιζόταν κατά μητρική γραμμή. Τα πλαίσια της κοινότητας του γένους ήταν στενά, σ’ αυτήν άνηκαν μόνο οι απόγονοι μιας γυναίκας. Αυτό ήταν το μητρικό, ή μ η τ ρ ι α ρ χ ι κ ό , γένος (μητριαρχία).

Στην πορεία της παραπέρα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, όταν ή νομαδική κτηνοτροφία (ποιμενική) και η πιο αναπτυγμένη γεωργία (σιτοκαλλιέργεια), που ήταν δουλειά των άντρων, άρχισαν να παίζουν αποφασιστικό ρόλο στη ζωή της πρωτόγονης κοινότητας, το μητριαρχικό γένος αντικαταστάθηκε από το πατρικό, ή πατριαρχικό, γένος (πατριαρχία). Η ιθύνουσα θέση πέρασε στον άντρα. Ό άντρας μπήκε επικεφαλής τής Κοινότητας του γένους. Ή συγγένεια άρχισε να υπολογίζεται κατά πατρική γραμμή. Τα πλαίσια τής κοινότητας πλάτυναν αισθητά σέ σύγκριση με τα μητρικά γένος. Το πατριαρχικό γένος υπήρχε στην τελευταία περίοδο του πρωτόγονου κοινοτικού καθεστώτος.

«Στην πρωτόγονη κοινωνία…δε βλέπουμε ακόμα σημάδια ύπαρξης κράτους. Βλέπουμε την κυριαρχία εθίμων, το κύρος, το σεβασμό, την εξουσία πού απολάβαιναν οι πρεσβύτεροι του γένους, βλέπουμε πως ή εξουσία αυτή αναγνωριζόταν κάποτε καί σέ γυναίκες—ή θέση τής γυναίκας τότε δεν έμοιαζε με τη σημερινή πού είναι θέση χωρίς δικαιώματα, θέση καταπιεζόμενης,— πουθενά όμως δε βλέπουμε μιά ειδική κατηγορία ανθρώπων, που ξεχωρίζουν για να κυβερνάνε τους άλλους καί-να διαθέτουν συστηματικά καί μόνιμα έναν ορισμένο μηχανισμό εξαναγκασμού, ένα μηχανισμό βίας για τα συμφέροντα καί τους σκοπούς τής διακυβέρνησης» (Β. Ι. Λένιν, «Για το κράτος», Άπαντα, 4η ρωσ. εκδ., τομ. 29ος, σ. 437).
Εμφάνιση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας καί τής ανταλλαγής.

 

Με το πέρασμα στην κτηνοτροφία και τη γεωργία γεννήθηκε ο κοινωνικός καταμερισμός τής εργασίας, δηλαδή ένας τέτοιος καταμερισμός εργασίας, όπου στην αρχή διάφορες κοινότητες κι έπειτα καί ορισμένα μέλη των κοινοτήτων άρχισαν ν’ ασχολούνται με διαφορετικά είδη παραγωγικής δραστηριότητας. Ο ξεχωρισμός τών ποιμενικών φυλών ήταν ο πρώτος μεγάλος κοινωνικές καταμερισμός της εργασίας.

Οι ποιμενικές φυλές, ασχολούμενες με την κτηνοτροφία, σημείωσαν ουσιαστικές επιτυχίες. Έμαθαν να περιποιούνται τα ζώα με τρόπο τέτοιο πού άρχισαν να παίρνουν περισσότερο κρέας, μαλλί καί γάλα. Αυτός ο πρώτος μεγάλος κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας οδήγησε κιόλας σε μια σημαντική για εκείνον τον καιρό αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.

Στην πρωτόγονη κοινότητα για μια μακρόχρονη περίοδο δεν υπήρχε έδαφος για ανταλλαγή ανάμεσα στα διάφορα μέλη της: όλο το προϊόν αποχτιόταν καί καταναλωνόταν από κοινού. Στην αρχή ή ανταλλαγή γεννήθηκε καί αναπτύχθηκε ανάμεσα στις κοινότητας των γενών καί για πολύν καιρό είχε τυχαίο χαρακτήρα.

Με την εμφάνιση του πρώτου μεγάλου κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας ή κατάσταση άλλαξε. Στις ποιμενικές φυλές παρουσιάστηκε κάποιο περίσσευμα ζώων, προϊόντων γάλατος, κρέατος, τομαριών, μαλλιού. Ταυτόχρονα οι φυλές αυτές χρειάζονταν γεωργικά προϊόντα. Με τη σειρά τους οι φυλές πού ασχολούνταν με τη γεωργία σημείωσαν με τον καιρό ορισμένες επιτυχίες στην παραγωγή γεωργικών προϊόντων. Οι γεωργοί καί οι κτηνοτρόφοι είχαν ανάγκη από πράγματα πού δεν μπορούσαν να τα προμηθευτούν στον τόπο της κατοικίας τους. «Όλα αυτά οδήγησαν στην ανάπτυξη της ανταλλαγής.
Παράλληλα με τη γεωργία καί την κτηνοτροφία αναπτύχθηκαν καί άλλα είδη παραγωγικής δραστηριότητας. Από την εποχή κιόλας των λίθινων εργαλείων οι άνθρωποι είχαν μάθει να φκιάχνουν σκεύη από πηλό. Έπειτα εμφανίστηκε ή υφαντική με το χέρι. Τέλος, όταν ανακαλύφθηκε το λιώσιμο του σίδερου δόθηκε ή δυνατότητα να φκιάχνονται μετάλλινα εργαλεία δουλιάς (αλέτρι με σιδερένιο υνί, σιδερένιο τσεκούρι) καί όπλα (σιδερένια σπαθιά). «Όλο καί πιο δύσκολος γινόταν ο συνδυασμός αυτών των ειδών εργασίας με τη γεωργική ή την ποιμενική εργασία. Στις κοινότητες ξεχώριζαν σιγά-σιγά άνθρωποι πού ασχολούνταν με τη χειροτεχνία. Τα είδη πού φκιαχναν οι χειροτέχνες—σιδεράδες, οπλοποιοί, αγγειοπλάστες κτλ.—άρχισαν όλο καί πιο συχνά να μπαίνουν στην ανταλλαγή. Το πεδίο της ανταλλαγής πλάτυνε σημαντικά.
Εμφάνιση της ατομικής Ιδιοχτησίας και τών τάξεων. Αποσύνθεση του πρωτόγονου κοινοτικού καθεστώτος.
Το πρωτόγονο κοινοτικό καθεστώς έφτασε στην ακμή του τον καιρό τής μητριαρχίας. Το πατριαρχικό γένος έκρυβε κιόλας μεσα του τα σπέρματα τής αποσύνθεσης του πρωτόγονου κοινοτικού καθεστώτος.

Οι σχέσεις παραγωγής του πρωτόγονου κοινοτικού καθεστώτος ίσαμε μια ορισμένη περίοδο βρίσκονταν σέ αντιστοιχία με το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Στην τελευταία βαθμίδα της πατριαρχίας, με την εμφάνιση νέων, πιο τέλειων εργαλείων παραγωγής (εποχή του σίδερου), οι σχέσεις παράγωγης της πρωτόγονης κοινότητας έπαψαν ν’ αντιστοιχούν στις νέες παραγωγικές δυνάμεις. Τα στενά πλαίσια της κοινοτικής ιδιοκτησίας, η ίση διανομή των προϊόντων τής εργασίας άρχισαν να φρενάρουν την ανάπτυξη των νέων παραγωγικών δυνάμεων.

Προηγούμενα το χωράφι μπορούσε να καλλιεργηθεί μόνο με την ομαδική εργασία δεκάδων ανθρώπων. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες η από κοινού εργασία ήταν απαραίτητη. Με την ανάπτυξη των εργαλείων παραγωγής καί με την άνοδο τής παραγωγικότητας της εργασίας μιά οικογένεια ήταν πια σέ Θέση να καλλιεργεί μόνη της ένα κομμάτι γης καί να εξασφαλίζει τα αναγκαία μέσα. για την ύπαρξη της. Έτσι, ή τελειοποίηση των εργαλείων παραγωγής δημιουργούσε τη δυνατότητα του περάσματος στο ατομικό νοικοκυριά, σάν πιο παραγωγικό σέ κείνες τις Ιστορικές συνθήκες. «Όλο καί περισσότερο έπαυε να υπάρχει ή ανάγκη τής ομαδικής εργασίας, του κοινοτικού νοικοκυριού. Αν ή κοινή εργασία απαιτούσε κοινή ίδιοχτησία στα μέσα παραγωγής, η ατομική εργασία απαιτούσε ατομική ίδιοχτησία.

Η εμφάνιση τής ατομικής ίδιοχτησίας συνδέεται αδιάρρηχτα. με τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας καί με την ανάπτυξη τής ανταλλαγής. Τον πρώτο καιρό η ανταλλαγή διεξαγόταν-από τους αρχηγούς των κοινοτήτων των γενών, από τους πρεσβύτερους, τους πατριάρχες. Αυτοί έκαναν τις συναλλαγές ανταλλαγής με την ιδιότητα εκπροσώπων των κοινοτήτων. Όσα ανταλλάζανε ήταν περιουσία τής κοινότητας. Στο βαθμό όμως που ο κοινωνικός καταμερισμός τής εργασίας αναπτυσσόταν παραπέρα καί πλάταινε ή ανταλλαγή, οι άργιλοι των γενών άρχισαν σιγά-σιγά να βλέπουν την κοινοτική περιουσία εάν ίδιοχτησία τους.

Στην αρχή, κυριότερο είδος ανταλλαγής ήταν τα ζώα. ΟΙ ποιμενικές κοινότητες είχαν μεγάλα κοπάδια από πρόβατα, γίδες,. καί μεγάλα κερασφόρα ζώα. ΟΕ πρεσβύτεροι καί οι πατριάρχες, πού είχαν κιόλας μεγάλη εξουσία μέσα στην κοινωνία, συνήθισαν να διαθέτουν αυτά τα κοπάδια σαν ίδιοχτησία τους. Το έμπραχτο δικαίωμα τους να διαθέτουν τα κοπάδια το αναγνώριζαν καί τ’ άλλα μέλη τής κοινότητας. Έτσι, νωρίτερα απόλα έγιναν ατομική ίδιοχτησία τα ζώα, καί έπειτα σιγά-σιγά  τα εργαλεία παραγωγής. Περισσότερο καιρό διατηρήθηκε ή κοινή ίδιοχτησία της γης.
Η εμφάνιση της ατομικής ίδιοχτησίας οδήγησε στην αποσύνθεση του γένους. Το γένος διασπάστηκε σέ μεγάλες πατριαρχικές οικογένειες. Έπειτα μέσα στη μεγάλη πατριαρχική οικογένεια άρχισαν να ξεχωρίζουν ορισμένοι οικογενειακοί πυρήνες, πού μετέτρεπαν τα εργαλεία παραγωγής, τα σκεύη καί τα ζώα σε ατομική τους ίδιοχτησία. Με την ανάπτυξη της ατομικής ιδιοχτησίας αδυνάτιζαν οι δεσμοί του γένους. Τη θέση τής κοινότητας του γένους άρχισε να την παίρνει η κοινότητα του χωριού. Σέ διάκριση από το γένος η κοινότητα του χωριού ή της γειτονίας αποτελούνταν από ανθρώπους, που δε συνδέονταν υποχρεωτικά με συγγενικές σχέσεις. Το σπίτι, το οικιακό νοικοκυριό, τα ζώα—όλα αυτά ήταν ατομική ίδιοχτησία των ξεχωριστών οικογενειών. Αντίθετα, τα δάση, τα λιβάδια, τα νερά καί τ’ άλλα αγαθά, καί για μιά ορισμένη περίοδο καί τα χωράφια, αποτελούσαν κοινοτική ίδιοχτησία. Αρχικά τα χωράφια, ξαναμοιράζονταν κάθε τόσο ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας, αργότερα όμως περάσανε στην ατομική ίδιοχτησία.
Η εμφάνιση της ατομικής ίδιοχτησίας καί τής ανταλλαγής στάθηκε η αρχή μιας βαθιάς ανατροπής σ’ όλο το καθεστώς τής πρωτόγονης κοινωνίας. Η ανάπτυξη της ατομικής ίδιοχτησίας καί των περιουσιακών διαφορών είχε σαν επακόλουθο να δημιουργήσουν μέσα στην κοινότητα διαφορετικά συμφέροντα για τις διάφορες- ομάδες των μελών της. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες τα πρόσωπα που είχαν στην κοινότητα το αξίωμα του πρεσβύτερου, του πολέμαρχου, του ιερέα, χρησιμοποιούσαν τη θέση τους για να πλουτίζουν. Έτσι άρχισαν να βάζουν στο χέρι σημαντικό μέρος τής κοινοτικής ιδιοχτησίας. Οι φορείς αυτών των κοινωνικών αξιωμάτων ξεχώριζαν όλο καί περισσότερο από τη μάζα των μελών της κοινότητας, σχηματίζοντας την αριστοκρατία των γενών καί μεταβιβάζοντας όλο καί πιο συχνά την εξουσία τους κληρονομικά. Οι αριστοκρατικές οικογένειες γίνονταν συνάμα καί οι πιο πλούσιες οικογένειες. Η μάζα των μελών της κοινότητας περιέρχονταν βαθμιαία στη μιά ή την άλλη οικονομική εξάρτηση από την πλούσια καί αριστοκρατική κορυφή.

Με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων η εργασία του ανθρώπου που χρησιμοποιούνταν στην κτηνοτροφία καί τη γεωργία άρχισε να δίνει περισσότερα μέσα ύπαρξης άπ’ όσα ήταν απαραίτητα για τη συντήρηση της ζωής του ανθρώπου. Παρουσιάστηκε ή δυνατότητα ιδιοποίησης της υπερεργασίας καί του υ π ε ρ π ρ ο ϊ ό ν τ ο ς, δηλ. της εργασίας καί του προϊόντος που περισσεύει πάνω από κείνο που απαιτείται για τη διατροφή του  ίδιου του δουλευτή. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες έγινε συμφερτικό να μη σκοτώνουν τους αιχμαλώτους, όπως γινόταν προηγούμενα, μα να τους εξαναγκάζουν να δουλεύουν, μετατρέποντας τους σέ δούλους. Τους δούλους τους άρπαζαν οι πιο αριστοκρατικές καί οι πιο πλούσιες οικογένειες. Με τη σειρά της η εργασία των δούλων είχε σαν αποτέλεσμα να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο ή ανισότητα, γιατί τα νοικοκυριά πού χρησιμοποιούσαν δούλους πλούταιναν γρήγορα. Μέσα στις συνθήκες αύξησης της περιουσιακής ανισότητας οι πλούσιοι άρχισαν να μετατρέπουν σέ δούλους όχι μόνο τους αιχμάλωτους μα καί τους φτωχεμένους καί χρεωμένους ανθρώπους πού άνηκαν στην ίδια μ’ αυτούς φυλή. Έτσι γεννήθηκε ή πρώτη ταξική διαίρεση της κοινωνίας—ή διαίρεση σέ δουλοχτήτες καί σέ δούλους. Εμφανίστηκε ή εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, δηλαδή ή δωρεάν ιδιοποίηση από ορισμένους ανθρώπους των προϊόντων της εργασίας άλλων ανθρώπων.

Οι σχέσεις παραγωγής του πρωτόγονου κοινοτικού καθεστώτος, διαλύονταν, καταστρέφονταν καί παραχωρούσαν τη θέση τους στις νέες σχέσεις παραγωγής πού ανταποκρίνονταν στο χαρακτήρα των νέων παραγωγικών δυνάμεων.

Ή κοινή εργασία παραχώρησε τη θέση της στην ατομική εργασία, η κοινωνική ιδιοχτησία στην ατομική ίδιοχτησία, το καθεστώς των γενών στην ταξική κοινωνία. Αρχίζοντας άπ’ αυτή την περίοδο όλη ή ιστορία της ανθρωπότητας, ως την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, έγινε ιστορία της πάλης των τάξεων.

Οι αστοί θεωρητικοί παρουσιάζουν τα πράγματα έτσι, λες καί η ατομική ιδιοχτησία υπήρχε ανέκαθεν. Ή ιστορία διαψεύδει αυτές τις επινοήσεις καί παρέχει πειστικές μαρτυρίες για το ότι όλοι οι λαοί πέρασαν από το στάδιο του πρωτόγονου κοινοτικού καθεστώτος, που στηριζόταν στην κοινή ίδιοχτησία καί δε γνώριζε την ατομική ιδιοχτησία.

Οι κοινωνικές αντιλήψεις της πρωτόγονης εποχής

Ό πρωτόγονος άνθρωπο;, τσακισμένος από την ανέχεια και τη δυσκολία του αγώνα για την ύπαρξη, στην αρχή δεν ξεχώριζε ακόμα τον εαυτό του από τη γύρω φύση. για πολύν καιρό δεν είχε κάπως συναρτημένες αντιλήψεις ούτε για τον εαυτό του, ούτε για τις φυσικές συνθήκες της ύπαρξής του.
Μόνο βαθμιαία αρχίζουν να γεννιούνται στον πρωτόγονο άνθρωπο πολύ περιορισμένες και πρωτόγονες αντιλήψεις για τον εαυτό του καί για τις γύρω συνθήκες. Ούτε λόγος μπορούσε να γίνει για οποιεσδήποτε θρησκευτικές αντιλήψεις, πού προσιδιάζουν τάχα εξαρχής στην ανθρώπινη συνείδηση, όπως ισχυρίζονται οι υπέρμαχοι τής θρησκείας. Μόνο αργότερα ο πρωτόγονος άνθρωπος άρχισε στη φαντασία του ν’ αποικίζει τον κόσμο πού τον περιβάλλει με υπερφυσικά οντά, πνεύματα καί μαγικές δυνάμεις, να πνευματοποιεί τις δυνάμεις τής φύσης. Αυτό ήταν ο λεγόμενος ανιμισμός (από τη λατινική λέξη «ανιμα»=ψυχή). Άπ’ αυτές τις θολές παραστάσεις των ανθρώπων για την ίδια τους τη φύση, καθώς καί για την εξωτερική φύση, γεννήθηκαν οι πρωτόγονοι μύθοι καί ή πρωτόγονη θρησκεία, όπου αναπαρασταινόταν ή πρωτόγονη ισότητα του κοινωνικού καθεστώτος. Ό πρωτόγονος άνθρωπος, πού δε γνώριζε την ταξική διαίρεση καί την περιουσιακή ανισότητα στην πραγματική ζωή, δεν έμπαζε καμιά σχέση υποταγής και στο φανταστικό κόσμο των πνευμάτων. Διαιρούσε τα πνεύματα σε δικά του καί ξένα, σέ φιλικά καί εχθρικά. Ή διαίρεση των πνευμάτων σε ανώτερα καί κατώτερα παρουσιάστηκε πια στην περίοδο τής αποσύνθεσης του πρωτόγονου κοινοτικού καθεστώτος.

Ό πρωτόγονος άνθρωπος ένιωθε τον εαυτό του αναπόσπαστο μέρος τής κοινότητας του γένους, δε νοούσε τον εαυτό του έξω από το γένος. Αντανάκλαση αυτού του πράγματος στην Ιδεολογία ήταν ή λατρεία των προγόνων-γεναρχών. Είναι χαρακτηριστικό πώς στην πορεία τής εξέλιξης τής γλώσσας οι λέξεις «εγώ», «δικό μου» εμφανίζονται πολύ αργότερα από άλλες λέξεις. Ή εξουσία τής κοινότητας του γένους πάνω στον μεμονωμένο άνθρωπο ήταν εξαιρετικά ισχυρή. Ή αποσύνθεση του πρωτόγονου κοινοτικού καθεστώτος συνοδευόταν από την εμφάνιση καί τη διάδοση των αντιλήψεων τής ατομικής Ίδιοχτησίας. Αυτό έβρισκε ζωηρή αντανάκλαση στους μύθους καί στις θρησκευτικές αντιλήψεις. «Όταν άρχισαν να διαμορφώνονται οι σχέσεις τής ατομικής ίδιοχτησίας καί έκανε την εμφάνιση της ή περιουσιακή ανισότητα, σέ πολλές φυλές γεννήθηκε ή συνήθεια να επιβάλλεται θρησκευτική απαγόρευση—«ταμπού»—στην περιουσία πού ιδιοποιούνταν οι αρχηγοί ή οι πλούσιες οικογένειες (με τη λέξη «ταμπού» οι κάτοικοι των νησιών του Ειρηνικού Ωκεανού ονόμαζαν καθετί το απαγορευμένο, το αποσυρμένο από την κοινή χρήση). Με την αποσύνθεση του πρωτόγονου κοινοτικού καθεστώτος καί την εμφάνιση τής ατομικής Ίδιοχτησίας ή δύναμη τής θρησκευτικής απαγόρευσης άρχισε να χρησιμοποιείται για την κατοχύρωση των οικονομικών σχέσεων καί τής περιουσιακής ανισότητας πού είχαν εμφανιστεί.

ΣΥΝΤΟΜΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
1. Χάρη στην εργασία οι άνθρωποι ξεχώρισαν από τον κόσμο των ζώων κι εμφανίστηκε ή ανθρώπινη κοινωνία. Διακριτικό γνώριμα της ανθρώπινης εργασίας είναι η κατασκευή εργαλείων παραγωγής.
2. Οι παραγωγικές δυνάμεις της πρωτόγονης κοινωνίας
βρίσκονταν σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο, τα εργαλεία παραγωγής ήταν από έπακρο πρωτόγονα. Το γεγονός αυτό επέβαλλε την ανάγκη της συλλογικής εργασίας της κοινωνικής ιδιοχτηοίας στα μέσα παραγωγής καί της ίσης διανομής. Στο πρωτόγονο κοινοτικό καθεστώς δεν υπήρχε περιουσιακή ανισότητα καί ατομική ιδιοχτησία στα μέσα παραγωγής, δεν υπήρχαν τάξεις κι εκμετάλλευση. Ή κοινωνική ιδιοχτησία στα μέσα παραγωγής ήταν περιορισμένη μέσα σε στενά πλαίσια: αποτελούσε ίδιοχτησία μικρών κοινοτήτων, πού ήταν λίγο-πολύ απομονωμένες η μιά από την άλλη.
3. Τα ουσιαστικά γνωρίσματα του βασικού οικονομικού νόμου του πρωτόγονου κοινοτικού καθεστώτος είναι: η εξασφάλιση εξαιρετικά πενιχρών συνθηκών ύπαρξης των ανθρώπων με τη βοήθεια πρωτόγονων εργαλείων παραγωγής μέσω της ομαδικής εργασίας στά πλαίσια μιας κοινότητας καί μέσω της ίσης διανομής των προϊόντων.
Δουλεύοντας από κοινού οι. άνθρωποι για πολύν καιρό έκαναν ομοιογενή εργασία. Ή βαθμιαία βελτίωση των εργαλείων παραγωγής συνέβαλε στην εμφάνιση του φυσικού καταμερισμού της εργασίας ανάλογα με το φύλο καί την ηλικία. Η παραπέρα τελειοποίηση των εργαλείων παραγωγής καί του τρόπου πορισμού των μέσων ύπαρξης, η ανάπτυξη τής κτηνοτροφίας καί τής γεωργίας οδήγησαν στην εμφάνιση του κοινωνικού καταμερισμού τής εργασίας καί τής ανταλλαγής, τής ατομικής ιδιοχτησίας και τής περιουσιακής ανισότητας, στη διαίρεση τής κοινωνίας σε τάξεις καί στην εκμετάλλευση άνθρώπου από άνθρωπο. Έτσι, οι αναπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις ήρθαν σε αντίθεση με τις σχέσεις παραγωγής, πράγμα πού είχε σαν αποτέλεσμα να παραχωρήσει το πρωτόγονο κοινοτικό καθεστώς τη θέση του σ’έναν άλλον τύπο σχέσεων παραγωγής—στο δουλοχτητικό καθεστώς.

 

Advertisements

Tagged: , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: