ακαδημια επιστημων εσσδ: πολιτικη οικονομια- ο δουλοχτητικος τροπος παραγωγης

δακτυλογραφήθηκε και αναρτήθηκε στο Athens Indymedia στις 8/8/2004

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ – προκεφαλαιοκρατικοι τροποι παραγωγης

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΠΡΟΚΕΦΑΛΑΙΟΚΡΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Ο ΔΟΥΛΟΧΤΗΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Εμφάνιση του δουλοχτητικού καθεστώτος.

Ή δουλεία είναι ή πρώτη στην ιστορία καί ή πιο ωμή μορφή εκμετάλλευσης. Υπήρχε στο παρελθόν σχεδόν σ’ όλους τους λαούς. Το πέρασμα από το πρωτόγονο κοινοτικό καθεστώς στο δουλοχτητικό συντελέστηκε για πρώτη φορά στην Ιστορία της ανθρωπότητας, στις χώρες τής αρχαίας Ανατολής. Στη Μεσοποταμία (κράτος των Σουμέριων, κράτος τής Βαβυλώνας, Ασσυρία κτλ.), στην Αίγυπτο, στις Ινδίες καί στη Κίνα ο δουλοχτητικός τρόπος παραγωγής κυριαρχούσε κιόλας στην 4η—2η χιλιετία πριν από τη χρονολογία μας. Στην 1η χιλιετία πριν τη χρονολογία μας ο δουλοχτητικός τρόπος παραγωγή κυριαρχούσε στην Υπερκαυκασία (κράτος του Ουράρτου) κι. από τον 8ο—7ο αιώνα πριν τη χρονολογία μας ως τον 5ο—4ο αιώνα της χρονολογίας μας υπήρχε ισχυρό δουλοχτητικό κράτος στη Χορεσμία. Ό πολιτισμός πού ανέπτυξαν οι δουλοχτητικές χώρες της αρχαίας Ανατολής άσκησε μεγάλη επίδραση στην ανάπτυξη των λαών των ευρωπαϊκών χωρών.

Στην Ελλάδα ο δουλοχτητικός τρόπος παραγωγής έφτασε στην άνθησή του τον 5ο—4ο αιώνα πριν τη χρονολογία μας. Σέ συνέχεια ή δουλεία αναπτύχθηκε στα κράτη της Μικράς Ασίας, στην Αίγυπτο, στη Μακεδονία (4ος—1ος αιώνας πριν τη χρονολογία μας). Το δουλοχτητικό καθεστώς έφτασε στην ανώτατη βαθμίδα τής ανάπτυξης του στη Ρώμη στην περίοδο από το 2ο αιώνα πριν τη χρονολογία μας ως το 2θ’ αιώνα της χρονολογίας μας.

Τον πρώτο καιρό ή δουλεία είχε πατριαρχικό, οικιακό χαρακτήρα. Οι δούλοι ήταν σχετικά λίγοι. Ή εργασία του δούλου δεν αποτελούσε ακόμα τη βάση τής παραγωγής, μα έπαιζε βοηθητικό ρόλο ατό νοικοκυριό. Σκοπός του νοικοκυριού εξακολουθούσε να είναι ή Ικανοποίηση των αναγκών τής μεγάλης πατριαρχικής οικογένειας, πού σχεδόν δεν κατάφευγε στην ανταλλαγή. Ή εξουσία του κυρίου πάνω στους δούλους του από τότε κιόλας ήταν απεριόριστη, το πεδίο όμως χρησιμοποίησης τής εργασίας του δούλου παρέμενε περιορισμένο.
Στη βάση του περάσματος τής κοινωνίας στο δουλοχτητικό καθεστώς βρίσκονταν ή παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ή ανάπτυξη του κοινωνικού καταμερισμού τής εργασίας καί τής ανταλλαγής.
Το πέρασμα από τα πέτρινα εργαλεία δουλιας στα μετάλλινα είχε σαν αποτέλεσμα να πλατύνουν σημαντικά τα πλαίσια τής ανθρώπινης εργασίας. Η εφεύρεση του φυσερού του σιδερά επέτρεψε να κατασκευάζονται σιδερένια εργαλεία δουλιας με πρωτοείδωτη για τότε στερεότητα. Με τη βοήθεια του σιδερένιου τσεκουριού έγινε δυνατό να καθαρίζεται ή γη από τα δάση καί τους θάμνους για να καλλιεργείται. Το αλέτρι με σιδερένιο υνί επέτρεψε να καλλιεργούνται σχετικά μεγάλα κομμάτια γης.

Το πρωτόγονο κυνηγετικό νοικοκυριό παραχώρησε τη θέση του στη γεωργία καί την κτηνοτροφία. Εμφανίστηκαν τα χειροτεχνικά επαγγέλματα.
Στην αγροτική οικονομία, πού εξακολουθούσε ναναι ό βασικός κλάδος τής παραγωγής, βελτιώνονταν οι μέθοδες τής γεωργίας καί τής κτηνοτροφίας. Εμφανίστηκαν καινούργιοι κλάδοι τής αγροτικής οικονομίας: ή αμπελουργία, ή λινοκαλλιέργεια, ή καλλιέργεια ελαιωδών φυτών κτλ. Τα κοπάδια των πλούσιων οικογενειών πλήθαιναν. Για την περιποίηση των ζώων χρειάζονταν όλο καί περισσότερα εργατικά χέρια. Η υφαντική, ή επεξεργασία του μετάλλου, ή αγγειοπλαστική και τ’ άλλα χειροτεχνικά επαγγέλματα. τελειοποιούνταν σιγά-σιγά. Προηγούμενα η χειροτεχνία ήταν βοηθητική ασχολία του γεωργού καί του κτηνοτρόφου. Τώρα για πολλούς ανθρώπους έγινε αυτοτελής ασχολία. Συντελέστηκε ό χωρισμός της χειροτεχνίας από τη γεωργία.
Αυτός ήταν ό δεύτερος μεγάλος κοινωνικός καταμερισμός, τής εργασίας.

Με τον καταμερισμό τής παραγωγής σέ δύο μεγάλους βασικούς κλάδους—τη γεωργία καί τη χειροτεχνία—εμφανίζεται ή παραγωγή άμεσα για την ανταλλαγή, αν καί αλήθεια με όχι ακόμα αναπτυγμένη μορφή. Ή αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας οδήγησε στην αύξηση της μάζας του υπερπροϊόντος, πράγμα πού στις συνθήκες της ατομικής ιδιοχτησίας στα μέσα παραγωγής δημιούργησε τη δυνατότητα συσσώρευσης πλούτου στα χέρια μιας μειοψηφίας της κοινωνίας καί, πάνω σ’ αυτή τη βάση, τη δυνατότητα υποταγής της εργαζόμενης πλειοψηφίας στην εκμεταλλεύτρια μειοψηφία, τη δυνατότητα μετατροπής των εργαζομένων σέ δούλους.
Ή οικονομία στις συνθήκες της δουλείας ήταν στη βάση της φυσική, δηλ. οικονομία όπου τα προϊόντα της εργασίας καταναλώνονται μέσα στα πλαίσια του ίδιου του νοικοκυριού όπου παράγονται. Ταυτόχρονα όμως συντελούνταν ή ανάπτυξη της ανταλλαγής. Οι χειροτέχνες παράγανε τα είδη τους στην αρχή κατά παραγγελία, κι έπειτα για πούληση στην αγορά. Συνάμα πολλοί άπ’ αυτούς εξακολουθούσαν για πολύν καιρό ακόμα νάχουν μικρά, κομματάκια γης καί να τα καλλιεργούν για να ικανοποιούν τις ανάγκες τους. Οι αγρότες βασικά είχαν φυσικό νοικοκυριό, ήταν όμως αναγκασμένοι να πουλούν ορισμένο μέρος των προϊόντων τους στην αγορά, για νάχουν τη δυνατότητα ν’ αγοράζουν τα είδη χειροτεχνίας καί να πληρώνουν τους χρηματικούς φόρους. Έτσι σιγά-σιγά ένα μέρος των προϊόντων εργασίας των χειροτεχνών καί των αγροτών γινόταν εμπόρευμα.

Το εμπόρευμα είναι προϊόν πού παράγεται όχι για άμεση κατανάλωση, αλλά γι’ ανταλλαγή, για πούληση στην αγορά. Ή παραγωγή προϊόντων γι’ ανταλλαγή είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα τής εμπορευματικής οικονομίας. Έτσι, ό χωρισμός της χειροτεχνίας από τη γεωργία καί ή εμφάνιση τής χειροτεχνίας σαν αυτοτελούς επαγγέλματος σήμανε τη γέννηση τής εμπορευματικής παραγωγής.

Όσο ή ανταλλαγή είχε τυχαίο χαρακτήρα, το ένα προϊόν εργασίας ανταλλασσόταν άμεσα με κάποιο άλλο. Στο βαθμό πού επεχτεινόταν ή ανταλλαγή καί γινόταν ταχτικό φαινόμενο, ξεχώριζε σιγά-σιγά ένα εμπόρευμα, για το οποίο έδιναν ευχαρίστως οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα. Έτσι εμφανίστηκε το χρήμα. Το χρήμα αποτελεί ένα γενικό εμπόρευμα πού με τη βοήθεια του εκτιμούνται όλα τα άλλα εμπορεύματα καί πού χρησιμεύει σαν ενδιάμεσο στην ανταλλαγή.

Ή ανάπτυξη της χειροτεχνίας καί τής ανταλλαγής οδήγησε στο σχηματισμό των πόλεων. Οι πόλεις εμφανίστηκαν στη βαθιά αρχαιότητα, στην αυγή του δουλοχτητικού τρόπου παραγωγής. Στην αρχή οι πόλεις δε διαφέρανε καί πολύ από τα χωριά. Σιγά-σιγά όμως στις πόλεις συγκεντρώθηκαν ή χειροτεχνία καί το εμπόριο. Με το είδος των ασχολιών των κατοίκων τους, με τον τρόπο ζωής τους, οι πόλεις όλο καί περισσότερο ξεχώριζαν από το χωριό.

Έτσι έγινε ή αρχή του χωρισμού της πόλης από το χωριό καί της εμφάνισης της αντίθεσης ανάμεσα τους.

Στο βαθμό πού μεγάλωνε ο όγκος των ανταλλασσόμενων εμπορευμάτων, ευρύνονταν καί τα εδαφικά πλαίσια τής ανταλλαγής. Ξεχώρισαν οι έμποροι, πού κυνηγώντας το κέρδος αγόραζαν τα εμπορεύματα από τους παραγωγούς, τα μετέφεραν στις αγορές πούλησης, κάποτε αρκετά μακριά από τον τόπο παραγωγής, καί τα πουλούσαν στους καταναλωτές.

Ή εύρυνση τής παραγωγής καί τής ανταλλαγής επέτεινε σημαντικά την περιουσιακή ανισότητα. Στα χέρια των πλούσιων συσσωρεύονταν χρήματα, ζώα εργασίας, εργαλεία παραγωγής, σπόροι. Οι φτωχοί όλο καί πιο συχνά αναγκάζονταν ν’ απευθύνονται σ’ αυτούς ζητώντας δάνειο—τις περισσότερες φορές σέ είδος, μα κάποτε καί με χρηματική μορφή. Οι πλούσιοι έδιναν δανεικά εργαλεία παραγωγής, σπόρους, χρήματα, υποδουλώνοντας τους οφειλέτες τους, καί σε περίπτωση μη εξόφλησης των χρεών τους μετέτρεπαν σέ δούλους, τους παίρναν τη γη. Έτσι γεννήθηκε ή τοκογλυφία, πού έφερε σ’ άλλους παραπέρα αύξηση του πλούτου καί σ’ άλλους την υποδούλωση για χρέη.

Καί ή γη άρχισε να μετατρέπεται σέ ατομική ίδιοχτησία. Άρχισαν να την πουλάνε καί να την υποθηκεύουν. Αν ό οφειλέτης δεν μπορούσε να ξοφλήσει τον τοκογλύφο, ήταν αναγκασμένος να παρατήσει τη γη, να πουλήσει τα παιδιά του καί τον εαυτό του για δούλους. Κάποτε, με μιά οποιαδήποτε πρόφαση, οι μεγάλοι γαιοχτήμονες άρπαζαν από τις αγροτικές κοινότητες των χωριών ένα μέρος από τα λιβάδια, από τα βοσκοτόπια τους.

Έτσι συντελούνταν μιά συγκέντρωση τής ίδιοχτησίας τής γης, του χρηματικού πλούτου καί τής μάζας των δούλων στα χέρια των πλούσιων δουλοχτητών. Το μικρό νοικοκυριό των αγροτών καταστρεφόταν όλο καί περισσότερο, ενώ ή δουλοχτητική οικονομία δυνάμωνε καί επεχτεινόταν, απλωνόταν σ’ όλους τους κλάδους τής παραγωγής.

«Ή αδιάκοπη αύξηση τής παραγωγής καί μαζί μ’ αυτήν της παραγωγικότητας τής εργασίας ανέβασε την αξία τής ανθρώπινης εργατικής δύναμης. Ή δουλεία, πού στην προηγούμενη βαθμίδα μόλις ακόμα γεννιόταν καί ήταν σποραδική, γίνεται τώρα ουσιαστικό συστατικό του κοινωνικού συστήματος. Οι δούλοι παύουν να είναι απλοί βοηθοί, τους οδηγούν κατά δεκάδες στη δουλειά στους αγρούς καί ατά εργαστήρια» (Φ. Ενγκελς «;Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοχτησίας καί του κράτους». Κ Μαρξ, Φ. Ενγκελς, «Διαλεχτά έργα», γερμ. εκδ. 1950, τόμ. II, σελ. 290).
Ή εργασία του δούλου έγινε βάση τής ύπαρξης της κοινωνίας. Ή κοινωνία διασπάστηκε σέ δύο βασικές αντίθετες τάξεις—τους δούλους καί τους δουλοχτήτες.

Έτσι διαμορφώθηκε ο δουλοχτητικός τρόπος παραγωγής.
Στο δουλοχτητικό καθεστώς δ πληθυσμός διαιρούνταν σέ ελεύθερους καί δούλους. Οι ελεύθεροι απολάβαιναν όλα τα αστικά, περιουσιακά καί πολιτικά δικαιώματα (έκτός από τις γυναίκες πού στην ουσία βρίσκονταν σέ κατάσταση δουλείας). Οι δούλοι στερούνταν όλα αυτά τα δικαιώματα καί δεν τους επιτρεπόταν να περάσουν στην κατηγορία των ελεύθερων. Οι ελεύθεροι με τη σειρά τους ήταν χωρισμένοι στην τάξη των μεγάλων γαιοχτημόνων, πού ήταν ταυτόχρονα καί μεγάλοι δουλοχτήτες, καί στην τάξη των μικροπαραγωγών (αγρότες, χειροτέχνες), πού τα εύπορα στρώματα τους χρησιμοποιούσαν επίσης την εργασία των δούλων καί ήταν δουλοχτήτες. Οι ιερείς, πού έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην εποχή της δουλείας, ως προς τη θέση τους συνόρευαν με την τάξη των μεγαλογαιοχτημόνων-δουλοχτητών.

Παράλληλα με την ταξική αντίθεση ανάμεσα στους δούλους καί τους δουλοχτήτες υπήρχε καί ή ταξική αντίθεση ανάμεσα στους μεγάλους γαιοχτήμονες καί τους αγρότες. Εφόσον όμως με την ανάπτυξη του δουλοχτητικού καθεστώτος ή εργασία του δούλου, σαν ή πιο φτηνή εργασία, αγκάλιασε τους περισσότερους κλάδους της παραγωγής κι έγινε ή κύρια βάση της παραγωγής, ή αντίθεση ανάμεσα ατούς δούλους καί τους δουλοχτήτες μετατράπηκε σέ βασική αντίθεση της κοινωνίας.
Ή διάσπαση της κοινωνίας σέ τάξεις προκάλεσε την ανάγκη του κράτους. Με την αύξηση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας καί με την ανάπτυξη της ανταλλαγής, ορισμένα γένη καί φυλές όλο καί περισσότερο πλησίαζαν το ένα το άλλο καί σχημάτιζαν ενώσεις. Άλλαζε ό χαρακτήρας των θεσμών του γένους. Τα όργανα του καθεστώτος των γενών έχαναν όλο καί περισσότερο το λαϊκό τους χαρακτήρα. Μετατρέπονταν σέ όργανα κυριαρχίας πάνω στο λαό, σε όργανα καταλήστευσης και καταπίεσης των δικών τους καί ιών γειτονικών φυλών. Οι πρεσβύτεροι καί οι πολέμαρχοι ιών γενών καί των φυλών γίνονταν ηγεμόνες καί βασιλιάδες. Προηγούμενα είχαν κύρος σαν αιρετά πρόσωπα του γένους ή της ένωσης των γενών. Τώρα άρχισαν να χρησιμοποιούν την εξουσία τους για να υπερασπίζουν τα συμφέροντα της εύπορης κορυφής, για να χαλιναγωγούν τα καταστρεφόμενα μέλη του γένους τους, για να κρατούν σε υποταγή τους δούλους. Γι’ αυτό το σκοπό χρησίμευαν οι ένοπλες ακολουθίες, τα δικαστήρια καί τα όργανα δίωξης.

Έτσι γεννήθηκε ή κρατική εξουσία. «Μόνο όταν εμφανίστηκε ή πρώτη μορφή διαίρεσης τής κοινωνίας σέ τάξεις, όταν εμφανίστηκε ή δουλεία, όταν μιά ορισμένη τάξη: ανθρώπων, πού είχε συγκεντρωθεί στις πιο χοντροκομμένες μορφές γεωργικής εργασίας, μπορούσε να παράγει ένα ορισμένο περίσσευμα, όταν αυτό το περίσσευμα δεν ήταν απόλυτα απαραίτητη για την τρισάθλια ύπαρξη του δούλου καί περιέρχονταν στα χέρια του δουλοχτήτη, όταν μ’ αυτό τον τρόπο εδραιώθηκε ή ύπαρξη αυτής της τάξης των δουλοχτητών, καί για να εδραιωθεί ή ύπαρξη της, χρειάστηκε να εμφανιστεί το κράτος» (Β. Ι. Λένιν, «Για το κράτος», Άπαντα, 4η ρωσ. εκδ., τόμ. 29ος, σ.441).

Το κράτος γεννήθηκε για να κρατάει στο χαλινάρι την εκμεταλλευόμενη πλειοψηφία προς το συμφέρον τής εκμεταλλεύτριας μειοψηφίας.

Το δουλοχτητικό κράτος έπαιξε μεγάλο ρόλο στην ανάπτυξη καί τη σταθεροποίηση των σχέσεων παραγωγές τής δουλοχτητικής κοινωνίας. Το δουλοχτητικό κράτος κρατούσε σέ υποταγή τις μάζες των δούλων. Το κράτος αυτό εξελίχθηκε σ’ ένα πλατιά διακλαδωμένο μηχανισμό κυριαρχίας καί βίας πάνω στις λαϊκές μάζες. Η δημοκρατία της αρχαίας Ελλάδας καί Ρώμης, πού την εκθειάζουν τα αστικά εγχειρίδια ιστορίας, στην ουσία ήταν δουλοχτητική δημοκρατία.

Οι σχέσεις παραγωγής του δουλοχτητικού καθεστώτος. Ή θέση των δούλων. Οι σχέσεις παραγωγής τής δουλοχτητικής κοινωνίας στηρίζονταν στο ότι ιδιοχτησία των δουλοχτητών ήταν όχι μόνο τα μέσα παραγωγής, μα καί οι εργαζόμενοι στην παραγωγή—οι δούλοι. Ό δούλος θεωρούνταν πράγμα, βρίσκονταν ολοκληρωτικά καί αμέριστα στη διάθεση του κυρίου. Τους δούλους δεν τους εκμεταλλεύονταν απλώς—τους πουλούσαν καί τους αγόραζαν σαν τα ζώα- κι» ακόμα τους σκότωναν ατιμωρητί. «Αν στην περίοδο της πατριαρχικής δουλείας το δούλο τον έβλεπαν σαν μέλος τής οικογένειας, στις συνθήκες του δουλοχτητικού τρόπου παραγωγές δεν τον θεωρούσαν καν άνθρωπο.
«Ό δούλος δεν πουλούσε την εργατική του δύναμη στο δουλοχτήτη, όπως το βόδι δεν πουλάει τις υπηρεσίες του στον αγρότη. Ό δούλος μαζί με την εργατική του δύναμη πουλήθηκε μιά για πάντα στον ίδιοχτήτη του» (Κ. Μαρξ, «Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο», Κ. Μαρξ, Φ. Ενγκελς, Διαλεχτά έργα, γερμ. έκδ. 1950, τόμ. Ι, σελ. 70—71).
Ή εργασία του δούλου είχε ανοιχτά καταναγκαστικό χαρακτήρα. Τους δούλους τους εξανάγκαζαν να δουλεύουν με την πιο βάναυση σωματική βία. Τους οδηγούσαν στη δουλειά με τα μαστίγια, καί για τις παραμικρότερες παραβάσεις τους επέβαλαν σκληρές τιμωρίες. Τους στιγμάτιζαν για να μπορούν πιο εύκολα να τους πιάνουν όταν δραπέτευαν. Πολλοί δούλοι φορούσαν σιδερένια περιλαίμια πού δεν έβγαιναν, με γραμμένο πάνω τους το επώνυμο του ίδιοχτήτη.

Ό δουλοχτήτης ιδιοποιούνταν όλο το προϊόν της εργασίας του δούλου. Έδινε στους δούλους μόνο ελάχιστη ποσότητα μέσων συντήρησης—τόσο όσο να μην παθαίνουν της πείνας καί να μπορούν να συνεχίζουν τη δουλιά για το δουλοχτήτη. Ό δουλοχτήτης έπαιρνε όχι μόνο το υπερπροϊόν, μα καί σημαντικό μέρος του αναγκαίου προϊόντος τής εργασία; των δούλων.

Ή ανάπτυξη του δουλοχτητικού τρόπου παραγωγής συνοδευόταν από αύξηση της ζήτησης δούλων. Σέ πολλές χώρες οι δούλοι κατά κανόνα δεν είχαν οικογένεια. Ή ληστρική εκμετάλλευση των δούλων είχε σαν αποτέλεσμα τη γρήγορη φυσική φθορά τους. Ήταν ανάγκη να συμπληρώνεται διαρκώς ο αριθμός των δούλων. Σοβαρή πηγή απόχτησης καινούργιων δούλων ήταν ο πόλεμος. Τα δουλοχτητικά κράτη της αρχαίας Ανατολής διεξήγαν συνεχείς πολέμους με σκοπό την υποδούλωση άλλων λαών. Ή ιστορία, της αρχαίας Ελλάδας είναι γεμάτη πολέμους ανάμεσα στις διάφορες πόλεις-κράτη, ανάμεσα στις μητροπόλεις καί στις αποικίες, ανάμεσα στους έλληνες καί στα κράτη της Ανατολής. Ή Ρώμη διεξήγε αδιάκοπους πολέμους• στην περίοδο της ακμής της καθυπόταξε το μεγαλύτερο μέρος των τότε γνωστών εδαφών. Δούλοι γίνονταν όχι μόνο οι πολεμιστές πού πιάνονταν αιχμάλωτοι, μα καί σημαντικό μέρος του πληθυσμού των καταχτημένων εδαφών.
«Άλλη πηγή για συμπλήρωση του αριθμού των δούλων ήταν οι επαρχίες καί οι αποικίες, πού προμηθεύανε στους δουλοχτήτες «ζωντανό εμπόρευμα» παράλληλα μ’ όλα τα άλλα εμπορεύματα. Το δουλεμπόριο ήταν ένας από τους πιο επικερδείς καί ακμάζοντες κλάδους της οικονομικής δραστηριότητας. Δημιουργήθηκαν ειδικά κέντρα δουλεμπορίου• οργανώνονταν εμποροπανηγύρεις, όπου πήγαιναν έμποροι καί αγοραστές από μακρινές χώρες.

‘Ο δουλοχτητικός τρόπος παραγωγής ξάνοιγε πιο πλατιές δυνατότητες ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων σέ σύγκριση με το πρωτόγονο κοινοτικό καθεστώς Η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού δούλων στα χέρια του δουλοχτητικού κράτους καί των διάφορων δουλοχτητών επέτρεψαν να χρησιμοποιείται σέ μεγάλη κλίμακα ή απλή συνεργασία στη δουλιά.. Αυτό το μαρτυρούν τα σωζόμενα γιγάντια έργα πού κατασκεύασαν στην Αρχαιότητα οι λαοί της Ασίας, οι Αιγύπτιοι, οι Ετρούσκοι : αρδευτικά συστήματα, δρόμοι, γεφύρια, πολεμικά οχυρά, μνημεία πολιτισμού.

Αναπτύχθηκε ό κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας πού εκφράστηκε με την ειδίκευση της αγροτικές καί της χειροτεχνικής παραγωγής, πράγμα πού δημιούργησε τους όρους για το ανέβασμα της παραγωγικότητας της εργασίας.

Στην Ελλάδα ή εργασία των δούλων χρησιμοποιούταν πλατιά στη χειροτεχνική παραγωγή. Εμφανίστηκαν μεγάλα εργαστήρια, πού στο καθένα τους εργάζονταν αρκετές δεκάδες δούλοι. Ή εργασία των δούλων χρησιμοποιούταν επίσης στην οικοδομική, στην εξόρυξη σιδηρομεταλλεύματος, ασημιού καί χρυσού. Στη Ρώμη ή εργασία των δούλων ήταν πλατιά διαδομένη στην αγροτική οικονομία. Η ρωμαϊκή αριστοκρατία είχε εκτεταμένα κτήματα—τα λατιφούντια, όπου εργάζονταν εκατοντάδες καί χιλιάδες δούλοι. Τα λατιφούντια αυτά δημιουργήθηκαν με την αρπαγή της γης των αγροτών καθώς καί των ελεύθερων κρατικών γαιών.

Τα δουλοχτητικά λατιφούντια, χάρη στη φτήνια τής εργασίας του δούλου καί στη χρησιμοποίηση ως έναν ορισμένο βαθμό των πλεονεχτημάτων της απλής συνεργασίας στη δουλιά, μπορούσαν να παράγουν τα σιτηρά καί τα άλλα προϊόντα της αγροτικής οικονομίας με λιγότερα έξοδα άπ’ ό,τι τα μικρά νοικοκυριά των ελεύθερων αγροτών. Οι μικροί αγρότες εκτοπίζονταν, γίνονταν δούλοι ή πύκνωναν τις γραμμές των εξαθλιωμένων στρωμάτων του αστικού πληθυσμού—του λούμπεν προλεταριάτου.

Πάνω στη βάση της εργασίας των δούλων ο αρχαίος κόσμος έφτασε σέ σημαντική οικονομική καί πολιτιστική ανάπτυξη. Το δουλοχτητικό όμως καθεστώς δεν μπορούσε να δημιουργήσει τους όρους μιας κάπως σοβαρής παραπέρα τεχνικής προόδου, γιατί ή παραγωγή γινόταν με βάση την εργασία των δούλων, πού τη διέκρινε εξαιρετικά χαμηλή παραγωγικότητα. Ό δούλος δεν είχε κανένα λόγο να ενδιαφέρεται για τ’ αποτελέσματα της εργασίας του. Οι δούλοι μισούσαν την καταναγκαστική εργασία τους. Συχνά εκφράζανε τη διαμαρτυρία καί την αγανάχτηση τους χαλώντας τα εργαλεία της δουλιας. Γιαυτό έδιναν στους δούλους μόνο τα πιο χοντροκομμένα εργαλεία, πού ήταν δύσκολο να τα χαλάσουν.

Η τεχνική της παραγωγής, πού στηριζόταν στη δουλεία, έμενε σε πολύ χαμηλό επίπεδο. Μόλο πού οι φυσικές και θετικές επιστήμες είχαν σημειώσει μιαν ορισμένη ανάπτυξη, δεν εφαρμόζονταν σχεδόν καθόλου στην παραγωγή. Μερικές τεχνικές ανακαλύψεις χρησιμοποιούνταν μόνο στην πολεμική τέχνη καί στην οικοδομική. Στη διάρκεια της μακραίωνης κυριαρχίας του ό δουλοχτητικός τρόπος παραγωγής δεν προχώρησε πέρα από τη χρησιμοποίηση των εργαλείων του χεριού, πού τα δανείστηκε από το μικρό γεωργό καί χειροτέχνη, δεν προχώρησε πέρα από την απλή συνεργασία στη δουλιά. Ή σωματική δύναμη των ανθρώπων καί των ζώων παράμενε ή [.βασική κινητήρια δύναμη.

Ή πλατιά χρησιμοποίηση της εργασίας των δούλων επέτρεψε στους δουλοχτήτες ν’ απαλλαγούν από κάθε σωματική εργασία καί να τη φορτώσουν ολοκληρωτικά στους δούλους. Οι δουλοχτήτες έβλεπαν με περιφρόνηση την εργασία, τη θεωρούσαν ασχολία ανάξια για ελεύθερο άνθρωπο καί ζούσαν με παρασιτικό τρόπο. Με την ανάπτυξη της δουλείας όλο καί μεγαλύτερες μάζες του ελεύθερου πληθυσμού ξέκοβαν από κάθε παραγωγική δραστηριότητα. Μόνο μιά ορισμένη μερίδα των δουλοχτητικών κορυφών καί του αλλού ελεύθερου πληθυσμού ασχολούνταν με τις κρατικές υποθέσεις, τις επιστήμες καί τις τέχνες.

Έτσι, το δουλοχτητικό καθεστώς γέννησε την αντίθεση ανάμεσα στη σωματική καί στην πνευματική έργασία, τη ρήξη ανάμεσα τους.

Ή εκμετάλλευση των δούλων από τους δουλοχτήτες αποτελεί το βασικό γνώρισμα των σχέσεων παραγωγής στη δουλοχτητική κοινωνία. Ταυτόχρονα όμως ό δουλοχτητικός τρόπος παραγωγής είχε τις Ιδιομορφίες του στις διάφορες χώρες.

Στις χώρες της αρχαίας Ανατολής ή φυσική οικονομία επικρατούσε σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό άπ’ ό,τι στον αρχαίο ελληνορωμαϊκό κόσμο. Εδώ ή εργασία του δούλου χρησιμοποιούταν πλατιά στα κρατικά νοικοκυριά, στα νοικοκυριά των μεγάλων φεουδαρχών καί των ναών. Πολύ αναπτυγμένη ήταν ή οικιακή δουλεία. Στην αγροτική οικονομία της Κίνας, των Ινδιών, της Βαβυλωνίας καί της Αιγύπτου παράλληλα με τους δούλους εκμεταλλεύονταν καί τεράστιες μάζες αγροτών οργανωμένων σέ κοινότητες. Μεγάλη σημασία είχε αποχτήσει εδώ το σύστημα τής δουλείας για χρέη. Ό αγρότης μιας κοινότητας πού δεν ξοφλούσε το χρέος του στο δανειστή-τοκογλύφο, ή πού δεν πλήρωνε το νοίκι της γης στο γαιοχτήμονα, εξαναγκαζόταν να εργάζεται ορισμένο χρονικό διάστημα στο νοικοκυριό τους σαν δούλος- οφειλέτης. Στις δουλοχτητικές χώρες τής αρχαίας Ανατολάς διαδόθηκαν πλατιά ή κοινοτική καί ή κρατική μορφή ίδιοχτησίας τής γης. Ή ύπαρξη αυτών των μορφών ίδιοχτησίας οφειλόταν στο σύστημα της γεωργίας πού βασιζόταν στην άρδευση. Ή ποτιστική γεωργία στις κοιλάδες των ποταμών τής Ανατολής απαιτούσε τεράστια δαπάνη εργασίας για την κατασκευή αναχωμάτων, διωρύγων καί δεξαμενών καί για την αποξήρανση ελών. Όλ’ αυτά δημιουργούσαν την ανάγκη συγκεντροποίησης των έργων καί χρησιμοποίησης των αρδευτικών συστημάτων σε μεγάλη εδαφική κλίμακα. «Ή γεωργία εδώ στηρίζεται κυρίως στην τεχνική άρδευση, κι αυτή ή άρδευση είναι πια υπόθεση της κοινότητας, της επαρχίας ή της κεντρικής εξουσίας» (Φ. Ενγκελς, «Γράμμα στον Κ. Μαρξ στις 6 του Ιούνη 1853», Κ. Μαρξ καί Φ. Ενγκελς, Άπαντα, ρωσ. εκδ. τόμ. XXI, σελ. 494).

Με την ανάπτυξη της δουλείας οι κοινοτικές γαίες συγκεντρώθηκαν στα χέρια του κράτους. Ανώτατος ίδιοχτητης της γης έγινε ό βασιλιάς, πού διάθετε απεριόριστη εξουσία.
Το κράτος των δουλοχτητών, συγκεντρώνοντας στα χέρια του την ίδιοχτησία τής γης, επέβαλε στους αγρότες τεράστιους φόρους, τους εξανάγκαζε να εκτελούν διάφορες υποχρεώσεις, βάζοντας έτσι τους αγρότες σέ δουλική εξάρτηση. Οι αγρότες εξακολουθούσαν να ??ναι μέλη της κοινότητας. Στις συνθήκες όμως της, συγκέντρωσης της γης στα χέρια του δουλοχτητικού κράτους, η κοινότητα αποτελούσε στερεή βάση του ανατολικού δεσποτισμού, δηλαδή της απεριόριστης απολυταρχικές εξουσίας του μονάρχη-δεσπότη. Τεράστιο ρόλο στις δουλοχτητικές χώρες τής Ανατολής έπαιζε ή ιερατική αριστοκρατία. Τα εκτεταμένα νοικοκυριά πού ανήκαν στους ναούς στηρίζονταν στην εργασία των δούλων.

Στο δουλοχτητικό καθεστώς όλων των χωρών το συντριφτικά μεγαλύτερο μέρος της εργασίας του δούλου καί του προϊόντος της οι δουλοχτήτες το ξόδευαν μη παραγωγικά: Για την ικανοποίηση των προσωπικών τους ιδιοτροπιών, για θησαυρισμό, για την κατασκευή πολεμικών οχυρών καί για το στρατό, για την ανέγερση καί τη συντήρηση πολυτελών ανακτόρων καί ναών. Τη μη παραγωγική δαπάνη τεράστιου όγκου εργασίας τη μαρτυρούν ιδίως οι πυραμίδες της Αιγύπτου πού διασώθηκαν ως τα σήμερα. Μόνο ασήμαντο μέρος της εργασίας των δούλων καί του προϊόντος της το διάθεταν για την παραπέρα διεύρυνση της παραγωγής, πού για το λόγο αυτό αναπτυσσόταν εξαιρετικά αργά. Οι ερημωτικοί πόλεμοι κατάστρεφαν τις παραγωγικές δυνάμεις, εξόντωναν τεράστιες μάζες άμαχου πληθυσμού καί αφάνιζαν τον πολιτισμό ολόκληρων κρατών.
Τα ουσιαστικά γνωρίσματα του βασικού οικονομικού νόμου του δουλοχτητικού καθεστώτος είναι περίπου τα εξής: ιδιοποίηση από τους δουλοχτήτες για την παρασιτική τους κατανάλωση του υπερπροϊόντος με τη ληστρική εκμετάλλευση της μάζας των δούλων πάνω στη βάση της απόλυτης ίδιοχτησίας, στα μέσα παραγωγής καί στους δούλους, με την καταστροφή καί τη μετατροπή σε δούλους των αγροτών καί των χειροτεχνών καθώς καί με την κατάχτηση καί την υποδούλωση των λαών άλλων χωρών.

Παραπέρα ανάπτυξη της ανταλλαγής. Εμπορικό καί τοκογλυφικό κεφάλαιο. Η δουλοχτητική οικονομία διατηρούσε βασικά το χαρακτήρα φυσικής οικονομίας. Σ’ αυτήν τα προϊόντα παράγονταν κυρίως όχι για την ανταλλαγή, αλλά για την άμεση κατανάλωση του δουλοχτήτη, καί των πολυάριθμων παράσιτων καί υπηρετών του. Ωστόσο ή ανταλλαγή σιγά-σιγά άρχισε να παίζει πιο αισθητό ρόλο, ιδιαίτερα στην περίοδο της ανώτατης ανάπτυξης του δουλοχτητικού καθεστώτος. Σέ πολλούς, κλάδους παραγωγής ορισμένο μέρος των προϊόντων της εργασίας πουλιόνταν ταχτικά στην αγορά, δηλαδή μετατρέπονταν σέ εμπορεύματα.

Με το πλάτεμα της ανταλλαγής μεγάλωνε ό ρόλος του χρήματος. Συνήθως ξεχώριζε σαν χρήμα το εμπόρευμα πού ήταν το πιο διαδομένο είδος ανταλλαγής. Σέ πολλούς λαούς, ιδιαίτερα ατούς κτηνοτρόφους, στην αρχή χρησίμευαν για χρήμα« τα ζώα. Σέ άλλους χρήμα έγινε το αλάτι, το γέννημα, οι γούνες. Σιγά-σιγά όλα τ’ άλλα είδη χρήματος, εκτοπίστηκαν από το μεταλλικό χρήμα.

Τα πρώτα μεταλλικά χρήματα εμφανίστηκαν στις χώρες τής αρχαίας Ανατολής. Εδώ από την 3η—2η κιόλας χιλιετία πριν τη χρονολογία μας κυκλοφορούσαν χρήματα με τη μορφή μπρούντζινων, ασημένιων καί χρυσών ράβδων, καί με τη μορφή νομίσματος από τον 7ο αιώνα πριν τη χρονολογία μας. Στην Ελλάδα οχτώ αιώνες πριν τη χρονολογία μας κυκλοφορούσε σιδερένιο χρήμα. Στη Ρώμη ακόμα από -τον 5ο—4ο αιώνα πριν τη χρονολογία μας χρησιμοποιούσαν μόνο χάλκινο χρήμα. Αργότερα το σίδερο καί ό χαλκός αντικαταστάθηκαν σαν χρήμα από το ασήμι και το χρυσό.
Στο ασήμι καί στο χρυσό εκδηλώνονται εξαιρετικά έντονα όλα τα πλεονεκτήματα των μετάλλων. πού .τα κάνουν καταλληλότερα απ΄όλα για να παίζουν το ρόλο χρήματος: ομοιογένεια τής ύλης, διαιρετότητα. αντοχή, Ασήμαντος όγκος καί βάρος με ταυτόχρονα μεγάλη αξία. Γι’ αυτό ό ρόλος του χρήματος κατακυρώθηκε σταθερά στα ευγενή μέταλλα καί τελικά—στο χρυσό.

Οι ελληνικές πόλεις-κράτη διεξήγαν αρκετά εκτεταμένο εμπόριο, ανάμεσα στ’ άλλα καί με τις ελληνικές αποικίες, πού ήταν κατασπαρμένες στα παράλια τής Μεσογείου καί τής Μαύρης θάλασσας. Οι αποικίες προμήθευαν ταχτικά τη βασική εργατική δύναμη—τους δούλους, ή ορισμένες πρώτες ύλες καί μέσα συντήρησης : δέρματα, μαλλί, ζώα, σιτηρά, ψάρια.
Στη Ρώμη, όπως καί στην Ελλάδα, εκτός από το εμπόριο των δούλων καί των άλλων εμπορευμάτων, μεγάλο ρόλο έπαιζε το εμπόριο ειδών πολυτελείας. Αυτά τα είδη τα προμηθεύονταν από την Ανατολή κυρίως με τους κάθε λογής φόβους, πού απομυζούσαν από τους υποταγμένους λαούς. Το εμπόριο συνδεόταν με τη λεηλασία, με την πειρατεία με την υποδούλωση των αποικιών.
Στις συνθήκες του δουλοχτητικού καθεστώτος το χρήμα δεν ήταν πια μονάχα μέσο για την αγορά καί την πούληση εμπορευμάτων. Άρχισε να χρησιμεύει επίσης καί σαν μέσο Ιδιοποίησης ξένης εργασίας με το εμπόριο καί την τοκογλυφία. Το χρήμα πού ξοδεύεται με σκοπό την ιδιοποίηση τής υπερεργασίας καί του προϊόντος της γίνεται κεφάλαιο, δηλαδή μέσο εκμετάλλευσης.
Το εμπορικό καί το τοκογλυφικό κεφάλαιο ήταν οι πρώτες στην ιστορία μορφές κεφαλαίου, τό εμπορικό κεφάλαιο είναι κεφάλαιο τοποθετημένο στη σφαίρα τής ανταλλαγής εμπορευμάτων.

Οι έμποροι, αγοράζοντας καί μεταπουλώντας τα εμπορεύματα, ιδιοποιούνταν σημαντικό μέρος του υπερπροϊόντος πού δημιουργούσαν οι δούλοι, οι μικροαγρότες καί οι χειροτέχνες. Το τοκογλυφικό κεφαλαιο είναι κεφάλαιο πού χρησιμοποιείται με τη μορφή δανεισμού χρημάτων, μέσων παραγωγής ή ειδών κατανάλωσης για την ιδιοποίηση τής ύπερεργασίας των αγροτών καί των χειροτεχνών με την είσπραξη υψηλών τόκων. Οι τοκογλύφοι χορηγούσαν επίσης χρηματικά δάνεια στη δουλοχτητική αριστοκρατία, συμμετέχοντας έτσι στο μοίρασμα του ύπερπροϊόντος πού έπαιρνε.

Όξυνση των αντιθέσεων του δουλοχτητικού τρόπου παραγωγής.

Η δουλεία ήταν απαραίτητο στάδιο στο δρόμο τής εξέλιξης τής ανθρωπότητας. «Μόνο ή δουλεία έκανε δυνατά τον καταμερισμό τής εργασίας ανάμεσα στη γεωργία καί τη βιομηχανία σέ μεγαλύτερη κλίμακα καί δημιούργησε έτσι τους όρους για την άνθηση του πολιτισμού του αρχαίου κόσμου—για τον ελληνικό πολιτισμό. Χωρίς τη δουλεία δε θα υπήρχε το ελληνικό κράτος, ή ελληνική τέχνη καί επιστήμη• χωρίς τη δουλεία δε θα υπήρχε ούτε το ρωμαϊκό κράτος. Καί χωρίς τα θεμέλια πού έβαλαν ή Ελλάδα καί ή Ρώμη δε θα υπήρχε ούτε ή σύγχρονη Ευρώπη» (Φ. Ενγκελς, «Αντί-Ντύρινγκ», ρωσ. εκδ. 1953, σελ. 169).
Πάνω στα κόκαλα γενεών δούλων αναπτύχθηκε ο πολιτισμός πού στάθηκε ή βάση για την παραπέρα εξέλιξη τής ανθρωπότητας. Πολλοί κλάδοι τής επιστήμης—τα μαθηματικά, ή αστρονομία, ή μηχανική, ή αρχιτεκτονική—σημείωσαν στον αρχαίο κόσμο σημαντική ανάπτυξη. Τα έργα τέχνης πού μας άφησε ή αρχαιότητα, τα δημιουργήματα της λογοτεχνίας, της γλυπτικής, της αρχιτεκτονικές μπήκαν για πάντα στο θησαυροφυλάκιο του ανθρώπινου πολιτισμού.
Το δουλοχτητικό καθεστώς όμως έκρυβε μέσα του ανυπέρβλητες αντιφάσεις πού το οδήγησαν στο χαμό. Η δουλοχτητική μορφή εκμετάλλευσης κατάστρεφε τη φασική παραγωγική δύναμη αυτής τής κοινωνίας—τους δούλους. Η πάλη των δούλων ενάντια στις άγριες μορφές εκμετάλλευσης εκδηλωνόταν όλο καί πιο
συχνά με ένοπλες εξεγέρσεις. «Όρος για την ύπαρξη της δουλοχτητικής οικονομίας ήταν ή αδιάκοπη εισροή δούλων, ή φτήνια τους. Τους δούλους τους προμήθευε κυρίως ό πόλεμος. Τη βάση της στρατιωτικής ισχύος τής δουλοχτητικής κοινωνίας την αποτελούσε ή μάζα των ελεύθερων μικροπαραγωγών—των αγροτών καί των
χειροτεχνών. Αυτοί υπηρετούσαν στο στρατό καί σήκωναν στους ώμους τους το κυριότερο βάρος των φόρων πού απαιτούνταν για τη διεξαγωγή των πολέμων. Σαν αποτέλεσμα όμως του συναγωνισμού τής μεγάλης παραγωγής, πού στηριζόταν στη φτηνή εργασία των δούλων, καί κάτω από το αβάσταχτο φορολογικό βάρος καταστρέφονταν οι αγρότες καί οι χειροτέχνες. Βάθαινε ολοένα καί περισσότερο ή ανειρήνευτη αντίθεση ανάμεσα στα μεγάλα λατιφούντια καί τα νοικοκυριά των αγροτών.

Ή εκτόπιση τής ελεύθερης αγροτιάς υπόσκαβε όχι μόνο την οικονομική, μα καί τη στρατιωτική καί πολιτική ισχύ των δουλοχτητικών κρατών, ιδιαίτερα τής Ρώμης. Τις νίκες τις διαδέχτηκαν ήττες. Τους καταχτητικούς πολέμους τους διαδέχτηκαν οι αμυντικοί. Ή πηγή της αδιάκοπης προμήθειας φτηνών δούλων στέρεψε. Όλο καί πιο έντονα εκδηλώνονταν οι αρνητικές πλευρές τής εργασίας του δούλου. Τους τελευταίους δύο αιώνες τής ύπαρξης τής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σημειώθηκε γενική πτώση τής παραγωγής. Ξεχαρβαλώθηκε το εμπόριο, φτώχυναν οι άλλοτε πλούσιες γαίες, ό πληθυσμός άρχισε να ελαττώνεται, καταστρέφονταν τα χειροτεχνικά επαγγέλματα, ερημώνονταν οι πόλεις.
Ή μεγάλη δουλοχτητική παραγωγή έγινε οικονομικά ασύμφορη. Οι δουλοχτήτες άρχισαν ν’ απελευθερώνουν σημαντικές ομάδες δούλων, πού ή εργασία τους δεν ήταν πια προσοδοφόρα. Τα μεγάλα χτήματα κομματιάζονταν σέ μικρές λωρίδες. Οι λωρίδες αυτές δίνονταν με ορισμένους όρους είτε σέ απελεύθερους, είτε σέ άλλοτε ελεύθερους πολίτες, πού ήταν τώρα υποχρεωμένοι να εκτελούν μιά σειρά υποχρεώσεις προς όφελος του γαιοχτήτη. Οι νέοι γεωργοί ήταν δεμένοι με τις λωρίδες γης καί μπορούσαν να πουληθούν μαζί τους. «Όμως, δεν ήταν πια δούλοι. .
Ήταν ένα νέο στρώμα μικροπαραγωγών πού κατείχαν μιά ενδιάμεση θέση ανάμεσα στούς ελεύθερους καί τους δούλους καί είχαν κάποιο συμφέρον από τη δουλιά τους. «Ονομάζονταν άποικοι κι ήταν οι πρόδρομοι των μεσαιωνικών δουλοπάροικων.

Έτσι μέσα στους κόλπους τής δουλοχτητικής κοινωνίας γεννιούνταν τα στοιχεία του νέου, του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής.

Ή ταξική πάλη των εκμεταλλευομένων ενάντια ατούς εκμεταλλευτές. Εξεγέρσεις των δούλων. Πτώση του δουλοχτητικού καθεστώτος. Οι σχέσεις παραγωγής πού στηρίζονταν ότι δουλεία μετατράπηκαν σε δεσμά για τις’ αναπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις τής κοινωνίας. Ή εργασία των δούλων, πού δεν είχαν κανένα λόγο να ενδιαφέρονται για τ’ αποτελέσματα τής παραγωγής, είχε ξεπεραστεί. Γεννήθηκε ή ιστορική ανάγκη ν’ αντικατασταθούν οι δουλοχτητικές σχέσεις παραγωγής με άλλες σχέσεις παραγωγής, πού θ’ άλλαζαν μέσα στην κοινωνία τη θέση της φασικής παραγωγικής δύναμης—των εργαζόμενων μαζών. Ό νόμος της υποχρεωτικής αντιστοιχίας των σχέσεων παραγωγής προς το χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων απαιτούσε ν’ αντικατασταθούν οι δούλοι με δουλευτές πού να ενδιαφέρονται ως ένα βαθμό για τ’ αποτελέσματα της εργασίας τους.

Ή ιστορία των δουλοχτητικών κοινωνιών στις χώρες τής αρχαίας Ανατολής, στην Ελλάδα καί στη Ρώμη δείχνει πώς με την ανάπτυξη της δουλοχτητικής οικονομίας οξυνόταν ή ταξική πάλη των υποδουλωμένων μαζών ενάντια στους καταπιεστές τους. Οι εξεγέρσεις των δούλων συνυφαίνονταν με την πάλη των εκμεταλλευόμενων μικροαγροτών ενάντια στο ανώτερο στρώμα των δουλοχτητών, τους μεγάλους γαιοχτήμονες.

Η αντίθεση ανάμεσα στους μικροπαραγωγούς καί στους μεγάλους ευγενείς γαιοχτήμονες γέννησε ανάμεσα στους ελεύθερους το δημοκρατικό κίνημα, πού έβαζε για σκοπό του την εξάλειψη τής υποδούλωσης για χρέη, τον αναδασμό της γης, την κατάργηση των προνομιακών δικαιωμάτων τής γαιοχτητικής αριστοκρατίας, καί τη μετάβαση τής εξουσίας στο δήμο (δηλαδή στο λαό).

Από τις πολυάριθμες εξεγέρσεις των δούλων στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία εξαιρετικά σημαντική ήταν ή εξέγερση πού έγινε κάτω από την καθοδήγηση του Σπάρτακου (74—71 πριν τη χρονολογία μας). Με το όνομα του Σπάρτακου συνδέεται ή πιο λαμπρή σελίδα τής Ιστορίας τής πάλης των δούλων ενάντια στους δουλοχτήτες.
Επί πολλούς αιώνες ξεσπούσαν επανειλημμένα εξεγέρσεις των
δούλων. Με τους δούλους ενώνονταν οι φτωχεμένοι αγρότες. 0ι εξεγέρσεις αυτές ήταν ιδιαίτερα ισχυρές το 2ο—1ο αιώνα πριν τη χρονολογία μας καί τον 3ο—4ο αιώνα τής χρονολογίας μας. 0ι δουλοχτήτες κατάπνιγαν τις εξεγέρσεις με τα πιο άγρια μέτρα.

Οι εξεγέρσεις των εκμεταλλευόμενων μαζών, καί πριν άπ’ όλα των δούλων, υπόσκαψαν συθέμελα το παλιό μεγαλείο της Ρώμης. Τα χτυπήματα από τα μέσα άρχισαν όλο καί πιο περισσότερο να συνδυάζονται με χτυπήματα απ’ έξω. Οι κάτοικοι των γειτονικών εδαφών πού είχαν μετατραπεί σέ δούλους ξεσηκώνονταν στους κάμπους της ‘Ιταλίας καί ταυτόχρονα οι συμπατριώτες τους, πού είχαν μείνει ελεύθεροι, κάναν έφοδο στα σύνορα της αυτοκρατορίας, εισβάλανε στην επικράτεια της, γκρέμιζαν τη ρωμαϊκή κυριαρχία. Αυτοί οι παράγοντες επιτάχυναν την πτώση του δουλοχτητικού καθεστώτος της Ρώμης.
Στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ό δουλοχτητικός τρόπος παραγωγές είχε φτάσει στην ανώτατη ανάπτυξη του. Ή πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν καί πτώση γενικά του δουλοχτητικού καθεστώτος.
Τη θέση του δουλοχτητικού καθεστώτος την πήρε το φεουδαρχικό καθεστώς.

Οικονομικές αντιλήψεις της εποχής τής δουλείας
Οι οικονομικές απόψεις τής δουλοχτητικής περιόδου βρήκαν την έκφραση τους σέ πολλά μνημεία του λόγου, πού άφησαν οι ποιητές, οι φιλόσοφοι, οι ιστορικοί, οι πολιτικοί άνδρες καί οι κοινωνικές προσωπικότητες. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτών των προσωπικοτήτων, ό δούλος δε θεωρούνταν άνθρωπος, μα πράγμα στα χέρια του κυρίου. Ή εργασία του δούλου περιφρονούνταν. Κι επειδή ή εργασία γινόταν κατεξοχήν μοίρα του δούλου, από δω πήγαζε ή περιφρόνηση προς την εργασία γενικά σαν δραστηριότητα ανάξια για τον ελεύθερο άνθρωπο.

Μαρτυρία για τις οικονομικές αντιλήψεις τής δουλοχτητικής Βαβυλωνίας αποτελεί ό κώδικας των νόμων του βασιλιά τής Βαβυλώνας Χαμμουράμπι (18ος αιώνας πριν τη χρονολογία μας). Ό κώδικας προστατεύει την Ίδιοχτησία καί τα προσωπικά δικαιώματα των πλούσιων και των αριστοκρατών, των δουλοχτητών καί των γαιοχτημόνων. Σύμφωνα με τον κώδικα, οποίος κρύβει φυγάδα δούλο τιμωρείται με θάνατο. Ό αγρότης πού δεν πλήρωσε το χρέος του στο δανειστή ή το νοίκι τής γης στο γαιοχτήμονα, οφείλει να δόση τη γυναίκα του, το γιο του ή την κόρη του για να εργάζονται σαν δούλοι. Στην αρχαία ινδική συλλογή «Νόμοι του Μανού» περιλαβαίνονταν κοινωνικές, θρησκευτικές καί ηθικές εντολές πού καθαγίαζαν τη δουλεία. Σύμφωνα μ’ αυτούς τους νόμους ό δούλος δεν έχει καμιά ίδιοχτησία. Ό δούλος, κι όταν ακόμα τον αφήσει ελεύθερο ό κύριος του, δεν απαλλάσσεται από τη δουλική εργασία, πού είναι τάχα προκαθορισμένη γι’ αυτόν από το θεό καί τη φύση.
Οι αντιλήψεις των κυρίαρχων τάξεων έβρισκαν την έκφραση τους στη θρησκεία. Έτσι στις Ινδίες, από τον 6ο αιώνα πριν τη χρονολογία μας είχε διαδοθεί πλατιά ό βουδισμός. Ό βουδισμός, κηρύχνοντας το συμβιβασμό με την πραγματικότητα, τη μη αντίσταση στη βία καί την υποταγή στις κυρίαρχες τάξεις, αποτελούσε θρησκεία πού σύμφερνε στη δουλοχτητική αριστοκρατία καί χρησιμοποιούταν άπ’ αυτήν για τη στερέωση της κυριαρχίας της.

Ακόμα καί τα μεγάλα πνεύματα της αρχαιότητας δεν μπορούσαν να φανταστούν την ύπαρξη κοινωνίας χωρίς δουλεία. «Έτσι, λόγου-χάρη, ό διάσημος έλληνας φιλόσοφος Πλάτωνας (5ος—4ος αιώνας πριν τη χρονολογία μας) έγραψε το πρώτο στην ιστορία της ανθρωπότητας ουτοπικό σύγγραμμα για ένα ιδανικό κοινωνικό καθεστώς. Μα καί στην ιδανική του πολιτεία διατήρησε τη δουλεία. Ή εργασία των δούλων, των γεωργών καί των χειροτεχνών επρόκειτο να παρέχει τα μέσα συντήρησης στην ανώτερη τάξη των αρχόντων καί των πολεμιστών.

Ό μεγαλύτερος στοχαστής της αρχαιότητας Αριστοτέλης (4ος αιώνας πριν τη χρονολογία μας) έβλεπε επίσης τη δουλεία σαν αιώνια και αναπόφευχτη αναγκαιότητα για την κοινωνία. Ό Αριστοτέλης άσκησε τεράστια επίδραση στην ανάπτυξη του πνευματικοί πολιτισμού του αρχαίου κόσμου καί του μεσαίωνα. Ενώ όμως με τις επιστημονικές του εικασίες καί προβλέψεις ανυψώθηκε πολύ πιο πάνω από το επίπεδο της σύγχρονης του κοινωνίας, στο ζήτημα της δουλείας ό Αριστοτέλης παράμεινε αιχμάλωτος των αντιλήψεων της εποχής του. Οι απόψεις του για τη δουλεία συνοψίζονταν στα έξης: για τον τιμονιέρη το τιμόνι είναι όργανο άψυχο, ενώ ό δούλος είναι πράγμα έμψυχο. Αν τα εργαλεία μπορούσαν να δουλεύουν μόνα τους κατ’ εντολή, αν λογουχάρη, οι σαΐτες υφαίνανε μονάχες τους, τότε δε θα υπήρχε ανάγκη από δούλους. Επειδή όμως στο νοικοκυριό υπάρχουν πολλές ασχολίες πού απαιτούν απλή, χοντρή εργασία, ή φύση τα κανόνισε σοφά δημιουργώντας τους δούλους. Κατά τη γνώμη του Αριστοτέλη, ή ίδια ή φύση έχει. προορίσει άλλους ανθρώπους νάναι δούλοι κι άλλους να κυβερνούν τους δούλους. Ή εργασία του δούλου εξασφαλίζει ελεύθερο χρόνο για την καλλιέργεια της αρετής. Από δω ό Αριστοτέλης έβγαζε το συμπέρασμα ότι όλη ή τέχνη του νοικοκύρη είναι να ξέρει να χρησιμοποιεί τους δούλους του.

Ό Αριστοτέλης έδωσε στην επιστήμη του νοικοκυριού το όνομα «οικονομία» (από το «οίκος»=σπίτι, σπιτικό νοικοκυριό, καί «νόμος»). Στην περίοδο πού ζούσε ό Αριστοτέλης ή ανταλλαγή, το εμπόριο καί ή τοκογλυφία είχαν αναπτυχθεί αρκετά πλατιά, ή οικονομία όμως διατηρούσε βασικά το φυσικό, καταναλωτικό της χαρακτήρα. Ό Αριστοτέλης θεωρούσε φυσιολογική την απόχτηση αγαθών μόνο με τη γεωργία και τη χειροτεχνία, ήταν οπαδός τής φυσικής οικονομίας. Κατανοούσε όμως καί τη φύση της ανταλλαγής. Έβρισκε απόλυτα φυσική την ανταλλαγή με σκοπό την κατανάλωση, «γιατί οι άνθρωποι έχουν συνήθως ορισμένα πράγματα σέ μεγαλύτερη ποσότητα καί ορισμένα σέ πικρότερη άπ’ ό,τι χρειάζεται για την ικανοποίηση των αναγκών». Κατανοούσε την ανάγκη του χρήματος για την ανταλλαγή.
Ταυτόχρονα ό Αριστοτέλης θεωρούσε αξιοκατάκριτες ασχολίες το εμπόριο με σκοπό το κέρδος, καθώς καί την τοκογλυφία. Αυτές οι ασχολίες, τόνιζε, σέ διάκριση από τη γεωργία καί τη χειροτεχνία δεν ξέρουν κανενός είδους όρια στην απόχτηση του πλούτου.

Οι αρχαίοι έλληνες είχαν κιόλας κάποια ιδέα για τον καταμερισμό της εργασίας καί το ρόλο πού παίζει στη ζωή τής κοινωνίας. «Έτσι, ό Πλάτωνας πρόβλεπε τον καταμερισμό τής εργασίας σαν βασική αρχή του κρατικού καθεστώτος στην ιδανική του δημοκρατία.

Οι οικονομικές αντιλήψεις των ρωμαίων αντανακλούσαν επίσης τις σχέσεις του κυρίαρχου δουλοχτητικού τρόπου παραγωγής.

Οι ρωμαίοι συγγραφείς καί κοινωνικές προσωπικότητες πού εκφράζανε την ιδεολογία των δουλοχτητών, θεωρούσαν τους δούλους απλά εργαλεία παραγωγή;. Ό ρωμαίος εγκυκλοπαιδικός συγγραφέας Βάρρωνας (1ος αιώνας πριν τη χρονολογία μας), πού ανάμεσα σε μιά σειρά άλλα βιβλία έγραψε και ένα είδος οδηγού για τους δουλοχτήτες σχετικά με τη διαχείριση της αγροτικής οικονομίας, είναι κείνος πού έκανε τη γνωστή διαίρεση των εργαλείων σέ: 1) άφωνα (οχήματα), 2) σέ κείνα πού βγάζουν άναρθρους ήχους (ζώα) καί 3) σέ κείνα πού έχουν το χάρισμα τής λαλιάς (δούλοι). Δίνοντας αυτό τον ορισμό, ό Βάρρωνας εξέφραζε τις απόψεις πού γενικά επικρατούσαν ανάμεσα στους δουλοχτήτες.

Ή τέχνη τής μεταχείρισης των δούλων απασχολούσε τα πνεύματα τόσο στη Ρώμη όσο καί στην Ελλάδα. Ό ιστορικός τής Ρωμαϊκής εποχής Πλούταρχος (1ος—2ος αιώνας τής χρονολογίας μας διηγιέται για τον «υποδειγματικό» δουλοχτήτη Κάτωνα, ότι αγόραζε τους δούλους σέ μικρή ηλικία, «δηλαδή στην ηλικία πού, όπως τα κουταβάκια καί τα πουλαράκια, μπορούν εύκολα να διαπαιδαγωγηθούν καί να γυμναστούν». Παρακάτω λέει πώς ό Κάτωνας «εφεύρισκε συνεχώς τρόπους να υποκινεί φαγωμάρες καί καυγάδες ανάμεσα στους δούλους, γιατί θεωρού-σε επικίνδυνη την ομόνοια μεταξύ τους καί τη φοβόταν».

Στην αρχαία Ρώμη—ιδιαίτερα στη μεταγενέστερη περίοδο—δεν ήταν λίγα τα απειλητικά προμηνύματα ξεχαρβαλώματος καί αποσύνθεσης τής οικονομίας πού στηριζόταν στην καταναγκαστική εργασία των δούλων. Ό ρωμαίος συγγραφέας Κολουμέλλας (1ος αιώνας τής χρονολογίας μας) παραπονιόταν: «Οι δούλοι κάνουν πάρα πολύ μεγάλη ζημιά στους αγρούς. Δανείζουν σέ ξένους τα βόδια. Δε βόσκουν καλά τα βόδια καί τα αλλά ζώα. Οργώνουν άσχημα τη γη». Τα Ίδια επαναλαβαίνει ό σύγχρονος του συγγραφέας Πλίνιος ό Πρεσβύτερος πού υποστήριζε πώς «τα λατιφούντια χαντάκωσαν την Ιταλία καί τις επαρχίες της».

Οι ρωμαίοι, όπως καί οι έλληνες, θεωρούσαν φυσικό το σύστημα τής φυσικής οικονομίας, όπου ό νοικοκύρης ανταλλάσσει μονάχα τα περισσεύματα του. Στη φιλολογία κείνου του καιρού κάπου-κάπου καταδικάζονταν τα υψηλά εμπορικά κέρδη καί τα τοκογλυφικά επιτόκια. Στην πραγματικότητα όμως οι έμποροι καί οι τοκογλύφοι συσσώρευαν τεράστιες περιουσίες.

Στην τελευταία περίοδο τής ζωής τής Ρώμης ακούονταν πια φωνές πού καταδίκαζαν τη δουλεία καί κήρυχναν τη φυσική ισότητα των ανθρώπων. Είναι ευνόητο ότι οι απόψεις αυτές δε συναντούσαν συμπάθειες στην κυρίαρχη τάξη των δουλοχτητών. «Όσο για τους δούλους αυτούς τους βάραινε τόσο πολύ ή σκλαβιά τους, ήταν τόσο τσακισμένοι κι αμόρφωτοι, πού δεν μπορούσαν να διαμορφώσουν δική τους ιδεολογία, πιο πρωτοπόρο σέ σύγκριση με τις ξεπερασμένες ιδέες της δουλοχτητική; τάξης. Αυτού βρίσκεται μιά από τις αίτιες του αυθόρμητου, ανοργάνωτου χαρακτήρα των εξεγέρσεων των δούλων.

Μιά από τις βαθιές αντιθέσεις πού χαρακτηρίζουν το δουλοχτητικό καθεστώς ήταν ή πάλη ανάμεσα στη μεγάλη καί τη μικρή γαιοχτησία. Ή καταστρεφόμενη αγροτιά πρόβαλλε ένα πρόγραμμα περιορισμού τής μεγάλης δουλοχτητικής γαιοχτησίας καί ξαναμοιράσματος τής γης. Αυτή ήταν ή ουσία τής αγροτικής μεταρρύθμισης, για την οποία αγωνίστηκαν οι αδελφοί Γράκχοι (2ος αιώνας πριν τη χρονολογία μας).
Στην εποχή της αποσύνθεσης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, τότε πού ή απόλυτη πλειοψηφία του πληθυσμού των πόλεων και τής υπαίθρου—τόσο οι δούλοι όσο καί οι ελεύθεροι—δεν έβλεπαν διέξοδο από την κατάσταση πού είχε δημιουργηθεί, εκδηλώθηκε βαθιά κρίση τής ιδεολογίας τής δουλοχτητικής Ρώμης. Πάνω στο έδαφος των ταξικών αντιθέσεων τής καταρρέουσας αυτοκρατορίας εμφανίστηκε μιά νέα θρησκευτική ιδεολογία—ό χριστιανισμός. Ό χριστιανισμός τής εποχής εκείνης εξέφραζε τη διαμαρτυρία των δούλων καί των άλλων κατώτερων τάξεων καθώς καί των| ταξικά ξεπεσμένων στοιχείων ενάντια στη δουλεία καί, την καταπίεση. Από την άλλη μεριά, ό χριστιανισμός αντανακλούσε τις διαθέσεις πλατιών στρωμάτων των κυρίαρχων τάξεων, πού ένιωθαν όλο το αδιέξοδοι τής κατάστασης τους. Γι’ αυτό ακριβώς στο χριστιανισμό τής παρακμής τής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, δίπλα στις τρομερές απειλές ενάντια στους πλούσιους καί τους κρατούντες, αντηχούν εκκλήσεις για ταπεινοφροσύνη καί για σωτηρία στη μετά θάνατον ζωή.

Στους επόμενους αιώνες ό χριστιανισμός μετατράπηκε οριστικά σέ θρησκεία των κυρίαρχων τάξεων, σέ πνευματικό όπλο υπεράσπισης καί δικαιολόγησης τής εκμετάλλευσης καί τής καταπίεσης των εργαζόμενων μαζών.

ΣΥΝΤΟΜΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

1. Ό δουλοχτητικός τρόπος παραγωγής εμφανίστηκε χάρη στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας, την εμφάνιση του υπερπροϊόντος, τη γέννηση της ατομικής ιδιοχτησίας στα μέσα παραγωγής, μαζί καί στη γη,
καί χάρη στην ιδιοποίηση τον υπερπροϊόντος από τους ιδιοχτήτες των μέσων παραγωγής.

Ή δουλεία είναι ή πρώτη καί ή πιο ωμή μορφή εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ό δούλος ήταν απόλυτη καί απεριόριστη ίδιοχτησία τον κυρίου του. Ό δουλοχτήτης μπορούσε να διαθέσει όπως ήθελε όχι μόνο την εργασία τον δούλου, μα καί τη ζωή του.

2. Με την εμφάνιση του δουλοχτητικού καθεστώτος γεννήθηκε για πρώτη φορά το κράτος- Το κράτος προέκυψε από τη διάσπαση τής κοινωνίας σέ ανειρήνευτα εχθρικές τάξεις, σαν μηχανή για την καταπίεση της εκμεταλλευόμενης πλειοψηφίας τής κοινωνίας από την εκμεταλλεύτρια μειοψηφία.

3. Ή δουλοχτητική οικονομία βασικά είχε χαρακτήρα φυσικής οικονομίας. Ό αρχαίος κόσμος αναλυόταν σ ένα πλήθος χωριστές οικονομικές μονάδες, πού ικανοποιούσαν τις ανάγκες τους με τη δική τους παραγωγή. Γινόταν κυρίως εμπόριο δούλων και ειδών πολυτελείας. Ή ανάπτυξη τής ανταλλαγής γέννησε το μεταλλικό χρήμα.

4. Τα ουσιαστικά γνωρίσματα τον βασικού οικονομικού νόμου του δουλοχτητικού τρόπου παραγωγής είναι περίπου τα έξης: Ιδιοποίηση τον υπερπροϊόντος από τους δουλοχτήτες για την παρασιτική τους κατανάλωση, με τη ληστρική εκμετάλλευση της μάζας των δούλων πάνω στη βάση της απόλυτης ίδιοχτησίας στα μέσα παραγωγής και στους δούλους, με την καταστροφή και τη μετατροπή ιών αγροτών και των χειροτεχνών σέ δούλους, καθώς και με την κατάχτηση και την υποδούλωση των λαών άλλων χωρών.

5. Πάνω ατό έδαφος της δουλείας γεννήθηκε ένας σχετικά υψηλός πολιτισμός (τέχνη, φιλοσοφία, επιστήμες) πού έφτασε στη μεγαλύτερη ανάπτυξη του στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Τους καρπούς αυτού του πολιτισμού τους χαιρόταν ένα ολιγάριθμο ανώτερο στρώμα της δουλοχτητικής κοινωνίας. Η κοινωνική συνείδηση του αρχαίου κόσμου αντιστοιχούσε στον τρόπο παραγωγής που στηριζόταν στη δουλεία.

Οι κυρίαρχες τάξεις καί οι ιδεολογικοί εκπρόσωποί τους δε θεωρούσαν τον δούλο άνθρωπο. Ή σωματική έργασία, πού ήταν μοίρα του δούλου θεωρούνταν επαίσχυντη ασχολία ανάξια για τον ελεύτερο άνθρωπο.

6. Ό δουλοχτητικός τρόπος παραγωγής προκάλεσε ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας σε σύγκριση με το πρωτόγονο κοινοτικό καθεστώς. Αργότερα όμως ξεπεράστηκε ή εργασία των δούλων πού δεν είχαν κανένα λόγο να ενδιαφέρονται για τ’ αποτελέσματα της παραγωγής. Η διάδοση της εργασίας των δούλων καί ή στέρηση τους από κάθε δικαίωμα είχαν σαν επακόλουθο την καταστροφή της βασικής παραγωγικής δύναμης της κοινωνίας—της εργατικής δύναμης—καί τον αφανισμό των περισσότερων μικροπαραγωγών—των αγροτών καί των χειροτεχνών. Αυτό προκαθόρισε το αναπόφευχτο τής πτώσης του δουλοχτητικού καθεστώτος.

7. Οι εξεγέρσεις των δούλων κλόνισαν το δουλοχτητικό καθεστώς κι επιτάχυναν τη διάλυσή του. Στη θέση του δουλοχτητικού τρόπου παραγωγής ήρθε ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής, στη θέση της δουλοχτητικής μορφής εκμετάλλευσης εμφανίστηκε ή φεουδαρχική μορφή εκμετάλλευσης, πού ξάνοιγε μιά ορισμένη απλοχωριά για ην παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων τής κοινωνίας.

Advertisements

Tagged: , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: