Ο Καρλ Μαρξ για το γαλλικο υλισμο του 18ου αιωνα και για το Φοϋερμπαχ

το κείμενο σκαναρίστηκε και αναρτήθηκε στο Athens Indymedia (https://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=554013) στις 15/8/2006 και στην ιστοσελίδα  geocities.com/nikos_zahariadis.  Περιέχεται στο ίδιο βιβλίο με το κείμενο του Ένγκελς «Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας» που είχε μεταφράσει το 1927 ο 24χρονος τότε Νίκος Ζαχαριάδης. Επειδή η ιστοσελίδα εκείνη έχει «πέσει», όλα τα κείμενα που συνέταξε ή μετέφρασε ο Νίκος Ζαχαριάδης μεταφέρονται στο parapoda.wordpress.com.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ Ι

Ο ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΑΛΛΙΚΟΝ ΥΛΙΣΜΟ ΤΟΥ 18ΟΥ ΑΙΩΝΑ

Ο γαλλικός «διαφωτισμός» (Aufklarung) και ιδιαίτερα ο γαλλικός υλισμός του 18ου αιώνα αντιπροσωπεύει όχι μονάχα τον αγώνα ενάντια στην υπάρχουσα θρησκεία και θεολογία, αλλά επίσης τον ανοιχτό, ξεκάθαρο αγώνα ενάντια στη μεταφυσική των Ντεκάρτ, Μalebranche, Σπινόζα και Λάϊμπνιτς. θέτει τη φιλοσοφία αντιμέτωπη στη μεταφυσική, όπως ο Φόιερμπαχ στην πρώτη του αποφασιστική επίθεση ενάντια στον Χεγκελ έθεσε τη νηφάλια φιλοσοφία αντιμέτωπη στη μεθυσμένη μεταφυσική (Spekulaton). Νικημένη από τη γαλλική παιδεία και ειδικά από το γαλλικόν υλισμό, η μεταφυσική του 18ου αιώνα βρήκε τη νικηφόρα και πλούσια σε περιεχόμενο παλινόρθωση της στο πρόσωπο της γερμανικής, και μάλιστα της θεωρητικής γερμανικής φιλοσοφίας του 19ου αιώνα. Αφού ο Χεγκελ με τη μεγαλοφυία του ίδρυσε την παγκόσμια μεταφυσική του αυτοκρατορία και τη συνένωσε με κάθε μεταγενέστερη μεταφυσική και με το γερμανικό ιδεαλισμό, οι επιθέσεις ενάντια στη θεολογία, όπως και κατά το 18ο αιώνα, έγιναν πάλι μαζί με τις επιθέσεις ενάντια στη θεωρητική μεταφυσική, και γενικά ενάντια σε κάθε μεταφυσική.
Ο υλισμός, συμπληρωμένος τώρα από τις κατακτήσεις της ίδιας της θεωρίας και συμπίπτοντας με τον ανθρωπισμό (humanisme), θα τελείωση μια για πάντα με τη μεταφυσική. Όπως ο Φόιερμπαχ στη θεωρία, ο γαλλικός και γερμανικός σοσιαλισμός και κομμουνισμός είναι στην πρακτική ένας υλισμός που συνταυτίζεται με τον ανθρωπισμό.
Πραγματικά, υπάρχουν δυο κατευθύνσεις του γαλλικού υλισμού: η μια βγαίνει από το Ντεκάρτ, η άλλη από το Λοκ. Η τελευταία αυτή κατεύθυνση είναι κυριώτατα ένα γαλλικό μορφωτικό στοιχείο και οδηγεί ολόϊσα στο σοσιαλισμό. Η πρώτη κατεύθυνση, ο μηχανικός υλισμός, περνάει στις γαλλικές φυσικές επιστήμες. Όμως κι οι δυο αυτές κατευθύνσεις συχνά ξαναμπλέκουν στην πορεία της ανάπτυξης τους. Δεν μας χρειάζεται να μιλήσωμε πλατειά για το γαλλικό υλισμό, που βγαίνει από το Ντεκάρτ, καθώς επίσης και για τη σχολή των Γάλλων οπαδών του Newton και γενικά για την εξέλιξη των φυσικών επιστημών στη Γαλλία.
Σημειώνομε μονάχα το εξής:
Ο Ντεκάρτ στη φυσική του θέτει στην ύλη δημιουργική δύναμη και εξετάζει τη μηχανική κίνηση σαν μιαν εμφάνιση της δημιουργικής αυτής δύναμης. Ξεχωρίζει ολότελα τη φυσική του από τη μεταφυσική του. Μέσα στα όρια της φυσικής του η ύλη είναι η μοναδική ουσία, η μοναδική βάση τού είναι και της γνώσης.
Ο μηχανικός γαλλικός υλισμός συνενώθηκε με τη φυσική του Ντεκάρτ σ’ αντίθεση προς τη μεταφυσική του. Οι οπαδοί του ήτανε αντιμεταφυσικοί, δηλαδή φυσικοί.
Η σχολή αυτή αρχίζει με το γιατρό Λερουά και φτάνει στον ανώτατο βαθμό ανάπτυξης με το γιατρό Cabanis. Ο γιατρός Λαμεττρί είναι στη μέση βαθμίδα. Ενώ ζούσε ακόμα ο Ντεκάρτ, ο Λερουά εφάρμοσε στην ψυχή την άποψη του δασκάλου του για τη συγκρότηση του ανθρώπινου σώματος και είπε, πως η ψυχή είναι τρόπος (modus) του σώματος, κι οι ιδέες – μηχανική κίνηση. Μάλιστα ο Λερουά πίστευε, πως ο Ντεκάρτ απόκρυψε την πραγματική του γνώμη πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Ο Ντεκάρτ διαμαρτυρήθηκε. Στο τέλος του 18ου αιώνα ο Cabanis τελείωσε την επεξεργασία του καρτεσιανού υλισμού με το βιβλίο του «Rapport du physique et du moral de l’ homme» («Ή σχέση του φυσικού και του ηθικού στον άνθρωπο»).
Ο καρτεσιανός υλισμός υπάρχει ακόμα ως τα σήμερα στη Γαλλία. Οι μεγάλες του επιτυχίες ήτανε επιτυχίες της μηχανικής φυσικής. Η μεταφυσική του 17ου αιώνα, που κυριώτερος εκπρόσωπος της στη Γαλλία ήταν ο Ντεκάρτ, από την πρώτη στιγμή ήταν αναγκασμένη να παλέψη με τον υλισμό. Ο Γκασσέντι από μέρος του υλισμού επετέθηκε ενάντια στο Ντεκάρτ κι ανάστησε τον υλισμό του Επικούρου. Ο γαλλικός και αγγλικός υλισμός είχε πάντα στενή σχέση με τον Επίκουρο και το Δημόκριτο. Άλλος αντίπαλος της καρτεσιανής μεταφυσικής στάθηκε ο Άγγλος υλιστής Χόμπες. Ο Γκασσέντι και ο Χόμπες νίκησαν τον αντίπαλο τους πολύν καιρό ύστερα από το θάνατο του, όταν πια κυριαρχούσε επίσημα σε όλα τα γαλλικά σχολεία.
Ο Βολταίρ παρατηρεί, πως η αδιαφορία των Γάλλων του 18ου αιώνα στη φιλονικία των Ιησουϊ’τών με τους Ιανσενιστές (jansenistes) εξηγείται όχι τόσο από την επίδραση της φιλοσοφίας, όσο από τις οικονομικές θεωρίες του Low. Κι αλήθεια, η πτώση της μεταφυσικής του 17ου αιώνα μπορεί να εξηγηθή με την επίδραση της υλιστικής θεωρίας του 18ου αιώνα, μονάχα όσο η τελευταία αυτή θεωρητική κίνηση εξηγείται η ίδια από την πρακτική της τότε γαλλικής ζωής. Η ζωή αυτή απέβλεπε προς την άμεση πραγματικότητα, προς το γήινο κόσμο, προς τις κοσμικές απολαύσεις, προς τα κοσμικά συμφέροντα. Στην αντιθεολογική, στην αντιμεταφυσική, στην υλιστική πρακτική, πρέπει να υπάρχη παράλληλα μια αντιθεολογική, αντιμεταφυσική, υλιστική θεωρία. Η μεταφυσική στην πράξη έχασε κάθε κύρος. Εδώ θα κάμωμε μια σύντομη επισκόπηση της θεωρητικής πλευράς του ζητήματος.
Στο 17ο αιώνα η μεταφυσική ήταν ακόμα πλούσια σε θετικό πειραματικό περιεχόμενο: θυμηθήτε τον Ντεκάρτ, Λάιμπνιτς κ.λπ. Είχε κάμει ανακαλύψεις στα μαθηματικά, στη φυσική και στις άλλες επιστήμες, που φαίνονταν συνδεμένες μαζί της. Μα στις αρχές του 18ου αιώνα η φαινομενική αυτή σύνδεση έσπασε πια. Οι θετικές επιστήμες χωρίστηκαν από τη μεταφυσική και περιωρίστηκαν σε ανεξάρτητο πεδίο. Έτσι την εποχή, που όλο το ενδιαφέρο άρχισε να συγκεντρώνεται στον πραγματικό κόσμο και στα γήινα πράγματα, όλος ο πλούτος, της μεταφυσικής περιωρίστηκε στον κόσμο των ιδεών και των θεϊκών πραγμάτων. Αυτό ήταν πολύ ευχάριστο. Τον ίδιο χρόνο που πέθαναν οι τελευταίοι έξοχοι Γάλλοι μεταφυσικοί Malebranche και Arnauld, γεννήθηκαν οι Κοντιλλάκ και Ελβέτιους.
Ο άνθρωπος, που αφαίρεσε από τη μεταφυσική του 18ου αιώνα, κι από τη μεταφυσική γενικά, κάθε δικαίωμα στη θεωρία, ονομάζεται Πέτρος Μπέυλ. Όπλο του είχε το σκεπτικισμό, που κι αυτός είχε σφυρηλατήσει μέσα στους θαυματουργούς τύπους της μεταφυσικής. Στην αρχή ο Μπέυλ ξεκίνησε από τη μεταφυσική του Ντεκάρτ. Στην εποχή μας ο Φόϊερμπαχ από τον αγώνα ενάντια στη θεωρητική (speculative) θεωρία πέρασε στον αγώνα ενάντια στη θεωρητική (speculative) φιλοσοφία, γιατί ίσα-ίσα στη φιλοσοφική θεωρία (speculation) είδε το τελευταίο στήριγμα της θεολογίας κι έπρεπε να χτυπήση τους θεολόγους και στις ψευτοεπιστημονικές τους θέσεις, να τους εξαναγκάση να ζητήσουν σωτηρία στη χονδροειδή, ακατέργαστη πίστη. Καταπιάστηκε με την κριτική αναθεώρηση όλης της ιστορίας της μεταφυσικής. Για να γράψη την ιστορία του θανάτου της, έγινε ιστορικός της. Ανασκεύασε ειδικά τους Σπινόζα και Λάιμπνιτς.
Ο Πέτρος Μπέυλ όχι μονάχα διάλυσε τη μεταφυσική με το σκεπτικισμό κι έτσι προετοίμασε στη Γαλλία καλή υποδοχή για τον υλισμό και για τη φιλοσοφία του ορθού λόγου – αλλά και απόδειξε, ότι ο άθεος μπορεί να είναι πολύ έντιμος άνθρωπος, ότι ο άνθρωπος γίνεται κατώτερος όχι με τον αθεϊσμό, αλλά με τη δεισιδαιμονία και την ειδωλολατρεία. Στάθηκε ο κήρυκας της αθεϊστικής κοινωνίας, που η ύπαρξη της έπρεπε ν’ αρχίση γρήγορα.
Ο Πέτρος Μπέϋλ – όπως είπε ένας Γάλλος συγγραφέας – ήταν «ο τελευταίος μεταφυσικός με την έννοια του 17ου αιώνα κι ο πρώτος φιλόσοφος με την έννοια του 18ου».
Δεν αρκούσε όμως η αρνητική ανασκευή της θεολογίας και μεταφυσικής του 17ου αιώνα. Ήταν αισθητή η ανάγκη ενός θετικού αντιμεταφυσικού συστήματος. Ήταν αισθητή η ανάγκη ενός βιβλίου, που θα ύψωνε σε σύστημα και θα σταθεροποιούσε θεωρητικά τη χοντροειδή πρακτική της εποχής αυτής. Το έργο του Λοκ, «Καταγωγή της ανθρώπινης νόησης», εμφανίστηκε στην κατάλληλη στιγμή από το αντίθετο στρατόπεδο. Το υποδέχτηκαν θριαμβευτικά σαν τον πιο επιθυμητό κι αγαπητόν ξένο.
Ο υλισμός είναι γνήσιο τέκνο της Μεγάλης Βρεττανίας. Κι αυτός ακόμα ο σχολαστικός της Duns Scott αναρωτιότανε: «μήπως μπορεί η ύλη να σκεφτή;» Για να κάμη δυνατό ένα τέτοιο θαύμα, έκανε επίκληση στην παντοδυναμία του θεού, δηλαδή μ’ άλλα λόγια, έβαζε την ίδια τη θεολογία να κάνη το κήρυγμα του υλισμού.Κι ήταν ακόμα νομιναλιστής. Ο νομιναλισμός παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στους Άγγλους υλιστές και γενικά είναι η πρώτη έκφραση του υλισμού.
Αλλά ο πραγματικός πατέρας του αγγλικού- υλισμού και όλης της πειραματικής επιστήμης των νεώτερων χρόνων είναι ο Bacon. Γι’ αυτόν αληθινή επιστήμη είναι η επιστήμη της φύσης (Naturwissenschaft). Η κυρίως φυσική (Physik), που στηρίζεται στα δεδομένα των εξωτερικών μας αισθήσεων είναι το κυριώτερο μέρος της επιστήμης της φύσης. Θεωρεί ως κορυφές τον Αναξαγόρα με τα ομοιομερή του και το Δημόκριτο με τα άτομα του. Κατά τη διδασκαλία του οι εξωτερικές μας αισθήσεις δεν μπορούν να μάς απατήσουν, γιατί είναι οι μοναδικές πηγές γνώσης μας. Επιστήμη είναι η πείρα. Όλη η επιστήμη είναι η εφαρμογή της ορθολογικής (rationelle) μεθόδου στα δεδομένα, που μάς έρχονται από τις εξωτερικές αισθήσεις. Η προσαρμογή,- η ανάλυση, η σύγκριση, η παρατήρηση, η πείρα, – αυτοί είναι οι βασικοί όροι της ορθολογικής μεθόδου. Πρώτη και πιο βασική από τις ιδιότητες, που είναι έμφυτες στην ύλη, είναι η κίνηση, όχι μονάχα η μηχανική και μαθηματική κίνηση, αλλά και η κίνηση σαν τάση, σαν ζωικό πνεύμα, σαν ένταση, σαν βάσανος της ύλης, για να εκφραστούμε με τη γλώσσα του Ιακώβου Μπεμ. Πρωταρχικές ιδιότητες της ύλης είναι οι βεβαιωμένες έμφυτες δυνάμεις της, που δημιουργούν τις ατομικές διαφορές των οργανικών όντων.
Ο υλισμός, κατά τον πρώτο του ιδρυτή Bacon, εξακολουθεί ακόμα να κλείνη μέσα του τον αφελή συνδυασμό των σπερμάτων μιας πολυμερής ανάπτυξης. Η ύλη διατηρεί ακόμα την ποιητική αισθηματική λάμψη και χαμογελάει χαϊδευτικά μπροστά στον ακέραιον άνθρωπο. Και αντίθετα, η διδασκαλία του Bacon, με την αφοριστική της μορφή είναι ακόμα γεμάτη από θεολογικήν ασυνέπεια.
Όσο πιο πολύ αναπτύσσεται ο υλισμός, τόσο γίνεται μονόπλευρος. Ο Χόμπες συστηματοποίησε τον υλισμό του Bacon. Τα φαινόμενα του εξωτερικού κόσμου χάνουν σ’ αυτόν τα χρώματα τους και γίνονται τα αφηρημένα φαινόμενα του γεωμέτρη. Η φυσική κίνηση θυσιάζεται στη μηχανική και μαθηματική κίνηση. Η γεωμετρία γίνεται η σπουδαιότερη από τις επιστήμες. Ο υλισμός έρχεται σε εχθρικές σχέσεις με την ανθρωπότητα. Για να βρίσκεται σε αρμονία με το ασώματο μισάνθρωπο πνεύμα στο τελευταίο του επίπεδο ο υλισμός, καταπιάνεται να θανάτωση• τη σάρκα, γίνεται ασκητής. Εμφανίζεται με τη μορφή μιας λογικής ύπαρξης, ύστερα όμως απ’ αυτό βγάζει και όλα τα συμπεράσματα της λογικής. Ξεκινώντας από τη διδασκαλία του Bacon, ο Χόμπες αποδείχνει, ότι, αν αποχτούμε όλες τις γνώσεις μας με τις εξαιρετικές αισθήσεις, τότε η νόηση, η παράσταση κ.λπ. δεν είναι παρά φαντάσματα του σωματικού κόσμου. Τα φαινόμενα αυτά δεν είναι προσιτά, αφού ο σωματικός αυτός κόσμος δεν έχει καθόλου, ή σχεδόν καθόλου, τις μορφές, που φτάνουν στις εξωτερικές μας αισθήσεις. Η επιστήμη μονάχα ονόματα μπορεί να δίνη σε κάθε ένα από τα φαντάσματα αυτά. Μπορεί και η ίδια ονομασία να δοθή μαζί σε μερικά φαντάσματα. Μπορούν επίσης να επινοηθούν ονομασίες των ονομασιών. Αλλά θα είμαστε σε αντίφαση με τον εαυτό μας, αν από τη μια μεριά παραδεχωμαστε, ότι όλες οι ιδέες πηγάζουν από τον κόσμο των φαινομένων που ενεργούν στις εξωτερικές αισθήσεις, και από την άλλη μεριά σκοπεύαμε να υποστηρίξωμε, πως η μια ονομασία είναι ανώτερη από την άλλη και πως υπάρχουν και κάποια γενικά όντα, εχτός από τα μερικά όντα, που έχομε την αντανάκλαση τους στις παραστάσεις μας. Όπως το ασώματο σώμα, έτσι κι η ασώματη ουσία είναι αντίφαση. Το σώμα, το είναι, η ουσία, αυτά είναι αυτή η ίδια η πραγματική ιδέα. Δεν μπορεί να ξεχωριστή η νόηση από την ύλη, που σκέφτεται. Η ύλη είναι το υποκείμενο όλων των μεταβολών. II λέξη άπειρο είναι ένας παραλογισμός, αν μ’ αυτή τη λέξη «άπειρο» πρόκειται να εννοήσωμε κάτι έξω από την ικανότητα μας να μεγαλώνωμε ατέλειωτα όλο και περισσότερο κάθε δεδομένο μέγεθος. Αφού προσιτός στην αντίληψη και στη γνώση είναι μονάχα ο υλικός κόσμος, για την ύπαρξη του θεού δεν ξέρομε ολωσδιόλου τίποτε. Αναμφισβήτητη είναι μονάχα η ατομική μου ύπαρξη. Κάθε ανθρώπινο πάθος είναι μια κίνηση, που αρχίζει ή που τελειώνει. Τα αντικείμενα των τάσεων μας είναι εκείνο, που ονομαζομε ευτυχία. Ο άνθρωπος βρίσκεται κάτω από τους ίδιους νόμους, που διευθύνουν όλη την άλλη φύση. Η δύναμη κι η ελευθερία είναι ταυτόσημα.
Ο Χόμπες συστηματοποίησε το Bacon, αλλά δεν καταπιάστηκε με ένα πιο λεπτομερέστερο δούλεμα της βασικής του αρχής: ότι οι ιδέες κι οι γνώσεις πηγάζουν από τον κόσμο των φαινομένων, που μάς έρχονται με τις εξωτερικές αισθήσεις.
Αυτή την αρχή του Bacon και του Χόμπες την ανάπτυξε ο Λοκ στο έργο του «Καταγωγή της ανθρώπινης νόησης».
Ο Χόμπες σύντριψε τις θεϊστικές προλήψεις του υλισμού του Bacon. Οι Collins, Ηartley, Ντόντουελ, Κόουαρντ, Πρίστλεϋ κ. ά. σύντριψαν τα όρια του σενσουαλισμού του Λοκ. Η μονοθεΐα – τουλάχιστο για τους υλιστές – είναι μια καλή και μαλακή μορφή ρήξης με τη θρησκεία.
Όπως είπαμε, το βιβλίο του Λοκ φάνηκε σε κατάλληλη στιγμή. Ο Λοκ θεμελίωσε τη φιλοσοφία του ορθού λόγου, bon sens, δηλαδή μ’ ένα έμμεσο τρόπο είπε, πως δεν μπορεί να υπάρξη φιλοσοφία ξεχωριστή από τη λογική, που στηρίζεται στα δεδομένα των υγιών εσωτερικών αισθήσεων του ανθρώπου.
Ο άμεσος μαθητής και Γάλλος ερευνητής του Λοκ, ο Κοντιλλάκ. έστρεψε από την πρώτη στιγμή το σενσουαλισμό του Λοκ ενάντια στη μεταφυσική του 17ου αιώνα. Απόδειξε, ότι είχαν δίκιο οι Γάλλοι, που την παράτησαν σαν ένα απλό κι αποτυχημένο γέννημα της φαντασίας. Έβγαλε μιαν ανασκευή των συστημάτων των Ντεκάρτ, Σπινόζα, Λάϊμπνιτς και Malebranche.
Στο έργο του: «Essai sur l’ origine des connaissances humaines» («Δοκίμιο για την καταγωγή των ανθρώπινων γνώσεων») διατύπωσε τη σκέψη, ότι όχι μονάχα η ψυχή, αλλά κι οι εξωτερικές αισθήσεις, όχι μονάχα η ικανότητα το σχηματισμού ιδεών, αλλά κι η ικανότητα να δεχτούμε εντυπώσεις με τη βοήθεια των εξωτερικών αισθήσεων είναι εργασία της πείρας και της συνήθειας. Όλη, λοιπόν, η ανάπτυξη του ανθρώπου εξαρτιέται από τη μόρφωση και τις εξωτερικές συνθήκες. Μονάχα η εκλεκτική φιλοσοφία μπόρεσε έπειτα να βγάλη τον Κοντιλλάκ από τα γαλλικά σχολεία.
Η διαφορά ανάμεσα στο γαλλικό και αγγλικόν υλισμό είναι αντίστοιχη με τη διαφορά, που υπάρχει ανάμεσα στους λαούς αυτούς. Οι Γάλλοι έδωσαν στον αγγλικόν υλισμό σάρκα και αίμα, οξύνοια και ευγλωττία. Του έδωσαν ιδιοσυγκρασία και χάρη. Τον εκπολίτισαν.
Στον Ελβέτιους, που βγήκε κι αυτός από τη διδακαλία του Λοκ, ο υλισμός παίρνει καθαρό γαλλικό χαρακτήρα. Πρώτα – πρώτα εφαρμόζεται στην κοινωνική ζωή («Helvetius: “De l’ homme”). Οι εντυπώσεις, που αποχτούμε με τις εξωτερικές αισθήσεις, ο εγωισμός, η απόλαυση και το ατομικό συμφέρο με την καλή του σημασία αποτελούν τη βάση κάθε ηθικής. Η φυσική ισότητα στις διανοητικές ικανότητες για όλους τους ανθρώπους, η ενότητα ανάμεσα στις επιτυχίες του λόγου και στις επιτυχίες της βιομηχανίας, η φυσική κλίση του ανθρώπου προς το καλό, η παντοδυναμία της παιδείας, – αυτά είναι τα κύρια σημεία του συστήματος του.
Τα έργα του Λαμεττρί είναι μια σύνδεση του καρτεσιανού υλισμού με τον αγγλικό. Ο Λαμεττρί μεταχειρίζεται τη φυσική του Ντεκάρτ ως και στις λεπτομέρειες. Το έργο του «L’ homme machine» («Ο άνθρωπος μηχανή») έχει γίνει σαν εικόνα της ζωικής μηχανής του Ντεκάρτ. Στο «Systeme de la nature» («Σύστημα της φύσης») του Χόλμπαχ το μέρος, που αφιερώνεται στη φυσική, είναι κι αυτό μια σύνδεση του γαλλικού υλισμού με τον αγγλικό, κι η διδασκαλία της ηθικής στηρίζεται στην ηθική του Ελβέτιους. Ο γαλλικός υλισμός είναι συνδεμένος σφιχτότερα από κάθε άλλον με τη μεταφυσική, κι ο Ραμπινέ («De la nature» – «Για τη φύση»), που τόσο τον επαίνεσε γι’ αυτό ο Χέγκελ, στηρίζεται καθαρά στο Λάϊμπνιτς.
Δεν μας χρειάζεται να μιλήσωμε ούτε για τους Dupuis, Ντιντερώ, Volney κ.λπ., ούτε για τους φυσιοκράτες, αφού έχομε πια ξεκαθαρίσει τη διπλή καταγωγή του γαλλικού υλισμού: από τη φυσική του Ντεκάρτ από τη μια μεριά κι από τον αγγλικόν υλισμό, από την άλλη. Επίσης υποδείξαμε και την αντίθεση του γαλλικού υλισμού προς τη μεταφυσική του Ντεκάρτ, Σπινόζα, Malebranche και Λάϊμπνιτς. Αυτή την αντίθεση οι Γερμανοί την παρατήρησαν μοναχά, όταν ξεσηκώθηκαν κι οι ίδιοι ενάντια στη θεωρητική μεταφυσική.
Ο καρτεσιανός υλισμός μεταβλήθηκε σε φυσικές επιστήμες και πήρε απ’ αυτές το όνομα του. Η άλλη κατεύθυνση του γαλλικού υλισμού πέφτει απευθείας στο σοσιαλισμό και στον κομμουνισμό.
Δεν χρειάζεται και πολλή σκέψη για να καταλάβη κανείς την αναγκαία συνάφεια, που έχουν με τον κομμουνισμό και το σοσιαλισμό οι διδασκαλίες του γαλλικού υλισμού για τη φυσική ροπή προς το καλό και για την ισότητα των διανοητικών ικανοτήτων όλων των ανθρώπων, για την παντοδυναμία της πείρας, των έξεων, της παιδείας, για την επίδραση, που ασκούν πάνω στον άνθρωπο οι εξωτερικές συνθήκες, για τη μεγάλη σημασία της βιομηχανίας, για την ηθικήν ισότητα στις απολαύσεις κ.τ.λ. Αν ο άνθρωπος αντλή όλα τα αισθήματα του και όλες τις γνώσεις του κ.λ.π. από τον εξωτερικό κόσμο, τότε πρέπει αυτόν τον εξωτερικό κόσμο να τον φτιάξωμε έτσι, ώστε ο άνθρωπος να παίρνη απ’ αυτόν εντυπώσεις αντάξιες προς τον άνθρωπο, για να συνειθίζη σε αληθινά ανθρώπινες σχίσεις, για να αιστάνεται τον εαυτό του άνθρωπο. Αν το ατομικό συμφέρο με την καλή του έννοια είναι η βάση• κάθε ηθικής, θα πρέπη όμως να φροντίζωμε, ώστε τα συμφέροντα του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά να ταιριάζουν με τα συμφέροντα όλης της ανθρωπότητας. Αν ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος με την υλική έννοια της λέξης αυτής, δηλαδή αν η ελευθερία του ατόμου είναι όχι η αρνητική ικανότητα ν’ αποφεύγη αυτές ή εκείνες τις ενέργειες, αλλά η θετική δυνατότητα να εμφανίζη τις ατομικές του ιδιότητες, τότε θα πρεπη να μη τιμωρούμε τα ξεχωριστά άτομα για τα εγκλήματα τους, αλλά να καταστρέψωμε τις αντικοινωνικές πηγές των εγκλημάτων και να δώσωμε στην κοινωνία ελεύθερη θέση για την ενεργητικότητα κάθε ξεχωριστού ανθρώπου.
Αν ο ανθρώπινος χαρακτήρας είναι δημιούργημα των γύρω συνεχών, τότε θα πρέπη τις συνθήκες αυτές να τις κάμωμε αντάξιες του ανθρώπου. Αν η φύση προώρισε τον άνθρωπο για την κοινωνική ζωή, τότε μονάχα στην κοινωνία θ’ αποκαλύπτη ο άνθρωπος την πραγματική του φύση. Τη δύναμη της φύσης του, θα πρέπη να τη μελετούμε όχι σε ξεχωριστά άτομα, αλλά σ’ ολόκληρη την κοινωνία.
Αυτές και παρόμοιες μ’ αυτές θέσεις σχεδόν κατά λέξη, βρίσκονται ακόμα και στους πιο παλιούς Γάλλους υλιστές. Θα ήταν άτοπο να τις εξετάσωμε εδώ. Τη σοσιαλιστική τάση του υλισμού, την εκθέτει πολύ καλά στην «Υπεράσπιση των ελαττωμάτων», ο Μαντεβίλ, ένας από τους πρώτους μαθητές του Λοκ. Ο Μαντεβίλ αποδείχνει, ότι τα ελαττώματα είναι αναπόφευκτα και χρήσιμα στη σημερινή κοινωνία. Αυτό όμως δεν σημαίνει διόλου, ότι υποστηρίζει τη σημερινή κοινωνία.
Ο Φουριέ βγαίνει ολόισα από τη διδασκαλία του γαλλικού υλισμού. Οι μπαμπουβιστές (οπαδοί του Μπαμπέφ) ήταν χοντροκομμένοι, απολίτιστοι υλιστές, μια κι ο πιο αναπτυγμένος κομμουνισμός βγαίνει ολόισα κι αυτός από το γαλλικό υλισμό. Δηλαδή: με τη μορφή που του έδωσε ο Ελβέτιους, ο υλισμός επιστρέφει στην πατρίδα του, την Αγγλία. Πάνω στην ηθική του Ελβέτιους, ο Bentham βασίζει το σύστημα του για το συμφέρον με την ορθήν του έννοια. Ξεκινώντας από το σύστημα του Bentham, ο Owen χτίζει τον αγγλικό κομμουνισμό. Ενώ ζούσε εξόριστος στην Αγγλία ο Γάλλος Cabet, μολύνεται από τις εκεί κομμουνιστικές ιδέες και, όταν γύρισε στη Γαλλία, γίνεται ο πιο λαϊκός, αν και για την εποχή του ο λιγώτερο βαθύς, εκπρόσωπος του κομμουνισμού. Ο Ντεζαμί και άλλοι Γάλλοι κομμουνιστές της ίδιας επιστημονικής κατεύθυνσης αναπτύσσουν την υλιστική διδασκαλία, σαν διδασκαλία του πραγματικού ανθρωπισμού και της λογικής βάσης του κομμουνισμού.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΙΙ

Ο ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ ΓΙΑ ΤΟ ΦΟΪΕΡΜΠΑΧ
(Γράφτηκε στις Βρυξέλλες την Άνοιξη του 1845)

1.
Το κυριώτερο ελάττωμα του υλισμού – και του φόιερμπαχικού υλισμού ακόμα – ήταν μέχρι σήμερα, ότι την πραγματικότητα, δηλαδή τον κόσμο των πραγμάτων, που τον δεχόμαστε με τις εξωτερικές αισθήσεις, τον εξετάζει μονάχα με τη μορφή αντικειμένου ή με τη μορφή θεωρίας και όχι με τη μορφή της συγκεκριμένης ανθρώπινης δράσης, όχι με τη μορφή της πρακτικής, όχι υποκειμενικά. Γι’ αυτό, την πλευρά της δράσης, σ’ αντίθεση με τον υλισμό, την ανάπτυσσε ο ιδεαλισμός, μα την ανάπτυσσε αφηρημένα, αφού ο ιδεαλισμός, πολύ φυσικά, δεν αναγνωρίζει τη συγκεκριμένη όραση σαν τέτοια. Ο Φόιερμπαχ θέλει να καταγίνεται με συγκεκριμένα αντικείμενα, που είναι στην πραγματικότητα διαφορετικά από τα αντικείμενα, που υπάρχουν στις σκέψεις μας. Αλλά δεν προχωρεί οσο χρειάζεται για να δεχτή την άποψη για την ανθρώπινη δράση σαν μια δράση πάνω στα πράγματα. Να γιατί στην «Ουσία του Χριστιανισμού» σαν αληθινή ανθρώπινη δράση εξετάζει μονάχα τη θεωρητική δράση, ενώ την πρακτική την εννοεί και την παρασταίνει σαν τη βρώμικη μορφή της εμφάνισης της.
Να γιατί δεν καταλαβαίνει επίσης τη σημασία της «επαναστατικής» πρακτικο-κριτικής δράσης.
2.
Το ζήτημα αν είναι ικανή η ανθρώπινη νόηση να γνωρίση τα αντικείμενα έτσι όπως υπάρχουν πραγματικά, δεν είναι διόλου ζήτημα θεωρητικό, αλλά πρακτικό. Ο άνθρωπος πρέπει πρακτικά ν’ απόδειξη την ορθότητα της νόησης του, ν’ απόδειξη δηλαδή, ότι η νόηση έχει πραγματική δύναμη και ότι δεν μένει έξω από τα φαινόμενα. Ο καυγάς για την πραγματικότητα ή τη μη πραγματικότητα της νόησης, όταν αποξενώνεται από την πρακτική, καταντάει καθαρά σχολαστικό ζήτημα.
3.
Η υλιστική διδασκαλία, ότι οι άνθρωποι είναι γέννημα των συνθηκών και της μόρφωσης και ότι, κατά συνέπεια, οι μεταβολές στις συνθήκες και στη μόρφωση φέρνουν μεταβολές και στους ανθρώπους, – ξεχνάει, ότι οι συνθήκες μεταβάλλονται από τους ίδιους τους ανθρώπους και ότι ο παιδαγωγός πρέπει κι αυτός να μορφωθή. Η διδασκαλία αυτή μάς οδηγεί έτσι αναπόφευκτα στο χωρισμό της κοινωνίας σε δυο μέρη, που το ένα απ’ αυτά στέκεται πάνω από την κοινωνία, λ. χ. ο Robert Owen (*Γεωργ. Πλεχάνωφ:Επίσης πάνω από την κοινωνία στέκονται οι δικοί μας «υποκειμενικοί» κοινωνιολόγοι και σοσιαλιστές).
4.
Ο Φόιερμπαχ ξεκινάει από το γεγονός ότι η θρησκεία αποξενώνει τον άνθρωπο από τον κόσμο και ότι αυτό τον κόσμο τον διχάζει σε δυο κόσμους: στο θρησκευτικό κόσμο που υπάρχει μόνο στη φαντασία μας και στον πραγματικό κόσμο. Ο σκοπός του είναι να φέρη το θρησκευτικό κόσμο στην κοσμική του βάση. Όμως, δεν παρατηρεί, ότι ύστερα από τη λύση του προβλήματος αυτού το κύριο μέρος του ζητήματος μένει ατελείωτο. Η κοσμική βάση απομονώνεται από τον ίδιο τον εαυτό της και βρίσκεται θεμελιωμένη στα σύγνεφα, σαν ανεξάρτητη εξουσία. Αυτό μπορεί να εξηγηθή μονάχα από την έλλειψη ενότητας κι από την ύπαρξη πλήθους αντιφάσεων. Κατά συνέπεια, πρέπει πρώτα – πρώτα να καταλάβωμε ποιες είναι οι αντιφάσεις της, κε ύστερα να την επαναστατοποιήσωμε με την εξαφάνιση των αντιφάσεων. Έτσι λ.χ. καταλαβαίνοντας, ότι το μυστικό της αγίας οικογένειας βρίσκεται μέσα στη γήινη οικογένεια, έχομε υποχρέωση να θέσωμε αυτή την τελευταία κάτω από τη θεωρητική κριτική και κάτω από τον πρακτικό μετασχηματισμό.
5.
Ανικανοποίητος από την αφηρημένη νόηση ο Φόιερμπαχ, μένει προσκολλημένος στις εντυπώσεις, που παίρνομε από τις εξωτερικές αισθήσεις• ο κόσμος όμως των συγκεκριμένων φαινομένων δεν του παρουσιάζεται στη μορφή της συγκεκριμένης πρακτικής ανθρώπινης δράσης.
6.
Την ουσία της θρησκείας ο Φόεέρμπαχ την εξηγεί με την ουσία του ανθρώπου. Μα η ουσία του ανθρώπου δεν είναι καθόλου κάτι το αφηρημένο, που χαρακτηρίζει το κάθε ξεχωριστό άτομο. Στην πραγματικότητα της είναι το σύνολο όλων των κοινωνικών σχέσεων.
Ο Φόιερμπαχ δεν προχωρεί ως την κριτική αυτή της πραγματικής ουσίας. Γι’ αυτό, αναγκάζεται να κάνη αφαίρεση από την πορεία της ιστορικής εξέλιξης, να εξετάζη το θρησκευτικό συναίσθημα, σαν κάτι ολωσδιόλου ξεχωριστό, που δεν συνδέεται με τίποτε και να ξεκινάη από την υπόθεση για το αφηρημένο- απομονωμένο – ανθρώπινο άτομο. Γι’ αυτό, και την ανθρώπινη ουσία μπορούσε να τη βλέπη μονάχα σαν «είδος», δηλαδή σαν εσωτερική, βωβή γενικότητα, που φέρνει μονάχα τη φυσική σύνδεση ανάμεσα σε πολλά άτομα.
7.
Γι’ αυτό ο Φόιερμπαχ δεν καταλαβαίνει, ότι το ίδιο το «θρησκευτικό συναίσθημα» είναι κοινωνικό προϊόν και ότι το αφηρημένο άτομο που αυτός αναλύει, στην πραγματικότητα ανήκει σ’ ωρισμένη μορφή της κοινωνίας.
8.
Στην ουσία η κοινωνική ζωή είναι ζωή πρακτική. Καθετί το μυστικόπαθο, καθετί, που φέρνει τη θεωρία προς το μυστικισμό, βρίσκει ορθή λύση στην ανθρώπινη πρακτική και στην αντίληψη αυτής της πρακτικής.
9.
Ο θεωρητικός υλισμός, δηλαδή ο υλισμός, που τον κόσμο των συγκεκριμένων φαινομένων, δεν τον θεωρεί σαν πρακτική δράση, φτάνει μονάχα ως την παρατήρηση του κάθε ξεχωριστού ατόμου στην «κοινωνία των πολιτών».
10.
Η άποψη του παλιού υλισμού είναι η «κοινωνία των πολιτών’. Ο νέος υλισμός στέκεται στην άποψη της ανθρώπινης κοινωνίας ή της ανθρωπότητας, που ζη κοινωνική ζωή.
11.
Οι φιλόσοφοι εξηγούσαν μονάχα τον κόσμο, έτσι ή αλλιώς. Αλλά το ζήτημα είναι: να τον μεταβάλης.

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: