Η αντιθρησκευτική πάλη στην Αλβανία & το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών το 1966-’67

Η σχέση αριστεράς-θρησκείας αποτελεί «πρόσφορο έδαφος» για την αντίδραση, προκειμένου να εξαπολύει την προπαγάνδα της. Ειδικά η αναφορά στην τύχη της θρησκείας στην Αλβανία από το 1967 ως το 1991, μετά από τη διοικητική-τεχνητή «κατάργησή» της, ένα σεχταριστικό- «υπερεπαναστατικό» ατόπημα που στιγματίζει την προσπάθεια για σοσιαλισμό στη χώρα αυτή, αποτελεί ένα επιχείρημα που αξιοποιείται, προκειμένου, γενικευμένο, να «αποδείξει» την «τυραννική» φύση του σοσιαλισμού.

Το κείμενο, που μεταφράστηκε από τα αγγλικά (http://ml-review.ca/aml/ReligionAlbaniaNS2001.htm) και αναρτήθηκε στο Athens Indymedia to 2005 και, καθώς το αρχείο της περιόδου εκείνης χάθηκε, ξανά στις 6/4/2007 (https://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=687565), είναι μια ανάλυση για μια πτυχή της ιστορίας της Αλβανίας. Ωστόσο, αποδεικνύει, πως δεν είναι ο μαρξισμός-λενινισμός, αλλά, αντίθετα, η παρέκκλιση από αυτόν, που οδηγεί σε ατοπήματα τέτοιου μεγέθους, τα οποία υποσκάπτουν τη διαδικασία συσπείρωσης των προλεταρίων γύρω από τα κόμματά τους.

 

Η πάλη ενάντια στη θρησκεία στη σοσιαλιστική Αλβανία και το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών το 1966-67

 

 Του Norberto Steinmayr

 

Εισαγωγή από την Alliance

 

Γύρω στα 1975, ο σύντροφος W.B. Bland είχε προετοιμάσει το βασικό «σκελετό» μιας θεωρίας, που εξηγούσε σε ικανοποιητικό βαθμό πώς σε χώρες που είχαν εγκαθιδρύσει σοσιαλισμό – ΕΣΣΔ, υπό τον I.B.Στάλιν, και  ΣΛΔ της Αλβανίας (ΣΛΔΑ) υπό τον Ενβέρ Χότζα- ήταν δυνατό να εφαρμοστούν ρεβιζιονιστικές πολιτικές. Και ακόμα χειρότερα, να βυθιστούν ξανά στον καπιταλισμό. Εκείνη την εποχή, το παράδειγμα της μετασταλινικής ΕΣΣΔ, είχε αποδείξει ότι κάτι τέτοιο  στην πράξη μπορούσε να συμβεί.

 

Τον καιρό εκείνο όμως, η Σοσιαλιστική Λαϊκή Δημοκρατία της Αλβανίας ήταν ακόμα σοσιαλιστική. Συνεπώς, κρίθηκε πως θα ήταν λάθος να δημοσιεύσουμε κείμενο με πιθανά λάθη στη ΣΛΔΑ, γιατί κάτι τέτοιο πιθανό να βοηθούσε τους εχθρούς του σοσιαλισμού. Ο σύντροφος Bland έθεσε τα ζητήματα στα οποία αναφέρεται το παρακάτω κείμενο εντός της Communist League of Britain και την Committee of the Albanian Society (δηλ. τον Αγγλοαλβανικό Σύνδεσμο Φιλίας) : η ανάλυσή του είχε τίτλο «η Πάλη ενάντια στη Θρησκεία στην Αλβανία» και θεωρήθηκε ως  κείμενο «Όχι προς δημοσίευση».

 

Ωστόσο, όπως ο Βland είχ προβλέψει, ο ρεβιζιονισμός παραμόνευε για να επικρατήσει στην Αλβανία. Συνέβη κάτι τέτοιο υπό την ηγεσία του Ραμίζ Αλία. Για μια πλήρη κατανόηση των όσων συνέβησαν πριν από την επικράτηση του ρεβιζιονισμού στο Αλβανικό κράτος απαιτούνται αναλύσεις σαν κι αυτές.

 

Έτσι, ο σ. Steinmayer προσέφερε στους Μαρξιστές- Λενινιστές μεγάλες υπηρεσίες επικαιροποιώντας και διευρύνοντας το αρχικό κείμενο του σ. Bland σε αυτό το κείμενο. Το κοινό πόνημα των σ. Steinmayer και Βland, μας επιτρέπουν τώρα να μελετήσουμε αυτές τις εξελίξεις. Για την Alliance το κείμενο αυτό δείχνει ότι :

 

1) Ο ρεβιζιονισμός άρχισε να αναδύεται στα ανώτερα κλιμάκια του Αλβανικού κόμματος και κράτους πριν από την οριστική παλινόρθωση του καπιταλισμού στα τέλη της δεκαετίας του 80

2)  ο ρεβιζιονισμός χρησιμοποιούσε ως μάσκα  την Προσωπολατρία με τη μορφή της  λατρείας του Χότζα

3)   η «υπερεπαναστατική» τακτική της «κατάργησης της θρησκείας» εμπνεόταν από τον αριστερισμό της λεγόμενης «Κινεζικής Πολιτιστικής Επανάστασης»

4) Τέλος, το κείμενο αυτό μας υπενθυμίζει τη μαρξιστική-λενινιστική γραμμή έναντι της θρησκείας.

 

Ιανουάριος 2001

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Για πάνω από 2 δεκαετίες, από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, η Αλβανία ήταν η πρώτη χώρα, και στην πραγματικότητα η μοναδική παγκοσμίως, χωρίς θρησκευτικούς οργανισμούς. Το κλείσιμο όλων των εκκλησιών και των τζαμιών το 1967 είχε έλθει ως αποτέλεσμα της πάλης που συστηματικά διεξαγόταν ενάντια στη θρησκεία, τις θρησκευτικές προκαταλήψεις και τα οπισθοδρομικά έθιμα, από την εποχή της εγκαθίδρυσης της λαϊκής δημοκρατίας το 1944. Αυτός ο αντιθρησκευτικός αγώνας ήταν, στην πραγματικότητα, ένα ουσιαστικό στοιχείο της γενικότερης πάλης για την κοινωνική απελευθέρωση της Αλβανικής εργατικής τάξης, για την πολιτική και ιδεολογική χειραφέτησή της, χτίζοντας μια νέα, σοσιαλιστική κοινωνία.

Η Αλβανία είχε διατηρήσει  τα σοσιαλιστικά και επαναστατικά της στοιχεία και παρέμενε κατά βάση άθικτη από τις ρεβιζιονιστικές εξελίξεις ως τη δεκαετία του ’80. Παρόλα αυτά, το οριστικό και καθολικό κλείσιμο όλων των θρησκευτικών της οργανισμών και η τεχνητή κατάργηση της θρησκείας από το 1967 ως το 1990 αποδείχτηκε αντιπαραγωγικό και σεχταριστικό μέτρο, ασύμβατο με τη μαρξιστική-λενινιστική άποψη, ότι, σε μια σοσιαλιστικής κοινωνία, οι θρησκευτικοί οργανισμοί εξαφανίζονται- και πρέπει να επιτραπεί να εξαφανιστούν – με την εξάλειψη της ίδιας της θρησκευτικής επιρροής στη συνείδηση του λαού. Από μια αναδρομική θεώρηση των συγκεκριμένων περιστάσεων και παραγόντων, είναι τώρα προφανές ότι το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών της Αλβανίας ενορχηστρώθηκε από εσωτερικούς κρυφούς ρεβιζιονιστές με τον μακροπρόθεσμο στόχο να βλάψουν και να ανατρέψουν την επιτυχή οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε αυτή τη χώρα.

 

Η Θρησκεία ως το όπιο του λαού

 

Η θρησκεία αντιπροσωπεύει μια ιδιαίτερη μορφή της κοινωνικής συνείδησης- μια συνείδηση βασισμένη στην υπόθεση ότι ο κόσμος υπόκειται στον έλεγχο μιας υπερφυσικής δύναμης ή δυνάμεων. Όντας τέτοια, η θρησκεία δημιούργησε, κατά το πέρασμα των αιώνων, συστήματα πεποιθήσεων και πρακτικών που όλες ανήκουν στη σφαίρα του ιδεαλισμού. Ενώ ο ιδεαλισμός υποστηρίζει την ανωτερότητα του πνεύματος στη φύση, το αντίθετό του, ο υλισμός, θεωρεί τη φύση/ το είναι ως πρωτεύον.

 

« Το βασικό ζήτημα όλων των φιλοσοφιών.. είναι σχετικά με τη σχέση της σκέψης και του είναι…Οι απαντήσεις τις οποίες οι φιλόσοφοι έδιναν επ’ αυτού, τους δίχασαν σε δύο σχολές. Αυτούς που υποστήριζαν την ανωτερότητα του πνεύματος έναντι της φύσης και έτσι, σε τελική ανάλυση, υπέθεταν τη δημιουργία του κόσμου ως πραγματοποιημένη με τον τάδε ή το δείνα τρόπο… συνιστούσαν τη σχολή του ιδεαλισμού. Οι άλλοι, που θεωρούσαν τη φύση ως υπερέχουσα, άνηκαν στις διάφορες σχολές του υλισμού»

[Φ. Ενγκελς , «Ο Λουδοβίκος Φωυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας», στο «Οι Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς για τη Θρησκεία, Μόσχα, 1955, σ. 226-7.]

 

Σε πολλές και διαφορετικές μορφές, οι θρησκείες αντιπροσωπεύουν μια ιδεαλιστική φιλοσοφία, αντιτιθέμενη στην επιστημονική κοσμοθεώρηση. Η θρησκεία, βρίσκεται λοιπόν σε ασυμφιλίωτο ανταγωνισμό με το Μαρξισμό – Λενινισμό, δηλ. τον επιστημονικό σοσιαλισμό, που συνιστά επιστημονική, διαλεκτική, υλιστική φιλοσοφία. Προχωρώντας βασισμένος σε αυτή τη διάκριση, ο Λένιν καθαρά τονίζει το χαρακτήρα της θρησκείας με τους παρακάτω όρους:

 

«Ο Μαρξισμός είναι υλισμός. Ως τέτοιος, είναι ασταμάτητα εχθρικός με τη θρησκεία».

Β.Ι.Λένιν «Η στάση του εργατικού κόμματος έναντι της Θρησκείας», στο Β.Ι. Λένιν, Διαλεχτά Έργα, τόμος 15, Μόσχα 1973, σ. 405.

 

«Ο ιδεαλισμός είναι κληρικός σκοταδισμός»

Β.Ι.Λένιν «για τη Διαλεκτική» στο Β.Ι. Λένιν, Μαρξ Ένγκελς Μαρξισμός, Μόσχα 1951, σ.336.

 

«Το μαρξιστικό δόγμα.. παρέχει στους ανθρώπους μια ολοκληρωμένη κοσμοαντίληψη η οποία είναι ασυμφιλίωτη με οποιαδήποτε μορφή προκαταλήψεων»

Β. Ι. Λένιν « Οι τρεις πηγές και τα τρία συστατικά μέρη του μαρξισμού», Στο Β. Ι. Λένιν, Μαρξ Ένγκελς Μαρξισμός, Μόσχα, 1951,σ. 78.

 

Πράγματι, ο Ένγκελς αποδεικνύει πώς η θρησκεία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κάτι έμφυτο στον άνθρωπο από τη στιγμή που απλώς αναπαριστά την πραγματικότητα στην κοινωνική συνείδηση. Ως τέτοια, η θρησκεία είναι προϊόν της Γης και δεν κατεβαίνει από τον ουρανό:

 

«Κάθε θρησκεία…δεν είναι παρά η φαντασιακή αντανάκλαση στα μυαλά των ανθρώπων αυτών των εξωτερικών δυνάμεων που ελέγχουν την καθημερινή ζωή, μια αντανάκλαση στην οποία οι γήινες δυνάμεις λαμβάνουν μορφή υπερφυσικών δυνάμεων»

Φ. Ένγκελς, «Αντι- Ντύρινγκ», στο Οι Κ.Μαρξ & Φ. Ένγκελς για τη Θρησκεία, Μόσχα, 1955, σ.147.

 

Αρχικά, τα φυσικά φαινόμενα προσωποποιούνταν, δεδομένου ότι οι πρωτόγονοι άνθρωποι δεν μπορούσαν να χωρίσουν τις «μη γήινες» δυνάμεις από τη φύση.  Εκείνες οι μυστήριες και ισχυρές δυνάμεις, τις οποίες ο άνθρωπος δεν μπορούσε να εξηγήσει επιστημονικά (κάνοντας τον έτσι να αισθάνεται ανίσχυρος έναντι της φύσης), μετασχηματίστηκαν στη φαντασία του σε πνεύματα, Θεούς, αγγέλους, διάβολους, κ.λπ…. Κατά συνέπεια, η πρωτόγονη θρησκευτική συνείδηση απεικονίζει την ανικανότητα του ανθρώπου στην πάλη του ενάντια στις φυσικές δυνάμεις:

 

«Στις αρχές της ιστορίας ήταν οι δυνάμεις της φύσης που  πρώτες . . . αντανακλώνταν (σ.σ στη θρησκεία)  »

Φ. Ένγκελς, «Αντι- Ντύρινγκ», στο Οι Κ.Μαρξ & Φ. Ένγκελς για τη Θρησκεία, Μόσχα, 1955, σ.147.

 

«H θρησκεία εμφανίστηκε στους πιο πρωτόγονους καιρούς από τις πιο σκοτεινές και πρωτόγονες παραστάσεις των ανθρώπων για την ατομική όσο και για την εξωτερική τους φύση»

[Φ. Ενγκελς , «Ο Λουδοβίκος Φωυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας», στο «Οι Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς για τη Θρησκεία, Μόσχα, 1955, σ. 226]

 

«[ Η ] ανικανότητα του πρωτόγονου ανθρώπου στη μάχη του ενάντια στη φύση προκαλεί την πίστη του σε Θεούς, διάβολους, θαύματα, και άλλα τέτοια

Β. Ι. Λένιν,  «Σοσιαλισμός και θρησκεία», στο Β.Ι. Λένιν, Διαλεχτά Έργα, Τόμος 10, Μόσχα, 1962, σελ. 83.

 

Η θρησκευτική πίστη συνεχίζει να παραμένει διαδεδομένη σε εκπολιτισμένες,   χωρισμένες σε τάξεις, κοινωνίες. Η κύρια πηγή της δεν είναι πλέον η κυριαρχία των φυσικών δυνάμεων στον άνθρωπο, αλλά η κυριαρχία πάνω του των δυνάμεων της κοινωνικής ανάπτυξης. Πάντα σε μια φαντασιακή και ψευδαισθητική μορφή, η θρησκεία έρχεται τώρα να απεικονίσει την πραγματική εξάρτηση από εκείνες τις κοινωνικές δυνάμεις – συγκεκριμένα, τις σχέσεις εκμετάλλευσης σε μια κεφαλαιοκρατική κοινωνία – που εμφανίζονται να είναι πέρα από τον ανθρώπινο έλεγχο.

 

«Στις υπάρχουσες αστικές κοινωνίες τα άτομα εξουσιάζονται από τις οικονομικές συνθήκες. . σαν από μια ξένη δύναμη. Η πραγματική βάση της αντανακλαστικής δραστηριότητας που προκαλεί τη θρησκεία επομένως συνεχίζει να υπάρχει, και μαζί της η ίδια η θρησκευτική αντανάκλαση. . . . Είναι ακόμα αλήθεια ότι το άτομο προτείνει και ο Θεός (δηλαδή η ξένη  κυριαρχία του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής) διαθέτει.»

Φ. Ένγκελς, «Αντι- Ντύρινγκ», στο Οι Κ.Μαρξ & Φ. Ένγκελς για τη Θρησκεία, Μόσχα, 1955, σ.147.

 

«Το» θρησκευτικό συναίσθημα «είναι το ίδιο ένα κοινωνικό προϊόν

Κ. Marx, «Θέσεις για τον Φώυερμπαχ», στο Οι Κ.Μαρξ & Φ. Ένγκελς για τη Θρησκεία, Μόσχα, 1955, σελ. 71.

 

» Στις σύγχρονες καπιταλιστικές χώρες οι ρίζες αυτές (σ.σ. της θρησκείας) είναι κυρίως κοινωνικές. Η κοινωνική εξάρτηση των εργαζόμενων μαζών, η καταφανής απόλυτη αδυναμία τους μπροστά στις τυφλές δυνάμεις του καπιταλισμού…»Ό φόβος δημιούργησε τους θεούς». Ό φόβος μπροστά στην τυφλή δύναμη του κεφαλαίου, που είναι τυφλή γιατί δεν μπορεί να προβλεφτεί από τις μάζες του λαού, που στο κάθε βήμα της ζωής του προλετάριου και του μικρονοικοκύρη η δύναμη αυτή απειλεί να του φέρει και του φέρνει την «ξαφνική», την «αναπάντεχη», την «τυχαία» καταστροφή, τον όλεθρο, τη μετατροπή του σε ζητιάνο, σε πόρνη, το θάνατο από την πείνα, να η ρίζα της σύγχρονης θρησκείας

Β. Ι. Λένιν: » Σχετικά με τη στάση του Εργατικού Κόμματος απέναντι στη θρησκεία «, στο Β.Ι. Λένιν, Διαλεχτά έργα, τόμος. 15, Μόσχα, 1973, σ.σ.. 405-6.

 

» Η αδυναμία των τάξεων που υφίστανται την εκμετάλλευση στην πάλη ενάντια στους εκμεταλλευτές γεννάει αναπόφευκτα την πίστη για μια καλύτερη μετά θάνατον ζωή. . . Σ’ αυτόν που σ’ όλη του τη ζωή δουλεύει και στερείται, η θρησκεία διδάσκει ταπεινοφροσύνη και υπομονή στην επίγεια ζωή, παρηγορώντας τον με την ελπίδα της επουράνιας ανταμοιβής

Β. Ι. Λένιν, «Σοσιαλισμός και θρησκεία», στο Β.Ι. Λένιν, Διαλεχτά έργα, τόμος. 10, Μόσχα, 1962, PP. 83-4.

 

Στις ταξικά διαιρεμένες κοινωνίες, η οργανωμένη θρησκεία ενθαρρύνεται από τις εκμεταλλεύτριες εξουσιάζουσες τάξεις ως ιδεολογικό όπλο επάνω στο οποίο στηρίζεται η εξουσία τους. Συνεπώς, η θρησκεία έρχεται να ρυθμίσει την κοινωνική συμπεριφορά σε διάφορα επίπεδα: ένας μεγάλος αριθμός ταμπού, εντολές, εντάλματα, κ.λπ., όσα  ορίζονται δήθεν από τη θεότητα και  θεωρούνται ως πανίερα, χρησιμεύουν να δικαιολογηθεί η εκμετάλλευση σε μια κεφαλαιοκρατική κοινωνία, ενισχύοντας την κυριαρχία της εξουσιάζουσας αστικής της τάξης. Είναι ο Μαρξ ο ίδιος που ρίχνει φως σε αυτό τον απατηλό και δυσδιάκριτο χαρακτήρα της θρησκείας, με τη χρησιμοποίηση της διάσημης ρήσης του περί  «οπίου του λαού».

» Η θρησκεία. . . είναι το όπιο του λαού

Κ. Marx, «Συμβολή στην κριτική της Hegel’s Philosophy of Right «,  στο Οι Κ.Μαρξ & Φ. Ένγκελς για τη Θρησκεία, Μόσχα, 1955, σελ. 42.

 

«O μαρξισμός όλες τις σύγχρονες θρησκείες και εκκλησίες, τις κάθε λογής θρησκευτικές οργανώσεις, τις βλέπει πάντα σαν όργανα της αστικής αντίδρασης, που χρησιμεύουν για την υπεράσπιση της εκμετάλλευσης και την αποχαύνωση της εργατικής τάξης

Ι. Λένιν: » Σχετικά με τη στάση του Εργατικού Κόμματος απέναντι στη θρησκεία», στο Β.Ι. Λένιν, Διαλεχτά έργα, τόμος. 15, Μόσχα, 1973, σ.σ.. 403.

 

«Ο Φώυερμπαχ ήταν σωστός όταν, απαντώντας σε εκείνους που υπεράσπιζαν τη θρησκεία λόγω του ότι παρηγορεί τους ανθρώπους, έδειξε την αντιδραστική σημασία της παρηγοριάς: όποιος παρηγορεί ο σκλάβος αντί να τον ενθαρρύνει να ξεσηκωθεί ενάντια στη σκλαβιά βοηθά τον  ιδιοκτήτη των σκλάβων»

Β. Ι. Λένιν, «Η κατάρρευση της δεύτερης διεθνούς», στο Β.Ι.Λένιν, Διαλεχτά έργα, τόμος. 21, Μόσχα, 1964, σελ. 231-2.

 

Πριν από την εμφάνιση του επιστημονικού σοσιαλισμού, πολλές εργασίες άθεων είχαν προκύψει στην πάλη ενάντια στη θρησκεία. Αυτές οι προηγούμενες υλιστικές αναλύσεις, εντούτοις, είχαν τους περιορισμούς τους κυρίως επειδή δεν μπόρεσαν ούτε κατάλληλα να προσδιορίσουν τις κοινωνικές ρίζες της θρησκείας ούτε να υποδείξουν τους τρόπους ώστε να καταπολεμηθεί. Μόνο ο διαλεκτικός υλισμός (που αρχικά αναπτύχθηκε από τους Marx και Engels) θέτει την πάλη κατά του θρησκευτικού «οπίου» σε επιστημονική βάση. Βασιζόμενος στο γεγονός ότι η θρησκεία έχει τις κοινωνικές ρίζες της στις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής, η εξαφάνισή της απαιτεί, προ πάντων, την εξαφάνιση των αιτιών που προκαλούν την θρησκεία την ίδια, δηλ. την εξαφάνιση του καπιταλισμού. Ο Μαρξισμός-Λενινισμός, επομένως, εξετάζει το θέμα της θρησκείας, και τη στάση απέναντι σε αυτή, στα πλαίσια της ταξικής πάλης κατά του καπιταλισμού. Η θρησκευτική πίστη θα εξασθενίσει μακροπρόθεσμα σε μια σχεδιασμένη σοσιαλιστική κοινωνία – μια κοινωνία που λειτουργεί πλήρως υπό ανθρώπινο έλεγχο, εξαφανίζοντας κατά συνέπεια τους όρους που παράγουν και διατηρούν τη θρησκευτική συνείδηση.

 

«Η θρησκευτική αντανάκλαση του πραγματικού κόσμου μπορεί. . . μόνο τότε τελικά να εξαφανιστεί: όταν προσφέρουν στον άνθρωπο οι πρακτικές σχέσεις της καθημερινής ζωής τίποτα άλλο πέρα από έλλογες σχέσεις όσον αφορά τους συνανθρώπους του και στη φύση

Κ. Marx, Κεφάλαιο, τ 1, στο Οι Κ.Μαρξ & Φ. Ένγκελς για τη Θρησκεία, Μόσχα

 

«Όταν η κοινωνία, θέτοντας υπό την κατοχή της όλα τα μέσα παραγωγής και   χρησιμοποιώντας τα σε σχεδιασμένη βάση, έχει ελευθερωθεί και ελευθερώσει όλα τα μέλη της από τη δουλεία στην οποία τώρα βρίσκονται από αυτά τα μέσα της παραγωγής που οι ίδιοι έχουν παραγάγει αλλά που τα αντιμετωπίζουν ως ακαταμάχητη ξένη δύναμη, όταν επομένως το άτομο όχι  μόνο προτείνει, αλλά επίσης διαθέτει – μόνο τότε μπορεί κάθε ξένη δύναμη που αντανακλάται στη θρησκεία να εξαφανιστεί: και μαζί της θα εξαφανιστεί και η θρησκευτική πίστη η ίδια, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν θα υπάρχει τίποτε άλλο που να μπορεί αυτή να αντανακλά»

Φ. Ένγκελς «Αντι-Ντύρινγκ», στο Οι Κ.Μαρξ & Φ. Ένγκελς για τη Θρησκεία, Μόσχα, 1955, σελ. 149.

 

Η ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ-ΛΕΝΙΝΙΣΤΙΚΉ ΤΑΚΤΙΚΗ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΣΤΗΝ ΜΕΤΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ  

 

Και ο χωρισμός των θρησκευτικών οργανισμών από το κράτος και η παρεμπόδισή τους από την παρέμβαση στις εκπαιδευτικές υποθέσεις αποτελούν προκαταρκτικό, πρωταρχικό όρο, που στοχεύει στην ενίσχυση του σοσιαλισμού σε μια μετεπαναστατική κοινωνία.

» Η θρησκεία πρέπει να είναι ατομική υπόθεση για το κράτος, αυτό ζητάμε εμείς. . . πλήρη χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος – αυτή τη διεκδίκηση προβάλλει το σοσιαλιστικό προλεταριάτο στο σημερινό κράτος και στη σημερινή εκκλησία..»

Β. Ι. Λένιν,  «Σοσιαλισμός και θρησκεία», στο Β.Ι. Λένιν,   Διαλεχτά έργα, τόμος.10, Μόσχα, 1962, σελ. 84-5

 

«Η προλεταριακή κυβέρνηση. . . πρέπει να αποτρέψει κάθε παρέμβαση εκκλησιών στις  οργανωμένες από το κράτος εκπαιδευτικές υποθέσεις.»

Το πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Λονδίνο, 1929 σελ. 38.

 

Παρέχοντας θρησκευτική ελευθερία, το σοσιαλιστικό κράτος δεν πρέπει να δώσει κανένα κεφάλαιο στους θρησκευτικούς οργανισμούς, οι οποίοι πρέπει να είναι αυτοχρηματοδοτούμενοι.

» Ο καθένας πρέπει να είναι ολότελα ελεύθερος να πρεσβεύει όποια θρησκεία θέλει ή να μην παραδέχεται καμία θρησκεία

Β. Ι. Λένιν,  «Σοσιαλισμός και θρησκεία», στο Β.Ι. Λένιν, Διαλεχτά έργα, τόμος. 10, Μόσχα, 1962, σελ. 84.

 

«Το προλεταριακό κράτος πρέπει. . . να παρέχει πλήρη θρησκευτική ελευθερία

Το πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Λονδίνο, 1932 σελ. 38.

«Δεν πρέπει να δίνεται καμιά επιχορήγηση στην επίσημη εκκλησία του κράτους, καμμιά επιχορήγηση από τα χρήματα του δημοσίου στις εκκλησιαστικές και θρησκευτικές ενώσεις

Β. Ι. Λένιν,  «Σοσιαλισμός και θρησκεία», στο Β.Ι. Λένιν, Διαλεχτά έργα, τόμος. 10, Μόσχα, 1962, σελ. 84.

 

«Η προλεταριακή κυβέρνηση πρέπει να αποσύρει όλη την κρατική υποστήριξη από την εκκλησία

Το πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Λονδίνο, 1932 σελ. 38.

 

Τέλος, μια αποκλειστικά ιδεολογική πάλη πρέπει να διεξαχθεί ενάντια στη θρησκεία υπό μορφή επιστημονικής αντιθρησκευτικής, αθεϊστικής προπαγάνδας. Αυτές οι προσπάθειες, εντούτοις, πρέπει να λάβουν χώρα με μορφές που δεν θα αποξενώσουν από την προσπάθεια να χτιστεί και να διατηρηθεί μια σοσιαλιστική κοινωνία εκείνους τους οπαδούς θρησκειών που ειδάλλως θα την υποστήριζαν.

«Ο κ. Ντύρινγκ. . . δεν μπορεί να περιμένει έως ότου πεθάνει η θρησκεία, από φυσιολογικό θάνατο. . . . Είναι πιο Μπίσμαρκ από τον Μπίσμαρκ: θεσπίζει αυστηρότερους «νόμους του Μαΐου». . . ενάντια σε κάθε θρησκεία. Υποκινεί τους μελλοντικούς του χωροφύλακές ενάντια στη θρησκεία, και με αυτόν τον τρόπο βοηθά στο να την κάνει μάρτυρα και να της παρατείνει έτσι τη ζωή.»

Φ. Ένγκελς «Αντι-Ντύρινγκ», στο Οι Κ.Μαρξ & Φ. Ένγκελς για τη Θρησκεία, Μόσχα, 1955, σελ. 149.

 

«ο Ένγκελς καταδίκασε όχι λιγότερο αποφασιστικά την ψευτοεπαναστατική ιδέα του Ντύρινγκ ότι η θρησκεία πρέπει να απαγορευθεί στη σοσιαλιστική κοινωνία. . . .

ο Ένγκελς απαιτούσε από το εργατικό κόμμα να είναι ικανό να δουλεύει υπομονητικά για το έργο της οργάνωσης και της διαφώτισης του προλεταριάτου, έργο που οδηγεί στην απονέκρωση της θρησκείας, και όχι να ρίχνεται στους τυχοδιωκτισμούς ενός πολιτικού πολέμου κατά της θρησκείας.. . . . Η αθεϊστική προπαγάνδα πρέπει να υπαχθεί στο βασικό στόχο της – την ανάπτυξη της ταξικής πάλης. . . .

Ένας  αναρχικός, κηρύσσοντας με κάθε τρόπο και μέσο τον πόλεμο κατά του Θεού, στην πράξη θα βοηθούσε τους παπάδες και την αστική τάξη. . . . Ο μαρξιστής πρέπει να είναι υλιστής, δηλ. εχθρός της θρησκείας, μα υλιστής διαλεκτικός, δηλ. που βάζει το ζήτημα της πάλης κατά της θρησκείας … στη βάση της ταξικής πάλης που διεξάγεται στην πράξη και που διαπαιδαγωγεί τις μάζες περισσότερο άπ’ όλα και καλύτερα απ’ όλα. . ..»

Β. Ι. Λένιν: » Σχετικά με τη στάση του Εργατικού Κόμματος απέναντι στη θρησκεία «, στο Β.Ι. Λένιν, Διαλεχτά έργα, τόμος. 15, Μόσχα, 1973, σ.σ.. 403-8.

 

«Απαιτούμε πλήρη διαχωρισμό της εκκλησίας από το κράτος για να καταπολεμούμε τη θρησκευτική θολούρα με καθαρά ιδεολογικά, και μόνο ιδεολογικά όπλα, με τον τύπο μας, με το λόγο μας..»

Β. Ι. Λένιν,  «Σοσιαλισμός και θρησκεία», στο Β.Ι. Λένιν, Διαλεχτά έργα, τόμος. 10, Μόσχα, 1962, σελ. 85-6.

 

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ: 1944-1945

 

Ιστορικά, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του 19ου και 20ού αιώνα, η θρησκεία δεν είχε ποτέ βαθιές ρίζες στον αλβανικό λαό. Παρέμεινε μια πηγή ερίδων και διχασμού μέσα στην αλβανική κοινωνία τόσο κατά τη διάρκεια, όσο και μετά το κίνημα για την εθνική ανεξαρτησία από την Τουρκία, που έλαβε χώρα το 1912. Πριν από την ανεξαρτησία, παραδείγματος χάριν, οι θρησκευτικές λειτουργίες διεξάγονταν σε τρεις διαφορετικές γλώσσες: Αραβικά για μουσουλμάνους Αλβανούς, Ελληνικά για τους ορθόδοξους, και λατινικά για τους Καθολικούς. Επιπλέον, ταυτίζοντας τη θρησκεία με την εθνότητα, οι οθωμανικές αρχές θεωρούσαν τους μουσουλμάνους Αλβανούς ως Τούρκους, τους Ορθόδοξους Αλβανούς ως Έλληνες, και τους καθολικούς Αλβανούς ως λατίνους. Η θρησκεία, επομένως, έγινε όργανο για την απεθνικοποίηση του αλβανικού λαού. Η υπόθεση της ανεξαρτησίας της Αλβανίας δεν θα μπορούσε να υπερασπιστεί από τους θρησκευτικούς  της οργανισμούς: έτσι  το εθνικό κίνημά της έλαβε έναν μη-θρησκευτικό χαρακτήρα, οδηγώντας τους ηγέτες του  να αγνοήσουν τη θρησκεία και να υποστηρίξουν τον εθνικισμό. Το σύνθημα εκείνης της εποχής, που απευθυνόταν στους Αλβανούς από τον ποιητή P.V. Shkodrani (1825-92), ήταν:

«Η θρησκεία του αλβανικού λαού είναι ο Αλβανισμός

 

Σύμφωνα με την απογραφή του 1945, ο πληθυσμός της Αλβανίας (1,122,000) μπορούσε να διαιρεθεί μεταξύ τριών σημαντικών θρησκευτικών δογμάτων στις ακόλουθες αναλογίες:

Μουσουλμάνοι: 817,000 (72,8%)

Ορθόδοξοι Χριστιανοί: 192,000 (17,1%)

Καθολικοί Χριστιανοί: 113,000 (10,1%).

(βλ. Pandi Geço, Shqipëria: Pamje Fiziko-Ekonomike
(Αλβανία: Φυσικό-οικονομική έρευνα), Τίρανα, 1959).

 

Αν και δεν διακρίνεται στην απογραφή , υπολογίζεται ότι ο πληθυσμός που δηλώνει φανερά τη μουσουλμανική πίστη (817.000) ήταν αποτελούμενος από

Σουνίτες μουσουλμάνους: 613,000 (75%)

Μπεκτασήδες: 204,000 (25%).

 

Από το σύνταγμα της 5ης Μάη του 1945, η Σουνιτική μουσουλμανική κοινότητα διαιρέθηκε σε τέσσερις ζώνες – Τίρανα, Σκόδρα, Κορυτσά, Ελμπασάν – κάθε μια διευθυνόμενη από έναν μεγάλο μουφτή. Η ανώτατη αρχή εντός της κοινότητας περιβαλλόταν από γενικό Συμβούλιο, αποτελούμενο από τον επικεφαλής της μουσουλμανικής Κοινότητας, τους τέσσερις μεγάλους μουφτήδες και ένα  λαϊκό  αντιπρόσωπο  από κάθε ζώνη. Ο επικεφαλής της Μουσουλμανικής Κοινότητας και ο Μεγάλος Μουφτής εκλέγονταν από το Γενικό Συμβούλιο, η οποία εκλογή υπόκειταν στην έγκριση του επικεφαλής του Κράτους.

Οι Μπεκτασήδες διαμόρφωσαν μια χωριστή κοινότητα και θεωρούνταν από πολλούς ορθόδοξους μουσουλμάνους ως αιρετικοί. Ο μπεκτασισμός, ο οποίος παίρνει το όνομά του από τον Άγιο Hadji Bektash, δημιουργήθηκε στην Ανατολία το 13ο αιώνα και εισήχθη στην Αλβανία στο 15ο αιώνα από τους γενίτσαρους του οθωμανικού στρατού. Οι Μπεκτασήδες ήταν μια μυστική σέκτα που περιείχε  βαθμιαία  μύηση σε μυστική γνώση. Πιο φιλελεύθερος από τον ορθόδοξο ισλαμισμό, ο μπεκτασισμός δεν επέμεινε στην κάλυψη των γυναικών ή την αποχή από το αλκοόλ και αντί για ραμαζάνι, υπήρχε ένα περσικό φεστιβάλ που τιμούσε την μνήμη των δολοφονημένων γιων του Ali. Κήρυττε την πολιτική της μη βίας και την συναδέλφωση των ανθρώπων,   ακόμη και για τους μη-μουσουλμάνους. Κατά ένα μεγάλο μέρος εξ αιτίας της επιρροής του ποιητή Naim Frashëri, Μπεκτασής ο ίδιος, η σέκτα αυτή διαδραμάτισε γενικά έναν προοδευτικό ρόλο στο κίνημα για την εθνική ανεξαρτησία.

Από το σύνταγμά του 1929, η κοινότητα των Μπεκτασήδων διαιρέθηκε σε έξι ζώνες – Kruja, Ελμπασάν, Κορυτσά, Prishta και Αυλώνα Διευθυνόταν από έναν Αρχηγό Μέγα Πατέρα (kryegjysh), υπό τον οποίο ήταν πέντε Μεγάλοι Πατέρες (gjyshër), πατέρες (baballarë) και μοναχοί (dervishë). Η ιεροσύνη ζούσε στα μοναστήρια (teqe). Όταν η τουρκική κυβέρνηση κατέστειλε το Μπεκτασισμό το 1925, η έδρα της σέκτας μεταφέρθηκε στα Τίρανα, και ο αλβανός Αρχηγός Μέγας Πατέρας έγινε παγκόσμιος Μέγας Πατέρας για όλους τους Μπεκτασήδες – που υπολογίζονταν, πριν από το β’ παγκόσμιο πόλεμο, σε 7 εκατομμύρια.

Οι ορθόδοξοι Χριστιανοί ζούσαν κυρίως νοτίως του ποταμού Σκούμπη, κυρίως στις περιοχές Κορυτσάς και Αργυροκάστρου. Τον Σεπτέμβριο του 1922 ένα ορθόδοξο συνέδριο συγκλήθηκε στο Βεράτι και κήρυξε το Αυτοκέφαλο της εκκλησίας στην Αλβανία, αν και η αυτοκέφαλη  εκκλησία της Αλβανίας αναγνωρίστηκε από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης μόλις τον Απρίλιο του 1937.

Με το καταστατικό της της 14ης Αυγούστου 1929 η ορθόδοξη εκκλησία διαιρέθηκε σε τέσσερις επισκοπές – Κορυτσά, Δυρράχιο και Τίρανα, Βεράτι, και Αργυρόκαστρο. Η επισκοπή Δυρραχίου και  Τιράνων έφερε τον τίτλο της μητρόπολης, και ο επίσκοπός της αυτός του μητροπολίτη επισκοπής και του Αρχιεπισκόπου της Αλβανίας. Η ανώτατη θρησκευτική αρχή περιερχόταν σε μια Ιερά Σύνοδο, αποτελούμενη από τους επισκόπους κάθε επισκοπής και το Μεγάλο Οικονόμο. Η Σύνοδος ήταν αρμόδια για τη θρησκευτική εκπαίδευση, για την οποία διατηρούσε σχολεία. Η διοίκηση της εκκλησιαστικής περιουσίας  περιερχόταν σε ένα Μικτό Συμβούλιο, αποτελούμενο από τα μέλη της Συνόδου και έναν λαϊκό από κάθε Επισκοπή: αυτό το Συμβούλιο συνερχόταν στα Τίρανα υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου.

Οι Καθολικοί ζούσαν κυρίως στο Βορρά, με τη Σκόδρα ως το θρησκευτικό τους κέντρο. Διοικητικά, η εκκλησία διαιρέθηκε σε δύο αρχιεπισκοπές – Σκόδρας και Δυρραχίου. Η τελευταία αποτελούταν από μια ενιαία επισκοπή, ενώ η μεγαλύτερη αρχιεπισκοπή της Σκόδρας αποτελούταν από τέσσερις επισκοπές – Shkodra, Lezha, Zadrima και Pulat. Μια 6η Επισκοπή, αυτή της Mirdita, υπαγόταν απευθείας στην αρμοδιότητα του Βατικανού. Ο επίσκοπος Σκόδρας ήταν Αρχιεπίσκοπος της Αλβανίας.

Εντούτοις, στην αξιολόγηση του ρόλου της θρησκείας στην Αλβανία, προσοχή πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι, ιστορικά, είχε περιορισμένο, μερικό αντίκτυπο στις εξελίξεις της χώρας. Όπως ο Ενβέρ Χότζα  επισήμαινε το 1967,

 

«Η θρησκεία δεν είχε  ισχυρές θεωρητικές και οργανωτικές ρίζες στην Αλβανία, δεν περιλαμβανόταν στα επαναστατικά, προοδευτικά και απελευθερωτικά κινήματα του αλβανικού λαού. Ο κλήρος γενικά, και αυτός των υψηλότερων κύκλων ειδικότερα, Μουσουλμανικός, Ορθόδοξος και ιδιαίτερα καθολικός, διαδραμάτισε ένα προφανές αντιδραστικό και αντεθνικό ρόλο υπέρ του Τούρκου, Αυστροουγγρικού, Έλληνα εισβολέα, των ιταλών φασιστών και των Ναζί, ήταν πάντα σε πόλεμο με το εθνικό ζήτημά μας, την ελευθερία του λαού.

    Πριν από την απελευθέρωση της χώρας μας η οργάνωση των διάφορων θρησκειών στην Αλβανία, εκτός της καθολικής, ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Η δραστηριότητα των οργάνων της μουσουλμανικής θρησκείας ήταν σχεδόν τυπική, ο ορθόδοξη περιοριζόταν μόνο στις   ιεροτελεστίες, ενώ η καθολική εκκλησία προσπάθησε να αναπτύξει τον καθολικισμό ως ιδεολογία και να τον διαδώσει, αλλά απέτυχε να κάνει ό,τι  έκανε σε Ιταλία, Γαλλία και άλλες χώρες. Η μουσουλμανική και ορθόδοξη ιεροσύνη ήταν αρκετά πίσω σε θρησκευτικά θέματα ενώ, αντίθετα, η ιεροσύνη της καθολικής εκκλησίας  καλά εκπαιδευμένη

Enver Hoxha, «Αισθανόμαστε υπερήφανοι που είμαστε σε θέση να παλεύουμε μαζί με σας για την ίδια υπόθεση: Από μια συνομιλία σε μια συνεδρίαση με το Fosco Dinucci, Γενικό  Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας (μαρξιστικού-λενινιστικού)», 11 Σεπτεμβρίου 1967, σε Hoxha, E.,  Ομιλίες, Συνομιλίες και άρθρα (1967-1968), Τίρανα, 1978, σσ. 164-5.

 

«Ο λαός μας δεν ήταν ποτέ, και δεν είναι, τόσο φανατικός και συνδεμένος με τη θρησκεία, η οποία πάντα αντιτίθετο στις φιλοδοξίες και την προσπάθεια απελευθέρωσής του. Όλες οι θρησκευτικές σέκτες που υπάρχουν στη χώρα μας έχουν έλθει στην Αλβανία από τους ξένους εισβολείς και έχουν εξυπηρετήσει τις κυβερνώσες και εκμεταλλεύτριες τάξεις της χώρας. Κάτω από την περιβολή της θρησκείας, από το Θεό και τους προφήτες του, υπάρχει κρυμμένος ο βάναυσος νόμος των εξωτερικών εισβολέων και των εσωτερικών υπηρετών τους. Η ιστορία του λαού μας καταδεικνύει σαφώς πόσα δεινά, κίνδυνους,  αιματοχυσία και  κατοχή έχουν επιβληθεί  από τη θρησκεία, πώς προκάλεσε την ασυμφωνία, υποκινώντας την αδελφοκτονία. . . υποδουλώνοντας μας ευκολότερα και απορροφώντας το αίμα μας στο όνομά της. Γι’ αυτό τίποτα καλό δεν μας έχει συνδέσει και συνδέει με τη θρησκεία, στις πρακτικές της. . . Συνδεδεμένοι με την προσπάθεια του λαού μας για την απελευθέρωση έχουν υπάρξει επίσης πατριώτες κληρικοί  που, χωρίς ανοιχτά να απαρνηθούν την πίστη τους, έχουν συνδεθεί στενά με το λαό και έχουν αφιερωθεί στην ιδέα της εθνικής απελευθέρωσης. Εντούτοις, η θρησκεία ως πίστη, σαν ιδεολογία, δεν ήταν ποτέ ένας προοδευτικός παράγοντας για μας: δεν έχει δώσει την παραμικρή ενίσχυση στην υπόθεση του λαού  και της εθνικής απελευθέρωσης

Enver Hoxha, «Για το ρόλο και τους στόχους του Δημοκρατικού Μετώπου στην προσπάθεια προς την πλήρη επιτυχία του σοσιαλισμού στην Αλβανία: εισήγηση στο 4ο συνέδριο του Δημοκρατικού Μετώπου της Αλβανίας «, 14 Σεπτεμβρίου 1967, σε Hoxha, E., Άπαντα, n. 36, Τίρανα, 1982, σ.σ.. 375-6.

 

Οι ισχυρισμοί του Hoxha επιβεβαιώνονται από   μη-μαρξιστές συγγραφείς:

«Ο Αλβανός. . . είναι αδιάφορος για θρησκευτικά θέματα

G. Α. Chekrezi, Αλβανία Παρελθόν και Παρόν, Νέα Υόρκη, 1919, σελ. 201.

 

«Οι Αλβανοί, εξ αιτίας των ιστορικών συνθηκών, δεν ήταν ποτέ θρησκευόμενοι άνθρωποι.»

S. Skendi: «Σκεντέρμπεης και αλβανική εθνική συνείδηση», σε: » Südost-Forschungen » (νοτιοανατολικές έρευνες), Τόμος 27, 1968, σελ. 86.

 

«Ιστορικά μπορεί να είναι αρκετά αλήθεια ότι η ύπαρξη τεσσάρων θρησκευτικών κοινοτήτων στους ιστορικούς όρους του 19ου αιώνα είχε ενεργήσει ως εμπόδιο στην εμφάνιση του αλβανικού έθνους

Bernard Tönnes, «Η δίωξη της θρησκείας στην Αλβανία», στο  «Η θρησκεία στις κομμουνιστικές χώρες, τεύχος. 10, τ.1, Spring 1982.

 

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ: 1945 – 1966

 

Η    Εθνική απελευθέρωση της Αλβανίας ενάντια στο φασισμό,   καθοδηγημένη πρώτιστα από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Αλβανίας, επιτεύχθηκε τελικά τον Νοέμβριο του 1944. Η χώρα μπήκε έτσι  στο δρόμο για το σοσιαλισμό, δεδομένου ότι ένα πρόγραμμα  εκτεταμένων οικονομικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων άρχισε να εκτελείται. Με τη βοήθεια της αγροτικής μεταρρύθμισης της 29ης Αυγούστου 1945, όλο το έδαφος, αμπελώνες, ελαιώνες, οπωρώνες, κτιριακές εγκαταστάσεις και καλλιέργειες που ανήκαν σε εκείνους που δεν όργωναν οι ίδιοι το έδαφος, απαλλοτριώθηκαν από το κράτος. Αυτός ο νόμος είχε σημαντικές επιπτώσεις για τον πλούτο των διάφορων θρησκευτικών οργανισμών, οι οποίοι έπρεπε να παραδώσουν στο κράτος 3.163 εκτάρια  εδάφους, 61.024 ελιές, και τα λοιπά.

(Ι. Baçi, Γεωργία στη ΣΛΔ της Αλβανίας, Τίρανα 1981 σελ. 19).

 

Η Λαϊκή Δημοκρατία της Αλβανίας καθιερώθηκε τυπικά τον Ιανουάριο του 1946. Το σύνταγμά της, εγκεκριμένο στις 14 Μαρτίου 1946, ενέκρινε τη λαϊκή κυριαρχία   ως ουσιαστική πηγή του:

«η εξουσία πηγάζει από το λαό και ανήκει στο λαό

 

Σε σχέση με τη θρησκεία, το σύνταγμα εφάρμοσε – ως επί το πλείστον – τις κλασσικές μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές που σημειώθηκαν ανωτέρω. Οι θρησκευτικοί οργανισμοί χωρίστηκαν και από το κράτος και από το σχολείο, και η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης ήταν σύμφωνα με το σύνταγμα εγγυημένη:

«Τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των πολιτών. . .

άρθρο 15:

Όλοι οι πολίτες είναι ίσοι, ανεξαρτήτως έθνους, φυλής, θρησκείας. Οποιαδήποτε ενέργεια που δίνει προνόμια ή περιορίζει τα δικαιώματα μεμονωμένων πολιτών εξ αιτίας της. . . θρησκείας τους, είναι αντίθετη με το σύνταγμα. . . Οποιαδήποτε πρόκληση που είναι πιθανό να σπείρει την έχθρα και τη σύγκρουση μεταξύ. . . θρησκειών, είναι αντίθετη με το σύνταγμα. . .

άρθρο 18

Όλοι οι πολίτες εγγυούνται  ελευθερίας  συνείδησης και  πίστης.

Η εκκλησία είναι χωρισμένη από το κράτος.

Οι θρησκευτικές κοινότητες είναι ελεύθερες σε θέματα πεποίθησής τους, όπως και στην εξωτερική άσκηση και την πρακτική τους. . . .

Άρθρο 31. . .

Το σχολείο είναι χωρισμένο από την εκκλησία.»

Σύνταγμα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Αλβανίας, εγκεκριμένο  στις 14 Μαρτίου 1946, Τίρανα, 1964, σ.  9, 13.

Συγχρόνως, η χρήση της θρησκείας και των θρησκευτικών οργανισμών για πολιτικούς λόγους ήταν απαγορευμένη:

«άρθρο 18. . .

Απαγορεύεται η χρησιμοποίηση της εκκλησίας και της θρησκείας για πολιτικούς λόγους.

Επίσης, οι πολιτικές οργανώσεις σε θρησκευτική βάση απαγορεύονται

 

Συνεπώς, ένας αποκλειστικά ιδεολογικός αγώνας κατά της θρησκευτικής πίστης άρχισε να διεξάγεται: αυτός υπήχθη στην προσπάθεια να οικοδομηθεί και να διατηρηθεί μια σοσιαλιστική κοινωνία στην Αλβανία. Σύμφωνα με τις κλασσικές μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές, επομένως, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Αλβανίας (που μετονομάζεται αργότερα σε Κόμμα Εργασίας της Αλβανίας, PLA), το κράτος και οι διάφορες κοινωνικές οργανώσεις πραγματοποίησαν μια ιδεολογική εκστρατεία ενάντια στις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Τον Απρίλιο του 1947, παραδείγματος χάριν, το Κόμμα σύστησε ότι η εκπαίδευση πρέπει να βασιστεί στις αρχές του διαλεκτικού υλισμού.

 

Τον Απρίλιο του 1955 η κεντρική Επιτροπή του ΚΕΑ ενέκρινε ένα ψήφισμα σχετικά με την ιδεολογική εργασία που υπογράμμιζε την ανάγκη να:

«Ενισχυθεί η υλιστική και επιστημονική παγκόσμια προοπτική μεταξύ των εργαζομένων»

και   να καταπολεμηθούν οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και ήθη που εμπόδιζαν

«τη διάδοση. . . του σοσιαλιστικού πολιτισμού μεταξύ των μαζών

Dokumenta Kryesore të PPSH (κύρια ντοκουμέντα του ΚΕΑ), Τόμος 1, Τίρανα, 1960, σ.σ 329, 357.

 

Σε μια ομιλία τον Σεπτεμβρίου του 1967 ο Hoxha μίλησε για:

«την πολύχρονη εργασία του Κόμματος, του κράτους, του Δημοκρατικού Μετώπου και όλων των κοινωνικών οργανώσεων   να διαδώσουν την εκπαίδευση και τον πολιτισμό και να εκπαιδεύσουν τις μάζες στο πνεύμα του αθεϊσμού. Στη στάση του απέναντι στη θρησκεία, το Κόμμα έχει ασπαστεί  τη μαρξιστική-λενινιστική αρχή ότι η θρησκευτική παγκόσμια προοπτική και η κομμουνιστική παγκόσμια προοπτική. . . είναι αντιτιθέμενες. . . επειδή εκφράζουν και υποστηρίζουν τα συμφέροντα  διαφορετικών ανταγωνιστικών τάξεων. Έχει υπαγάγει πάντα την πάλη ενάντια στην ιδεολογία της θρησκείας στην πάλη για την απελευθέρωση των εργαζόμενων από την κοινωνική καταπίεση και την οικονομική εκμετάλλευση

Enver Hoxha, «Για το ρόλο και τους στόχους του Δημοκρατικού Μετώπου στην προσπάθεια προς την πλήρη επιτυχία του σοσιαλισμού στην Αλβανία: εισήγηση στο 4ο συνέδριο του Δημοκρατικού Μετώπου της Αλβανίας «, 14 Σεπτεμβρίου 1967, σε Hoxha, E., Άπαντα, n. 36, Τίρανα, 1982,σ.σ.. 375.

 

Εντούτοις, στη μαρξιστική-λενινιστική τακτική αρχή για την οποία έγινε λόγος παραπάνω – ότι το κράτος δεν πρέπει να χρηματοδοτεί   θρησκευτικούς οργανισμούς, οι οποίοι  πρέπει να είναι αυτοχρηματοδοτούμενοι – η ΛΔ της Αλβανίας παρέκκλινε  δεξιά μέχρι το 1967. Το άρθρο 18 του Συντάγματος του 1946 διακήρυττε ότι

«το κράτος μπορεί να δίνει υλική ενίσχυση στις θρησκευτικές κοινότητες

Σύνταγμα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Αλβανίας, εγκεκριμένο  στις 14 Μαρτίου 1946, Τίρανα, 1964, σελ. 9.

 

Αυτή η πρόβλεψη τέθηκε σε ισχύ με τους νόμους που ρυθμίζουν τις σχέσεις του κράτους με τους θρησκευτικούς οργανισμούς που πέρασαν από τη Λαϊκή Συνέλευση μεταξύ 1949 και 1951 – συγκεκριμένα,

Διάταγμα ν. 743 «για τις θρησκευτικές Κοινότητες» (26 Ιανουαρίου 1949)

– Διάταγμα ν. 1064 » για την έγκριση του Καταστατικού της αλβανικής μουσουλμανικής Κοινότητας» (4 Μάιος 1950)

– Διάταγμα ν. 1065 «για την έγκριση του Καταστατικού της Αυτοκέφαλης εκκλησίας  της Αλβανίας» (4 Μάιος 1950)

– Διάταγμα ν. 1066 «για την έγκριση του συντάγματος της αλβανικής Κοινότητας Bektashi» (4 Μάιος 1950) και

– Διάταγμα ν. 1322 «για την έγκριση του συντάγματος της καθολικής εκκλησίας της Αλβανίας» (30 Ιουλίου 1951).

 

Ο πρώτος των παραπάνω νόμων απαιτούσε όλες οι θρησκευτικές κοινότητες  να αναπτύξουν μεταξύ των μελών τους ένα συναίσθημα της πίστης προς της ΛΔ της Αλβανίας, και προέβλεπε το εντός ενός μηνός κλείσιμο για όλες τις θρησκευτικές αποστολές και συνδέσμους με έδρα  εκτός Αλβανίας. Αυτή η πρόνοια επέφερε την απομάκρυνση των φραγκισκανικών και Ιησουΐτικων αποστολών.

Τα Καταστατικά που αναφέρθηκαν στους ανωτέρω νόμους υιοθετήθηκαν από τους αντιπροσώπους των θρησκευτικών  κοινοτήτων. Το Καταστατικό  της καθολικής εκκλησίας της Αλβανίας υιοθετήθηκε σε μια συνέλευση καθολικών κληρικών στη Σκόδρα στις 26 Ιουνίου 1951. Προέβλεπε την παύση των οργανωτικών, πολιτικών και οικονομικών δεσμών με το Βατικανό, και οι θρησκευτικές σχέσεις με το Βατικανό να διεξάγονται μέσω των κρατικών καναλιών, και για την κρατική έγκριση των διορισμών στα ανώτερα κλιμάκιά της. Το Βατικανό υποστήριξε ότι η σχετική συνέλευση ήταν «μη αντιπροσωπευτική» και αρνήθηκε να αναγνωρίσει το σχετικό σύνταγμα. Αυτοί οι νόμοι πρόβλεπαν την κρατική οικονομική ενίσχυση στους θρησκευτικούς οργανισμούς των ενδιαφερόμενων κοινοτήτων. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘60, οι κρατικές επιχορηγήσεις μόνο στη μουσουλμανική κοινότητα ανήλθαν σε 12 εκ. λεκ.

(Arkivi Qendror ι Shtetit ι RPSSH (κεντρικά κρατικά αρχεία της ΣΛΔΑ), Fondi ë Këshillit të Ministrave (αρχεία του υπουργ.  Συμβουλίου), 1966, Φάκελος 470, σελ. 2).

 

Αυτή η δεξιά παρέκκλιση από τις κλασσικές μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές διαδραμάτισε έναν σημαντικό ρόλο στην εκστρατεία του 1967 για το κλείσιμο όλων των θρησκευτικών οργανισμών, στην οποία μια προεξέχουσα καταγγελία ήταν ότι ήταν άδικο οι προμηθευτές  του «θρησκευτικού οπίου» να υποστηρίζονται οικονομικά από την κοινωνία, αντίθετα με όλους τους άλλους πολίτες ικανούς για εργασία, που δεν υποστηρίζονταν.

Συγχρόνως, αυτή η δεξιά παρέκκλιση δεν είχε επιπτώσεις στην αντιθρησκευτική ιδεολογική εκστρατεία που υπήχθη – σύμφωνα με τις μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές τακτικής – στην πολιτική και κοινωνική πάλη για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην Αλβανία.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τον Enver Hoxha στο γεγονός ότι αυτός ο αγώνας κατά του θρησκευτικού «οπίου» – όντας, ουσιαστικά, μια ιδεολογική και πολιτική εκστρατεία – έπρεπε να πραγματοποιηθεί με συνέπεια, με τη χρησιμοποίηση της πειθούς και της διακριτικότητας, και με την αποφυγή εντολών, διοικητικών ή κατασταλτικών μεθόδων:

«. . . η κύρια πτυχή [σ.σ στον αγώνα κατά της θρησκείας..] είναι η ιδεολογική και επιστημονική εργασία του Κόμματος. Το δηλητήριο της θρησκείας δεν καταπολεμάται με τη βοήθεια διαταγών από το κράτος, αλλά μέσω μιας ατελείωτης εργασίας, με   επιμονή και συνέχεια εκ μέρους του Κόμματος

Enver Hoxha, «Ας βελτιώσουμε τη διαχείριση της κομματικής προπαγάνδας και της ζύμωσης  : Συζήτηση σε ένα σύσκεψη του πολιτικού γραφείου της ΚΕ του ΚΕA «, 15 Ιανουαρίου 1952, σε Hoxha, E., Άπαντα   ν. 9, Τίρανα, 1972, σελ. 49.

«Το ξερίζωμα των θρησκευτικών προκαταλήψεων, των μάταιων πεποιθήσεων και των επιβλαβών συνηθειών είναι μια δύσκολη και λεπτή εργασία. Δεν εξαφανίζονται ξαφνικά, ούτε με  διατάγματα ούτε με συνεδριάσεις. Αυτό είναι μια εργασία που απαιτεί   επιμονή, εξυπνάδα και διακριτικότητα.»

Enver Hoxha, «Λογοδοσία στο 4ο συνέδριο του ΚΕA» για τη δραστηριότητα της ΚΕ του ΚΕΑ «», 13 Φεβρουαρίου 1961, σε Hoxha, E., Άπαντα ν. 20, Τίρανα, 1976, σελ. 270. . .

«Η πάλη να ξεριζωθούν αυτά [ σ. σ.: τα θρησκευτικά] απομεινάρια του παρελθόντος, κληρονομημένα από άλλους αιώνες, είναι, προ πάντων, μια ιδεολογική πάλη, ο στόχος της οποίας είναι η πνευματική απελευθέρωση της ανθρωπότητας. . . .

. . . Για αυτόν το λόγο, πρέπει να αξιοποιούμε καλύτερα όλες τις δυνατότητες προπαγάνδας του Κόμματος, των πολιτιστικών οργανισμών, των σχολείων, δασκάλων και άλλων διανοούμενων,  τον Τύπο και το Ράδιο, τη Λογοτεχνία και την Τέχνη: όσοι παλεύουν για την εκπαίδευση των εργατών στο πνεύμα της νέας, κομμουνιστικής ηθικής και οπτικής πρέπει να εκπληρώσουν αυτό το πρωταρχικό καθήκον»

Ενβέρ Χότζα «για την Οικονομική, Κοινωνική και Πολιτιστική κατάσταση της Επαρχίας και τα μέτρα για την βελτίωσή τους: εισήγηση στη 10η ολομέλεια της ΚΕ του ΚΕΑ  6 Ιουνίου 1963, στο Χότζα, Άπαντα, ν.25, Τίρανα 1977, σ. 138.

 

«. . . επίσης στον αγώνα κατά της θρησκείας πρέπει να ενεργούμε διακριτικά. . . .

Οι μαρξιστές, ειδικότερα, παλεύουν ενάντια σε αυτήν την ιδεολογία με έναν διαλεκτικό, επαναστατικό  τρόπο, όχι με τη βοήθεια  διοικητικών μέτρων, αλλά μέσω της μεθόδου της πειθούς, και όχι μέσω μιας επιφανειακής και τυπικής πειθούς, δεδομένου ότι αυτό θα αποδειχθεί ατελέσφορο και θα μεταφραστεί  σύντομα σε διαταγές.»

Enver Hoxha, «Ας καταλάβουμε όλοι πώς να εφαρμόσουμε καλύτερα τις οδηγίες του Κόμματος: Συζήτηση με στελέχη και μερικούς εργαζομένους του γεωργικού συνεταιριστικού «Στάλιν» Kruja στην περιοχή Sushnja «, 8 Μαρτίου 1966, σε Hoxha, E., Άπαντα, ν. 31, Τίρανα, 1980, σελ. 415.

 

«. . . το Κόμμα πρέπει να πραγματοποιήσει έναν λογικό, επιστημονικό  στόχο . . . όχι κατά τρόπο άκαρδο, να βλάψει τα συναισθήματα των ανθρώπων, αλλά με τη βοήθεια της βαθιάς πολιτικής δραστηριότητας. Δεν μπορούμε να δώσουμε  διαταγές να καταστρέφονται οι εκκλησίες και τα μουσουλμανικά τεμένη που υπάρχουν στην επαρχία. . . . Ο μαρξισμός παλεύει τις αντιδραστικές και θρησκευτικές ιδεολογίες όχι με  διοικητικές μεθόδους, αλλά μέσω της πειθούς.»

Enver Hoxha, «Η εμπειρία του Κόμματος θα διδάξει πώς να βελτιώσουμε την εργασία μας: Ομιλία στη συνεδρίαση της γραμματείας της ΚΕ του ΚΕΑ «, 14 Μαρτίου 1966, σε Hoxha, Άπαντα, ν. 31, Τίρανα, 1980, σ.σ. 464-5.

 

Όπως αποδεικνύεται από τις παραπάνω δηλώσεις, επίσης, ποτέ ο Enver Hoxha και το ΚΕΑ – κατά τη διάρκεια του αγώνα κατά της θρησκείας στην Αλβανία μέχρι το 1966 – δεν απαίτησαν το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών και τη συνολική κατάργηση της ίδιας της θρησκείας.

 

ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΤΟ 1966-67

 

Στις 14 Μάη 1966 η οργάνωση νεολαίας του χωριού Xibrake, στην περιοχή Elbasan, έκλεισε το μουσουλμανικό τέμενος του χωριού. Την επόμενη ημέρα η οργάνωση νεολαίας του χωριού Mynqan (περιοχή Cërrik) έκανε το ίδιο πράγμα. Στις 10 Ιουνίου η νεολαία του χωριού Theth (περιοχή Dukagjin) μετέτρεψε την τοπική εκκλησία σε πολιτιστικό στέκι. Τέτοιες ενέργειες εμφανίστηκαν σποραδικά κατά τη διάρκεια του υπολοίπου του 1966. (Arkivi Qendror ι Shtetit ι RPSSH (κεντρικά κρατικά αρχεία του PSRA), Fondi ι Këshillit të Ministrave (αρχεία του υπουργικού Συμβουλίου), 1966, Φάκελος 470, σελ. 2).

 

Στις 8 Φεβρουαρίου 1967 το όργανο της κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, Zëri   ι Popullit (Η Φωνή του Λαού) είχε στο πρωτοσέλιδο το εξής ρεπορτάζ:

«Επαναστατική πρωτοβουλία των μαθητών και των δασκάλων του σχολείου Naim Frashëri στο Δυρράχιο: Με το αιχμηρό ξίφος της ιδεολογίας του κόμματος ενάντια στη θρησκευτική ιδεολογία, τις προκαταλήψεις, τις δεισιδαιμονίες και τα οπισθοδρομικά ήθη.»

Zëri ι Popullit, 8 Φεβρουαρίου 1967, σελ. 1.

 

Το ρεπορτάζ περιέγραφε πώς οι μαθητές και οι δάσκαλοι αυτού του σχολείου είχαν πραγματοποιήσει μια δράση κάτω από την ηγεσία:

«της Κομματικής Επιτροπής   της περιοχής Δυρραχίου«, ενάντια στις

«φανερές εκδηλώσεις της θρησκευτικής ιδεολογίας«, και ενάντια σε:

«μια στάση «αδιαφορίας » προς αυτές τις εκδηλώσεις

(Zëri ι Popullit, 8 Φεβρουαρίου 1967, σελ. 2).

 

Η δράση συνίστατο στο σχηματισμό   ομάδων συζήτησης σχετικά με την αναλήθεια και την κοινωνική βλαπτικότητα της θρησκείας, την τοποθέτηση αφισών, συνθήματα και  εφημερίδες τοίχου   ενάντια στη θρησκεία, τη δημιουργία μιας ειδικής γωνίας της σχολικής βιβλιοθήκης αφιερωμένης στην αθεϊστική λογοτεχνία κ.λπ…. Οι μαθητές και οι δάσκαλοι διεξήγαν επίσης την καμπάνια πέρα από το σχολείο, στις οικογένειές τους, συνέπεια της οποίας «θήκες εικόνων μετατρέπονταν από τις οικογένειες τις ίδιες σε κιβώτια πρώτων βοηθειών». Η καμπάνια έλαβε χώρα και στους δρόμους, επίσης. Μια μεγάλη αφίσα   (ένας όρος που προέρχεται από την κινεζική «πολιτιστική επανάσταση» που τότε λάμβανε χώρα) τοποθετήθηκε στο κατάστημα ενός τοπικού αρτοποιού που σύμφωνα με ισχυρισμούς πωλούσε ξόρκια για τη θεραπεία της παρωτίτιδας (Zëri ι Popullit, 8 Φεβρουαρίου 1967, σελ. 2).

 

Η ανωτέρω καμπάνια στο Δυρράχιο αναφέρθηκε από το Hoxha επτά μήνες αργότερα, στην ομιλία του της 14ης Σεπτεμβρίου 1967, με τους ακόλουθους όρους:

«Ήταν αρκετός ένας σπινθήρας από τους επαναστάτες μαθητές του σχολείου  «Naim Frashëri» του Δυρραχίου. . .  να ανάψει μια απέραντη πυρκαγιά και να εξαφανίσει   από  πρόσωπου  γης όλες τις πηγές του κακού του θρησκευτικού σκοταδισμού

Enver Hoxha, «Για το ρόλο και τους στόχους του Δημοκρατικού Μετώπου στην προσπάθεια για την πλήρη επιτυχία του σοσιαλισμού στην Αλβανία: Έκθεση στο 4ο συνέδριο του δημοκρατικού μετώπου της Αλβανίας «, 14 Σεπτεμβρίου 1967, σε Hoxha, E., Άπαντα, ν. 36, Τίρανα, 1982, σ.σ. 376.

 

Κατά τον Φλεβάρη, το Μάρτη, τον Απρίλη και το Μάη του 1967, τέτοιες ενέργειες, που περιείχαν και δράσεις για το κλείσιμο θρησκευτικών καταστημάτων-ναών, επεκτάθηκαν σε όλη τη χώρα.

Πολυάριθμες μαζικές συνεδριάσεις ενάντια στη θρησκεία πραγματοποιήθηκαν στις πόλεις και τα χωριά και μια σειρά μπροσούρων και βιβλίων που σατίριζαν τη θρησκεία και αποκαλύπτοντας την εκκλησία  εκδόθηκαν. Στις 11 Απριλίου 1967 η προεδρία της Λαϊκής συνέλευσης   υιοθέτησε το διάταγμα ν. 4.236 με το οποίο η κινητή ιδιοκτησία των θρησκευτικών κοινοτήτων (συμπεριλαμβανομένου του ζωικού κεφαλαίου) περιερχόταν, χωρίς αποζημίωση, στην ιδιοκτησία των εκτελεστικών επιτροπών των Λαϊκών Συμβουλίων περιοχής. Αυτή η ιδιοκτησία περιέλαβε τα χρηματικά περιουσιακά στοιχεία   συνολικής αξία 1.929.307 λεκ. Τέλος, μέχρι το τέλος Μάη 1967, όλα τα θρησκευτικά καταστήματα είχαν κλείσει – συνολικά 2.035, συμπεριλαμβανομένων 1.270 μουσουλμανικών τεμενών, 608 Ορθόδοξων εκκλησιών και μοναστηριών, 157 Καθολικών εκκλησιών και μοναστηριών, κλπ…. (Arkivi Qendror ι Shtetit ι RPSSH (κεντρικά κρατικά αρχεία της ΣΛΔΑ), Fondi ι Ministrisë së Arsimit ë Kulturës (αρχεία του Υπ. Παιδείας και του πολιτισμού), Φάκελος 20,  σ.σ. 24, 36).

Τα θρησκευτικά κτήρια ιστορικής ή πολιτιστικής σπουδαιότητας συντηρήθηκαν ως μνημεία, τα περισσότερα από τα άλλα μετατράπηκαν σε πολιτιστικά στέκια. Εκείνα που δεν ήταν ιστορικής ή πολιτιστικής σπουδαιότητας και που ήταν αντίθετα των σχεδίων πόλης κατεδαφίστηκαν. Επίσης, οι επίσημες καταγραφές αυτών των ενεργειών φαίνεται να επιβεβαιώνουν ότι το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών στην Αλβανία δεν συνάντησε σχεδόν καμία αντίσταση εκ μέρους των   οπαδών των θρησκειών, με τη μόνη εξαίρεση ενός μικρού αριθμού εχθρικών, αντιδραστικών μελών του Κλήρου.

Αλλά ένα προφανές και  παράλογο χαρακτηριστικό γνώρισμα σε αυτόν τον αγώνα κατά της θρησκείας αναδεικνύεται από το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσιμης χρονικής περιόδου (Φεβρουάριος-Μάιος 1967) όταν έκλειναν όλα τα  θρησκευτικά καταστήματα στη χώρα, αυτές οι ακραίες ενέργειες πραγματοποιούνταν ενάντια σε πολλές, ρητές ενδείξεις που δίνονται από τον πρώτο γραμματέα του ΚΕΑ, τον ίδιο τον Enver Hoxha. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, επίσης, ο Hoxha συνέχισε να επιμένει στην ανάγκη μιας εντατικής ιδεολογικής και πολιτικής πάλης σε αυτόν τον τομέα, με στόχο να πείσει   τους ένθεους για τη ματαιότητα της θρησκείας, αλλά χωρίς να βλάψει τα συναισθήματά τους. Πράγματι, δεν φάνηκε ποτέ να επικροτεί το κλείσιμο των εκκλησιών και των μουσουλμανικών τεμενών ως ορθή  και τελική λύση στην αντιθρησκευτική πάλη που λάμβανε χώρα στην Αλβανία από το 1945. Οι δηλώσεις του Hoxha κατά τη διάρκεια του Φεβρουαρίου και του Απριλίου του 1967 είναι οι ακόλουθες:

«Είναι αδύνατο να παλεύει κανείς ( σ.σ. ενάντια στη θρησκεία )  ως το τέλος, εάν οι κομμουνιστές και οι μάζες δεν έχουν πολιτικά και ιδεολογικά αποσαφηνίσει τη ζημιά της θρησκείας. . . .

 Το κόμμα,  ως ένας καλός γιατρός, πρέπει να καταβάλει όλες τις προσπάθειες να θεραπευτούν οι άρρωστοι πάντα με έναν πειστικό, και ποτέ κατά τρόπο δυσάρεστο.

. . . Η επιτυχής ανάπτυξη του αγώνα κατά των θρησκευτικών πεποιθήσεων  επιβάλλει να είμαστε προσεκτικοί, δεδομένου ότι ασχολούμαστε με τα συναισθήματα των ανθρώπων που, με κάποιο τρόπο, συνδέονται με τους θρησκευτικούς οργανισμούς. .
Ας είμαστε ρεαλιστές και να αξιολογούμε τα πράγματα πάντα πολιτικά. Για κάθε βήμα προς τα εμπρός κατά μήκος του δρόμου της πάλης ενάντια στη θρησκεία, απαιτούμε την έγκριση των ανθρώπων και δεν πρέπει να θίξουμε τα συναισθήματά τους από καμιά άποψη. . . .

Η προσπάθεια που έχουμε πραγματοποιήσει, όλα τα μέτρα που λαμβάνουμε, αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό ποιοτικό βήμα προς τα εμπρός βασισμένο  στη μεγάλη εμπειρία του Κόμματος, στη μεγάλη εργασία που το Κόμμα έχει κάνει μέχρι σήμερα. . . .

. . . Ας συνειδητοποιήσουμε ότι δεν ασχολούμαστε εδώ με καμπάνιες, αλλά με πολιτικά, ιδεολογικά θέματα των μαζών, του λαού. Όλα αυτά [ σ.σ τα ζητήματα.] πρέπει να απεικονίζονται καλύτερα στα όργανα του Τύπου μας, δεδομένου ότι αυτή η εργασία απαιτεί  εξαιρετικά μεγάλη ικανότητα.

Ο κύριος στόχος μας είναι να κάνουμε  μεγαλύτερες προσπάθειες για να γίνει ένα ποιοτικό άλμα προς τα εμπρός στην εκπαίδευση των κομμουνιστών, των εργαζόμενων και της νεολαίας.»

Enver Hoxha, «Τα προβλήματα των οργάνων των εσωτερικών υποθέσεων δεν είναι έξω από τον έλεγχο του Κόμματος: Συζήτηση σε μια συνεδρίαση της γραμματείας της ΚΕ του ΚΕΑ «, 23 Φεβρουαρίου 1967, σε Hoxha, E., Άπαντα, ν. 35, Τίρανα, 1982, σ.σ.. 85-8.

 

«Σε αυτό το θέμα [ σ.σ. τον αγώνα  κατά της θρησκείας  .] βία,  υπερβάλλουσες ή αυθαίρετες ενέργειες πρέπει να καταδικαστούν. Εδώ είναι απαραίτητο να χρησιμοποιηθεί η πειθώ και μόνο η πειθώ, πολιτική και ιδεολογική εργασία, έτσι ώστε το έδαφος να προετοιμάζεται για κάθε συγκεκριμένη ενέργεια ενάντια στη θρησκεία.»

Enver Hoxha, «Οι Κομμουνιστές καθοδηγούν με τα μέσα του παραδείγματος, των θυσιών και της Αυταπάρνησης: Συζήτηση στην Κομματική Οργάνωση, τομέας Γ’, της εργοστασιακής μονάδας «Ενβέρ», 2 Μάρτη 1967, στο Hoxha, E., Άπαντα n. 35, Τίρανα 1982, σ.σ 130-1.

 

«. . . ο αγώνας κατά της θρησκείας δεν τελειώνει με την καταστροφή των εκκλησιών και των μουσουλμανικών τεμενών. Η καταστροφή τους είναι ένας σχετικά απλός στόχος.   Είναι δυσκολότερο να παλεύεις κατά των θρησκευτικών συνηθειών,   να τις ξεριζώσεις από τη συνείδηση των ανθρώπων   . . . Όλα αυτά δεν εξαφανίζονται με διατάγματα, ή με χτυπήματα, ή με δηλώσεις μόνο. . . .

Έπειτα, πώς εκείνα τα έθιμα, τόσο βαθιά ριζωμένα για αιώνες, να εξαφανιστούν; Έχουν οι Κομματικές επιτροπές εξετάσει πώς να οργανώσουν συστηματικά αυτήν την μεγάλη και δύσκολη πολιτικο-ιδεολογική προσπάθεια, με τη βοήθεια   διαλέξεων, με την εμβάθυνση και τη διεύρυνση των πρωτοβουλιών, από  ειδικές συνεδριάσεις, με την αύξηση των δραστηριοτήτων της νεολαίας και των οργανώσεων των γυναικών σε αυτό το έργο, κ.λπ.; Αυτό – πιστεύω – δεν γίνεται όπως πρέπει  και εάν δεν γίνεται όπως πρέπει, δεν θα έχουμε τα επιθυμητά αποτελέσματα και η ευθύνη για αυτό δεν βρίσκεται στις ένθεες μάζες, αλλά σε μας, τους ηγέτες, οι οποίοι δεν έχουμε μάθει πώς να χρησιμοποιούμε και οργανώνουμε κατάλληλα την πεποίθηση, τον ενθουσιασμό  και την ετοιμότητα των μαζών.»

Enver Hoxha, «Το Κόμμα δεν μπορεί να λύσει τίποτα χωρίς τις μάζες και χωρίς τη βοήθεια τους: Συζήτηση σε μια συνεδρίαση της γραμματείας της ΚΕ του ΚΕΑ,»22 Μαρτίου 1967, σε Hoxha, E., Άπαντα, ν. 35, Τίρανα, 1982, σ.σ.. 138-9.

 

«. . . [σ.σ.: Ας  .] εργαστούμε με επιμονή, δεδομένου ότι αυτό δεν είναι ένα έργο μιας ημέρας ή ενός μήνα, αλλά ένα έργο που θα συνεχίζεται χρόνο με το χρόνο. . . . δεν ασχολούμαστε εδώ με ένα θέμα χρόνου και ταχύτητας, αλλά με το ξερίζωμα αυτού που είναι αρνητικό  και εμβαθύνοντας τη σοσιαλιστική επανάσταση

Enver Hoxha, 30 Μαρτίου 1967, σε Hoxha, E., Ditar [ ημερολόγιο ], ν. 9, Τίρανα, 1990, σελ. 116.

 

«Δεν θα επιτρέψουμε τη χρήση  διοικητικών μέτρων για να εξαφανιστούν οι άχρηστοι θρησκευτικοί οργανισμοί, ήθη και πεποιθήσεις. Υπάρχει μόνο ένας δρόμος για τη λύση αυτών των προβλημάτων: πολιτική, ιδεολογική εργασία και πειθώ. . . . Τα οπισθοδρομικά έθιμα και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν εξαφανίζονται ξαφνικά, αλλά βαθμιαία, μέσω  μακροχρόνιας και συνεχούς εργασίας. . .

. . . Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να βλάψουμε τα συναισθήματα των ανθρώπων κατεδαφίζοντας έναν μιναρέ που, εάν δεν καταστρέφεται σήμερα, θα καταστραφεί το άλλο έτος, όταν οι άνθρωποι πειστούν για το άχρηστο των θρησκευτικών πεποιθήσεων.»

Enver Hoxha, «Στον αγώνα κατά των θρησκευτικών πεποιθήσεων υπάρχει μόνο ένας δρόμος – πολιτική, Ιδεολογική εργασία, Πειθώ: Από μια συζήτηση με τον πρώτο γραμματέα της Κομματικής Επιτροπής   στην περιοχή Dibra,»7 Απριλίου 1967, σε Hoxha, E., Άπαντα, ν. 35, Τίρανα, 1982, σελ. 226.

 

«. . . σε αυτό το ζήτημα[ σ. σ. αγώνα  κατά της θρησκείας ] δεν θα επιτρέψουμε. . . την εμπλοκή  διοικητικών μέτρων. Υπάρχει μόνο μια μέθοδος: . . . πολιτική, ιδεολογική και πειστική εργασία με το λαό.»

Enver Hoxha, 7 Απριλίου 1967, σε Hoxha, E., Ditar [ ημερολόγιο ], ν. 9, Τίρανα, 1990, σελ. 133.

 

«. . . Το Κόμμα έχει δώσει  οδηγίες  να είμαστε πολύ σώφρονες, πολύ ώριμοι σε αυτό το ζήτημα [ σ.σ.: αγώνα κατά της θρησκείας  .].»

Enver Hoxha, «Η αληθινή φιλία είναι μόνο αυτή που χαρακτηρίζεται από την πίστη προς τον μαρξισμό -λενινισμό: Από μια συζήτηση κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίασης με τον κινέζο πρεσβευτή στα Τίρανα «, 12 Απριλίου 1967, σε Hoxha, E., Άπαντα, ν. 35, Τίρανα, 1982, σελ. 234.

 

Σαφώς, βάσει των ανωτέρω αναφορών σχετικά με τους κρίσιμους μήνες του Φεβρουαρίου-Απριλίου  1967, το συμπέρασμα που πρέπει να συναχθεί είναι ότι το κλείσιμο των θρησκευτικών καταστημάτων στην Αλβανία δεν θα μπορούσε να έχει αρχίσει από την ηγετική ομάδα του Κόμματος και του κράτους γύρω από το Hoxha.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το σύνταγμα του 1946 της ΛΔ της Αλβανίας, όποιος ήταν σε ισχύ το 1967, παρείχε, στο τμήμα που  ορίζει τα δικαιώματα των πολιτών, θρησκευτική ελευθερία. Παρά τις δηλωμένες συνταγματικές εγγυήσεις, επομένως, το κλείσιμο των θρησκευτικών καταστημάτων το 1967 αποτέλεσε μια παραβίαση των δικαιωμάτων των αλβανών πολιτών που  ορίζονταν στο σύνταγμά τους.

Είναι αλήθεια ότι, μετά από την το κλείσιμο των θρησκευτικών καταστημάτων που ολοκληρώθηκε το Μάη, στις 13 Νοεμβρίου 1967 το προεδρείο της Λαϊκής συνέλευσης   υιοθέτησε το διάταγμα ν. 4337 (δημοσιευμένο  στη Gazeta Zyrtare [ επίσημη εφημερίδα ] στις 22 Νοεμβρίου 1967, σελ. 241) το οποίο ακύρωνε το νομικό καθεστώς της θρησκείας και ακύρωνε τους νόμους του 1949-1951 που περιγράφηκαν ήδη –   νόμους που ρύθμιζαν τη σχέση του κράτος και με τους θρησκευτικούς οργανισμούς. Αλλά αυτό το διάταγμα δεν ήταν μια τροποποίηση στο σύνταγμα – μια πράξη που, άλλωστε, δεν ήταν αρμοδιότητα του Προεδρείου. Επανέφερε μόνο τα πράγματα στη θέση   που είχαν πριν από το 1949-51, όταν οι κρατικές σχέσεις με τις θρησκευτικές κοινότητες δεν ήταν καθορισμένες  . Ακολούθησε   τον Νοέμβριο του 1967 η αναγγελία από το ράδιο Τίρανα  ότι η ΛΔ της Αλβανίας είχε γίνει η πρώτη άθεση χώρα του κόσμου και, πράγματι, μοναδική χωρίς θρησκευτικούς οργανισμούς.

Καμία συνταγματική τροποποίηση σχετικά με τη θρησκεία δεν υιοθετήθηκε από τη Λαϊκή συνέλευση   έως ότου εγκρίθηκε το νέο σύνταγμα τον Δεκέμβριο του 1976. Η Αλβανία έγινε έπειτα – σύμφωνα με το σύνταγμά της, επίσης – η μόνη χώρα στον κόσμο που έθεσε εκτός νόμου τη θρησκεία και ενέτασσε τη διάδοση του αθεϊσμού στη νομοθεσία του. Σύμφωνα με το σύνταγμα του 1976,

«άρθρο 37

Το κράτος δεν αναγνωρίζει καμία θρησκεία   και υποστηρίζει την αθεϊστική προπαγάνδα  με σκοπό να εντυπώσει την επιστημονική υλιστική παγκόσμια προοπτική στους ανθρώπους .. . .

Άρθρο 55

Η δημιουργία οποιουδήποτε τύπου οργάνωσης     . . θρησκευτικού. . .   χαρακτήρα  απαγορεύεται.

. . . οι θρησκευτικές. . . δραστηριότητες και προπαγάνδα. . . απαγορεύονται.»

Σύνταγμα της σοσιαλιστικής Λαϊκής Δημοκρατίας   της Αλβανίας, Εγκεκριμένο από τη Λαϊκή συνέλευση στις 28 Δεκεμβρίου, 1976, Τίρανα, 1989,  β’ έκδ.,  σ.σ. 20, 26.

Σαφώς, επομένως, το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών παρέμεινε αντισυνταγματικό για περισσότερο από εννέα έτη (από το 1967 ως το 1976). Επιπλέον, αυτή η δράση δεν ήταν σύμφωνη με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας αφού η ΛΔ της Αλβανίας, σαν μέλος του Ο.Η.Ε από τον Δεκέμβριο του 1955, ήταν δεσμευμένη   να επιδεικνύει, σύμφωνα με το άρθρο 55 του χάρτη του Ο.Η.Ε:

«καθολικό  σεβασμό , και τήρηση, των ανθρώπινων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθερίων για όλους ανεξαρτήτως φυλής, φύλου, γλώσσας, ή θρησκείας»

Χάρτης των Η.Ε, άρθρο 55.

 

ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΕΙΧΕ ΑΡΧΊΣΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΟΜΑΔΑ ΓΥΡΩ ΑΠΌ ΤΟ HOXHA;

 

Το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών το 1966-67 συνιστούσε:

1)   παραβίαση των μαρξιστικών-λενινιστικών αρχών, όποιοι δεν αντιλαμβάνονται την κατάργηση της θρησκείας είτε δια της βίας είτε με  διοικητικές μεθόδους

2)  παραβίαση του συντάγματος της ΛΔ της Αλβανίας

3) όχι σύμφωνη με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Αλβανίας ως μέλος των Η.Ε

4) μια ενέργεια που πρέπει να αποξένωσε ως ένα ορισμένο βαθμό τους ένθεους μέσα στην Αλβανία που αλλιώς θα μπορούσαν να είναι πλήρως υποστηρικτές του σοσιαλιστικού καθεστώτος

5) μια ενέργεια που βοήθησε τη διεθνή αντι-σοσιαλιστική προπαγάνδα ενάντια στη χώρα

6) μια ενέργεια που αποξένωσε ως ένα ορισμένο βαθμό τους ένθεους που αλλιώς θα μπορούσαν να διάκειντο ευνοϊκά προς τη σοσιαλιστική Αλβανία

7) μια ενέργεια που ανάσχεσε ως ένα ορισμένο βαθμό το διεθνές Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κίνημα, του οποίου η  σοσιαλιστική Αλβανία ήταν ο μόνος προμαχώνας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, της δεκαετία του ’70, και της δεκαετίας του ’80, με την παρουσίαση της εικόνας ενός κράτους που επιτρέπει την αυθαίρετη  παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των πολιτών, και με την αποξένωση ως ένα ορισμένο βαθμό των ένθεων που ειδάλλως θα μπορούσαν να είναι σταθεροί υποστηρικτές του κινήματος αυτού.

Τέλος, είναι επίσης σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι το κλείσιμο   των θρησκευτικών οργανισμών στην Αλβανία – μια ενέργεια που απαιτεί έναν σημαντικό βαθμό οργάνωσης και ηγεσίας – δεν είχε αρχίσει από την ηγετική ομάδα του Κόμματος και του κράτους γύρω από το Hoxha. Επίσημες καταγραφές αυτών των ενεργειών, στην πραγματικότητα, τονίζουν ότι η πρωτοβουλία ήρθε «από τα κάτω  «, «από τις μάζες», και ειδικά «από τη νεολαία»:

«Η νεολαία και άλλες μάζες του λαού στα χωριά και τις πόλεις στάθηκαν στα πόδια τους, απαιτούσαν όπως οι εκκλησίες και τα μουσουλμανικά τεμένη, ναοί και μοναστήρια, όλοι οι «ιεροί χώροι» κλείσουν. . . . Ο  λαός καταδίκασε τον αντεθνικό και αντιλαϊκό ρόλο της θρησκείας. . . αποφάσισε να εξαφανίσει τα θρησκευτικά κέντρα και να τα μετασχηματίσουν σε πολιτιστικά και άλλα κέντρα.»

Με άλλα λόγια, η δράση περιγράφεται στην επίσημη ιστορία του ΚΕΑ ως παράδειγμα

«πρωτοβουλίας του λαού

Ίδρυμα μαρξιστικών-λενινιστικών μελετών  της κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, Ιστορία του Κόμματος  Εργασίας της Αλβανίας, Τίρανα, 1982, σελ. 437.

 

Υποβάλλοντας έκθεση σχετικά με τη δράση τον Σεπτέμβριο του 1967,  ο Hoxha υπογράμμιζε  :

«Ο λαός στάθηκε στα πόδια του  και κατέστρεψε τα μουσουλμανικά τεμένη και τις εκκλησίες. . . όλη αυτά η εργασία έγινε από τον ίδιο το λαό

Enver Hoxha, «Η Αλβανία γεννήθηκε από την επανάσταση και χτίζει το σοσιαλισμό μέσω της επανάστασης: Από την ομιλία   επ’ ευκαιρία της 24ης επετείου της προσπάθειας στο Rec «, 3 Σεπτεμβρίου 1967, σε Hoxha, E., Άπαντα ν. 36, Τίρανα, 1982, σελ. 250.

 

«Αυτό το κίνημα [ σ.σ.: ενάντια στη θρησκεία] . . .   άρχισε μέσω της πρωτοβουλίας των ίδιων των μαζών   και αναπτύχθηκε και εμβάθυνε μέσω της ενεργού συμμετοχής τους.»

Enver Hoxha, «Για το ρόλο και τους στόχους του δημοκρατικού μετώπου στην προσπάθεια για την πλήρη επιτυχία του σοσιαλισμού στην Αλβανία: Έκθεση στο 4ο συνέδριο του δημοκρατικού μετώπου της Αλβανίας «, 14 Σεπτεμβρίου 1967, σε Hoxha, E., Άπαντα, ν. 36, Τίρανα, 1982, σ.σ.. 374-7.

 

Στο επόμενο 6ο συνέδριο του ΚΕΑ το 1971,  ο Hoxha επανέλαβε ότι:

«Οι εργαζόμενοι  ελευθέρα τη βουλήση  αποφάσισαν τη μοίρα των θρησκευτικών οργανισμών

Enver Hoxha, Λογοδοσία σχετικά με τη δραστηριότητα της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας:  στο 6ο συνέδριο του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, την 1η Νοεμβρίου 1971, Τίρανα, 1971, σελ. 135.

 

Επιπλέον, δέκα έτη αργότερα ο Hoxha δήλωσε:

«Το κράτος μας είναι αθεϊστικό από τη θέληση του λαού του

Enver Hoxha, Ομιλία πριν από τις εκλογές για το 10ο νομοθετικό σώμα της Λαϊκής συνέλευσης   της ΣΛΔ της Αλβανίας:   στην εκλογική ζώνη ν. 210 των Τιράνων, 10 Νοεμβρίου 1982, Τίρανα, 1982, σ.σ. 39.

 

Οι Αλβανοί ιστορικοί, Pollo και Puto, επίσης επιβεβαιώνουν ότι: «Αναπτύχθηκε στην καρδιά των νέων που ήταν ακόμα στο σχολείο, μια πρωτοβουλία για το κλείσιμο των εκκλησιών, των μουσουλμανικών τεμένων, εν ολίγοις όλων των ιερών τόπων λατρείας. . . Σύντομα αυτές οι πρωτοβουλίες εξελίχθηκαν σε ένα μεγάλο λαϊκό κίνημα

Stefanaq Pollo & Arben Puto, The History of Albania: from its Origins to the Present Day, London, 1981,σ. 282.

 

Πράγματι, ο καθοριστικός ρόλος   της νεολαίας σε αυτήν την αντιθρησκευτική πάλη των τελών   της δεκαετίας του ’60 τονίζεται από τον αλβανό ιστορικό Sadikaj σε μια λεπτομερή ανάλυση αυτού του θέματος, δημοσιευμένης στις Studime Historike (ιστορικές μελέτες) το 1981:

«Στο τέλος του 1965 και κατά τη διάρκεια του 1966 αρκετές  οργανώσεις νεολαίας ανέλαβαν μια σειρά κινήσεων ενάντια στις θρησκείες. . . .

Κατά τη διάρκεια του 1966 η νεολαία. . . έκλεισε χώρους λατρείας. . . .

Το γεγονός ότι η νεολαία γίνεται η εμπροσθοφυλακή σε αυτήν την πάλη είναι κατανοητό. Η νέα γενεά γενικά, και η μαθητιώσα νεολαία ειδικότερα, ήταν λιγότερο μολυσμένες από τη θρησκευτική συνείδηση, εξ αιτίας των νέων συνθηκών στις οποίες γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Η γνώση που είχαν λάβει στο σχολείο, και η σταθερή εκπαιδευτική εργασία που εκτελείται από Κόμμα με κάθε τρόπο και τα μέσα, είχαν οπλίσει τη νεολαία με τη νέα μαρξιστική-λενινιστική παγκόσμια άποψη, και τους είχε κάνει  πολεμιστές πρώτης γραμμής στην πάλη ενάντια στη θρησκευτική ιδεολογία. . .

Αμέσως μετά από το 5ο συνέδριο του Κόμματος, μια σειρά πρωτοβουλιών και κινήσεων έλαβαν χώρα από τη νεολαία ενάντια στην υλική βάση της θρησκείας. . . .

Στα πλαίσια του επαναστατικού κινήματος ενάντια στη θρησκεία, η πρωτοβουλία του σχολείου «Naim Frashëri» στην πόλη Δυρράχιο κρατά μια ειδική θέση. . . .

Η νεολαία έγινε έτσι ο κομματικός αγκιτάτορας που ενίσχυε το κόμμα ενάντια στη θρησκεία. . .

Ο αγώνας κατά των θρησκευτικών δογμάτων, ιεροτελεστιών, και  πεποιθήσεων πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τη γραμμή των μαζών. Ήταν ο λαός ο ίδιος που ξεσηκώθηκε και καταδίκασε τη θρησκευτική ιδεολογία. . . .

Η νεολαία αποδείχθηκε η πιο ζωτικής σημασίας   δύναμη

(Dilaver Sadikaj, «Επαναστατικό Κίνημα ενάντια στη θρησκεία στη δεκαετία του ’60», σε Studime Historike (ιστορικές μελέτες), ν. 4, 1981.   )

 

Είναι αλήθεια ότι η επίσημη ιστορία του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας φέρεται να υπονοεί ότι αυτή η πρωτοβουλία να κλείσουν όλοι οι θρησκευτικοί οργανισμοί είχε εμπνευστεί από την εισήγηση του Hoxha στο 5ο συνέδριο του ΚΕΑ τον Νοέμβριο του 1966, και από μια άλλη σημαντική ομιλία   της 6ης του Φεβρουαρίου του 1967:

«Μετά το 5ο συνέδριο και την ομιλία του σ. Ενβέρ Χότζα και   της 6ης Φεβρουαρίου   1967, αυτή η πάλη (σ.σ. για το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών) πήρε ευρείς διαστάσεις

Ίδρυμα μαρξιστικών-λενινιστικών μελετών  της κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, Ιστορία του Κόμματος Εργασίας   της Αλβανίας, Τίρανα, 1982, σ.σ.. 437.

 

Στην εισήγησή του στο 5ο συνέδριο, ο Hoxha   αναφέρεται στην ιδεολογική πάλη ενάντια στη θρησκεία, λέγοντας:

 

«Η ιδεολογική και πολιτιστική επανάσταση είναι ένα μέρος της συνολικής ταξικής πάλης για να φέρει τη σοσιαλιστική επανάσταση εις πέρας στο τέλος σε όλους τους τομείς. .

Η ταξική πάλη σε αυτό είναι η πάλη. . . ενάντια στη θρησκευτική ιδεολογία, προκαταλήψεις, οπισθοδρομικά έθιμα και δεισιδαιμονίες

Enver Hoxha, Λογοδοσία σχετικά με τη δράση της ΚΕ του ΚΕΑ  στο 5ο συνέδριο   του ΚΕΑ, την 1η Νοεμβρίου 1966, Τίρανα, 1966, σ.σ. 149, 151.

 

Η αναφορά στη θρησκεία στην ομιλία Hoxha της 6ης Φεβρουαρίου 1967 ήταν η ακόλουθη:

«Πώς μπορεί κάποιος να θεωρήσει ως πρωτοποριακή την τοπική κομματική οργάνωση Δυρραχίου , ή πώς μπορεί κάποιος να θεωρήσει   επαναστάτη εκείνον τον λιμενεργάτη, ο οποίος κάνει καλά τη δουλειά του   την ημέρα και εγκωμιάζεται ακόμη και για αυτή την εργασία του, αλλά ο οποίος στο σπίτι τη νύχτα κατασκευάζει  εικόνες εκκλησιών και τις πωλεί στον πιστό το πρωί;»

Enver Hoxha, «Η περαιτέρω επαναστατικοποίηση του Κόμματος και της κυβέρνησης»,  6 Φεβρουαρίου 1967, σε Hoxha, E., Ομιλίες: 1967-1968, Τίρανα, 1974, σελ. 5.

 

Αυτές είναι οι μόνες   αναφορές στην πάλη ενάντια στη θρησκεία στις δύο σχετικές ομιλίες του Χότζα, και η δεύτερη αποστροφή που αναφέρεται ανωτέρω δεν θεωρείται ικανοποιητικής σπουδαιότητας ώστε να περιληφθεί στην αγγλική έκδοση  της ομιλίας που δημοσιεύεται στα  Διαλεχτά Έργα, Τόμος 4. (Enver Hoxha, Διαλεχτά Έργα, Τόμος. 4, Τίρανα, 1982,  σελ. 211).

Αυτά τα αποσπάσματα από τις ομιλίες ξεκάθαρα καλούν για εντατικοποίηση της πάλης ενάντια στη θρησκεία στον ιδεολογικό τομέα. Αλλά κανένα από αυτά δεν περιέχει προτροπές για ένα μαζικό κίνημα για το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών.

Ακόμα κι αν η λέξη «μετά» στην ιστορία του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας εκληφθεί ότι έχει μόνο μια χρονολογική έννοια, είναι ανακριβές. Όπως έχει παρουσιαστεί, παραπάνω, η καμπάνια για το κλείσιμο των θρησκευτικών καταστημάτων άρχισε   το Μάιο  του 1966, έξι μήνες πριν από το 5ο συνέδριο του ΚΕΑ  . Η δράση των μαθητών και των δασκάλων του σχολείου Naim Frashëri στο Δυρράχιο, που θεωρήθηκε ότι έδωσε το σήμα για τη μαζική καμπάνια,  σίγουρα έλαβε χώρα μια μέρα μετά τη δημοσίευση της ομιλίας του Χότζα στις 6 Φλεβάρη 1967, αλλά η καταγραφή της από τη «Zëri i Popullit» ξεκαθαρίζει ότι οι προετοιμασίες είχαν ξεκινήσει

 

«αρκετές ημέρες πιο πριν»

Zëri ι Popullit (Η Φωνή του Λαού), 8 Φεβρουαρίου 1967 σ.1.

 

Η προσωπική άποψη του Hoxha περί της καμπάνιας για το κλείσιμο των εκκλησιών μπορεί   να κριθεί επαρκώς από την αναφορά στο ημερολόγιό του για τις παρόμοιες ενέργειες από τις κινεζικές «κόκκινες φρουρές», μια αναφορά της 26ης Αυγούστου 1966:

«Μπορεί το θέμα της θρησκευτικής πεποίθησης να λυθεί απλά με το κλείσιμο μερικών καθολικών εκκλησιών, όπως κάνουν οι σπουδαστές, ή με την αντικατάσταση των εικόνων στις εκκλησίες με προτομές και   πορτρέτα του Mαo;!! Φυσικά όχι. Η θρησκευτική πίστη στην Κίνα πρέπει να είναι ένα σημαντικό πρόβλημα, το οποίο δεν μπορεί να λυθεί με αυτά τα μέτρα

Enver Hoxha, «Ένα κείμενο 16 σημείων σχετικά με την πολιτιστική επανάσταση εγκρίθηκε ,»26 Αυγούστου 1966, σε Hoxha, E., Σκέψεις για την Κίνα, τόμος I, Τίρανα, 1979, σελ. 255.

 

Σαφώς, επομένως, το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών στην Αλβανία δεν είχε αρχίσει από την ηγετική ομάδα του Κόμματος και του κράτους γύρω από το Hoxha. Επιπλέον, οι σχετικές δηλώσεις του κατά τους πρώτους μήνες του 1967 (που αναφέρθηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο) είχαν απαιτήσει πράγματι μόνο μια ενδυνάμωση της ιδεολογικής και πολιτικής πάλης ενάντια στη θρησκεία, μια πάλης που πρέπει, στην πραγματικότητα,  – όπως ο Λένιν επισήμαινε -να λάβει χώρα:

«με  καθαρώς ιδεολογικά και απλώς ιδεολογικά όπλα

Β. Ι. Λένιν,  «Σοσιαλισμός και θρησκεία», στο Β.Ι. Λένιν, Διαλεχτά Έργα, τόμος 10, Μόσχα, 1962, σελ. 86.

 

Η ΚΙΝΕΖΟ-ΑΛΒΑΝΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΊΑΣ ’60  

 

Η μαζική δράση για το κλείσιμο των θρησκευτικών οργάνων που πραγματοποιήθηκε στη ΛΔ της Αλβανίας το 1966-67 ήταν μια προσπάθεια που έλαβε χώρα μέσα στο γενικότερο επαναστατικό κίνημα που αναπτύσσεται σε όλη τη χώρα. Σε αυτό το πλαίσιο, άλλοι ριζοσπαστικοί,   επαναστατικοί μετασχηματισμοί στην κοινωνία στόχευαν επίσης στην τοποθέτηση του γενικού συμφέροντος επάνω από το προσωπικό, στην πλήρη χειραφέτηση των γυναικών και στην περαιτέρω επαναστατικοποίηση της εκπαίδευσης, της λογοτεχνίας και των τεχνών

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, το κλείσιμο των εκκλησιών και των μουσουλμανικών τεμενών στην Αλβανία πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονα με την «πολιτιστική επανάσταση» στην Κίνα και ενσωμάτωσε κάποια από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά της δεδομένου ότι δεν άρχισε από την ηγεσία του Κόμματος, αλλά πραγματοποιήθηκε κάτω από τα «επαναστατικά» συνθήματα, και η πρωτοβουλία της άνηκε «στις μάζες», ειδικά τη νεολαία

Από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν προηγουμένως, φαίνεται σαφές ότι η ηγετική ομάδα γύρω από το Hoxha είχε αντιταχθεί σε αυτήν την δράση. Αυτή η αντίθεση ήταν, εντούτοις, δύσκολη να ευοδώσει  λόγω της υποστήριξη του ΚΕΑ – συμπεριλαμβανομένης αυτής της κορυφαίας ομάδας γύρω από τον ίδιο το Hoxha   – στη «Σκέψη του Μάο Τσε Τουνγκ» και από την λάθος αξιολόγησή του ΚΕΑ για την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας.

Σύμφωνα με την επίσημη Ιστορία του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, δημοσιευμένης το 1971, η Κίνα θεωρείτο ακόμα, κατά τη διάρκεια του τέλους της δεκαετίας ’60 και των αρχών της  δεκαετίας του ’70,  ως

«ένας προμαχώνας του σοσιαλισμού και μια ισχυρή βάση της παγκόσμιας επανάστασης.»

Ίδρυμα μαρξιστικών-λενινιστικών μελετών  της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας της Αλβανίας, Ιστορία του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας της Αλβανίας, Τίρανα, 1971, σελ. 675.

 

Εκείνη την περίοδο, η Κίνα χαρακτηριζόταν από το Hoxha  ως:

«μια μεγάλη σοσιαλιστική χώρα

Enver Hoxha, «Η εξωτερική πολιτική της Κίνας – μια πολιτική αυτοαπομόνωσης», 14 Ιουλίου 1967, σε Hoxha, E., Σκέψεις για την Κίνα, τόμος. 1, Τίρανα, 1979, σελ. 379.  Έμφαση στον αρχικό.

 

Πράγματι, η σχεδόν απεριόριστη υποστήριξη του ΚΕΑ στην Κίνα και την «πολιτιστική επανάστασή» της εκφράστηκε επίσημα από το Hoxha ως εξής:

«Τεράστιος είναι ο ρόλος και η συμβολή του ΚΚΚ και της ΛΔ της Κίνας στην προσπάθεια για την επαναστατική υπόθεση του διεθνούς προλεταριάτου και των λαών όλου του κόσμου. Είναι τώρα ένα αήττητο φρούριο του σοσιαλισμού, η ισχυρή βάση της επανάστασης, οι συνεπείς φορείς του μαρξισμού-λενινισμού, είναι οι σιδερένιοι στυλοβάτες   και η προστασία της επαναστατικής κοινής υπόθεσής μας. (Χειροκροτήματα). . . .  

. . . Ο παγκόσμιος ιμπεριαλισμός και οι Χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές   επιτίθενται μαζί στην Λαϊκή Κίνα  , την κινεζική πολιτιστική προλεταριακή επανάσταση. Μάταια  οι εχθροί ελπίζουν να δυσφημήσουν την μεγάλη Λαϊκή Κίνα  . Κάτω από την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας και της Σκέψης του Μάο Τσε Τουνγκ βαδίζει θριαμβευτικά μπροστά. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα Επευφημίες). Το Κόμμα Εργασίας της Αλβανίας χαιρετίζει την κινεζική προλεταριακή πολιτιστική επανάσταση που στοχεύει να παλέψει ανελέητα ενάντια στους αστούς και τη ρεβιζιονιστική ιδεολογία.»

Enver Hoxha, Λογοδοσία σχετικά με τη δραστηριότητα της ΚΕ του ΚΕΑ:  στο 5ο συνέδριο   του ΚΕΑ, την 1η Νοεμβρίου 1966, Τίρανα, 1966, σ.σ. 219-220.

 

«Οι λαμπρές νίκες που σημειώνονται από τη μεγάλη προλεταριακή πολιτιστική επανάσταση του μεγάλου κινεζικού λαού και του λαμπρού κόμματός τους, καθοδηγημένων προσωπικά από το σημαντικό μαρξιστή-λενινιστή σύντροφο Mαo Τσε-Τουνγκ, έχει ενισχύσει πολύ  την κοινή υπόθεση του σοσιαλισμού και της επανάστασης παντού στον κόσμο. Ο θρίαμβος αυτής της επανάστασης. . . είναι ένα ισχυρό κίνητρο για το παγκόσμιο προλεταριάτο   και τους καταπιεσμένους λαούς στην ταξική πάλη και την πάλη για την απελευθέρωσή τους.

Η ύπαρξη και η δύναμη της μεγάλης σοσιαλιστικής Κίνας του Mαo Τσε-Τουνγκ,, παρέχουν μια σημαντική εγγύηση για την αναπόφευκτη νίκη έναντι του ιμπεριαλισμού και του ρεβιζιονισμού

Enver Hoxha, «Ας επιτύχουμε τους στόχους επαναστατικοποιώντας το Κόμμα μας και τη ζωή της χώρας μας με επιμονή και με έναν δημιουργικό τρόπο», 21 Δεκεμβρίου 1968, σε Hoxha, E., Ομιλίες: 1967-1968, Τίρανα, 1974, σ.σ. 295-6.

 

«Ο ρόλος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, αυτού του ισχυρού προμαχώνα  της επανάστασης και του σοσιαλισμού, είναι ιδιαίτερα μεγάλος στην αύξηση και την ενίσχυση του επαναστατικού κινήματος παντού στον κόσμο.

Ο θρίαμβος της μεγάλης προλεταριακής πολιτιστικής επανάστασης που αρχίζει και που καθοδηγείται από το μεγάλο μαρξιστή-λενινιστή σύντροφο Μάο Τσε Τουνγκ, είναι μια νίκη και μια πηγή έμπνευσης για ολόκληρο το παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα»

Enver Hoxha, Λογοδοσία σχετικά με τη δραστηριότητα της κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας:   στο 6ο συνέδριο του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, την 1η Νοεμβρίου 1971, Τίρανα, 1971, σελ. 14.

 

Ήταν μόνο προς το τέλος της δεκαετίας του ’70, που ο Enver Hoxha και το ΚΕΑ καταδίκασαν δημόσια το κινεζικό σκέλος του ρεβιζιονισμού με το χαρακτηρισμό της «Σκέψης του Μάο Τσε Τουνγκ» ως αντιμαρξιστικής-αντιλενινιστικής θεωρίας με την παρουσίαση της Κίνας ως μη σοσιαλιστικής χώρας όπου η δικτατορία του προλεταριάτου δεν υπήρχε, και   τελικά καταγγέλλοντας την «πολιτιστική επανάσταση » που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του τέλους της δεκαετίας ’60 ως » απάτη .»

Σε μια ανάλυση, που είχε κυκλοφορήσει μέσα στο ΚΕΑ τον Απρίλιο του 1978 και δημοσιεύθηκε αργότερα στα αλβανικά και άλλες ξένες γλώσσες το 1979,  ο Enver Hoxha επαναξιολόγησε τις πολιτικές της Κίνας με τη συναγωγή των ακόλουθων συμπερασμάτων:

«Όταν είδαμε ότι αυτή η πολιτιστική επανάσταση δεν καθοδηγούταν από το Κόμμα αλλά ήταν ένα χαοτικό ξέσπασμα μετά από ένα κάλεσμα του Mao Tsetung, αυτό δεν φάνηκε σε μας   μια επαναστατική στάση. . . .

. . . Το κύριο πράγμα ήταν το γεγονός ότι ούτε το Κόμμα ούτε το προλεταριάτο δεν ήταν στην ηγεσία αυτής της «μεγάλης προλεταριακής επανάστασης.» Αυτή η σοβαρή κατάσταση προήλθε από τις παλαιές αντι-μαρξιστικές αντιλήψεις του Mao Tsetung της υποτίμησης του κύριου ρόλου του προλεταριάτου και της υπερεκτίμησης της νεολαίας στην επανάσταση. . . .

Το Κόμμα μας υποστήριξε την πολιτιστική επανάσταση, επειδή οι νίκες της επανάστασης στην Κίνα βρίσκονταν σε κίνδυνο. . . . Το Κόμμα μας υπεράσπισε τον αδελφό κινεζικό λαό, την υπόθεση της επανάστασης και του σοσιαλισμού στην Κίνα, και όχι τη φατριαστική σύγκρουση των αντι-μαρξιστικών ομάδων. . . .

Η πορεία των γεγονότων έδειξε ότι η μεγάλη προλεταριακή πολιτιστική επανάσταση δεν ήταν καμία  επανάσταση, ούτε μεγάλη, ούτε πολιτιστική, και ειδικότερα, ούτε κατ’ ελάχιστο προλεταριακή. . . .

Φυσικά, αυτή η πολιτιστική επανάσταση ήταν μια  απάτη . Εκκαθάρισε αμφότερο το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, και τις μαζικές οργανώσεις, και βύθισε την Κίνα σε νέο χάος.»

Enver Hoxha, Ιμπεριαλισμός και Επανάσταση, Tίρανα, 1979, σ.σ.. 390-2.  Το βιβλίο δημοσιεύτηκε πρώτα στα αλβανικά τον Απρίλη του 1978 για κυκλοφορία εντός του κόμματος.

Είναι αλήθεια ότι – σύμφωνα με το ημερολόγιό του Σκέψεις για την Κίνα, δημοσιευμένο  το 1979 – από το τέλος της δεκαετίας ’60,  ο Hoxha   προσωπικά είχε ήδη αρχίσει να έχει  αμφιβολίες και   ανησυχίες σχετικά με την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας. Αυτός, εντούτοις, δικαιολόγησε την υποστήριξη που δόθηκε από το ΚΕΑ στο Μάο τσε Τουνγκ και την «πολιτιστική επανάσταση» στην Κίνα  ως προς χάρη της «υπεράσπισης του μαρξισμού-λενινισμού»:

«Υπερασπίσαμε την Κίνα, το Μάο τσε Τουνγκ, και την πολιτιστική επανάσταση, επειδή υπερασπίσαμε τον μαρξισμό -λενινισμό

Enver Hoxha, «Η αποδοχή της Κίνας στον ΟΗΕ», 26 Οκτωβρίου 1971, σε Hoxha, E., Σκέψεις για την Κίνα, τόμος. 1, Τίρανα, 1979, σελ. 600.

 

Εκμεταλλευόμενοι τη λανθασμένη ανάλυση που γίνεται από το ΚΕΑ για  την Κίνα  και την «πολιτιστική  επανάστασή» της , οι κινέζοι ρεβιζιονιστές το 1966-67 πίεζαν το ΚΕΑ  να υποστηρίξει μια παρόμοια «πολιτιστική επανάσταση» στη ΛΔ της Αλβανίας:

«Οι κινέζοι σύντροφοι θέλουν να επιβάλουν το Μάο δια της βίας ως το» μέγιστο μαρξιστή σε ολόκληρη την ιστορία του κομμουνισμού «, θέλουν ολόκληρο το  κομμουνιστικό κίνημα   του κόσμου  να υιοθετήσει και να εφαρμόσει την εμπειρία τους στο σύνολο,   να εφαρμόσει την πολιτιστική επανάστασή τους.»

Enver Hoxha, «Η εξωτερική πολιτική της Κίνας – μια πολιτική αυτοαπομόνωσης», 14 Ιουλίου 1967, σε Hoxha, E., Σκέψεις για την Κίνα, Τόμος 1, Τίρανα, 1979, σελ. 371 .

 

Σύμφωνα με το ημερολόγιό του,   ο Hoxha προσωπικά αντιτάχθηκε σε αυτό:

«Σύμφωνα με την κινεζική προπαγάνδα, όλοι μας πρέπει να περάσουν από αυτήν την φάση  , επειδή η πολιτιστική επανάστασή τους είναι καθολική! Αυτό δεν είναι έτσι, και δεν μπορεί να είναι έτσι. . . .

Ένα μαρξιστικό-λενινιστικό Κόμμα όπως το δικό μας, το οποίο οικοδομεί το σοσιαλισμό σωστά, . . . το οποίο εμβαθύνει την προλεταριακή επανάσταση επιτυχώς, δεν μπορεί να προχωρήσει στο δρόμο που επιθυμούν οι Κινέζοι. Ο δρόμος του Κόμματός μας είναι επαναστατικός, συνεπής και μαρξιστικός-λενινιστικός. Ένα μαρξιστικό-λενινιστικό Κόμμα όπως το δικό μας οικοδομεί το σοσιαλισμό, εμβαθύνει την επανάσταση, αλλά δεν πραγματοποιεί την επανάσταση όπως αυτήν που λαμβάνει χώρα στην Κίνα σήμερα.»

Enver Hoxha, «Σκέψεις για την πολιτιστική επανάσταση.  Η αναρχία δεν μπορεί να καταπολεμηθεί με την αναρχία «, 28 Απριλίου 1967, σε Hoxha, E., Σκέψεις για την Κίνα, τόμος 1, Τίρανα, 1979, σελ. 360.  Έμφαση στον αρχικό

 
Ένα από τα βασικά σημεία της «Σκέψης του Μάο Τσε Τουνγκ» ήταν η λεγόμενη «μαζική γραμμή» – συγκεκριμένα, ότι μια σωστή γραμμή του Κόμματος έρχεται από τις  μάζες.»Ο Μάο Τσε Τουνγκ παρουσιάζει ως εξής:

«Σε όλη την πρακτική εργασία του Κόμματός μας, όλη η σωστή ηγεσία είναι απαραιτήτως «από τις μάζες, για τις μάζες». . . . Πάρτε τις ιδέες των μαζών και συγκεντρώστε τις, κατόπιν πηγαίνετε στις μάζες, εμμείνετε στις ιδέες και τις φέρτε εις πέρας, ώστε να διαμορφωθούν οι σωστές ιδέες της ηγεσίας – τέτοια είναι η βασική μέθοδος ηγεσίας.»

Μάο Τσε Τουνγκ, «Μερικά ζητήματα   σχετικά με τις μεθόδους της ηγεσίας», την 1η Ιουνίου 1943, σε Μάο Τσε Τουνγκ, Διαλεχτά Έργα, τόμος. 3, Πεκίνο, 1967, σ.σ..119-20.

 

Ενώ αυτή η αντίληψη δεν είχε γίνει αποδεκτή πλήρως από το ΚΕA, η «μαζική γραμμή» εμφανίζεται να διαδραματίζει έναν ρόλο στα γεγονότα του 1966-67, κατά συνέπεια συμβάλλοντας στο κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών της χώρας. Δεν μπορεί να είναι ασήμαντο ότι στην πρώτη έκδοση της ιστορίας του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας (που δημοσιεύεται το 1971) το πρώτο τμήμα του κεφαλαίου που περιγράφει το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών έχει τίτλο :

«Εμβαθύνοντας τη μαζική γραμμή»

Ίδρυμα μαρξιστικών-λενινιστικών μελετών  της κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας Ιστορία του Κόμματος Εργασίας   της Αλβανίας, Τίρανα, 1971, σελ. 556.

 

Ενώ στη δεύτερη έκδοση (που δημοσιεύεται το 1982) αυτός ο τίτλος διαγράφηκε και το υλικό αναδιαμορφώθηκε (Ίδρυμα μαρξιστικών-λενινιστικών μελετών  της κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας Ιστορία του Κόμματος Εργασίας   της Αλβανίας, Τίρανα, 1971, σελ.391).

Η «μαζική γραμμή» είχε, στην πραγματικότητα, εφαρμοστεί στην Κίνα κατά τη διάρκεια του τέλους της δεκαετίας του ’60 με έναν τρόπο που εκκαθάρισε ουσιαστικά το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας με τη βοήθεια μιας εσωτερικής  πάλης για την εξουσία που προσπαθεί να καταστρέψει την πολιτική δύναμη της εθνικής αστικής τάξης, η οποία (εθνική αστική τάξη) διευθυνόταν από το Liu Shao-chi. Σε αυτήν την προσπάθεια – γνωστή ως «μεγάλη προλεταριακή πολιτιστική επανάσταση» – οι πολιτικοί αντιπρόσωποι της κομπραδόρικης αστικής τάξης, διευθυνόμενης από το Μάο Τσε Τουνγκ, κινητοποιώντας ενάντια στην ομάδα του Liu Shao-chi, αρχικά, τη νεολαία και όταν αυτό  απέτυχε, αφετέρου, τους εργάτες: και όταν αυτός απέτυχε στη συνέχεια, τρίτον, το Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό.  Πράγματι, όντας μια πολιτική αντεπαναστατική πάλη για την εξουσία η «πολιτιστική επανάσταση» της Κίνας ελάχιστα μπορεί να θεωρηθεί ως ένα πολιτιστικό, επαναστατικό κίνημα εντός των Μαρξιστικών- Λενινιστικών γραμμών.

Προκειμένου να αξιολογηθεί πώς η «Πολιτιστική Επανάσταση» της Κίνας επηρέασε την οικοδόμηση  του σοσιαλισμού στην Αλβανία κατά τη διάρκεια του τέλους της δεκαετίας του ’60, είναι σημαντικό να αναγνωριστεί ότι ο βαθμός επιρροής της παρέμενε, γενικά, περιορισμένος και περιστασιακός, αν και μερικά από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του άσκησαν άμεση επίδραση επάνω στις ενέργειες που οδήγησαν στο κλείσιμο των    θρησκευτικών οργανισμών της Αλβανίας. Δεν θα μπορούσε ποτέ το επαναστατικό κίνημα της ΛΔ της Αλβανίας της εποχής εκείνης να ασπαστεί τα χαοτικά και αναρχικά ξεσπάσματα  της ψευδο-επανάστασης που πραγματοποιούνταν ταυτόχρονα στην Κίνα. Ουσιαστικά, η επιτυχής εφαρμογή του μαρξισμού-λενινισμού στην Αλβανία – αντίθετα από στην Κίνα – οφειλόταν στο γεγονός ότι το ΚΕΑ,   το κομμουνιστικό κόμμα, το κόμμα  της εργατικής τάξης, ενισχυόταν συνεχώς στον ουσιαστικό του, κύριο  ρόλο  του στη δικτατορία του προλεταριάτου. Όσον αφορά το επαναστατικό κίνημα του τέλους της δεκαετίας ’60, στην πραγματικότητα, η επίσημη ιστορία του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας επιβεβαιώνει ότι

«Το 5ο συνέδριο [ σ.σ.: του Νοέμβρη1966 ] θεώρησε την ενίσχυση και τη μετρίαση του Κόμματος ως επαναστατικού Κόμματος   της εργατικής τάξης, την αύξηση του κύριου ρόλου του σε ολόκληρη τη ζωή της χώρας, σαν πρώτο όρο για τη συνεχή ανάπτυξη της σοσιαλιστικής επανάστασης και για να τη φέρει   εις πέρας στο τέλος

Ίδρυμα μαρξιστικών-λενινιστικών μελετών της κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, Ιστορία του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, Τίρανα, 1971, σελ. 587.

 

Χωρίς επικύρωση της μαοϊκής έννοιας περί «μαζικής γραμμής»,  ο Hoxha έδωσε έμφαση πάντα στη θεμελιώδη αρχή για τον κύριο ρόλο του ΚΕA μεταξύ των μαζών κατά τη διάρκεια των επαναστατικών εξελίξεων που πραγματοποιούνται στην κοινωνία:

«Η επανάσταση και ο σοσιαλισμός είναι το επίτευγμα των ίδιων των μαζών  , καθοδηγούμενων από τους κομμουνιστές. . . .  

Είναι το καθήκον του Κόμματος. . . κατάλληλα να εφαρμόσει την αρχή, «από τις μάζες στις μάζες»,  να το κάνει  μια μέθοδο  εργασίας για όλο το Κόμμα, το κράτος και τους οικονομικούς οργανισμούς, τις μαζικές οργανώσεις, για όλους τους κομμουνιστές και τα στελέχη οπουδήποτε  , σε όλους τους τομείς της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. . . . Το Κόμμα είναι η ηγέτιδα δύναμη σε όλο το σύστημα της δικτατορίας του προλεταριάτου

Enver Hoxha, Λογοδοσία σχετικά με τη δράση της ΚΕ του ΚΕΑ στο 5ο συνέδριο του ΚΕΑ, 1 Νοέμβρη 1966 Τίρανα, 1966, σ.σ.. 123, 125, 146.

 

«. . . σε μια σοσιαλιστική κοινότητα, ο λαός έχει την εξουσία, η δικτατορία του προλεταριάτου καθιερώνεται και το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα είναι στην εξουσία, η γραμμή του κόμματος, η γραμμή των μαζών είναι στην εξουσία

Enver Hoxha, «Η περαιτέρω επαναστατικοποίηση του Κόμματος και του κράτους»,  6 Φεβρουαρίου 1967, σε Hoxha, E., Ομιλίες: 1967-1968, Τίρανα, 1974, σελ. 40.

 

«Μέσω των μαζικών δράσεων και κινημάτων η επαναστατική κίνηση των κομμουνιστών συγχωνεύεται σε ένα ενιαίο σύνολο με τη δημιουργικότητα των μαζών. [ σ.σ. κατά τη διάρκεια του 1966-71  .] »

Enver Hoxha, Λογοδοσία σχετικά με τη δράση της ΚΕ του ΚΕΑ  ,στο 6ο συνέδριο του ΚΕΑ, την 1η Νοεμβρίου 1971, Τίρανα, 1971, σελ. 192.

 

ΑΠΟ ΠΟΙΟΥΣ ΑΡΧΙΣΕ ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ ΤΑ ΚΙΝΗΤΡΑ ΤΟΥΣ;

 

Λίγο αφότου η δράση για το κλείσιμο των θρησκευτικών καταστημάτων είχε αρχίσει, στις 27 Φεβρουαρίου 1967 η κεντρική Επιτροπή του ΚΕΑ έστειλε μια επιστολή σε όλες τις Κομματικές επιτροπές   περιοχής, υπογεγραμμένη από το Hoxha, όντας  πρώτος γραμματέας, με τίτλο «για τον αγώνα κατά της θρησκείας, τις θρησκευτικές προκαταλήψεις και έθιμα «. Αυτό άρχιζε σημειώνοντας ότι » πρόσφατα σε πολλές περιοχές ο αγώνας κατά της θρησκείας, τις θρησκευτικές προκαταλήψεις και έθιμα έχει ενταθεί.» Τονίζοντας ότι αυτή η προσπάθεια δεν πρέπει να αφεθεί στον «αυθορμητισμό», η οδηγία είχε εκδοθεί στην πραγματικότητα «με στόχο η πάλη να μπορεί να συνεχιστεί σωστότερα, χωρίς λάθη και επιτυχώς.» Επανέλαβε τη μαρξιστική-λενινιστική θέση ότι ο αγώνας κατά της θρησκείας δεν πρέπει να συνεχιστεί με τρόπους που θα έτειναν να αποξενώσουν από τη σοσιαλιστική κοινωνία όσους διατηρούσαν, και ήταν πιθανό να συνεχίσουν να διατηρούν, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους:

«Πρέπει να έχουμε υπόψη συνεχώς ότι δεν πρέπει να εισέλθουμε σε ανοικτή ρήξη με τα πρόσωπα που πιστεύουν σε θρησκείες, δεδομένου ότι μεταξύ αυτών των ανθρώπων   υπάρχουν τίμιοι άνθρωποι, συνδεδεμένοι με το Κόμμα και τους φλογερούς πατριώτες, οι οποίοι θα διατηρούν στη συνείδησή τους για πολύ, ίσως ακόμη και έως ότου πεθάνουν, τις πεποιθήσεις τους. Με αυτούς, μέσω της πειθούς πρέπει να δρούμε, συνεχώς και με μεγάλη υπομονή, με τρόπους που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να γίνουμε προσβλητικοί. .

. . . Χωρίς να ελαττώνουμε ούτε για μια στιγμή την αντιθρησκευτική προπαγάνδα, πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη ότι έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους. Υπερβάλλουσες,  ακραίες ενέργειες πρέπει να αποφευχθούν: πρέπει προσεκτικά να προετοιμάσουμε το πολιτικό έδαφος για κάθε ενέργεια που αναλαμβάνουμε.»

Η οδηγία χαρακτήριζε το κλείσιμο των θρησκευτικών καταστημάτων ως «εμπόδιο» στον τρόπο της εφαρμογής της ανωτέρω αρχής:

«Η εξάλειψη των εκκλησιών, των μουσουλμανικών τεμενών,  των teqe και των μοναστηριών εισάγει φυσικά ένα εμπόδιο.»

Δίνεται οδηγία ώστε αυτή η δράση να μην πραγματοποιηθεί «δια της βίας ή χωρίς την έγκριση των ανθρώπων», και ενάντια στις επιθυμίες των ένθεων:

«Αυτό (σ.σ.: το κλείσιμο των θρησκευτικών καταστημάτων.) δεν πρέπει να προχωρήσει σε άμεση αντίθεση με  εκείνο το τμήμα του λαού που πιστεύει. Γι’ αυτό,   προσοχή και  διακριτικότητα πρέπει να επιδειχθούν σε αυτήν την κατεύθυνση.»

Οι ένθεοι έπρεπε να προετοιμαστούν πνευματικά, ιδεολογικά και πολιτικά για τη δράση:

«Να κλείνει κανείς μουσουλμανικά τεμένη και τις εκκλησίες με τη βοήθεια  καμπανιών ή  διαταγών είναι εύκολο, αλλά είναι δυσκολότερο πνευματικά και ιδεολογικά να προετοιμάζει κανείς τους ένθεους  να καταλάβουν τη ματαιότητα αυτών των οργανισμών, να ξεριζώσουν τη θρησκεία από τις συνήθειες τους και να σταματήσουν  τις πρακτικές τους, με πειθώ. . . .

Οι άνθρωποι. . . πρέπει να προετοιμαστούν πνευματικά και πολιτικά.»

 

Σε αντίθεση με τη μαρξιστική-λενινιστική αρχή ότι αυτή η πνευματική,   ιδεολογική και πολιτική προετοιμασία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ολοκληρώνεται μόνο με την εξαφάνιση της ίδιας της θρησκευτικής πίστης, εντούτοις, υπονοήθηκε ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ολοκληρώνεται εάν καμία αντίσταση από τους ένθεους δεν υπάρχει στο κλείσιμο των θρησκευτικών καταστημάτων:

«Αλλά αρκετά από αυτά (σ.σ. τα θρησκευτικά καταστήματα) έχουν κλείσει  χωρίς να προκληθεί οποιαδήποτε αντίδραση. . .  Είναι ενδιαφέρον το ότι στην επαρχία δεν έχει υπάρξει καμιά αντίδραση σε όλα αυτά»

Οι Κομματικές επιτροπές   περιοχής επομένως καθοδηγήθηκαν  να υποστηρίξουν και να καθοδηγήσουν την εκστρατεία για το κλείσιμο των θρησκευτικών καταστημάτων και  να την φέρουν εις πέρας:

«Με αυτές τις μορφές πρέπει να συνεχίσουμε έως ότου έχουν εξαφανιστεί από προσώπου   γης.»

Enver Hoxha, «ας παλέψουμε κατά των θρησκευτικών πρακτικών με πατριωτικό και επαναστατικό πνεύμα των μαζών: Επιστολή της ΚΕ του ΚΕΑ στις επιτροπές Κομματικές Επιτροπές περιοχής   για την πάλη ενάντια στη θρησκεία, τις θρησκευτικές προκαταλήψεις και έθιμα», 27 Φεβρουαρίου 1967, σε Hoxha, E., Άπαντα ν. 35, Τίρανα, 1982, σ.σ..102-13.

 

Η επίσημη ιστορία του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας επιβεβαιώνει, στην πραγματικότητα, ότι η εκστρατεία για το κλείσιμο των θρησκευτικών καταστημάτων είχε «την ισχυρή υποστήριξη των κομματικών οργανώσεων   και των οργάνων της λαϊκής εξουσίας .»( Ίδρυμα μαρξιστικών-λενινιστικών μελετών της κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, Ιστορία του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, Τίρανα, 1982, σελ. 437).

 

Επιπλέον, ο αλβανός ιστορικός Sadikaj αναδεικνύει ότι

«Αυτές οι πρωτοβουλίες, δημιουργημένες από τα κάτω, έλαβαν ισχυρή υποστήριξη από τα πάνω, συμπεριλαμβανομένων των Κομματικών επιτροπών και των οργανώσεων   ως το επίπεδο βάσεων, όπως καιτων μαζικών οργανώσεων  . . . .

Ολόκληρη η προσπάθεια και ο αγώνας κατά της θρησκευτικής ιδεολογίας καθοδηγήθηκαν από το Κόμμα. . . Όσον αφορά σε οποιοδήποτε πρόβλημα, ήταν πάντα οι επιτροπές και οι οργανώσεις βάσεων του Κόμματος που προσανατόλισαν, οργάνωσαν και καθοδήγησαν τις μάζες.»

Dilaver Sadikaj, «Επαναστατικό Κίνημα ενάντια στη θρησκεία στη δεκαετία του ’60», σε Studime Historike (ιστορικές μελέτες), ν. 4, 1981.

 

Τελικά, στο επόμενο 6ο συνέδριο του ΚΕΑ τον Νοέμβριο του 1971,  ο Hoxha στην λογοδοσία του, περιέγραψε την εκστρατεία στα στενά θρησκευτικά όργανα ως «νίκη«:
«Μια δράση με  αξιόλογα αποτελέσματα είναι η πάλη για τη συντριβή της επιρροής της θρησκείας. Μέσα σε μια πολύ μικρή  χρονική  περίοδο , αυτή η πάλη πέτυχε οριστικά να απεκδύσει των λειτουργιών τους όλα τα θρησκευτικά καταστήματα και τους ιερείς  . . . Η Αλβανία έγινε χώρα χωρίς  εκκλησίες και μουσουλμανικά τεμένη, χωρίς χριστιανικούς ή μουσουλμάνους ιερείς.

. . . αυτό ήταν ένα αποφασιστικό χτύπημα και μια νίκη που δημιουργεί μια νέα και ισχυρή προϋπόθεση για την περαιτέρω χειραφέτηση της συνείδησης των ανθρώπων, για την τελική απελευθέρωσή τους από θρησκευτικές πεποιθήσεις και προκαταλήψεις »

Enver Hoxha, Λογοδοσία σχετικά με τη δράση της ΚΕ του ΚΕΑ  ,στο 6ο συνέδριο του ΚΕΑ, την 1η Νοεμβρίου 1971, Τίρανα, 1971, σελ 135.

 

Αλλά αφού δεν είχε αρχίσει η καμπάνια για  το κλείσιμο των θρησκευτικών καταστημάτων  από την ηγετική ομάδα του Κόμματος και του κράτους γύρω από το Hoxha, πώς μπορούμε να εξηγήσουμε τη μάλλον αντιφατική στάση του Hoxha   το 1971, χαιρετώντας ως «νίκη» την ξαφνική καθιέρωση της Αλβανίας ως άθεης χώρας χωρίς  εκκλησίες και μουσουλμανικά τεμένη; Εκτός αυτού, ποια κίνητρα είχαν προτρέψει το  Hoxha, με την ιδιότητά του ως α’ γραμματέα του ΚΕΑ, στις 27 Φεβρουαρίου 1967 (δηλαδή στη μέση της σχετικής καμπάνιας)  να στείλει σε όλες τις Κομματικές επιτροπές   περιοχής μια επιστολή που τις καθοδηγούσε τελικά  να υποστηρίξουν και να καθοδηγήσουν την καμπάνια για  το κλείσιμο των θρησκευτικών καταστημάτων μέχρι το επιτυχές τελείωμά της;

Ένα ερώτημα επομένως προκύπτει αναπόφευκτα: υπήρχε εκεί μια επιδρούσα, οργανωμένη ομάδα μέσα στην ηγεσία Κόμματος και κράτους κατά τη διάρκεια του τέλους της δεκαετίας ’60 που ξεκίνησε τη μαζική εκστρατεία για το κλείσιμο των θρησκευτικών καταστημάτων, με κίνητρο της εχθρότητα  προς τη ΛΔ της Αλβανίας και το σοσιαλισμό; Από τα γεγονότα του 1966-67, το ΚΕΑ είχε καταγγείλει πράγματι την ύπαρξη ακριβώς μιας τέτοιας οργανωμένης, επιδρούσας ομάδας που περιελάμβανε προεξέχουσες προσωπικότητες όπως τους Fadil Paçrami, Todi Lubonja, Beqir Balluku, Petrit Dume, Hito Ηaki, Abdyl Këllezi, Koço Theodhosi, και Kiço Ngjela – μια ομάδα που καθοδηγείτο και που συντονιζόταν από τον τότε πρωθυπουργό,  Μεχμετ Σέχου, μαζί με τους Fiqret Shehu, Feçor Shehu και Kadri Hazbiu.

 

Στο τέλος της δεκαετίας του ’60, η ανώτερη αρχή εντός του Κόμματος, το πολιτικό γραφείο του (που εκλέχθηκε στο 5ο συνέδριο του ΚΕΑ τον Νοέμβριο του 1966), αποτελούταν από τα ακόλουθα μέλη:

Enver Hoxha (πρώτος γραμματέας),

* Adil Çarçani,

* Beqir Balluku,

Gogo Nushi,

Haki Toska,

Hysni Kapo,

Manush Myftiu,

* Μεχμετ Σέχου,

* Ramiz Alia,

Ρίτα Marko,

Spiro Koleka,

και αναπληρωματικά μέλη:

* Abdyl Këllezi,

* Kadri Hazbiu,

* Koço Theodhosi,

* Petrit Dume,

Pilo Peristeri.

(Ίδρυμα μαρξιστικών-λενινιστικών μελετών της κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, Ιστορία του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, Τίρανα, 1971, σελ. 606).

 

Από συνολικά 16 μέλη, τουλάχιστον οι μισοί από αυτούς (εκείνοι που σημειώνονται με   αστερίσκο) σαφώς αποδείχθηκαν, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 και της δεκαετίας του ’80, ολοκληρωτικοί αντίπαλοι και καταστροφείς της σοσιαλιστικής υπόθεσης  στην Αλβανία, συχνά συντονίζοντας τις συνομωτικές τους δραστηριότητες με ξένες μυστικές υπηρεσίες.

Ο αγώνας κατά της θρησκείας στην Αλβανία κατά τη διάρκεια του τέλους της δεκαετίας του ’60 παρείχε σε αυτά τα κρυμμένα αντι-σοσιαλιστικά στοιχεία ένα εύφορο έδαφος για να ενθαρρύνουν τις σεχταριστικές, ψευδο-επαναστατικές ενέργειες προκειμένου να υπονομευθεί το σοσιαλιστικό σύστημα στην Αλβανία, να δυσφημισθεί η ηγεσία του ΚΕΑ γύρω από το Hoxha και να κατηγορηθεί αργότερα για «σεκταρισμό.» Σαφώς, η έναρξη της  καμπάνιας για  το κλείσιμο των θρησκευτικών καταστημάτων, η οποία ολοκληρώθηκε επιτυχώς,  όντας εξ ολοκλήρου σύμφωνη με αυτούς τους σεχταριστικούς στόχους των εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών του σοσιαλισμού στην Αλβανία, σε μία εποχή που ήταν περικυκλωμένη εντελώς η χώρα από τα εχθρικά ρεβιζιονιστικά και κεφαλαιοκρατικά κράτη.

Στην κατάσταση που υπάρχει το 1966-67, η εκστρατεία «των μαζών» για το κλείσιμο των θρησκευτικών καταστημάτων είχε φέρει αδιαφιλονίκητα την ηγετική ομάδα γύρω από το Hoxha σε μια δύσκολη θέση. Η καταδίκη της εκστρατείας αυτής θα τους έφερνε σε θέση υπεράσπιστης του «θρησκευτικού οπίου» έναντι ενός «επαναστατικού» «μαζικού» κινήματος που επιθυμούσε την εξαφάνισή του. Το συμπέρασμα πρέπει επομένως να συναχθεί ότι η μαρξιστική-λενινιστική ομάδα γύρω από το Hoxha ήταν μειοψηφούσα στο ζήτημα της θρησκείας, και κατά συνέπεια αναγκασμένη  να επικυρώσει ό,τι ο  Λένιν περιέγραφε ως «ψευδο-επαναστατική» εκστρατεία και να το εγκωμίαζε τελικά. Καμία πληροφορία δεν έχει προκύψει ποτέ ως προς το βαθμό που ο Hoxha είχε αντιπαλέψει μέσα στα υψηλότερα όργανα του Κόμματος αυτή τη θέση, δεδομένου ότι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός μέσα στο ΚΕΑ εξασφάλιζε συλλογική ηγεσία, παρεμπόδιση  εμφάνισης  οργανωμένων φραξιών μέσα σε αυτό, και υπάγοντας κάθε ηγετικό στέλεχος (συμπεριλαμβανομένου του πρώτου γραμματέα του) στην επίσημη κομματική γραμμή  .

Όπως ο Enver Hoxha έλεγε:
«ένα από τα κύρια ζητήματα για όλα τα κομματικά όργανα είναι να  έχουμε υπόψη της αρχές της συλλογικής ηγεσίας και να μην επιτρέψουμε παραβιάσεις τους. Τα ζητήματα πρέπει να επιλύονται με πνεύμα συλλογικότητας και σύμφωνα με ατομικές αποφάσεις, οι οποίες μειώνουν το ρόλο του κόμματος»

Enver Hoxha,  «Για μερικά οργανωτικά θέματα του  Κόμματος: εισήγηση στην 11η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΕΑ «, 12 Ιουλίου 1954, σε Hoxha, E., Διαλεχτά Έργα τόμος 2, Τίρανα, 1975, σελ. 411.

 

«Το Κόμμα μας πάντοτε εκθείαζε την αρχή της συλλογικότητας στο έργο των καθοδηγητικών του οργάνων. Όλοι είναι υποχρεωμένοι να υποτάσσονται στη γενική κομματική γραμμή, στα κριτήρια, τους θεσμούς και τις διαδικασίες. Τίποτα δεν πρέπει να γίνεται ατομικά σε αυτό τον τομέα. Η θέση καθενός βρίσκεται στα χέρια του Κόμματος και της εργατικής τάξης»

Enver Hoxha, Λογοδοσία σχετικά με τη δράση της ΚΕ του ΚΕΑ  , στο 6ο συνέδριο του ΚΕΑ,, την 1η Νοεμβρίου 1976, Τίρανα, 1978, σ.σ. 86-7.

 

Το ΚΕA, στην πραγματικότητα, συνήγαγε το σημαντικό συμπέρασμα ότι, ανεχόμενο την ύπαρξη των μη ανταγωνιστικών αντιθέσεων μέσα στις τάξεις του, το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα δεν θα μπορούσε να ανεχτεί τη συνύπαρξη φραξιών και τις διάφορων γραμμών μέσα σε αυτό.. Το καταστατικό του ΚΕΑ δήλωνε ρητά:

«Το Κόμμα δεν επιτρέπει την ύπαρξη των φραξιών μέσα στις τάξεις του. . .

Η κατευθυντήρια αρχή της οργανωτικής δομής του Κόμματος είναι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός. . . . οι αποφάσεις λαμβάνονται μετά από ένα ελεύθερο ανταλλαγή απόψεων, αλλά από τη στιγμή που μια απόφαση λαμβάνεται, ομόφωνα ή από μια πλειοψηφία των ψήφων, όλα τα μέλη του Κόμματος είναι υποχρεωμένα για να την εφαρμόσουν χωρίς περαιτέρω συζήτηση

Το Καταστατικό του ΚΕΑ, Υιοθετημένο  στο 3ο συνέδριο του ΚΕΑ (συμπεριλαμβανομένων των τροποποιήσεων που γίνονται στο 4ο, 5ο, 6ο , και 7ο συνέδριο του ΚΕA), Τίρανα, 1977, σ.σ.. 3, 11-12, 29,30.

 

Οπωσδήποτε, το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών της Αλβανίας το 1966-67 είχε αρχίσει με μια επιδρούσα αντι-σοσιαλιστική ομάδα κρυφών ρεβιζιονιστών που συντονίζονταν από τον τότε πρωθυπουργό, Μεχμετ Σέχου. Δεν ήταν, φυσικά, ικανή να οργανωθεί σε μια πολιτική φράξια, αλλά αποδείχθηκε αρκετά ισχυρή  να θέσουν το γραμματέα του ΚΕΑ, Hoxha, σε μια θέση μειοψηφίας και  να τον αναγκάσει  να εγκρίνει το σεκταρισμό στην πάλη ενάντια στη θρησκεία.

Ένα τελευταίο ερώτημα μένει να συζητηθεί:

Πώς αυτά τα κρυμμένα αντι-σοσιαλιστικά στοιχεία που καθοδηγούνταν από το Σέχου, σχεδίαζαν  να χρησιμοποιήσουν αυτήν την εκστρατεία για το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών για να δυσφημήσουν την ηγετική ομάδα γύρω από το Hoxha όταν αυτή άρχισε από αυτά και υποστηρίχθηκαν από την κομματική ηγεσία γενικά;

Ένα από τα φαινόμενα που ήταν εμφανή σε κάθε επισκέπτη στην Αλβανία ήταν η «προσωπολατρία» γύρω από το Hoxha, που εκδηλωνόταν στις πανταχού παρούσες προτομές και τα πορτρέτα, στο σύνθημα το Κόμμα του Ενβέρ που εξίσωνε το Hoxha με το Κόμμα, στις συνήθεις αναφορές στο ΚΕΑ όπως «με το σύντροφο Enver επικεφαλής.» Ο Hoxha  πράγματι φοβόταν ότι στη Σοβιετική Ένωση η «προσωπολατρία» γύρω από το Στάλιν προερχόταν από τους προδότες με σκοπό τη μετέπειτα δυσφήμηση του ίδιου του  Στάλιν, του σοσιαλιστικού συστήματος που υπήρχε τότε στη Σοβιετική Ένωση εκείνη την περίοδο, και του μαρξισμού-λενινισμού:

«Όσον αφορά στην αποκαλούμενη λατρεία του Στάλιν, οι χρουστσοφικοί προδότες   τη διέδωσαν, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσουν σκόπιμα εκτενώς, ενάντια στο  μαρξισμό -λενινισμό, όπως έκαναν στην πραγματικότητα. . . Μετά   το θάνατο του Στάλιν, έγινε σαφές ότι αυτοί οι προδότες χρησιμοποίησαν αυτήν την αχαλίνωτη προπαγάνδα ως όπλο όχι μόνο ενάντια στο Στάλιν και τη Σοβιετική Ένωση, αλλά και ενάντια στο  μαρξισμό -λενινισμό σε παγκόσμια κλίμακα

(Ε.Hoxha: Συνομιλία με Chou En Lia (Ιούνιος 1966) στα «Διαλεχτά Έργα» Τόμος 4 Τίρανα 1982 σ.45).

 

 Πράγματι ο Hoxha ήταν επικριτικός για το Στάλιν ότι δεν είχε αντιταχθεί στην «προσωπολατρία» πιο σθεναρά και αποτελεσματικά:

«Πιστεύουμε ότι ο Στάλιν προσωπικά δεν έλαβε  αυστηρά μέτρα για να εξασφαλίσει ότι αυτή η προπαγάνδα θα αντιμετωπιζόταν με  τρόπο μαρξιστικό-λενινιστικό και για να αποφύγει τις πολλές αρνητικές και επικίνδυνες πτυχές αυτής της προπαγάνδας

Enver Hoxha, «Το Κόμμα μας θα συνεχίσει να διεξάγει την ταξική πάλη όπως έχει κάνει πάντα – με συνέπεια, θαρραλέα και με  ωριμότητα: Από μια συνομιλία με Τσου Εν Λάι (24 Ιουνίου 1966) στα «Διαλεχτά Έργα» Τόμος 4 Τίρανα 1982 1982,  σελ. 45.

 

Ήδη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50,  ο Hoxha είχε λάβει προσωπικά μέτρα για να αντιταχθεί στην προσωπολατρία στην Αλβανία:

«Η προσωπολατρία. . . είναι μια αντι-μαρξιστική και επιβλαβής πρακτική, επειδή αυτό κάνει   φετίχ το  άτομο , αποδυναμώνει τον αποφασιστικό ρόλο της συλλογικότητας και των μαζών. . . αποδυναμώνει την εμπιστοσύνη των λαϊκών μαζών   στη δημιουργική δύναμή τους. Η προσωπολατρία οδηγεί στο χαμήλωμα του ρόλου του Κόμματος ως τάγματος εμπροσθοφυλακής της εργατικής τάξης και της ηγεσίας της – της κεντρικής Επιτροπής. Πρέπει να έχουμε υπόψη μας τη θέση του Marx   για την προσωπολατρία. Ο Marx έγραφε:

«Λόγω της απέχθειάς μου προς οποιαδήποτε προσωπολατρία, κατά τη διάρκεια της ύπαρξης της Α’ Διεθνούς δεν επέτρεψα ποτέ τη δημοσίευση των πολυάριθμων μηνυμάτων που προέρχονταν από  διάφορες χώρες στις οποίες γινόταν αναφορά για  αρετές μου. Μερικές φορές δεν έχω απαντήσει καν, εκτός από όταν κατακρίνω τους συντάκτες τους. . .»

[ Κ. Marx & Φ. Ένγκελς: Άπαντα (δεύτερη ρωσική έκδοση), Τόμος 34 σελ. 241 ].

 

Η ανάπτυξη της προσωπολατρίας σε ένα μαρξιστικό-λενινιστικό Κόμμα είναι επιβλαβής, όχι μόνο γιατί αποδυναμώνει τον ηγετικό ρόλο του Κόμματος και της κεντρικής Επιτροπής του, εμποδίζει την ενίσχυση του πνεύματος της συλλογικής καθοδήγησης στην ηγεσία του Κόμματος,
η οποία είναι η μόνη εγγύηση της σοφίας και της ορθότητας της γραμμής του Κόμματος, αλλά εμποδίζει επίσης την κριτική των λαθών,  της χαλαρότητας, των ανεπαρκειών στην εργασία του Κόμματος και των διάφορων ανθρώπων, αποδυναμώνει την αυτοκριτική, γεννά αλαζονεία και αυτοϊκανοποίηση   στους ανθρώπους, και παραλύει την πρωτοβουλία στην εργασία. . . .   
   
Συνεχής προσπάθεια διεξάγεται καθημερινά για να ενισχυθεί η συλλογική εργασία. Οι σύντροφοι του πολιτικού γραφείου μπορούν να πουν στην κεντρική Επιτροπή που κατά καιρούς, και πάντα σωστά, ο γενικός γραμματέας (σ..σ Χότζα.) έθετε ενώπιον του πολιτικού γραφείου και των άλλων συντρόφων στην ηγεσία το θέμα της ζημιάς που προκαλείται από την προσωπολατρία και που απαιτούσε να τεθεί μια για πάντα ένα τέλος σε ορισμένες υπερβολικές δημόσιες εκδηλώσεις από τις λαϊκές μάζες   προς το πρόσωπό του, όπως η αναφορά του ονόματός του σε τραγούδια, η ανέγερση προτομών στις διάφορες πόλεις, η τοποθέτηση της φωτογραφίας του στις εφημερίδες και τα περιοδικά χωρίς οποιαδήποτε προφανή λόγο ή περίπτωση, και μερικές άλλες εκδηλώσεις αυτού του είδους. . . Τώρα, είναι απαραίτητο για την κεντρική Επιτροπή να καθοδηγήσει το Κόμμα, ώστε να μπει ένα τέλος σε μια τέτοια πρακτική

Enver Hoxha,  «Για μερικά οργανωτικά θέματα του  Κόμματος: εισήγηση στην 11η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΕΑ «, 12 Ιουλίου 1954, σε Hoxha, E., Διαλεχτά Έργα τόμος 2, Τίρανα, 1975, σελ 411-4.

 

«Οι ιδρυτές του επιστημονικού κομμουνισμού έχουν παλέψει με όλες τους τις δυνάμεις ενάντια στην προσωπολατρία, σε όλες τις μορφές με τις οποίες εμφανίζεται, σαν κάτι εντελώς ξένο, άχρηστο  και επιβλαβές για το μαρξισμό. . .

Το Κόμμα Εργασίας της Αλβανίας έχει επικρίνει τις εκδηλώσεις της υπερεκτίμησης του ρόλου των προσωπικοτήτων και των ηγετών με έναν μαρξιστικό τρόπο, επειδή αυτές οι εκδηλώσεις αποδυναμώνουν το ρόλο του Κόμματος, από της Κομματικής βάσης   και των μαζών, και τείνουν να δημιουργήσουν την άποψη περί «αλάθητου των ηγετών». Η προσωπολατρία είναι ένα σάπιο κατάλοιπο,  προϊόν της  εκμετάλλευσης  των τάξεων και των μικρής κλίμακας παραγωγών. . . Η προσωπολατρία, αφ’ ενός, σε όλα τα επίπεδα του Κόμματος και της διοίκησης, υποκινεί την υπεροψία και την αλαζονεία στα στελέχη και τα στοιχεία που ακόμα δεν διαπαιδαγωγούνται και εκπαιδεύονται με μαρξιστικό-λενινιστικό πνεύμα, δημιουργεί σε αυτά τα στελέχη διαφόρων βαθμών  υπεροψία, καυχησιολογία, αυθαίρετες ενέργειες, αναπτύσσει νοσηρή μικροαστική υπερηφάνεια   και το συναίσθημα της προσωπικής ανωτερότητας και του αλάθητου, και, αφ’ ετέρου, αποδυναμώνει τη συλλογική ηγεσία του κόμματος σε κάθε επίπεδο, αποδυναμώνει τη στέρεα κριτική και αυτοκριτική, και απομακρύνει την ηγεσία από τις μάζες.

Η κεντρική Επιτροπή του Κόμματός μας έχει κάνει λόγο επανειλλημένα να τεθεί ένα τέλος σε κάθε επιβλαβή, μη-μαρξιστική εκδήλωση προσωπολατρίας

Enver Hoxha, Λογοδοσία σχετικά με τη δράση της ΚΕ του ΚΕΑ, στο 6ο συνέδριο του ΚΕΑ,, την 25 Μάη 1956, σε Hoxha, E, Διαλεχτά Έργα, τόμος. 2, Τίρανα, 1975, σ.σ. 595-6.

 

Κατά τη διάρκεια του τέλους της δεκαετίας του ’60, τη δεκαετία του ’70 και τη  δεκαετία του ’80, εντούτοις, η «προσωπολατρία» γύρω από το Hoxha άλλη μια φορά έλαβε διαστάσεις μεγαλύτερες  απ’ ό,τι στη δεκαετία του ’50, παρά το γεγονός ότι από τότε ο ρόλος του στην προετοιμασία του εδάφους για τη δυσφήμηση του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση είχε γίνει πολύ σαφέστερος. Αυτό έντονα έδειξε ότι, σε ένα τέτοιο σημαντικό ζήτημα, η ηγετική ομάδα γύρω από το Hoxha είχε τεθεί σε   θέση μειοψηφίας. Και για αυτόν τον λόγο, στην πραγματικότητα, δεν ήταν σε θέση να αντισταθεί στην προσωπολατρία γύρω από το Χότζα.

Αυτό άνοιξε το δρόμο για την ομάδα με ηγέτη το  Shehu   να χρησιμοποιήσει την εκστρατεία κλεισίματος των θρησκευτικών οργανισμών(αν και άρχισε από αυτή και μετέπειτα υποστηρίχθηκε από την κομματική και κρατική ηγεσία γενικά) για να δυσφημήσει την ηγετική μαρξιστική-λενινιστική ομάδα γύρω από το Hoxha, υποστηρίζοντας ότι ο Hoxha άσκησε μια «προσωπική δικτατορία», όποιων χρησιμοποίησε για να οδηγήσει σε παραβιάσεις των μαρξιστικών-λενινιστικών αρχών και  παραβιάσεις της συνταγματικής νομιμότητας.

Πήρε κάποιο χρόνο για αυτούς τους κρυμμένους εχθρούς του σοσιαλισμού, ποιος με ζήλο προωθούσαν την «προσωπολατρία» γύρω από το Hoxha για δεκαετίες,   να επιτεθούν ανοιχτά και να σταματήσει  όλες τις μαρξιστικές-λενινιστικές πολιτικές και  αρχές που εφαρμόζονται στο παρελθόν στην Αλβανία. Αυτό εμφανίστηκε επ’ ευκαιρία του 10ου συνεδρίου του ΚΕΑ τον Ιούνιο του 1991, όταν η το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών της Αλβανίας και η κατάργηση της θρησκείας στην Αλβανία πράγματι βολικά απεικονίστηκαν ως χονδροειδής παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ως σεχταριστικές και υποκειμενικές ενέργειες  εκ μέρους του Hoxha και της ηγετικής κομματικής και κρατικής ομάδας που συσπειρωνόταν γύρω του.

 

ΑΝΤΙΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΡΟΝΟΙΕΣ ΚΑΙ ΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ’70 ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ’80

 

Σύμφωνα με το νέο σύνταγμα του 1976 της ΣΛΔ της Αλβανίας, ένας νέος ποινικός κώδικας εγκρίθηκε από τη Λαϊκή συνέλευση   στις 15 Ιουνίου 1977. Σύμφωνα με το άρθρο του 55, η θρησκευτική δραστηριότητα ενέπεσε στην ίδια κατηγορία με τις φασιστικές, αντιδημοκρατικές, πολεμοκάπηλες, και αντι-σοσιαλιστικές αντικρατικές δραστηριότητες  .

Η θρησκευτική δραστηριότητα επομένως δηλώθηκε ρητώς  ότι ήταν ποινικώς κολάσιμη υπό τον τίτλο «ζύμωση και προπαγάνδα ενάντια στο κράτος»:

«Αρθρο 55

Ζύμωση και προπαγάνδα ενάντια στο κράτος.  

Φασιστική, αντιδημοκρατική, θρησκευτική, πολεμοκάπηλη και αντισοσιαλιστική ζύμωση και προπαγάνδα, όπως και  προετοιμασία, διάδοση ή κατοχή για διάδοση πληροφοριακών εντύπων με τέτοιο περιεχόμενο, προκειμένου να αποδυναμωθεί ή να υπονομευθεί το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου είναι τιμωρητέες με:

  στέρηση της ελευθερίας για μια περίοδο από τρία έως δέκα έτη.

 Εάν αυτές οι πράξεις έχουν διαπραχτεί σε εμπόλεμη περίοδο ή έχουν προκαλέσει ιδιαίτερα  σοβαρές συνέπειες, είναι τιμωρητέες με:

στέρηση της ελευθερίας για περισσότερο από δέκα έτη ή με θάνατο

Ποινικός κώδικας της ΣΛΔ της Αλβανίας, εγκεκριμένος στις 15 Ιουνίου 1977.

Πριν από τις νέες συνταγματικές και ποινικές τροποποιήσεις σχετικά με τη θρησκεία, δύο διατάγματα υιοθετήθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1975 απαιτώντας την αλλαγή και των προσωπικών και γεωγραφικών ονομάτων με   θρησκευτική σημασία. Το Διάταγμα ν. 5339, στην πραγματικότητα, δήλωσε ότι:

«Πολίτες που έχουν  ακατάλληλα ονόματα και  προσβλητικά επώνυμα από  πολιτική, ιδεολογική, και   ηθική άποψη είναι υποχρεωμένοι  να τα αλλάξουν

Διάταγμα ν. 5339, 23 Σεπτεμβρίου 1975, δημοσιευμένος στη Gazeta Zyrtare στις 11 Νοεμβρίου 1975.

 

Το διάταγμα πρόσθετε ότι τα πρόσωπα που επηρεάζονταν από το διάταγμα αναμένονταν  να συμμορφωθούν   εθελοντικά, αλλά για εκείνους που δεν συμμορφώνονταν θα δίνονταν  «κατάλληλα ονόματα» από τις κατά τόπους κοινωνικές οργανώσεις  . Οι γονείς αναμένονταν έπειτα  να επιλέξουν ένα κατάλληλα αλβανικό όνομα από έναν κατάλογο 3000 που παρείχε η  κυβέρνηση. Αυτό το διάταγμα στόχευε πρώτιστα σε Αλβανούς που είχαν θρησκευτικά ονόματα, ειδικά ορθόδοξους Χριστιανούς και Ρωμαιοκαθολικούς. Τον ίδιο περίπου καιρό, η κυβέρνηση υιοθέτησε επίσης το διάταγμα ν. 225 απαιτώντας την αλλαγή  των τοπωνυμιών με  θρησκευτικές έννοιες. Αυτός ο νόμος είχε επιπτώσεις κυρίως στα ονόματα που περιείχαν το πρόθεμα «Άγιος.»

Θρησκευτικές διακοπές και τελετές, από τη δεκαετία του ’60 και μετά, αντικαταστάθηκαν με   νέα σοσιαλιστικά, εθνικά, τοπικά, και οικογενειακά φεστιβάλ και έθιμα. Κατά τη διάρκεια των κηδειών, αντί του κλήρου άρχισε η πρακτική   ενός ηλικιωμένου προσώπου ή ενός αντιπροσώπου μιας μαζικής οργάνωσης να μιλά στην τελετή ενταφιασμών και οι συγγενείς του αποθανόντος σταμάτησαν επίσης την   συνήθεια της αποστολής  μεγάλων ποσών  χρημάτων για την κηδεία. Μια σειρά επιστημονικών εκδηλώσεων με   αντιθρησκευτικά θέματα έλαβαν χώρα σε όλη την Αλβανία ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70. Τηλεόραση, ταινίες, ο πολιτισμός και η τέχνη, όλοι κινητοποιήθηκαν για να τονίσουν τα αντιθρησκευτικά θέματα. Οι συχνές εκστρατείες αφισών χρησιμοποιήθηκαν επίσης για να διαδώσουν περαιτέρω τις αθεϊστικές ιδέες και  ειδικά όργανα, όπως το μουσείο αθεΐας, ιδρύθηκαν

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 και της δεκαετίας του ’80, η θρησκεία στην Αλβανία έφτασε να θεωρείται ως προσωπική, ατομική υπόθεση. Σε μια ομιλία τον Νοέμβριο του 1982, ο Enver Hoxha αναγνώρισε το δικαίωμα στη θρησκευτική πίστη:

«Το να πιστεύεις ή να μην πιστεύεις είναι ένα προσωπικό δικαίωμα, ένα θέμα  συνείδησης και όχι ένα διοικητικό ζήτημα

Enver Hoxha, Ομιλία πριν από τις εκλογές για το 10ο νομοθετικό σώμα της Λαϊκής συνέλευσης της ΣΛΔ Αλβανίας:  στην εκλογική ζώνη ν. 210 των Τιράνων, 10 Νοεμβρίου 1982, Τίρανα, 1982, σ.σ. 38-9.

 

Ο αντιπρόσωπος της Αλβανίας στον ΟΗΕ Bashkim Pitarka  επαναλάμβανε το 1988 αυτού

«Υπάρχει πλήρης ελευθερία  συνείδησης στην Αλβανία. Το θέμα της θρησκευτικής πίστης στην Αλβανία θεωρείται επίσης ως δικαίωμα, ένα ιδιωτικό ζήτημα που είναι ένα προσωπικό θέμα συνείδησης

Επιστολή από το μόνιμο αντιπρόσωπο του PSR της Αλβανίας στα Ηνωμένα Έθνη, 9 Μάιος 1988, στο U.N. Doc. A/43/354, at 8.

 

Όπως αναφέρεται πιο πάνω, οι κλασσικές μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές αντιτάσσουν οποιαδήποτε δράση για να περιοριστεί η θρησκευτική λατρεία σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, υποστηρίζοντας ότι ο αγώνας κατά της θρησκείας πρέπει να πραγματοποιηθεί στον ιδεολογικό τομέα μόνο, και ότι οι θρησκευτικοί οργανισμοί θα εξαφανίζονταν, και πρέπει να επιτραπεί   να εξαφανιστούν, με την εξαφάνιση της θρησκευτικής πίστης. Εντούτοις, οι επίσημες αλβανικές πηγές και ο ίδιος ο Enver Hoxha πιστοποιούν ότι η θρησκευτική πίστη συνέχισε να κρατιέται κάπως ζωντανή στη σοσιαλιστική Αλβανία και μετά το κλείσιμο των εκκλησιών και των μουσουλμανικών τεμενών της.

Σύμφωνα με την επίσημη Ιστορία του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας :

«η εξαφάνιση των εκκλησιών και των μουσουλμανικών τεμενών δεν είχε αποβάλει τη θρησκευτική προοπτική. Η θρησκεία έχει  πολύ βαθιές ρίζες

Ίδρυμα μαρξιστικών-λενινιστικών μελετών της κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, Ιστορία του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, Τίρανα, 1971, σελ. 626.

 

Στην ιστορία της Αλβανίας, οι Αλβανοί ιστορικοί, Pollo και Puto, επίσης επιβεβαιώνουν ότι:

«εάν οι εκκλησίες και τα μουσουλμανικά τεμένη είχαν κλείσει, αυτό δεν σήμανε ότι η θρησκεία ως συνολική ιδέα είχε εξαφανιστεί

Stefanaq Pollo & Arben Puto, Η ιστορία της Αλβανίας: από τις αρχές της μέχρι σήμερα, Λονδίνο, 1981, σελ. 282.
Επανειλημμένα, ο Enver Hoxha υπεδείκνυε συνεχώς την ανάγκη να ξεριζωθεί περαιτέρω η θρησκευτική επιρροή, ακόμα παρούσα στην αλβανική κοινωνία παρά το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών:

«Μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι έχουμε ξεριζώσει τη θρησκεία και όλα τα οπισθοδρομικά έθιμα εντελώς; Όχι. Αυτό θα πάρει πολλές δεκαετίες, ίσως και  περισσότερο.»  .

Enver Hoxha, «Η επανάσταση θριαμβεύει μόνο όταν το μαρξιστικό-λενινιστικό Κόμμα παρακινεί τις μάζες και τις κάνει να συνειδητοποιούν την αναγκαιότητά  του: Από μια συνομιλία με δύο Σουδανούς συντρόφους «, 12 Ιουλίου 1967, σε Hoxha, E.,  Ομιλίες, Συνομιλίες και άρθρα (1967-1968), Τίρανα, 1978, σελ. 122.

 

«Πρέπει να καταπολεμήσουμε τη λανθασμένη αντίληψη ότι η θρησκεία είναι μόνο η εκκλησία, το μουσουλμανικό τέμενος, ο ιερέας, ο χότζας, οι εικόνες, κ.λπ., και   μόλις εξαφανιστούν αυτοί, η θρησκεία και η επιρροή τους στους ανθρώπους θα εξαφανιζόταν αυτόματα επίσης

Enver Hoxha, «Για το ρόλο και τους στόχους του Δημοκρατικού Μετώπου στην προσπάθεια προς την πλήρη επιτυχία του σοσιαλισμού στην Αλβανία: Έκθεση στο 4ο συνέδριο του Δημοκρατικού Μετώπου της Αλβανίας «, 14 Σεπτεμβρίου 1967, σε Hoxha, E., Άπαντα, n. 36, Τίρανα, 1982, σελ.. 374-7.

 

«. . . Ο μεγάλος αγώνας κατά της θρησκείας πρέπει να πραγματοποιηθεί στη συνείδηση, στην άποψη των ανθρώπων. Η εξαφάνιση μιας εκκλησίας μόνο δεν κάνει την ιδεαλιστική πίστη να εξαφανιστεί από τη συνείδηση των ανθρώπων. . . .Γεγονός είναι ότι οι εκκλησίες και τα μουσουλμανικά τεμένη μπορούν γρήγορα να εξαφανιστούν υλικά. Αλλά,   αυτό κάνει την πίστη εξαφανίζεται σε σύντομο χρονικό διάστημα από τη συνείδηση των ανθρώπων; Βεβαίως όχι. Κατά την εξέταση αυτού του προβλήματος, το Κόμμα και οι μαζικές οργανώσεις έχουν οργανώσει μια καλά συντονισμένη πολιτική και ιδεολογική πάλη ενάντια στη θρησκεία; Όχι, αυτό είναι ακόμα μια επιδίωξη.»

Enver Hoxha, «Για τον αγώνα κατά των οπισθοδρομικών ηθών: Συζήτηση στη συνεδρίαση της γραμματείας της ΚΕ του ΚΕΑ «, 31 Ιανουαρίου 1969, σε Hoxha, E., Άπαντα  ν. 40, Τίρανα, 1983, σελ. 106.

 

«Φυσικά αυτό [ σ.σ. το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών.] δεν σημαίνει ότι η πλήρης απελευθέρωση των εργαζόμενων  από την επιρροή του θρησκευτικού οπίου έχει επιτευχθεί αντίθετα, μια μακρά διαδικασία εκπαίδευσης και επανεκπαίδευσης χρειάζεται για κάτι τέτοιο»

Enver Hoxha, Λογοδοσία σχετικά με τη δράση της ΚΕ του ΚΕΑ  , στο 6ο συνέδριο του ΚΕΑ,, 1 Νοέμβρη 1971, Τίρανα, 1971, σ 135.

 

«Το Κόμμα και ο λαός μας κατέστρεψαν αυτή [ σ.σ.: τη θρησκευτική.] υποδομή μέσα σε μερικές δεκαετίες, αλλά η πάλη για να ξεριζώσουμε αυτόν τον καρκίνο από τη νοοτροπία των ανθρώπων, δεν έχει ολοκληρωθεί. . . . και εάν μια συνεπής και πειστική μάχη είναι σε αυτήν την κατεύθυνση, δεν θα διαρκέσει πλέον  αιώνες αλλά μερικές δεκαετίες, μερικές γενεές

Enver Hoxha, «Πώς πρέπει να αντιλαμβανόμαστε και να παλέψουμε την περικύκλωση της χώρας μας από ιμπεριαλιστές και ρεβιζιονιστές και την επίδραση της πίεσής της σε μας: Ομιλία   στη γενική εκλογοαπολογιστική συνεδρίαση της κεντρικής Επιτροπής του κόμματος  «, 15 Μαρτίου 1973, σε Hoxha, E., Για την περαιτέρω επαναστατικοποίηση του κόμματος και ολόκληρη τη ζωή της χώρας: Ομιλίες (1971-1973), Τίρανα, 1974, σελ. 278.

 

«Υπάρχουν [σ.σ. ακόμα, το 1976 ] ηλικιωμένοι που ασκούν μερικές θρησκευτικές ιεροτελεστίες. Για αυτούς, πρέπει να ακολουθήσουμε το δρόμο της πειθούς, να εργαστούμε για να σώσουμε αυτούς τους ανθρώπους από τη θρησκευτική σκλαβιά.»

Enver Hoxha, «Να είστε προσεκτικοί στη λήψη των αποφάσεων:  Από τη συζήτηση στη συνεδρίαση της προεδρίας της Λαϊκής συνέλευσης της ΛΔΑ «, 31 Ιανουαρίου 1976, σε Hoxha, E., Άπαντα, ν. 56, Τίρανα, 1987, σελ. 343.

 

Στη λεπτομερή ανάλυσή του για την αντιθρησκευτική πάλη στην Αλβανία, δημοσιευμένη το 1981, ο αλβανός ιστορικός Sadikaj αναγνωρίζει επίσης την ύπαρξη  θρησκευτικών εκδηλώσεων και μετά το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών:

«Παρά τις επιτυχίες που επιτυγχάνονται ενάντια στη θρησκεία, ήταν εμφανές ότι θρησκευτικά απομεινάρια. . . συνεχίζουν να υπάρχουν και να διαδίδονται εδώ και εκεί, συχνά με νέες μορφές. Μεταξύ αυτών τα απομεινάρια ήταν χαιρετισμοί, ευχές, συλλυπητήρια, όρκοι και απειλές που συνδέθηκαν με το όνομα του δημιουργού του κόσμου, όπως και  φαντασιακές και ιδεαλιστικές εκφράσεις. . . .

Μια μορφή παθητικής αντίστασης ήταν η συντήρηση ορισμένων θρησκευτικών οικοδομημάτων που δεν είχαν καμία ιστορική αξία ή οποιαδήποτε πρακτική χρήση. Κατά περιόδους χρησιμοποιήθηκαν για  βαπτίσματα ή για άλλες δραστηριότητες θρησκευτικής φύσης. Σε έναν σημαντικό αριθμό χωριών, ή ακόμα και σε μια πόλη εδώ και εκεί, υπήρχαν αρκετές ενδείξεις ότι ορισμένοι άνθρωποι συνέχιζαν να εμμένουν στις θρησκευτικές πεποιθήσεις, διακοπές και ιεροτελεστίες. . . .

Υπήρξαν συχνές τάσεις να συντηρηθεί ή να δημιουργηθεί κρυφά η υλική βάση της θρησκείας. . . .  

Εδώ και εκεί  παθητική αντίσταση και στάση στον αγώνα κατά της θρησκείας παρουσιάζονταν στις τάξεις των κομμουνιστών, επίσης. Καθένας κατά τρόπο μυστικό, ή κάτω από την πρόφαση ότι «δεν μπορείτε να σταυρώσετε τους υπερήλικες»:  ακόμη και στις οικογένειες ορισμένων κομμουνιστών οι θρησκευτικά ιεροτελεστίες και τα έθιμα συνέχισαν να είναι σεβαστά. . . .

Τα θρησκευτικά απομεινάρια δεν έχουν αποβληθεί συνολικά, όχι για πάντα

Dilaver Sadikaj, «Επαναστατικό Κίνημα ενάντια στη θρησκεία στη δεκαετία του ’60», σε Studime Historike (ιστορικές μελέτες), ν. 4, 1981.

 

Σε άλλη, παρόμοια ανάλυση, δημοσιευμένη στο Rruga ε Partisë (ο δρόμος του Κόμματος) το 1986, Ο καθηγητής Hako σημείωσε «την πρόοδο» στην αντιθρησκευτική εκστρατεία, αλλά αναγνώριζε ότι:

«τα κατάλοιπα και οι εκδηλώσεις της θρησκείας είναι ακόμα ιδιαίτερα, επιβλαβείς, και επικίνδυνες

Hulusi Hako, «Προς τη δημιουργία μιας πλήρως κοινωνίας άθεων», σε Rruga ε Partisë , ν. 3, 1986.

 

Το 1988, ο Bashkim Pitarka, Αντιπρόσωπος της Αλβανίας στον ΟΗΕ δήλωσε ότι

«στην Αλβανία, κανένας δεν μπορεί να αναγκάσει τους ανθρώπους   να πιστεύει στο Θεό ή  να εκτελεί  θρησκευτικές ιεροτελεστίες. Αυτός δεν σημαίνει, εντούτοις, ότι οι ένθεοι δεν εκτελούν αυτές τις ιεροτελεστίες.

Τελικά, αυτό είναι ένα προσωπικό και οικογενειακό θέμα

Επιστολή από το μόνιμο αντιπρόσωπο της ΣΛΔ Αλβανίας στα Ηνωμένα Έθνη, 9 Μάιος 1988, στο U.Ν. Έγγραφο. A/43/354, at 8.

 

Αδιαφιλονίκητα, επομένως, τα ανωτέρω επίσημα έγγραφα πιστοποιούν την εμμονή – μέχρι ένα σημείο – της θρησκευτικής επιρροής και πίστης στην Αλβανία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 και της δεκαετίας του ’80, δηλ. μετά το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών το 1966-67.

 

Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ’90

 

Κατά τη διάρκεια του τέλους της δεκαετίας του ’80, υπό την ενδυμασία «του εκδημοκρατισμού», η ρεβιζιονιστική διαδικασία της καπιταλιστικής παλινόρθωσης  στην Αλβανία καθοδηγήθηκε από το Ramiz Alia, ως νέος α’ γραμματέας του ΚΕΑ, μετά από το θάνατο του Hoxha το 1985.

Διάφοροι κληρικοί και προηγούμενοι ιεραπόστολοι επιτράπηκε τώρα  να επισκεφτούν την Αλβανία, μετά από μια αυξανόμενη ανοχή που επιδεικνυόταν από την κυβέρνηση σε αυτόν τον τομέα. Τον Νοέμβριο του 1986, ο Δρ και η κα E. Jacques, ευαγγελικοί ιεραπόστολοι που είχαν υπηρετήσει στο σχολείο της αμερικανικής αποστολής στην Κορυτσά από το 1932 ως το 1940, έλαβαν βίζα για μια δέκα ημερών επίσκεψη. Μεταξύ του Ιουλίου και του Σεπτεμβρίου του 1988, τρεις αλβανοί κληρικοί   από   εξωτερικό επισκέφτηκαν την Αλβανία για μικρές περιόδους.  Ήταν ο Αιδεσιμότατος  Α. Ε. Liolin,  γεννημένος στις ΗΠΑ επικεφαλής της αλβανικής ορθόδοξης επισκοπής στην Αμερική, ο οποίος ήταν προφανώς ο πρώτος κληρικός από το 1967 που επισκέφτηκε και περιόδευσε στη χώρα με ράσα. Χοροστάσησε σε προσευχές σε διαφορες περιπτώσεις στα νεκροταφεία και του επιτράπηκε επίσης  να έχει μαζί του ένα προσωπικό αντίγραφο της Βίβλου κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του. Οι άλλοι  δύο κληρικοί ήταν ο Αιδεσιμότατος ιμάμης Vehbi Ismail,  γεννημένος στην Αλβανία υπήκοος ΗΠΑ, διευθυντής του αλβανικού ισλαμικού κέντρου στο Ντητρόιτ, και ο Ιησουίτης πατέρας Ndoc Kelmendi, στον οποίο επιτράπηκε   να επισκεφτεί την οικογένειά του κοντά στη Σκόδρα.

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες άλλοι κληρικοί πήραν άδεια   να επισκεφτούν τη χώρα, είτε ως συνταξιούχοι είτε ως δημοσιογράφοι είτε δάσκαλοι. Η μητέρα Τερέζα επισκέφτηκε την Αλβανία για την πρώτη φορά  τον Αύγουστο του 1989 και ο Αιδεσιμότατος Liolin προσκλήθηκε έπειτα στη χώρα για μια δεύτερη φορά από τα αλβανικά Υπουργεία πολιτισμού και εξωτερικών υποθέσεων.

Ο προϊστάμενος αρχιτέκτονας του ρεβιζιονισμού στην Αλβανία κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, Ramiz Alia, κατάφερε , παρόλα αυτά, να  έχει μια αντιθρησκευτική τοποθέτησης την 8η ολομέλεια της ΚΕ του ΚΕΑ το Σεπτέμβρη του 1989. Σημείωνε ότι:

«Καμία παραχώρηση δεν πρέπει να γίνει στην αστική ιδεολογία   σε οποιοδήποτε τομέα. . . Καμία παραχώρηση δεν πρέπει να γίνει στη θρησκευτική ιδεολογία. Υιοθετούμε αυτήν την στάση όχι μόνο ως συνειδητά άθεοι, αλλά και για να υπερασπίσουμε την ενότητά μας ως λαός

Ramiz Alia, Πάντα στην πρωτοπορία της κοινωνίας, Φορέας της προόδου, Ομιλία στην 8η ολομέλεια της ΚΕ του ΚΕΑ, 25 Σεπτεμβρίου, 1989, Τίρανα, 1989, σελ. 34.

 

Αυτές οι δηλώσεις δεν θα μπορούσαν   να αποτρέψουν την επίσημη άρση της απαγόρευσης  της θρησκείας μερικούς μήνες αργότερα, με συνέπεια τη βαθμιαία αναγέννηση των θρησκευτικών πρακτικών   στην Αλβανία, μαζί με την αποκατάσταση και την  ανοικοδόμηση των εκκλησιών και των μουσουλμανικών τεμενών. Στις 8 Μάη 1990, στην πραγματικότητα, η λαϊκή συνέλευση  της ΣΛΔ της Αλβανίας ενέκρινε τις νέες διατάξεις στον ποινικό κώδικα για τη θρησκευτική, αντι-σοσιαλιστική κ.α. ζύμωση και προπαγάνδα, όπως και την προετοιμασία, διανομή και συντήρηση για τη διανομή τέτιου είδους εντύπων, με αποτέλεσμα να μην θεωρούνται   πλέον ως εγκλήματα (Η τελειοποίηση της νομοθεσίας εμβαθύνει τον εκδημοκρατισμό της ζωής στη ΣΛΔ της Αλβανίας, Τίρανα, 1990, σ. 19, σημείωση ν. 1).

Συγχρόνως, το διάταγμα που προέβλεπε την αλλαγή των ακατάλληλων ονομάτων και των επωνύμων καταργήθηκε, επίσης. Μόνο μερικούς μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 1990, ήταν ο ίδιος ο Αλία που ανήγγειλε ότι η θρησκευτική ελευθερία τώρα θα γινόταν σεβόμενη πλήρως και ότι η συνταγματική απαγόρευση του 1976 της θρησκείας θα αίρετο τελικά.

Το ΚΕΑ συγκάλεσε το 10ο συνέδριό του τον Ιούνιο του 1991 προκειμένου να μετασχηματιστεί πλήρως σε ένα σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (που μετονομάζεται το Σοσιαλιστικό Κόμμα), απορρίπτοντας κατά συνέπεια όλες τις προηγούμενες μαρξιστικές-λενινιστικές πολιτικές και τις αρχές του. Μετά από την πλήρη καπιταλιστική παλινόρθωση στη χώρα,

ήταν τώρα οι αλβανοί ρεβιζιονιστές οι ίδιοι που μπορούσαν να επιτεθούν στην  προηγούμενη πάλη ενάντια στη θρησκεία ως χονδροειδή παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, σαν σεχταριστική και υποκειμενική δράση που πραγματοποιείται κάτω από την επιρροή της κινεζικής «πολιτιστικής επανάστασης.» Σε αυτό το ζήτημα, η εισήγηση στο συνέδριο έλεγε τα εξής:

«Είναι μια πραγματικότητα ότι τα δικαιώματα του ατόμου, ειδικά εκείνα της πνευματικής ζωής, έχουν παραβιαστεί σοβαρά. . . .

Η νομική κατάργηση των θρησκευτικών πεποιθήσεων οδήγησε την επίσημη στάση του Κόμματος σε σύγκρουση με την επιθυμία ευρέων μαζών του λαού. . . .  

Πρέπει να τονιστεί ότι τέτοια λάθη και παραμορφώσεις εμφανίστηκαν ειδικά κατά τη διάρκεια της περιόδου του τέλους της δεκαετίας ’60, η οποία αποκλήθηκε επίσης ως περίοδος επαναστατικοποίησης. Εκτός από τις ξένες επιρροές, ιδιαίτερα από την κινεζική πολιτιστική επανάσταση, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου επίσης εμφανίστηκαν μερικές υποκειμενικές κλίσεις   προκειμένου να βρουν νέες, πρωτότυπες λύσεις σε πολλά προβλήματα της κοινωνίας. Φαίνεται ότι ο αντιρεβιζιονισμός που επιλέξαμε ως στρατηγική οδήγησε σε αριστερίστικες θέσεις».

10ο Συνέδριο, Συνέδριο για την πλήρη ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική ανανέωση του κόμματος. Εισήγηση από το σύντροφο Xhelil Gjoni, μέλος του ΠΓ και Γραμματέα της ΚΕ του Κόμματος, σε  Zëri i Popullit, 11-6-1991.

 

Μόλις επανεπετράπη η θρησκεία στη χώρα, διάφορα θρησκευτικά καταστήματα άνοιξαν πάλι σύντομα στην Αλβανία,   πλούσιοι εμιγκρέδες άρχισαν να χρηματοδοτούν την οικοδόμηση  νέων μουσουλμανικών τεμενών στα χωριά τους, και  ξένες κυβερνήσεις και  οργανώσεις έδωσαν  χρηματική βοήθεια για   θρησκευτικά κτήρια και την αποκατάσταση τους.

Σε όλη την Αλβανία, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1992, τουλάχιστον 100 μουσουλμανικά τεμένη και τριάντα καθολικές και ορθόδοξες εκκλησίες άνοιξαν πάλι για τη θρησκευτική χρήση. Περισσότερο από μισά από τα εισαγόμενα αντίγραφα του Koran,  υπερβαίνοντας κατά πολύ  την τοπική ζήτηση, πληρώθηκε επίσης από τους Σαουδάραβες, ενώ  εκατοντάδες χιλιάδες των Βίβλων τυπώθηκαν πυρετωδώς στην αλβανική γλώσσα. Οι ισλαμικές οργανώσεις βοήθησαν να χρηματοδοτήσουν τις δαπάνες εκείνων των Αλβανών που επιθυμούσαν να ταξιδέψουν στη Μέκκα ενώ ένας αυξανόμενος αριθμός αντιπροσωπειών από  όλο το μουσουλμανικό κόσμο άρχισε να επισκέπτεται την Αλβανία. Μια τέτοια αυξανόμενη ισλαμική επιρροή δεν απέτρεψε τον παπά Ιωάννη-Παύλο το Β’ να πραγματοποιήσει επίσκεψη στην Αλβανία την άνοιξη του 1993, η πρώτη επίσκεψη πάπα σε αυτήν την χώρα. Απευθύνθηκε σε χιλιάδες ανθρώπους στην κεντρική πλατεία των Τιράνων πριν χοροστατήσει μιας λειτουργίας στον πρόσφατα-αποκατεστημένο καθεδρικό ναό της Σκόδρας και ορίσει τέσσερις νέους αλβανούς επισκόπους.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

Σε αυτό το πλαίσιο της αντιθρησκευτικής πάλης στην Αλβανία, το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών της το 1966-67:

1)  συνιστούσε παραβίαση των μαρξιστικών-λενινιστικών αρχών

2)   συνιστούσε παραβίαση του συντάγματος της ΛΔ της Αλβανίας

3) δεν ήταν σύμφωνη με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Αλβανίας ως μέλος του ΟΗΕ

4) μια ενέργεια που ενσωμάτωνε ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της «πολιτιστικής επανάστασης» που προχωρούσε ταυτόχρονα στην Κίνα

5) μια ενέργεια που πρέπει να αποξένωσε ως ένα ορισμένο βαθμό τους ένθεους μέσα στην Αλβανία που αλλιώς θα μπορούσαν να είναι πλήρεις υποστηρικτές του σοσιαλιστικού καθεστώτος

6) μια ενέργεια που βοήθησε τη διεθνή αντι-σοσιαλιστική προπαγάνδα

7) μια ενέργεια που αποξένωσε ως ένα ορισμένο βαθμό τους ένθεους που αλλιώς θα μπορούσε να διάκειντο ευνοϊκά προς τη σοσιαλιστική Αλβανία

8) μια ενέργεια που ανάσχεσε ως ένα ορισμένο βαθμό το διεθνές Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κίνημα, του οποίου η  σοσιαλιστική Αλβανία ήταν ο μόνος προμαχώνας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, της δεκαετία του ’70, και της δεκαετίας του ’80, με την παρουσίαση της εικόνας ενός κράτους που επιτρέπει την αυθαίρετη  παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των πολιτών, και με την αποξένωση ως ένα ορισμένο βαθμό των ένθεων που ειδάλλως θα μπορούσαν να είναι σταθεροί υποστηρικτές του κινήματος αυτού.

9) δεν είχε αρχίσει από την ηγετική ομάδα του Κόμματος και του κράτους γύρω από το Hoxha.

10) είχε αρχίσει από μια οργανωμένη και επιδρούσα ομάδα κρυμμένων ρεβιζιονιστών που – εκμεταλλευόμενη την «προσωπολατρία» γύρω από το Χότζα- επιδίωξε να χρησιμοποιήσει αυτήν την σεχταριστική ενέργεια για να δυσφημήσει τη μαρξιστική-λενινιστική ηγεσία της χώρας γύρω από το Hoxha, ως τμήμα ενός ευρύτερου στόχου για την ανατροπή του σοσιαλισμού στην Αλβανία

 

Advertisements

Tagged: , , ,

One thought on “Η αντιθρησκευτική πάλη στην Αλβανία & το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών το 1966-’67

  1. Βαγγελης Σιδερης Ιουλίου 19, 2014 στο 11:37 πμ Reply

    Ο Μαρξισμος-Λενινισμος έχει ξεκάθαρη θέση σχετικά με την ορθή στάση απέναντι στη θρησκεία.Πρέπει να γίνεται αγώνας και πάλη ενάντια στη θρησκεία αλλα με την προυπόθεση οτι η ταξική πάλη θα είναι στην πρώτη γραμμή.Εξάλλου η θρησκεία θα εξαλειφθεί μόλις εξαφανιστούν οι υλικές κοινωνικές αιτίες που τη γεννάνε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: