Bradley Abrams:Ποιος εχασε την Τσεχοσλοβακια; (50 χρονια μετα το νικηφορο Φλεβαρη του 1948)

Το κείμενο προέρχεται από αντικομμουνιστή συγγραφέα, αλλά, παρά τα στερεότυπά του, περιγράφει την επιτυχή στρατηγική του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας για την απόκτηση της ιδεολογικής ηγεμονίας στη χώρα μεταπολεμικά. Εν τάχει: το ΚΚ καθόρισε τα πλαίσια της συζήτησης για το μέλλον της χώρας, περιόρισε το «ζωτικό χώρο» του αντιπάλου του, «αναγκάζοντάς» τον να μιλά αόριστα, όταν αυτό μιλούσε συγκεκριμένα, και μη χαρίζοντας του καμμία έννοια (του έθνους, της δημοκρατίας, της δημιουργίας κλπ). Έτσι, τον ανάγκαζε να σβήνει από μόνος του τα όρια που τον διέκριναν από το ΚΚ, και εν τέλει να τροφοδοτεί την επιχειρηματολογία του ΚΚ. Δευτερευόντως, πραγματεύεται τα γεγονότα του Φλεβάρη του 1948 στην Τσεχοσλοβακία, με την κίνηση των 12 από τους 17 μη κομμουνιστών υπουργών της κυβέρνησης της Τσεχοσλοβακίας να παραιτηθούν, υπολογίζοντας σε παραίτηση του προέδρου Μπένες, ο οποίος όμως δεν παραιτήθηκε. Ταυτόχρονα, διεξήχθησαν δύο συλλαλητήρια, ένα ογκώδες από το ΚΚ Τσεχοσλοβακίαςσυμμετέχοντες και ένα άμαζο από τους αντικομμουνιστές. Αυτά τα γεγονότα, αποκαλούνται από τους αντικομμουνιστές ως «το Πραξικόπημα της Πράγας» (βλ. βίντεο-ανταπόκριση από γαλλικό πρακτορείο ειδήσεων της εποχής http://www.ina.fr/politique/gouvernements/video/AFE85001914/le-film-des-evenements-de-prague.fr.html).

Ποιος έχασε την Τσεχοσλοβακία; Ξαναμελετώντας την κομμουνιστική νίκη 50 χρόνια μετά

 

Bradley Abrams, Columbia University

O Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε και τώρα είναι μια καλή εποχή για τους μελετητές της Κεντρικής & Ανατολικής Ευρώπης. Η πτώση των κομμουνιστικών δικτατοριών (sic) της περιοχής έχει ανοίξει πολλά μη προσβάσιμα αρχεία και βιβλιοθήκες, επιτρέποντάς μας τόσο να αποκτήσουμε μια πληρέστερη κατανόηση των γεγονότων που ήταν ασαφή τα τελευταία 50 χρόνια όσο και να αναζητήσουμε απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν τολμούσαμε καν να θέτουμε λόγω έλλειψης αξιόπιστης πληροφόρησης. Πέρα από αυτά τα υλικά οφέλη, ωστόσο, υπάρχουν και άλλα που πρέπει να αναδειχθούν από την απαλλαγή της ιστορίας της περιοχής εκείνης από τη σφαίρα της ιδεολογικής διαπάλης. Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, τουλάχιστον για πολλούς αμερικανούς ακαδημαϊκούς, υπήρχε μια ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή μεταξύ «ημών» και «εκείνων». Σταθήκαμε στο πλευρό όσων πολεμούσαν τον Κομμουνισμό, και είδαμε όσους ήταν ενάντια σε εκείνα τα καθεστώτα ως συμμάχους μας. Όπως και στα σύγχρονα ζητήματα, έτσι και στην ιστορία: εξαιρουμένων των μαρξιστών ακαδημαϊκών, θεωρούσαμε όσους πάλευαν ενάντια στην επιβολή (sic) των κομμουνιστικών δικτατοριών  ως συμμάχους μας και αποδίδαμε τις ήττες τους στην ισχύ μιας ομάδας τοπικών σταλινικών φανατικών που υποστηρίζονταν από τη Μόσχα οι οποίοι είχαν ως στόχο τη με κάθε τρόπο απόκτηση πλήρους εξουσίας. Είναι αυτή η άποψη που έχει υιοθετηθεί μετά το 1989 στην Κεντροανατολική Ευρώπη, και για προφανείς λόγους θεωρείται ως η «πραγματική ιστορία» της διολίσθησης της Ανατολικής Ευρώπης στη δικτατορία. Η θέληση μερικών εγχώριων παρατηρητών να αναπαράγουν αυτή την ερμηνεία της ιστορία έχει επιτυχώς επισημανθεί από το Νorman Naimark: «Το ιστορικό μοντέλο είναι προφανές: μερικές σοβιετικές μαριονέτες σε κάθε χώρα- ενθαρρυμένες από τη NKVD και υποστηριζόμενες από την ισχύ και την επιρροή του Κόκκινου Στρατού- επιτυχώς ανέπτυξαν την «τακτική του σαλαμιού» για να καταλάβουν ελεύθερες κοινωνίες, να σταματήσουν την ανάπτυξη της δημοκρατίας και να υποσκάψουν την ανάπτυξη της οικονομικής ευημερίας σε όλη την ανατολική Ευρώπη. Η Δυτικού Τύπου ψυχροπολεμική ιστοριογραφία, κατασταλμένη επί μακρόν στις χώρες της Κεντροανατολικής Ευρώπης, επικράτησε των παλαιότερων αντιλήψεων»[1]

Δεν θέλουμε να πούμε ότι δεν υπάρχει πολλή αλήθεια σε αυτή την αντίληψη για την απόκτηση της πλήρους εξουσίας από τον κομμουνισμό στην περιοχή. Σίγουρα ο συνδυασμός της παρουσίας του Κόκκινου Στρατού, των δραστηριοτήτων της σοβιετικής μυστικής αστυνομίας και της κατάχρησης εξουσίας από τις τοπικές οργανώσεις της μυστικής αστυνομίας, και των επιθυμιών, των σχεδίων και των οδηγιών της σοβιετικής Κεντρικής Επιτροπής και άλλων οργάνων έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην επιβολή του κομμουνιστικού μονοπωλίου της εξουσίας. Ωστόσο, το να βασίζει κανείς την ανάλυση του μόνο σε σοβιετικές μαριονέτες και την ισχύ της Σοβιετικής Ένωσης κάνει τις κοινωνίες της περιοχής απλά αντικείμενα, δίχως ισχύ, επιρροή και ακόμα και δίχως δικό τους ξεχωριστό δρόμο ιστορικής ανάπτυξης. Πρέπει να καταλάβουμε ότι, ως αποτέλεσμα των μαζικών αλλαγών στη δημογραφία, την Οικονομία και τις απόψεις, τις οποίες έφερε ο πόλεμος, η κομμουνιστική λύση ήταν τουλάχιστον αποδεκτή και ακόμα και προτιμώμενη για σημαντικά στοιχεία εντός αυτών των κοινωνιών. Ακόμα και αν- π.χ. στην Πολωνία ή την Ουγγαρία- οι κομμουνιστές δεν ήταν ικανοποιημένοι με τα εκλογικά τους αποτελέσματα, παραμένει γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων πράγματι ψήφιζε κομμουνιστές, και ακόμα περισσότεροι διάκεινταν θετικά στους κομμουνιστικούς στόχους και σχέδια.

Το Ψυχροπολεμικό μοντέλο είναι ιδιαίτερα προβληματικό για την Τσεχοσλοβακία. Ο Κόκκινος Στρατός είχε αποσυρθεί από το Τσεχοσλοβακικό έδαφος ήδη από τα τέλη του 1945, και η σοβιετική πίεση στη χώρα ήταν ελάχιστη σε σύγκριση με εκείνη που ασκούσε σε γειτονικές χώρες. Ακόμα και αν, όπως ο γνωστότερος ιστορικός της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου της Τσεχοσλοβακίας, Karel Kaplan, πιστεύει ότι η παρουσία των σοβιετικών στρατευμάτων στην περιοχή προκαθόρισε τη μοίρα της χώρας, αναγνωρίζει ότι τα εσωτερικά γεγονότα έπαιξαν τον καθοριστικό ρόλο: «η πορεία της σύγκρουσης, οι μορφές αντιπολίτευσης και οι μέθοδοι των μη κομμουνιστικών δυνάμεων που βρίσκονταν σε αντίθεση με τη φιλοδοξία για απόκτηση της εξουσίας από τους κομμουνιστές ήταν «ένα εσωτερικό ζήτημα» που εξαρτώταν από τις δυνάμεις, τις ικανότητες και τις προετοιμασίες για τη διεξαγωγή μιας τέτοιας πάλης. Αφού, από διεθνή σκοπιά, η αντικομμουνιστική αντιπολίτευση δεν είχε ελπίδες για νίκη, τότε ήταν μεγαλύτερη η σημασία των εσωτερικών πολιτικών παραγόντων για την πάλη για την εξουσία. Οι αντίπαλοι των [κομμουνιστικών] σχεδίων εξουσίας δεν χρειαζόταν να πάρουν μια πορεία τέτοια που τη δεύτερη κιόλας ημέρα της αποφασιστικής σύγκρουσης (σ.σ. Φλεβάρης του 1948) κυριολεκτικά έπαψαν να υπάρχουν ως πολιτική δύναμη»[2]

Ακολουθώντας αυτό το σκεπτικό, ο Κaplan και άλλοι ακαδημαϊκοί έχουν εξετάσει τις πολιτικές πτυχές των εξελίξεων στη χώρα από το 1945 ως το 1948, και απέδωσαν τρομακτικό βάρος στα γεγονότα του Φλεβάρη του 1948, όταν 12 μη κομουνιστές υπουργοί (σ.σ. από τους 17 μη κομμουνιστές) παραιτήθηκαν από την κυβέρνηση προκαλώντας μια κυβερνητική κρίση με την οποία το Κομμουνιστικό Κόμμα απέκτησε μονοπώλιο της εξουσίας.

Η έρευνά μου, ωστόσο, θέτει ευρύτερα και πιο δύσκολα ερωτήματα για τη φύση της μεταπολεμικής Τσεχικής δημοκρατίας και για τους στόχους, τις αρχές και τις δυνατότητες της αντικομμουνιστικής αντίστασης. Αντί να επικεντρώνει στην κοντόθωρη πολιτική ηγεσία και τα γεγονότα των τελευταίων ημερών της τρίτης (σ.σ. αστικής) Τσεχοσλοβακικής Δημοκρατίας, πραγματεύεται το εύρος των απόψεων που υπήρχαν όχι μόνο το Φλεβάρη του 1948, αλλά και για τα προηγούμενα μεταπολεμικά χρόνια. Ενώ η πάλη για την εξουσία ήταν πράγματι το Φλεβάρη του 1948, το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε ήδη εξασφαλίσει έναν ηγετικό ρόλο στην Τσεχοσλοβακική κοινωνία και η υποστήριξη που είχε κερδίσει έκανε ξεκάθαρο το αποτέλεσμα της διαπάλης από τη στιγμή που η μάχη έφυγε από τα γραφεία της κυβέρνησης Εθνικού Μετώπου και πήγε στους δρόμους. Μεταξύ των ερωτημάτων που ήθελα απαντήσεις ήταν: Γιατί το Κομμουνιστικό Κόμμα κέρδισε 40% των τσεχικών ψήφων σε ελεύθερες εκλογές το 1946; Γιατί τα μέλη του από 28.000 κατά την απελευθέρωση έγιναν 1 εκατομμύριο μέχρι το Μάρτη του 1946; Γιατί ήταν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων που διαδήλωναν υπέρ της κομμουνιστικής λύσης της κυβερνητικής κρίσης το Φλεβάρη του 1948 και μόλις μερικές χιλιάδες που διαδήλωναν ενάντια; Γιατί οι δημοκρατικές (sic)δυνάμεις δεν προσέλκυσαν και δεν κινητοποίησαν τέτοια μαζική υποστήριξη; Και τελικά, όπως και ο τίτλος του άρθρου λέει, ποιος έχασε την Τσεχοσλοβακία;

Για όλα αυτά, μελέτησα τις απόψεις που εκφράστηκαν σε μια πληθώρα εντύπων με επιρροή, συμπεριλαμβανομένων 6 ημερησίων εφημερίδων και περίπου 30 εβδομαδιαίων και μηνιαίων περιοδικών. Σε αυτά, επικεντρώθηκα στις ιδέες, που εκφράζονταν από μια πολύ γνωστή τάξη διανοουμένων. Η ομάδα περιλάμβανε δημιουργικούς διανοούμενους- συγγραφείς, ποιητές κλπ- αλλά και ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους, δημοσιολόγους και πολιτικούς ηγέτες. Όπως θα δούμε, αυτοί και τα έντυπα στα οποία έγραφαν αντανακλούσαν τις ιδέες που κυκλοφορούσαν την εποχή, και αντανακλούν τις γενικές διαθέσεις του πληθυσμού. Ταυτόχρονα, οι πολιτικές προσωπικότητες προφανώς ασκούσαν επιρροή τόσο στις πολιτικές εξελίξεις όσο και στις διαθέσεις του κόσμου. Η απόφαση να μην περιλάβω αρχειακό υλικό που κάποιες φορές έχει γίνει διαθέσιμο δεν πάρθηκε ελαφρά τη καρδία, αλλά πηγάζει από μια αντίληψη κεντρική για αυτό το άρθρο. Οι Τσέχοι διανοούμενοι ιστορικά, και συγκεκριμένα τα πρώτα χρόνια μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έπαιξαν έναν τεχνητά ενιαίο και πολιτικά σημαντικό δημόσιο ρόλο. Οι διάλογοί τους διεξάγονταν σε ευρεία δημόσια φόρουμ, ακόμα και μαζικής κυκλοφορίας εφημερίδες, και συχνά περιλάμβαναν απαντήσεις από το ευρύτερο κοινό. Λόγω της ιδιαίτερης πολιτικής και πολιτιστικής επιρροής των διανοουμένων στο ευρύτερο κοινό μεταπολεμικά, είναι χρήσιμο να επικεντρωθούμε στις δημόσιες διαπάλες τους.

Η προσπάθειά μου να μελετήσω το μεταπολεμικό πνευματικό και πολιτιστικό κλίμα, να αναπλάσω το μεταπολεμικό τσεχικό πνεύμα, ασχολείται με όλη την περίοδο 1945-48, και το αντιλαμβάνεται με όρους μιας πνευματικής διαπάλης επί συγκεκριμένων κεντρικών ζητημάτων για την εθνική αυτοαντίληψη. Τη χαρακτηρίζω με τον τρόπο που ο φανατικά αντικομμουνιστής δημοσιογράφος Ferdinand Peroutka και ο ηγέτης της ΚΕ του ΚΚΤ Κλέμεντ Γκότβαλντ την αντιλαμβάνονταν, ως μια πάλη για την «ψυχή» ή την «πίστη» του τσεχικού έθνους. Το άρθρο χωρίζεται σε τρία μέρη, με το πρώτο να θέτει το πνευματικό πλαίσιο και τα άλλα δύο να ασχολείται με τους χαρακτήρες.

Ξεκινώ αναψηλαφώντας την ιστορική σημασία της τάξης των διανοουμένων στην Τσεχική ιστορία. Από την αρχή της εθνικής παλιγγενεσίας στα τέλη του 18ου αιώνα, οι Τσέχοι διανοούμενοι απολάμβαναν μια λαϊκή νομιμοποίηση που παρείχε τη βάση για τη συμμετοχή τους στην πολιτική ζωή του έθνους. Στο τέλος του 2ου Π.Π., η θέση τους στην κοινωνία ήταν ίσως όσο ποτέ άλλοτε υψηλότερη. Οι Ναζί είχαν επικεντρώσει την καταστολή τους ενάντια στις δραστήριες τάξεις των διανοουμένων, καθώς τους αντιλαμβάνονταν ως τους φέροντες την εθνική συνείδηση που τόσο πολύ επιθυμούσαν να αποσπάσουν ώστε το έργο της αφομοίωσης να τους είναι πιο εύκολο. Ο πληθυσμός, αν και δεν οδηγούνταν στο να αντισταθεί, βασιζόταν στη διανόηση για τη διατήρηση της εθνικής γλώσσας και κουλτούρας μέχρι η απειλή να περάσει.  Αργότερα κατά τον πόλεμο, καθώς η τελική νίκη των Συμμάχων γινόταν προφανής και οι τάσεις αντίστασης άρχισαν να διογκώνονται, οι διανοούμενοι ηγούνταν της παρανομίας. Οι υπηρεσίες που οι τσέχοι διανοούμενοι παρείχαν στο έθνος κατά τον πόλεμο επισημαινόταν ευρέως μετά το πέρας του, και οι διανοούμενοι καλούνταν να αναλάβουν έναν ηγετικό ρόλο στη δημόσια ζωή.

Αλλά τι ρόλο πράγματι έπαιξαν; Το δεύτερο μέρος επιχειρεί μια κατάταξη των μεταπολεμικών τσέχων διανοουμένων, διαιρώντας τους σε 4 ομάδες, τους κομμουνιστές, τους δημοκράτες σοσιαλιστές, τους ρωμαιοκαθολικούς και τους προτεστάντες;. Μου φάνηκε αυτή η διάκριση χρήσιμη και επέλεξα αυτή γιατί ήταν η πιο ξεκάθαρη, αλλά και επειδή, με μερικές τροποποιήσεις, αντανακλά και το μεταπολεμικό πολεμικό σύστημα. 4 τσεχικά κόμματα επιτράπηκε να ξαναμπούν στη μεταπολεμική πολεμική ζωή: το κομμουνιστικό, το σοσιαλδημοκρατικό, το εθνικό σοσιαλιστικό και το λαϊκό κόμμα. Στη διάκριση που κάνω, όλοι όσοι έγραφαν σε καθαρά κομμουνιστικά έντυπα χαρακτηρίζονται κομμουνιστές (όπως και όλοι οι δηλωμένοι κομμουνιστές που έγραφαν αλλού), και όλοι όσοι έγραφαν στα έντυπα των Εθνικών Σοσιαλιστών ή τα προσκείμενα σε αυτούς χαρακτηρίζονται δημοκράτες σοσιαλιστές. Το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, βαθιά διχασμένο μεταξύ μιας συνοδοιπορούσας αριστερής πτέρυγας και μιας μετριοπαθούς δεξιάς, έχουν χωριστεί, με την αριστερά να τη χαρακτηρίζω «κομμουνιστική» και τη δεξιά μαζί με τους Εθνικούς Σοσιαλιστές διανοούμενους να τους κατατάσσω στο δημοκρατικό σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Οι Ρωμαιοκαθολικοί έγραφαν τόσο σε έντυπα προσκείμενα στην Εκκλησία όσο και σε εκείνα του Λαϊκού Κόμματος, έναν ρητά Καθολικό πολιτικό σχηματισμό.  Τέλος, οι θεολόγοι και άλλοι διανοούμενοι προσκείμενοι είτε στην 1 εκατομμυρίου μελών τσεχοσλοβακική εκκλησία είτε στην κατά τι μικρότερη Ευαγγελική Εκκλησία μπαίνουν στη λίστα των Προτεσταντών, παρότι διατηρώ μια διάκριση μεταξύ αυτών των δύο. Για λόγους συντομίας, θα επικεντρωθώ στους κομμουνιστές και τους δημοκράτες σοσιαλιστές.

Το πρώτο είδος διαπάλης που εξετάζω αφορά στις έντονες συζητήσεις για το παρελθόν, και ειδικότερα για το πρόσφατο παρελθόν της μεσοπολεμικής δημοκρατίας, του Μονάχου και του πολέμου. Θεωρώ πως, προκειμένου να κεφαλαιοποιήσουν το επαναστατικό κύμα που υπήρχε στην Τσεχοσλοβακία μετά την απελευθέρωση, οι κομμουνιστές διανοούμενοι παρείχαν ήδη από το Μάη του 1945 μια νέα αντίληψη του έθνους. Ο μοχλός για αυτή τη νέα αντίληψη βασιζόταν στον έμφυτο ιστορικισμό της Τσεχικής συνείδησης και τη μεταπολεμική άνοδο του πατριωτισμού-εθνικισμού. Η ριζοσπαστική τσέχικη αριστερά πραγματοποίησε έναν αμφίπλευρο μετασχηματισμό: το Κομμουνιστικό Κόμμα έγινε υπερ-πατριωτικό, και το σύνολο της Τσεχικής ιστορίας επανερμηνεύτηκε με τέτοιο τρόπο ώστε το κομμουνιστικό κίνημα να γίνεται ο λογικός κληρονόμος των καλύτερων εθνικών αξιών, με το Κομμουνιστικό Κόμμα να βαδίζει στο δρόμο των μεγαλύτερων προσωπικοτήτων της τσεχικής ιστορίας. Οι κομμουνιστές διανοούμενοι πάλεψαν για να δημιουργήσουν ό,τι αποκαλούσαν «μια νέα Τσεχοσλοβακία», που θα ήταν ρητά σλαβική και σοσιαλιστική, προβαίνοντας σε ό,τι όριζαν ως «αναθεώρηση του εθνικού χαρακτήρα». Η αναθεώρηση αυτή επέφερε  μια επανερμηνεία της μεσοπολεμικής δημοκρατίας και του ακόμα τότε σεβαστού επικεφαλής της, Tomas Masaryk, διδάσκοντας το έθνος τις «σωστές» ερμηνείες του Μονάχου και του Β’ Π.Π., και αναπροσανατολίζοντας την εθνική αυτοαντίληψη προς ανατολάς, προς τη μεγάλη Σοβιετική Ένωση.

Εύκολα μαντεύει κανείς τις κομμουνιστικές απόψεις για το Μόναχο. Από τη μια, πήραν τη μορφή μιας ηθικής κριτικής- το επιχείρημα ότι η Δύση δεν ήταν φίλη των Τσέχων και ότι η Δυτικού τύπου δημοκρατία ήταν σε κρίση. Από την άλλη, η τσεχική ριζοσπαστική αριστερά παρουσίαζε το κοινωνικοπολιτικό επιχείρημα για τη θέληση των Δυτικών καπιταλιστών και της Τσέχικης μεγαλοαστικής τάξης να ξεπουλήσουν την Τσεχοσλοβακία σε μια απόπειρά τους να έρθουν σε συμφωνία με το Χίτλερ και να εκτρέψουν στις αυτοκρατορικές του φιλοδοξίες προς Ανατολάς, ενώ η ΕΣΣΔ είχε σταθεί στο πλευρό του Τσεχοσλοβάκου συμμάχου. Ακόμα πιο ενδιαφέρουσες, ωστόσο, είναι οι απόψεις των μη κομμουνιστών, οι οποίοι ευρέως ασπάζονταν αυτές τις ερμηνείες. Ο Εθνικός Σοσιαλιστής Υπουργός Δικαιοσύνης, ο αντικομμουνιστής ηγέτης Prokop Drtina, παραδεχόταν ότι αντιδραστικές δυνάμεις στη Δύση ήλπιζαν να εκτραπεί ο Χίτλερ προς τα ανατολικά, θυσιάζοντας την Τσεχοσλοβακική Δημοκρατία. Πήγαινε ακόμα παραπέρα, ωστόσο, όταν δήλωνε ότι αν η ΕΣΣΔ βοηθούσε στρατιωτικά την Τσεχοσλοβακία να απορρίψει τις συμφωνίες του Μονάχου, «η ένοπλη αντίσταση της Τσεχοσλοβακίας μαζί με τη σοβιετική βοήθεια θα δημιουργούσε έναν συνασπισμό των αντιδραστικών κυβερνήσεων της Μεγάλης Βρετανίας και ειδικά της Γαλλίας με το Χίτλερ και το Μουσολίνι εναντίον μας». Τέτοιες απόψεις διεύρυναν ένα δευτερεύον κομμουνιστικό επιχείρημα για τον πόλεμο. Η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν μόνο η μόνη δύναμη που στάθηκε ενάντια στη ναζιστική Γερμανία, αλλά η νίκη της στον πόλεμο ήταν αποτέλεσμα τόσο της φυσικής της δύναμης- που πήγαζε από την ανώτερη σοσιαλιστική της οργάνωση- όσο και της ηθικής της υπεροχής- που προέκυπτε από τις σοσιαλιστικές ιδέες- που την οδήγησε να αντισταθεί στο ναζισμό και εμφύσησε στους στρατιώτες της μια ισχύ και έναν πατριωτισμό που μη κομμουνιστές όπως ο Drtina αντιλαμβάνονταν ως λόγους για τη σοβιετική νίκη. Ακόμα και για αυτόν τον φανατικό αντικομμουνιστή, ο πόλεμος ήταν «η νίκη του Κόκκινου Στρατού και της ΕΣΣΔ, αλλά…επίσης και η νίκη της Νοεμβριανής (σ.σ. Οκτωβριανής) Επανάστασης», που είχε δημιουργήσει τις ηθικές προϋποθέσεις για την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας.

Το νόημα αυτών των επιχειρημάτων ήταν ξεκάθαρο: η Σοβιετική Ένωση είχε αποδείξει πως ήταν σύμμαχος των Τσέχων στη δυσκολότερη στιγμή, και νίκησε στον πόλεμο τόσο λόγω ισχύος όσο και λόγω αρετής. Η Δύση γινόταν αντιληπτή από κομουνιστές, προτεστάντες και δημοκράτες σοσιαλιστές ως ηθικά παρακμάζουσα, αδύναμη έναντι της φασιστικής απειλής, και ρητά αντισοβιετική και αντισοσιαλιστική. Αντιθέτως, η Σοβιετική Ένωση ειδωνόταν ως αυτή που αντιστάθηκε στο φασισμό, αυτή που επιθυμούσε να παλέψει για την Τσεχική ανεξαρτησία, και ήταν ισχυρή φυσικά και ηθικά. Μόνο οι Ρωμαιοκαθολικοί αποπειρώνταν να δουν το Μόναχο πολιτικά και να αποδώσουν στους Δυτικούς εύσημα για τη συμμετοχή τους στην νίκη επί του Άξονα. Η μεταπολεμική συμμαχία με την ΕΣΣΔ ήταν το λογικό αποτέλεσμα αυτής της ανάγνωσης του πρόσφατου παρελθόντος, και επικροτούταν από όλους. Αυτή η αντίληψη πήγαινε παραπέρα: αν η Σοβιετική Ένωση ήταν ο εγγυητής της Τσεχοσλοβακικής ανεξαρτησίας και της διεθνούς αλληλεγγύης, ποιος άλλος πέραν του τοπικού εκπροσώπου της, του Κομμουνιστικού Κόμματος Τσεχοσλοβακίας, θα μπορούσε να είναι ο πιο αξιόπιστος εγγυητής των ίδιων εθνικών συμφερόντων;

Αν οι κομμουνιστές διανοούμενοι επιθυμούσαν να αναθεωρήσουν τον εθνικό χαρακτήρα και να σώσουν σχήμα σε μια νέα, ρητά σοσιαλιστική Τσεχοσλοβακία, έπρεπε να τα βρουν κάπως με τη μεσοπολεμική αστική δημοκρατία και την ηγετική φυσιογνωμία της, Tomas G. Masaryk. Προσπαθώντας κάτι τέτοιο, ισχυρίζονταν ότι το μεσοπολεμικό κράτος ήταν τουλάχιστον μια απαραίτητη αποτυχία, ενώ προσπαθούσαν επίσης να κηρύξουν το Masaryk ως έναν ηρωικό σύμμαχο της εργατικής τάξης και έναν πρόδρομο των σοσιαλιστικών ιδεών, παρά τις κάποιες αυστηρές κριτικές του στο Μαρξ. Πράττοντας κάτι τέτοιο, αποπειρώνταν να απαρνηθούν την εποχή εκείνη, ενώ ταυτόχρονα να υιοθετήσουν το άτομο που την εξέφραζε. Αυτό που εκπλήσσει είναι ότι και μη κομμουνιστές, επίσης, ασκούσαν κριτική στη μεσοπολεμική δημοκρατία. Με τη ρητή εξαίρεση των Ρωμαιοκαθολικών, οι μη κομμουνιστές διανοούμενοι δεν ένιωθαν ιδιαίτερη ανάγκη για μια επιστροφή στη μεσοπολεμική δημοκρατία, και δαπάνησαν λίγη πνευματική ενέργεια στις προσπάθειες για διάσωση της φήμης της. Με την άμεση ή έμμεση συγκατάθεση των μη κομμουνιστών διανοουμένων, τα κομμουνιστικά επιχειρήματα για τη φύση της μεσοπολεμικής δημοκρατίας επομένως έγιναν η κυρίαρχη ερμηνεία μεταπολεμικά. Παρουσίαζαν την 1η Δημοκρατία ως ένα κράτος κυριαρχούμενο από τη συμμαχία  μιας ξένης (της Γερμανικής) και της εγχώριας αστικής τάξης που εκμεταλλευόταν «το λαό» πριν τον προδώσει στον ιμπεριαλιστικό φασισμό. Έναντι αυτής της σφαγής, οι δημοκράτες σοσιαλιστές διανοούμενοι- η πλειοψηφία των οποίων ήταν ενεργοί στα μεσοπολεμικά χρόνια- απάντησαν αδύναμα. Από τη μια, καλούσαν το κοινό να εγκαταλείψει κάθε ελπίδα για επιστροφή στην «αστική δημοκρατία». Όπως έλεγε κι ο Ferdinand Peroutka «εδώ πρέπει να πούμε ότι δεν υπάρχει επιστροφή σε αυτή…η 3η  Δημοκρατία σε βασικά θέματα θα διαφέρει από την 1η». Από την άλλη, η αρχική υπεράσπιση της 1ης Δημοκρατία εκ μέρους τους έγκειτο στην παρουσίαση της μεταπολεμικής 3ης Δημοκρατίας ως την εκπλήρωση των υποσχέσεων της λιγότερο ένδοξης προκατόχου της. Ισχυριζόμενοι το τελευταίο, μπορεί να δρούσαν υπέρ της διαφύλαξης του ηθικού πυρήνα της μεσοπολεμικής δημοκρατίας, αλλά έτσι νομιμοποιούσαν μια κατάσταση στην οποία το Κομμουνιστικό Κόμμα έπαιζε ηγετικό ρόλο. Επιπλέον, το επιχείρημα των Κομμουνιστών ότι ήταν οι λογικοί συνεχιστές των καλύτερων εθνικών παραδόσεων βρήκε μεγάλη απήχηση: η 1η Δημοκρατία είχε εξελιχθεί στην κατά πολύ ανώτερη 3η Δημοκρατία και η ελαττωματική αστική ηγεσία είχε  εξελιχθεί στην κατά πολύ ανώτερη κομμουνιστική ηγεσία. Οι μόνοι που εξέφραζαν τον αποτροπιασμό τους για τη δυσφήμιση της μεσοπολεμικής δημοκρατίας, σε αντίθεση με την άποψη αυτή για το πολύ πρόσφατο αυτό παρελθόν, ήταν οι Ρωμαιοκαθολικοί.

Η μάχη για την κληρονομιά του Masaryk έδινε μια κατά τι διαφορετική άποψη για τη μεσοπολεμική δημοκρατία. Όλα τα πολιτικά και πνευματικά ρεύματα προσπάθησαν να επωφεληθούν προσεταιριζόμενα το όνομα και την κληρονομιά του, και ήταν αυτό το σημείο όπου οι κομμουνιστές δέχτηκαν την ισχυρότερη αντίσταση. Οι κομμουνιστές επεσήμαιναν την αντίσταση του Masaryk στην αστική μετατροπή της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, και ισχυρίζονταν ότι ο Masaryk ήταν, τουλάχιστον με σχετικούς όρους, ένας «σοσιαλιστής». Παρότι ο Masaryk δεν ήταν σοσιαλιστής με την έννοια που δινόταν στον όρο τη δεκαετία του ’40, όπως το θέτει ένας κομμουνιστής σχολιαστής, «οι απόψεις και ο αγώνας [του] ήταν επαναστατικοί για το δεδομένο στάδιο ανάπτυξης» όπου έζησε και ήταν επομένως, παραδόξως, «σοσιαλιστής ακόμα κι αν δεν ήταν ποτέ ένας σοσιαλιστής». Έχοντας λάβει σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά, ο Masaryk καταγραφόταν ως υπέρμαχος της τότε υπόθεσης για το σοσιαλισμό και συχνά παρουσιαζόταν ως υποστηρικτής πολιτικών που πρότεινε το Κομμουνιστικό Κόμμα. Πολλοί  αντικομμουνιστές υιοθέτησαν μεγάλο τμήμα αυτών των απόψεων των αντιπάλων τους, και αυτό ίσχυε ακόμα και για τα υψηλότερα κλιμάκια της πολιτικής και της διανόησης. Ο διάδοχος του Masaryk Μπένες ήταν ένας τέτοιος ηγέτης. Σε αρμονία με την τοποθέτηση του Masaryk από τους κομμουνιστές ως υπέρμαχου της νέας Λαϊκής Δημοκρατίας, ο Μπένες ισχυριζόταν ότι «κανείς εδώ δεν θα έπρεπε να σκεφτόταν πως αυτό που κάνουμε σήμερα σημαίνει κάποιου είδους απομάκρυνση από το Masaryk. Είναι μάλλον μια συνέχιση και ολοκλήρωση του προγράμματος και των ιδεών τους στη λογική τους κατάληξη»[3].Το επιχείρημα αυτό μοιάζει με την απόπειρα για εξελικτική πρόσδεση της μεταπολεμικής δημοκρατίας με την προπολεμική.

Η αλλαγή απόψεων σε σχέση με την μεσοπολεμική περίοδο είναι προφανής. Και ιδιαίτερα στον εθνικό προσανατολισμό κουλτούρας. Αυτό που έβγαινε σε αυτή τη διαπάλη επί της τοποθέτησης του έθνους μεταξύ Δύσης και Ανατολής ήταν ένας μετασχηματισμός της εθνικής αυτοαντίληψης σε έναν από τους πιο βασικούς της άξονες. Καθοδηγούμενοι από την προσπάθεια των κομμουνιστών διανοούμενων για την «αναθεώρηση του εθνικού χαρακτήρα», πολλοί Τσέχοι έστρεψαν το βλέμμα τους μακριά από την καπιταλιστική και Φιλελεύθερη Δύση προς τη Σλαβική και σοσιαλιστική Ανατολή. Σε αυτό το σημείο, οι κομμουνιστές διανοούμενοι γενίκευαν τη νίκη της Σοβιετικής Ένωσης έτσι ώστε φαινόταν ευρέως ως νίκη των Σλάβων συνολικά. Ένα από τα μεγαλύτερα πλήγματα που επέφερε το Μόναχο στην τσεχική ψυχή ήταν το «μικρό μέγεθος» της Τσεχίας που ήταν αυτό που την άφησε εκτός των συζητήσεων στο Μόναχο για το μέλλον της. Πολλοί τσέχοι διανοούμενοι φαίνεται ότι θεώρησαν τη νίκη της ΕΣΣΔ ως νίκη και του έθνους τους, χρησιμοποιώντας την έννοια ενός ευρύτερου Σλαβισμού που θα αντιστάθμιζε το «μικρό μέγεθος» όπως το έβλεπαν οι Δυτικοί στο Μόναχο. Κομμουνιστικές δημόσιες προσωπικότητες το εκμεταλλεύτηκαν, ισχυριζόμενες ότι «η νίκη επί του φασισμού είναι επίσης νίκη των Σλάβων» και χαρακτήριζαν τη Ρωσία ως υπερασπιστή των Σλάβων[4]. Αυτό το φαινόμενο ήταν κάτι παραπάνω από ένα τέχνασμα εκ μέρους των συμπαθούντων τον κομμουνισμό, ωστόσο, καθώς, ακόμα κι ο πρόεδρος Μπένες αναγνώριζε την απόδοση ενός τέτοιου ρόλου στην ΕΣΣΔ, επευφημώντας «το μεγάλο ρόλο της Σοβιετικής Ένωσης σε αυτό τον αγώνα, [και] τον ηρωισμό του Κόκκινου Στρατού, που πολέμησε όχι μόνο για τη Σοβιετική Ένωση, αλλά επίσης και για τα υπόλοιπα Σλαβικά έθνη».[5]

Η απόδοση της νίκης επί της ναζιστικής Γερμανίας σε όλα τα σλαβικά έθνη μέσω του ρόλου της ΕΣΣΔ ήταν ο πρώτος κρίκος στην προσπάθεια για δημιουργία μιας αλυσίδας που θα συνέδεε τους Τσέχους με την Ανατολή. Οι κομμουνιστές διανοούμενοι και όσοι συμμαχούσαν μαζί τους αναδείκνυαν συνεχώς υποτιθέμενες «σλαβικές αρετές», επισημαίνοντας την ισχύ της Σοβιετικής Ένωσης και τη δικαιοσύνη του κοινωνικού της συστήματος. Πέραν αυτού, οι κομμουνιστές διανοούμενοι παρουσίαζαν δύο επιχειρήματα ειδικά σχεδιασμένα για  την άρση των υποψιών των μη κομμουνιστών σε μια στροφή προς Ανατολάς: ότι η Ανατολή εκπροσωπούσε τον κληρονόμο της Δυτικής παράδοσης, και ότι ο σοσιαλισμός όπως αποκρυσταλλωνόταν στην ΕΣΣΔ ήταν η κατεύθυνση που το μέλλον του κόσμου- τόσο Ανατολής όσο και Δύσης- θα έπαιρνε. Και τα δύο αυτά επιχειρήματα έγιναν αποδεκτά από μη κομμουνιστές διανοούμενους. Για παράδειγμα, ο Μαρξισμός γινόταν δεκτός από το δημοκράτη σοσιαλιστή πολιτιστικό και λογοτεχνικό κριτικό Vaclav Eerny ως «τον καρπό και την έκφραση της Δυτικής σκέψης». Ομοίως, η ιδέα ότι ο κόσμος στρεφόταν προς το σοσιαλισμό επίσης εύρισκε απήχηση. Ο Ευαγγελικός ηγέτης J.L. Hromadka πίστευε ότι «Όλη η Ευρώπη, όχι μόνο η Τσεχοσλοβακία, βαδίζει στο δρόμο της σοσιαλιστικοποίησης. Είναι ένα ιστορικό γεγονός», ενώ ο Εθνικός Σοσιαλιστής υπουργός Jaroslav Stransky ισχυριζόταν ότι η Ανατολή ήταν τόσο «κοντύτερα στις πηγές του κάλλους και του καλού» από όσο η Δύση, όσο και ότι ήταν «η ίδια, η πηγή των μελλοντικών ηθικών καλλιτεχνικών, κοινωνικών και επιστημονικών αξιών».

Η αισιοδοξία που εκφραζόταν στα παραπάνω λόγια, αναφορικά με το μέλλον του σοσιαλισμού, εκφραζόταν επίσης και για τους φερόμενους ως κομιστές του, τους Σλάβους, υπό την ηγεσία της ΕΣΣΔ. Οι κομμουνιστές διανοούμενοι προπαγάνδιζαν μια κάπως μεσσιανική ερμηνεία του σλαβισμού, αλλά το ενδιαφέρον στην «ανανέωση» και «εμβάθυνση» των επαφών των Σλαβικών εθνών ήταν ευρέως διαδεδομένο. Η ιδέα αυτή χρησίμευε ως τη βάση για την προσπάθεια του προέδρου Έντβαρντ Μπένες να οικοδομήσει μια «νέα σλαβική πολιτική» βασισμένη στις ιδέες που ανέλυσε στα βιβλία του «Σκέψεις για το Σλαβισμό» και «Μια Νέα Σλαβική Πολιτική». Ενώ το αποτέλεσμα στις θέσεις του προέδρου στη συζήτηση περί Σλαβισμού είναι δύσκολο να μετρηθεί επακριβώς, και μόνο αυτά τα λόγια του ήταν αρκετά για μια μη επέκταση της συζήτησης. Με την εμβληματικότητα της πιο επιδραστικής μη κομμουνιστικής προσωπικότητας της χώρας, είναι προφανές ότι οι κομμουνιστές διανοούμενοι είχαν πετύχει να κεφαλαιοποιήσουν το μερίδιο της νίκης της ΕΣΣΔ στο Β’Π.Π. και να θέσουν τους όρους του διαλόγου για τον προσανατολισμό της χώρας. Η απήχηση που τόσες πολλές από τις ιδέες τους έβρισκαν ακόμα και σε φανατικά αντικομμουνιστικά τμήματα της διανόησης, τους έθεταν σε κυρίαρχη θέση για τον ορισμό της μεταπολεμικής σφαίρας ιδεών. Η δημοφιλής ένωση σλαβισμού και σοσιαλισμού ειδικότερα, έθετε τους μετριοπαθείς δημοκράτες σοσιαλιστές αντιπάλους τους σε μια πολιτικά δύσκολη θέση, γιατί και αυτοί επίσης υποστήριζαν σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις και στενότερες επαφές με τους σλάβους γείτονες. Το πρόβλημα που αντιμετώπιζαν ήταν το εξής: πώς να υποστηρίζουν τη στροφή προς Ανατολάς μόνο ως ένα βαθμό, χωρίς να εμφανίζονται ταυτόχρονα ως απλές παραλλαγές της κομμουνιστικής ρητορικής;

Η στάση των δημοκρατών σοσιαλιστών διανοουμένων σε αυτό το μεγάλο διάλογο αντανακλούσε από τη μια την ανοχή τους και το ανοιχτό μυαλό τους, και από την άλλη, την αναγνώρισή τους ότι την επαύριο του πολέμου ο συσχετισμός δυνάμεων- στρατιωτικός, πολιτικός, οικονομικός και πολιτιστικός- είχε αλλάξει σημαντικά υπέρ της Ανατολής. Ζητώντας οι τσέχοι να διαλέξουν τα καλύτερα στοιχεία από την Ανατολή και τη Δύση, η στρατηγική τους τους οδήγησε, και κυρίως τον Vaclav Eerny, να υιοθετήσουν μια μεσσιανική οπτική του νέου Σλαβισμού, που είχε παρθεί από τους κομμουνιστές διανοούμενους και τους υποστηρικτές τους και την ασπάζονταν πολλές μη κομμουνιστικές γνωστές προσωπικότητες. Αντί να προσδώσει στον ευρύτερο σλαβικό κόσμο έναν λυτρωτικό ρόλο, ωστόσο, ο Eerny τον απέδιδε μόνο στους τσέχους, από την ικανότητα των οποίων να συνθέτουν Δύση και Ανατολή εξαρτώταν το μέλλον του κόσμου.  Το καθήκον δεν ήταν εύκολο να έρθει σε πέρας, γιατί απαιτούσε από τους Τσέχους «να εναρμονίζουν δύο τύπους ανθρώπινης ζωής…σε καμία περίπτωση να μην πετύχουν ένα πρόσκαιρο μόνο συμβιβασμό αυτών των δύο τύπων, αλλά να τους επεξεργαστούν, να τους συγχωνεύσουν και να τους ενώσουν σε ένα νέο, ξανά εσωτερικά συνεπή ανώτερο οργανισμό…είμαστε χρεωμένοι [να εκπληρώσουμε αυτό το καθήκον] πρώτοι, πιθανώς ως παράδειγμα για όλη την Ευρώπη». Σύμφωνα με τον Eerny, «η μελλοντική ειρήνη είναι εφικτή μόνο με μια επιτυχία[της  σύνθεσης των πολιτιστικών δυνάμεων εκ μέρους των Τσέχων]»[6]. Ο μεσσιανισμός που αυτή η ευρείας αποδοχής άποψη αποκάλυπτε, έφερε και προφανή πολιτικά ρίσκα.

Όπως είναι προφανές βάσει όλων των παραπάνω, οι κομμουνιστές καθόρισαν τα όρια της συζήτησης με την «αναθεώρηση του εθνικού χαρακτήρα». Σε ζωτικά ζητήματα για την εθνική αυτοαντίληψη, οι κομμουνιστές διανοούμενοι ευρέως καθόρισαν το πεδίο και τα θέματα της συζήτησης. Αυτοί οι διάλογοι αποκάλυπταν μια βαθιά στροφή στην Τσεχική εθνική αυτοαντίληψη. Στη θέση της προπολεμικής περηφάνιας της 1ης Δημοκρατίας και της ένταξης στη Δυτική οικογένεια των εθνών, δημιουργούταν μια νέα σλαβική και σοσιαλιστική τσεχική ταυτότητα. Αυτή βρήκε τη θεσμική της έκφραση στη «Λαϊκή Δημοκρατία», και στην αναπτυσσόμενη με αυτό το σύστημα κοινωνική διαστρωμάτωση και τον εξωτερικό προσανατολισμό. Οι κομμουνιστές διανοούμενοι δεν θα μπορούσαν να πετύχουν αυτό χωρίς την σημαντική βοήθεια ομάδων διανοούμενων που έβλεπαν τους εαυτούς τους ως υποστηρικτές των κομμουνιστικών αγώνων. Εδώ, η υποστήριξη των Προτεσταντών διανοούμενων ήταν σημαντική. Αν και ελάχιστα έχει επισημανθεί και συζητηθεί στις έρευνες για την μεταπολεμική Τσεχική πολιτική, πολιτιστική και πνευματική ιστορία, η επιρροή τους έχει κακώς παραβλεφτεί. Η ηγεσία των διανοουμένων της Τσεχοσλοβακικής Εκκλησίας, που εκπροσωπούσε περίπου το 1/8 των τσέχων, όχι μόνο στάθηκε στο πλευρό της κομμουνιστικής επανερμηνείας, αλλά ενεργά την προωθούσε, όπου κατά καιρούς ξεπερνούσε σε ένταση και τους ίδιους τους κομμουνιστές διανοούμενους. Η υποστήριξη των πιο μετριοπαθών Ευαγγελιστών Προτεσταντών επίσης έπαιξε σημαντικό ρόλο για την επίτευξη μιας συμφωνίας προσκείμενης στις κομμουνιστικές απόψεις.

Ωστόσο, οι κομμουνιστές κέρδισαν επίσης πολλή υποστήριξη από τους υποτιθέμενους αντίπαλούς τους στο δημοκρατικό σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Πάνω από όλα, οι δημοκράτες σοσιαλιστές διανοούμενοι συχνά βιάζονταν να θέτουν εαυτόν κοντά στις διάφορες κομμουνιστικές ερμηνείες, είτε αναφορικά με την κριτική στη μεσοπολεμική δημοκρατία είτε στην θετική περιγραφή των ηρωικών αξιών και του ρόδινου μέλλοντος του σοσιαλισμού και του σλαβισμού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης σε τουλάχιστον κάποια τμήματα της ευρύτερης προσπάθειας των κομμουνιστών να αναπροσανατολίσουν την εθνική αυτοαντίληψη- έναν σκοπό με τον οποίο δεν θα μπορούσαν να συμφωνούν. Για αυτό τον αναπροσανατολισμό, οι κομμουνιστές είχαν μια συνεκτική και περιεκτική ερμηνευτική δομή, αποτελούμενη από Μαρξισμό και Σλαβικό πατριωτισμό, που παρείχε ισχυρές και πειστικές ερμηνείες για τα τραύματα που το έθνος είχε υποστεί. Τα στοιχεία αυτά όλα ενώνονταν σε ένα εύκολα αναγνωρίσιμο σύνολο, τέτοιο ώστε η δημοκρατική σοσιαλιστική υποστήριξη για μεμονωμένα στοιχεία αναγόταν στην αποδοχή και την ιδεολογική ενίσχυση του συνόλου. Οι δημοκράτες σοσιαλιστές φάνηκαν να μην το κατανοούν αυτό, ούτε τις πολιτικές και πολιτιστικές επιπτώσεις που είχε αυτή τους η υποστήριξη. Ακόμα και όταν οι δημοκράτες σοσιαλιστές διαφωνούσαν με τους κομμουνιστές αντιπάλους τους, ήταν προσεκτικοί στο να μην φτάνουν στα άκρα, διατυπώνοντας τις απαντήσεις τους ως ένα σύνολο προσεκτικών και λογικών συγκαταθέσεων.  Αυτό καθαρά αντανακλούσε τις απόψεις τους επί του συγκεκριμένου θέματος, όμως επέφερε και το αδυνάτισμα των θέσεών τους συνολικά. Ταυτόχρονα, οι λογικοί συμβιβασμοί τους, τους εμφάνιζαν διαιρεμένους, καθώς συχνά επικαλούνταν διαφορετικά στοιχεία και κατέληγαν σε διαφορετικά συμπεράσματα. Αυτό συχνά συμβαίνει όταν η αλήθεια είναι επιδιωκόμενος σκοπός, αλλά έμμεσα συνέβαλε στην ελκυστική πειστικότητα, καθαρότητα και ερμηνευτική δύναμη της κομμουνιστικής ανάπλασης του έθνους. Επίσης, οι συμβιβασμοί των δημοκρατικών σοσιαλιστών συνέβαλαν σε μια καθοριστική σύγχυση σχετικά με το ποιες ακριβώς ήταν οι διαφορές μεταξύ των θέσεων των διανοουμένων του Κομμουνιστικού Κόμματος από τη μια, και των Εθνικών Σοσιαλιστών από την άλλη. Θα ισχυριζόμουν πως αυτό είχε μη μετρήσιμες αλλά καθοριστικές πολιτικές περαιτέρω συνέπειες.

Ίσως το πιο ενοχλητικό, ωστόσο, ήταν ο μεσσιανικός ζήλος με τον οποίο πολλοί δημοκράτες σοσιαλιστές έβλεπαν το ρόλο τους και το ρόλο του έθνους τους. Αυτή η πτυχή σφράγιζε, ρητά ή σιωπηρά, πολλή από την επιχειρηματολογία τους. Είτε στην προσπάθειά τους για τελειοποίηση της ατελούς μεσοπολεμικής δημοκρατίας είτε στο κάλεσμα τους στους Τσέχους ενεργητικά να συνθέσουν Δύση και Ανατολή σε μια ανώτερη ενότητα που θα έσωζε την ανθρωπότητα, αυτοί οι διανοούμενοι πίστευαν ότι έπαιζαν έναν ιστορικό ρόλο. Φαίνεται ότι είχαν πράγματι πιστέψει ότι το έθνος που καθοδηγούσαν εσωτερικά θα τελειοποιούταν και θα κατεύναζε τις αντιθέσεις του ευρύτερου κόσμου. Η ιδέα αυτή ενθάρρυνε το κοινό να σκέφτεται ότι όλα είναι επιτεύξιμα, και ότι η κυριαρχία του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Τσεχοσλοβακία θα είχε απαραίτητα διαφορετικές επιπτώσεις από ό,τι είχε στις γειτονικές χώρες, για τις οποίες το τσεχικό κοινό λίγα γνώριζε. Συνέβαλε στην ιδέα ότι όλοι οι κύκλοι μπορούν να τετραγωνιστούν απλά και μόνο λόγω του γεγονότος ότι ήταν το τσεχικό έθνος που δρούσε μόνο. Αυτό είχε σοβαρές επιπτώσεις, ακόμα και αυταπατών, όταν η μορφή και η φύση του τσεχικού σοσιαλισμού που τότε δημιουργούταν, μπήκαν στην ατζέντα των διανοούμενων.

Η κομμουνιστική πολιτιστική επίθεση και η αρκετά πετυχημένη προσπάθεια του κομμουνιστικού κόμματος για την ανάπλαση της εθνικής ταυτότητας προετοίμασε το έθνος για τον πιο καθαρά πολιτικό διάλογο περί σοσιαλισμού ο οποίος εντάθηκε μετά τις εκλογές του 1946. Το κόμμα απέφευγε να συζητά την άποψή του για το σοσιαλισμό κατά το πρώτο έτος μετά την Απελευθέρωση, και από αυτό ευνοήθηκε αυτό και οι διανοούμενοι σύμμαχοί του. Πάνω απ’ όλα, η σιωπή τους έδινε χρόνο ώστε να αναπτυχθεί η ανάπλαση του έθνους, και αυτών ως Τσέχων πατριωτών που ηγούνται. Ακόμα και μετά τη νίκη τους στις κάλπες, οι πνευματικοί και πολιτικοί ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος διατύπωναν μετριοπαθώς τους στόχους τους. Ίσως επίτηδες, βασίζονταν στην πεποίθηση των τσέχων ότι «οι τσέχοι κομμουνιστές δεν είναι όπως άλλοι κομμουνιστές»[7] με το να διατυπώνουν τους στόχους τους ως έναν «ειδικό Τσεχοσλοβακικό δρόμο προς το σοσιαλισμό». Η μάχη για το νόημα του σοσιαλισμού ήταν πολύ σοβαρή για το Κομμουνιστικό Κόμμα και τους συνοδοιπορούντες συμμάχους τους στην αριστερή πτέρυγα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, αποτελώντας έτσι το πολιτικό και κοινωνικό έτερο σκέλος της μάχης για την αναθεώρηση της εθνικής αυτοαντίληψης και προσανατολισμού. Σε αυτό, όπως και στο διάλογο για την «αναθεώρηση του εθνικού χαρακτήρα», οι κομμουνιστές διανοούμενοι ξανά έθεσαν τους όρους και τα όρια του πεδίου διαπάλης. Ο «Τσεχοσλοβακικός δρόμος» ήταν ένα στοιχείο- κλειδί που έκανε κάτι τέτοιο εφικτό, όπως και το ότι έβαλε τους δημοκράτες σοσιαλιστές και τους Ρωμαιοκαθολικούς διανοούμενους σε θέση άμυνας. Για κάτι τέτοιο, δεν συγκεκριμενοποιούσαν τη μορφή που θα έπαιρνε ο Τσεχοσλοβακικός σοσιαλισμός, αλλά κινούνταν για τη διαβεβαίωση του κοινού ότι δεν θα ήταν σοβιετικού στυλ. Η καρδιά του «Τσεχοσλοβακικού δρόμου» αποτελούνταν από σχεδόν ήδη υπαρκτά στοιχεία για τα ποία υπήρχε ευρεία λαϊκή υποστήριξη: ελεύθερες εκλογές και κοινοβουλευτική κυβέρνηση, λαϊκοδημοκρατικό σύστημα, κυβέρνηση Εθνικού Μετώπου, και 2χρονο πλάνο για την τσεχοσλοβακική οικονομία. Η αποδοχή αυτού του «ήρεμου, κοινοβουλευτικού δρόμου» υποστηριζόταν από την αναθεώρηση του έθνους και του ίδιου του κόμματος, όπως και από την ανακοίνωση του κόμματος για την πρόθεσή του να κερδίσει μια πλειοψηφία των ψήφων στις εκλογές του 1948.

Πώς οι δημοκράτες αντίπαλοι του κομμουνιστικού κόμματος απάντησαν σε αυτή την εμφανώς μετριοπαθή πορεία των κομμουνιστών; Καθ’όλη την περίοδο 1945-48, οι δημοκράτες σοσιαλιστές διανοούμενοι καθοδηγούνταν από μια βαθιά πεποίθηση για την ηθική ανωτερότητα του σοσιαλισμού. Ο σοσιαλισμός τους, ωστόσο, δεν είχε τίποτα από τη θεωρητική υποστήριξη που ο Μαρξισμός μπορούσε να παρέχει στους κομμουνιστές και τους αριστερούς σοσιαλδημοκράτες. Αντίθετα, βασιζόταν σε τρία σχετικά θεωρητικά δεδομένα. Πρώτον, βασιζόταν στη βεβαιότητα ότι ο καπιταλισμός ήταν νεκρός, και άξιζε μόνο μεταθανάτιας περιφρόνησης. Δεύτερον, ο σοσιαλισμός τους θεωρούσε το μαρξισμό, ως την πνευματική θεμελίωση του σύγχρονου σοσιαλιστικού κινήματος, ως ενός χρήσιμου εργαλείου στον αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά ήταν επίσης προβληματικός λόγω της συσχέτισής του με τον κομμουνισμό. Από τη μια πλευρά, οι δημοκράτες σοσιαλιστές διανοούμενοι προσπάθησαν να εξασφαλίσουν τη θεωρητική νομιμοποίηση του σοσιαλισμού τους με το να ασπάζονται τμήματα της μαρξιστικής θεωρίας, τις βασικές έννοιές του και την ορολογία του. Από την άλλη, την απέρριπταν ως σύνολο. Τέλος, και κυρίως, είναι ξεκάθαρο ότι ο σοσιαλισμός τους πήγαζε από μια βασικά πολιτιστική και ηθική κατανόηση, που εκφραζόταν με όρους όπως «σοσιαλιστική κουλτούρα», «σοσιαλιστικός ανθρωπισμός» και αγώνας για τον «νέο άνθρωπο».

Όλα τα πολιτικά ρεύματα της χώρας, εξαιρουμένου του Λαϊκού Κόμματος, προσπαθούσαν να παρουσιαστούν ως ταυτόχρονα πατριωτικά και σοσιαλιστικά. Καθώς οι κομμουνιστές διανοούμενοι είχαν πετύχει το δεύτερο, αφιέρωσαν τις ενέργειές τους για να παρουσιάσουν επιτυχώς το κομμουνιστικό κόμμα ως πατριωτικό και βασιζόμενο σε εθνικές παραδόσεις. Οι δημοκράτες σοσιαλιστές είχαν το αντίθετο πρόβλημα. Ο εθνικός και πατριωτικός χαρακτήρας του Εθνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος δεν αμφισβητούταν, έτσι η πνευματική του ηγεσία προσπάθησε να ενισχύσει τα σοσιαλιστικά της διαπιστευτήρια. Οι δημοκράτες σοσιαλιστές διανοούμενοι όπως πολλοί από τους συμπατριώτες τους, πίστευαν βαθιά πως το μέλλον της Τσεχοσλοβακίας ήταν σοσιαλιστικό και περνούσαν στην αντεπίθεση για να κερδίσουν υποστήριξη για έναν ευρέως αναλυμένο και χαλαρά ορισμένο σοσιαλισμό αμέσως μετά τον πόλεμο. Με πολλούς σημαντικούς τρόπους, συνέβαλαν στη δημόσια ζέση για το καθήκον της «οικοδόμησης» σοσιαλισμού το οποίο αργότερα σύγκριναν με καταστροφή.

Σε κάθε συζήτηση για την αντίληψη των δημοκρατών σοσιαλιστών διανοούμενων για το σοσιαλισμό, η υλική κατάσταση της Τσεχοσλοβακικής κοινωνίας πρέπει να μην παραβλέπεται. Το πρόγραμμα της Κosice του Απρίλη του 1945 έκανε λόγο για ευρείες δημεύσεις και εθνικοποιήσεις. Πέρα από την κρατική δήμευση και μερική αναδιανομή της περιουσίας Γερμανών, Ούγγρων και Τσέχων συνεργατών των Ναζί, έκανε λόγο και για την εθνικοποίηση ολόκληρου του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όλων των ασφαλιστικών εταιριών, και  όλων των φυσικών και ενεργειακών πηγών της χώρας, μεταξύ άλλων. Έπειτα, με τα διατάγματα του Οκτώβρη του 1945, ο Πρόεδρος Μπένες εθνικοποίησε βιομηχανίες που απασχολούσαν πάνω από τα 60% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Αυτές οι κινήσεις σήμαιναν ότι κατά το τέλος του 1945 «το σκέλος των κυβερνητικών και εθνικοποιημένων τμημάτων στο σύνολο του εθνικού προϊόντος ήταν σχεδόν διπλάσιο από π.χ. τη Γαλλία ή την Αυστρία ή τη Βρετανία»[8]. Αυτές οι κινήσεις στη βιομηχανία συνδυάζονταν από μια ευρεία αγροτική μεταρρύθμιση που αφορούσε το 8,8% του εδάφους της Τσεχοσλοβακίας, που πήγαιναν μαζί με τη δήμευση περιουσιών.

Ο σαρωτικός σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Τσεχοσλοβακικής κοινωνίας που έγινε σχεδόν σε μια νύχτα το 1945 είχε δύο κύριες επιπτώσεις για την ανάλυσή μου για τη σχέση των δημοκρατών σοσιαλιστών διανοουμένων με το σοσιαλισμό. Πρώτον, κάποιος μπορεί μόνο να αναρωτηθεί αν πράγματι αυτοί οι διανοούμενοι επιθυμούσαν να ηγηθούν της κοινωνίας τους, όταν της απηύθυναν κάλεσμα για σοσιαλισμό. Δεύτερον, με τις περιουσιακές, οικονομικές, εργασιακές και θεσμικές σχέσεις στο δεδομένο κράτος, η έλλειψη εκ μέρους τους παροχής ενός συγκεκριμένου θεωρητικού και πρακτικού πλαισίου μπορεί να ήταν που τους οδήγησε σε μια αφηρημένη πολιτιστική και ηθική άποψη του σοσιαλισμού που υιοθετούσαν. Όπως λέει και η Eva Hartmannova, επιζητούσαν «χαρακτήρα και ιδέες» ώστε να φέρουν έναν «ασαφώς ορισμένο και καθόλου ενδελεχώς αναλυμένο «σοσιαλισμό», αποκαλύπτοντας μια διχοτόμηση μεταξύ «μιας φαινομενικά αδυσώπητης υλικής πραγματικότητας και μιας ψυχικής διάστασης επί της οποίας είχαν εναποθέσει ελπίδες»[9].

Ο ενθουσιασμός τους για το σοσιαλισμό μίκραινε τη ρητορική απόσταση μεταξύ τους και των αντιπάλων τους του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη σύγχυση στο ευρύτερο κοινό για την πραγματική φύση των διαφορών μεταξύ του Εθνικού Σοσιαλιστικού και του Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά επίσης και για την ακριβή φύση του σοσιαλισμού των Εθνικών Σοσιαλιστών. Γι παράδειγμα, η Dnesek, εβδομαδιαίο έντυπο του αντικομμουνιστή ηγέτη Ferdinand Peroutka, έλαβε ένα γράμμα από ένα μέλος του Εθνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος που ζητούσε αποσαφήνιση του πώς το κόμμα ορίζει το σοσιαλισμό, και έκλεινε αναρωτούμενο «αν δεν θα αναπνέαμε ευκολότερα και δεν θα ζούσαμε καλύτερα αν όλοι μαθαίναμε να λέμε καθαρά και ξάστερα: σοσιαλισμός του Μαρξ=ανθρωπισμός του Μαζάρυκ».

Φαίνεται ότι οι δημοκράτες σοσιαλιστές διανοούμενοι προσπαθούσαν να οικειοποιηθούν τις ιδέες του σοσιαλισμού και να τις αποσπάσουν από την ενσάρκωσή τους από το Κομμουνιστικό Κόμμα. Γι’ αυτό επεσήμαιναν τη διαφορά στις μεθόδους αλλά όχι απαραίτητα στους σκοπούς μεταξύ δημοκρατών σοσιαλιστών και κομμουνιστών. Για παράδειγμα, ηγετικό στέλεχος των Εθνικών Σοσιαλιστών διανοούμενων ισχυριζόταν: «Οι μέθοδοι των κομμουνιστών μας δεν είναι, κατ’ εμάς, ο καλύτερος δρόμος. Αν κάποιος μας ρωτούσε αν το πρόγραμμα των κομμουνιστών είναι υπερβολικό για μας, θα απαντούσαμε: καθόλου. Σε κάποιους τομείς, μάλιστα, είναι λίγο για εμάς. Μια κομμουνιστική κυβέρνηση στη χώρα μας, με τις μεθόδους της, θα μας απομάκρυνε από το δικό της στόχο για σοσιαλισμό, παρά θα μας έφερνε κοντά»[10].

Αυτό το σχόλιο αποκαλύπτει ένα βασικό τμήμα της κριτικής των δημοκρατών σοσιαλιστών, που προέκυπτε από την προσήλωσή τους στο σοσιαλισμό. Ήταν υποχρεωμένοι να παραδεχτούν, όπως ο Περούτκα, ότι ενώ οι δημοκράτες σοσιαλιστές μπορεί να επιθυμούσαν οι κομμουνιστές να βάσιζαν το «δημιουργικό» τους έργο σε μια μη μαρξιστική βάση, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι η δουλειά τους ήταν «προς το συμφέρον του σοσιαλισμού»[11]. Πράγματι, το προεκλογικό τους επιχείρημα ότι ο κομμουνισμός ήταν κάπως ξένος και ότι ένας σοσιαλισμός βασισμένος στις Τσέχικες παραδόσεις ήταν αναγκαίος- εν πολλοίς ακυρωμένο από την κομμουνιστική «αναθεώρηση του εθνικού χαρακτήρα» στη σφαίρα του πνεύματος και αργότερα από τον «Τσεχοσλοβακικό δρόμο» στην καθαρά πολιτική συζήτηση- αναπλάστηκε για περισσότερες χρήσεις. Τώρα που δεν μπορούσαν πια πειστικά να ισχυρίζονται ότι έχουν την πατέντα για τον τσέχικο σοσιαλισμό ή ακόμα και για τις τσέχικες παραδόσεις, οι δημοκράτες σοσιαλιστές ισχυρίζονταν ότι μπορούσαν να εισαγάγουν το σοσιαλισμό στην τσεχική κοινωνία με καλύτερο τρόπο. Αυτό τους επέτρεπε να αποφεύγουν να αναλύουν συγκεκριμένα το περιεχόμενο του σοσιαλισμού τους, και να τον περιγράφουν ως έναν που ρητά υπερασπίζεται την ελευθερία και τη δημοκρατία, το πραγματικό περιεχόμενο των οποίων ήταν μια πηγή διαφωνίας με τους κομμουνιστές. Η υπεράσπιση του σοσιαλισμού, από κοινού με αυτόν τον «υπερασπιστικό» χαρακτήρα του ορισμού τους για το σοσιαλισμό, χαρακτήρισε τη στάση των δημοκρατών σοσιαλιστών διανοουμένων μέχρι τον τελικό (σ.σ. αυτο-)αποκλεισμό τους από την πολιτική σκηνή.

Η δημοκρατία και η ελευθερία ήταν οι ακρογωνιαίοι λίθοι των ελπίδων των δημοκρατών σοσιαλιστών διανοούμενων για την επικράτηση ενός, έστω και μη ορισμένου, σοσιαλισμού στην Τσεχοσλοβακία. Γι’ αυτούς, η δημοκρατία ήταν ένα «χαρακτηριστικό στοιχείο» του Τσεχικού έθνους, αλλά όχι κάτι το στατικό», γιατί «οι αγώνες για δημοκρατία που εκδηλώθηκαν κατά το 19ο αιώνα με τη μορφή της αστικής δημοκρατίας συνεχίζουν σήμερα ως αγώνες για μια προλεταριακή δημοκρατία»[12]. Η δημοκρατία και η ελευθερία που υπερασπίζονταν ήταν νέες και ποιοτικά διαφορετικές. Είτε παρουσιάζοντάς την ως «σοσιαλίζουσα δημοκρατία» (Πρόεδρος Έντβαρντ Μπένες) είτε ως «ανθρωπιστική δημοκρατία» (Robert Koneeny) είτε ως μια «πολιτική δημοκρατία…συμπληρούμενη από οικονομική δημοκρατία» (Ferdinand Peroutka), όλοι αντλούσαν τις ιδέες τους από το βιβλίο του Μπένες «Η Δημοκρατία Σήμερα και Αύριο», δεν τις πρόσδιδαν συγκεκριμένο περιεχόμενο και αυτοπροσδιορίζονταν από την αντίθεσή τους στη φιλελεύθερη δημοκρατία.[13]

Τότε τι επεδίωκαν να βάλουν στη θέση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της ελευθερίας, αν όχι την πλήρη αντικατάσταση από τα είδη ακριβώς της δημοκρατίας και των ελευθεριών που πρόσεφερε το κομμουνιστικό κίνημα; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι καθόλου ξεκάθαρη, και η αύξηση των όρων που αφορούσαν τη νέα δημοκρατία που οι δημοκράτες σοσιαλιστές επιθυμούσαν να δημιουργήσουν λίγα συνέβαλλε στην αποσαφήνιση του τι εννοούσαν[14]. Το σύστημα για το οποίο πάλευαν θα ήταν μια «διόρθωση» των παλαιότερων αντιλήψεων για τη δημοκρατία, η οποία επιθυμούσαν να οδηγήσει σε «ένα κράτος που θα πραγματοποιεί την δημοκρατία του πνεύματος και την οικονομική και την κοινωνική δημοκρατία»[15]. Τα δυο στοιχεία δημοκρατίας και ελευθερίας ήταν βέβαιο ότι θα ήταν συστατικά του σοσιαλισμού, αλλά η μορφή του ήταν η χαλαρή και αόριστη μορφή σοσιαλισμού στα θέματα του πνεύματος, για μια σοσιαλιστική κουλτούρα και έναν σοσιαλιστικό ανθρωπισμό, για τον οποίο ήδη έγινε αναφορά. Παραφράζοντας ένα τσέχικο ρητό, φαίνεται ότι η επιθυμία έγινε πατέρας της σκέψης, και η βαθιά πίστη των δημοκρατών σοσιαλιστών για την ισχύ της αφηρημένης έννοιας της σοσιαλιστικής κοινωνίας τους ήταν που τους οδήγησε μακριά από μια προσεκτική μελέτη των νομικών, θεσμικών και εννοιακών θεμελίων της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Για παράδειγμα, το μέλλον της ελευθερίας συζητιόταν με χαλαρούς όρους που και δόξαζαν τη νέα δημοκρατία αλλά και αγνοούσαν την έλλειψη απόδοσης από αυτούς περιεχομένου σε αυτήν: «η ελευθερία δεν είναι σε σύγκρουση, αλλά θα είναι ευκολότερη με τη νέα τάξη. Το παλιό σύστημα οδήγησε στην απομόνωση του ατόμου…έφερε χάος στο εσωτερικό του ατόμου και μερικές φορές τον αποκτήνωνε. Η νέα τάξη θα οδηγήσει το άτομο μακριά από αυτή την ολέθρια απομόνωση και έτσι θα το σώσει. Θα μας απελευθερώσει από ένα σύνολο σκλαβιών (πάνω από όλα τη δουλεία προς το χρήμα), θα απελευθερώσει την προσωπικότητα.. Πρόκειται για το άνοιγμα του δρόμου ώστε ο άνθρωπος να είναι πραγματικά καλός».[16]

Εδώ, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι υπάρχει άλλο ένα παράδειγμα μεσσιανισμού που κυριαρχούσε στα επιχειρήματα των δημοκρατών σοσιαλιστών. Οι τσέχοι δημοκράτες σοσιαλιστές διανοούμενοι πίστευαν ότι το μέλλον του έθνους τους, και πιθανώς ακόμα και ο κόσμος εξαρτώταν από την ικανότητά τους να υλοποιήσουν τη σύνθεση που επιθυμούσαν. Όπως έλεγε και ο Vratislav Busek, το 1948 θα καθόριζε τη μοίρα «μιας συγκεκριμένης τσεχικής σύνθεσης, εξασφαλίζοντας πλήρη και πραγματική δημοκρατία στις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές πλευρές…μια σύνθεση της οποίας η επιτυχία είναι η μοίρα του έθνους μας»[17]. Αυτή την άποψη ασπαζόταν και ο Antonin Klatovsky, που την επέκτεινε, έχοντας προηγουμένως υπερασπιστεί τόσο τη Δυτική έγνοια για την ελευθερία όσο και την Ανατολική έγνοια για το σοσιαλισμό, σχολιάζοντας πως «η ιδεολογική αντίθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης φαίνεται αξεπέραστη. Αν ήταν έτσι…η κατάσταση της ανθρωπότητας θα ήταν απελπιστική»[18]. Οι Τσέχοι δημοκράτες σοσιαλιστές διανοούμενοι όρισαν για αυτούς το καθήκον του ξεπεράσματος αυτής της αντίθεσης και, δημιουργώντας ένα νέο και ανώτερο σύστημα, της σωτηρίας της χώρας και της ανθρωπότητας από τις ενισχυόμενες ψυχροπολεμικές εντάσεις και το διαφαινόμενο ασυμφιλίωτο χάσμα Ανατολής και Δύσης.

Υπερασπίζοντας την αφηρημένη ηθική ποιότητα του σοσιαλισμού τους, οι δημοκράτες σοσιαλιστές διανοούμενοι διέπραξαν τρία ασυγχώρητα λάθη. Πρώτον, τέτοια ρητορική συγκάλυπτε την ασάφεια στους ορισμούς, καθιστώντας τους ανίκανους να αντιμετωπίσουν άμεσα πολλούς από τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν. Δεύτερον, η πίστη τους για την ηθική ορθότητα του σοσιαλισμού και η προσφιλής σοσιαλιστική κουλτούρα τους έκανε να προτιμούν να παραβλέπουν πράγματα τα οποία- σε άλλους καιρούς- θα απέρριπταν. Οι δημοκράτες σοσιαλιστές διανοούμενοι όχι μόνο χαιρέτισαν τον «Τσεχοσλοβακικό δρόμο» και ευρέως αποδέχτηκαν τον πατριωτισμό και τα δημοκρατικά κίνητρα του Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά χαιρέτιζαν τη Λαϊκή Δημοκρατία και καλούσαν σε περαιτέρω πειράματα στον κοινωνικό μηχανισμό. Τρίτον, και ίσως σημαντικότερο, η αφοσίωσή τους στο σοσιαλισμό έφερε την αποδοχή αυτών που μπορούν να αποκληθούν κομμουνιστικά ρητορικά στάνταρντ. Οι δημοκράτες σοσιαλιστές διανοούμενοι έκαναν λόγο για αγώνα για «τον νέο άνθρωπο», και για μάχες και κάλλη μιας αόριστης «νέας δημοκρατίας», «σοσιαλίζουσας δημοκρατίας», «σοσιαλιστικού τρόπου ζωής», «σοσιαλιστικού ανθρωπισμού» και «σοσιαλιστικής κουλτούρας». Από την άλλη, καταδίκαζαν τη «φιλελεύθερη ελευθερία», τη «φιλελεύθερη δημοκρατία» και κάθε τέτοιο όρο που εμπεριείχε το επίθετο «αστικός». Σε ένα ιστορικό πλαίσιο όπου υπήρχε ένα μαζικό, καλά οργανωμένο και δραστήριο Κομμουνιστικό Κόμμα και ένα σύνορο με τη Σοβιετική Ένωση, τέτοια γλώσσα ήταν πολιτικά και εκλογικά επικίνδυνη, αν όχι και ανεύθυνη. Σε κάθε περίπτωση, τέτοια γλώσσα συνέβαλε στην αποδυνάμωση των πολιτικών και πνευματικών αμυνών απέναντι σε μια κομμουνιστική επικράτηση. Ο Vilem Hejl ξεκάθαρα επεσήμαινε αυτή την αδυναμία σχετικά με τον Πρόεδρο Μπένες, αλλά το ίδιο ίσχυε και για πάρα πολλούς ακόμα δημοκράτες σοσιαλιστές διανοούμενους: «Σε τι ποσοστό ψήφων οι πολιτικές του Μπένες βοήθησαν τους Κομμουνιστές, όταν τόσο αυτός όσο και οι κομμουνιστές χρησιμοποιούσαν τους νεολογισμούς της «Λαϊκής Δημοκρατίας»;»[19]

Τέλος, οι δημοκράτες σοσιαλιστές διανοούμενοι συχνά επέτρεπαν η κοινή με τους κομμουνιστές αντιπάλους τους έγνοιά τους για τη «σοσιαλιστικοποιητική» τους αποστολή  να υποβαθμίζει τις ανησυχίες τους για τον κομμουνιστικό απολυταρχισμό(sic). Αυτό συνέβαινε τόσο εξαιτίας της μεγάλης αξίας που προσέδιδαν στη σύνθεση- Ανατολής και Δύσης, η δημοκρατίας και σοσιαλισμού- όσο και εξαιτίας της αντίληψής τους περί μιας ειδικής αποστολής του τσεχικού έθνους. Αυτός ο μεσσιανισμός ήταν εξαιρετικά ενοχλητικός, αφού επέτρεπε στους τσέχους διανοούμενους- που κατείχαν μια ειδική θέση εντός της συγκεκριμένης τσεχικής κοινωνίας- να δραπετεύουν από την πολιτική και πρακτική πραγματικότητα. Αντί για μια προσεκτική θεώρηση των εξελίξεων στη χώρα τους και τους γείτονές της, αυτή η «εθνική ιδιαιτερότητα» του Τσεχικού έθνους επέτρεπε στους τσέχους δημοκράτες σοσιαλιστές διανοούμενους να συνεχίσουν αυτό το πείραμά τους τετραγωνισμού του κύκλου. Ο μεσσιανισμός τους καθοδηγούταν τόσο από την αντίληψη ότι το τσεχικό έθνος είχε ειδικά πνευματικά και ηθικά χαρακτηριστικά που το επέτρεπαν να είναι σε θέση να υλοποιήσει ένα καθήκον για το οποίο άλλοι απέτυχαν. Ότι αυτοί, επίσης, απέτυχαν δεν λέει κάτι για τους ευγενικούς σκοπούς τους, αλλά ούτε αυτές τους οι προθέσεις τους απαλλάσσουν από την κατηγορία ότι δεν  υπηρέτησαν το έθνος τους σωστά. Σε μια εποχή που το τσεχικό έθνος ήθελε σαφήνεια και πειθώ, λάμβανε αμφισημίες και ομοθυμίες: σε μια εποχή που ζητούσε δημοκρατία, οι κομμουνιστές και οι δημοκράτες σοσιαλιστές βρίσκονταν εκεί με μια «Λαϊκή Δημοκρατία».

Όταν οι υπουργοί του Εθνικού Σοσιαλιστικού, του Λαϊκού και του Σλοβακικού Δημοκρατικού Κόμματος υπέβαλλαν τις παραιτήσεις τους στις 20/2/1948, με πρόσχημα την κατάχρηση της αστυνομικής εξουσίας από το Κομμουνιστικό Κόμμα, δεν γνώριζαν ότι υπέγραφαν το πιστοποιητικό του πολιτικού τους θανάτου. Πίστευαν ότι οι παραιτήσεις τους δεν θα γίνονταν αποδεκτές από τον Πρόεδρο Μπένες και ότι είτε οι κομμουνιστές θα υποχρεώνονταν να υποχωρήσουν στο συγκεκριμένο ζήτημα, είτε θα προκηρύσσονταν εκλογές. Ένιωθαν ότι μιλούσαν για ένα θέμα του οποίου η σημασία ήταν ξεκάθαρη στο κοινό, την υποστήριξη του οποίου θα είχαν, και ότι η κυβερνητική κρίση θα επιλυόταν με έναν κοινοβουλευτικό-δημοκρατικό τρόπο, με διαπραγματεύσεις μεταξύ κομματικών ηγεσιών, κοινοβουλίου και προέδρου. Δεν συνέβη όμως έτσι.

Η απάντηση που το Κομμουνιστικό Κόμμα μπορούσε να δώσει ήταν εντυπωσιακή. Εντός λίγων ημερών, εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτών κατέκλυσαν τους δρόμους των Τσεχικών πόλεων και κωμοπόλεων,  γέμισαν τις πλατείες για να ακούσουν τα διαγγέλματα του Γκότβαλντ προς το έθνος. Τεράστιες καθημερινές πορείες διοργανώνονταν υπέρ του κόμματος, και μια ωριαία γενική στάση εργασίας έλαβε χώρα στις 24/2, όπου 2,5 εκατομμύρια εργατών συμμετείχαν[20]. Στις 25/2 ένα πλήθος 250.000 φιλοκομμουνιστών διαδηλωτών στην Πράγα, και εκατοντάδες χιλιάδες σε όλη τη χώρα, περίμεναν τον Τσέχο Πρόεδρο να διακηρύξει αν θα δεχόταν την Κομμουνιστική λύση στην κρίση. Στο αντίθετο στρατόπεδο, λίγες χιλιάδες φοιτητών συγκεντρώθηκαν πίσω από το Κάστρο της Πράγας, διαδηλώνοντας τίποτα παραπάνω από την υποστήριξή τους στον Πρόεδρο. Με δεδομένα αυτά, ο Μπένες αποδέχτηκε την κομμουνιστική λύση και η νίκη των κομμουνιστών ήταν πλήρης.

Θα ισχυριζόμουν ότι, πέρα από την ακροθιγώς επισημανθείσα αποτυχημένη τακτική των δημοκρατών, μια θεμελιώδης αδυναμία έγκειται στη λιγότερο φανερή σφαίρα της πολιτικής κουλτούρας. Με την εξαίρεση των Ρωμαιοκαθολικών που βγήκαν εκτός πορείας μετά  το Φλεβάρη του 1948, η δημόσια συζήτηση που συνεχίστηκε από τους δημοκράτες σοσιαλιστές διανοούμενους αποδυνάμωσε την εθνική πολιτική αυτοαντίληψη σε τέτοιο βαθμό που μια μαζική αντίσταση θα ήταν εξαιρετικά αδύνατο να υπάρξει. Το μη κομμουνιστικό τσεχικό κοινό είτε δεν μπορούσε να δει τις επιπλοκές των γεγονότων, είτε δεν τα είδε ως κάτι το εξαιρετικά νέο. Το αντικείμενο αυτής της ευρύτερης κρίσης νοήματος στην Τσεχική δημοκρατία λίγο έχει έρθει στο φως. Ο Vladimir Kusin έχει γράψει ότι ήδη από το 1947 «η κραυγή απόγνωσης για την «υπεράσπιση της δημοκρατίας» και της «αντίστασης σε ένα αστυνομικό κράτος» δεν είχαν το αναμενόμενο αποτέλεσμα στον πληθυσμό»[21]. Επιπλέον, ο Otto Friedman, όπως ήδη έχει επισημανθεί, αναφέρει ότι μια οργανωμένη αντίσταση «ήταν εξαιρετικά δύσκολη για τους Τσέχους δημοκράτες, που επέμειναν να ελαχιστοποιούν τη διαφορά μεταξύ Δυτικής δημοκρατίας και σοβιετικής «δημοκρατίας» και είχαν έτσι αποτύχει να προετοιμάσουν τους οπαδούς τους για τον κίνδυνο ενός κομμουνιστικού πραξικοπήματος. Καμμία έκπληξη λοιπόν για το ότι σε αυτή την κρίσιμη ώρα οι δημοκράτες ηγέτες δεν ήξεραν πόσο πιστοί οι στενότεροι δημοκράτες συνεργάτες τους ήταν και αν προτίθονταν να ρισκάρουν τις ζωές τους για να υπερασπιστούν το ένα είδος «δημοκρατίας» έναντι του άλλου»[22].

Σε αυτό, οι δημοκράτες σοσιαλιστές συγγραφείς, πολιτικοί στοχαστές, δημοσιογράφοι και δημοσιολόγοι- όλο το στελεχιακό δυναμικό των τσέχων αντικομμουνιστών- φέρουν βαριά ευθύνη. Καθοδηγούσαν το έθνος τους σε έναν σκοπό του οποίου οι πτυχές δεν ήταν ξεκάθαρες, αλλά ο οποίος θα ήταν ένας σοσιαλιστικός (αν και απαραίτητα μη κομμουνιστικός) παράδεισος. Η σοσιαλιστική κουλτούρα θα ήταν ηθικά ανώτερη, η σοσιαλιστική οργάνωση θα απέδιδε υλικά οφέλη, και το σοσιαλιστικό άτομο θα ήταν ένα ανώτερο ον, όταν η κοινωνία θα ανασχηματιζόταν και ο σοσιαλιστικός πολίτης θα διαπαιδαγωγούνταν. Έτσι, «προβλέποντας τη νίκη του σοσιαλισμού επί του καπιταλισμού στην Τσεχοσλοβακία ήταν στην αξιοζήλευτη θέση των προφητών που συντελούν στην εκπλήρωση των δικών τους προφητειών»[23].

Ήταν πράγματι σε μια τέτοια θέση. Η ευρέως νοούμενη κάστα των διανοουμένων στην Τσεχική κοινωνία είχε την ιστορικά κερδισμένη νομιμοποίηση να μιλά για το έθνος. Είχε επίσης εξουσία επί των χαμηλότερων τάξεων, μια τάση προς τη Σλαβική σκέψη και μια ιστορία πολιτικού ακτιβισμού που ταίριαζε θαυμάσια με το μεταπολεμικό περιβάλλον στο οποίο η επίτευξη μιας μορφής κοινωνικής μεταρρύθμισης βρισκόταν στη δημόσια ατζέντα. Οι τσέχοι δημοκράτες σοσιαλιστές διανοούμενοι φιλοδοξούσαν να «πνευματοποιήσουν» το σοσιαλισμό και να «οργανώσουν και ενώσουν» την κοινωνία για ένα σοσιαλισμό που ακόμα και στους δημοκράτες ηγέτες παρέμενε εντός του πλαισίου σκέψης τους. Δεν ανέλαβαν, ωστόσο, από μόνοι τους αυτό το καθήκον. Είχαν κληθεί από το έθνος τους να εκπληρώσουν ένα ρόλο ηθικής και πολιτικής ηγεσίας, και με ευχαρίστηση τον είχαν αποδεχτεί.

Οι εμπειρίες του Μονάχου και του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου είχαν κάνει εφικτή την ανανοηματοδότηση του έθνους, της οργάνωσης και του προσανατολισμού τους. Τα ακριβή ποιοτικά χαρακτηριστικά που αυτό θα υιοθετούσε είναι αντικείμενο μελέτης στο 2ο τμήμα της πραγματείας μου. Όπως είδαμε, οι κομμουνιστές διανοούμενοι προσπάθησαν να αναπλάσουν την ιδέα για το τσεχικό έθνος. Στην «αναθεώρηση του εθνικού χαρακτήρα», επανερμήνευαν όλη την εθνική ιστορία, ώστε να τονίσουν τις σοσιαλιστικές και σλαβικές πτυχές της. Σε αυτό το καθήκον είχαν την υποστήριξη   επιφανών Προτεσταντών που δρούσαν εκείνη την περίοδο, ενώ οι δημοκράτες σοσιαλιστές διανοούμενοι έτειναν είτε να υιοθετούν τμήματα από κάποιες θέσεις για τα ζητήματα αυτά, είτε να  μιλούν υπέρ μιας σύνθεσης που συνειδητά θα οδηγούσε σε μια ανώτερη μορφή κοινωνικής και πνευματικής οργάνωσης. Μόνο οι Ρωμαιοκαθολικοί με συνέπεια αντιστάθηκαν σε αυτή την πλήρη ανανοηματοδότηση του τσεχικού έθνους.

Με τη συμμετοχή τους σε αυτό, οι μη κομμουνιστές διανοούμενοι συνέβαλαν σε μια ατμόσφαιρα που αποδυνάμωνε τις δημοκρατικές άμυνες των τσέχων. Σε αυτό, οι εμπειρίες του Μονάχου και του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου συνέβαλαν τα μάλα. Η Δύση καταγγελόταν για τη συμμετοχή της στην τραγωδία του Μονάχου, ενώ η ΕΣΣΔ επευφημούταν για τη φυσική  και, ακόμα πιο σημαντικό, την ηθική της ισχύ που νίκησε τις δυνάμεις του Άξονα. Αυτή η ισχύς έπειτα μεταφραζόταν σε μια απόδειξη ότι η κοινωνική δομή της Σοβιετικής Ένωσης ήταν δικαιότερη και αποτελεσματικότερη. Με κάποια έννοια, η δομή της κουλτούρας της ειδωνόταν επίσης ως ανώτερη, γιατί τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά από τα οποία εμφορούνταν οι σοβιετικοί πολίτες θεωρούνταν ως αυτά που έκαναν τη νίκη στον πόλεμο εφικτή. Η 1η Δημοκρατία, που θαυμάζεται σήμερα από το τσεχικό κοινό, καταγγελόταν τότε, και η νέα μεταπολεμική δημοκρατία ήταν είτε η βάση είτε η «συμπλήρωση» του προπολεμικού προκατόχου της. Η ρήξη με την προπολεμική εποχή μπορεί επίσης να αποδειχτεί με την αποδοκιμασία στη «φιλελεύθερη δημοκρατία» και στη «δυτική ελευθερία», και την αντίστοιχη εξύψωση του σοσιαλιστικού «προφητικού» σχήματος του Τomas G. Masaryk. Το συμβολικά χαρακτηριστικότερο παράδειγμα του σκοπού της στροφής στις ιδέες έρχεται με τη σύγκριση των διαφορετικών νοημάτων που αποδίδονταν, και την επευφημία, για τις γιορτές της 28ης Οκτώβρη και της 5ης Μάη. Η πρώτη, ημέρα που η Τσεχοσλοβακία έγινε ανεξάρτητη το 1918 είχε υποσκελιστεί από τη δεύτερη, μέρα έναρξης της αντιναζιστικής εξέγερσης στην Πράγα το 1945. Ότι η 5η Μάη ξεπερνούσε ή συμπλήρωνε την 28η Οκτώβρη δεν υιοθετούνταν μόνο από τους δημοκράτες σοσιαλιστές, αλλά και η ταύτιση με αυτή τη γιορτή από μια νέα, ριζοσπαστική και πολιτικά ενεργή γενιά αποκαλύπτουν το βαθμό ριζοσπαστικοποίησης της μεταπολεμικής Τσεχικής κοινωνίας.

Αυτές οι πολιτικά φορτισμένες επανερμηνείες του πρόσφατου εθνικού παρελθόντος οδήγησαν σε μια ευρεία στροφή στην τσεχική αυτοαντίληψη, απομάκρυνσης από τους ιστορικούς της δεσμούς με τη Δύση και προσέγγισης της σλαβικής και σοσιαλιστικής Ανατολής. Αυτή η ευρέως νοούμενη κάστα των τσέχων διανοούμενων ηγήθηκε αυτής της μεγαλύτερης θεμελιακής στροφής που έχει κάνει ποτέ το έθνος αυτό. Οι επευφημίες για μια κακώς οριζόμενη «Σλαβική αλληλεγγύη» προέρχονταν από όλα τα στρατόπεδα πλην των Καθολικών. Οι μόνες απόπειρες που έγιναν για να σωθεί ένα τμήμα της «Δυτικής» φύσης του τσεχικού έθνους έρχονταν ως μια μεσσιανική αναζήτηση σωτηρίας της ανθρωπότητας, μέσω της ενοποίησης της σοσιαλιστικής Ανατολής με τις Δυτικές πολιτισμικές αξίες.

Όλα αυτά οδήγησαν στην απαγκίστρωση της παραδοσιακής αυτοαντίληψης των Τσέχων, του παρελθόντος τους και του μέλλοντός τους. Σε μια τέτοια κατάσταση δύο κίνδυνοι υπήρξαν. Πρώτον, ο αναπροσανατολισμός αυτός επηρέασε και τις παραδοσιακές αντιλήψεις για την ελευθερία, τη δημοκρατία, το σοσιαλισμό, και την κατανόηση της πολιτικής συμπεριφοράς συνολικά. Δεύτερον, οι επανερμηνείες ευνόησαν την κυριαρχία του αριστερού πλευρού ενός ήδη κολοβού πολιτικού συστήματος. Αυτό το αριστερό τμήμα κυριαρχούταν από το Κομμουνιστικό Κόμμα, που ο Μαρξισμός του παρείχε μια συνεκτική και διαρθρωμένη πολιτισμική και ιστορικο-πολιτική φιλοσοφία που περιείχε συγκεκριμένες απαντήσεις σε ερωτήσεις που ο πόλεμος έθεσε. Η μεγάλη επεξηγηματική του ισχύς ενδυναμωνόταν και από την υποστήριξη των Προτεσταντών θρησκευτικών ηγετών και εκπροσωπούσε μια μεγάλη απόκλιση από τις συμβιβαστικές θέσεις σύνθεσης των δημοκρατών σοσιαλιστών οι οποίες στερούνταν ενός συνεκτικού ιδεολογικού θεμελίου. Ο Ρωμαιοκαθολικισμός του Λαϊκού Κόμματος αποδείχτηκε πιο «αμόλυντος», παραμένοντας όμως στο εννοιολογικό πλαίσιο ηλικίας.. κάποιων αιώνων.

Τα πολιτικά έπαθλα από τον έλεγχο του ερμηνευτικού πλαισίου της όλης συζήτησης για το νόημα του σοσιαλισμού πήγαν στους κομμουνιστές, κάτι που φάνηκε πλήρως όμως μόνο αφότου οι διάφορες θέσεις στις συζητήσεις για το πρόσφατο παρελθόν είχαν ήδη διατυπωθεί. Εδώ, η μετριοπάθεια του Κομμουνιστικού Κόμματος το βοήθησε πολύ, και από πολλούς τρόπους η κομμουνιστική πολιτισμική επίθεση ήταν πιο ριζοσπαστική από την πολιτική επίθεση. Τα κομματικά ηγετικά στελέχη και οι διανοούμενοι ήταν σε θέση να αξιοποιούν τη δημοφιλία της μεταπολεμικής αναδιοργάνωσης του κράτους, και να ισχυρίζονται ότι πολλές από τις πτυχές της μεταπολεμικής τσεχοσλοβακικής κυβέρνησης ήταν δικές τους. Επίσης, ήταν σε θέση να διεκδικούν τον τίτλο του κατ’εξοχήν σοσιαλιστικού κόμματος κι έτσι να αποφεύγουν να συζητούν ακριβώς πού οδηγούσαν το κράτος. Αυτή η στρατηγική της διατήρησης της προσήλωσης σε σημαντικά στοιχεία του «λαϊκοδημοκρατικού» συστήματος- ειδικότερα το Εθνικό Μέτωπο, το 2χρονο Πλάνο και την κοινοβουλευτική δημοκρατία (μέσω πολιτικών για την απόκτηση της πλειοψηφίας των ψήφων)- τους έφερε πολύ κοντά με τους δημοκράτες σοσιαλιστές αντιπάλους τους.

Τα αποτελέσματα αυτής της στρατηγικής στα γεγονότα του Φλεβάρη του 1948 δεν μπορούν επακριβώς να ορισθούν, αλλά αυτή η πνευματική σύμπραξη όχι μόνο των Προτεσταντών, αλλά και των δημοκρατών σοσιαλιστών πολιτικών και πνευματικών ηγετών πρέπει να αναγνωριστεί. Ο ενθουσιασμός των τελευταίων για το σοσιαλισμό ενθάρρυνε και οδήγησε, και ως ένα βαθμό καθοδηγήθηκε από, το έθνος σε μια ατραπό της οποίας το αποτέλεσμα ποτέ δεν διατυπώθηκε ξεκάθαρα. Η παραδοχή του Προέδρου Μπένες ότι δεν είχε «ξεκάθαρη και συγκεκριμένη» έννοια του σκοπού της «σοσιαλίζουσας δημοκρατίας» του αντανακλώταν από την ύστερη παραδοχή του Εθνικού Σοσιαλιστή ηγέτη Hubert Ripka ότι επρόκειτο περί ενός «πολιτικού πειράματος»[24]. Αυτή η αίσθηση του πειραματισμού με το μέλλον του έθνους τους ούτε μείωσε των ενθουσιασμό των δημοκρατών σοσιαλιστών, ούτε ενθάρρυνε μια αυστηρά ορισμένη συζήτηση για τις επιπλοκές που ο σοσιαλισμός θα είχε για τη χώρα τους ή αυτές που είχε πιο ανατολικά, είτε στη Σοβιετική Ένωση, είτε στις αδελφές «Λαϊκές Δημοκρατίες».

Οι κομμουνιστές μπορούσαν να βασίζονται τόσο στα γερά θεωρητικά θεμέλια του Μαρξισμού και τα πρακτικά στοιχεία- την εκπλήρωση του 2χρονου Πλάνου και την απόκτηση της πλειοψηφίας- που περιλαμβάνονταν στον «Τσεχοσλοβακικό Δρόμο». Αντίθετα, οι δημοκράτες σοσιαλιστές μπορούσαν να αναπτύξουν μόνο αόριστες έννοιες για μια «νέα δημοκρατία», για μια «σοσιαλίζουσα δημοκρατία», για έναν «σοσιαλιστικό ανθρωπισμό», και μια μεσσιανική-ξανά- άποψη περί ενοποίησης του Ανατολικού σοσιαλισμού με τη Δυτική ελευθερία. Όπως και στις συζητήσεις για τις οποίες έγινε λόγος πριν, οι δημοκράτες σοσιαλιστές διανοούμενοι βρέθηκαν εσωτερικά διασπασμένοι, θεωρητικά κενοί και, μετά τις εκλογές του 1946, όλο και περισσότερο στην άμυνα. Το κόστος αυτών φάνηκε το Φλεβάρη, όταν τα ζητήματα που έθεσαν πρέπει να φάνηκαν ασαφή στο Τσεχικό κοινό. Ήταν πραγματικοί δημοκράτες που στέκονταν υπέρ της φιλελεύθερης δημοκρατίας, της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, της λαϊκής δημοκρατίας ή της σοσιαλίζουσας δημοκρατίας; Προτίθονταν να αναμετρηθούν με τους κομμουνιστές στους δρόμους για τις δημοκρατικές ελευθερίες, για τη σοσιαλιστική ελευθερία, ή για μια ανώτερη ελευθερία που θα επιτυγχανόταν από μια σύνθεση; Μπορούσε να αντιμετωπίσει το Κομμουνιστικό Κόμμα μια δράση εχθρική προς τις ιδέες του «νέου σλαβισμού»; Ακόμα κι αν θεωρήσουμε δεδομένο ότι οι δημοκράτες σοσιαλιστές ήταν και δημοκράτες (όπως εννοούσαν τη δημοκρατία) και σοσιαλιστές (όπως εννοούσαν το σοσιαλισμό), κάποιος πρέπει να αναρωτηθεί αν παρουσίαζαν τις ιδέες τους και τα ιδανικά τους ξεκάθαρα, συνεκτικά και με συνέπεια τόση ώστε το κοινό να είναι σε θέση να διακρίνει ξεκάθαρα μεταξύ του τι «εμείς» οι πραγματικοί δημοκράτες υπερασπίζαμε και τι «αυτοί», οι φανατικοί απολυταρχικοί, υπεράσπιζαν. Εν προκειμένω, ο δρόμος για την κομμουνιστική κυριαρχία της Τσεχοσλοβακίας άνοιξε με τις καλές προθέσεις των δημοκρατών σοσιαλιστών, αλλά επίσης και με την αποτυχία τους ξεκάθαρα να οριοθετήσουν και να διαφοροποιήσουν την άποψή τους για το τσεχοσλοβακικό μέλλον από αυτό του Κομμουνιστικού Κόμματος, ενός κόμματος τεράστιου σε μέγεθος, καλά οργανωμένου, και εσωτερικά συνεκτικού, αναφορικά με τις απόψεις του όχι μόνο για το πρόσφατο παρελθόν, αλλά επίσης και για τα βήματα που πρέπει να παρθούν για το παρόν. Κατ’ αυτή την έννοια, η ήττα των δημοκρατών σοσιαλιστών ήταν τραγική στην κυριολεξία.

Κατά κάποιο τρόπο, οι δημοκράτες σοσιαλιστές αλυσοδέθηκαν από τις εποχές στις οποίες δρούσαν. Οι εμπειρίες του Μονάχου, η κατοχή και ο πόλεμος δεν είχαν κάνει τη μετριοπάθεια αρετή, και ο Μαρξισμός και η Σοβιετική Ένωση βρέθηκαν στο ζενίθ τους σε όλη την Ευρώπη συνολικά μετά την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας. Παρ’όλα αυτά, οι Τσέχοι δημοκράτες σοσιαλιστές, ήταν οι συνδημιουργοί, ήδη κατά τη διάρκεια του πολέμου, των θεσμικών, πολιτικών και πνευματικών πλαισίων στα οποία θα δρούσαν αργότερα. Απ’ αυτή την πλευρά, οι ατέλειες της δημοκρατικής πολιτικής κουλτούρας μπορούν να εντοπιστούν ήδη από τότε, στα σχέδια των τσέχων διανοούμενων για το μέλλον, στην παράνομη αντίσταση, και στα πολιτικά τους πλάνα στην εξορία στο Λονδίνο. Όπως το θέτει και ο Vilem Hejl: «Η τραγωδία του Φλεβάρη είχε ήδη προετοιμαστεί στο Λονδίνο…Η πλειοψηφία της εξόριστης κυβέρνησης τυφλά ακολουθούσε το Μπένες και χωρίς αντιρρήσεις αποδεχόταν και προωθούσε τις χαλαρές έννοιες «επαναστατικές πολιτικές», «νέα δημοκρατία», «σλαβισμός» και «κοινωνικοποίηση», χωρίς καν να σκέφτεται ποιος πραγματικά θα διεξάγει αυτή την «επανάσταση», εναντίον ποιων και με ποια μέσα, πόση δημοκρατία θα επιβιώσει στη «νέα δημοκρατία», πόση «κοινωνικοποίηση θα υπάρχει στην πράξη και ποιο θα ήταν το νόημα του «σλαβισμού» στη διεθνή θέση της χώρας»[25]


[1]Naimark. «Rev and Counterrev in Eastern Europe.» Christiane Lemke and Gary Marks, eds. The Crisis of Socialism in Europe. Durham:Duke University, 1992

[2] Karel Kaplan. Nekrvavá revoluce. 10

[3] Από μια συνέντευξη στο Masarykóv lid που ανατυπώθηκε σε František ákarvan, ed. EB introduzemski osv_tov rada 1. Praha: Zemski rada osv_tovi, 1946.35-6

[4] Josef Rybik. «Naše kulturn’ oe koly.» [Our Cultural Tasks.] Ruda pravo. 25 December, 1945. 5

[5] Edvard Beneš. òvahy. 260

[6] Vaclav Eernù. «O naš’ modern’ socialistick_ tradici a co s n’ souvis’. (K problematice socialistick_ kultury u n‡s, 5.)» Kritickù m_s’‹ n’k 7 (1946) 179

[7] See Robert Bruce Lockhart, My Europe. London: Putnam, 1952. 120

[8] Jan M. Michal. «Postwar Economic Development.» In: Victor S. Mamatey and Radomír LuÏa

[9] Eva Hartmannová. «‘My’ a ‘oni.'» 99

[10] Jan B. Kozák. «Proã tedy nejste komunistou.» 2

[11] Ferdinand Peroutka. «Hlavní úkol naeí politiky.» 49

[12] Antonín Klatovsk_. «Svoboda a socialismus.» 167 and Robert Koneãn_. Demokracie. 11

[13] Edvard Benes. EB národu. 38, Robert Koneãn_. Demokracie. 17 and Ferdinand Peroutka. «V p_edveãer.» Svobodné noviny. 23 September 1945. 1.

[14] Όπως η Eva Hartmannová επεσήμαινε, η δημοκρατία δεν εννοούταν με «την κανονική της έννοια». Κανονικές δημοκρατίες όπως των ΗΠΑ, της Ελβετίας θεωρούνταν ως «περίπου καθυστερημένες». Eva Hartmannová. «‘My’ a ‘oni.'» 98

[15] Vladimír Hellmuth-Brauner. «Idea minulé a dne‰ní demokracie.» 1 and Robert Koneãn_. «Do druhého roku svobody.» 79

[16] Jaroslav Nebesá_. «Îijeme zase v demokratickém statû.» Panorama 21 (1945/6) 11

[17] Vratislav Bucek. «Národ se bránil: 1348-1648-1848-1948.» Svobodn_ zít_ek 3 (1947) 52:3.

[18] Antonín Klatovsk_. «Svoboda a socialismus.» 166

[19] Vilém Hejl. Rozvrat. 158

[20] Στην Πράγα 200.300 εργάτες συμμετείχαν, ενώ υπήρχαν μόλις 98 απεργοσπάστες. Οι αντικομμουνιστές ηγέτες του M.R. Myant υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους 2 ημέρες πριν το Συνέδριο των Εργοστασιακών Συμβουλίων που συγκλήθηκε στην Πράγαμ, συγκεντρώνοντας 8.030 κυρίως κομμουνιστές εκπροσώπους στην πρωτεύουσα.

[21] Vladimir V. Kusin. «Czechoslovakia.» Σε: Martin McCauley, ed. Communist Power in Europe 1944-1949. London: MacMillan, 1977. 83

[22] Otto Friedman. The Break-Up of Czech Democracy. London: Victor Gollancz, 1950. 91, 98

[23] A. French. Czech Writers and Politics 1945-1969. East European Monographs 94. Boulder, Colorado: East European Monographs, 1982. 47

[24] Edvard Beneš, cited in ct. «Boj o nového cloveka trvá.» Svobodné noviny. 15 Dec 1946 and Ripka. Czechoslovakia Enslaved. London: Gollancz, 1950. 312

[25] Vilém Hejl. Rozvrat. Mnichov a náš osud. Toronto: 68 Publishers, 1989. 115

Advertisements

Tagged: , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: