Α/συνεχεια: Κομμουνισμος και Αριστερα (Νοεμβρης 1985)

σημείωση: H μπροσούρα σκαναρίστηκε και αναρτήθηκε στο Athens Indymedia στις 25/9/2009. Η πολιτική ομάδα Α/συνέχεια μετεξελίχτηκε το Γενάρη του 2003 στην Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας (ΚΟΕ- http://www.koel.gr)

kommounismos_kai_aristera_-_a-sineheia

Α/συνέχεια: ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

• ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΕΣ ΘΥΕΛΛΕΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥΣ

 

Αυτή η σύντομη έκδοση είναι τμήμα μιας προσπάθειας που κάνουμε τον τελευταίο καιρό, εμβάθυνσης, διευκρίνησης και διατύπωσης μιας προβληματικής γύρω από ζητήματα που έχουν σχέση με την αριστερά  και το κομμουνιστικό κίνημα.

Η μορφή της μπροσούρας (σύντομα κείμενα, ευκολία στη διακίνηση) πιστεύουμε πως ανταποκρίνεται καλύτερα σ’ αυτή την    προσπάθεια

Η θεματολογία που διαλέξαμε, δηλαδή τα «κείμενα για την αριστερά» σχετίζεται με την ανάγκη να συνδυαστεί η όποια πραχτική δραστηριότητα, η όποια νέα πολιτικοποίηση με τα ουσιαστικά προβλήματα που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει το  επαναστατικό  κίνημα  στη  δύσκολη  και   τραχιά   διαδρομή   του.

 

Ελπίζουμε σύντομα να συνεχίσουμε μια τέτοια παρουσία και με άλλη θεματολογία. Αυτό βέβαια εξαρτάται κι από την αντιμετώπιση    που θα βρει αυτός ο πειραματισμός μας.

Με την ευκαιρία, δεν παραλείπουμε να ευχαριστήσουμε ξανά και ξανά όλους όσους βοήθησαν σε αυτή την έκδοση.

 

εκδόσεις      Α/συνέχεια

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • Το πρόβλημα των όρων και η μονοσήμαντη σκέψη
  • Ψάχνοντας και συλλογιζόμενοι την ιστορία του όρου «Αριστερά»
  • Η δύναμη και η αδυναμία της παράδοσης και το χώνεμα της πείρας
  • Για ποια ήττα, για ποια κρίση μιλάμε, ποιας κατάσταση θέλουμε το ξεπέρασμα και σε ποια προοπτική
  • Η περίπτωση της ελλαδικής αριστεράς
  • Αριστερισμός [και] η αριστερά στην εξουσία
  • Μια παρέκβαση και μια απόπειρα απάντησης σε ένα ερώτημα
  • Το ερώτημα
  • Τέλος της παρέκβασης
  • Αριστερά και αριστερισμός στην εξουσία

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ  ΚΑΙ  ΑΡΙΣΤΕΡΑ

ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΕΣ ΘΥΕΛΛΕΣ  ΚΑΙ  Η ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥΣ

 

Η αναφορά σε ότι και σε όσα συνεπάγεται η λέξη «Αριστερά»  δεν είναι εύκολη υπόθεση, πρόκειται για έναν όρο που έχει ταλαιπωρηθεί από τις λογής-λογής χρήσεις του. ‘Οπως όλα τα πράγματα ο.’ αυτό τον κόσμο, έχει μια ιστορία. Μια αρχή και μια πορεία. Πολλοί προσπαθούν να την «υπερβούν» όχι μόνο λεκτικά, αλλά και ουσιαστικά, επισημαίνοντας το τέλος της. Και αυτό το τέλος δεν ήρθε. Ούτε έρχεται. Για τον απλούστατο λόγο: η περιοχή που οδηγεί αυτή η λέξη, ας πούμε σχηματικά, ο κόσμος της εργασίας ή καλύτερα η ζωντανή εργασία, είναι συγχρόνως το κύριο αντικείμενο και υποκείμενο της ιστορικής διαδικασίας. Κι αυτός ο κόσμος δεν «καταργείται» εύκολα. Παρά μόνο μέσα από την απελευθέρωση του από τα σύγχρονα δεσμά.

ΤΟ    ΠΡΟΒΛΗΜΑ    ΤΩΝ    ΟΡΩΝ    ΚΑΙ     Η ΜΟΝΟΣΗΜΑΝΤΗ    ΣΚΕΨΗ

Μόνο και μόνο η παράθεση επιθέτων στον όρο Αριστερά (π.χ παραδοσιακή, δογματική, ανανεωτική, εξωκοινοβουλευτική, ανένταχτη, άκρα, προλεταριακή, συνεπής, επαναστατική, σοσιαλιστική, ρεφορμιστική, νέα, εναλλαχτική κλπ) δείχνει την αδυναμία του όρου να προσδιορίσει επακριβώς κάποιο περιεχόμενο. Δεν είναι όμως η μοναδική περίπτωση. Αν ψάξει κανείς περισσότερο θα δει πως γίνεται πολλαπλή χρήση ορισμένων όρων και εννοιών με διαφορετικό κάθε φορά περιεχόμενο. Το πρόβλημα της αναντιστοιχίας όρων και περιεχομένου είναι σύνθετο. Σχετίζεται με την «κίνηση» των περιεχομένων και την αδιάκοπη μεταβολή τους. Τα νέα περιεχόμενα δεν βολεύονται αναπαυτικά στους παλιούς όρους. Συμβαίνει όμως και το εξής: η υπερσυσσώρευση «γνώσεων» και ο βομβαρδισμός πληροφοριών αντί να συμβάλουν στην αναγκαία αποσαφήνιση του περιεχόμενου διάφορων όρων, φαίνεται ότι φέρνουν το αντίθετο αποτέλεσμα. Η εποχή της πληροφορικής μοιάζει να έχει μία μόνο γλώσσα. Αυτή που «μιλάνε» τα κομπιούτερ. Το δυαδικό σύστημα. Γιατί λοιπόν να απορούμε με το γεγονός της ενστάλαξης μιας μονοσήμαντης σκέψης στους ανθρώπους; Ενα πράγμα ή θα είναι κάτι ή δε θα είναι. Δεν μπορεί να είναι και να μην είναι ταυτόχρονα, δεν μπορεί να αλλάζει, δεν μπορεί να μετασχηματίζεται στο αντίθετο του. Η διαλεχτική, η ενότητα των αντιθέτων, δεν μπορεί να είναι η γλώοσα των κομπιούτερ. Και όχι τυχαία. Γι’ αυτό και όλο το ανάθεμα σε βάρος της. Η Αριστερό λοιπόν. Ή αριστερά ή θα είναι αριστερά ή δεν θα είναι τέτοια. Τελεία και παύλα. Το περιεχόμενο του όρου είναι δοσμένο, προγραμματικό, αμετάβλητο.   Έχει  βέβαια  μια  ιστορία. Αυτή που πάντα  δικαιώνει  την  εκδοχή που  υποστηρίζουνε οι αναπαραγωγείς της μονοσήμαντης σκέψης.

Να το πούμε καθαρά: η προβολή, η αναπαραγωγή, η κανονικοποίηση, η μοντελοποίηση της σκέψης σε μονοσήμαντη βάση, είναι ένα όχι τυχαίο αποτέλεσμα της σύγχρονης εξέλιξης. Δεν είναι ίσως «αντικειμενικό», αλλά ένα απαραίτητο στήριγμα των σημερινών κοινωνικών σχέοεων. Γι’ αυτό αναγνωρίζοντας το πρόβλημα της αν αντιστοιχίας όρων/περιεχομένου, δίνουμε έμφαση στο περιεχόμενο που δίνει ο καθένας στους όρους που χρησιμοποιεί. Η διαδρομή μέχρι την οικοδόμηση νέων όρων που να αντιστοιχούν στα υπό διαμόρφωση νέα περιεχόμενα, είναι για μας ένα μεταβατικό στάδιο ενός «ανταρτοπόλεμου» όρων και διατυπώσεων που θα εκφράζουν και δεν θα εκφράζουν συγχρόνως την κίνηση του περιεχομένου. Θα προσπαθούμε να συλλάβουμε μια πολύπλοκη και σύνθετη πραγματικότητα χρησιμοποιώντας όρους που θα. προσδιορίζουν το περιεχόμενο τους. Φυσικά αν βρεθούν καλύτεροι θα τους τροποποιούμε (1). Όμως πάντα θα στρέφουμε την προσοχή μας στους προσδιορισμούς που στη   σύνθεση   τους   μας   δίνουν   το   συγκεκριμένο   (2).

(1)     Μέχρι σήμερα έχουμε χρησιμοποιήσει ορισμένους όρους-διατυπώσεις δίνοντας το δικό μας περιεχόμενο: γενική προετοιμασία, ανασύνθεση κεφαλαίου, μεταδιάλυοη, δύο κοινωνίες, πολιτικές της κρίσης μέσα στην κρίση, αντεπανάσταση μέσα στην επανάσταση, προληπτική αντεπανάσταση κλπ κλπ.

(2)     «Το συγκεκριμένο είναι συγκεκριμένο, γιατί είναι η σύνθεση πολλών προσδιορισμών, επομένως η ενότητα του διαφορετικού»  (Μαρξ, Grundisse).

Οι ερμητικές γλώσσες κάποιων ταχτοποιημένων συστημάτων, η γλώσσα των ακαδημαϊκών κύκλων η γλώσσα που μιλούν οι υπήκοοι των κέντρων Έρευνας και Ανάπτυξης, οι γλώσσες που αναζητούν η που δεν υπάρχουν παρά μόνο μέσα .από την ταχτοποίηση, δεν μας πολυσυγκινούν.

Στο κείμενο αυτό θέλουμε να μιλήσουμε, να αναφερθούμε σε όσα κεντρίζει το μυαλό μας ή και το συναίσθημα μας η λέξη «Αριστερά». Το κλίμα που έχει δημιουργηθεί και μέσα στο οποίο επιχειρείται αυτή η απευθυνση σε όσους κάτι τους τρώει μέσα τους, είναι αρκετά διφορούμενο. Και θετικό και αρνητικό. Η θετική πλευρά έχει να κάνει με τη χρεωκοπία όλων των «λύσεων» που προτάθηκαν στον κόσμο της Αριστεράς. Για να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα, στην χρεωκοπία αυτής της αριστεράς που επί τρεις πάνω-κάτω δεκαετίες προβάλεται, εξυμνείται και κυριαρχεί και από τις δυο επίσημες εκδοχές της στη χώρα μας. Η αρνητική πλευρά έγκειται στο ότι αυτή η χρεωκοπία συναντιέται με τη φθορά ενός δυναμικού (καθόλου αμελητέου) που ενώ πρόβαλε γενικά την ανάγκη μιας άλλης αριστεράς, σήμερα παραπαίει σε κατάσταση αποσύνθεσης. Αυτό που μένει από πρώτη ματιά, είναι μια άσχημη εικόνα, μία βαθιά απαισιοδοξία και μάλιστα οι πλέον ανήσυχοι, οι νέοι, δε φαίνονται να πολυσυγκινουνται από αυτά που συγκινούσαν τους συνομήλικους τους μια-δυο δεκαετίες πριν.

Ε, λοιπόν μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα, όπου όλα παίζονται και όλα ξανασυζητιούνται, μέσα σε μια  τέτοια ρευστότητα, είναι καθ» όλα επίκαιρη η προσπάθεια απευθυνσης, η προσπάθεια αποσαφήνισης μιας αντίληψης.

ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ     ΚΑΙ     ΣΥΛΛΟΓΙΖΟΜΕΝΟΙ  ΤΗΝ     ΙΣΤΟΡΙΑ     ΤΟΥ     ΟΡΟΥ     «ΑΡΙΣΤΕΡΑ»

Όσο κι αν φαίνεται παράξενο (γιατί;) ο όρος αυτός κάλυψε στη γέννηση του ένα κομμάτι της αστικής τάξης, το προοδευτικό.  Ήταν στις 28 Αυγούστου 1789 -δηλ. κατά τη γαλλική αστική επανάσταση- σε μια ψηφοφορία στην εθνοσυνέλευση. Όσοι υποστήριξαν το βασιλικό βέτο έκατσαν στα δεξιά του προέδρου, όσοι αντιτάχτηκαν στ’ αριστερά. Έτσι γεννήθηκε ο όρος Αριστερά, που χαραχτηριζε το προοδευτικό κομμάτι της αστικής τάξης του αντιτάσσονταν στην παλιά τάξη πραγμάτων, στην Δεξιά, που θα γίνει πλέον συνώνυμο της αντίδρασης.

Από τότε πέρασαν δύο αιώνες. Δύο αιώνες ταξικής πάλης με πολιτική έκφραση, οι οποίοι καλύφτηκαν από διάφορες «περαστικές και κινούμενες ισορροπίες», αναδείχνοντας όμως ένα νέο πρωταγωνιστή. Όχι πια την αστική τάξη, αλλά το προλεταριάτο και τους λαούς του κόσμου. Σ’αυτή την διαδρομή τροποποιήθηκε αρκετά το νόημα του όρου αριστερά και χρησιμοποιήθηκε με πολλούς τρόπους.

Θα διατυπώσουμε μια θέση: Ο όρος αριστερά δεν είχε πάντα το ίδιο περιεχόμενο. Γεννήθηκε μέσα στην αστική επανάσταση. Προϋπήρξε του κομμουνιστικού κινήματος. Τροποποιήθηκε αποφασιστικά από τη δράση του και συχνά έφτασαν να ταυτιστούν οι όροι Αριστερά και Κομμουνιστικό Κίνημα. Τις περισσότερες φορές εκφράζε και εκφράζει κάτι πιο πλατύ. Όμως η τύχη και η προοπτική αυτής της αριστεράς καθορίστηκαν από τις περιπέτειες του κομμουνιστικού κινήματος.

Η εποχή της γένεσης του όρου φαίνεται μακρινή. Πού να ανατρέχεις στην ιστορία… Και γιατί άλλωστε; Αυτό είναι έργο των ιστορικών, των τεχνικών της εξουσίας ή στην καλύτερη περίπτωση των «ψώνιων»… Κι όμως είναι κ ο ν τ ι ν ή με μια έννοια, θα νομιμοποιούνταν κάποια σύγκριση της σύγχρονης εποχής με τις τοτινές; Το εργατικό κίνημα δεν εμφανίστηκε αφού σταθεροποιήθηκε η αστική τάξη αλλά νωρίτερα. Αλλά και μετά τη σταθεροποίηση της αστικής τάξης, ο σύγχρονος νεκροθάφτης της, από ποιες ιδέες και σε ποια κατεύθυνση κινούνταν; Πόσο είχε υπερβεί τα συνθήματα της αστικής επανάστασης «ισότητα, αδελφότητα, δικαιοσύνη»; Πότε και κάτω από ποιες συνθήκες έγινε η πολιτική τομή με τον αστικο-ιδεαλιστικό ορίζοντα; Αλλά κύρια, αφού είναι γνωστό ότι κάτι τέτοιο έγινε με το μαρξισμό, σε ποιο βαθμό ο μαρξισμός, η επαναστατική θεωρία συναντήθηκε και έγινε κτήμα, έγινε καρδιά και νους του εργατικού κινήματος;

Είναι ο ίδιος ο Μαρξ που στην πολιτική του διαθήκη (Κριτική του προγράμματος της Γκότα) τελείωνε με τα λόγια «είπα και ελάλησα και αμαρτίαν ουκ έχω» διαφωνώντας ριζικά σχετικά με την πορεία που έπαιρνε το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, δηλ. το κόμμα εκείνο όπου ήταν μεγαλύτερη η επίδραση του μαρξισμού…

Από την άλλη «το φάντασμα του κομμουνισμού που πλανιόταν πάνω από την Ευρώπη» τρόμαξε και θορύβησε τους αστούς. Η κομμούνα του Παρισιού κράτησε μόνο δύο μήνες. Σαν έφοδος όμως στον ουρανό άνοιξε νέους ορίζοντες. Έριξε άπλετο φως στα σκοτάδια της αστικής τάξης. Τροποποίησε την κλίμακα του κόσμου. Παρόλα αυτά ο κόσμος που κινιόντουσαν οι επαναστάτες εκείνη την εποχή ήταν   και   «μικρότερος»   και   «μεγαλύτερος» από τον σημερινό. Μικρότερος’ γιατί περιορίζονταν στο χώρο της γερασμένης ηπείρου χωρίς να έχει ακόμα συντελεστεί η αφύπνιση της περιφέρειας. Μεγαλύτερος με την έννοια της κλίμακας του ανεξερεύνητου που ορθωνόταν μπροστά τους. Έ λ ε ι π α ν συνολικά τα σταθερά σημεία. Αλλά αυτός δεν ήταν λόγος για το σταμάτημα της κίνησης.

Η εποχή μας όμως δεν είναι κοντινή όχι μόνο, ούτε κυρίως, για τις συνθήκες μέσα στις οποίες κινείται ένας επαναστάτης. Είναι κοντινή γιατί στις μέρες μας γινόμαστε μάρτυρες μιας επιστροφής, μιας αντίστροφης πορείας που αποκαθιστά τη συνέχεια με τις ιδέες της αστικής τάξης, όσον αφορά την ουσία τους και άρα μιας ανατροπής της ασυνέχειας, της τομής που εγκαινίασε με το έργο του ο Μαρξ. Ακόμα και να θέλαμε (γιατί υπάρχουν αυτοί που το επιθυμούν) μας είναι δύσκολο να παραπλανηθούμε και να μην παρατηρήσουμε αυτή την ανατροπή της ασυνέχειας και από τη μεριά εκείνων που μετέτρεψαν τον Μαρξ σε μουσειακό δείγμα, σε επίσημο κρατικό δόγμα, που επικαλούνται το «αθάνατο έργο» του, στήνουν αγάλματα του, δίνουν το όνομα του σε δρόμους, πλατείες, στάδια, τον «διδάσκουν» στα σχολεία, δηλ. στην ουσία τον απονεκρώνουν από κάθε επαναστατικό περιεχόμενο.

Επίσης μεταβάλονταν και τότε η πραγματικότητα. Η πιο σημαντική αλλαγή εκείνης της περιόδου ήταν το πέρασμα από τον ανταγωνιστικό στο μονοπωλιακό καπιταλισμό, στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Οι αλλαγές αυτές, ποτέ δεν έγιναν χωρίς κλυδωνισμούς μέσα στο αριστερό, προοδευτικό, μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα. Ο τρόπος που αντιλαμβάνονταν τις αλλαγές αυτές το εργατικό κίνημα σε όλες τις εκφάνσεις  του, καθόριζε  σε  τελευταία  ανάλυση μια  άμέσα πραχτική στάση που κι αυτή με τη σειρά της προετοίμαζε το μέλλον. Δεν είναι πάλι τυχαίο που η συντριπτική πλειοψηφία των κομμάτων της Δεύτερης Διεθνούς τότε πήρε θέση και στάση σοσιαλσωβινιατική υποστηρίζοντας τις αστικές τάζεις των χωρών τους στον πόλεμο του  ’14- ’18.

Οσο κι αν ψάξει κανείς δεν θα βρεί κάποια περίπτωση που να κράτησαν όσοι αναφέρονται στην αριστερά (υπάρχουν τόσες αριστερές) μια ενιαία στάση. Συνεπώς και το περιεχόμενο που έδιναν στους όρους που χρησιμοποιούσαν ήταν διαφορετικό. Σιγά-σιγά όμως άρχισε να δημιουργείται και μια παράδοση. Βέβαια όσο βρισκόμαστε ακόμα μπροστά σε μια αντιπολιτευόμενη μειοψηφική αριστερά, το βάρος αυτής της παράδοσης δεν ήταν σαν το σημερινό.

Ο Οκτώβρης του ‘ 17, η ΟΧΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, η επανάσταση που προετοίμασαν και έκαναν όσοι δεν ακολούθησαν την επικρατούσα παράδοση, ούτε συνταυτίστηκαν με τις πλειοψηφίες που στήριξαν τον πόλεμο του ‘14-‘18, η επανάσταση αυτή σημάδεψε πολύ περισσότερο τον όρο Αριστερά. Τροποποίησε αποφασιστικά κατά μια έννοια το περιεχόμενο του. Τον έμπασε στην περιοχή του πριν, αλλά και του μετά την επανάσταση, μ’ όλες τις περιπλοκές που θα φέρει στην ιστορία το «επεισόδιο»  αυτό.

Ο Οκτώβρης του ‘ 17 είναι μια μεγάλη θύελλα. Αν το έργο του Μαρξ ήταν μια τεράστια προσπάθεια πολιτικής ρήξης με κάθε επιρροή του αστισμού κι αν η διάδοση του έγινε με τίμημα να χαθεί ένα σημαντικό μέρος του επαναστατικού του περιεχόμενου (όχι φυσικά με ευθύνη του Μαρξ και του Ένγκελς που   έκαναν   έναν   τιτάνιο   αγώνα   εμπλουτισμού   και   προώθησης του διαλεχτικού και ιστορικού υλισμού για μισό αιώνα περίπου και σε δύσκολες συνθήκες) η οκτωβριανή επανάσταση αποτελεί το άμεσο πέρασμα από την «ιδέα στο πράγμα και από το πράγμα στην ιδέα» με την έννοια πως αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και ώθησης στην επαναστατική πάλη σε κλίμακα πρωτόγνωρη μέχρι τότε. Αλλά και τα καθήκοντα του επαναστατικού κινήματος τροποποιήθηκαν με το γκρέμισμα της αστικής τάξης.

Οι περισσότεροι που συλλογίζονται κάπως σοβαρά δεν είναι δυνατόν να μην εντυπωσιάζονται από τις ευτυχισμένες στιγμές του κινήματος, δηλ. από τις συναντήσεις της επαναστατικής θεωρίας με την επαναστατική πράξη. Ο εντυπωσιασμός τους καμμιά φορά, είναι τέτοιος, που παραμένουν αιχμάλωτοι ενός διχασμού αυτών των δύο κατηγοριών. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις φτάνουμε -περίπου μοιρολατρικά- σε δυο ενδεχόμενα: το πρώτο είναι να μετέχουμε σ’αυτούς που έχουν το προνόμιο της θέασης της ιστορίας. Σ’ αυτούς που την εξετάζουν από τα πάνω, έξω δηλ. από το ξετύλιγμά της, σαν ξένα σώματα. Σ «αυτούς που διαβάζουν και γράφουν βιβλία. Σ’ αυτούς που έπρεπε να ζήσουν σε μια άλλη εποχή γιατί η εποχή τους δεν τους καταλαβαίνει. Το δεύτερο είναι να μετέχουμε ο’ αυτούς που φτιάχνουν την ιοτορία χωρίς να το ξέρουν. Σ «αυτούς που καταλαμβάνουν κάποια ανάκτορα νομίζοντας πως τελειώνει η εκμετάλλευση, για να την επανεγκαθιδρύσουν με άλλη μορφή. Από τη μια λοιπόν οι καθαροί (της θεωρίας), από την άλλη οι βρώμικοι (της πράξης) και ανάμεσα τους ένα χάσμα. Διαλέξτε παρακαλώ. Αυτός ο διχασμός δεν είναι πραγματικός. Η συνείδηση αυτού του διχασμού είναι πραγματική. Οι τέτοιοι εντυπωσιασμοί Οφείλονται  μάλλον  σ’έναν  άλλον.  Στον  εντυπωσιασμό που  προκαλεί το αποτέλεσμα ή η εκ των υστέρων θεώρηση της κατάληξης των ευτυχισμένων στιγμών. Υπό την επήρεια του αποτελέσματος, όμως, δεν βοηθούμαστε καθόλου στην εξέταση της σχέσης θεωρία-πράξη, τόσο στα προχωρήματα της, όσο και στα πισωγυρίσματα της.

Η θύελλα του Οχτώβρη είχε πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από τις προηγούμενες. Αυτό οφείλεται κυρίως στο περιεχόμενο της που προσδιόρισε και την έκταση της. Έτσι δημιουργήθηκε μια παράδοση που βαραίνει πολύ περισσότερο με τα θετικά και τα αρνητικά της. Χρειάζεται εδώ να υπενθυμίσουμε μια άλλη χρήση του όρου αριστερά. Διαφορετική. Αυτή που συνόδευε τις διάφορες τάσεις μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα. Αριστερά, δεξιά, κέντρο, «αριστερά» κλπ. Η Τρίτη Διεθνής στα χρόνια εκείνα υποστηρίζει την αριστερά σε κάθε κόμμα μέλος της. Μάλιστα ο Λένιν θα στενοχωρηθεί που θάναι αναγκασμένος να μην υποστηρίξει την αριστερά του ιταλικού κόμματος που εκφράζεται από τον Μπορντίγκα. Αυτή βέβαια η παράδοση δεν σώθηκε. Οι κομματικές γλώσσες καταδείχνουν δυο λογιών αποκλίσεις: την καθαρή δεξιά και την «αριστερή» που κι αυτή είναι δεξιά… Η πραγματική αριστερή θέση εκφράζεται συνήθως από την πλειοψηφία κάθε σώματος. Από μια εποχή κι ύστερα δεν υπάρχει ανάγκη για αριστερά. Την εκπροσωπούν χωρίς καμμιά αμφισβήτηση – το κόμμα και τα κρατικά όργανα. Αυτή είναι μια παράδοση που κληροδοτήθηκε και κυριαρχεί. Μάλιστα δίδαξε και άλλες δυνάμεις πέραν   της   αριστεράς…

Υπήρξε όμως μια αναλαμπή της παράδοσης που γενικά δεν σώθηκε στην πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα. Εκεί εμφανίστηκε μια Αριστερά, μια αριστερά που ήθελε να εκφράσει το προλεταριάτο. Μια προλεταριακή  αριστερά που   κήρυξε   τον  πόλεμο στο κόμμα που είχε μετατραπεί σε κέντρο- επιτελείο των στοιχείων που οικοδομούσαν τον καπιταλιστικό δρόμο. Και σήμερα στην Κίνα προσπαθιέται να ξεχαστεί αυτή η παράδοση…

Αν η χρησιμοποίηση της συγκεντρωτικής κρατικής εξουσίας ήταν ο μόνος δυνατός ιστορικός δρόμος για την νεαρή σοβιετική δημοκρατία, αυτό καθόλου δεν δικαιολογεί τη σύγχρονη κρατικοποίηση της αριστεράς. Ο κρατισμός στις μέρες μας αποτελεί στοιχείο που υποδηλώνει τέτοιες κοινωνικές σχέσεις που σίγουρα διατηρούν την εργατική τάξη στο περιθώριο, τον άνθρωπο αλλοτριωμένο. Η υμνολογία του κράτους που φτάνει στην κρατολαγνεία (έχουμε πια το δικό μας κράτος), η μανία για τη διεύρυνση αυτού του κράτους (να χωρέσουμε κι εμείς σ’αυτό) επιβεβαιώνει ακριβώς την αντεπανάσταση που έγινε μέσα στην επανάσταση.

Επομένως είναι δικαιολογημένα τα ξόρκια και το ανάθεμα προς δύο κατευθύνσεις: η πρώτη προς την Οχτωβριανή Επανάσταση. Γιατί με το «τετελεσμένο» της, διακήρυξε έμπραχτα και ανοιχτά πως το μεταβατικό στάδιο προς τον κομμουνισμό δεν μπορεί νάναι άλλο από την διχτατορία του προλεταριάτου. Και τούτη η διακήρυξη, καθιστά πολύ άβολη τη θέση όσων μιλάνε στο όνομα της αριστεράς και ακόμα του κομμουνισμού στην προσπάθεια τους να διευρύνουν το αστικό κράτος εξασφαλίζοντας σ’ αυτό κάποια συμμετοχή τους. Ολες οι επιθέσεις που δέχεται η οχτωβριανή επανάσταση έχουν σαν παρανομαστή την αναζήτηση πιο αναπαυτικών θέσεων-διακηρύξεων. Έτσι δεν πρέπει να μας παραξενεύει η συνάντηση κάποιας αριστεράς τέλος πάντων με τα περίφημα «ανθρώπινα δικαιώματα» της αστικής τάξης, που όσον αφορά την ουσία τους ο Μαρξ έχει εκφραστεί πολύ καθαρά.

Η δεύτερη προς την Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση. Γιατί ακριβώς εντόπισε την παρουσία της αστικής τάξης σε όλη τη μεταβατική περίοδο («η αστική τάξη είναι μέσα στο κόμμα», «ρεβιζιονισμός στην εξουσία ίσον αστική τάξη στην εξουσία» κλπ). Κατάγγειλε και πολέμησε με λυσσά τις δυνάμεις που ακολουθούσαν τον καπιταλιστικό δρόμο, τις δυνάμεις που απεργάζονταν την παλινόρθωση. Αυτές οι επισημάνσεις της Πολιτιστικής Επανάστασης, αν θέλετε αυτά τα προχωρήματα στη θεωρία και στην πράξη της επανάστασης, ήταν απόλυτα φυσικό οι πρώτες αντιδράσεις που συνάντησαν νάναι από την κρατικοποιημένη αριστερά.

Η αντίδραση ξέρει να αλλάζει πρόσωπα. Να μεταμφιέζεται. Δεν μπορεί όμως να μην δείχνει την περιφρόνηση της σε όλες τις επαναστατικές μικρές και μεγάλες στιγμές, χωρίς να δείχνει την έχθρα της σ’όλες τις συμπεριφορές που την αμφισβητούν.

Η κρατικοποιημένη αριστερά έχει αποδεχτεί όλες τις νόρμες που επιβάλει το κεφάλαιο: παραγωγή για την παραγωγή, αναζήτηση κέρδους, επιστημονικοτεχνική επανάσταση, στρατιωτικοποίη-ση της παραγωγής, χειριστικούς μηχανισμούς για την τιθάσευση τεράστιου ανθρώπινου δυναμικού, λυσσαλέους ανταγωνισμούς επίδοξων κοσμοκρατόρων.

Και ο χορός καλά κρατά. Η κρατικοποιημένη αριστερά εκφραστής στις ακραίες της εκδοχές του κρατικού κεφαλαίου. Κι όλα στο όνομα του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού. Στο όνομα των αγώνων της αριστεράς. Μ’αυτή την έννοια η προσαρμογή της αριστεράς είναι ένα γεγονός. Και οι υπηρέτες αυτής της προσαρμογής σ’όλη τη γη επιτελούν το έργο τους.

Δεν μπορεί η σκέψη μας να μην σταθεί και σε όλες τις απόπειρες έκφρασης μιας άλλης αριστεράς που να κάλυπτε το πραγματικό κενό αριστεράς που παρουσιάστηκε στην κοινωνία. Κάποιοι συλλογισμοί: Είναι τάχα μεγαλύτερης κλίμακας ή σημασίας η αποτυχία αυτών των εγχειρημάτων μπροστά στη χρεωκοπία της επίσημης κρατικοποιημένης ή μη αριστεράς; Θα χρησίμευε πολύ, πέρα από το να ερμηνεύσουμε κάποια στοιχεία, η αναφορά στη σημερινή κατάληξη αυτών των αποπειρών, όταν αυτή η αναφορά φτάνει στο σημείο να συγκαλύπτει την αιτία που εκδηλώθηκαν και εξαπολύθηκαν αυτές οι απόπειρες; Οι ιδέες που τροφοδότησαν αυτές τις απόπειρες ήταν μοναχικές αλήθειες; Τέθηκαν ή όχι από μεγαλειώδη μαζικά κινήματα σε όλα τα τριάντα-σαράντα τελευταία χρόνια; Υπήρξαν ή όχι κινήματα που εναντιώθηκαν σε όλες τις εκδηλώσεις της προσαρμογής, κινήματα ανταγωνιστικά προς τη θεσμοποιημένη-κρατικοποιημένη αριστερά η οποία κινήθηκε άμεσα κατασταλτικά ενάντια τους; Η νεολαία και η εργατική τάξη σε πάρα πολλές περιπτώσεις έσπασαν τα πλαίσια που ορίζουν σε ανατολή και δύση οι κρατικοί ιθύνοντες. Το γεγονός πως όλες οι οργανωτικές συγκροτήσεις που προήλθαν από αυτά τα ξεσπάσματα δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθούν στο ρόλο τους, αυτό σχετίζεται με τα εφόδια που είχαν ή ήθελαν να έχουν αλλά και με τις αντιλήψεις που είχαν οι ίδιες για το εγχείρημα τους. Οι ευθύνες φυσικά βαραίνουν όσους έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στην τότε, αντιπαράθεση (πχ η ηγεσία του Κ.Κ.Κίνας) αλλά και όσους σοβαρά καταπιάστηκαν μ’ αυτό το έργο.

Στις διαδηλώσεις φωνάζουμε έστω και συγκεχυμένα πως «η επανάσταση δεν δολοφονείται ούτε. φυλακίζεται». Κι αυτό .είναι σωστό. Αλλού ανάβουν τεράστια σφυροδρέπανα στις πλαγιές των γύρω λόφων αφού έχουν   τιναχτεί  όλες   οι  ηλεκτρικές   εγκαταστάοεις. Πιο πέρα κάποιος λαός με το όπλο στο χέρι τινάζει στον αέρα όλα τα σχέδια «ομαλοποίησης» της καταπίεσης του. Πάρα δίπλα μια εργατική τάξη ανάμεσα στο δρόμο της χειραφέτησης της και στη μετάληψη από τον καθολικό ιερέα. Και πιο μακρυά μια φωνή σε μια ειδική δίκη: «Ρεβιζιονισμός. Συκοφαντείτε την Πολιτιστική Επανάσταση. Μυρμήγκια που θέλετε να σταματήσετε τη μάζα. Οι πλατειές μάζες του λαού δημιουργούν τον κόσμο».

Να φτάσουμε σ’ένα πρώτο συμπέρασμα. Να εξηγήσουμε την επιστροφή των πάντων στο έδαφος του κεφαλαίου (κρατικού και ιδιωτικού) σημαίνει να δείξουμε την εγκατάλειψη της τομής του Μαρξ και το «τετελεσμένο» της επανάστασης. Σημαίνει να ερμηνεύσουμε την αντεπανάσταση που έγινε μέσα στην επανάσταση. Πρώτιστα όμως σημαίνει πως δεν έχει καμμιά τύχη ο κόσμος της αριστεράς, ο κόσμος της ζωντανής εργασίας (και το κομμουνιστικό κίνημα) αν δε συνεχίσει τη ρήξη που έφεραν ο επαναστατικός μαρξισμός και οι ανολοκλήρωτες θύελλες στον αιώνα μας. Κι αυτό αν γίνει, αν προσπαθηθεί να γίνει, όπως και να το κάνουμε, σε σχέση με τις επίσημες αριστερές είναι, θα είναι, μια άλλη αριστερά που τόσο έχουμε ανάγκη!

Η ΔΥΝΑΜΗ  ΚΑΙ  Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΧΩΝΕΜΑ ΤΗΣ ΠΕΙΡΑΣ

Ποιος είπε πως μπορούμε εύκολα, να ξεφύγουμε από τη δύναμη της συνήθειας; Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει πως δεν ισχύει η ρήση του Μαρξ «η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει   σαν   βραχνάς   στο   μυαλό   των   ζωντανών»;   Και   ποιος μπορεί να αρνηθεί πως δεν υπάρχει συγχρόνως και σύνθλιψη της ιστορικής μνήμης και μοντελοποίηση και ενεργοποίηση μιας παράδοσης για την επιβολή μιας άλλης, ακόμα κι αν χρησιμοποιούνται τα εξωτερικά μόνο στοιχεία της παράδοσης που συνδυάζονται πάντα με τις «μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας»; Αν η σκέψη πάει στις εθνικές επετείους ωστόσο αυτές δεν είναι τα μοναδικά παραδείγματα. Απ’ αυτή τη διεργασία δεν ξεφεύγουν ούτε οι επαναστάσεις και τα διάφορα αυθεντικά κινήματα γιατί έτσι δημιουργείται μια άλλη παράδοση…

Η Αριστερά έχει τη δική της παράδοση. Βέβαια δεν ήταν πάντα έτσι. Ούτε όλες οι πλευρές της παράδοσης είχαν το ίδιο βάρος. Μα ούτε και βαραίνουν στις μέρες μας οι πλευρές εκείνες που καθόριζαν, που καθορίστηκαν από το ξετύλιγμα εκείνων των γεγονότων που φτάνουν σε μας με τη μορφή της παράδοσης. Ζούμε σε μια εποχή που η παράδοση από μόνη της δεν αποτελεί κίνδυνο για το ενιαίο σύστημα κοινωνικών σχέσεων. Αυτή είναι η μια πλευρά. Η άλλη δείχνει πως η διατήρηση αυτών των κοινωνικών σχέσεων έχει ανάγκη για τις «νέες εφορμήσεις» που απεργάζονται να συντριφτεί η κομμουνιστική ταυτότητα, να συκοφαντηθούν οι επαναστάτες και οι αγώνες τους. Η προληπτική αντεπανάσταση πρέπει όσο είναι καιρός να χτυπήσει την ανάμνηση της επανάστασης. Γιατί αυτή υπογραμμίζει μια δυνατότητα. Να εξοντώσει ηθικά, φυσικά, ψυχολογικά, τους επαναστάτες μέσα στις ειδικές φυλακές, τα επιστημονικά ιδρύματα (ψυχιατρεία), σ’ όλους τους τόπους εγκλεισμού. Ας σκεφτούμε: αν η παράδοση είχε μια μόνο πλευρά, αυτή που εύκολα ενσωματώνεται στα σχέδια των αστών, παλιού και νέου τύπου, προς τι η τεράστια. προσπάθεια αποσύνθεσης της ιστορικής μνήμης με την ενεργοποίηση όλου του διαθέσιμου δυναμικού, συμπεριλαμβανόμενων  και   των   κέντρων   Έρευνας   και   Ανάπτύξης;

Γι’ αυτό μπορούμε να μιλάμε για δύναμη και αδυναμία συγχρόνως της παράδοσης. Βέβαια την ιστορία την γράφουν οι νικητές. Είναι η εκδοχή τους που κυριαρχεί. Είναι η δική τους παράδοση που ενεργοποιείται. Δεν είναι όμως ούτε .η μόνη «ιστορία», ούτε η μόνη δυνατή παράδοση που μπορεί να ενεργοποιείται. Οι καταπιεζόμενοι, αυτοί που ζουν στον πόνο και τη δυστυχία, έχουν μια δική τους παράδοση.  Έχουν δικές τους αναφορές. Είναι όμως σχετική η ερμηνεία της παράδοσης μπροστά σε συγκεκριμένους συσχετισμούς και σε νέες πραγματικότητες. Το πρόβλημα είναι μάλλον η ανάγκη δημιουργίας γεγονότων που να δημιουργούν μια νέα παράδοση, τέτοια που δύσκολα μπορεί να αφομοιωθεί από αυτούς που την αντιπάλεψαν στη δημιουργία της.

Το Πολυτεχνείο. Το Πολυτεχνείο είναι ένα καλό παράδειγμα των όσων λέμε. Να παραμείνουμε στο Πολυτεχνείο δίνοντας εκεί τη μάχη -λησμονώντας την όλη εξέλιξη και τη νέα πραγματικότητα που έχει προκύψει, αδυνατώντας άρα να επηρεάσουμε κάποιες έστω εξελίξεις- αυτό δεν αποτελεί δημιουργική αξιοποίηση της παράδοσης. Πόσο κέρδος αποφέρει στις δυνάμεις της κρατικοποιημένης αριστεράς η ετήσια λιτανεία του Πολυτεχνείου, που τότε έκαναν ότι μπορούσαν για να μην γίνει; Το αποφασιστικό σημείο έγκειται στο ότι η δυνατότητα του μη σφετερισμού των αγώνων από ξένες δυνάμεις, εξαρτάται από το πόσο υπάρχει και τι ποιότητας είναι μια άλλη επιρροή, ένα άλλο πολιτικο-ιδεολογικό πλαίσιο που θέτει σε κίνηση έναν κόσμο.

Είναι αναγκαίο  όμως  το    ‘ ‘χ ώ ν ε μ α     της    πείρας ‘ ‘

Θέλουμε να «χωνέψουμε» την πιο πρόσφατη πείρα με ενεργητικό τρόπο. Δηλ. όχι αυθόρμητο, στοιχειακό, που να σφραγίζεται με τις κάθε φορά ισχυρότερες ή εντυπωσιακότερες «εκδοχές». ‘ Όσο περνάει ο χρόνος απογυμνώνει τέτοιες εκδοχές για να εμφανίζει άλλες, αφού η αναπαραγωγή τους είναι εξασφαλισμένη χάρη στην ύπαρξη γνωστών μηχανισμών. Αλλά για να γίνει αυτό χρειάζεται να ανατρέξουμε στην πιο παρωχημένη πείρα. Και εδώ τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα. Ιστορίες ξαναγραμμένες αρκετές φορές, έλλειψη ιστορίας σε πολλές περιπτώσεις, «εθελούσια» κατάργηση της μνήμης ή και εθελοντική παραίτηση από κάθε μνήμη.

Στη χώρα μας ανθεί μια ιστοριογραφία που είτε αναμασάει προκατακλυσμιαίες «απόλυτες αλήθειες», είτε αποσιωπά γεγονότα, καταδικάζοντας στην αδηφάγα μανία των ποντίκων κάθε απόπειρα προβολής κάθε σοβαρής, έξω από μόδες και κυκλώματα, αναζήτησης της αλήθειας.

Αλλά δεν μας χρειάζεται μια ιστοριογραφία με την κυριολεκτική έννοια. Πρόκειται για την αναζήτηση μέσα από την ιστορία εκείνων των δεσμών που μπορούν να συνδέουν το παρόν μέσα από το παρελθόν με το μέλλον. Δεν πρόκειται για αναβίωση-εξιδανίκευση. Μας χρειάζεται κριτική επεξεργασία του «παρόντος» μέσα από την κατάδυση στο βάθος του, που θα επιτρέψει την προβολή στοιχείων για το πλάσιμο του μέλλοντος.

Η οικοδόμηση μιας προοπτικής είναι λοιπόν το ζητούμενο. Επομένως, η πάλη για την αντιπαράθεση της, για   την   επαλήθευσή της, την αξιοπιστία της, δεν μπορεί να έχει κάποιο έτοιμο πρότυπο που φτάνει να «εισαχθεί», να λανσαριστεί σαν ανώτερο προϊόν από τα άλλα για να «πιάσει». Σε άλλες εποχές και συνθήκες ήταν αδιανόητη ή έλλειψη αναφοράς σε κάτι τέτοιο. Αλλά τότε η πραγματικότητα ήταν άλλη. Αυτό όμως δεν δικαίωσε τις ήρεμες συνειδήσεις, που θεωρούσαν και το έδειξαν στην πράξη με τον όλο και πιο ξέφρενο ανταγωνισμό για το ποιος είναι ο πιο πιστός εισαγωγέας του πρότυπου. Αυτό δε σημαίνει πως δεν πρέπει να αναζητηθούν και να αναζητιούνται πόλοι προσέγγισης, κοινά σημεία αναφοράς, πως θα ήταν επιζήμια οποιαδήποτε επικοινωνία με την πιο πλατειά έννοια του όρου για την οικοδόμηση μιας τέτοιας προοπτικής πέρα και πάνω από εθνικά πλαίσια.

Μπορούμε και πρέπει, αυτό δεν έχει περιοριστική έννοια, να αντλήσουμε από ένα απόθεμα γνώσεων και εμπειριών. Από τη συλλογική σοφία που αφήνει πίσω της κάθε μεγάλη ή μικρή συλλογική σοφία που αφήνει πίσω της κάθε μεγάλη ή μικρή απόπειρα πραγμάτωσης ιδεών, ανατροπής κατεστημένων δυνάμεων, διάνοιξης νέων δρόμων. Αποπειρών που «στέφτηκαν» όπως λεγόταν κάποτε από επιτυχία ή αποτυχία. Το έργο επώνυμων, πάνω ή κάτω από τον «μέσο όρο», είναι συμπύκνωση, επεξεργασία και προβολή αυτής της συλλογικής σοφίας. Για να αναδειχτούν νέοι άνθρωποι, νέα πράγματα και νέα «πρότυπα» που να εκφράσουν και να οικοδομήσουν με σαφήνεια και «απλότητα» τη σημερινή περίπλοκη και γεμάτη από κάθε είδους αιφνιδιαστικά ενδεχόμενα πραγματικότητα, πρέπει να υπάρξουν άνθρωποι έτοιμοι να τα δεχτούν. Και για να υπάρξουν τέτοιοι πρέπει να υπάρξουν πριν, πλήθος από αδιάκοπες προσπάθειες προσέγγισης της πραγματικότητας, ένα αδιάκοπο πήγαινε-έλα από τη σκέψη στην πράξη και από την πράξη στη σκέψη.

ΓΙΑ ΠΟΙΑ ΗΤΤΑ, ΓΙΑ ΠΟΙΑ  ΚΡΙΣΗ  ΜΙΛΑΜΕ, ΠΟΙΑΣ  ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ  ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΟ  ΞΕΠΕΡΑΣΜΑ ΚΑΙ  ΣΕ ΠΟΙΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

 

Η επανάσταση υπήρξε. Με μια διαφορετική έννοια υπάρχει και σήμερα. Η μετατροπή της ιδέας σε πράγμα και το αντίστροφο, με την επανάσταση του Οχτώβρη αποτέλεσε μια νέα μεγαλειώδη εμπειρία. Ήταν μια άλλη -Γνώση που πήγασε κατευθείαν μέθα από την ταξική πάλη. Μια άλλη-Γνώση που ενώ ανέτρεψε την έως τότε γνωστή κλίμακα της ανθρώπινης γνώσης ανοίγοντας νέες λεωφόρους και αντιμετωπίζοντας πρωτοφανέρωτα προβλήματα σε απίστευτα δύσκολες συνθήκες, την ίδια στιγμή ήταν μια πεπερασμένη Γνώση, μια άλλη-Γνώση που καθορίζονταν και σημαδεύονταν από τους ταξικούς συσχετισμούς σε όλα τα πεδία. Η δύναμη αυτής της πραχτικής άλλης-Γνώσης ήταν αναμφισβήτητα τεράστια. Όπως και η ώθηση που έδωσε. Το πρόβλημα ήταν και τότε στο βάθαιμα της, στην επαναστατικοποίηση    αυτής  της άλλης-Γνώσης.

Χρησιμοποιήσαμε τον χαραχτηρισμός «ανολοκλήρωτη θύελλα». Τον προσάψαμε στην Οχτωβριανή Επανάσταση. Σαν θύελλα μέχρι το καταλάγιασμά της πέρασαν περίπου τρείς δεκαετίες. Τα σημεία του καταλαγιάσματος δεν φάνηκαν ξαφνικά κάποια στιγμή. Υπήρχαν μέσα στην ίδια την εξέλιξη της θύελλας. Σχετίζονταν και καθορίζονταν» από τα στοιχεία που προσδιόριζαν την θύελλα σαν ανολοκλήρωτη. Σήμερα μοιάζουν εύκολες οι «κριτικές». Είναι δύσκολες οι πραγματικές κριτικές διεισδύσεις στα τότε πράγματα. Να αναρωτηθούμε ποια είναι τα ανολοκλήρωτα στοιχεία εκείνης της θύελλας, σημαίνει να αναρωτηθούμε για τα όρια της επανάστασης την εποχή που εξετάζουμε. Σημαίνει   να   ερμηνεύσουμε   τα   σημεία   που   δεν    απαντήθηκαν    και που φρέναραν την εξέλιξη της επανάστασης.

Η ήττα όμως για την οποία θέλουμε να μιλήσουμε, δεν αφορά απευθείας το μπλοκάρισμα αυτής της επαναστατικής ορμής. Αφορά την κρίση που δημιούργησε η αποτυχία της πρώτης απόπειρας να απαντηθούν με θετικό τρόπο τα προβλήματα -που είχαν εντοπιστεί στην τέτοια οικοδόμηση του σοσιαλισμού που οδήγησε στον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Αυτή η πρώτη απόπειρα -σχηματικά μιλώντας- αρχίζει με τη νίκη της επανάστασης στην Κίνα στα 1949 και κορυφώνεται με την πολιτιστική επανάσταση στα μέσα της δεκαετίας του ‘ 60, σ’ ένα πολιτικό περίγυρο που βρίσκει τον κόσμο να αναστατώνεται από μαζικά επαναστατικά κινήματα της εργατικής τάξης, της νεολαίας και των καταπιεζόμενων εθνών. Άλλη μιά ανολοκλήρωτη θύελλα που προστίθεται οτην προηγούμενη. Ζούμε ακριβώς την περίοδο της υποχώρησης αυτής της προσπάθειας και της υπερσυσσώρευσης προβλημάτων με την εκδήλωση της αμφιβολίας για το δρόμο της επανάστασης, με την άρνηση του μετασχηματισμού της όποιας Γνώσης αποχτήθηκε. Ζούμε στην εποχή που η αρνητική πλευρά πιέζει σαν βραχνάς αυτούς που ζουν αυτή την μετεξέλιξη. Κι όμως υπάρχει η άλλη πλευρά. Η θύελλα των τελευταίων 30 χρόνων δείχνει πως τουλάχιστον τα ζητήματα τέθηκαν με σαφή-καθαρό τρόπο πράγμα που δεν είχε γίνει με την οχτωβρι-ανή επανάσταση και  τη μετεξέλιξη  της.

Αρκετοί απλά δεν «γουστάρουν», όπως-πρώτα ή όπως πάντα, να ερμηνεύσουν από την πλευρά του κομμουνιστικού. κινήματος αυτές τις εξελίξεις. Όμως κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει ένα γεγονός: πως τα πιο ουσιαστικά ζητήματα τέθηκαν από  το κομμουνιστικό κίνημα αλλά  και   οι  πραγματικές   του  αδυναμίες, τα πραγματικά του όρια αποδείχτηκαν μέσα από τις γραμμές του, μέσα από τις πιο απίθανες εξελίξεις και αντιπαραθέσεις σ’ όλα τα σημεία του πλανήτη. Έτσι αν~ κάθε εποχή θέτει ορισμένα προβλήματα που είναι ώριμα να λυθούν, είναι το κομμουνιστικό κίνημα που έδωσε και συγκεκριμένες δυνατές απαντήσεις, αλλά και στην κίνηση του κατάδειξε τα όρια των κάθε φορά  απαντήσεων.

Αναμφισβήτητα βαραίνει η ήττα. Δημιουργεί ένα ασφυκτικό αρνητικό κλίμα. Χρωματίζει όλες τις ψυχολογίες κι όλες τις προσπάθειες. Αντικειμενικά το έδαφος είναι πρόσφορο για μια συνολική αντεπίθεση της αστικής τάξης, παλιάς και νέας. Είναι πρόσφορο για την εμφάνιση λογιών-λογιών υποκατάστατων που υποτίθεται απαντούν σε όσα δεν απάντησε το κομμουνιστικό κίνημα ή σωστότερα αδιαφορούν για τα προβλήματα που έθεσε η κίνηση του, νομίζοντας πως έτσι θα τα αποφύγουν κιόλας. Τα κοινωνικά ιερογλυφικά που στηρίζονται στη διαιώνιση της σχέσης κεφάλαιο, δεν ξεπερνιούνται με κάποιες κοινωνικές κινήσεις που η πραχτική τους κυρίως καθορίζεται από τον ατομισμό και από τα όσα μπορεί να προσδιορίσει ο ατομικιστικός παράγοντας. Η εμφάνιση τέτοιων κινήσεων είναι εκδήλωση της υπερωρίμανσης κάποιων αντικειμενικών όρων και της απουσίας ακριβώς ενός κομουνιστικού κινήματος. Δεν μπορούν (ούτε θέλουν άλλωστε) να καλύψουν το κενό του.

Το έδαφος αυτής της λυσσαλέας επίθεσης λειαίνεται με μια συστηματική υπονόμευση της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας. Κρίση του μαρξισμού, κρίση της αριστεράς κλπ. Μια νέα δόση κρισεολογίας, που αλλίμονο δεν στοχεύει στο ξεπέρασμα αλλά στο βάθαιμα της ήττας που προαναφέραμε. Λυπηρό ή όχι, το πρώτο  βιολί, το  ρόλο  της   βιτρίνας   ο’ αυτή   την   επιχείρηση, τον έχουν   οι   χτεσινοί   ριζοσπάστες   επαναστάτες   που   στρατολογούνται  κατά  μάζες στα  Ινστιτούτα   Έρευνας  και  Ανάπτυξης.

Υπάρχουν δυο λογιών «κρίσεις του μαρξισμού». Τουλάχιστον σε δυο κατηγορίες μπορούμε να χωρίσουμε τις τόσες παραλλαγές και ποικιλίες κριτικών που γίνονται . Η πρώτη σχετίζεται με την μη επαλήθευση του μαρξισμού όσον αφορά θέματα όπως, η επανάσταση σε Γερμανία και Αγγλία που δεν έγινε ενώ είχε «προβλέψει» ο Μαρξ, η «μη αναμενόμενη» εμφάνιση των ενδιάμεσων στρωμάτων, η σχετική και απόλυτη εξαθλίωση της εργατικής τάξης που τάχα δεν έγινε κλπ κλπ.

Η δεύτερη αφορά τη λεγόμενη «αντιεπιστημονικότητα» του μαρξισμού, αφού δεν μπορεί να κριθεί με τα κριτήρια των άλλων «επιστημών», αφού στηρίζεται για παράδειγμα σε μια ξεπερασμένη θεωρία, τη θεωρία της αξίας που δεν ισχύει πλέον. Υπάρχει και μια άλλη «κρίση». Αυτή που συνδέει άμεσα το έργο του Μαρξ με τον σημερινό «υπαρκτό σοσιαλισμό», θεωρώντας τον τελευταίο ακριβώς σαν τη φυσική προέκταση του μαρξιστικού σώματος.

Η τελευταία εκδοχή της «κρίσης» μοιάζει νάναι το βαρύ πυροβολικό της αστικής, τέως ριζοσπαστικής επιχειρηματολογίας. Οι χρόνοι, οι ρυθμοί και τα σημεία αυτής της «κριτικής» θα απαιτούσαν αρκετό χώρο για ν «αναλυθούν και να απαντηθούν. Και μια τέτοια προσπάθεια θα παρουσίαζε ενδιαφέρον. Αξίζει εδώ, μόνο να σημειώσουμε πως βρισκόμαστε μέσα στο ανοιχτό πέλαγος όπου έχουν πέσει όλα τα προσχήματα. Οι άνεμοι της «κριτικής» λυσσομανούν και το καράβι μοιάζει καρυδότσουφλο. Ο μποξέρ έχει στριμώξει τον αντίπαλο στα σχοινιά και τον χτυπάει.   Το    καμπανάκι    αργεί.    Το    καράβι    δεν    βουλιάζει.    Ο αντίπαλος δεν πέφτει. Κι όμως περιμένουνε μια εύκολη νίκη. Όλος ο σύγχρονος κυνισμός στις καλύτερες στιγμές του. Η σύγχρονη ασθένεια του καπιταλισμού, η ψύχωση, έχει κυριεύσει τους υπηρέτες της αστικής τάξης πραγμάτων. Γιατί τόσο σφυροκόπημα; γιατί τέτοια μανία; γιατί τέτοιος φόβος; Ούτε αυτοί πιστεύουν στη νίκη τους. Ούτε αυτοί νοιώθουν το έδαφος στερεό κάτω απ’τα πόδια τους. Ισόπαλος ο αγώνας; όχι δα. Ο Μαρξ τους θυμίζει την ασημαντότητα τους: «Η επανάσταση δεν μπορεί να αντλεί την ποίηση της από το παρελθόν αλλά από το μ ε λ λ ο ν «.

Να μιλήσουμε για ήττα σημαίνει καλύτερα, να μελετήσουμε κ α ι τους όρους του μετασχηματισμού της επανάστασης στο αντίθετο της γενικά, αλλά και να ερμηνεύσουμε γιατί η αντίθετη κίνηση έτσι όπως αυτή εκφράστηκε στα τελευταία χρόνια ηττήθηκε. Είναι δηλ. ε» να ενιαίο πρόβλημα γιατί έχουμε μπει σε μια νέα περίοδο συνολικά, όπου έχουν τροποποιηθεί όλοι οι γνωστοί μέχρι τις μέρες μας όροι. Η κρίση για την οποία μιλάμε αφορά το κενό που δημιουργείται από την ήττα αυτή, αφορά την σημαντικότατη στέρηση -πολιτική και ιδεολογική- που εμφανίζουν διάφορα κινήματα, αφορά την επισήμανση της επαναφοράς στην τροχιά του κεφαλαίου χτεσινών ρηγμάτων.

Οι ιδέες της επανάστασης αφού μετατράπηκαν σε πράξη μετασχηματίστηκαν αναγκαστικά. Ο μετασχηματισμός αυτός έγινε, δεν γίνεται αλλιώς, σε δυο κατευθύνσεις. Και με τις ατέλειες της «πρώτης» πραγμάτωσης, αλλά και με τη γέννηση νέων αναγκών στη βάση αυτής της πραγμάτωσης. Οι πρώτες συνδέονται   αναπόσπαστα   με   τις   δεύτερες.   Γιατί   οι    δεύτερες προσδιορίζουν τη διάσταση  και  το  βάθος  των  ατελειών,  των   αποτυχιών.

Η διπλή διαδικασία από την ιδέα στο πράγμα και από το πράγμα στην ιδέα αντιμετωπίζει τεράστιες» δυσκολίες. Στην πορεία της διαδικασίας αυτής «προσφέρονται» λύσεις ευκολίας που αδράχνονται σαν «πολύτιμα διαμάντια». Πρόκειται για τη διαδικασία αυτή που ο Λένιν την καθόρισε με την επιγραμματική φράση του: η ιδέα έγινε πράξη, επομένως τροποποιήθηκε. Αυτό γίνεται με δυο τρόπους: ή τροποποιείται με τη μεσολάβηση λύσεων ευκολίας ή τροποποιείται προς την κατεύθυνση του πλουτισμού της αφού η πραγματικότητα είναι άπειρα πλουσιότερη, πολυμορφότερη από κάθε ιδέα

Όλη η ιστορία του μαρξισμού σαν αποπειρών πραγμάτωσης του περνάει από μια τέτοια διαδικασία. Απομένει να αποτιμηθεί πότε στράφηκε προς τα «πολύτιμα διαμάντια» και πότε προς τον ουσιαστικό εμπλουτισμό της.

Η «επιστήμη» της επανάστασης δεν είναι «ακριβής επιστήμη». Δεν πρόκειται για πείραμα που πραγματοποιείται σε συνθήκες αδιατάραχτης ισορροπίας. Επομένως η «ακρίβεια» της συνίσταται στη διαδικασία που αποτελούν οι απόπειρες πραγμάτωσης της. Οι «τέτοιοι» ή «αλλιώτικοι» μετασχηματισμοί της ή . αλλαγές της ή συρρικνώνουν το περιεχόμενο που φέρνει ή το πλουτίζουν αντλώντας από τις διαδικασίες που βάζουν σε κίνηση.

Κάθε μεγάλο δημιούργημα είτε έργο τέχνης είτε κοινωνική ή φιλοσοφική θεωρία είναι πολυεπίπεδο και πολυεδρικδ. «Μπορεί»   να  προσαρμόζεται   σε   μικρόπρεπα   μέτρα   είτε   να   ανοίγει το δρόμο και να φωτίζει τις πιο μακρόπνοες διαδρομές και επιτεύγματα. Επιτρέπει την προσαρμογή ή τον πιο μεγαλεπίβολο-μετασχηματισμό. Πολλοί κριτίκαραν τον Μαρξ για έλλειψη προφητικής ικανότητας!!! Ο άνθρωπος όμως αυτός δεν ήταν προφήτης. Κορόιδευε τους λογής-λογής προφήτες. Κήρυξε τον ανίερο πόλεμο σε κάθε θρησκεία σαν έκφραση της αυτοαλλοτρίωσης του ανθρώπου.  Ήταν ένας θεωρητικός-πραχτικός επαναστάτης. Δεν προφήτεψε το μέλλον Μελέτησε τον καπιταλισμό και τις απόπειρες ανατροπής του που εκδηλώθηκαν στη διάρκεια της ζωής του. Είχε μια βαθιά επίγνωση της επαναστατικής διαδικασίας. Ο επαναστάτης και όχι ο προφήτης Μαρξ να πως περιγράφει τις προλεταριακές επαναστάσεις.

«οι προλεταριακές επαναστάσεις κάνουν αδιάκοπη κριτική στον ίδιο τον εαυτό τους που, διακόπτουν κάθε τόσο την Ίδια τους την πορεία, περιγελάνε με ωμή ακρίβεια τις μισοτελειωμένες δουλιές, τις αδυναμίες και τις ελεεινότητες των πρώτων τους προσπαθειών, φαίνονται να ξαπλώνουν χάμου τον αντίπαλα τους μόνο και μόνο για να του δώσουν την ευκαιρία να αντλήσει καινούργιες δυνάμεις από τη γη και να ορθωθεί πάλι πιο γιγάντιος μπροστά τους, οπισθοχωρούν συνεχώς μπροστά στην ακαθόριστη απεραντοσύνη των σκοπών τους, ώσπου να δημιουργηθεί η κατάσταση που κάνει αδύνατο κάθε ξαναγύρισμα…»

Μπορούμε να μιλήσουμε για μια βασική ατέλεια της οχτωβριανής επανάστασης, αποφεύγοντας όμως να πέσουμε σε υπερ-απλουστεύσεις, μιας και ο κίνδυνος αναγωγής της ταξικής πάλης σε μια «ατέλεια» είναι υπαρκτός. Πώς μπορούμε να την προσδιορίσουμε; Ποια είναι αυτή;

Συνοπτικά πρόκειται για το εξής ζήτημα: Το αν τέθηκε, σε ποιο βαθμό και πώς υλοποιήθηκε το καθήκον του τσακίσματος και της υπέρβασης της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. Κατά πόσο προωθήθηκε και πώς, η κίνηση εκείνη που οδηγεί στην «εξαφάνιση της υποδουλωτικής υποταγής των ανθρώπων στον καταμερισμό της εργασίας’.

Όλοι οι επικριτές της οχτωβριανής επανάστασης αποσιωπούν αυτό το ζήτημα. Κυρίως ερμηνεύουν τις εξελίξεις με βάση τον «πρόωρο» χαραχτήρα της επανάστασης (καλύτερα πραξικοπήματος)   σε   μια   καθυστερημένη  χώρα   όπως   η   Ρωσία   του   ’17   και εκθειάζουν  τις   απαντήσεις που  έδωσε   ο   καπιταλισμός ο   οποίος έδειξε  και μεγάλη ανθεκτικότητα.

Είναι άσχετη η ανθεκτικότητα που έδειξε ο καπιταλισμός (που πήρε όμως και τόσες λαχτάρες στον αιώνα μας) με το ότι δεν ανατράπηκε η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο σε μια μεγάλη περιοχή του κόσμου που με τον επανάσταση αποκόπηκε βίαια από τον τότε καπιταλιστικό κόσμο; Είναι άσχετη η ανθεκτικότητα του ενιαίου συστήματος κοινωνικών σχέσεων σε δόση και ανατολή (παρά τους τριγμούς και τα «αιφνιδιαστικά»   φαινόμενα   που   γνωρίζει)   με   την    ενσωμάτωση της  Κίνας σ’αυτό;

Είναι άσχετο τέλος το γεγονός ότι το πεδίο του ανταγωνισμού των δύο συνασπισμών (δυτικού και ανατολικού) είναι κοινό και ορίζεται από τις ανάγκες της ίδιας πάνω κάτω παραγωγικής διάρθρωσης; Οι διαφορές που υπάρχουν δεν στοιχειοθετούν δυο ποιοτικά διαφορετικούς παραγωγικούς μηχανισμούς. Μάλιστα η μετατροπή της επιστήμης και της τεχνολογίας σε άμεση παραγωγική δύναμη και με την υπαγωγή τους στο κεφάλαιο μας παρέχει τη θέα μιας όμοιας οργάνωσης και διάρθρωσης τόσο του εκπαιδευτικού συστήματος, όσο και των ανώτερων ερευνητικών κέντρων στα οποία παράγεται η «ουδέτερη» πλέον επιστήμη…

Θα διαφωνήσουμε λοιπόν με όσους εντοπίζουν την ατέλεια στον καθυστερημένο χαραχτήρα της ρώσικης κοινωνίας και παρομοιάζουν το πάρσιμο της εξουσίας απ’ την εργατική τάξη με το προπατορικό αμάρτημα. Θέλει βέβαια μια εξήγηση το γιατί δεν εκδηλώθηκαν νικηφόρες επαναστάσεις στην αναπτυγμένη καπιταλιστική Ευρώπη. Αυτό όμως δεν   αναιρεί  το  γεγονός πως  οι πιο προωθημένες  κοινωνικές  εμπειρίες  έγιναν  στις   λιγότερο   καπιταλιστικά   αναπτυγμένες   περιοχές   της   γης.   Αυτό   το γεγονός  καθορίζει  με  μεγαλύτερη έμφαση  την   περιοχή   στην   οποία πρέπει  να   αναζητηθεί   ή   ατέλεια:   όχι   στην   έλλειψη   ενός επαρκούς παραγωγικού   μηχανισμού   (γιατί   τέτοιοι   στήθηκαν   και με   μεγάλες   αποδόσεις)   αλλά   στην   έλλειψη   και    καθυστέρηση στον   τομέα   της   επανάστατικοποίησης   των   σχέσεων   παραγωγής και στην ανατροπή του παλιού καταμερισμού εργασίας. Μερικοί ψάχνοντας   να  βρουν  τις   αιτίες   της   τέτοιας   εξέλιξης, μιας    εξέλιξης   που   δεν    σήμαινε    εμπλουτισμό    της    ιδέας   που μετατράπηκε   σε  πράγμα   αλλά   προσαρμογή   της,   τοποθετούν   το ζήτημα στο  σώμα  των  αντιλήψεων που  συγκροτούσαν   τον   μπολσεβίκικο   ιδεολογικό   σχηματισμό   και   στη   μετεξέλιξη   του   μέσα στην   πορεία   της   σοσιαλιστικής   οικοδόμησης. Άλλοι   επιμένουν στον   εντοπισμό   της   κάθε   φορά   ταξικής   θέσης   (το   προλεταριάτο) σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Αυτό που   θέλουμε   να  υποσημειώσουμε είναι τούτο:  Οι   συμβιβασμοί που  ήταν  αναγκασμένη να   κάνει  η  νεαρή  σοβιετική  δημοκρατία   (μια  οικονομική πολιτική,  κρατικός   καπιταλισμός  κλπ)   δεν   ήταν   χωρίς   αντίτιμο.   Έθρεφαν   τάσεις   και   στρώματα.   Οι   επιτυχίες   στους   τομείς   αυτούς  (η  Σ.Ένωση  έστησε  μέσα  σε συντομότατο  διάστημα   ένα τεράστιο  παραγωγικό  μηχανισμό)   έδωσαν   την   εντύπωση   της   εύκολης   συνέχισης   σ’αυτόν   το   δρόμο.   Οι    «σκοτεινές»    πλευρές αναγκαστικών   σωστών    θέσεων (όπως   της   επανάστασης   σε   μια μόνο χώρα) κατά την πρώτη δεκαετία της επανάστασης,  άρχισαν να. υποδηλώνουν   την   παρουσία   τους,   να  αποζητούν   την   εξαργύρωση  τους.  Οι  δυσκολίες  από  τη διεθνή  εξέλιξη  της   δεκαετίας του   ‘ 30   (φασισμός,   ναζισμός,   προετοιμασία   πολέμου)   δικαιολογούσε   τότε   και   συγκάλυπτε   τάσεις   κρατισμού   και   εθνικισμού που  αργότερα   θα   γίνουν   κυρίαρχες.   Κι   ενώ   μονάχα   μετά   τον πόλεμο   αντικειμενικά   υπήρχαν   οι   όροι   να   γίνει   μια   ποιοτική μεταβολή, να τεθούν δηλ. τα προβλήματα και να επιδιωχτούν λύσεις, η προηγούμενη πορεία καθόρισε αποφασιστικά το να μην πραγματοποιηθεί μια τέτοια αναστάτωση…

Και φτάσαμε σε συγκλονιστικά γεγονότα της δεκαετίας του ‘ 50. Πόλεμος Κορέας, θάνατος Στάλιν, Βερολίνο, Ουγγαρία, Πολωνία, 20ο Συνέδριο, αποσταλινοποίηση. Μια δεκαετία σόκ και ταλάντευσης στο κομμουνιστικό κίνημα. Μια δεκαετία αποφασιστική για την αναδιοργάνωση των κοινωνιών αυτών στις απαιτήσεις στρωμάτων και κοινωνικών τάσεων που συνωθούνταν να ‘ «εκφραστούν» και που στην προηγούμενη περίοδο άλλοτε προωθούνταν κι  άλλοτε πιέζονταν   ή  και  καταπιέζονταν.

Παρά τις αντιφάσεις που περικλείνει αυτή η εξέλιξη παρά τις παραδόσεις που παρατηρούνται, τα νέα αυτά στρώματα έδωσαν εκείνες τις απαντήσεις που μέσα από την συστηματική και εκλεκτική κωδικοποίηση τους οδήγησαν στην άκρως απωθητική εικόνα του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Το δυνάμωμα αυτών των κρατών, αυτών των συστημάτων, η παγιοποίηση όλων των καταστάσεων, η γραφειοκρατία και η, γεροντοκρατία, η ιμπεριαλιστικού τύπου διεθνής πολιτική είναι τα κύρια χαραχτηριστικά των απαντήσεων αυτών.

Είναι πλατιά διαδεδομένη η διατύπωση ότι οι κομμουνιστές συνεχώς τσακώνονται μεταξύ τους και η μια διάσπαση διαδέχεται την άλλη. Πως μάλλον αυτές οι «φαγωμάρες» δεν έχουν και πολύ νόημα ή ταυτίζονται με κάποιες έμφυτες ανθρώπινες ιδιότητες… Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική απ’ αυτή την πρόληψη. Ήταν φυσιολογικό απέναντι στο «σοσιαλισμό» τέτοιων στρωμάτων που γεννήθηκαν μέσα από την επανάσταση και  που   η πολιτική   τους   έκφραση   βρίσκονταν   μέσα   στο   κόμμα, να εκδηλωθεί μια αντίδραση. Η αντίδραση αυτή εκδηλώθηκε με έμπραχτο τρόπο μέσα στη δεκαετία της ταλάντευσης και του σοκ και ήταν οπωσδήποτε προσδιορισμένη από το πώς είχαν βιώσει όλη την προηγούμενη εξέλιξη οι φορείς της. Κι αυτή η αντίδραση θα εκδηλωθεί με τη μορφή της αντιπαράθεσης μέσα σ’όλο το διεθνές κομουνιστικό κίνημα στη δεκαετία του » 60. Και δεν κρίνονταν απλά η επισημοποίηση και αποδοχή κάποιων θέσεων από το σύνολο του κομμουνιστικού κινήματος αλλά κάτι πολύ σοβαρότερο: Κρίνονταν η αντιστροφή ή όχι μιας διαδικασίας ακύρωσης των επιτεύξεων της επανάστασης -η τύχη δηλ. της επανάστασης δισεκατομμυρίων μαζών και η τροποποίηση του παγκόσμιου συσχετισμού των δυνάμεων υπέρ της επανάστασης. Μεγάλες κουβέντες; Για να δούμε.

Την εποχή της δεκαετίας του ’60 έχουμε μια τέτοια περίπου διάταξη των δυνάμεων. Στον ένα πόλο βρίσκονταν οι δυο σημερινοί αντίθετοι πόλοι, οι ΗΠΑ και ΕΣΣΔ που τότε συμβάδισαν ουσιαστικά. Ήταν η εποχή του αλληλοθαυμασμού και των αμοιβαίων φιλοφρονήσεων. Δίπλα σ’αυτούς ο υπόλοιπος κόσμος των εταίρων της μιας ή της άλλης πλευράς. Στην αντίθετη πλευρά βρίσκονταν ο πόλος της Επανάστασης, της Αμφισβήτησης, της Ανατροπής.

Οι θύελλες ακριβώς που’χαν ξεσπάσει στη δεκαετία του’60 παρά τις κατευναστικές προσπάθειες του πρώτου πόλου σ’ ολόκληρο τον κόσμο ήταν ακριβώς μια εκδήλωση του πόσο δεν ανταποκρίνονταν          στην πραγματικότητα     οι     απαντήσεις     που     έδωσαν      τα      νέα      στρώματα      αλλά    ακόμα     ήταν      η πιστοποίηση        μιας       παγκόσμιας        δύναμης που μπορούσε   να  παίξει   το  ρόλο   της   σφήνας,  του προωθητικού αποσπάσματος που θα εξασφάλιζε ένα ευνοϊκό πλαίσιο σε παγκόσμια κλίμακα. Η προώθηση της επανάστασης και μέσα. στις συνθήκες του σοσιαλισμού (Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα) και στις εκτεταμένες ζώνες των θυελλών (Αφρική, Ασία, Λατινική Αμερική), σε συνδυασμό με την εξέγερση της νεολαίας και των εργατικών μαζών στην Ευρώπη, όλα αυτά ήταν, στην ημερήσια διάταξη. Δηλ. προωθιόντουσαν κατά κάποιο τρόπο. Και λέμε κατά κάποιο τρόπο γιατί ο συνδυασμός τους και αντιφατικός ήταν και δεν έγινε στη βάση του συνυπολογισμού; των διεθνών και εσωτερικών όρων σε κάθε περίπτωση.

Το καταλάγιασμα όμως αυτής της θύελλας τροποποίησε αποφασιστικά τον συσχετισμό δυνάμεων που περιγράψαμε. Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η πορεία’ των πραγμάτων οδηγεί σε μια όλο και μεγαλύτερη συγκέντρωση δυνάμεων γύρω από τις δυο συνασπιζόμενες και σήμερα αντιμαχόμενες για την παγκόσμια κυριαρχία δυνάμεις (ΗΠΑ και ΕΣΣΔ). Σε μια συγκυρία που το . ενιαίο σύστημα κοινωνικών σχέσεων διέρχεται μια βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση, σε μια συγκυρία προετοιμασίας νέων ποιοτικών μεταβολών και απαντήσεων ενάντια στη ζωντανή εργασία, στους λα,δυς του κόσμου. Η μορφή των χτεσινών «περαστικών και κινούμενων ισορροπιών» της δεκαετίας του ’60, με μια άλλη μορφή. Αυτή η εξέλιξη τολμάμε να υποστηρίξουμε πως καθορίστηκε από την έκβαση της αντιπαράθεσης και τ-ο αποτέλεσμα της μέσα στα πλαίσια του κομμουνιστικού κινήματος. Γιατί ακριβώς ο πόλος της επανάστασης στα πλαίσια αυτής της λυσσαλέας μάχης συγκρούστηκε σε όλα τα μέτωπα με το τμήμα εκείνο που μέσα στους κόλπους του κομμουνιστικού κινήματος συνδέθηκε οργανικά και ταυτίστηκε με τα νέα στρώματα και τον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Αν κερδίζονταν αυτή η μάχη που ήταν η αποφασιστική και  δεν   κερδήθηκε, σίγουρα δεν θα είχε παραμεριστεί στο βαθμό που έχει

παραμεριστεί ο πόλος της επανάστασης και το πρόβλημα της αποδέσμευσης δυνάμεων θα τίθονταν με άλλους όρους. Πολύ πιο ευνοϊκούς.          .

Η σημερινή «περαστική και κινούμενη ισορροπία» θα γίνει περισσότερο ή λιγότερο «περαστική» αν αποδεσμευτούν άλλες δυνάμεις. Από το.αν θα γίνει αυτό ή όχι, αν θα γίνει γρήγορα ή αργά, θα εξαρτηθούν πολλά πράγματα. Για ορισμένους είναι απωθητικό να μην ενταχθούν κάτω από μια «σταθερή» και «σίγουρη» ομπρέλλα και διαλέγουν το «σοσιαλιστικό στρατόπεδο» στη λογική του μικρότερου κακού. Και εδώ μπορεί να παιχτεί -και παίζεται- ένα άλλο παιχνίδι. Γιατί υπάρχουν και εκείνοι που βρίσκουν περισσότερο απωθητικό τον «κομμουνιστικό πόλο».  Και   θα εντάσσονται  στον άλλον.

Αυτή η απλουστευμένη ίσως μορφή μιας πιθανής εξέλιξης: είναι η ουσία του προβλήματος. Και δίνουμε εδώ την ουσία του προβλήματος, κάπως απλουστευμένα, γιατί όλη μας η προσπάθεια κατευθύνεται να συμβάλει στο μέτρο των δυνάμεων που μπορεί να είναι αλλιώτικες •α ύ ρ ι ο απ’ ότι σήμερα- στο να καταστήσει αύτη τη μορφή όσο γίνεται πιο π ε ρ α σ τ ι κ ή . Και για  να συμβάλει σ’ αυτό πρέπει να επιχειρήσει να την αναλύσει. -Και για να την αναλύσει πρέπει . να δει.

πώς και γιατί, διαμορφώθηκε. Επομένως πως μπορεί να ανατραπεί.

Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί μια προοπτική του κόσμου της αριστεράς ή τη δημιουργία μιας άλλης αριστεράς, μακρυά απο την απάντηση τέτοιων ζητημάτων και προβλημάτων; Και είναι   ακριβώς το έδαφος  αυτό  που  οι   επίσημες   αριστερές   (κρατικοποιημένες ή υπο κρατικοποίηση) δεν έχουν καμμιά απάντηση και καμμιά προοπτική πέρα από την επίδειξη δύναμης ή την κλάψα.

Η  ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ  ΕΛΛΑΔΙΚΗΣ  ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

 

Στην χώρα μας σήμερα έχουμε πολλές ποικιλίες αριστεράς. ίσως μάλιστα δεν λείπει από τον κατάλογο καμμιά απ’ όσες αναφέραμε σ’ αυτό το άρθρο. Δεν ήταν πάντα έτσι.

Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα έκανε σχετικά καθυστερημένα την εμφάνιση του δηλ. στα τέλη του περασμένου αιώνα στις αρχές του 20ου. Η Οχτωβριανή Επανάσταση και η ακτινοβολία της έπαιζε συγκεκριμένο ρόλο στην άνδρωση ενός κομμουνιστικού κινήματος που αν και νεαρό, γρήγορα σχετικά απόχτησε επιρροή στην εργατική τάξη και την προοδευτική διανόηση. Οι αγώνες του, παρά τα λάθη και τις ελλείψεις, έκαναν ώστε το  «αριστερός»  να είναι συνώνυμο του «κομμουνιστής»

Ας αναρωτηθούμε γιατί στη χώρα μας εκείνη την περίοδο δεν υπήρξε μια μη κομμουνιστική αριστερά όπως για παράδειγμα τα σοσιαλιστικά κόμματα στη δόση; Γιατί δεν υπήρξαν στη χώρα μας σημαντικά αγροτικά κινήματα και κόμματα όπως σε γειτονικές βαλκανικές χώρες. Με τον κίνδυνο της απλούστευσης, ο κυριότερος λόγος οφείλεται σε δύο παράγοντες: ο πρώτος παράγοντας αφορά τον χαρακτήρα που πήραν οι ενδοαστικές αντιθέσεις (διχασμός κλπ) που κατάφεραν να εγκλωβίσουν τεράστιες μάζες. Ο δεύτερος αφορά την ενεργητική παρεμβολή του νεαρού κομμουνιστικού κινήματος η οποία ήταν τέτοια ώστε αυτό να καθιερωθεί σύντομα σε σημαντική πολιτική δύναμη.

Από πολλούς αυτό το κίνημα στη χώρα μας χαραχτηρίζεται «φτωχό» σε ιδέες και όχι αξιόλογο. Αυτή η εντύπωση δεν είναι μόνο σημερινή αλλά ούτε υπήρχε μονάχα στους έξωθεν των γραμμών του κομμουνιστικού κινήματος. Χρειάζεται όμως μια εξήγηση πώς αυτό το κομμουνιστικό κίνημα κατόρθωσε να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στη δεκαετία του ‘ 40; Μιλάμε για ένα κίνημα που είχε τρεις ένοπλες εξεγέρσεις (’41-’44, Δεκέμβρης, ’46-’49) και χιλιάδες χιλιάδων εκτελεσμένων, κυνηγημένων αγωνιστών. Πώς είναι δυνατόν ένα «φτωχό» σε ιδέες κίνημα νά συγκινήσει και να. κινητοποιήσει τεράστιες μάζες;

Προβάλεται ο ισχυρισμός ότι το πρόγραμμα αυτού του κινήματος ήταν αστικοδημοκρατικό, μικροαστικό και ότι την όποια επιρροή την είχε σε μια τέτοια βάση. Πρόκειται για έναν εντελώς αντιιστορικό ισχυρισμό που αρνείται να δει την ταξική πάλη και τους φορείς της και κρίνει επιφανειακά την εξέλιξη. Αν γίνονται τώρα 20-30 χρόνια συστηματικές προσπάθειες να εξαφανιστεί από την ιστορία του ’40-’49 ο ταξικός χαρακτήρας της τότε αντιπαράθεσης, αν πάει να ενσταλαχτεί μια άλλη συνείδηση, ότι τάχα δεν αγωνίζονταν για το γκρέμισμα των αστών και των ξένων πατρόνων τους, ότι τάχα δεν αγωνίζονταν για το σοσιαλισμό και ότι πάλευαν για μια αστική δημοκρατία, αυτό δεν αποτελεί παρά μια παραποίηση της πραγματικής ιστορίας. Το σύνθημα «λαοκρατία» άσχετα με το τι σκέφτονταν στις κορυφές για τις μάζες που το ακολουθούσαν και με τη δράση τους’ του έδιναν ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα ολότελα εχθρικό και ανταγωνιστικό με τον αστικό κόσμο. Και ο αστικός κόσμος στο σύνολο του έδειξε τη δική του ταξική έχθρα προς την επανάσταση που χάθηκε.

Αλλά τι σχέση έχουν όλα αυτά με το σήμερα; Μήπως πρόκειται για μια «ρετρό» υπόθεση; Μήπως δεν είναι δυνατή πλέον η ανασύνταξη του κινήματος σε μια δηλωμένη κομμουνιστική   κατεύθυνση αφού αυτή έστω με στρεβλωμένο τρόπο καλύπτεται από τον Φλωράκη; Αλλά μήπως οι προβληματισμοί του ΚΚΕεσ. για δημιουργία ευρύτερου φορέα είναι σήμερα γονιμότεροι; Μήπως όμως συνολικά έχει γίνει λάθος επιλογή πεδίου και ψάχνουμε στο εξουσιαστικό πεδίο ενώ η ιστορία έχει δώσει την ετυμηγορία της, αλλά και η ζωή δίνει εμβρυακά έστω και αποσπασματικά, ένα νέο εναλλαχτικό αντιεξουσιαστικό κίνημα; Οπότε αν έχουν κάποιο νόημα όλα αυτά τα ερωτήματα, ποία η αξία των προηγούμενων 3-4 παραγράφων και οι όποιες βεβαιότητες αυτές κουβαλούν;

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε ακόμα μια καθαρή, απάντηση. .Τουλάχιστον όμως δεν μας καλύπτουν οι επίσημες εκδοχές της σημερινής αριστερά όπως αυτή μας παρουσιάζεται και νοιώθουμε μια απέχθεια προς αυτό πού κατ’ όνομα μονάχα είναι σοσιαλισμός… Επίσης δεν μας συγκινούν διόλου οι αστικοί σχηματισμοί (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ κλπ). Ακόμα μας ενώνει μια παραδοχή πως θέλουμε να παλαίψουμε ενάντια στην πραγματικότητα -που δημιουργεί ή συνδυασμένη δραστηριότητα όσων δεν μας εκφράζουν. Ωραία.

Ας αναρωτηθούμε -τώρα τι είμαστε εμείς που απομείναμε μετά από όλες αυτές τις παραδοχές και τι εκφράζουμε. Ένας μικρός αριθμός ατόμων με κάποια διαφορετική διαδρομή που συναποτελουμε ένα μωσαϊκό αντιλήψεων, εμπειριών και πραχτικών. Να αποζητήσουμε την ομογενοποίησή μας μέσα απο την κοινή πραχτική μας σε όποιους στόχους μπορούμε να συμφωνήσουμε; Ναι, αλλά  να βάλουμε ένα μικρό πλαίσιο:   «ελεύθεροι   συνεταιρισμένοι παραγωγοί», «άρνηση του κράτους» και στη βάση αυτή, αναζήτηση των κοινών πραχτικών μας στόχων. Δηλ. να κινηθούμε σε ένα μαρξιστικό πλαίσιο (ας αφήσουμε πως πολλοί τον αρνούνται το Μαρξ) προσέχοντας να μην μείνουμε έξω από ένα νέο υπό διαμόρφωση ρεύμα που περιέχει αντεξουσιαστικά, εναλλαχτικό στοιχεία. Η αναφορά στο κομμουνιστικό κίνημα συρρικνώνει τις προϋποθέσεις ενός σοβαρού εγχειρήματος στις μέρες μας γιατί -δεν γίνεται αλλιώς- θα εγκλωβιστεί σε μια απο τις εκδοχές που- αναγκαστικά είναι περιορισμένες. Θο μπορούσε αυτή να είναι μια πρόταση η οποία όμως δεν μας βρίσκει σύμφωνους.

Μιλάμε για σοβαρά εγχειρήματα; Μάλιστα. Τότε η μοναδική μαρξιστική τοποθέτηση του ζητήματος (άλλες τέτοιες δεν υπάρχουν και συγχωρείστε μας τον απόλυτο τόνο…) αφορά την        εργατική τάξη, τους αγώνες            της, τις δυνατότητες της. Ο βαθμός της σοβαρότητας μας τώρα κρίνεται από την ποιότητα, τη σταθερότητα, τη σαφήνεια με την οποία τοποθετούμε το ζήτημα, τοποθετούμαστε απέναντι στο ζήτημα και -ας μας επιτραπεί ο όρος- «συγχωνευόμαστε» με το ζήτημα. Και ακριβώς αυτή η έλλειψη βαραίνει σημαντικά τις απόπειρες οικοδόμησης μιας άλλης αριστεράς. Γι’ αυτό και κάνει λάθος όποιος νομίζει πως χωρίς να οικοδομεί μια αντίληψη για την τάξη αυτή και τους αγώνες της, ότι είναι δυνατό και να καταλάβει’ τη σύγχρονη εποχή μας και να σταθεί συλλογικά απέναντι της παίζοντας κάποιο θετικό ρόλο. Δεν πρόκειται για κάποιο κρυφτούλι ώστε να αποκομιστούν σοβαρά οφέλη. Δεν πρόκειται επομένως για τίτλους (πχ κομμουνιστικό) «απωθητικούς» λόγω της γνωστής χρησιμοποίησης που υφίστανται, αλλά για το περιεχόμενο μιας σοβαρής προσπάθειας. Μήπως όμως γίνεται σοβαρή συζήτηση για   το  περιεχόμενο;   Μάλλον η ασάφεια που καλλιεργείται .συγκαλύπτει ή υποβοηθά την απεγνωσμένη αναζήτηση νέων ηχηρών τίτλων. Κι αυτοί που τους αναζητούν διόλου δεν νοιάζονται για το περιεχόμενο που περιγράψαμε. Εδωσαν άλλωστε αρκετές εξετάσεις γι’ αυτό. (Να διδαχτούν όσοι πλανιόνται από την νέα εμπειρία τους; Ας είναι κι έτσι). Όλως τυχαίως μας έρχεται στο νου το σύνθημα των αναρχικών , «εσείς μπάτσοι, εμείς απατοί11. Ο συνειρμός ίσως έχει σχέση με το «ερυθρόδερμον» των απάτσι, αλλά και με την υποδήλωση της παραμονής σ’ένα πλαίσιο, αφού υπάρχει ο αντίθετος πόλος παρά τις μεταμφιέσεις και μεταμορφώσεις του. Ίσως κάποιοι μας προσάψουν λίγη κακία στο σημείο αυτό. Δεν είναι έτσι. Δεν αποτελεί λογική μας το «πας μη κνίτης βάρβαρος» κλπ. Μάλλον οι νεωτεριστές επιδείχνουν μια τέτοια αυθάδεια απέναντι σε κάθε σοβαρή προσπάθεια που αρνείται -και καλά κάνει- τα γούστα τους.

Απωθητικά λόγια, απωθητικού ανθρώπου: «Εκείνος που πιστεύει πως η κοινωνική επανάσταση μπορεί να γίνει χωρίς την εξέγερση των μικρών εθνών στις αποικίες και στην Ευρώπη, χωρίς τις επαναστατικές εκρήξεις από μέρους της μικροαστικής τάξης, με όλες τις προλήψεις της, χωρίς οι καθυστερημένες προλεταριακές και μισοπρολεταριακές μάζες να κινηθούν ενάντια στο ζυγό των μεγαλογαιοκτημόνων, ενάντια στο θρησκευτικό, μοναρχικό, εθνικό κλπ ζυγό, σημαίνει ότι, στην πραγματικότητα, απαρνείται την κ ο ι ν ω ν ι κ ή επανάσταση. Δηλαδή: από το ένα μέρος συγκεντρώνεται ένας στρατός και λέει: «είμαστε υπέρ του σοσιαλισμού» , από το άλλο μέρος ένας άλλος στρατός που λέει: «είμαστε υπέρ του ιμπεριαλισμού» και έτσι  θα γίνει η κοινωνική επανάσταση…

Εκείνος  που  περιμένει   μια   «καθαρή’    κοινωνική   επανάσταση δεν   θα   τη   δει   ποτέ.   Είναι   ένας   φαφλατάς   επαναστάτης,  που δεν   καταλαβαίνει   την   αληθινή   επανάσταση».   (Λένιν:   Για   το δικαίωμα των λαών  για την  αυτοδιάθεση τους,    1916).

Λοιπόν, ούτε «καθαρά» υποκείμενα, ούτε αποκλειστικά «νέα». Αλλά προκατακλυσμιαία και πιο σύγχρονα, καθυστερημένοι μισοπρολετάριοι και μικροαστοί με εκρήξεις. «Ζυγοί» κάθε είδους. Προσθέστε σήμερα πολλαπλάσιους νέους ζυγούς,  βιομηχανικούς, πυρηνικούς, πολιτικούς, τηλεοπτικούς, αν θέλετε βάλτε στη λέξη «ζυγούς» τη λέξη αλλοτριώσεις ή καταπιέσεις ή ή… με δυο λόγια μια εικόνα καθόλου ταχτοποιημένη, καθόλου ‘ «καθαρή», καθόλου «πούρα»… και έχετε έναν απωθητικό τύπο, που λέει όσα λέει.

Φυσικά η ιστορία, η γνωστή ιστορία, δεν διέψευσε την ειρωνεία του. Τα «υποκείμενα» που υφίστανται σήμερα τις συνέπειες των αδιεξόδων του σύγχρονου κόσμου (ας βάλουμε αυτή την ουδέτερη διατύπωση) είναι πολλαπλάσια και πολύ λιγότερο «καθαρά» και ομοιογενή απ’ ότι το 1916. Ορισμένα απ αυτά τα «υποκείμενα» δέχονται τη συνδυασμένη πίεση πολλών ή των περισσότερων ή και όλων των συνεπειών απ’ αυτά τα αδιέξοδα (ας προτιμήσουμε και πάλι μια επίσης ουδέτερη διατύπωση). Ορισμένα από τα «υποκείμενα» που θεωρούνται ή κατατάσσονται στα μικροαστικά στοιχεία (δηλ. δεν είναι καθόλου υποκείμενα) σε μερικές περιπτώσεις και σε «κάποιες» στιγμές εξεγείρονται πριν ή και με μεγαλύτερη έκταση από τα υποκείμενα που είναι  «καθαρότερα» (γιατί δεν υπάρχουν  «καθαρά»). Αν και έχει γίνει πρόσφατα αυτό αρκετές φορές, οι εκφραστές ή οι υποτιθέμενοι εκφραστές των καθαρών υποκειμένων σταυρώνουν τα χέρια τους ή περνάνε σε επιθετικές διατριβές εναντίον τους. Τότε παράγονται τα γνωστά σε όλους αποτελέσματα.

Γιατί; Γιατί η απαίτηση της καθαρότητας κρύβει συχνά ακάθαρτες επιδιώξεις. Και οι ακάθαρτες επιδιώξεις συχνά προβάλουν καθαρές θεωρίες, κανονικότητες, αυστηρότητες, αυστηρές απαιτήσεις από καθαρές επιστημονικές αρχές, καθαρά πρότυπα, μοντέλα, επιστημολογικά     άψογα κλπ κλπ.

Και όμως, να ένα  «μοντέλο», αν εννοούμε μ’ αυτό ένα «κόκκινο νήμα» για την προσέγγιση του «αντικειμενικά υποκειμενικού» και του «υποκειμενικά αντικειμενικού». Το «πιάσιμο» και το «άπλωμα» αυτού του «κόκκινου νήματος» είναι η οικοδόμηση μιας προοπτικής στις σύγχρονες, περίπλοκες συνθήκες των γιγαντιαίων «τέλειων» συστημάτων και των «διπολικών» συσχετισμών. Και γι’αυτό είναι απαραίτητα και απωθητικά  και  ελκυστικά  εργαλεία.

Επιτρέψτε μας λοιπόν να συνεχίσουμε από το σημείο που σταματήσαμε για την παρέκβαση που προηγήθηκε. Στη χώρα μας έχουμε να κάνουμε με μια αριστερά πού είχε ένα πρωταγωνιστικό ρόλο στη σχετικά σύγχρονη ιστορία, με ένα κομμουνιστικό κίνημα που αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά αυτής της αριστεράς, με ένα κίνημα που γνώρισε όλες τίς γνωστές και δυνατές, μορφές πάλης. Έχουμε να κάνουμε επίσης με την ήττα τριών ένοπλων εξεγέρσεων που δεν οφείλονταν στην καπατσοσύνη του αντίπαλου. Και αυτή η παράδοση με τα θετικά και τ’ αρνητικά  της βαραίνει  ακόμα  μέχρι  τις μέρες μας.

Η συνάντηση της ελληνικής αριστεράς με τη δεκαετία του ‘ 50 ήταν αποφασιστική για τις μετέπειτα εξελίξεις και για το ρόλο που αυτή θα έπαιζε στο μέλλον. Ενώ δηλαδή, παρά τις δύσκολες συνθήκες ούτε κατά διάνοια δεν μπορούν να συγκριθούν   με   τις   σημερινές,   υπήρξαν   δείγματα των βαθιών ριζών του λαϊκού μας Κινήματος (καμπάνια ενάντια στην εκστρατεία στην Κορέα, υπόθεση Μπελογιάννη, εκλογές του ‘ 58 όπου η ΕΔΑ συγκεντρώνει το 24% και 80 περίπου βουλευτές κλπ) τέθηκαν οι βάσεις της υπαγωγής του στην αστική πολιτική, πράγμα που καθόρισε και την προσαρμογή που συντελέστηκε. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι ανεξάρτητη από την προσαρμογή που συντελέστηκε μες στους κόλπους του διεθνούς κινήματος. Και στην ελληνική περίπτωση, συναντάμε και άλλες ιδιομορφίες (πέρα απ’την πρώτη, της ταύτισης του όρου «αριστερός» με το «κομμουνιστής»). Το ελληνικό κίνημα ήταν το πρώτο που δοκίμασε την ανοιχτή επέμβαση των σοβιετικών στα εσωτερικά του και ήταν το πρώτο που αυτή η επέμβαση συνάντησε μια ισχυρή αντίσταση. Αυτό το «φτωχό» κίνημα έχει να . επιδείξει και μια τέτοια πλευρά… Η περιπέτεια που πέρασαν οι υπηρέτες της προσαρμογής (διχτατορία που τους έπιασε στον ύπνο, διάσπαση του ’68 κλπ) ήταν μεγάλη και ένιωσαν αρκετή παγωμάρα σε διάφορες στιγμές της. Το αν σήμερα έχουν άλλο ύφος, αυτό οφείλεται κυρία στο ότι κάποιοι άλλοι δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους. Άλλη ιδιομορφία συνίσταται στο γεγονός πως οι απόπειρες οικοδόμησης μιας άλλης αριστεράς στη χώρα μας είχαν κατευθείαν ρίζες στο κομμουνιστικό κίνημα και τους αγώνες του. Για μερικούς αυτό σήμερα κρίνεται σαν το αποφασιστικό αρνητικό σημείο. Πάλι λάθος κάνουν. Ας ρίξουν μια ματιά στους αντίστοιχους σχηματισμούς της πολιτισμένης δύσης… που και όλη την κουλτούρα είχαν και οι συνθήκες ήταν άπειρα πιο άνετες… Όμως το ΕΔΑίτικο -χωρίς αρχές- πνεύμα είχε, όπως αποδείχτηκε, μπολιάσει σε μεγάλο βαθμό και αυτούς που συγκρούστηκαν μαζί του, γιατί τα χρόνια 1965-1977 πρόσφεραν αρκετές ευκαιρίες.

Στην  ελληνική   εκδοχή   της   προσαρμογής   που   έχει   τις   ρίζες  της   στη   δεκαετία   του    ‘ 50   πρέπει   κανείς   να    αναζητήσει    την εξήγηση κάποιων πολιτικών   φαινομένων σαν  αυτό  του ΠΑΣΟΚ.

Είπαμε  πως   στην   Ελλάδα   δεν   υπήρξε   μη   κομμουνιστική   αριστερά.  Σήμερα με όλο   το   ξεχείλωμα   του  όρου  αριστερά,  φιγουράρει   ίσως   για   πρώτη   φορά   μια   μη   κομμουνιστική   αριστερά,   αριστερά  που   εκφράζει   το   ΠΑΣΟΚ. Έτσι   τουλάχιστον   θέλησε αυτό   να   εμφανίζεται   στην πρώτη περίοδο  της   γέννησης   του.   Σ’ ότι    αφορά   τα    ΚΚ    θεωρούν    το    ΠΑΣΟΚ    είτε    σαν    εκφραστή ενός    γνήσιου    σοσιαλιστικού    κινήματος    που    η    ιδιομορφία    (ή ατέλεια)    της    Ελλάδας    δεν    είχε    αφήσει    να    εμφανιστεί    την προηγουμένη  περίοδο   (ΚΚΕεσ.),   είτε   το   θεωρούν   σαν   ένα   ιδιότυπο ρεφορμιστικό   μικροαστικό   κόμμα   (ΚΚΕ).   Σε   κάθε  περίπτωση πάντως  θεωρείται συνεργάσιμη και   σύμμαχη   δύναμη   στην  πορεία  για  κάποια   θολή Αλλαγή.   Η   ανάλυση   τους   οδηγεί περισσότερο  στην   άποψη  πως   η   δημιουργία   του   ΠΑΣΟΚ   αποτέλεσε   την κατάληξη   κάποιων   αντικειμενικών   οικονομικο-κοινωνικών   διεργασιών  με  εντελώς  δευτερεύουσα την πολιτική   διάσταση,   γιατί  τότε   θα   έπρεπε   να   αρνηθούν    τη   δραστηριότητα   που   επί   τρεις δεκαετίες   έχουν   επιδοθεί   και   οι   δυο   πτέρυγες.    Η    υποστήριξη μιας κεντροαριστερής  λύσης και  άρα  η προσπάθεια   για   τη   διευκόλυνση   αυτής   της   εξέλιξης,   σήμαινε   άρνηση   του   ανεξάρτητου ρόλου του εργατικού  κινήματος, σήμαινε   άρνηση   του πρωταγωνιστικού του ρόλου. Οι   «μέλλουσες   Βουλές»   και   η   «εκμετάλλευση   των   νέων   συνθηκών»   σήμαινε   και   μονιμοποίηση   αυτής    της «αριστεράς»   σαν   εθνικού   παράγοντα   και   μετάθεση   όλων   των προσδοκιών  σ’ένα κεντροαριστερό μέλλον.

Σήμερα και οι δυο πτέρυγες αυτής της «αριστεράς» δεν φαίνονται ευχαριστημένες απ’όοα διευκόλυναν, γιατί η αυτοδυναμία   της    «μη   κομμουνιστικής    αριστεράς»    που   υποβοήθησαν, στήριξαν και πόθησαν, τους παραγκωνίζει ενώ έχουν αρχίσει μέσα από «αυτοκριτικές» (ελιγμούς) τις προσπάθειες αναβάθμισης της διαπραγματευτικής τους δύναμης.

Μερικοί έλληνες, ριζοσπάστες ή μη, βιάστηκαν να υπογραμμίσουν πως το ΠΑΣΟΚ υλοποίησε ή αφομοίωσε όλους τους στόχους και τα οράματα της Αριστεράς. Αυτή η διαπίστωση έκρυβε και έναν φιλοπασοκισμό που όταν χρειάστηκε (πχ εκλογές ‘ 85) έδωσε το παρόν του, αλλά και ένα σνομπάρισμα των αγώνων του λαϊκού κινήματος μέσα από την εσκεμμένη σύγχυση. Και αποδείχτηκε πως επί ΠΑΣΟΚ εξαργυρώθηκαν (για να ακριβολογήσουμε ολοκληρώθηκε η εξαργύρωση) όλες οι προηγούμενες καλές υπηρεσίες προς την κεντροαριστερή λύση. Κι έχουμε να κάνουμε με μια «αριστερά» εντελώς βουτηγμένη μέσα στο σύστημα και το ντεκόρ συμπληρώνεται από κάποιους πασοκοθρεμένους ανανήψαντες τέως αριστεριστές. Αν τώρα όλοι μαζί ανακαλύπτουν την κακιά δεξιά στροφή του ΠΑΣΟΚ,  ας   αναρωτηθούν   στα  σοβαρά   γιατί  να   τους   ενοχλεί…

Σ’ ό,τι μας αφορά έχουμε πλήρη επίγνωση πως θίγουμε εντελώς «ντεμοντέ» θέματα. Πως έχουμε να αναμετρηθούμε με παγιωμένες αντιλήψεις. Πως έχουμε να λογαριαστούμε με το κυρίαρχο πνεύμα «της αφεντιάς μου» που διαμόρφωσε και διαμορφώνει ανθρώπους οι οποίοι ξέρουν να παίρνουν, να μη δίνουν και προπαντός να μη δίνονται. Η απεραντοσύνη των ιδανικών του κομμουνισμού σ’άλλες εποχές καλλιεργούσε μια τέτοια απλοχεριά που καθιστούσε μίζερη την τέτοια «αφεντιά μου». Μήπως όμως συνεχίζει νάχει αυτή τη δύναμη και στην εποχή μας; Και τα παραδείγματα ευτυχώς δεν λείπουν. Λοιπόν :επίθεση     κομμουνισμού     !

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

• ΑΡΙΣΤΕΡΙΣΜΟΣ [ΚΑΙ] Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

Έκλεισαν τέσσερα χρόνια πού το ΠΑΕΟΚ είναι στην εξουσία. Τέσσερα χρόνια που «ο αγώνας τώρα δικαιώνεται» (ενεστώτας διαρκείας κατά το «διαρκής επανάσταση»). Έντεκα χρόνια ζωής της «Νέας Δημοκρατίας» (και με την έννοια πως αυτή την «αποκατάστησε»,, αλλά και με την έννοια πως «διάγουμε» μια «νέα δημοκρατία» σε σχέση με την Παπαδο-πουλική «δημοκρατία» και την πάλαι ποτέ Παπαναστασιακή δημοκρατία του 1924-1935). ‘ Εντεκα χρόνια κα. δωδέκατος γιορτασμός του Πολυτεχνείου. Χαρακτηριστικό των δώδεκα αυτών επετείων είναι ένα «ζιγκ-ζαγκ» συνθηματολογίας: από την υπεύθυνη και κινδυνολόγα, μέχρι τη σταράτη και «πούρα» πρόσφατη αριστερή συνθηματολογία όλων των παλιών ^συνέταιρων του  «εθνικοενωτικοό συνασπισμού»  της περιόδου  1974-1981.

Η   φετεινή   επέτειος   βρίσκει   μια   Αριστερά   στην   εξουσία,   μια Αριστερά   στην    αντιπολίτευση    και    μια    μη   πολιτική    Αριστερά, υπό εκκόλαψη, που θέλει να είναι η εναλλαχτική και που -αν και Αριστερά— θεωρεί πως δεν έχουν νόημα οι διαχωρισμοί Δεξιά και Αριστερά. (Πρίν 18 χρόνια ο Κον Μπετίτ στο φούσκωμα του Μάη του ’68 είχε πει πως οι διαχωρισμοί Δεξιά—Αριστερά αντανακλούν μονάχα «γεωγραφικούς διαχωρισμούς». Αν τέτοιου είδους αφορισμοί χωρίς συνέπειες βοήθησαν στο φούσκωμα ή το   ξεφούσκωμα   τού   Μάη,  αυτό   ίσως   το   μάθουμε   στο   επόμενο Αντιφεστιβάλ…)

Το ερώτημα που δημιουργείται μέσα σε μια τέτοια κατάσταση με τόσες Αριστερές, είναι: προχώρησε τόσο πολύ η Αλλαγή (με κεφαλαίο) ώστε το αντικείμενο της κύριας αντίθεσης στη σημερινή κοινωνία (λέμε κοινωνία για να εναρμονιστούμε με τη στροφή στην κοινωνία της υπαρκτής Αριστεράς) είναι αν θα περάσει μια αριστερή πολιτική «πλουραλιστική», «αντικρατική», αποκεντρωτική, ανυποχώρητη στα θέματα της Εθνικής Ανεξαρτησίας (που εκφράζεται από την Αριστερά στην εξουσία) ή μιά πολιτική πού θα βαθύνει την αντίθεση ανάμεσα στα μονοπώλια -ξένα και ντόπια- και θα ωθήσει την Αλλαγή πού πρόκυψε απ’τις κάλπες δυο φορές (1981 και 1985) σε πραγματική ρήξη μ’αυτά, μέσα από μια πραγματική κυβέρνηση αλλαγής (χωρίς κεφαλαίο) αλλά με Αντιϊμπεριαλιστική, Αντιμονοπωλιακή (με κεφαλαίο εδώ και τα δύο) κατεύθυνση, που θα βγάλει την Ελλάδα από την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ, θα διώξει  τίς  αμερικάνικες

βάσεις   (όχι   αμέσως   βέβαια,    αυτό    έχει    ξεκαθαριστεί    και    γι’ αυτό   γίνεται   λόγος   για   «κατεύθυνση»).   Εκτός   απ’ αυτά,   ας αναλογιστούμε ότι  βρισκόμαστε  και  σε   κρίση  (σήμερα  οι πάντες δανείζονται   απο   τις   αμερικάνικες   και   άλλες   τράπεζες,   άλλοι σταράτα, «παλληκαρίσια», άλλοι διά της πλαγίας.

Γύρω  από  τις πολιτικές  αυτές   στοιχίζονται   οι   δυνάμεις,   ελίσσονται οι ηγεσίες (ενότητα  και πάλη). Κάποτε ο τόνος  ανεβαίνει, ενώ   άλλοτε   κάποιο   «τίναγμα»   της   Δεξιάς   ή   του   «παλιού κατεστημένου»   κάνει  να υποτονουν  αρκετά  από αυτά.

Οι διακηρυγμένες αυτές πολιτικές—το «όραμα» για το ΠΑ-ΣΟΚ, η στρατηγική επιδίωξη «βάθαιμα της αλλαγής» για την κομμουνιστική αριστερά»— είναι όντως οι πολιτικές που εκφράζουν «αιτήματα» τάξεων, δυνάμεων της κοινωνίας; Καί είναι αυτές οι πραγματικές πολιτικές και όχι άλλες, που εφαρμόζονται στην πράξη;

(Στην ανανέωση και τον εκσυγχρονισμό, αποβλέπει τέλος «ΤΟ τέταρτο» κόμμα. Ποια είναι η ανανέωση και ποιος ο εκσυγχρονισμός παραμένει μυστήριο εδώ και είκοσι πάνω-κάτω χρόνια.  Ίσως λύσει το μυστήριο αυτό το επερχόμενο συνέδριο.)

ΜΙΑ ΠΑΡΕΚΒΑΣΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ ΣΕ ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑ

Όσο κι αν φαίνεται πως το ερώτημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν μια «ανίχνευση» ή «δίκη προθέσεων», τα πράγματα δεν έχουν έτσι.

Οι προθέσεις μιλάνε μέσα από την πράξη. Και η πράξη έχει δείξει αρκετά πως η διπλή πολιτική, μια για έξω και μια άλλη, που τη στηρίζει βέβαια η έξω (γιατί αλλιώτικα πώς θα περνούσε;), διαμορφωμένη ή υπό διαμόρφωση, αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό όλων των πολιτικών σχηματισμών. Ο πετυχημένος ή όχι συνδυασμός της διπλότητας αυτής, δίνει το μέτρο της ικανότητας και αποτελεσματικότητας του ηγετικού επιτελείου σε κάθε σχηματισμό.

Όσον αφορά τα Κ.Κ. —γιατί για τους άλλους σχηματισμούς αυτό αποτελεί την ουσία του «κάνω πολιτική»— τό χαραχτηριστικό αυτής της διπλότητας νομιμοποιήθηκε απο τη στιγμή που καταλύθηκαν οι αυστηροί ταξικοί διαχωρισμοί, από τη στιγμή που μπροστά στις αναπότρεπτες δυσκολίες της πάλης πραγματοποιήθηκαν συγκερασμοί —στο όνομα βέβαια προσωρινών ελιγμών ή αναπροσαρμογών— που μονιμοποιήθηκαν σε ριζικά αντιθετικές ιδεολογίες. Συγκερασμοί που μάλιστα, ακόμα κι όταν συνοδεύτηκαν από ‘ «πρόσκαιρες επιτυχίες», θεωρήθηκαν σαν ανάπτυξη της  θεωρίας και περιβλήθηκαν  με το  κύρος της  «πράξης».

Για να προεκτείνουμε την άποψη που υποστηρίζεται εδώ, εσωτερικά, σε ζόρικες καταστάσεις προβάλλεται το γνωστό «καθυστερεί η θεωρία σε σχέση με την πράξη» ή, ευρωκομμουνι-στικά, «στέρεψε η ανανεωτική δύναμη» του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου» (για να αναθερμανθούν οι ελπίδες με την εποχή Γκορμπατσώφ).

Οταν γίνονται συνολικές εκτιμήσεις, ο διαχωρισμός θεωρίας και πράξης είναι το λιγότερο αποκαλυπτικός για το πόσο μαρξιστές είναι αυτοί που διακηρύχνουν το μαρξισμό τους. Αν έστω τοποθετούμαστε στη λογική αυτή, τότε θα πρέπει να ειπωθεί το αντίθετο: «ότι στέρεψε η πράξη και δεν τροφοδοτεί, δεν γονιμοποιεί τη θεωρία».

Γι» αυτό, η «μεγάλη ιδέα» της εποχής, η τεχνικοεπιστημονική επανάσταση, έγινε «μεγάλη ιδέα» και για τις «σοσιαλιστικές χώρες» με μια γενναία αναλογία μαρξίζουσας κομμουνιστικής φρασεολογίας, που υποβαστάζεται από όλο το οπλοστάσιο του νεοθετικισμοΰ, του λογικού εμπειρισμού και του πραγματισμού.’ Ενας συγκερασμός, που από την   αποδοχή   του   ή   όχι   κρίνεται ο καθένας στο αν είναι σημερινός καλός κομμουνιστής ή όχι. Πρόκειται για το γνωστό σύνθημα του «εφικτού» που συμπυκνώνει την ουσία του συγκερασμού. Το αν αυτό το «εφικτό» οδηγεί σε «ανέφικτα» διλήμματα, σε οδυνηρές συγκρούσεις με την «μη εφικτή» απαίτηση της πραγματικής ανανέωσης της πράξης -κατά συνέπεια της τροφοδότησης της θεωρίας-αυτό ξεπερνιέται με γνωστά σοφίσματα και την επίδειξη κυρία της δύναμης των  μηχανισμών.

Αλλά η ίδια η λογική, που γι’ αυτήν μιλάμε, προβάλει -και φυσικά έντονα- την αντίρησή της: Πώς; δεν υπάρχει πράξη; Οι λαοί αγωνίζονται, η δύναμη του σοσιαλιστικού στρατοπέδου ενισχύεται κλπ κλπ… Δεν θα μπούμε εδώ σε κρίσεις αιτιολογικές για το τι είναι σήμερα σταθερότερο ή ισχυρότερο από χτες. Αυτό αποτελεί μιαν άλλη ιστορία. Γιατί, το τι είναι σταθερότερο ή ισχυρότερο κρίνεται με βάση κάποια κριτήρια. Και έτσι όπως έχουν εξελιχτεί οι αντιλήψεις ή μάλλον οι συνήθειες, τα κριτήρια αυτά μοιάζουν με τις στατιστικές: βγάζεις ότι συμπεράσματα θέλεις. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: Έχουμε από τη μια μεριά αντίσταση, αγώνες, ξεσηκώματα ενάντια στην εκμετάλλευση, την καταπίεση κλπ. Αυτά τα κινήματα, οι αγώνες, τα ξεσηκώματα, είναι ένα πράγμα -και αυτό αποτελεί την επανάσταση γενικά. Και από την άλλη μεριά, έχουμε την προοπτική, Τη μορφή, το περιεχόμενο, το χαραχτήρα που επιχειρούν να δώσουν σ’όλα αυτά. Έχουμε τη «συνείδηση», την οργάνωση. Εδώ είναι το πρόβλημα. Και η «συνείδηση» σήμερα είναι κάπως αλλιώτικη απ* ότι ήταν πριν δυο περίπου δεκαετίες. Τότε η «συνείδηση» είχε ν «αντιμετωπίσει θύελλες. Οι θύελλες καταλάγιασαν, αλλά όχι τόσο «ευρωπαιοκεντρικά» όσο πιστεύεται. Και οι θύελλες αυτές ήταν η Πράξη. Και αυτή η Πράξη, όσο  ελλειπτική  κι   αν   ήταν, στάθηκε   η  πιστοποίηση   του   συγκερασμού που γι’αυτόν μιλήσαμε.

Στο παρελθόν οι θύελλες συνδέονταν με την πράξη του κομμουνιστικού κινήματος. Τώρα, αυτό που θέλει να παρουσιάζεται σαν τέτοιο στάθηκε αντιμέτωπο ολοκληρωτικά, ριζικά, απροσχημάτιστα. Έτσι έσπειρε θύελλες άλλου είδους. Και οι καρποί συγκομίζονται και θα συγκομιστούν ακόμα περισσότερο μελλοντικά.

Πλήθος   βέβαια   από   κείμενα,   μελέτες,   ιστορίες,   εγχειρίδια, κατακεραυνώνουν τις  αστικές  και   «αναθεωρητικές»   αντιλήψεις σε  όλους  τους  τομείς.  Αλλά  όλα  αυτά   είναι   «θεωρία».  Και  ο διχασμός    θεωρίας-πράξης   εδώ   παίρνει    τη   μορφή    «θεωρίας»-«πολιτικής»:   αυτά   είναι   στη   θεωρία,   εκείνα    στην   πολιτική. Αλλά  και σ’ ότι   αφορά   τη   «θεωρία»   ο  διχασμός-διπλότητα   εμφανίζεται  με  το   να   μην   υπάρχει   αντίληψη που   να   μην   καταπολεμιέται   και   ταυτόχρονα   να   μην   υιοθετείται.   Τα   «εργαλεία» της  φιλελεύθερης  οικονομίας  σε  όλες  τις  αποχρώσεις   τους   στη θεωρία καταπολεμιούνται. Αλλά στην πράξη  όλα  αυτά  τα   «καταραμένα»   πράγματα   χρησιμοποιούνται.   Για   παράδειγμα,   μεγάλες  δόξες   του   διεθνή   οικονομικού   νεοφιλελευθερισμού   και   νομπελίστες ακόμα,είναι από τους  κύριους  σχεδιαστές  της  οικονομικής πολιτικής. Τα ινστιτούτα  «μελέτης»   του  Γκορμπατσώφ   αποτελούν  παραδείγματα   αυτού   του   διχασμού.   Ο   εκλεκτικισμός καταπολεμιέται.   Αλλά   στην   πράξη   ‘ «παίρνουμε   το   καλό   όπου το  βρίσκουμε».  Η   αυτοδιαχείρηση  και  η   αποδοτικότητα  μαζί, Ο .διάβολος  και  το  λιβάνι  συμφιλιώνονται. Ο   «πλουραλισμός»   που προς  τα  «έξω»   αποτελεί   κι   εδώ   εκλεκτικά   κολάσιμο   αδίκημα, «μέσα»   βρίσκεται  σε  άνθιση.   Διχασμός-διπλότητα   στη   θεωρία, διχασμός   θεωρίας-πράξης,  επομένως   επισημοποιημένος,   θεωρητικοποιημένος    διχασμός-διπλότητα     στην    πολιτική.    Λέμε     αυτό, αλλά επιδιώκουμε εκείνο. «Μέσα» και «έξω». Και για τους ανησυχούντες, αφελείς ή μη, προβάλονται νεύματα ματιών, υπονοώντας πως πρόκειται για π στρατηγήματα εξαπάτησης του αντίπαλου… Μονάχα που ο αντίπαλος εδώ δεν είναι η «άλλη τάξη», αλλά η ίδια η τάξη που στο όνομα της υποτίθεται πως γίνονται όσα γίνονται.

Οσο δοξάζονται ο Μαρξ και ο Λένιν, τόσο βαθύτερα θάβονται. Κατά τις περιστάσεις γίνεται επίκληση τσιτάτων με επιλεκτικό τρόπο για να δικαιολογούνται τα πάντα. Άλλοτε διακηρύχνεται -και στη χώρα μας συμβαίνει αυτό- πως ο Μαρξ έζησε σε άλλη εποχή, «δεν ισχύουν όλα». Κι έτσι, όσα καταμαρτυρούν στους άλλους, ισχύουν σαν ομολογίες πίστης και για τους ίδιους. Σε επετείους οι φανφάρες μπαίνουν σε ενέργεια.

Πίσω απ’ όλα αυτά υπάρχουν οι ρεαλιστικές διαπιστώσεις-διλήμματα σαν κι αυτό που, δεν πάει πολύς καιρός, ειπώθηκε από το στόμα του Φιντέλ Κάστρο (δεν είναι ο πρώτος ούτε ο τελευταίος): «Ο σοσιαλισμός είναι κάπως καλύτερος από τον καπιταλισμό, αλλά μονάχα τα υψηλής ποιότητας επιτεύγματα του καπιταλισμού μπορούν να λύσουν τα προβλήματα της υπανάπτυξης της παραγωγικότητας». Κατά τ’ άλλα καλά. Έτσι ο Κάστρο και ο Τενγκ αλληλομελετιούνται   και   αλληλοθαυμάζονται.

Βέβαια, πριν 20-25 χρόνια αυτά λέγονταν πολύ συχνότερα και πολύ επισημότερα. Οι θύελλες ανάγκαζαν σε «σωφροσύνη». Και τότε δεν υπήρχαν τα προβλήματα που επικαλούνται τώρα. Υπήρχαν άλλα. Και πίσω απ’όλα αυτά η βασική επιλογή, το κύριο δίλημμα: μέχρι που να προχωρήσει ο συγκερασμός…Με όλα τα   επακόλουθα.   Η   «τελική  λύση»   αναβάλονταν.  Οι   «προσωρινές επιτυχίες» μεθούσαν —και η κύρια απ «αυτές που ήταν η κατασίγαση των . θυελλών- και έτσι απόμεινε η «μεγάλη ιδέα» της τεχνικοεπιστημονικης επανάστασης, την ίδια στιγμή που όλες οι «προσωρινές επιτυχίες» έτρεφαν αυταπάτες κάθε είδους. Ο γκορμπατσωφισμός τώρα προσφέρει τη δυνατότητα ενός ανανεωμένου πρόσωπου της προσαρμογής. Ανανεωμένου με την προβολή της «πέμπτης γενιάς» εγκέφαλων, μετά τη μεγάλη στροφή, που συνδυάζουν —χωρίς συναισθηματικές αναμνήσεις και παρελθοντικά «ταμπού»— το ρεαλισμό και την τεχνογνωσία της χειριστικής «επιστήμης» (διπλότητα αναγμένη σε ολοκληρωτ-μένο σύστημα).

Οι «μικροί Γκορμπατσώφ», απανταχού της γης, έχουν προετοιμάσει το έδαφος, έχουν αξιοποιήσει πολύ γρήγορα το «κάνε πολιτική», δηλ. την ουσία της πανάρχαιας τέχνης του «κυβερνάν», δίχως αναστολές που είχαν ή έχουν οι πρεσβύτεροί τους σε διάφορους βέβαια βαθμούς.

Όλα αυτά είναι αρκετά για να γονιμοποιηθεί η πράξη του συγκερασμού;

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

» Ο ιταλικός φασισμός έχει τώρα ανάγκη, επί ποινή θανάτου ή ακόμα χειρότερα αυτοκτονίας, να προικιστεί με ένα «σώμα θεωρι-, ών»…Ίσως η έκφραση αυτή να είναι κάπως δυνατή. Αλλά θα επιθυμούσα να έχει δημιουργηθεί η φιλοσοφία του φασισμού σε δύο μήνες μέχρι το πανιταλικό συνέδριο». (Μπ. Μουσσολίνι, γράμμα στο Μπιάνκι, 27/8/1921, τυπωμένο στα Διαγγέλματα και Διακηρύξεις, Μιλάνο,  1928, σ.29)

Οι σημερινοί Ντούτσε, άλλοι εκλεγμένοι με δημοκρατικές διαδικασίες -και ο Ντούτσε και ο Φύρερ είχαν εκλεγεί με τέτοιες διαδικασίες, κάτι που αποσιωπάται όταν γίνεται λόγος για αυτές τις μάκρυνες εποχές— κι άλλοι άμεσα στην εξουσία με πιο πραχτικούς τρόπους, δεν σκοτίζονται όσο ο Ντούτσε να καταφεύγουν σε έτοιμες λύσεις—αντίγραφα, που προμηθεύουν με ηλεκτρονική ταχύτητα τα γνωστά κέντρα.

Σήμερα, το έδαφος έχει προετοιμαστεί ώστε οι νέες ιδεολογίες που κηρύχνουν το «τέλος των ιδεολογιών», να είναι προικισμένες με ένα «σώμα θεωριών» που ούτε νέες είναι, ούτε και θεωρίες είναι, αλλά που ποντάρουν στις ισχυρές δυνάμεις που βρίσκονται πίσω τους και στα πρωτοφανή μέσα διάδοσης και επιβολής τους. Λ.χ ένα «ανσαμπλάκι» διαδίδεται αστραπιαία από το Μανχάτταν στη Σεούλ, μια «νέα ιδέα»-ανσαμπλάκι μπορεί να μην διαδίδεται με την ίδια ταχύτητα, γιατί μεθοδεύεται η διάδοση της με στάδια και φάσεις, αλλά οπωσδήποτε διαδίδεται χωρίς να φαίνεται η πηγή της. Επενδύεται έτσι με την εγκυρότητα του «αυθόρμητου», της «πνευματικής διάθεσης» ή ακόμα και σαν «ιδέα ανατρεπτική» ή τουλάχιστον εικονοκλαστική. Δεν ποντάρει σ’αυτή την ορθολογικότητα που εξυμνείται από όλες τις μεριές σαν κύρια πνευματική κατάσταση της εποχής μας, αλλά αντίθετα, στις «σκοτεινές» πλευρές, σ’αυτό που το σύγχρονο πολιτικό μάρκετινγκ ονομάζει «ανάγκες». Οπως ο παραλογισμός του ταξικού συμφέροντος βαφτίζεται ορθολογισμός, έτσι και η ανάγκη επιβίωσης της τάξης  βαφτίζεται   «συνολικές   ανάγκες»   του   «σημερινού   ανθρώπου» γενικά. Η ανάγκη δηλ. αξιοποίησης του κεφαλαίου επιβάλλεται ιδεολογικά μέσα από τους ποικίλους μηχανισμούς της «μεγάλης τεχνικοεπιστημονικής επανάστασης» σε ιδεαλιστική (με την έννοια της απαλλαγής από κάθε υλική εγωιστική ιδιοτέλεια) προσφορά -απάντηση του σημερινού εκσυγχρονισμένου συστήματος σχέσεων στις ανάγκες των ανθρώπων.

Η μαζική, το μαζικό, τα μαζικά … λέξεις που υποκαθιστούν και αναποδογυρίζουν την έννοια μάζα, μάζες κλπ,. που πριν μερικές δεκαετίες ήταν απαγορευμένη σαν λέξη ή λέξεις για την  ιδεολογία και την  «επιστήμη» του κεφαλαίου.

Η αποδοχή της «λογικής» αυτής, μετάτρεψε την επαναστατική πράξη σέ ουραγό της «επανάστασης του κεφαλαίου». Από τη στιγμή που επιδιώκεται η «ικανοποίηση των αδιάκοπα αυξανόμενων αναγκών των εργαζόμενων στη βάση των προδιαγραφών, των πρότυπων που «εγκαινίασε» η «επανάσταση του κεφαλαίου » σαν διέξοδο από την πραγματικά βαθιά, ολόπλευρη κρίση του (1930 κ.ε.), αντικρύζουμε την υλική βάση του συγκερασμού για τον οποίο μιλήσαμε.

Το «να φτάσουμε και να ξεπεράσουμε» τις ΗΠΑ, τη Δόση κλπ στην παραγωγή αυτού ή εκείνου του προϊόντος, έθεσε τις βάσεις για την προβολή ενός κάποιου σοσιαλισμού καλύτερου ίσως από τον καπιταλισμό, αλλά όχι σαν ένα νέο, αναγκαία και αναπότρεπτα ριζικό, αντιθετικό κοινωνικό σύστημα. Από κεί όλα τα προβλήματα, αλλά κι όλες οι  «προσωρινές επιτυχίες»…

Όλοι σχεδόν οι σημερινοί κριτικοί του μαρξισμού, του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού κι όταν ακόμα επικαλούνται το «λιγότερο»   ή   «καθόλου»   κράτος,   την   «αυτοδιαχείριση»,   τα «ανθρώπινα δικαιώματα» κλπ, δεν θίγουν αυτή την ιερή και απαραβίαστη κοινή βάση: ο σοσιαλισμός ή «υπαρκτός σοσιαλισμός» κατηγορείται γιατί δεν προχώρησε περισσότερο στην σύζευξη (για να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη,της μόδας) του καπιταλιστικού και ολοένα εκσυγχρονιζόμενου τρόπου παραγωγής με τη μεγαλύτερη και ένδοξη λέξη της εποχής -το φιλοσοφικό, πολιτικό πλουραλισμό. Γιατί δεν παράγει περισσότερα προϊόντα σε μαζικές σειρές που να ικανοποιεί καλύτερα αυτές τις «ανάγκες». Γιατί δέν άφησε να αναπτυχτεί αυτός ο (φαινομενικός) πλούτος της ομοιομορφίας που χαραχτηρίζει το «δυτικό κόσμο»    κλπ κλπ.

Ετσι, αφού εξαντλήθηκε, ανασκεύασε, κατακεραύνωσε, εξαπόστειλε όλους τους οικονομισμούς, τους παραγωγικισμούς, τις αφέλειες, τα εγκλήματα κλπ, όλων των μαρξιστών από τον Μαρξ μέχρι τον Μάο, τελικά προσγειώνεται αυτή η «αριστερή κριτική» στο άνετο κοινό έδαφος του παραγωγικισμού, του καταναλωτισμού, της ιδεαλιστικο-θετικιστικής κοινοτυπίας. Οποιοδήποτε άλλο έδαφος είναι Ουτοπία του 19ου αιώνα. Αλλά αναζητεί μια άλλη Ουτοπία παρόλα αυτά. Ανανέωση, αλλαγή μόδας, «νεωτερικότητα».

Η νεωτερικότητα που απαντάει σε ουσιαστικές απαιτήσεις ανάπτυξης ενός κινήματος ήταν στο παρελθόν αδιάσπαστα δεμένη με την πράξη που εμπνέονταν από όχι και τόσο «δημοφιλή» σώματα θεωριών. Σήμερα όμως όποιος αντιστρατεύεται «έγκυρες», κατεστημένες αλήθειες, δηλ. ξεφεύγει από το έδαφος κοινών παραδοχών, αντιμετωπίζει μια καθόλου βολική και ευχάριστη κατάσταση: λίγο —πολύ μιλάει μια γλώσσα, ακατανόητη. Η αναποδογυρισμένη ορθογικότητα θεωρεί παραλογισμό οτιδήποτε   αμφισβητεί   τα   αξιώματα   της.   Αυτή   η   έγκυρη   γνώση υποβάλει   και   σε   ψηλό    θεωρητικο-επιστημονικό   επίπεδο   και    με εύπεπτο   -με   εικόνα,  λόγο   και ήχο-   τρόπο,   αλλά   και   πιο   απτά, μέσα από   τους   τρόπους   ζωής,  συμπεριφοράς,   μέσα  απ’ αυτό  που λέγεται  γενικά   «προϊόντα»   και  βάζοντας   στο   όνομα   της   άρνησης    του   παλιού ντετερμινισμού    ένα    νέο    ντετερμινισμό    που όμως  είναι παμπάλαιος,  μερικές   απλές αλήθειες   του   είδους:   ο «άνθρωπος»,  η   «μάζα», είναι   ανίσχυροι   μπροστά   σε   μια   νέα πραγματικότητα    που    δημιουργήθηκε]     Η     νέα    πραγματικότητα αποτελεί ριζική άρνηση όσων ίσχυαν  «πριν»  εκτός (μια  λεξούλα μόνο) από   τις   ιδέες-προκαταλήψεις   σαν   κι    αυτή (την    ανισχυρότητα) που πασχίζει   να   ριζώσει  πιο   βαθιά.   Έτσι   δικαιολογούνται   και   οι θυσίες   για   να   βγούμε    από    την    κρίση   (και    στην έννοια     θυσία    περικλείνεται     και η     έννοια     εποικοδομητικές προτάσεις)   και   οι    θυσίες   για   να   μην   οξύνονται   τα   πνεύματ των   ισχυρών   και   έρθει   η   «στιγμή-μηδέν»    (πόλεμος-καταστροφή).    Οι    ιδέες-ουτοπίες είναι    ξεπερασμένες    και    επικίνδυνες, γιατί ωθούν σε  «τρέλλες»!   Από  την   «άλλη»,  η   θυσία   αποτελεί μια ανοησία  όταν   έχει   να  κάνει   με   άλλα πράγματα.  Εδώ  ο υπερβατικός πραγματισμός   ξεφεύγει    από    την    γενικότητα    του’ και  γίνεται    πολύ  συγκεκριμένος   και πολύ   «βατός»…   Η   «αδέσμευτη»,     «αντικειμενική»,     «αυστηρά     επιστημονική     σκέψη» δεν  βρίσκεται   -όπως  διατείνονταν   κάποτε  όταν  είχε πάψει   αυτό   να   συμβαίνει-   μακρυά και    πέρα    από    την    πεζότητα    της καθημερινότητας.    Και    γι’ αυτό,    όχι    απλά    είναι συνυπεύθυνη των   απλουστευτικών   σχημάτων   των   μαζικών   μέσων   ενημέρωσης που   συχνά καταγγέλει,   αλλά  παίζει   μοντελοποιητικό   ρόλο.

Επινοεί «σώματα θεωριών» με ταχύτητα που ξεπερνάει την εναλλαγή της μόδας με τη χτεσινή της έννοια. Ίσως να την ξεπερνάει, γιατί η «παραγωγή σε σειρές» επιβραδύνει το ρυθμό   της   ταχύτητας    της    τελευταίας.    Αν    τα    πειραματόζωα

κάποτε θεωρούνταν πως ήταν μονάχα οι λαοί των αποικιών, σήμερα το πεδίο εφαρμογής έχει διευρυνθεί σημαντικά: από τις μέρα το πεδίο εφαρμογής έχει διευρυνθεί σημαντικά: από τους μεγαλόπνοους επιστημονικούς πειραματισμούς που καταγγέλονται, όσο καταγγέλονται, στη γη και το διάστημα, μέχρι τους ακόμα πιο μεγαλόπνοους πειραματισμούς της «κοινωνίας της πληροφορίας», που ανοίγει το δρόμο για τις «δύο κοινωνίες» που έχουν κιόλας μπεί σε εφαρμογή στίς ίδιες τις καπιταλιστικές μητροπόλεις.

Έτσι η θέση του Μαρξ θα μπορούσε να διατυπωθεί γι’ αυτή την επιστήμη με τον τρόπο αυτό: «Οι φιλόσοφοι μέχρι τώρα μπορούσαν να διατείνονται πως μελετούσαν τον κόσμο. Τώρα παρεμβαίνουν άμεσα, ενεργά, για να μην αλλάζει ο κόσμος».

Την αναποδογυρισμένη λογική της ενότητας θεωρίας-πράξης του κεφαλαίου, πασχίζει από καιρό να κατακτήσει και να ξεπεράσει (άμιλλα) η επιστήμη του σοσιαλισμού. Καί ο γκορμπατσωφισμός θα δείξει αν θα προωθήσει απλά ή θα πραγματοποιήσει ένα  «ποιοτικό άλμα».

Στη διάρκεια των «Τριάντα Ένδοξων Χρόνων» (1945-1975), όπως ονομάζεται από πολλούς η μεταπολεμική περίοδος μέχρι την κρίση, η αχαλίνωτη ορθολογικότητα της ανάπτυξης που εκφράζαν όλες οι «σχολές σκέψης» καλλιέργησαν μύθους που τώρα πρέπει να τους απορρίψουν και να βάλουν στη θέση τους άλλους. Η σημερινή μυθολογία παραπέμπει στο «έτος 2.000″… Το μύθο αυτό τον άδραξαν με την ίδια ευκολία που άδραξαν χτες και προχτές την υποτιθέμενη πλήρη απασχόληση, την υποτιθέμενη αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη, το μεγαλούργημα   του   περπατήματος   του   ανθρώπου   στα   άστρα   και της παντοδυναμίας πάντα της Επιστήμης, της Οργάνωσης, της Αποτελεσματικότητας. Αφού η πρώτη περίοδος της Τεχνοκρατίας στο τιμόνι τα κατάφερε τόσο ωραία (εξάλειψε τις κρίσεις, τη φτώχεια, την πείνα, τις αρρώστιες κλπ ) ξανοίγεται η δεύτερη περίοδος της Τεχνοκρατίας. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι ένα «νέο ποιοτικό άλμα» και σε Δύση και σε Ανατολή.

Δεν έχει κανείς λόγους να μην υποθέσει πως βρισκόμαστε πραγματικά σε ένα ποιοτικό άλμα. Αλλά το ζητούμενο είναι ποιο θα είναι αυτό και με ποια έννοια θα είναι τέτοιο. (Όσο κι αν η διαλεχτική όπως και η αντίθεση ιδεαλισμού-υλισμού είναι ξεπερασμένα πράγματα, όλο και συχνότερα γίνεται χρήση αυτών των  «απολιθωμένων κατηγοριών»  από τους πάντες).

ΤΕΛΟΣ     ΤΗΣ     ΠΑΡΕΚΒΑΣΗΣ…

Αν θέλουμε να δώσουμε κάποια απάντηση σχετικά με τα νέα αυτά ποιοτικά άλματα —που η επιδίωξη της πραγματοποίησης τους έχει βάλει σ’ έναν αγώνα ταχύτητας τα δύο «συστήματα», τους «δύο κόσμους»- θα λέγαμε πως ανοίγουν έτσι κι αλλιώς μια προοπτική ακόμα μεγαλύτερων αδιέξοδων (φαύλους κύκλους) και για τις δυο εκδοχές της Αντεπανάστασης. Το αδιέξοδο της πρώτης περιόδου των δύο εκδοχών της Τεχνοκρατίας (τα Τριάντα Ενδοξα Χρόνια) δεν μπορούσε να δημιουργήσει μια ρήξη τέτοια που να θέτει άλλους όρους για τη δεύτερη περίοδο. Η ρήξη, οι απόπειρες ρήξης (οι θύελλες της 30ε-τίας) «ξεπεράστηκαν», όσο ξεπεράστηκαν.

Στον απλό άνθρωπο, που βρίσκεται μέχρι τώρα έξω από τη ζώνη των μεγάλων πειραματισμών, του προσφέρθηκε η ψεύτικη παρηγοριά  της. «ειρήνης»   και  του όποιου  καταναλωτισμού.   Σήμέρα του ζητιέται να τα ζεχάσει αυτά. Και να θυσιαστεί για να έρθει ελπιδοφόρο το, έτος 2.000 με τα ανθρωποειδή, τις συγκρούσεις στο Σύμπαν και να περιοριστεί σε μια δεύτερη κοινωνία, περιμένοντας να ξανάρθουν πιο άφθονα τα πλούτη και η εξυπνάδα από τη νέα κοινωνία του 2.100 μ.χ. που θα ανθίσει στον  Άρη ή στην  Αφροδίτη.

Η ζοφερή αυτή εικόνα δεν προβάλεται μονάχα σαν «αναγκαίο τίμημα της προόδου», αλλά και σαν ενυπάρχουσα τάση της ανθρώπινης φύσης που ρέπει ακατανίκητα στην αυτοκαταστροφή. Πολλές πλευρές πολύ επιστημονικές και «ανατρεπτικές»‘ έκαναν και κάνουν πολλά ώστε αυτό το επίτευγμα—πεμπτουσία της ανθρώπινης σοφίας να ενσταλαχτεί και να ενσταλάζεται είτε άμεσα είτε έμμεσα, στις συνειδήσεις των απλών ανθρώπων. Άλλωστε τις «υπερβαίνει» έτσι κι αλλιώς όταν αποδύεται σε επαναστατικές εξάρσεις γι’αυτό «οριοθετεί» ότι μπορεί να κάνει ο «σοσιαλισμός» και τι δεν μπορεί να κάνει. Αλλά το κάνει η επιστήμη που βρίσκεται έξω από τάξεις και συστήματα.

Όμως την πορεία της ιστορίας ποτέ δεν την προσδιόρισαν τέτοιου είδους παραδοχές ή «υπερβάσεις». Ούτε «οριοθετήσεις». Τα ίδια τα «Τριάντα Ένδοξα Χρόνια» που τώρα παρασταίνονται σαν χρόνια ήρεμων, αδιατάραχτων προόδων στους όρους ζωής των «μαζών» (με τα αναπόφευκτα τιμήματα της προόδου που, τι να κάνουμε, μας ακολουθούν!) υπερβήκανε κάθε είδους προκαταβολικές οριοθετήσεις και απαγορευτικά υπερβάσεων.

Πρόσθεσαν στοιχεία και έριξαν άλλα όρια, που σήμερα υπάρχει    κάθε    λόγος    για    να    αγνοούνται    στην    εξουσία    των Παντοδύναμων Δυνάμεων. Και κύρια, δείχτηκε ο παραλογισμός της ορθολογικότητας, που αποτελεί την ουσία του συστήματος κοινωνικών σχέσεων που επικρατεί.

ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ  ΑΡΙΣΤΕΡΙΣΜΟΣ  ΚΑΙ  ΕΞΟΥΣΙΑ

Η Αντεπανάσταση προσφέρεται σε όλες τις εκδοχές της σαν Επανάσταση. Από τις επαναστάσεις των καθαρών Νεοφιλελεύθερων μέχρι τις «σοσιαλιστικές» Νεοφιλελεύθερες Επαναστάσεις, είτε στο δυτικό, είτε στο ανατολικό ημισφαίριο, είτε στην’ Ευρώπη. Ακόμα περισσότερο: η Επανάσταση (παρελθόν) είναι Αντεπανάσταση. Γιατί ανέκοψε την αυθόρμητη κοινωνική δημιουργία (π.χ. η Οχτωβριανή Επανάσταση). Η βασιλεία του «λογισμικού» τινάζει στον αέρα οποιαδήποτε βασανιστική αναζήτηση στην κοινωνική πράξη, αφού όλα μοντελοποιούνται απλά: αιτία-αποτέλεσμα, είσοδος-έξοδος. Οι «μεταφυσικές» των χεγκελιανών και μαρξιστών είναι γι’αυτό αναποτελεσματικές… Η Επιστήμη και η Αντι-Επιστήμη. Ο σκοταδισμός αναγορευόμενος σε ορθολογισμό. Τα «κατσαβίδια» αλλά και οι σούπερ-υπολογιστές, έκφραση της αριστοτελικής ενδελέχειας. «Ο μαρξισμός πέθανε»,  «τον  έφαγε η ρομποτική»   κλπ κλπ.

Αντίθετα με την μοντελοποίηση των πάντων και την υπαγωγή τους στην κυρίαρχη «εργαλειακή» λογική, η βασανιστική αναζήτηση μετασχηματισμού της κοινωνικής πράξης δεν στηρίζεται σε σχήματα, που εξαντλούνται σε μια αναβίωση της μηχανικιστικής σκέψης. Η έρευνα, η μελέτη, η απόδειξη που πάνω της στηρίχτηκε εκείνο το επιστημονικό πνεύμα που σημάδεψε τις πιο μεγάλες στιγμές της Πράξης, απορρίπτει τους εγκλεισμούς σε σχήματα όσο κι αν αυτά περιβάλλονται με το φωτοστέφανο της  «τεχνικοεπιστημονικής    Επανάστασης».    Η    ανάλύση και αντίκρουση όλων των τερατουργημάτων, που προβάλονται σαν ουσία της Αντεπανάστασης στο όνομα των ιλιγγιώδικων προόδων, θεωρείται χαμένη υπόθεση, αφού δεν χρηματοδοτείται, επομένως δεν είναι έγκυρη- Η υπόθεση της βασανιστικής αναζήτησης του μετασχηματισμού της κοινωνικής πράξης δεν χωράει επομένως σε οποιαδήποτε γνωστά «έγκυρα πλαίσια». Αν υπάρχουν εξαιρέσεις – και θα υπάρξουν μελλοντικά βέβαια περισσότερες- επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Η απεμπλοκή -αν θέλουμε να μιλήσουμε με εκφράσεις τελευταίας μόδας- από τα σχήματα που δρουν και από τα «πάνω» (έγκυρη επιστήμη-γνώση) και από τα κάτω («μασημένη τροφή», μαζικά μέσα ενημέρωσης και κουλτούρας) δεν είναι εύκολη υπόθεση αν δεν στηρίζεται σε μια συγκεκριμένη πραχτική. Είναι άπειρα τα παραδείγματα παγίδευσης και όχι εμπλοκής στοχαστών που νόμισαν πως έφτασαν σε έννοιες έξω απ’ όλα αυτά και που θεώρησαν πως η δύναμη των εννοιών τους θα είχε ανατρεπτικό ή καταλυτικό χαραχτήρα.

Σε ένα τόσο «μικρό» και «εκτεταμένο» πεδίο αγώνων όσο είναι το «πλανητικό χωριό» -όπως τώρα λένε τη Γη αυτοί που είναι έτοιμοι να. πραγματοποιήσουν την τεχνικοεπι-στημονική επανάσταση και την κοινωνία της πληροφορίας σε συμπαντική κλίμακα- υπάρχουν οι δυνάμεις και τα φαινόμενα που στηρίζουν και μπορούν να στηρίξουν όλη αυτή την υπόθεση και μονάχα όσοι κρατάνε στα χέρια τους τη «Γνώση-Δύναμη» μπορούν να το αμφισβητήσουν αυτό.

Όλα αυτά είναι αριστερισμός. Και ο αριστερισμός πέθανε, όπως και ο Μαρξ, αφού έχουμε ρομποτική και εναλλαχτική πολιτική ή αριστερά. Οι ετικέττες μένουν. Αλλίμονο, με τις προόδους που  αναφέραμε πριν, αν   δεν   καταφέρνουν   να   επιβάλουν και ετικέττες. Αλλά ο αριστερισμός (αν ζούσε ο Λένιν, θα βλαστημούσε την ώρα και τη στιγμή που άφησε μια τέτοια κληρονομιά) είναι η αριστερή πολιτική, η αριστερή γραμμή σε αντίθεση με κάποιες άλλες. Όλοι οι καθώς πρέπει αριστεροί θα δέχονταν να τους προσάψουν οποιοδήποτε χαραχτηριομό εκτός απ’ αυτόν. ‘ Απαγε της βλασφημίας. (Φυσικά, όταν ήταν της μόδας, γιατί κάτω από καθορισμένες περιστάσεις έγινε της μόδας, πλήθος αξιοπρεπών αριστερών έσπευσαν να αυτοχαρακτηριστούν αριστεριστές, όπως στη χώρα μας όταν φαίνονταν πως θα κυριαρχούσε το ΕΑΜ, πολλοί αξιοπρεπείς κύριοι δήλωναν πως ανήκουν «στην ΕΑΜ»). Όποιος το τραβάει η ψυχή του ας αποτάξει το Σατανά. Η ετικέττα (έστω κι αν σήμερα κάπου-κάπου έχει πέραση για ναρκισσευόμενους «οργισμένους» κάθε ηλικίας, μέχρι και τέως υπουργούς του ΠΑΣΟΚ) ας μείνει. Το ζήτημα είναι τι περιεχόμενο δίνουν οι ετικεττοττοιοί και τι δίνουν αυτοί που κουβαλάνε την ετικέττα.

Οι «αριστεριστές», με την έννοια που δόθηκε, που είναι οι αποσυναγωγοί της κάθε είδους Αριστεράς, βλέπουν σοβαρά την υπόθεση της Αριστεράς. Πράγμα που δεν το κάνουν οι ίδιοι οι  «έγκυροι» και  «υπεύθυνοι»  αριστεροί.

Στη χώρα μας, σε χρόνια που ξεπέρασαν κάθε ρεκόρ, η έγκυρη Αριρτερά απόλαυσε και απολαμβάνει τα πάντα. (Άλλοτε δεν ήταν έγκυρη και υπεύθυνη βέβαια.) Μέχρι που έγινε και κυβέρνηση. Μέχρι που αποκαταστάθηκε και το ΕΑΜ (αλλά μαζί με τους Σούρληδες, τσολιάδες, χίτες, «χρυσή αντίσταση», αντίσταση πεμπτοφαλαγγιτών Μ. Ανατολής κλπ κλπ). Και τώρα η Αριστερά γενικά που συμπορεύτηκε 12 χρονιά ειρηνικά, μαζικά, φεστιβαλικά, χρηματοδοτικά, βρίσκεται σε δεινή θέση. Κάποτε απειλούνταν από  τους αριστεριστές. Ο  κίνδυνος παρήλθε. Κορυφαία στιγμή η κριτική του Παπανδρέου στη Βουλή, γιατί δεν εφαρμόστηκε το σχέδιο του για το λιάνιομα των διαδηλωτών το Νοέμβρη του 1980.

Το πρόβλημα είναι πως πέρασαν «οι ευτυχισμένες μέρες». Και προβάλει η αμείλικτη ανάγκη της λήψης σκληρών αποφάσεων. Και εδώ όλη η πείρα, η «Γνώση-Δυναμη» επιστρατεύεται για να αποτραπούν επικίνδυνες εξελίξεις.

Συμπορεύτηκαν όλες οι Αριστερές στα ουσιαστικά ζητήματα. Παρά τα περί «δογματισμών», ‘αναθεωρητισμών», «παραδοσιασμών» κλπ, όλες θεώρησαν εαυτές και άλληλες σαν συστατικά μέρη του σοσιαλιστικού κινήματος. Επίσημα οι διαχωρισμοί είναι ρεφορμισμός, δογματισμός, «ανανεωτισμός». Η «αλλαγή» τους χωρίζει γιατί υπάρχει αυτοδυναμία και όχι μοίρασμα εξουσιών. Το Κράτος της Μεταπολίτευσης άνοιξε τις πόρτες του με κατάθεση βέβαια γνωστών εγγυήσεων (απόταξη του Σατανά) και το Κράτος της Αλλαγής (β’ φάση) ακόμα περισσότερο, στις διαδοχικές γενιές. Ο αριστερισμός -όχι βέβαια η αποδιοπομπαία τάση- η προβολή των ταχτοποιημένων αριστερών ιδεών με μια ανάλογη ταχτοποιημένη -δηλαδή διαστρεβλωμένη- εικόνα της παράδοσης του αριστερού κινήματος νομιμοποιήθηκε και ρεζιλεύτηκε κατά συνέπεια αρκετά- Κι έχει συνέχεια… .

Οι διαδοχικές τους ταχτοποιημένες και καθωσπρέπει θέσεις, η απολίτικη πολιτικοποίηση, ο φεστιβαλισμός και ο φιλα-θλισμός («θέλουμε φίλαθλους κι όχι φανατικούς») έφερε τα γνωστά αποτελέσματα -που τις αιτίες τους «αναζητούν» αλλού- σ’ ένα μεγάλο τμήμα της νεολαίας. Αδρανοποίησαν ένα άλλο μεγάλο μέρος της πιο  ώριμης  γενιάς.   Έριξαν   έτσι  βάσεις για το πέρασμα  αυτού που  συμβαίνει   στη   «χώρα   του   φωτός», τη Γαλλία λ.χ, για να περάσει   καθαρά   και  παστρικά   ο   νεο-συντηρητισμός,   δηλ.   η   Αντεπανάσταση,   σ’ όλους   τους   τομείς.   Οι χωρίς αρχές ερωτοτροπίες των πάντων   -και   των  τριών   συστατικών   με    τη  Δεξιά    (ΑΣΔΗΝ,    μορατόρια,    συμπράξεις,    αντι-α-ντιοταθεροποιητικό    μέτωπο,    συνδυασμοί    και συμβιβασμοί    στις μαζικές   οργανώσεις    κλπ)    σ’ όλους    τους    τομείς    και    χώρους, μπορεί να   δημιουργεί    αυταπάτες   πως    θα   περάσουν    το    ίδιο καλά   όπως   πέρασαν   στην περίοδο    ‘ 74-‘ 81    με   την    «Ν.Δ», αλλά  τους  αφαίρεσε   αρκετή   αξιοπιστία   ακόμα   για   τη στερεότητα κι  αυτών  των   αντιδεξιών   αντανακλαστικών.  Τώρα  το παιγνίδι με   την   κρίση μπήκε   σε  μια  φάση  που  σημαδεύει   την   αποκάλυψη  πραγματικών   καταστάσεων που κρύβονταν   με   καμώματα και  πανηγύρια.   Η   πραγματικότητα   της   κρίσης     εξωθεί   (εκ  του πονηρού   βέβαια)   γνωστούς   αμέριμνους   και   ικανοποιημένους   για τη ζωή τους κοντυλοφόρους-φερέφωνα   να   μιλάνε   για   «κοινωνική   κρίση».  Ο  πολιτικός   χάρτης αμφισβητείται   «εκ   των   ένδον» σ’όλη   του   την    έκταση.   Από   την    «Ν.Δ»    μέχρι    το «ΚΚΕ». Ποια ιδεολογικά  και πολιτικά  όπλα  δίνουν  στις  μάζες, που  όλοι τόοο πολύ  κόβονται γι’ αυτές;  Το  ΠΑΣΟΚ   τις  καλύτερες   μέρες για   το   1988,  το   «ΚΚΕεσ»   για   το   έτος   2.000   με   τη   νέα   τεχνολογία,   το    «ΚΚΕ»    με   την    αντιμονοπωλιακή    κυβέρνηση    με τις «άλλες   δυνάμεις»,   λ.χ,   τους   κ.κ.   Δρεττάκη,   Φίλια,   τους αγρότες της Καισαριανής κλπ κλπ.

Η υπόθεση της Αριστεράς πάει καλά έτσι. Υποτίθεται πως όλα αυτά εκφράζουν τις επιθυμίες και τις ανάγκες των μαζών όπως τις διερμηνεύουν. Θα έπρεπε να έλεγαν ίσως τις «φερέγγυες» ανάγκες… Γιατί εφόσον από καιρό έχει γίνει «έγκυρη», μονάχα «φερέγγυες» μπορεί να αναγνωρίζει. Το ζήτημα   είναι   πόσο    θα   διατηρήσει   την    «φερεγγυότητα»    της    και την  αξιοπιστία της… με όλα αυτά  τα καμώματα.

Δίπλα σ’ αυτή την Αριστερά, μέσα σ’ αυτή την Αριστερά και κόντρα σ’ αυτή την Αριστερά, υπάρχουν δυνάμεις που κάποτε θα ανασκοπήσουν και θα συνοψίσουν κριτικά -μακρυά από χειριζόμενες καταστάσεις- μια πείρα οδυνηρή για την πραγματική υπόθεση της Αριστεράς. Όσο γρηγορότερα γίνει αυτό, τόσο το καλύτερο.

Η πείρα δεν χωνεύεται έξω και μακρυά από τα εγκόσμια και τίποτα δεν χτίζεται εύκολα, άκοπα και θαυματουργά. Κι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να ανησυχήσουν όσοι το απολαμβάνουν. Συνέβηκε αυτό στη χώρα μας ο’αυτή την κοσμοϊστορική περίοδο 1974-1985;

 

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: