ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΡΥΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΕΝΙΑΙΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΜΑΡΞΙΣΤΩΝ-ΛΕΝΙΝΙΣΤΩΝ (1984)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ της Επιτροπής της Κίνησης για την ανασυγκρότηση του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος

ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΡΥΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΕΝΙΑΙΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΜΑΡΞΙΣΤΩΝ-ΛΕΝΙΝΙΣΤΩΝ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Κεφάλαιο πρώτο

ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

α’ Οξύνεται η γενική κρίση του καπιταλισμού.

β’ Η καπιταλιστική παλινόρθωση στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες, πρώην σοσιαλιστικές, χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

γ’ Η ανισόμετρη ανάπτυξη των καπιταλιστικών χωρών στην εποχή του ιμπεριαλισμού και η πάλη για την παγκόσμια ηγεμονία στο τωρινό στάδιο.

δ’ Οι αλλαγές στην κατάσταση των μεγάλων καπιταλιστικών χωρών της Δύσης και η αναπόφευκτη όξυνση των εσωϊμπεριαλιστικών αντιθέσεοίν.

Κεφάλαιο δεύτερο

ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΩΝ ΛΑΩΝ

α’ Ο χαραχτήρας της εποχής μας.

β’ Η πάλη για την εθνική απελευθέρωση και την κοινωνική πρόοδο στις περιοχές της Ασίας, της Αφρικής και της Λατ. Αμερικής.

γ’ Οι αγώνες των εργαζομένων στις καπιταλιστικές χώρες της Δύσης.

δ’ Οι αγώνες των λαϊκών μαζών στις ρεβιζιονιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

ε’ Η πάλη για την παγκόσμια ειρήνη.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Κεφάλαιο τρίτο

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ

α’ Από τον Μπερνστάιν ως τον Χρουστσιώφ.

β’ Ο σοβιετικός ρεβιζιονισμός.

γ’ Η «ευρωκομμουνιστική» παραλλαγή του ρεβιζιονισμού.

δ’ Ο γιουγκοσλάβικος ρεβιζιονισμός.

ε’ Ο κινέζικος ρεβιζιονισμός.

στ’ Ο αλβανικός οππορτουνισμός.

ζ’ Ο σοβιετικός ρεβιζιονισμός παραμένει η κυριώτερη απειλή.

Κεφάλαιο τέταρτο

Ο ΑΡΧΙΑΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΤΩΝ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΩΝ-ΛΕΝΙΝΙΣΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

α’ Η διασπαστική πραχτική των Χρουστσιωφικών και η πολεμική με το σύγχρονο ρεβιζιονισμό.

β’ Η ρήξη με τους φορείς του ρεβιζιονισμοΰ και η δημιουργία των μαρξιστικών-λενινιστικών κομμάτων και οργανώσεων του κόσμου.

γ’ Το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα σε μια φάση προσωρινής υποχώρησης.

δ’ Στην προοπτική της ανασυγκρότησης.

ε’ Για την ενίσχυση της διεθνούς αλληλεγγύης των μαρξιστών-λενινιστών.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΤΟ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ-ΛΕΝΙΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Κεφάλαιο πέμπτο

Ο ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΚΚΕ

α’ Οι εσοπερικοί όροι διαμόρφιυσης του ρεβιζιονισμού.

β’ Η επέμβαση των Χρουστσιωφικών.

γ’ Η γραμμή της «6ης Ολομέλειας».

δ’ Η διάσπαση του 1968 και οι δυο τάσεις του ελληνικού ρεβιζιονισμού.

Κεφάλαιο έκτο

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΩΝ-ΛΕΝΙΝΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ

α’ Η αντίσταση στο ρεβιζιονισμό στις ανατολικές χώρες.

β’ Η δημόσια αντιπαράθεση στο ρεβιζιονισμό στην Ελλάδα.

γ’ Η ανασύσταση του επαναστατικού ΚΚΕ — βασικός στόχος της πάλης των μαρξιστών-λενινιστών.

δ’ Η κρίση στο μαρξιστικό-λενινιστικό μας κίνημα και οι βαρείες συνέπειες της.

ε’ Μοναδική διέξοδος — η συσπείρωση των μαρξιστών-λενινιστών σε ένα

ενιαίο πολιτικό κόμμα.

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΜΑΣ

Κεφάλαιο έβδομο

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

α’ Η αναγκαιότητα της ρήξης με το ρεβιζιονισμό και η βασική προσφορά του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος. —

β’ Ο καθοδηγητικός πυρήνας του κινήματος.

γ’ Οι αντιθέσεις στους κόλπους του κόμματος και οι μέθοδες για την επίλυση τους.

δ’ Η σημασία της οργάνωσης.

ε’ Η κοινωνική σύνθεση του κόμματος.

Κεφάλαιο όγδοο

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ

α’ Η πολιτική ταχτική μας.

β’ Η ταχτική μας απέναντι στο ΚΚΕ.

γ’ Ο αγώνας μας ενάντια στις δυο υπερδυνάμεις.

Κεφάλαιο ένατο

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

α’ Η πείρα της σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη Σ.Κ. και στην Κίνα και το έργο του Στάλιν και του Μάο Τσετούνγκ.

β’ Η διδασκαλία του μαρξισμού-λενινισμού και η σκέψη Μάο-Τσετούνγκ.

γ’ Η εξέλιξη της κατάστασης στην Κίνα και στην Αλβανία

δ’ Να στηριζόμαστε στις δικές μας δυνάμεις και να εφαρμόζουμε σταθερά τον προλεταριακό διεθνισμό.

Κεφάλαιο δέκατο

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΚΕ

α’ Ενάντια στη μονομέρεια

β’ Πολύτιμα διδάγματα

γ’ Λάθη προσανατολισμού

δ.’ Ο ρόλος του Νίκου Ζαχαριάδη στο ΚΚΕ

Σωστές απαντήσεις στα σύγχρονα προβλήματα.

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ

ΟΙ ΣΚΟΠΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΑΣ

Κεφάλαιο ενδέκατο

ΤΑ ΧΑΡΑΧΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

α’ Η θέση της Ελλάδας στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα

β’ Ο χαραχτήρας της οικονομίας

γ’ Η ταξική διάρθρωση

δ’ Το πολιτικό καθεστώς.

Κεφάλαιο δωδέκατο

Η ΑΛΛΑΓΗ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΑΝΑΓΚΗ Ο ΤΟΠΟΣ ΣΗΜΕΡΑ

α’ Οι αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας

β’ Ο χαραχτήρας της επικείμενης επανάστασης

γ’ Οι κινητήριες δυνάμεις και η ηγεσία της επανάστασης

Κεφάλαιο δέκατο τρίτο

Η ΛΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΜΕΣΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ

α’ Μια νέα μορφή λαϊκής επαναστατικής εξουσίας.

β’ Καθεστώς πραγματικής λαϊκής κυριαρχίας.

γ’ Κατοχύρωση της εθνικής κυριαρχίας- ανεξάρτητη και δραστήρια εξωτερική πολιτική.

δ’ Βασικοί μετασχηματισμοί στον τομέα της οικονομίας.

ε’ Αδιάκοπη φροντίδα για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών του λαού.

στ’ Λαϊκή παιδεία και λαϊκός πολιτισμός.

Κεφάλαιο δέκατο τέταρτο

Η ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

α’ Οι γενικοί νόμοι της σοσιαλιστικής επανάστασης. —

β’ Το δικό μας πρότυπο της μελλοντικής σοσιαλιστικής κοινωνίας.

ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ

Η ΤΑΧΉΚΗ ΜΑΣ

Κεφάλαιο δέκατο πέμπτο

ΒΑΣΙΚΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ

α’ Για τη συσσώρευση των αναγκαίων επαναστατικών δυνάμεων.    —

β’ Η σημασία των μαζικών οργανώσεων.

γ’ Ο συνδυασμός της κοινοβουλευτικής και της εξωκοινοβουλευτικής πάλης.

δ’ Η πολιτική του ενιαίου μετώπου.

ε’ Η συνεργασία με τα αστικοδημοκρατικά κόμματα.

στ’ Να υπολογίζουμε σωστά την πραγματική κατάσταση του κινήματος μας.

Κεφάλαιο δέκατο έκτο

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΘΕΣΗ ΜΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

α’ Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και η πολιτική του μετά τον Οχτώβρη του 1981.

β’ Η δεξιά παραμένει ο κύριος εχθρός.

γ’Ο κίνδυνος του Φασισμού.

δ Ό ρόλος του ΚΚΕ.

ε’ Το ΚΚΕ εσωτερικού.

στ’ Οι ανένταχτοι της Αριστεράς.

ζ’ Η προοπτική της όξυνσης

Κεφάλαιο δέκατο έβδομο

ΤΑ ΑΜΕΣΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΜΑΣ

α’ Για τη βελτίωση της οικονομικής θέσης των εργαζομένων.

β’ Για την υπεράσπιση και διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και των ελευθεριών του λαού.

γ’ Για μια πολιτική εθνικής ανεξαρτησίας.

δ’ Γία την υποστήριξη του δίκαιου αγώνα του κυπριακού λαού.

ε’ Για τη φιλία και συνεργασία ανάμεσα στους λαούς της Ελλάδας και της Τουρκίας.

στ’ Για την αποπυρηνικοποίηση των Βαλκανίων, για την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή.

ζ’ Για την αλληλεγγύη με όλους τους λαούς που αγωνίζονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό και το σοσιαλιμπεριαλισμό.

Κεφάλαιο δέκατο όγδοο

ΟΙ ΜΑΡΞΙΣΤΕΣ-ΛΕΝΙΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΖΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

α’ Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.

β’ Το αγροτικό κίνημα.

γ’ Το κίνημα της νεολαίας.

δ’ Το γυναικείο κίνημα.

ε’ Το φιλειρηνικό κίνημα.

ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ

ΤΟ ΚΟΜΜΑ

Κεφάλαιο δέκατο ένατο

ο ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΣΜΟΣ

α’ Η εσωκομματική δημοκρατία

β’ Ο συγκεντρωτισμός στο κόμμα.

Κεφάλαιο εικοστό

ΜΕΡΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ

α’ Η κομματική διαπαιδαγώγηση

β’ Το στυλ της πολιτικής δουλειάς του κόμματος

γ’ Το ιδεολογικό μας μέτωπο

δ’ Το μέλλον του κινήματος μας.

ΣΧΕΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΤΟΥ ΕΝΙΑΙΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΜΑΡΞΙΣΤΩΝ-ΛΕΝΙΝΙΣΤΩΝ

Οι σκοποί του Κόμματος.

Η πολιτική και η ταχτική του Κόμματος.

Προλεταριακός διεθνισμός — Πατριωτισμός.

Τα μέλη του Κόμματος.

Οι υποχρεώσεις των μελών του Κόμματος.

Τα δικαιώματα των μελών του Κόμματος.

Τα μέτρα για τους παραβάτες των καταστατικών αρχών του Κόμματος.

Ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός

1. Εσωκομματική Δημοκρατία.

α) Η κριτική και η αυτοκριτική.

β) Κομματικές συζητήσεις.

γ) Συλλογικότητα και κανονική λειτουργία των κομματικών οργάνων.

δ) Εκλογή καθοδηγητικών οργάνων και λογοδοσία τους.

2. Συγκεντρωτισμός

α) Συγκεντρωτική καθοδήγηση.

β) Πειθαρχία.

Τα κεντρικά όργανα του Κόμματος

1.Το Συνέδριο.

2.Πανελλαδική Συνδιάσκεψη.

3.Η Κεντρική Επιτροπή.

4.Η Κεντρική Επιτροπή Ελέγχου.

Οι οργανώσεις του Κόμματος

1.Κομματική Οργάνωση Περιοχής.

2.Περιφερειακή Κομματική Οργάνωση.

3.Αχτιδική Κομματική Οργάνωση.

4.Κομματική Οργάνιοση Βάσης.

5.Κομματική Οργάνωση Πόλης.

6.Κομματική Οργάνωση Εξωτερικού. Απαρτία σωμάτων και οργάνων. Ψήφιση αποφάσεων.

Νεολαία του Κόμματος.

Τα οικονομικά του Κόμματος.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

της Επιτροπής της Κίνησης για την ανασυγκρότηση του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος

Στα πλαίσια της γενικής προσπάθειας για την αποκατάσταση της ενότητας των μαρξιστών-λενινιστών και σύμφωνα με προηγούμενες αποφάσεις της, που είχαν αναγγελθεί, η Επιτροπή δίνει σήμερα στη δημοσιότητα τις «Θέσεις για το ιδρυτικό συνέδριο του ενιαίου κόμματος των μαρξιστών-λενινιστών και το «Σχέδιο Καταστατικού του ενιαίου κόμματος των μαρξιστών-λενινιστών».

Οι «Θέσεις» και το «Σχέδιο Καταστατικού»  αποτελούν τις προτάσεις της Επιτροπής προς όλες τις μαρξιστικές-λενινιστικές οργανώσεις, προς όλους τους μαρξιστές-λενινιστές για μια από κοινού πορεία προς την ίδρυση ενός νέου, ενιαίου κόμματος των μαρξιστών-λενινιστών της Ελλάδας, Οι «Θέσεις» και το «Σχέδιο Καταστατικού» δεν αποτελούν «τελειωμένα» ντοκουμέντα, αλλά Προτείνονται σα βάσεις για μια γενική συζήτηση ανάμεσα στους μαρξιστές-λενινιστές.

Η Επιτροπή πιστεύει, πως παράλληλα με τις επαφές και ανταλλαγές απόψεων ανάμεσα στις καθοδηγήσεις των μαρξιστικών-λενινιστικών οργανώσεων, θα ήταν χρήσιμη μια δημόσια συζήτηση πάνω στις «Θέσεις.» και στο «Σχέδιο Καταστατικού» που προτείνει. Ξεκινώντας από την εκτίμηση αυτή, η Επιτροπή αποφάσισε να δημοσιεύσει, σε ειδικές εκδόσεις του «Δελτίου της Κίνησης για την ανασυγκρότηση του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος», όλες τις γραφτές παρατηρήσεις και προτάσεις πάνω στις «Θέσεις» και στο «Σχέδιο Καταστατικού», που θα λάβει. Ολα τα γραφτά που θα σταλούν στην Επιτροπή θα δημοσιευτούν αυτούσια και χωρίς περικοπές. Η Επιτροπή θα διατηρήσει για τον εαυτό της το αυτονόητο δικαίωμα για μια τοποθέτηση πάνω στις παρατηρήσεις και προτάσεις που θα διατυπωθούν. Τα γραφτά μπορούν να παραδίνονται στα Γραφεία της Επιτροπής ή να αποστέλλονται ταχυδρομικά στη διεύθυνση της, που είναι: Κίνηση για την ανασυγκρότηση του μαρξιστικού- λενινιστικoύ κινήματος – οδός Μάρνη αριθμ. 30 ΑΘΗΝΑ – (τηλ. 5235221).

Η Επιτροπή καλεί όλες τις μαρξιστικές-λενινιστικές οργανώσεις και όλους τους μαρξιστές-λενινιστές, οργανωμένους είτε ανένταχτους, καθώς και όλους τους αγωνιστές της Αριστεράς, που ενδιαφέρονται για το κίνημα μας, να πάρουν μέρος στη δημόσια αυτή συζήτηση, στέλνοντας γραφτά τις απόψεις τους για τις «θέσεις» και το «Σχέδιο Καταστατικού», που προτείνει η Επιτροπή. Η συμμετοχή στη συζήτηση αυτή δεν θα δημιουργεί για κανέναν οποιαδήποτε δέσμευση, ενώ θα συμβάλλει στο άνοιγμα ενός ανοιχτού διαλόγου μπροστά σ’ όλους τους μαρξιστές-λενινιστές και μπροστά στις λαϊκές μάζες για τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα και για τις προοπτικές της ανάπτυξης του. Όσο περισσότερες απόψεις διατυπωθούν στα πλαίσια ενός τέτοιου διαλόγου, τόσο πιο εύκολα θα ξεκαθαρίσει το έδαφος για να οικοδομηθούν οι ενιαίες ιδεολογικο-πολιτικές και οργανωτικές βάσεις του μελλοντικού κόμματος των μαρξιστών-λενινιστών της Ελλάδας.

Η Επιτροπή θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να διευκολύνει το άνοιγμα αυτού του διαλόγου, ενώ θα είναι πρόθυμη να εξετάσει και κάθε άλλη, νέα ή διαφορετική πρόταση για τις μορφές διεξαγωγής των δημόσιων συζητήσεων ανάμεσα στους μαρξιστές-λενινιστές, με άμεσο στόχο την αποκατάσταση της ενότητας τους.

Αθήνα 15 Οχτώβρη 1984

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1. Η συνένωση όλων των μαρξιστικών λενινιστικών δυνάμεων της χώρας μας στα πλαίσια ενός ενιαίου πολιτικού κόμματος, η συσπείρωση όλων των πραγματικών κομμουνιστών στις γραμμές ενός νέου κομματικού φορέα, αποτελεί επιταχτικη ανάγκη της στιγμής.

Στα τελευταία χρόνια, στο μαρξιστικό λενινιστικό κίνημα Της Ελλάδας δημιουργήθηκε μια εξαιρετικά άσχημη κατάσταση. Διά φορές ρεβιζιονιστικές θεωρίες και οππορτουνιστικές αντιλήψεις διαδόθηκαν στις γραμμές του, ενώ, παράλληλα, διαδοχικές δια σπάσεις σημειώθηκαν σ’ όλες τις οργανώσεις, που αναφέρονταν στο μαρξισμό λενινισμό. Στην εξέλιξη τους, αυτές οι αντιμαρξισπκές αντιλενινιστικές θεωρίες και αντιλήψεις, προκά λεσαν την εμφάνιση ορισμένων καθαρά διαλυτικών λιγκβινταρι στικών τάσεων, με αποτέλεσμα την απότομη μείωση του αριθμού των οργανωμένων μελών και τον περιορισμό της επιρροής και της αχτινοβολίας του μαρξιστικού λενινιστικού κινήματος γενικά. Μια μεγάλη σύγχυση έχει δημιουργηθεί τώρα, γύρω από τα σπουδαίο τερα ιδεολογικά και πολιτικά προβλήματα του κομμουνιστικού κινήματος, ενώ πολλοί καλοπροαίρετοι αγωνιστές αναζητούν απεγνωσμένα «λύσεις», σε κατευθύνσεις, που μόνο σε νέα αδιέ ξοδα μπορούν να οδηγήσουν.

Ωστόσο, η άσχημη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στο μαρξιστικό λενινιστικό κίνημα μας, σίγουρα μπορεί να ξεπεραστεί. 1 ο ίδιο το κίνημα αυτό, κλείνει μέσα του τις απαραίτητες εκείνες δυνάμεις, που θα του επιτρέψουν να υπερνικήσει τη σημερινή κρίσιμη κατάσταση και να ανοιχτεί αποφασιστικά στο δρόμο της ανάπτυξης και της ανόδου. Το βασικό είναι, πως, πάρα τις συγχυσεις που έχουν καλλιεργηθεί, η μεγάλη μάζα των αγωνιστών που ανήκουν   στις   διάφορες   οργανώσεις  που   αναφέρονται   στο μαρξισμό λενινισμό και εκείνων που για την ώρα βρίσκονται έξω από οργανώσεις, διατηρούν σταθερά την πίστη τους στο μαρξισμό λενινισμό, κρατούν μέσα τους άσβεστη την αγωνιστική φλόγα και είναι αφοσιωμένοι στη μεγάλη επαναστατική υπόθεση του λαού μας. Αλλά, όσο οι δυνάμεις αυτές θα παραμένουν διασκορπισμέ νες και διασπασμένες, ο αγώνας τους θα είναι ασυντόνιστος, χωρίς ενιαία και σταθερή προοπτική και επομένως, πραχτικά αναποτε λεσματικός. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, ο οππουρτουνισμός θα συνεχίζει να αλωνίζει στις γραμμές μας, υποσκάπτοντας τα ίδια τα θεμέλια ύπαρξης του μαρξιστικού λενινιστικού μας κινήματος.

Για να φραχθεί ο δρόμος στον οππορτουνισμό και στο λιγκβινταρισμό, για να κατανικηθεί το ρεύμα της δεξιάς, που κυριαρχεί σήμερα στο κίνημα μας, χρειάζονται οι ενιαίες προσπάθειες και η δραστήρια κινητοποίηση όλων των πραγματικών μαρξιστών

λενινιστών. Κι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την υπερνίκηση της διάσπασης και της διασποράς και με τη συνένωση όλων των αυθεντικών μαρξιστικών λενινιστικών δυνάμεων στα πλαίσια ενός ενιαίου πολιτικού κόμματος. Η δημιουργία ενός νέου πολιτικού κομματικού  φορέα,  ικανού  να  συσπειρώσει  τους  μαρξιστές λενινιστές και να δώσει μια νέα ώθηση στην πάλη τους, αποτελεί μια ιστορική ανάγκη κι ένα καθήκον, που δε μπορούμε πια να αναβάλουμε την εκπλήρωση του.

2. Σημαντικό βήμα, στο δρόμο για την πραγματοποίηση της ενότητας των μαρξιστών λενινιστών, στάθηκε η Κίνηση για την ανασυγκρότηση του  μαρξιστικού λενινιστικού  κινήματος, που δημιουργήθηκε με την πρωτοβουλία επαναπατρισθέντων μαρξιστών λενινιστών πολιτικών προσφύγων, το Μάρτη του 1982. Στο διάστημα που πέρασε από τότε, η Κίνηση για την ανασυγκρό τηοη του μαρξιστικού λενινιστικού κινήματος διευρύνθηκε και άπλωσε τη δουλειά της, συγκεντρώνοντας στους κόλπους της αγωνιστές από τις περισσότερες οργανώσεις που αναφέρονται στο μαρξισμό λενινισμό και ασκώντας μια όλο και μεγαλύτερη επί δράση στις εξελίξεις του μαρξιστικού λενινιστικού χώρου. Χάρη στις προσπάθειες της Κίνησης αυτής, συνειδητοποιήθηε πλατειά, πως η κοινή υπόθεση των μαρξιστών λενινιστών της Ελλάδας δε μπορεί να προχωρήσει παρά μόνο μέσα από τη συνένωση τους στα πλαίσια μιας ενιαίας οργάνωσης. Τώρα, αφού επετέλεσε σημαν πκό έργο και δημιούργησε τις κατάλληλες προϋποθέσεις, η Κίνηση για την ανασυγκρότηση του μαρξιστικού λενινιστικού κινή ματος προχωρεί στην ίδρυση του νέου πολιτικού φορέα. Μέσα από καθορισμένες διαδικασίες, που αρχίζουν με τη δημοσίευση αυτών των «Θέσεων», θα φτάσουμε στο ιδρυτικό συνέδριο του ενιαίου κόμματος των μαρξιστών λενινιστών.

Από την αρχή της εμφάνισης της, η Κίνηση για την ανασυγκρό τηση του μαρξιστικού λενινιστικού κινήματος πρόβαλε μια συγκε κριμένη πλατφόρμα, σαν τη στοιχειώδ η βάση για τη συσπείρωση των μαρξιστών λενινιστών. Η ενότητα των μαρξιστών λενινιστών δε μπορεί να επιτευχθεί με την τεχνητή συγκόλληση ετερογενών στοιχείων, αλλά με τη συσπείρωση, σε μια ενιαία οργάνωση, εκεί νων ακριβώς των δυνάμεων, που συμφωνούν, — πραγματικά και σε βάθος, — πάνω σε ορισμένες θεμελιακές κατευθύνσεις, με βάση το μαρξισμό λενινισμό. Αυτή είναι μια αρχιακή στάση, που οφείλουμε να την τηρήσουμε με συνέπεια, αλλά και χωρίς οποιοδήποτε στενό καρδο πνεύμα, που θα μπορούσε να αποκλείσει από το ενιαίο κόμμα των μαρξιστών λενινιστών πολύτιμες αγωνιστικές δυνάμεις.

Στα πλαίσια του νέου κομματικού φορέα, θα πρέπει, οπωσδή ποτέ, όλοι να συμφωνούν σε ορισμένες βασικές θέσεις — οτις γενικές ιδεολογικές κατευθύνσεις, στη γενική πολιτική γραμμή και στους γενικούς κανόνες οργανωτικής συγκρότησης και λειτουρ γίας. Χωρίς την ουσιαστική αποδοχή τέτοιων βασικών θέσεων και τηνειλικρινή εφαρμογή τους στην πράξη, το νέο κόμμα σίγουρα θα οδηγούνταν στην αποτυχία. Αλλά θα πρέπει, ταυτόχρονα, τα μέλη του νέου κόμματος να έχουν το δικαίωμα και τη δυνατότητα να διατηρούν διάφορες γνώμες πάνω σ’ αυτά ή τα άλλα ζητήματα.

Στο μαρξιστικό λενινιστικό χώρο υπάρχουν σήμερα πολλές και διαφορετικές εχτιμήσεις σε μια ολόκληρη σειρά από ζητήματα, που, ωστόσο, δε συνιστούν πάντα αρχιακές διαφορές. Αυτό είναι ένα αντικειμενικό γεγονός, που με κανένα τρόπο δε μπορεί να παραγνωριστεί. Ο προσανατολισμός μας, επομένως, είναι να δημιουργήσουμε όχι ένα κόμμα «πλήρους ομοφωνίας» σε όλα τα ζητήματα, αλλά ένα κόμμα, που θα συνενώσει στις γραμμές του όλους εκείνους τους αγωνιστές, που, παρά τις διαφορές απόψεων που έχουν ανάμεσα τους, ακόμα και σε σημαντικά ζητήματα, θέλουν να αγωνιστούν, κάτω από ορισμένες γενικές κατευθύνσεις, για τους κοινούς σκοπούς του μαρξιστικού λενινιστικού κίνημα τος. Το ζήτημα δεν είναι να αρνηθούμε ή να «αποκηρύξουμε» τις διαφωνίες, τις διάφορες ή και αντιτιθέμενες απόψεις, αλλά να εξασφαλίοουμε στα πλαίσια του νέου κόμματος, ένα τέτοιο κάθε οτώς, όπου να λειτουργεί φυσιολογικά, — χωρίς ακρότητες και φανατισμούς, χωρίς αμοιβαίες δυσπιστίες, υπονομεύσεις και φρα ξιονιστικές συσπειρώσεις, η πάλη απόψεων, η πάλη ανάμεσα στο σωστό και στο λαθεμένο, βελτιώνοντας αδιάκοπα τη δουλειά του κόμματος και ενισχύοντας, έτσι ακριβώς και τη συνοχή των γραμ μών του. Μέσα σ’ ένα τέτοιο καθεστώς εσωτερικής ζωής και λειτουργίας και μέσα από μια σχετικά μακρόχρονη διαδικασία, θα βρουν τη σωστή λύση τους και οι επιμέρους, δευτερεύουσες αντιθέ σεις που εκδηλώνονται σήμερα μ’ αυτές ή τις άλλες διαφορετικές απόψεις ή διαφωνίες.

3. Στο μαρξιστικό λενινιστικό μας κίνημα, όχι μόνο παλαιώτερα δε μπόρεσε να λειτουργήσει σωστά η υγιής πάλη απόψεων, αλλά ούτε και σήμερα λειτουργεί, με το καθεστώς των πολλών και συχνά αντιμαχόμενων οργανώσεων. Μέχρι τώρα δεν έχει γίνει μια ουσία οτική, σοβαρή και σε βάθος αντιπαραβολή και αντιπαράθεση των απόψεων που υπάρχουν πάνω στα διάφορα προβλήματα του κινή ματος και δε λειτούργησε ένας πραγματικός διάλογος ανάμεσα στους μαρξιστές λενινιστές. Αυτός ο διάλογος μπορεί να λειτουρ γήσει αποτελεσματικά μόνο στα πλαίσια του ενιαίου κόμματος των μαρξιστών λενινίστών, γΓ αυτό και χρέος όλων των κομμουνι στων, που παραμένουν πιστοί στο μαρξισμό λενινισμό είναι να συμμετάσχουν δραστήρια στη μεγάλη προσπάθεια για την οικοδόμηση αυτού του κόμματος.

Η αποκατάσταση της ενότητας των μαρξιστών λενινίστών στα πλαίσια ενός ενιαίου κόμματος εξαρτάται από το αν θα μπορέ σουμε να προσδιορίσουμε σωστά τον πραγματικό χαρακτήρα των αντιθέσεων που εκδηλώνονται σήμερα στους κόλπους του κινήμα τός μας και από το αν θα υιοθετήσουμε, ανάλογα, τις σωστές μέθοδες για την επίλυση αυτών των αντιθέσεων.

Οι αντιθέσεις που υπάρχουν σήμερα στο μαρξιστικό λενινιστικό μας κίνημα, ανάμεσα στις διάφορες οργανώσεις του, είτε ανάμεσα στους  διάφορους,  οργανωμένους ή  ανένταχτους,  μαρξιστές λενινιστές, είναι αντιθέσεις ανάμεσα σε μας και όχι αντιθέσεις ανάμεσα σε μας και στον εχθρό. Επομένως, μπορούν να επιλυθούν με τη μέθοδο: «ενότητα κριτική ενότητα». Αν παραμεριστούν διάφορά τεχνητά εμπόδια, υπάρχει σήμερα η ουσιαστική δυνατότητα για να ενωθούν όλοι οι μαρξιστές λενινιατές στα πλαίσια ενός ενιαίου πολιτικού κόμματος. Η επίτευξη αυτού του στόχου θα εξαρτηθεί από τη στάση που θα υιοθετήσουμε στην πράξη μπροστά στο μεγάλο αυτό πρόβλημα και ιδιαίτερα, από το αν θα μπορέσουμε να συνδυάσουμε την προσήλωση στις αρχές με ένα ευρύτατο πνεύμα στην εφαρμογή των αρχών. Πρέπει να παραμείνουμε πάντα αδι άλλαχτοι στην υπεράσπιση των αρχών, αλλά δεν πρέπει να ανα γορεύουμε σε ζήτημα αρχής κάθε διαφωνία που προκύπτει διο γκώνοντας τη σημασία ορισμένων προβλημάτων ή και αλλοιώ νοντας τον πραγματικό τους χαραχτήρα. Μια τέτοια μεθοδολογία μπορεί να έχει μόνο επιζήμιες συνέπειες στην υπόθεση μας.

4. Δίνοντας σήμερα στη δημοσιότητα τις «θέσεις» για το ιδρυ τικό συνέδριο του ενιαίου κόμματος των μαρξισττι >ν λενινίστών της Ελλάδας, η Επιτροπή της Κίνησης για την ανασυ\ κράτηση του μαρξιστικού λενινιστικού κινήματος φιλοδοξεί να σι μβάλει στην προώθηση αυτού του σπουδαίου καθη κοντός, που ιντιπροσωπ εύει η αποκατάσταση της ενότητας των μαρξιστών λι ινιστών της χώρας μας.

Η Επιτροπή καλεί όλες τις μαρξιστικές λενινιστι^ οργανώσεις και όλους τους μαρξιστές λενινιστές, οργανωμένους ίτε ανέντα χτους, να μελετήσουν σοβαρά τις «θέσεις» αυτές και να πάρουν μέρος στη δημόσια συζήτηση που θα ανοιχτεί πάνω σ αυτές, για την καλύτερη παραπέρα επεξεργασία και την καλύτερη τελική διαμόρφωση αυτών των «θέσεων». Με τις κοινές και ειλικρινείς προσπάθειες όλων μας, μπορούν να τεθούν τα θεμέλια της ιδεολογικό πολιτικής και οργανωτικής ενότητας όλων των αυθεν τικά μαρξιστικών λενινιστικών δυνάμεων.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

 

Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Κεφάλαιο πρώτο

 

ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

 

α’ Οξύνεται η γενική κρίση του καπιταλισμού

5.         Το παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα διαμορφώθηκε μέσα στην πορεία εξέλιξης του καπιταλισμού. Ο ιμπεριαλισμός είναι το μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού — το ανώτατο και τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, το στάδιο του παρασιτικού καπιταλισμού, ενός καπιταλισμού που αγωνιά και αποσυντίθεται και που αποτελεί την παραμονή της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Στην περίοδο του ιμπεριαλισμού, τα καπιταλιστικά μονοπώλια προσπαθούν να εξασφαλίσουν το ανώτατο κέρδος, εντείνοντας στο έπακρο την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων των χωρών τους, υποδουλώνοντας τους άλλους λαούς και έθνη, στρατιωτικοποιώντας την εθνική οικονομία και ξαπολύ-οντας πολέμους για την επέκταση των διεθνών θέσεων τους. Η τεράστια πλειοψηφία των χωρών του κόσμου υποδουλώνεται σε μια χούφτα μεγάλων ιμπεριαλιστικών κρατών, που διεξάγουν αδιάκοπο αγώνα ανάμεσα τους, για τη διατήρηση και την επέκταση των ζωνών επιρροής τους στον κόσμο. Ο αγώνας μερικών ιμπεριαλιστικών κρατών για το ξαναμοίρασμα του κόσμου και των ζωνών επιρροής προκάλεσε τους δυο παγκόσμιους πολέμους κι έφερε ανείπωτες καταστροφές στην ανθρωπότητα.

6.         Η ανάπτυξη του ιμπεριαλισμού οδήγησε αναπόφευχτα στη γενική κρίση του καπιταλισμού. Η γενική κρίση διαφέρει από τις περιοδικές οικονομικές κρίσεις, γιατί είναι κρίση που αγκαλιάζει όλον τον καπιταλισμό σαν κοινωνικό σύστημα, είναι καθολική κρίση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, που περιλα-βαίνει τόσο την οικονομία όσο και την πολιτική των καπιταλιστικών χωρών.

Η γενική κρίση του καπιταλισμού άρχισε στη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου και ιδιαίτερα ύστερα από την απόσπαση της Σοβιετικής Ενωσης από το καπιταλιστικό σύστημα. Η κρίση αυτή, αφού πέρασε από διάφορα στάδια, στις μέρες μας βάθυνε εξαιρετικά και πήρε οξύτατες μορφές. Σήμερα, είναι έκδηλη η γενική αποσύνθεση του καπιταλισμού, η εξασθένιση όλων των εσωτερικών του δυνάμεων, οικονομικών, πολιτικών, ιδεολογικών.

Στα πλαίσια της γενικής κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος, ξεσπούν οι περιοδικές οικονομικές κρίσεις, που με τη σειρά τους βαθαίνουν και επιταχύνουν τη γενική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος. Μια τέτοια οικονομική κρίση αντιμετωπίζει εδώ και μερικά χρόνια ο καπιταλιστικός κόσμος. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της κρίσης είναι η πτώση της παραγωγής, η αύξηση της ανεργίας και η αύξηση του πληθωρισμού. Η κρίση αυτή εκδηλώθηκε όχι μόνο στη βιομηχανία, αλλά και στην αγροτική οικονομία, όπως και στον τομέα της πίστης και της νομισματικής   κυκλοφορίας,   προκαλώντας  σοβαρά   προβλήματα  στις συναλλαγματικές σχέσεις ανάμεσα στις διάφορες χώρες. Ιδιαίτερα έντονο χαραχτήρα πήρε η ενεργειακή κρίση, που επέφερε αληθινή αναστάτωση σ’ όλο τον καπιταλιστικό κόσμο. Η τωρινή οικονομική κρίση έπληξε, πρώτα-πρώτα, τις Η.Π.Α. και τις άλλες μεγάλες καπιταλιστικές χώρες, κύρια τις δυτικοευρωπαϊκές, για να συμπαρασύρει στη δίνη της και όλες τις άλλες χώρες, που ανήκουν στο καπιταλιστικό σύστημα. Η κρίση αυτή προσέλαβε έναν ιδιαίτερα παρατεταμένο χαραχτήρα, διαψεύδοντας συνεχώς τις επανει-λημένες προβλέψεις των αστών οικονομολόγων για μια γρήγορη «οικονομική ανάκαμψη». Ιδιαίτερα παταγώδης στάθηκε η αποτυχία των προσπαθειών για μια τέτοια «ανάκαμψη» στις Η.Π. Α, όπου η «σκληρή» πολιτική του Ρήγκαν περιέπλεξε ακόμα πιο πολύ τα πράγματα και επιδείνωσε ουσιαστικά την κρίση.

Εδώ και μερικές δεκαετίες οι απολογητές της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης διακήρυχναν πως ο καπιταλισμός είχε πια εξαλείψει όλες τις αντιθέσεις και υπόσχονταν την «κοινωνία της γενικής ευημερίας». Η πραγματικότητα, ωστότο, ανάτρεψε και ξετίναξε αυτές τις απατηλές διακηρύξεις και έδειξε, για άλλη μια φορά, την αληθινή φύση του καπιταλισμού. Τα γεγονότα μαρτυρούν, πως ο καπιταλισμός δε μπορεί να απαλλαγεί από τις αντιθέσεις του. Όσο για την «ευημερία», αυτή την εξασφαλίζει σε μια χούφτα εκμεταλλευτών και καταπιεστών, ενώ καταδικάζει στη φτώχεια και στην εξαθλίωση τη μεγάλη μάζα των εκμεταλλευομένων και καταπιεζομένων.

Το καθεστώς της άγριας καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και καταπίεσης προκαλεί σε όλο και πιο πλατειά κλίμακα την αντίσταση και πάλη της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων στρωμάτων του πληθυσμού. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να κλονίζεται και να εξασθενεί το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα και μαζί με την οικονομική κρίση να εκδηλίόνεται και να βαθαίνει αδιάκοπα και η πολιτική κρίση. Σήμερα, γίνεται όλο και πιο φανερό, πως οι ιθύνουσες αντιδραστικές τάξεις δε μπορούν πια να διακυβερνούν με τις παλιές μέθοδες, γι’ αυτό και όλο και περισσότερο στηρίζονται στην άσκηση μιας ανοιχτά τρομοκρατικής πολιτικής σε βάρος της εργατικής τάξης και των οργανιοσεών της. Στην τωρινή περίοδο η τάση προς την πολιτική αντίδραση αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της πολιτικής ζωής των καπιταλιστικών χωρών, ενώ σε μια σειρά από τις χώρες αυτές βασιλεύουν βάρβαρα, στρατιωτικο-φασιστικά καθεστώτα.

β’ Η καπιταλιστική παλινόρθοιση στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες, πρώην σοσιαλιστικές, χώρες της Ανατολικής Ευρώπης

 

7. Στη Σοβιετική Ένωση και στι. άλλες χώρες της Ανατ. Ευρώπης, όπου με το τέλος του δευτέρου παγκόσμιου πολέμου είχε εγκαθιδρυθεί το λαϊκοδημοκρατικό καθεστώς, μια βαθειά οικονομικο-κοινωνική   και   πολιτική   μεταβολή   συντελέστηκε βαθμιαία, από τις αρχές της δεκαετίας του ‘ 50 και μετά. Χάρη στην επικράτηση του ρεβιζιονισμοΰ, στις χώρες αυτές, ύστερα από το θάνατο του Στάλιν το 1953 και ιδιαίτερα ύστερα από το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ εξαλείφθηκαν οι βασικές επαναστατικές καταχτήσεις του σοβιετικού λαού, καταργήθηκαν ή παραμορφώθηκαν σε αντισοσιαλιστική κατεύθυνση οι βασικές οικονομικές δομές και οι πολιτικοί θεσμοί της χώρας και παλινορθώθηκε, ουσιαστικά, ο καπιταλισμός. Από την τυπική άποψη, από την άποψη των εξωτερικών χαρακτηριστικών του, ο καπιταλισμός αυτός διαφέρει από τον κλασσικό καπιταλισμό και θα μπορούσε να ονομασθεί σαν ενας ιδιόμορφος, «νέου τύπου» καπιταλισμός. Από την άποψη όμως της ουσίας, από την άποψη των πραγματικών χαρακτηριστικών του και του πραγματικού περιεχομένου του, ο καπιταλισμός αυτός δε διαφέρει καθόλου από τον κλασσικό καπιταλισμό. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση έχουμε την οικονομική και πολιτική κυριαρχία ενός προνομιούχου κοινωνικού στρώματος, της αστικής ή μονοπωλιακής αστικής τάξης, που εκμεταλλεύεται και καταπιέζει την τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού.

Από οικονομική άποψη, η ιδιομορφία του καπιταλισμού, που παλινορθώθηκε στη Σ.Ε. βρίσκεται, βασικά, στο ότι αυτό το προνομιούχο στρώμα από εκφυλισμένα στοιχεία της κομματικής και κρατικής γραφειοκρατίας, που αποτελεί τη νέα αστική τάξη, δεν έχει τυπικά, νομικά κατοχυρωμένη ιδιοχτησία πάνω στα μέσα παραγωγής, ουσιαστικά, όμως, τα μέσα παραγωγής βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο αυτού του προνομιούχου στρώματος, της νέας αστικής τάξης, που τα χρησιμοποιεί και τα εκμεταλλεύεται για να εξυπηρετεί τα δικά της στενά ταξικά συμφέροντα και για τον προσωπικό πλουτισμό των μελών της. Τα εργοστάσια, για παράδειγμα, παραμένουν, ονομαστικά, «σοσιαλιστικές επιχειρήσεις», αλλά, στην πραγματικότητα, έγιναν καπιταλιστικές επιχειρήσεις, αφού τα διευθυντικά τους στελέχη, που αποτελούνται από μέλη του προνομιούχου στρώματος, της νέας αστικής τάξης, απόχτησαν τώρα τα ίδια «δικαιώματα» που έχει και ο ατομικός ιδιοχτήτης μιας επιχείρησης κλασσικού καπιταλιστικού τύπου. Οι σχέσεις τους με τους εργάτες έγιναν σχέσεις εκμεταλλευτών με εκμεταλλευόμενους, καταπιεστών με καταπιεζόμενους. Αυτοί ακριβώς διαθέτουν τα μέσα παραγωγής και εκμεταλλεύονται τη δουλειά των άλλων. Αλλά, πέρα από το παράδειγμα αυτό, συνολικά το νέο προνομιούχο στρώμα κρατάει στα χέρια του και ελέγχει τα κλειδιά της οικονομικής και πολιτικής ζωής της χώρας και έτσι ακριβώς ασκεί την πλήρη οικονομική και πολιτική κυριαρχία του. Στη Σοβιετική ‘ Ενωση, χωρίς να έχει παραχωρηθεί το ονομαστικό δικαίωμα της ατομικής ιδιοχτησίας στα μέσα παραγωγής, ουσιαστικά, τα μέσα αυτά, τα κατέχει και τα διαχειρίζεται μια γραφειοκρατική αστική τάξη και η Σοβιετική Ένωση, αν και δεν έχει αλλάξει ονομασία, άλλαξε, όμως, στην πραγματικότητα, το σοσιαλιστικό της χρώμα και έγινε μια χώρα καπιταλιστική.

8. Από πολιτική άποψη, η ιδιομορφία του καπιταλιστικού συστήματος, που παλινορθώθηκε στη Σ.Ε. βρίσκεται, βασικά, στο ότι ενώ το σύστημα αυτό απαρνήθηκε όλες τις θεμελιώδεις σοσιαλιστικές αρχές, εξακολουθεί να εμφανίζεται κάτω από σοσιαλιστική ταμπέλλα και μάλιστα να διεκδικεί ιον τίτλο του πιο «γνήσιου» και «καθαρού» σοσιαλισμού. Στην πραγματικότητα, η ρεβιζιονιστική ανατροπή στη Σ.Ε., είχε σαν αποτέλεσμα να καταργηθεί η διχτα-τορία του προλεταριάτου και στη θέση της να εγκαθιδρυθεί η διχτατορία της νέας αστικής τάξης.

Στα πλαίσια της περιβόητης εκστρατείας για την «αποκατάσταση της σοσιαλιστικής νομιμότητας», που είχε ξαπολυθεί στη Σ.Ε. ύστερα από το θάνατο του Στάλιν, όχι μόνο «δικαιώθηκαν» μια σειρά αντικομματικά και εχθρικά στοιχεία και εξασφαλίστηκε σ’ . αυτά πλήρης ασυδοσία και ελευθερία για υπονομευτικές αντισοσι-αλιστικές δραστηριότητες, αλλά και τέθηκαν κάτω από άγριο διωγμό όλοι οι αληθινοί επαναστάτες κομμουνιστές, που επέμεναν να υπερασπίζονται τις σοσιαλιστικές καταχτήσεις του σοβιετικού λαού και τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού. Πολλοί απ’ αυτούς κλείστηκαν σε «ψυχιατρεία», για να υποστούν εκεί τις νέες φοβερές, απάνθρωπες και βάρβαρες μέθοδες εξόντωσης των αντιπάλων της, που επινόησε η καθοδηγητική ρεβιζιονιστική ομάδα, ενώ άλλοι στάλθηκαν στα ειδικά στρατόπεδα — εξοντωτήρια της Σιβηρίας.

Για να συγκαλύψουν τα απαίσια έργα τους, οι σοβιετικοί καθοδηγητές καταφεύγουν σε μια ασύστολη δημαγωγία και ισχυρίζονται πως αυτοί αποκατάστησαν και εφαρμόζουν στη Σ.Ε. τον «αληθινό σοσιαλισμό». Αλλά η πραγματικότητα με τίποτε δε μπορεί να αποκρύβει. Στη Σ.Ε., ύστερα από τη ρεβιζιονιστική ανατροπή, επιβλήθηκε ένα ουσιαστικά φασιστικό καθεστώς με σοσιαλιστικό μανδύα, δηλαδή ένα σοσιαλφασιστικό καθεστώς, που στέρησε από το σοβιετικό λαό όλα τα δικαιώματα του και τον καταδικάζει να ζει κάτω από μια συνεχώς εντεινόμενη καταπίεση και τρομοκρατία. 9. Η παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Σ.Ε. οδήγησε σε μια ριζική μεταβολή της εξωτερικής πολιτικής της. Η πολιτική αυτή έχασε το χαραχτήρα πολιτικής ενός σοσιαλιστικού κράτους και πήρε, βαθμιαία, το χαραχτήρα πολιτικής ενός μεγάλου καπιταλιστικού κράτους, δηλαδή το χαραχτήρα μιας ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Στην πραγματικότητα, η Σ.Ε., υιοθετώντας, στον εξωτερικό τομέα, την πολιτική της επέκτασης και της επίθεσης και βάζοντας σα στόχο της την κατάκτηση της παγκόσμιας κυριαρχίας, μετατράπηκε σε μια ιμπεριαλιστική δύναμη, σε μια δύναμη που στα λόγια διακηρύχνει το σοσιαλισμό, αλλά στην πράξη εφαρμόζει τον ιμπεριαλισμό, δηλαδή το σοσιαλιμπεριαλισμό.

Η ένοπλη εισβολή σοβιετικών στρατευμάτων στην Τσεχοσλοβακία και στο Αφγανιστάν, η βιετναμική στρατιωτική επιδρομή στη Δημοκρατική Καμπότζη (με την άμεση σοβιετική καθοδήγηση) και μια σειρά άλλες στρατιωτικές επεμβατικές δραστηριότητες της Σ.Ε. στην αφρικάνικη ήπειρο και σε άλλα σημεία του κόσμου επιβεβαιώνουν χτυπητά τον ιμπεριαλιστικό χαραχτήρα της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής σήμερα.

10. Σαν αποτέλεσμα των βαθειών αλλαγών που επήλθαν στη Σ.Ε. και στις άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες της Ανατ. Ευρώπης και της ριζικής μεταβολής της ίδιας της φύσης του οικονομικοκοινωνικού και πολιτικού τους συστήματος, οι χώρες αυτές εντάχθηκαν στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα και μπήκαν στην τροχιά της γενικής κρίσης του καπιταλισμού.

Πραγματικά, η ρεβιζιονιστική ανατροπή και η συνακόλουθη καπιταλιστική παλινόρθωση, οδήγησαν τις χώρες αυτές σε μια τεράστια οπισθοδρόμηση. Η οικονομική κρίση και η πολιτική αστάθεια έγιναν εδώ μόνιμο φαινόμενο. Ιδιαίτερα στα τελευταία χρόνια, όταν ολόκληρος ο καπιταλιστικός κόσμος δοκιμάζεται από μια σοβαρή και παρατεταμένη οικονομική κρίση, σε βαριά κρίση βυθίστηκαν, επίσης, η Σ.Ε. και οι άλλες ρεβιζιονιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Στη Σ.Ε. η κατάσταση έχει τόσο πολύ επιδεινωθεί, ώστε οι ιθύνοντες της χώρας αυτής να αναγκάζονται να ομολογήσουν δημόσια την αποτυχία των οικονομικών πλάνων σε σημαντικούς δείκτες και τις «σοβαρές δυσκολίες», όπως τις ονομάζουν, που αντιμετωπίζουν όχι μόνο στην αγροτική οικονομία, αλλά και στη βιομηχανία και στις μεταφορές. Τα μεγαλεπήβολα οικονομικά προγράμματα του Χρουστσιώφ απότυχαν οικτρά και ο διάδοχος του Μπρέζνιεφ εμφανίστηκε σαν ο άνθρωπος που θα «νοικοκύρευε» τη Σ.Ε. Ύστερα, ήρθε ο Αντρόπωφ, που υπόσχονταν να εξαλείψει τις βαρείες συνέπειες από τις αποτυχίες του προκάτοχου του και να βάλει σε «τάξη και πειθαρχία» τη Σ.Ε. Και τώρα ο Τσερνιένκο, προσπαθεί να παίξει το σκοπό του Αντρόπωφ^ χρησιμοποιώντας το βιολί του Μπρέζνιεφ. Η ουσία, όμως, είναι μία: με Χρουστσιώφ ή με Μπρέζνιεφ, με Αντρόπωφ ή με Τσερνιένκο η Σοβιετική   Ένωση,  —  εφόσον  ακολουθεί  μια  πολιτική ρεβιζιονιστική-αντισοσιαλιστική, καπιταλιστική, — όχι μόνο δε μπορεί να ξεφύγει από την κρίση αλλά, αντίθετα, θα βυθίζεται όλο και περισσότερο σ’ αυτή.

11. Σε ακόμα χειρότερη κατάσταση βρέθηκαν οι χώρες της Ανατ. Ευρώπης, που ακολούθησαν τη Σ.Ε. στο δρόμο της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Η αποτυχία του ρεβιζιονισμού εδώ είναι ακόμα πιο έκδηλη, όπως το έδειξαν και τα παραδείγματα της Τσεχοσλοβακίας, παλαιώτερα και της Πολωνίας, πρόσφατα.

Οι ρεβιζιονιστικές χώρες της Ανατ. Ευρώπης βρέθηκαν μπροστά σε τεράστιες δυσκολίες και οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο και σε βαθειά κρίση σε όλους τους τομείς της εθνικής ζωής τους. Αυτή η κρίση οξύνθηκε στο έπακρο σαν αποτέλεσμα της επέμβασης του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού, που μετάτρεψε τ\ς ανατολικοευρωπαϊκές χώρες σε προτεκτοράτα της ΕΣΣΔ.

Εφαρμόζοντας μια άγρια νεοαποικιακή πολιτική, ο σοβιετικός σοσιαλιμπεριαλισμός υπόταξε τις εθνικές οικονομίες των χωρών της Ανατ. Ευρώπης στις ανάγκες του και τις μετάτρεψε σε απλά εξαρτήματα της οικονομίας της ΕΣΣΔ. Για να εξασφαλίσει τον ολοκληρωτικό έλεγχο της οικονομικής δραστηριότητας των χωρών αυτών, χρησιμοποίησε το απαραίτητο διεθνές όργανο, την ΚΟΜΕΚΟΝ  (σήμερα  «Συμβούλιο  Οικονομικής  Αλληλοβοήθειας»). Παράλληλα, ο σοβιετικός σοσιαλιμπεριαλισμός, έθεσε, ουσιαστικά, τις χώρες αυτές κάτω από τη στρατιωτική κατοχή του, εγκατασταίνοντας μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις και κάθε λογής βάσεις στην κάθε μια απ’ αυτές και χρησιμοποιώντας το στρατιωτικό Σύμφωνο της Βαρσοβίας μετάτρεψε τις ένοπλες δυνάμεις των χωρών αυτών σε απλά γρανάζια της τεράστιας πολεμικής μηχανής της ΕΣΣΔ.

γ’ Η ανισόμετρη ανάπτυξη των καπιταλιστικών χωρών στην εποχή του ιμπεριαλισμού και η πάλη για την παγκόσμια ηγεμονία στο τωρινό στάδιο

 

12. Στον καπιταλισμό, εξαιτίας της ατομικής ιδιοχτησίας στα μέσα παραγωγής, της αναρχίας στην παραγωγή και του συναγωνισμού, είναι αναπόφευχτη η ανισόμετρη ανάπτυξη της οικονομίας. Αυτό αφορά και τις καπιταλιστικές χώρες, που επίσης, αναπτύσσονται ανισόμετρα. Η δράση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης αποτελεί γενικό γνώρισμα του καπιταλισμού, αλλά εκδηλώνεται ιδιαίτερα έντονα, οδηγώντας στη διαμόρφωση ποιοτικά νέων καταστάσεων, στην περίοδο του ιμπεριαλισμού.

Η ανισόμετρη ανάπτυξη σημαίνει ότι όλες οι χώρες δεν αναπτύσσονται ισόμετρα, με τον ίδιο τρόπο και ρυθμό. Σημαίνει, ότι άλλες χώρες μένουν πίσω, καθυστερούν και άλλες προχωρούν μπροστά, αναπτύσσονται πιο γρήγορα, ξεπερνώντας τις προηγούμενες. Αυτό είναι ένα προτσές, που στο διεθνή στίβο εκδηλώνεται με την άγρια διαμάχη ανάμεσα στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για την κατάχτηση και διατήρηση της παγκόσμιας κυριαρχίας και που φτάνει ως την ένοπλη ρήξη ανάμεσα τους, ως τους παγκόσμιους ιμπεριαλιστικούς πολέμους.

Όταν μια ιμπεριαλιστική χώρα ή μια ομάδα ιμπεριαλιστικών χωρών, αισθανθεί ότι έχει ξεπεράσει την κύρια ανταγωνίστρια ιμπεριαλιστική χώρα ή ομάδα ιμπεριαλιστικών χωρών, όταν θεωρήσει ότι η παλιά κατανομή των αποικιών ή των σφαιρών επιρροής δεν ανταποκρίνεται πια στον καινούριο συσχετισμό των δυνάμεων, που έχει διαμορφωθεί, τότε βάζει επί τάπητος, ακριβώς το ζήτημα για το ξαναμοίρασμα του κόσμου και των σφαιρών επιρροής, φτάνοντας ως την εξαπόλυση του πολέμου για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Στα μέσα του περασμένου αιώνα, η Αγγλία, αφού εκτόπισε τους αντιπάλους της, — την Ολλανδία και σε συνέχεια τη Γαλλία, —κατέλαβε τη θέση της πρώτης δύναμης στον κόσμο. Αλλά, από τα τέλη του αιώνα αυτού, με το πέρασμα στον ιμπεριαλισμό, η θέση αυτή της Αγγλίας άρχισε να υποσκάπτεται, καθώς αναπτύχθηκαν με πιο γρήγορους ρυθμούς άλλες καπιταλιστικές δυνάμεις, όπως οι ΗΠ Α, η Γερμανία και κατόπιν η Ιαπωνία. Με το τέλος του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, η Γερμανία, που είχε ηττηθεί, φάνηκε σα να τέθηκε εκτός μάχης. Αλλά, στα είκοσι χρόνια που ακολούθησαν, αυτή σημείωσε μια τέτοια ισχυρή και γρήγορη ανάπτυξη, που της επέτρεψε να ξαπολύσει το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Με το τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, εξάλλου, όχι μόνο οι ηττημένες χώρες του πρώην άξονα, — Γερμανία, Ιαπωνία και Ιταλία, —αλλά και «νικήτριες» χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπως η Αγγλία και η Γαλλία, βρέθηκαν σε τέτοιο σημείο εξασθένησης, ώστε πολλοί τις θεωρούσαν σαν οριστικά «ξοφλημένες». Ωστόσο, η ζωή διέψευσε και αυτή την πρόβλεψη.

13. Στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο, σαν η κυριώτερη καπιταλιστική δύναμη και σαν ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος όλου του καπιταλιστικού κόσμου πρόβαλαν οι ΗΠΑ. Αλλά, στην επόμενη περίοδο, η κατάσταση αυτή βαθμιαία άρχισε να μεταβάλλεται. Οι μεγάλες καπιταλιστικές χώρες της Δυτικής Ευρώπης (και πρώτα-πρώτα η Δυτ. Γερμανία) και η Ιαπωνία, όχι μόνο ανασυγκρότησαν τις οικονομίες τους και ξαναστάθηκαν στα πόδια τους, αλλά και, με την ανάπτυξη τους, άρχισαν να γίνονται ολοένα και πιο υπολογήσιμοι ανταγωνιστές των ΗΠΑ στον οικονομικό τομέα. Η εξέλιξη αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί το ειδικό βάρος των ΗΠΑ στη γενική διάταξη των δυνάμεων του καπιταλιστικού κόσμου. Ωστόσο, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός δεν έπαψε να διατηρεί την πρώτη θέση και να αποτελεί την κύρια δύναμη αυτού του κόσμου. Μια εντελώς νέα κατάσταση άρχισε να διαμορφώνεται στο διεθνή στίβο, από τη στιγμή που η Σ.Ε. μετατράπηκε σε μια ιμπεριαλιστική υπερδύναμη. Ο σοβιετικός σοσιαλιμπεριαλισμός πρόβαλε τώρα σαν ο κύριος ανταγωνιστής των ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ και η Σ.Ε. είναι οι μεγαλύτερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις του κόσμου σήμερα και ο επεχτατισμός τους αποβλέπει στην παγκόσμια κυριαρχία. Αυτό φέρνει αντιμέτωπες τις δυο υπερδυνάμεις και γεννάει τον. άγριο ανταγωνισμό τους για την παγκόσμια ηγεμονία. Η κάθε μια από τις υπερδυνάμεις επιδιώκει, όχι μόνο να διατηρήσει τις ζώνες που ελέγχει σήμερα, αλλά και να τις διευρύνει σε βάρος της άλλης υπερδύναμης, με τελικό στόχο την κατάκτηση της παγκόσμιας κυριαρχίας. Η ιστορική πείρα δείχνει, πως το ξαναμοίρασμα του κόσμου, η ανακατανομή των σφαιρών επιρροής, γίνεται μόνο με βίαιο τρόπο, με τον πόλεμο. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, όπως και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, γεννήθηκαν από την επιδίωξη μερικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για το ξαναμοίρασμα του κόσμου και των σφαιρών επιρροής. Επομένως, και ο τωρινός ανταγωνισμός των ΗΠΑ και της Σ.Ε. για την παγκόσμια ηγεμονία δημιουργεί τις προϋποθέσεις για το ξέσπασμα ενός νέου παγκόσμιου πολέμου.

14. Ο συσχετισμός των δυνάμεων ανάμεσα στις ΗΠΑ και στη Σ.Ε. είναι αμφίρροπος. Από οικονομική άποψη, οι ΗΠΑ υπερτερούν σημαντικά απέναντι στη Σ.Ε. και, χωρίς αμφιβολία, παραμένουν η ισχυρότερη ιμπεριαλιστική δύναμη στον κόσμο, σήμερα. Από στρατιωτική άποψη, όμως, η Σ.Ε. έχει σημειώσει μια τεράστια ανάπτυξη στις τελευταίες δεκαετίες, έτσι που σήμερα να έχει δημιουργηθεί βασικά μια ισορροπία στρατιωτικο-πολεμικών δυνάμεων ανάμεσα στις ΗΠΑ και στη Σ.Ε. Ίσως, μάλιστα, σε ορισμένους τομείς, να υπερέχει η ΣΕ απέναντι στις ΗΠΑ. Ακριβώς γι’ αυτό σήμερα και οι δυο υπερδυνάμεις, οι ΗΠΑ και η Σ.Ε., έχουν συγκεντρώσει τις προσπάθειες τους στην εξασφάλιση στρατιωτικο-πολεμικής υπεροχής και ιδιαίτερα υπεροχής σε πυρηνικά όπλα, απέναντι στον αντίπαλο, πράγμα που και οδηγεί στον ξέφρενο ανταγωνισμό τους για εξοπλισμούς και ιδιαίτερα για πυρηνικούς εξοπλισμούς. Στην παρούσα στιγμή μεγάλη ένταση προσέλαβε η διαμάχη των δυο υπερδυνάμεων γύρω από το ζήτημα της εγκατάστασης πυρηνικών όπλων στην Ευρώπη. Η Σ.Ε. είχε κιόλας εγκαταστήσει στην Ανατ. Ευρώπη τους δικούς της πυραύλους «58-20», ενώ οι ΗΠΑ προχωρούν τώρα στην εγκατάσταση πυραύλων «Πέρ-σινγκ 2» και «Κρουζ» στη Δυτική Ευρώπη. Και ύστερα απ’ αυτό η Σ.Ε. άρχισε να τοποθετεί νέους πυραύλους στην Ανατ. Γερμανία. Έτσι ο πυρηνικός ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων οξύνεται παραπέρα, δημιουργώντας σοβαρή απειλή κατά της παγκόσμιας ειρήνης.

15. Βασικά όργανα για την προετοιμασία και την εξαπόλυση ενός νέου παγκόσμιου πολέμου είναι οι στρατιωτικοί συνασπισμοί του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, που ελέγχουν οι ΗΠΑ και η Σ.Ε., αντίστοιχα. Παρά τις δημαγωγικές και απατηλές διακηρύξεις των αμερικάνων ιμπεριαλιστών και των σοβιετικών σοσιαλιμπεριαλιστών, το ΝΑΤΟ και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας έχουν ξεκάθαρα επιθετικούς σκοπούς. Παράλληλα, οι συνασπισμοί αυτοί, δεν είναι μόνο όργανα για την εξαπόλυση ενός μελλοντικού πολέμου, αλλά και όργανα για την άμεση καταπίεση των λαών και των χωρών της Ευρώπης, καθώς και των άλλων περιοχών του κόσμου.

Σήμερα, τεράστιες στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ και της Σ.Ε. καθώς και των «συμμάχων» τους, βρίσκονται αντιμέτίοπες στο κέντρο της ηπείρου μας, ενώ οι πολεμικοί στόλοι τους οργώνουν τη Μεσόγειο, τη Βόρεια Θάλασσα και τον Ατλαντικό. Αυτό επιβεβαιώνει πως η Ευρώπη παραμένει το επίκεντρο του ανταγωνισμού των δυο υπερδυνάμεων. Η Ευρώπη έχει τεράστια πολιτική, οικονομική και στρατιωτική σημασία για τις ΗΠΑ και τη Σ.Ε. Αυτή είναι το κέντρο του καπιταλιστικού κόσμου και σ’ αυτή είναι συγκεντρωμένες σε μεγάλο βαθμό η βιομηχανία και το εμπόριο. Στρατηγικά, όποιος μπορέσει να ελέγξει την Ευρώπη, θα μπορέσει πιο εύκολα, στη συνέχεια, να βάλει κάτω από τον έλεγχο του και τον υπόλοιπο κόσμο.

16. Στην Ευρώπη συγκεντρώνεται πρωταρχικά η προσοχή των ΗΠΑ και της Σ.Ε. αλλά ταυτόχρονα, αμείωτο εκδηλώνεται το ενδιαφέρον τους και για τις άλλες περιοχές του κόσμου. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει γωνιά της γης, όπου να μη εκδηλώνεται η πάλη των υπερδυνάμεων για τη διατήρηση ή την επέκταση των σφαιρών επιρροής τους.

Στα τελευταία χρόνια, πεδίο άγριου ανταγωνισμού του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμοΰ έχουν καταστεί οι εκτεταμένες περιοχές της Ασίας, της Αφρικής, και της Λατινικής Αμερικής. Στις περιοχές αυτές οι υπερδυνάμεις αναπτύσσουν μια λυσσασμένη δραστηριότητα. Στηρίζουν τα παλιά αντιδραστικά καθεστώτα, οργανώνουν στρατιωτικοφασι-στικά πραξικοπήματα, υποκινούν τοπικούς πολέμους, καλλιεργούν τη διχόνοια και τις διενέξεις ανάμεσα στις διάφορες χώρες και τους λαούς, έτσι ώστε να μπορούν, σε συνέχεια, να εμφανιστούν σαν «ειρηνοποιοί» και «ρυθμιστές» της κατάστασης και γενικά συνδυάζουν τις ωμές μέθοδες της κλασσικής αποικιοκρατίας με τις ραφινάτες μέθοδες της νεοαποικιοκρατίας.

Όλη η εξέλιξη των γεγονότων δείχνει πως οι δυο υπερδυνάμεις, οι ΗΠΑ και η Σ.Ε., είναι οι μεγαλύτεροι και πιο άγριοι εχθροί της ανθρωπότητας.

Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, παρά την ορισμένη εξασθένιση του, δεν άλλαξε καθόλου την επιθετική, αρπαχτική φύση του και συνεχίζει αμείωτα την ηγεμονιστική πολιτική του, διαπράττοντας τα πιο απαίσια εγκλήματα σε βάρος της ανθρωπότητας. Ιδιαίτερα από τότε που τη προεδρία των ΗΠΑ ανέλαβε ο Ρήγκαν, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός έδειξε πάλι τα δόντια του. Η νέα, «δυναμική» γραμμή του Ρήγκαν εκφράστηκε με ένα ψυχροπολεμικό παροξυσμό στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και με την απότομη αύξηση των επεμβατικών δραστηριοτήτων τους παντού στον κόσμο. Η χωρίς προηγούμενο ένταση των πολεμικών προετοιμασιών, το ξέφρενο κυνηγητό των εξοπλισμών, η επινόηση και παραγωγή νέων πυρηνικών όπλων, η πειρατική ένοπλη επιδρομή των ΗΠΑ στη Γκρενάντα, η άμεση επέμβαση της αμερικάνικης ΟΙΑ στη Νικαράγουα και στο Σαλβαδόρ και η εξαπόλυση των ισραηλινών σιωνιστών σε ένοπλη εισβολή στο Λίβανο, αποτελούν ελάχιστα μόνο δείγματα της ρηγκανικής πολιτικής.

Ο σοβιετικός σοσιαλιμπεριαλισμός, είναι το ίδιο επιθετικός και αρπαχτικός όπως και ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός και διαπράττει κι αυτός τα ίδια απαίσια εγκλήματα σε βάρος της ανθρωπότητας, για να εξυπηρετήσει τη δική του ηγεμονιστική πολιτική. Ύστερα από την ένοπλη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, η αποστολή εκατοντάδων χιλιάδων ανδρών του σοβιετικού στρατού στο Αφγανιστάν, για την κατάπνιξη του πατριωτικού αντιστασιακού κινήματος της χώρας αυτής και η καθοδηγημένη από τους σοβιετικούς ηγέτες βιετναμική ένοπλη εισβολή στη Δημοκρατική Καμπότζη, πιστοποιούν τελειωτικά τον ιμπεριαλιστικό εκφυλισμό της Σ.Ε.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές, η ταυτόχρονη, ενιαία, σταθερή και ασυμβίβαστη πάλη ενάντια και στις δυο υπερδυνάμεις, σαν τους κύριους εχθρούς της ανθρωπότητας σήμερα, αποτελεί επιτα-χτικό καθήκον, που οφείλουν να προωθήσουν οι μαρξι-στές-λενινιστές.

δ’ Οι αλλαγές στην κατάσταση των μεγάλων καπιταλιστικών χωρών της Δύσης και η αναπόφευκτη όξυνση των εσωιμπεριαλιστι-κών αντιθέσεων

17. Η έξοδος των καπιταλιστικά αναπτυγμένων χωρών της Δ. Ευρώπης και της Ιαπωνίας από την κατάσταση αδυναμίας που τις χαρακτήριζε στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο και η ανάπτυξη και ισχυροποίηση τους ενίσχυσε την τάση για ανεξαρτοποίηση των χωρών αυτών από την αμερικάνικη κηδεμονία και όξυνε τις αντιθέσεις ανάμεσα στο δυτικοευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό και στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Αυτές οι αντιθέσεις βρίσκουν τώρα την έκφραση τους σ’ όλους τους τομείς κι ένας ισχυρός ανταγωνισμός, πότε κρυφός και πότε φανερός, εκδηλώνεται ανάμεσα στις ΗΠΑ και στις μεγαλύτερες καπιταλιστικές χώρες της Δυτ. Ευρώπης και την Ιαπωνία. Τα διάφορα περιοριστικά μέτρα που πήρε και οι «κυρώσεις» που επέβαλε, στα τελευταία χρόνια, η κυβέρνηση των ΗΠΑ σε βάρος των δυτικοευρωπαϊκών χωρών και της Ιαπωνίας, ιδιαίτερα, είναι πολύ αποκαλυπτικά, από την άποψη αυτή. Όλα αυτά δε μπορούν παρά να οδηγούν σε μια σοβαρή εξασθένηση του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος.

Πρέπει να σημειωθεί, πως η τάση για ανεξαρτοποίηση των δυτικοευρωπαϊκών χωρών δε λειτουργεί σε ευθεία γραμμή, αλλά προχωρεί μέσα από ζιγκ-ζαγκ και παλινδρομήσεις. Η τάση αυτή διαγράφει μια ορισμένη πορεία στη Δυτ. Ευρώπη συνολικά, αλλά έχει σημαντικά διαφορετικές εκφράσεις στις επιμέρους χώρες. Έτσι, από τις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες της Δυτ. Ευρώπης, η Βρετανία είναι σήμερα η πιο εξαρτημένη από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, ενώ η Γαλλία, από την άλλη πλευρά, η πιο προχωρημένη στο δρόμο της ανεξαρτοποίησης.

Ωστόσο, η κατάσταση των σχέσεων ανάμεσα στις ΗΠΑ και στις δυτικοευρωπαϊκές καπιταλιστικές χώρες, όπως και την Ιαπωνία, επίσης, παρουσιάζει μια αντιφατική εικόνα. ‘ Ετσι, ενώ στον οικονομικό κύρια, τομέα σημειώθηκαν σοβαρά βήματα προς την ανεξαρτοποίηση των χωρών αυτών από τις ΗΠΑ, αντίθετα, στο στρατιωτικό τομέα ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο ο αμερικάνικος έλεγχος πάνω στην Ευρώπη και την Ιαπωνία. Ιδιαίτερα στην Ευρώπη, μέσο του Ν ΑΤΟ και παρά τις οξείες αντιθέσεις που συχνά εκδηλώνονται στους κόλπους του στρατιωτικού αυτού οργανισμού, οι ΗΠΑ διαδραματίζουν έναν όλο και πιο ρυθμιστικό ρόλο. Στην πραγματικότητα, ο οργανισμός αυτός αποτελεί ένα όργανο για την άσκηση της παγκόσμιας ηγεμονιστικής πολιτικής των ΗΠΑ. Και όμως, σ’ αυτόν τον οργανισμό, όπου κυριαρχεί ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, στηρίζουν την «άμυνα» τους, δηλαδή τη στρατιωτικο-πολεμική τους οργάνωση, οι δυτικοευρωπαϊκές καπιταλιστικές χώρες. Οι χώρες αυτές προσπαθούν να προφυλαχτούν: από την απειλή του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού με τα αμερικάνικα στρατεύματα και τις αμερικάνικες βάσεις που διατηρούν στο έδαφος τους και επιζητούν την αμερικάνικη «πυρηνική ομπρέλλα». Γι’ αυτό ακριβώς δέχτηκαν και την εγκατάσταση στο έδαφος τους των νέων αμερικάνικων πυραύλων τύπου «Πέρσινγκ 2» και «Κρουζ». Το αποτέλεσμα, όμως, είναι να υπονομεύεται, η εθνική ανεξαρτησία τους και κάθε άλλο παρά να προστατεύεται η ασφάλεια τους.

Σ’ αυτό, ίσα-ίσα, το πλαίσιο οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές προσπαθούν να επιβάλουν την «πειθαρχία» στο στρατόπεδο του δυτικού ιμπεριαλισμού και να εξαναγκάσουν τις σύμμαχες χώρες της Δύσης σε μια «ενιαία στάση», κάτω από την αμερικάνικη ηγεμονία και σε κοινές στρατιωτικές ενέργειες, όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και σε άλλλα σημεία του κόσμου. Η από κοινού συμμετοχή αμερικάνικων, βρετανικών, γαλλικών και ιταλικών στατευμάτων στη λεγόμενη «ειρηνευτική δύναμη», που στάλθηκε στο Λίβανο, — κι όπου, φυσικά, τον πρώτο ρόλο τον είχαν οι αμερικάνοι, — και άλλες παρόμοιες εκδηλώσεις, όπως η κοινή αμερικανο-γαλλική επιχείρηση επέμβασης στο Τσαντ, επιβεβαιώνουν το συμπέρασμα αυτό.

18. Η ισχυροποίηση των καπιταλιστικά αναπτυγμένων χωρών της Δυτ. Ευρώπης επέτρεψε σ’ αυτές να εφαρμόσουν μια πιο δραστήρια πολιτική και απέναντι στη Σ.Ε. Όχι μόνο η Γαλλία, από την εποχή του Ντε Γκωλ, με το περιβόητο σύνθημα της «ενιαίας Ευρώπης από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια» και η Δυτ. Γερμανία, από την εποχή του Βίλλυ Μπράντ, με τη λεγόμενη «νέα ανατολική πολιτική», αλλά και οι άλλες δυτικοευρωπαϊκές καπιταλιστικές χώρες, πραγματοποίησαν αυτού ή του άλλου βαθμού «ανοίγματα» στην κατεύθυνση της Σ.Ε. και των άλλων ρεβιζιονιστικών χωρών της Ανατ. Ευρώπης, που περιλαβαίνουν την ανάπτυξη, κύρια, των οικονομικών και εμπορικών σχέσεων, αλλά επίσης και μια καθορισμένης μορφής πολιτική συνεργασία, με τις χώρες αυτές.

Με τα «ανοίγματα» αυτά, οι δυτικοευρωπαϊκές καπιταλιστικές χώρες προσπαθούν να αποκομίσουν συγκεκριμένα οικονομικά και πολιτικά οφέλη και γενικώτερα να προωθήσουν τη διείσδυση τους στη Σ.Ε. και τις άλλες ανατολικοευρωπαϊκές ρεβιζιονιστικές χώρες. Αλλά, είναι σαφές πως από την οικονομική και πολιτική συνεργασίαΔυτ. Ευρώπης και Ανατ. Ευρώπης, επωφελείται εξίσου και ο σοβιετικός σοσιαλιμπεριαλισμός, ξεπερνώντας, σε ορισμένο βαθμό, τις δικές του εσωτερικές οικονομικές δυσκολίες και προωθώντας ταυτόχρονα και τα δικά του γενικώτερα σχέδια οικονομικής και πολιτικής διείσδυσης στις χώρες της Δυτ. Ευρώπης. Αυτή η πολιτική, σε συνδυασμό και με την άσκηση πολεμικών απειλών και εκβιασμών από την πλευρά του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλι-σμού, κάνει ώστε, ανάμεσα σε διάφορες δυτικοευρωπαϊκές χώρες ή ανάμεσα σε διάφορους κύκλους, — οικονομικούς, πολιτικούς, ακόμα και στρατιωτικούς, — αυτών των χωρών, να εκδηλώνεται μια τάση συμβιβασμού και συνθηκολόγησης μπροστά στην πίεση της Σ.Ε. και μια προσπάθεια εξευμενισμού της με κάθε λογής παραχωρήσεις.

Ωστόσο, σε γενικό επίπεδο, οι σχέσεις ανάμεσα στις χώρες της Δυτ. Ευρώπης και στη Σ.Ε. λειτουργούν ανταγωνιστικά και εκφράζουν μια νέα αντίθεση στα πλαίσια του διευρυμένου παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος — την αντίθεση ανάμεσα στο δυτικοευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό και στο σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλι-σμό. Στο βαθμό, όμως, που οι δυτικοευρωπαϊκές καπιταλιστικές χώρες διατηρούν περισσότερους οικονομικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς δεσμούς με τις ΗΠΑ, οι σχέσεις τους με τη Σ.Ε. δε μπορεί παρά να επηρεάζονται από όλη την πορεία των αμερικανοσοβιετικών σχέσεων. Στην ουσία, ο ανταγωνισμός τους με τη Σ.Ε. σήμερα, σε σημαντικό βαθμό λειτουργεί σαν εξάρτημα του ανταγωνισμού των ΗΠΑ με τη Σ.Ε.

19. Σημαντικό ρόλο στη μεταπολεμική ανάπτυξη των μεγάλων καπιταλιστικών χωρών της Δυτ. Ευρώπης και στην προσπάθεια τους να εμφανιστούν στο διεθνή στίβο σα μια νέα υπερδύναμη, έπαιξε η δημιουργία και η ανάπτυξη της ΕΟΚ.

Η ΕΟΚ αποτελεί την υλοποίηση, στον οικονομικό τομέα, της ιδέας για τη λεγόμενη «ευρωπαϊκή ενοποίηση» ή για τη δημιουργία της «Ενωμένης Ευρώπης». Οι προπαγανδιστές της αντιδραστικής αστικής τάξης προσπαθούν να εμφανίσουν την ιδέα αυτή σα να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών λαών, στην πραγματικότητα, όμως, αυτή εξυπηρετεί μόνο τα συμφέροντα των μεγάλων μονοπωλίων της Δυτ. Ευρώπης. Στα πλαίσια του καπιταλισμού, μια ένωση των ευρωπαϊκών χωρών δε σημαίνει ένωση των λαών αυτών των χωρών, αλλά ένωση των κυρίαρχων τάξεων αυτών των χωρών ή, ακόμη πιο σωστά, ένωση των κυρίαρχων τάξεων αυτών των χωρών κάτω από την ηγεμονία των ισχυρότερων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της Δ. Ευρώπης. Αυτό επιβεβαιώθηκε και στην περίπτωση της ΕΟΚ.

Στην πράξη, οι δυο-τρεις μεγαλύτερες καπιταλιστικές χώρες της Δ. Ευρώπης (Δ. Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία) κατόρθωσαν, μέσο της ΕΟΚ, να περάσουν στο χαλινάρι τους τις οικονομίες των άλλων ευρωπαϊκών χωρών και προώθησαν την πολιτική κηδεμονία τους πάνω σ’ αυτές. Εξάλλου οι κυρίαρχες τάξεις των μεγαλύτερων καπιταλιστικών χωρών της Ευρώπης, αλλά επίσης και εκείνες των άλλων καπιταλιστικών χωρών-μελών της ΕΟΚ, μπόρεσαν να οργανώσουν καλύτερα την εκμετάλλευση των εργαζομένων και να αποσπάσουν πιο πολλά κέρδη και ταυτόχρονα, με μια σειρά μέτρα, να περιορίσουν τις ελευθερίες και τα δημοκρατικά δικαιώματα των λαϊκών μαζών και να επιβάλουν ένα όλο και πιο αντιδραστικό πολιτικό καθεστώς στις χώρες τους.

Μια ιδιομορφία της σημερινής κατάστασης στην καπιταλιστική Δυτ. Ευρώπη, είναι ακριβώς ότι από την ΕΟΚ και τις άλλες μορφές της λεγόμενης «ευρωπαϊκής ενοποίησης» επωφελούνται, πρώτα-πρώτα, οι κυρίαρχες τάξεις των μεγαλύτερων καπιταλιστικών χωρών, αλλά, στα πλαίσια αυτά, επίσης και οι κυρίαρχες τάξεις των άλλων καπιταλιστικών χωρών-μελών της ΕΟΚ, αν και οι ίδιες βρίσκονται σε υποτελή θέση, βρίσκουν, ωστόσο, τις δυνατότητες για να ασκήσουν μια πιο εκμεταλλευτική και πιο καταπιεστική πολιτική σε βάρος των εργαζομένων των χωρών τους και επομένως, να αποκομίσουν περισσότερα κέρδη.

Η ανάπτυξη των καπιταλιστικών χωρών της Δυτ. Ευρώπης προσκρούει σε αναρίθμητες εσωτερικές δυσκολίες και μεγάλες αντιθέσεις εκδηλώνονται τόσο ανάμεσα στις διάφορες αυτές χώρες, όσο και στο εσωτερικό της κάθε μιας απ’ αυτές. Η ίδια η ΕΟΚ συγκλο-νιζεται από εσωτερικές αντιθέσεις και από τον ανταγωνισμό για ηγεμονία, ανάμεσα στα δυο-τρία ισχυρότερα μέλη της.

20. Οι μεγάλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, από την ίδια την ιμπεριαλιστική φύση τους, έχουν την τάση για εξωτερική εξάπλωση, πράγμα που εκδηλώνεται έμπραχτα και στις τωρινές συνθήκες. Ωστόσο, στη θέση των παλιών μεθόδων της άμεσης αποικιακής κυριαρχίας σε διάφορες χώρες του εξωτερικού, αυτές χρησιμοποιούν σήμερα τις «εκλεπτυσμένες» ή πιο σωστά, τις καμουφλαρισμένες μέθοδες της νεοαποικιακής διείσδυσης. Και όχι μόνο προσπαθούν να ξαναμπούν, από την πίσω πόρτα, στις αποικίες που έχασαν αλλά και επιδιώκουν να διεισδύσουν και όπου αλλού μπορούν. Οι ιμπεριαλιστικές χώρες της Δυτ. Ευρώπης προώθησαν δραστήρια την πολιτική της ολόπλευρης οικονομικής, πολιτικής και ακόμα και στρατιωτικής διείσδυσης ή επέμβασης, κύρια στις χώρες της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, καθώς και σε άλλες περιοχές του κόσμου και ανέλαβαν πολλές «συλλογικές» ή μεμονωμένες επεμβατικές «πρωτοβουλίες», στις περιοχές αυτές, για να εξυπηρετήσουν τα επεκτατικά τους σχέδια και να αποκομίσουν κέρδη. Αρκετές χώρες βρίσκονται τώρα, ουσιαστικά, κάτο) από το ζυγό του δυτικοευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού ή αντιμετωπίζουν την απειλή του, παράλληλα με την απειλή του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού.

21. Σήμερα, οι μεγάλες καπιταλιστικές χώρες της Δυτ. Ευρώπης, όχι μόνο ξεχωριστά η κάθε μια, αλλά κύρια «συλλογικά», μέσο της ΕΟΚ και των άλλων οργάνων της λεγόμενης ευρωπαϊκής ενοποίησης, που ελέγχουν, ολοένα και πιο συχνά παίρνουν θέση ή και παρεμβαίνουν με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, σ’ όλα τα λίγο-πολύ σημαντικά διεθνή ζητήματα, από το ζήτημα του Λιβάνου ως το ζήτημα της Νικαράγουα ή του Σαν Σαλβαδόρ, επιχειρώντας, έτσι, να αναδειχτούν σα μια νέα μεγάλη δύναμη στη διεθνή κονίστρα και αμφισβητώντας την απόλυτη κυριαρχία στον κόσμο των ΗΠΑ και της Σ.Ε. Το γεγονός ότι συχνά οι πρωτοβουλίες των δυτικοευρωπαϊκών χωρών κινούνται σε δρόμους παραπλήσιους με εκείνους της αμερικάνικης πολιτικής δεν αναιρεί τη σημασία της προσπάθειας που γενικά καταβάλουν οι χώρες αυτές για μια ξεχωριστή έκφραση στη διεθνή ζωή. Κι αυτό ακριβώς αποτελεί την κύρια τάση στην εξωτερική πολιτική τους. Φυσικά, ο δυτικοευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός δεν έχει, σήμερα, τις οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές προϋποθέσεις για να διεκδικήσει την παγκόσμια ηγεμονία από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και το σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλισμό. Το γεγονός, πάντως, παραμένει πως ο δυτικοευριυπαίκος ιμπεριαλισμός οεν παραιτείται απο τις θέσεις του και προσπαθεί να διατηρήσει και να επεκτείνει τη νεοαποικιακή κυριαρχία του παντού όπου μπορεί. Κι αυτό αποτελεί μια νέα, σοβαρή πηγή όξυνσης των αντιθέσεων και του ανταγωνισμού ανάμεσα στο δυτικοευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό και στον ιμπεριαλισμό των δυο υπερδυνάμεων, των ΗΠΑ και της Σ.Ε.

22. Πολλές ομοιότητες, αλλά και διαφορές, με τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, παρουσιάζει η Ιαπωνία, τόσο στη μεταπολεμική της εξέλιξη, όσο και στη σημερινή της τοποθέτηση. Οι ομοιότητες βρίσκονται στο ότι και η Ιαπωνία είναι κι αυτή μια μεγάλη καπιταλιστική χώρα, που συνθλίβεται από τον ανταγωνισμό των ΗΠΑ και της Σ.Ε. και που αν και παραμένει δεμένη με πολλούς δεσμούς εξάρτησης από τις ΗΠΑ, διεκδικεί σήμερα, όλο και πιο έντονα, έναν ιδιαίτερο ρόλο στη  διεθνή  ζωή,  έτσι  ώστε  να  προωθήσει  τα  δικά της ιμπεριαλιστικά-επεκτατικά σχέδια.    Οσο για τις διαφορές,  η κυριώτερη απ’ αυτές βρίσκεται στο ότι η Ιαπωνία, σε σύγκριση με τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, ξεπέρασε πιο γρήγορα το στάδιο της μεταπολεμικής ανόρθωσης και αναπτύχθηκε σε συνέχεια, οικονομικά, με ασύγκριτα ανώτερους ρυθμούς και με λιγότερους εσωτερικούς κλυδωνισμούς.

Σήμερα, η Ιαπωνία αποτελεί την ισχυρότερη, μετά τις ΗΠΑ, από οικονομική άποψη, χώρα του «δυτικού» καπιταλισμού και ανταγωνίζεται ταυτόχρονα και τις ΗΠΑ και τη Σ.Ε. και τις δυτικοευρωπαϊκές καπιταλιστικές χώρες. Ας σημειωθεί ότι, σύμφωνα με πρόσφατα επίσημα στοιχεία, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της ΕΟΚ με την Ιαπωνία ξεπερνάει κιόλας τα δώδεκα δισεκατομμύρια δολλάρια. Ταυτόχρονα, η Ιαπιονία ανασυγκρότησε και τις ένοπλες δυνάμεις της — παρά τους τυπικούς περιορισμούς που είχε επιβάλλει η συνθήκη ειρήνης το 1945 — και προχωρεί στην οργάνωση και ανάπτυξη τους. Η αναγέννηση του ιαπωνικού μιλιταρισμού είναι πια γεγονός. Κι αυτό δημιουργεί μια σοβαρή απειλή για τη λευτεριά και την ανεξαρτησία των άλλων χωρών και πρώτα-πρώτα των ασιατικών και για την παγκόσμια ειρήνη.

Κεφάλαιο δεύτερο ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΩΝ ΛΑΩΝ

 

α’ Ο χαραχτήρας της εποχής μας

 

23. Παρουσιάζοντας τις βάσεις του λενινισμού, ο Στάλιν είχε πει πως «Ο λενινισμός είναι ο μαρξισμός της εποχής του ιμπεριαλισμού και της προλεταριακής επανάστασης». Πραγματικά, ο Λένιν, στηριζόμενος στα βασικά διδάγματα του μαρξισμού, έκανε μια επιστημονική ανάλυση του ιμπεριαλισμού και διατύπωσε τη θεωρία και την ταχτική της προλεταριακής επανάστασης στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Από τότε πέρασε περισσότερο από μισός αιώνας και στο διάστημα αυτό στον κόσμο συντελέστηκαν μεγάλες αλλαγές. Ωστόσο, ο χαραχτήρας της εποχής μας δεν άλλαξε και ούτε ξεπεράστηκαν τα θεμελιώδη συμπεράσματα, που είχε διατυπώσει, στον καιρό του, ο Λένιν. Η εποχή μας είναι πάντα η εποχή του ιμπεριαλισμού και της προλεταριακής επανάστασης και οι λενινιστικές αρχές παραμένουν το θεωρητικό βάθρο, που πάνω σ’ αυτό στηρίζεται και σήμερα η επαναστατική σκέψη.

Η Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση της Ρωσσίας αποτέλεσε τον πρώτο νικηφόρο παιάνα του προλεταριάτου, την πρώτη έμπραχτη επαλήθευση της ιστορικής πρόβλεψης των μαρξιστών για το περιεχόμενο της εποχής μας. Η κινέζικη επανάσταση και οι άλλες λαϊκές επαναστάσεις που θριάμβευσαν, σε συνέχεια, σε μια σειρά χώρες της Ευρώπης, της Ασίας και της Λατ. Αμερικής, αποτέλεσαν μια νέα σταθερή επαλήθευση αυτής της πρόβλεψης. Οι επαναστάσεις αυτές άνοιξαν μια νέα εποχή στην ιστορία της ανθρωπότητας, εγκαινίασαν το παγκόσμιο προτσές της μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Εποχή του ιμπεριαλισμού και της προλεταριακής επανάστασης είναι ακριβώς η εποχή, στη διάρκεια της οποίας ξεσπάει και επικρατεί η προλεταριακή επανάσταση, δηλαδή πραγματοποιείται το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, είναι η εποχή της συντριβής του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος και της νίκης του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού σε παγκόσμια κλίμακα.

Σήμερα, παρά την οπισθοδρόμηση που σημειώθηκε στη Σ.Ε. και τις άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες, η εποχή μας διατηρεί τα βασικά χαραχτηριστικά της, όπως τα είχε προσδιορίσει ο Λένιν. Όχι μόνο, γιατί η παλινόρθωση του καπιταλισμού στις χώρες αυτές κάθε άλλο παρά οριστικοποιήθηκε, αλλά και γιατί σήμερα, σε διεθνές επίπεδο, το επαναστατικό κίνημα γνωρίζει μια νέα ορμή, ξανοίγοντας ελπιδοφόρες προοπτικές για την υπόθεση του παγκόσμιου σοσιαλισμού.

Ορισμένοι, όχι μόνο δε βλέπουν την ελπιδοφόρα προοπτική που ξανοίγεται, σήμερα, για το διεθνές επαναστατικό κίνημα, αλλά και αρνούνται εντελώς τη συνεισφορά που έδωσε στην προηγούμενη περίοδο η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης και η σοσιαλιστική οικοδόμηση σε μια σειρά χώρες. Κι ωστόσο, αυτή η συνεισφορά με τίποτα δεν μπορεί να εξαλειφθεί. Βέβαια, στη Σ.Ε. επικράτησε ο ρεβιζιονισμός, αλλά αυτό, σε καμιά περίπτωση, δε μπορεί να σβήσει την τεράστια επίδραση που άσκησαν σε όλο τον κόσμο η Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση της Ρωσσίας και η σοσιαλιστική οικοδόμηση που την ακολούθησε. Οι σοσιαλιστικές αρχές εφαρμόστηκαν στη Σ.Ε., στην Κίνα και σε μια σειρά άλλες χώρες και κέρδισαν, όχι μόνο τους λαούς των χωρών αυτών, αλλά και δεκάδες και εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων παντού σ’ όλο τον κόσμο.

Λένε, ότι είχαμε ένα ολόκληρο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και τώρα δεν έχουμε τίποτα. Αυτός ο ισχυρισμός είναι εντελώς αβάσιμος. Πραγματικά, δεν υπάρχει τώρα, το σοσιαλιστικό στρατόπεδο, που υπήρχε άλλοτε, αλλά υπάρχει σήμερα ένα πλατύτατο. δυναμικό και ορμητικό επαναστατικό και απελευθερωτικό λαϊκό κίνημα, Ιϊυυ οι φλόγες του έχουν απλωθεί σε όλα τα σημεία της γης, ενώ και στις ίδιες τις χώρες όπου επικράτησε ο ρεβιζιονισμός, η αντίσταση των λαϊκών μαζών στη γραμμή της καπιταλιστικής παλινόρθωσης παίρνει όλο και πιο έντονες μορφές, προμηνύοντας νέες επαναστατικές θύελλες. Αυτό το επαναστατικό κίνημα, που σαρώνει σήμερα τον κόσμο, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης. Και είναι βέβαιο, πως με την ανάπτυξη και την ολοκλήρωση του θα δώσει στον κόσμο δεκάδες νέα σοσιαλιστικά κράτη, ένα καινούριο, ακόμα πιο μεγάλο, πιο ισχυρό και πιο λαμπρό παγκόσμιο σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

β’ Η πάλη για την εθνική απελευθέρωση και την κοινωνική πρόοδο στις περιοχές της Ασίας, της Αφρικής και της Λατ. Αμερικής

 

24.       Οι μαρξιστές-λενινιστές πάντα θεωρούσαν και σήμερα εξακολουθούν να θεωρούν, πως η πραγματοποίηση της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης περιλαβαίνει μια ολόκληρη σειρά από επαναστατικές διαδικασίες αυτού ή του άλλου χαραχτήρα, που εξελίσσονται προς την ίδια γενική κατεύθυνση της ανατροπής του καπιταλισμού και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Σύμφωνα με τη μαρξιστική-λενινιστική αντίληψη, στην εποχή μας, σ’ αυτή τη γενική κατεύθυνση ωθούν όχι μόνο οι άμεσες σοσιαλιστικές επαναστάσεις, αλλά και οι αστικοδημοκρατικές επαναστάσεις διαφόρων μορφών, που καθοδηγούνται από το προλεταριάτο, οι αντιϊιμπεριαλιστικές-δημοκρατικές επαναστάσεις, οι εθνικο-αποικιακές επαναστάσεις. Μετά τη νίκη τους και αφού εκπληρώσουν τα καθήκοντα τους, οι επαναστάσεις αυτές θα μετεξελιχθούν σε σοσιαλιστικές επαναστάσεις.

Όλη η εξέλιξη των γεγονότων επιβεβαίωσε το συμπέρασμα, που είχαν διατυπώσει οι κινέζοι κομμουνιστές στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και που σύμφωνα μ’ αυτό, οι εκτεταμένες περιοχές της Ασίας, της Αφρικής και της Λ. Αμερικής είναι οι πιο τρωτές από όσες βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία του ιμπεριαλισμού και αποτελούν σήμερα την κύρια ζώνη της παγκόσμιας επαναστατικής θύελλας, που καταφέρει άμεσα πλήγματα ενάντια στον ιμπεριαλισμό.

25.       Ο ένοπλος επαναστατικός αγώνας των λαών της Ασίας, της Αφρικής και της Λ. Αμερικής ενάντια στον αποικισμό, το νεοαποικισμό και τον ηγεμονισμό, καθώς και στους ντόπιους λακέδες τους, πήρε πλατειές διαστάσεις στις τελευταίες δεκαετίες. Ο αγώνας αυτός, αφού πέρασε στην ύφεση, για μια ορισμένη περίοδο, γνωρίζει τώρα μια νέα ισχυρή άνοδο. Αυτό επιβεβαιώνεται στις Φιλιππίνες, στο Σαν Σαλβαδόρ, στο Περού, στη Γουατεμάλα, όπου σημειώνεται μια απότομη ανάπτυξη της ένοπλης πάλης, αλλά επίσης και σε μια σειρά άλλες χώρες της Ασίας και της Α. Αμερικής (Ταϋλάνδη, Μαλαισία, Βιρμανία, Ανατολικό Τιμόρ, Κολομβία κ.α.), όπου συνεχίζονται μακρόχρονοι ένοπλοι αγώνες. Εξάλλου, αμείωτα συνεχίζουν τον ένοπλο αγώνα τους ο παλαιστινέζικος

λαός στη Μ. Ανατολή, και οι λαοί της Ναμίμπια, της Ερυθραίας και άλλων χωρών της αφρικανικής ηπείρου.

Μια σημαντική ιδιομορφία των ένοπλων λαϊκών κινημάτων της τωρινής περιόδου είναι πως αυτά δε στρέφονται μόνο ενάντια στον αμερικάνικο και γενικά στον «παραδοσιακό» ιμπεριαλισμό, αλλά και ενάντια στο νέο ιμπεριαλισμό, που διαμορφώθηκε μέσα στη δεκαετία του ’60, το σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλισμό. Στο Αφγανιστάν, το ένοπλο πατριωτικό κίνημα αντίστασης έχει φέρει σε απόγνωση το σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλιστικό στρατό κατοχής, ενώ στη Δημοκρατική Καμπότζη, παρατηρείται μια παλλαϊκή και πανεθνική ένοπλη εξέγερση ενάντια στους βιετναμέζους εισβολείς — ανδρείκελα του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού, που έχουν στριμωχτεί στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Ένα άλλο, καινούριο και επίσης πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό των λαϊκών αγώνων στη ζώνη των επαναστατικών θυελλών, είναι ο συνδυασμός του ένοπλου αγώνα με τον πολιτικό μαζικό αγώνα, που εκφράζεται με μαζικές πολιτικές απεργίες και διαδηλώσεις. Ένα τέτοιο άμεσο συνδυασμό παρουσιάζουν τώρα οι λαϊκοί αγώνες στις Φιλιππίνες και στο Περού. Αλλά και χωρίς να συνδυάζονται άμεσα, — στην ίδια τουλάχιστο κλίμακα, με ένοπλους αγώνες, μαζικοί πολιτικοί αγώνες, όπως παλλαϊκές και πανεθνικές απεργίες και διαδηλώσεις, έχουν ξεσπάσει και αναπτύσσονται σε μια σειρά χώρες όπως η Χιλή, η Αργεντινή, η Βραζιλία, το Πακιστάν κ.α. Στις περιπτώσεις αυτές, ο άμεσος στόχος των λαϊκών κινητοποιήσεων είναι το γκρέμισμα των στρατιωτικο-φασιστικών δικτατορικών καθεστώτων και η αποκατάσταση των αστικοδημοκρατικών ελευθεριών, αλλά, αντικειμενικά, οι κινητοποιήσεις αυτές κλονίζουν τις βάσεις όλου του συστήματος κυριαρχίας του ξένου ιμπεριαλισμού και της ντόπιας αντίδρασης, ανοίγοντας ευρύτερες προοπτικές για την ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος.

26. Ανάμεσα στα διάφορα κινήματα που αναπτύσσονται σήμερα στις περιοχές της Ασίας, της Αφρικής και της Λ. Αμερικής, υπάρχουν ομοιότητες και υπάρχουν και διαφορές. Οι ομοιότητες βρίσκονται βασικά στο ότι όλα αυτά τα κινήματα, το καθένα με τον τρόπο του και στο δικό του βαθμό, αντικειμενικά και ανεξάρτητα απο την όποια θέληση εκείνων που τα κατευθύνουν, υπονομεύουν τιζ βάσεις της κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού, του σοσιαλιμπεριαλισμού, του αποικισμού και του νεοαποικισμού και συμβάλλουν ττΐν ανάπτυξη του παγκόσμιου επαναστατικού ρεύματος. Όσο για τις διαφορές, αυτές, πριν απ’ όλα, καθορίζονται από τις δυνάμεις, κοινωνικές και πολιτικές, που καθοδηγούν τα κινήματα αυτά, από τα συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα που πάνε να εξυπηρετήσουν οι δυνάμεις αυτές και από τις προοπτικές που θέλουν να ξανοίξουν.

Τα κινήματα αυτά διακρίνονται, χοντρικά, σε δυο κατηγορίες:

Πρώτο, είναι τα κινήματα εκείνα, που στην ηγεσία τους βρίσκεται, — παρά τη μικρή αριθμητική της δύναμη, — η εργατική τάξη, με επικεφαλής το μαρξιστικό-λενινιστικό πολιτικό κόμμα της. Τέτοια είναι, για παράδειγμα η περίπτωση των Φιλιππίνων, όπου ο «Νέος Λαϊκός Στρατός», κάτω από την άμεση καθοδήγηση του Κ.Κ. Φιλιππίνων, κέρδισε τελευταία μεγάλες νίκες ενάντια στο ματωβαμένο αμερικανόδουλο καθεστώς του Μάρκος και σημειώνει μια γοργή ανάπτυξη. Τα κινήματα της κατηγορίας αυτής, εφόσον διατηρήσουν ως το τέλος το σωστό ιδεολογικό και πολιτικό προσανατολισμό τους και αποφύγουν τις ξένες ή και εχθρικές επιρροές, θα μπορέσουν, σίγουρα να φέρουν σε πέρας την αντιϊμπεριαλιστική-δημοκρατική επανάσταση, που έχει μπει τώρα στην ημερήσια διάταξη στις χώρες τους και παραπέρα να την οδηγήσουν στο δρόμο του σοσιαλισμού.

Δεύτερο, είναι τα κινήματα εκείνα, που στην ηγεσία τους βρίσκεται η εθνική αστική τάξη ή η εθνική αστική τάξη και η κορυφή της μικροαστικής τάξης από κοινού με στοιχεία της πατριωτικής διανόησης. Τέτοιες είναι, για παράδειγμα, οι περιπτώσεις του Ιράν ή της Νικαράγουα και του Σαν Σαλβαδόρ. Τα κινήματα αυτά, από τη μια μεριά, έχουν την τάση της σύγκρουσης και ρήξης με τον ιμπεριαλισμό και τις δυνάμεις της εσωτερικής αντίδρασης και, από την άλλη μεριά, είναι επιρρεπή στο συμβιβασμό με αυτόν ή τον άλλον ξένο ιμπεριαλισμό και καταφεύγουν σε μέτρα περιορισμού των λαϊκών ελευθεριών και συγκράτησης των αναγκαίων οικονομικο-κοινωνικών μετασχηματισμών, μετά την άνοδο τους στην εξουσία, στο βαθμό που αισθάνονται την πίεση από την ανάπτυξη των συνεπών επαναστατικών δυνάμεων.

Η ιστορική πείρα δείχνει πως αν η ηγεσία του αντιϊμπεριαλιστι-κού αγώνα περάσει στα χέρια της αστικής τάξης, τότε, αναπόφευκτα, ο αγώνας αυτός, είτε θα μείνει στα μισά του δρόμου είτε θα προδοθεί και έτσι κι αλλοιώτικα θα υπονομευθεί και θα χαντακωθεί. Γι’ αυτό το προλεταριάτο, με επικεφαλής το πολιτικό του κόμμα, οφείλει να αγωνιστεί για την κατάχτηση της ηγεσίας των λαϊκών μαζών, έτσι ώστε να οδηγήσει τον αντιϊμπεριαλιστικό αγώνα σταθερά, ως την εκπλήρωση των στόχων του. Κατά κανόνα.η ηγεσία των μαζών περνάει στα χέρια της αστικής τάξης εκεί όπου είναι ακόμα αδύναμο το συνεπές επαναστατικό κίνημα, για λόγους που σχετίζονται με την αντικειμενική κατάσταση ή όταν το κίνημα αυτό διαπράττει σοβαρά λάθη.

Στις χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατ. Αμερικής που εξακολουθούν να καταπιέζονται ή να απειλούνται από τον ιμπεριαλισμό και το σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλισμό, το βασικό καθήκον του προλεταριάτου είναι να καταχτήσει την ηγεσία των μαζών, να ενωθεί σε μια στέρεη συμμαχία με την αγροτιά και γύρω από τη συμμαχία αυτή να συσπειρώσει όλες τις άλλες δυνάμεις που είναι δυνατό να συσπειρωθούν, για να συγκροτήσει ένα πλατύ ενιαίο μέτωπο ενάντια στον αποικισμό, το νεοαποικισμό και τον ηγεμονισμό, ενάντια στον ιμπεριαλισμό, το σοσιαλιμπεριαλισμό και τη ντόπια αντίδραση, για τη νίκη της αντιιμπεριαλιστικής-δημοκρατικής επανάστασης, που θα ανοίξει το δρόμο στο σοσιαλισμό.

27. Για τη σωστή διεξαγωγή και την επιτυχή ανάπτυξη του αντιϊμπεριαλιστικού αγώνα, ιδιαίτερη σημασία έχει η υιοθέτηση, από την πλευρά του προλεταριάτου, μιας σωστής στάσης απέναντι στην αστική τάξη. Σε ότι αφορά την κομπραδόρικη αστική τάξη, που είναι δεμένη με τον ξένο ιμπεριαλισμό και παίρνει γενικά αντιδραστικές θέσεις, αυτή θα είναι, οπωσδήποτε, ένας από τους βασικούς στόχους των λαϊκών αγώνων. Διαφορετική στάση πρέπει να υιοθετήσει το προλεταριάτο απέναντι στην εθνική αστική τάξη, που αν και δεν είναι απαλλαγμένη από διάφορες εξαρτήσεις από τον ιμπεριαλισμό και συχνά συμβιβάζεται μαζί του, έχει, ωστόσο, σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, τη δυνατότητα να συμμετάσχει,  σε   σημαντικό   βαθμό,  στον  αντιϊμπεριαλιστικό αγώνα. Το προλεταριάτο οφείλει, εδώ, να εκπληρώσει ένα δύσκολο διπλό καθήκον: Πρώτο, να τραβήξει μαζί του, στον αγώνα ενάντια τον ξένο ιμπεριαλισμό και την εσωτερική αντίδραση, την εθνική αστική τάξη, — σ’ όποιο βαθμό και για όσο χρονικό διάστημα θα

είναι αυτό δυνατό, — και δεύτερο, να αγωνιστεί ενάντια στις αναπόφευκτες απόπειρες της εθνικής αστικής τάξης να αρπάξει την ηγεσία του αγωνα, να περιορίσει τους στόχους του και τελικά να τον αξιοποιήσει για τη δική της άνοδο στην εξουσία και την ικανοποίηση των στενών ταξικών συμφερόντων της. Στα πλαίσια της συνεργασίας και σύμπραξης του με την εθνική αστική τάξη, σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται, το προλεταριάτο, να «συγχωνευτεί» με την εθνική αστική τάξη, να χάσει την ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική του αυτοτέλεια και να εγκαταλείψει την ανεξάρτητη δράση του στο όνομα της υποστήριξης των προοδευτικών τάσεων της εθνικής αστικής τάξης.

Το να πιστέψει κανείς τυφλά στις «νέες» και απεριόριστες «δυνατότητες» της εθνικής αστικής τάξης στον εθνικο-αντιϊμπεριαλιστικό αγώνα, όπως προπαγανδίζουν οι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές, θα ήταν πολύ σοβαρό λάθος. Μια τέτοια στάση απλούστατα θα μετέτρεπε το λαϊκό κίνημα σε ένα εξάρτημα της αστικής πολιτικής. Αλλά θα ήταν, επίσης, σοβαρό λάθος να αρνηθεί κανείς εντελώς αυτές τις δυνατότητες και να αντιμετωπίσει την αστική τάξη συνολικά σα μια αντιδραστική δύναμη.

28. Μερικοί θεωρούν, πως αν σε μια χώρα ανατρέπεται η κυριαρχία της αντιδραστικής αστικής τάξης και στη θέση της στην εξουσία ανεβαίνει ένα άλλο τμήμα της αστικής τάξης, τότε αυτό, για το λαό, δε σημαίνει τίποτα και καμιά ουσιαστική αλλαγή δεν επιφέρει στην κατάσταση. Ή, πάλι, υποστηρίζουν πως σήμερα στον κόσμο, στις διάφορες χώρες όπου διεξάγονται απελευθερωτι-κοί-αντιϊμπεριαλιστικοί αγώνες, το τελικό αποτέλεσμα είναι απλίός η αλλαγή του ξένου δυνάστη: Αναπτύσσονται κινήματα αντιαμερικανικά, αντιϊμπεριαλιστικά, που στην πορεία χειραγωγούνται από τους σοβιετικούς ρεβιζιονιστές και έτσι, όταν τα κινήματα αυτά ανεβαίνουν στην εξουσία, στη θέση της προηγούμενης, αμερικάνικης ή άλλης ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, έρχεται η νέα, σοβιετική σοσιαλιμπεριαλιστική κυριαρχία. Έτσι αναφέρονται στα παραδείγματα του Βιετνάμ, της Αγκόλας, της Αιθιοπίας ή στις περιπτώσεις όπως εκείνη της Νικαράγουα. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, οι αλλαγές που συντελούνται σήμερα στις περιοχές της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, συνίστανται απλώς σε μεταβολές και αναδιαμορφώσεις των σφαιρών επιρροής των δυο υπερδυνάμεων, των ΗΠΑ και της Σ.Ε. και κατά τα άλλα, περαμένει αδιατάρραχτη η κυριαρχία του ιμπεριαλισμού και του σοσιαλιμπεριαλισμού, παρμένη συνολικά. Μια τέτοια ερμηνεία στέκεται στην επιφάνεια των γεγονότων και αδυνατεί να συλλάβει τις ουσιαστικές εσωτερικές διεργασίες που κρύβουν τα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα των περιοχών αυτών.

Πρώτα-πρώτα, σε καμιά από τις χώρες όπου η προηγούμενη ιμπεριαλιστική κυριαρχία αντικαταστάθηκε από τη σοσιαλιμπεριαλιστική κυριαρχία, δεν υπάρχει μια σταθεροποίηση της νέας κατάστασης. Ακόμα και στις περιπτώσεις όπως του Βιετνάμ, της Αγκόλας ή της Αιθιοπίας η σοβιετική επιρροή συντηρείται με την άμεση παρουσία χιλιάδων σοβιετικών στρατιωτικών «συμβούλων» ή «τεχνικών» είτε και μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων κουβανών, άλλων υποτελών του σοσιαλιμπεριαλισμού, ενώ στο Αφγανιστάν και στη Δημοκρατική Καμπότζη χρειάστηκε η άμεση ένοπλη επέμβαση εκατοντάδων χιλιάδων ανδρών του σοβιετικού και του βιετναμικού στρατού, αντίστοιχα. Τα γεγονότα δείχνουν πως οι λαοί που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν σκληρά για να διώξουν από τον τόπο τους, τους αμερικάνους και άλλους παλιούς ιμπεριαλιστές δεν είναι διατεθειμένοι να ανεχθούν τους νέους σοβιετικούς δυνάστες. ‘ Ετσι και αλλοιώτικα, το μέτωπο του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού δέχτηκε ισχυρά πλήγματα και η ιμπεριαλιστική κυριαρχία αυτής ή της άλλης μορφής περνάει μια όλο και πιο σοβαρή κρίση. Από μια άλλη πλευρά έρχεται να επιβεβαιώσει το συμπέρασμα αυτό η περίπτωση της Νικαράγουα.

Η ανατροπή της φασιστικής διχτατορίας του Σομόζα και η άνοδος στην εξουσία των σαντινίστας στη Νικαράγουα αποτέλεσε μια μεταβολή μεγάλης σημασίας για τη χώρα αυτή και το λαό της. Απάλλαξε τη Νικαράγουα από την κυριαρχία του βορειαμερικάνι-κου ιμπεριαλισμού και πρόσφερε στο λαό της μια σειρά δημοκρα-~ικά δικαιώματα και καταχτήσεις. Είναι γεγονός ότι, στην πορεία, ημειώθηκε μια όλο και μεγαλύτερη αύξηση της σοβιετικής και ης κουβανικής επιρροής στη Νικαράγουα. Και σήμερα είναι πολύ καθαρό, πως όσο περισσότερο θα δυναμώνει η πίεση και η απειλή πό την πλευρά των ΗΠΑ, τόσο και περισσότερο οι ηγέτες της Ίκαράγουα θα τείνουν σε μια στενή συνεργασία με τη Σ.Ε. και την ούβα, υπολογίζοντας σε μια υποστήριξη τους για την αντιρρό-πηση της βορειαμερικάνικης πίεσης και την αντιμετώπιση ενδεχό-ενης ανοιχτής ένοπλης επέμβασης των ΗΠΑ στη χώρα τους. υτή η εξέλιξη είναι οπωσδήποτε πολύ αρνητική και κλείνει μέσα ης σοβαρούς κινδύνους για το μέλλον της Νικαράγουα. Δε μπορεί, στόσο, να μειώσει τη σημασία των καταχτήσεων που κιόλας έτυχε ο λαός της χώρας αυτής.

Μπορεί η επανάσταση της Νικαράγουα να έφερε στην εξουσία τους σαντινίστας, — ένα κράμα εκπροσώπων της εθνικής αστικής τάξης, προοδευτικιον διανοουμένων και ριζοσπαστικών στοιχείων της μικροαστικής τάξης, — και όχι τους κομμουνιστές, αλλά έφερε, σίγουρα, στο προσκήνιο του πολιτικού αγώνα τις πλατιές λαϊκές μάζες. Αυτό είναι το πιο σημαντικό αποτέλεσμα, που σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να παραγνωριστεί. Οι λαϊκές μάζες της Νικαράγουα, που με το όπλο στο χέρι αγωνίστηκαν για το γκρέμισμα της διχτατορίας του Σομόζα και που σήμερα εξακολουθούν και πάλι με το όπλο στο χέρι να υπερασπίζονται τις καταχτήσεις τους από τις ένοπλες επιθέσεις των μισθοφόρων του βορειαμερικάνικου ιμπεριαλισμού, έχουν ανεβάσει σε πολύ υψηλό επίπεδο την πολιτική τους συνείδηση και είναι βέβαιο πως στην πορεία του αγώνα θα αναδείξουν, μέσα από τους κόλπους τους, τη συνεπή εκείνη πολιτική δύναμη, που θα οδηγήσει σταθερά και ως το τέλος την επανάσταση τους. Η ανατροπή της φασιστικής διχτα-τορίας του Σομόζα, εξάλλου, αποτέλεσε ένα ισχυρό πλήγμα στη θεωρία της παντοδυναμίας του βορειομερικάνικου ιμπεριαλισμού και, — μαζί με την παράλληλη πλατιά ανάπτυξη του ένοπλου απελευθερωτικού λαϊκού αγώνα στο Σαν Σαλβαδόρ, — άσκησε μια τεράστια επίδραση και στους αγώνες των γειτονικών λαών και τροφοδότησε τα μεγάλα αντιϊμπεριαλιστικά κινήματα που σαρώνουν σήμερα όλη τη Λατινική Αμερική. Αυτό είναι το δεύτερο σπουδαίο αποτέλεσμα της επανάστασης της Νικαράγουα, που, επίσης, σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να παραγνωριστεί.

Σημαντικά διδάγματα προσφέρει και η επανάσταση του Ιράν. Η επανάσταση αυτή, που γκρέμισε το αμερικανόδουλο ματωβαμμένο καθεστώς του Σάχη και δημιούργησε μια νέα εξουσία που τη μοιράζονται το θρησκευτικο-ισλαμικό ιερατείο, οι εκπρόσωποι της εθνικής αστικής τάξης και οι μηχανισμοί της παλιάς αστοτσιφλι-κάδικης τάξης, παρά τις αντιφάσεις και παλινδρομήσεις της, διατηρεί, βασικά, την αντιϊμπεριαλιστική-αντιηγεμονιστική αιχμή της, — ενάντια στις ΗΠΑ και τη Σ.Ε., — αλλά σημείωσε μια μεγάλη οπισθοδρόμηση στο εσωτερικό της χώρας, με την εγκαθίδρυση ενός στυγνού τρομοκρατικού καθεστώτος, που καθοδηγείται από τον τυφλό θρησκευτικο-ισλαμικό φανατισμό και από αναχρονιστικές και σκοταδιστικές ιδέες σε ότι αφορά την οργάνωση της κοινωνικής ζωής. Παρ’ όλα αυτά, θα ήταν εντελώς αβάσιμος ο ισχυρισμός πως τάχα τίποτε δεν άλλαξε ουσιαστικά στο Ιράν, αφού και εδώ, έτσι και αλλοιώτικα, τα εκατομμύρια των λαϊκών μαζών κατέβηκαν στους δρόμους, νέες επαναστατικές δυνάμεις πρόβαλαν στο πολιτικό προσκήνιο και αναπτύχθηκαν πλατιά, ενώ διεθνώς, η ανατροπή της αμερικάνικης κυριαρχίας στο Ιράν αποτέλεσε ένα ισχυρότατο πλήγμα σ’ όλο το σύστημα της αμερικάνικης στρατηγικής διάταξης στις περιοχές της Μέσης Ανατολής — Μέσης Ασίας και άσκησε μια μεγάλη θετική επίδραση στην ανάπτυξη των λαϊκών απελευθερωτικών αγώνων των καταπιεζομένου χωρών του κόσμου.

Το ζήτημα είναι ότι τα απελευθερωτικά, εθνικοδημοκρατικά και επαναστατικά κινήματα των διαφόρων περιοχών του κόσμου, μ’ όλες τις αντιφατικότητες, ασυνέπειες, ταλαντεύσεις και παλινδρομήσεις που παρουσιάζουν, αλλού λιγότερο και αλλού περισσότερο και παρά τις διαφορές που έχουν ανάμεσα τους, συνολικά παρμένα γνωρίζουν σήμερα μια τεράστια ανάπτυξη και διαμορφώνουν ένα ορμητικό αντιϊμπεριαλιστικό και αντιηγεμονιστικό ρεύμα, που κλονίζει τις βάσεις της παγκόσμιας κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού, του σοσιαλιμπεριαλισμού, του αποικισμού και του νεοαποικισμού.

Ο θρίαμβος της αντιϊμπεριαλιστικής-δημοκρατικής επανάστασης στις εκτεταμένες περιοχές της Ασίας, της Αφρικής και της Αατινικής Αμερικής θα αποτελέσει την ιστορική καταδίκη ολόκληρου του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος και μια σημαντική φάση για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό σε παγκόσμια κλίμακα. Στην εποχή μας, η αντιϊμπεριαλιστική-δημοκρατική επανάσταση, που πραγματοποιείται κάτω από την ηγεσία του προλεταριάτου με επικεφαλής το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα του, μετεξελίσσεται γοργά σε σοσιαλιστική επανάσταση και αποτελεί τμήμα της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης.

γ   Οι αγώνες των εργαζομένων στις καπιταλιστικές χώρες της Δύσης

 

29. Μέσα σε περίπλοκες συνθήκες αναπτύχθηκαν οι αγώνες της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων μαζών στις καπιταλιστικές χώρες της Δυτικής Ευρώπης, στις τελευταίες δεκαετίες.

Ύστερα από την επικράτηση των χρουστσιωφικίόν ρεβιζιονι-στών στην καθοδήγηση του ΚΚ ΣΕ και της Σ.Ε. και τη ρεβιζιονι-στική «στροφή» που επιβλήθηκε μετά το 1956 και στα κομμουνιστικά κόμματα των δυτικοευριυπαϊκών χωρών, το επαναστατικό κίνημα στις χώρες αυτές γνίόρισε μια σημαντική κάμψη και υποχώρηση. Πλατιά διάδοση πήραν εδώ οι νεορεφορμιστικές ιδέες, ενώ η θεωρία και η πραχτική του λεγόμενου «ευρωκομμουνισμού», που προβλήθηκε πανηγυρικά σαν η σωτήρια διέξοδος από την «κρίση» που τάχα δοκίμαζε ο διεθνής κομμουνισμός, γρήγορα αποκαλύφθηκε σαν το όργανο που πήγαινε να γλυτώσει τον καπιταλισμό από την κρίση που αυτός πραγματικά περνούσε, σπάζοντας την επαναστατική ραχοκοκαλιά του εργατικού κινήματος και μετατρέποντας τα κομμουνιστικά κόμματα σε απλά εξαρτήματα της πολιτικής της μονοπωλιακής αστικής τάξης. Αυτό έκανε (όστε και η σοσιαλδημοκρατία να ξανασηκώσει κεφάλι, φτάνοντας, σήμερα, να ελέγχει τις μισές περίπου δυτικοευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Παρ’ όλα αυτά, η εργατική τάξη και οι άλλες εργαζόμενες μάζες μπόρεσαν να αναπτύξουν μια σειρά σημαντικούς αγώνες ενάντια στο μονοπωλιακό κεφάλαιο και τις άλλες δυνάμεις της εσωτερικής αντίδρασης και ενάντια στις δυο ιμπεριαλιστικές υπερδυνάμεις, τις ΗΠΑ και τη Σ.Ε. Ύστερα, ιδιαίτερα, από την όξυνση της οικονομικής κρίσης και την απότομη αύξηση της ανεργίας, αναπτύχθηκε ένα πλατύ απεργιακό κίνημα, με οικονομικά, κύρια, αιτήματα, που συνδέθηκε στην πράξη, αλλού λιγότερο και αλλού περισσότερο, με την πάλη για δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες και ενάντια στην απειλή του φασισμού, καθώς και με την πάλη για την κατάχτηση ή την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας, ενάντια στην επεκτατική, ιμπεριαλιστική και φιλοπόλεμη πολιτική των δυο υπερδυνάμεων και το κυνηγητό των εξοπλισμών.

Στις μεγάλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, η πάλη για τις άμεσες οικονομικές και πολιτικές απαιτήσεις προωθείται μέσα στην προοπτική της προλεταριακής επανάστασης και συνδέεται με τον αγώνα για την απαλλαγή από την επιρροή του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και την απόκρουση της απειλής του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού. Ενώ σε ορισμένες μεσογειακές χώρες της Νότιας Ευρώπης, όπως είναι η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ελλάδα, οι αγώνες έχουν σαν άμεσο στόχο την ανατροπή της ασφυχτικής κυριαρχίας του ξένου ιμπεριαλισμού και της δεμένης μ’ αυτόν ντόπιας οικονομικής ολιγαρχίας, για το άνοιγμα του δρόμου σε βαθύτερους οικονομικο-κοινωνικούς μετασχηματισμούς και την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Οι χώρες αυτές αποτελούν σήμερα τα πιο τρωτά σημεία του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και ακριβώς γι’ αυτό εδώ αναπτύχθηκαν οι πιο σημαντικοί αγώνες στις τελευταίες δεκαετίες.

Η ανάπτυξη των επαναστατικών προτσές στην καπιταλιστική Δυτ. Ευρώπη, συνολικά παρμένη, θα προχωρήσει αργά και μέσα σε μια μακρόχρονη προοπτική. Αλλά η ανάπτυξη αυτή θα είναι αναπόφευκτη. Δε μπορεί να υπάρξει αμφιβολία, πως οι τωρινοί αγώνες προετοιμάζουν τους όρους για τη ριζική λύση των αντιθέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας, με τη μελλοντική νίκη της προλεταριακής επανάστασης.

30.       Ιδιαίτερη ανάπτυξη πήραν οι λαϊκοί αγώνες στην Ιαπωνία, όπου τα διάφορα μαζικά κινήματα συγχωνεύονται στο χείμαρρο της ενιαίας πάλης των μαζών ενάντια στην κυριαρχία του ντόπιου μονοπωλιακού κεφαλαίου και την επικυριαρχία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού καθώς και ενάντια στην απειλή του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού, για την εθνική ανεξαρτησία και το σοσιαλισμό.

31.       Στις ΗΠΑ εξάλλου, μεγάλοι και παρατεταμένοι απεργιακοί αγώνες, ξέσπασαν, στα τελευταία χρόνια, που έφεραν αντιμέτωπους με το κράτος της μονοπωλιακής αστικής τάξης εκατομμύρια εργαζόμενους. Σημαντικοί αγώνες έγιναν, επίσης, ενάντια στην αντιδραστική και φασιστική τρομοκρατία, ενάντια στις φυλετικές και άλλες διακρίσεις, για τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις ελευθερίες του λαού, ενώ πλατιές διαστάσεις παίρνει τώρα το κίνημα, ενάντια στους πυρηνικούς εξοπλισμούς. Όλοι αυτοί οι αγώνες, αν και έχουν περιορισμένο χαραχτήρα, σήμερα, ωστόσο, παίζουν σπουδαίο ρόλο, γιατί ατσαλώνουν και προετοιμάζουν το αμερικάνικο προλεταριάτο για τους αυριανούς επαναστατικούς αγώνες.

δ’ Οι αγώνες των λαϊκών μαζών στις ρεβιζιονιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης

 

32.       Πλατιά ανάπτυξη πήραν, επίσης, οι αγώνες της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων στις ρεβιζιονιστικές χώρες της Ανατ. Ευρώπης. Παρά την άγρια σοσιαλφασιστική τρομοκρατία, που βασιλεύει στις χώρες αυτές, οι λαϊκές μάζες μπόρεσαν, αλλού λιγότερο και αλλού περισσότερο, να εκδηλώσουν την αγανάχτηση και τις διαμαρτυρίες τους για τη σημερινή άθλια κατάσταση τους και να απαιτήσουν τη ριζική αλλαγή της. Με τον πιο έντονο και χαρακτηριστικό τρόπο εκφράστηκε αυτό στα γεγονότα που συγκλόνισαν στα τελευταία χρόνια την Πολωνία.

33.       Στην Πολωνία, ύστερα από τη ρεβιζιονιστική «στροφή» του 1956 και τη βαθμιαία παλινόρθωση του καπιταλισμού, η κατάσταση προχωρούσε από το κακό στο χειρότερο και η έλλειψη ακόμα και των πιο στοιχειωδών μέσων ζωής, οδήγησε σε επανειλημμένες λαϊκές εξεγέρσεις, που πνίγηκαν στο αίμα από τις σοσι-αλφασιστικές δυνάμεις καταστολής του Γκομούλκα και του Γκιέ-ρεκ. Το Δεκέμβρη του 1970, σα διαμαρτυρία σε μια απότομη αύξηση των τιμών στα είδη πρώτης ανάγκης που είχε αναγγείλει η κυβέρνηση, οι εργάτες της Βαλτικής κατέβηκαν σε απεργίες και διαδηλώσεις. Στο Γκντάνσκ, στη Γδύνια και σε άλλα βιομηχανικά κέντρα, οι Πολωνοί εργάτες κατέβηκαν στους δρόμους κρατώντας κόκκινες σημαίες και τραγουδώντας την Κομμουνιστική Διεθνή, για να αντιμετωπίσουν παληκαρίσια τις σφαίρες της σοσιαλφασι-στικής αστυνομίας. Πραγματικά, αυτή η λαϊκή εξέγερση πνίγηκε στο αίμα και ο επίσημος απολογισμός της ήταν 45 νεκροί και 1 165 τραυματίες εργάτες. Αλλά, η αντίσταση και πάλη των πολωνών εργαζομένων δε σταμάτησε. Από τα τέλη του 1980 ξέσπασε ένα μαζικό απεργιακό κίνημα, που ξεκίνησε από τα ναυπηγεία-του Γκντάνσκ και αγκάλιασε όλη τη χώρα. Εκατομμύρια ανθρώπων της δουλειάς κατέβηκαν στους δρόμους. Τώρα, οι Πολωνοί εργαζόμενοι δε ζητούσαν μόνο ψωμί και δουλειά, αλλά και συνδικαλιστικά και δημοκρατικά δικαιώματα — ζητούσαν το δικαίωμα της απεργίας και το δικαίωμα να ιδρύσουν νέα συνδικάτα, χωρίς τον έλεγχο του ρεβιζιονιστικού κράτους. Η ρεβιζιονιστική εξουσία υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει αυτά τα δικαιώματα, αλλά το έκανε μόνο για να κερδίσει χρόνο. Η «νόμιμη» λειτουργία των νέων συνδικάτων δεν κράτησε πολύ.

Τα γεγονότα εξελίχτηκαν έτσι, που μια βαθειά και ολόπλευρη —οικονομική και πολιτική — κρίση αγκάλιασε όλο το ρεβιζιονι-στικό σύστημα, μια κρίση που τελικά εκδηλώθηκε ανοιχτά και στην ίδια την πολωνική ρεβιζιονιστική ηγεσία. Η «διέξοδος» βρέθηκε με την άμεση ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας από μια στρατιωτική χούντα, το λεγόμενο «στρατιωτικό συμβούλιο εθνική.: σωτηρίου», με επικεφαλής το στρατηγό Γιαρουζέλσκι. τον Δεκέμβρη του 1981. Από τα πρώτα μέτρα της χούντας Γιαρουζέλσκι ηιαν η κηρυςη τυυ στρατιωτικού νομού και η απαγόρευση της νόμιμης λειτουργίας των συνδικάτων που είχαν δημιουργηθεί την προηγούμενη χρονιά. Έτσι, η λεγόμενη «πολιτική εξομάλυνση» προχώρησε με την εξάλειψη όλων των δικαιωμάτων που είχαν καταχτήσει οι εργαζόμενοι και με την ένταση της αστυνομικής βίας και τρομοκρατίας. Η άρση του στρατιωτικού νόμου, που με τυμπανοκρουσίες είχε εξαγγείλει πριν από λίγο διάστημα η πολωνική χούντα, αποδείχτηκε μια μεγάλη απάτη, αφού ταυτόχρονα η πολωνική βουλή ψήφισε μια σειρά νέους δρακόντειους νόμους, που εξασφάλισαν στο Γιαρουζέλσκι απεριόριστες «ειδικές εξουσίες». Στην Πολωνία εξακολουθεί να βασιλεύει ο νόμος της σοσιαλφασιστικής τρομοκρατίας.

34. Τη στιγμή που οι εργάτες της Πολωνίας είχαν ξεσηκωθεί για τα δικαιώματα τους, σε κινητοποίηση μπήκαν και οι δυνάμεις της αντιδραστικής δεξιάς — τα μέλη των παλιών εκμεταλλευτριών

άξεων, τα όργανα του παλιού αντιδραστικού καθεστώτος, οι κρύοι πράκτορες του ιμπεριαλισμού και η ίδια η πολωνική καθολική κκλησία. Όλοι αυτοί ύψωσαν τη σημαία της υπεράσπισης των «ανθρώπινων δικαιωμάτων», τάχτηκαν υποκριτικά «με το μέρος των ργατών» και προσπάθησαν να προωθήσουν στα νέα συνδικάτα νθρώπους τους, για να τα θέσουν κάτω από τον έλεγχο τους. Αυτή προσπάθεια δεν έμεινε χωρίς επιτυχία, αφού πράκτορες της στικής τάξης, της καθολικής εκκλησίας και του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, σαν τον Λεχ Βαλέσα, έγιναν οι ηγέτες των νέων .ργατικών συνδικάτων. Οι εργαζόμενοι της Πολωνίας, που στην τεράστια πλειοψηφία ους ξεσηκώθηκαν ενάντια στο σημερινό ρεβιζιονιστικό-οσιαλφασιστικό  καθεστώς  και  πήραν μέρος δραστήρια στα αζικά κινήματα που ξέσπασαν από τα τέλη του 1980 και μετά, κάθε -‘λλο παρά θα ήθελαν την επάνοδο στο προπολεμικό αντιδραστικό αθεστώς.   Ωστόσο,  η   απουσία ενός  ισχυρού  επαναστατικού αρξιστικού-λενινιστικού κινήματος, — που μόνο αυτό θα μπορ-ύσε να προσανατολίσει σωστά τον αγώνα των εξεγερμένων αζών, — επέτρεψε στην αντίδραση να ψαρέψει στα θολά νερά, να μφανίσει τη χρεωκοπία του ρεβιζιονισμού σα χρεωκοπία του οσιαλισμού και να σπείρει μια μεγάλη σύγχυση ανάμεσα στις αϊκές μάζες. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η τραγωδία του πολωνικού αού.

‘ Ετσι, στην Πολωνία διαμορφώθηκε μια σύνθετη και εξαιρετικά ερίπλοκη πολιτική κατάσταση, όπου, παράλληλα με τη λαϊκή ντίθεση στο σημερινό ρεβιζιονιστικό καθεστώς, εκδηλώθηε και ο ‘γριος ανταγωνισμός ανάμεσα στην παλιά αστική τάξη, που είχε νατρέψει η λαϊκή επανάσταση μετά την απελευθέρωση και που πιδιώκει τώρα να επανέλθει στην εξουσία και στη νέα αστική άξη, που έφερε στην αρχή η ρεβιζιονιστική ανατροπή του 1956 και που προσπαθεί με όλα τα μέσα να κρατηθεί στην εξουσία. Αυτός ο ανταγωνισμός, που ξεκινάει από την εσωτερική πολωνική κρα/ματικότητα, έχει ταυτόχρονα τις διεθνείς πλευρές του, που εκφράζονται με το ρόλο που διαδραματίζουν στα πολωνικά γεγονότα η Σ.Ε. και οι ΗΠΑ καθώς και άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Δύσης.

35. Στην πραγματικότητα, η Σ.Ε. από τότε που έγινε μια σοσια-ψπεριαλιστική δύναμη, μετέτρεψε την Πολωνία σε μια νέου υπου αποικία της. Σημαντικές σοβιετικές στρατιωτικές δυνάμεις Ρίσκονται στο πολωνικό έδαφος και ο πολωνικός στρατός ελέγχεται απόλυτα από το Σΰμψωνο της Βαρσοβίας και τους σοβιετικούς στρατηγούς που το διοικούν. Η Πολωνική οικονομία υποτάχτηκε στις απαιτήσεις της Σ.Ε. και αναπτύσσεται σύμφωνα με τις υπαγορεύσεις του λεγόμενου «Συμβουλίου Οικονομικής Αλληλοβοήθειας» (πρώην «ΚΟΜΕΚΟΝ»), δηλαδή σύμφωνα με τα συμφέροντα της σοβιετικής γραφειοκρατικής μονοπωλιακής αστικής τάξης. Όσο για την πολιτική ζωή της χώρας, αυτή, ακόμα περισσότερο, ελέγχεται ασφυχτικά από τη Σ.Ε. Οι κομματικές καθοδηγήσεις και οι κυβερνήσεις της Πολωνίας αλλάζουν και διορίζονται από τη Μόσχα και όλες οι σημαντικές αποφάσεις για τη ζωή της Πολωνίας προκαθορίζονται από τη σοβιετική ηγεσία. Η νέα αστική τάξη της Πολωνίας, που χρωστάει την αναρρίχηση της στην εξουσία ακριβώς στη «βοήθεια» των σοβιετικών ρεβιζιονι-στών το 1956, παρά τις ερωτοτροπίες της με τη Δύση, στάθηκε, σε γενικές γραμμές, πειθήνιο όργανο της σοβιετικής σοσιαλιμπερια-λιστικής κατοχής.

Με αυτά τα δεδομένα μπορεί καθαρά να προσδιοριστεί ο ρόλος της Σ.Ε. στα τελευταία πολωνικά γεγονότα: Η Σ.Ε. όχι μόνο αντιτάχθηκε στο μεγάλο κίνημα του πολωνικού προλεταριάτου, πού ξέσπασε από τα τέλη του 1980 και μετά, αλλά είδε σ’ αυτό ένα μεγάλο κίνδυνο για τα συμφέροντα της και γι’ αυτό προσπάθησε με κάθε τρόπο να το καταπνίξει. Και ήταν ακριβώς, η Σ.Ε., που μεθόδευσε και όλες τις εξελίξεις και χειρισμούς στο επίπεδο της πολωνικής ηγεσίας. Καμιά αμφιβολία δεν μπορεί να υπάρχει, πως αν ο Γιαρουζέλσκι με το στρατιωτικό νόμο δεν τα κατάφερνε να «εξομαλύνει» την κατάσταση στην Πολωνία, τα σοβιετικά στρατεύματα ήταν έτοιμα να επέμβουν για να ολοκληρώσουν αυτό το «έργο». Τα γεγονότα έδειξαν, πως η σοσιαλιμπεριαλιστική Σ.Ε. είναι αποφασισμένη να κρατήσει, με κάθε μέσο, το πόστο της Πολωνίας, που δεν είναι μόνο μια σημαντική αποικία, αλλά και ένα σπουδαιότατο στρατηγικό σημείο σ’ όλη την ανάπτυξη των σοβιετικών στρατιωτικών δυνάμεων προς την Κεντρική και τη Δυτική Ευρώπη.

36. Από την άλλη πλευρά, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός και οι άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Δύσης, προσπάθησαν, με όλα τα μέσα, να εκμεταλλευτούν τα πολωνικά γεγονότα και να προωθήσουν τα δικά τους σχέδια για την Πολωνία και γενικότερα. Αυτοί, από καιρό χρηματοδοτούσαν, οργάνωναν και καθοδηγούσαν τη δράση πρακτόρων τους στο πολωνικό έδαφος και ενίσχυαν ολόπλευρα τις δραστηριότητες της αντιδραστικής δεξιάς στην Πολωνία, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσαν να «καλοπιάσουν» και να προσεταιριστούν την κυρίαρχη ρεβιζιονιστική κλίκα της Πολωνίας ή κάποιο τμήμα της, χορηγώντας «βοήθεια» και «πιστώσεις» δεκάδων δισεκατομμυρίων δολλαρίων στις διάφορες πολωνικές κυβερνήσεις. Όταν ξέσπασαν τα γεγονότα το 1980 πέρασαν σε απροκάλυπτες επεμβάσεις στην εσωτερική πολιτική ζωή της Πολωνίας, δυνάμωσαν στο έπακρο την ενίσχυση τους στις αντι-κομμουνιστικές δυνάμεις που δρούσαν στην Πολωνία και ξαπόλυ-σαν μια μανιασμένη παγκόσμια καμπάνια κατασυκοφάντησης του σοσιαλισμού και υποκριτικής υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Πολωνία.

Μέσα από τις δραστηριότητες αυτές ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός και οι σύμμαχοι του επιδιώκουν να προκαλέσουν ρήγμα στη σοβιετική κυριαρχία στην Πολωνία, να την εξασθενήσουν και να την υπονομεύσουν και παραπέρα να προωθήσουν το στρατηγικό τους στόχο, που είναι να επαναφέρουν στην Πολωνία το παλιό αντιδραστικό καθεστώς και να βάλουν τη χώρα αυτή κάτω από τον άμεσο έλεγχο τους. Παράλληλα, προσπαθούν να αξιοποιήσουν τα πολωνικά γεγονότα για να προκαλέσουν μια γενικότερη αναταραχή και στις άλλες ρεβιζιονιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και να αποσταθεροποιήσουν τις σοβιετικές θέσεις στην περιοχή αυτή.

Έτσι, οι εσωτερικές συγκρούσεις ανάμεσα στην παλιά αστική τάξη και στη νέα αστική τάξη της Πολωνίας συνδέονται άμεσα με τον ανταγωνισμό των δυο ιμπεριαλιστικών υπερδυνάμεων, όπου η μια απ’ αυτές, η Σ.Ε., προσπαθεί με κάθε μέσο να διατηρήσει την κυριαρχία της στην Πολωνία και η άλλη, οι ΗΠΑ, χρησιμοποιώντας, επίσης, κάθε μέσο, προσπαθεί να εκτοπίσει τη Σ.Ε. και να την υποκαταστήσει στο ρόλο του κυρίαρχου της Πολωνίας.

37. Τρία χρόνια και πάνω, ύστερα από την έναρξη του μεγάλου απεργιακού κινήματος στο Γκντάνσκ, η κατάσταση στην Πολωνία εξακολουθεί να είναι συγκεχυμένη. Η χούντα Γιαρουζέλσκι, χάρη στα τρομοκρατικά μέτρα που πήρε με την εφαρμογή του στρατιωτικού νόμου, μπόρεσε να πετύχει μια ορισμένη σταθεροποίηση των θέσεων της. Αλλά η σταθεροποίηση αυτή είναι μόνο προσωρινή, γιατί ταυτόχρονα ανασυγκροτούνται και οι δυνάμεις της αντιδραστικής δεξιάς, με την ολόπλευρη ενίσχυση και της πολωνικής καθολικής εκκλησίας.

Όσο για τις λαϊκές μάζες, αυτές, αφού γνώρισαν την προδοσία των αγώνων τους από τυχάρπαστους ηγέτες τύπου Βαλέσα, τους Πράκτορες αυτούς της πολωνικής αντίδρασης και του ξένου ιμπεριαλισμού, αρχίζουν τώρα να ξεχωρίζουν πιο καλά τους πραγματικούς φίλους και τους πραγματικούς εχθρούς τους. Το βασικό είναι πως οι μάζες αυτές διατη ρουν σταθερά την αγωνιστική τους θέληση. Είναι βέβαιο, πως μέσα στη φωτιά του ταξικού αγώνα θα μπορέσουν να δουν ακόμα πιο καθαρά και αναδείχνοντας πραγματικούς εργατικούς ηγέτες να εξασφαλίσουν τη σωστή κατεύθυνση του αγώνα τους, ως την τελική νίκη. Έτσι κι αλλοιώτικα και παρά το προσωρινό πισωγύρισμα, ο αγώνας που άρχισε εδώ και τριάμισυ χρόνια το πολωνικό προλεταριάτο έδωσε κιόλας μια τεράστια συμβολή στην εργατική υπόθεση κι άνοιξε την αυλαία μεγάλων και ιστορικής σημασίας εξελίξεων στο εργατικό κίνημα της Πολωνίας. Εξελίξεων, που ο αντίχτυπός τους έφτασε κιόλας πολύ μακριά, πέρα από τα σύνορα της Πολωνίας και που σίγουρα, στο μέλλον, θα γίνει πιο αισθητός, ιδιαίτερα στις άλλες ρεβιζιονιστι-κές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

38. Οι λαϊκές μάζες των ρεβιζιονιστικών χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, που έχασαν όλα τους τα δικαιώματα και καταδικάστηκαν στην εξαθλίωση, ύστερα από την καπιταλιστική παλινόρθωση, που έφερε ο ρεβιζιονισμός μετά το 1956, καταλαβαίνουν κάθε μέρα και περισσότερο, πως η κύρια αιτία για την κατάσταση αυτή, η κύρια αιτία για την κακοδαιμονία που δέρνει σήμερα τις χώρες αυτές, είναι η ολόπλευρη εξάρτηση τους από το σοβιετικό σοσια-λιμπεριαλισμό. Γι’ αυτό, η λαϊκή δυσαρέσκεια που φουντώνει, μετασχηματίζεται, ολοένα και περισσότερο σ’ ένα πλατύ κίνημα για την εθνική ανεξαρτησία. Ταυτόχρονα, οι λαϊκές μάζες συνειδητοποιούν όλο και πιο βαθειά, πως μόνο η αποκατάσταση του πραγματικού σοσιαλισμού, μόνο η ανατροπή της αστικορεβιζιο-νιστικής κυριαρχίας και η επανεγκαθίδρυση της προλεταριακής επαναστατικής εξουσίας μπορεί να δημιουργήσει τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την επίλυση των μεγάλων κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών προβλημάτων που συσσώρευσε η καπιταλιστική παλινόρθωση. Έτσι, ο αγώνας για την εθνική ανεξαρτησία συνδέεται άμεσα με τον αγώνα για το σοσιαλισμό, δίνοντας μια τεράστια ώθηση προς τα εμπρός στο επαναστατικό κίνημα των μαζών.

Στην ίδια τη Σ.Ε. εξάλλου, τη μητρόπολη αυτή του σύγχρονου ρεβιζιονισμού, σημειώνεται μια ολοένα αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια και πληθαίνουν οι εκδηλώσεις αντίστασης στο καθεστώς που επέβαλε στο σοβιετικό λαό η κυρίαρχη καθοδηγητική κλίκα των αποστατών του μαρξισμού-λενινισμού. Τα μέτρα που πήρε τελευταία η σοβιετική καθοδήγηση για την «πάταξη των εκδηλώσεων απειθαρχίας» και την «εξασφάλιση του εργασιακού ελέγχου», αποτελούν μια απόδειξη γι’ αυτό. Εξεγέρσεις αυτής ή της άλλης έκτασης σημειώθηκαν επίσης ανάμεσα στις διάφορες εθνότητες της Σ.Ε. που καταπιέζονται από τη σωβινιστική μεγαλορώ-σικη πολιτική που ακολουθεί η ρεβιζιονιστική ηγεσία της Σ.Ε.

ε’ Η πάλη για την παγκόσμια ειρήνη

39. Το σπουδαιότερο πρόβλημα της διεθνούς ζωής σήμερα είναι η αποτροπή του πολέμου και η περιφρούρηση της παγκόσμιας ειρήνης.

Όπως το έχει πει ο Αένιν και όπως το επιβεβαίωσε η ζωή, α ιμπεριαλισμός γεννάει αναπόφευκτα πολέμους. Πολέμους τοπικούς, περιφερειακούς αλλά και παγκόσμιους. Σήμερα, όταν αναπτύσσεται λυσσασμένα ο ανταγωνισμός των δυο υπερδυνάμεων, των ΗΠΑ και της Σ.Ε. για την παγκόσμια κυριαρχία, ο κόσμος αντιμετωπίζει όλο και πιο έντονα την απειλή ενός νέου παγκόσμιου πολέμου. Αλλά, στη σημερινή εποχή, υπάρχει επίσης η δυνατότητα της αποτροπής του πολέμου. Στον κόσμο, σήμερα υπάρχουν τεράστιες προοδευτικές και φιλειρηνικές δυνάμεις, ικανές να χαλιναγωγήσουν τους εμπρηστές ενός νέου παγκόσμιου πολέμου και να ματαιώσουν τα σχέδια τους, υπερασπίζοντας την παγκόσμια ειρήνη.

Στις διάφορες χώρες του κόσμου αναπτύσσονται λογιώ-λογιώ φιλειρηνικά κινήματα, που παρά τις ιδιομορφίες τους, συγκλίνουν όλα στη γενική επιδίωξη για την αποτροπή του πολέμου και την περιφρούρηση της παγκόσμιας ειρήνης.

Στα τελευταία χρόνια, στη Δυτική Ευρώπη αναπτύσσεται ορμητικά ένα πλατύ, μαζικό και ισχυρό αντιπυρηνικό κίνημα. Οι μεγάλες διαδηλώσεις, με τη συμμετοχή εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων, που πραγματοποιήθηκαν στις μεγαλύτερες πόλεις της Δ. Ευρώπης, μαρτυρούν για τις δυνατότητες και για τις προοπτικές του κινήματος αυτού. Το τωρινό αντιπυρηνικό κίνημα, δεν ταυτίζεται με το γενικό φιλειρηνικό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, αφού περιορίζεται στην επιδίωξη της μη εγκατάστασης ή της απομάκρυνσης των πυρηνικών όπλων από το ευρωπαϊκό έδαφος. Ωστόσο, το κίνημα αυτό, καθώς τάσσεται ενάντια στην παρουσία στο ευρωπαϊκό έδαφος τόσο των αμερικάνικων πυραύλων, όσο και των σοβιετικών, αποχτάει ένα αντιϋπερδυναμικό, αντιηγεμονιστικό χαραχτήρα και αντικειμενικά αναπτύσσεται στην κατεύθυνση και μέσα στην προοπτική του γενικού φιλειρηνικού αντιϊμπεριαλιστικού κινήματος. Η πλατύτητα των δυνάμεων, που συμμετέχουν σήμερα στο αντιπυρηνικό κίνημα υπογραμμίζει τις τεράστιες δυνατότητες αυτού του κινήματος, αλλά και υποδείχνει τις μορφές και μέθοδες δουλειάς που πρέπει να χρησιμοποιήσουν οι μαρξιστές-λενινιστές στο μαζικό φιλειρηνικό κίνημα.

Οι μαρξιστές-λενινιστές, από τη μια πλευρά, πρέπει να απορρίψουν το πασιφιστικό-οππορτουνιστικό πνεύμα, που αποδυναμώνει και υπονομεύει τον αγώνα για την ειρήνη και, από την άλλη πλευρά, πρέπει να καταπολεμήσουν το στενό — σεχταριστικό πνεύμα, που υποτιμάει είτε και αρνείται την πάλη για την ειρήνη.

Πρέπει να μάθουμε να πλησιάζουμε ανθρώπους των πιο διαφορετικών ιδεολογικών και πολιτικών κατευθύνσεων και να τους κινητοποιούμε στον κοινό σκοπό της πάλης για την αποτροπή του πολέμου. Και πρέπει να πετύχουμε ώστε αυτή η πάλη να παίρνει όλο και πιο ενεργητικό χαραχτήρα.

40. Πάλη για την ειρήνη σημαίνει να αποκαλύπτουμε τους πραγματικούς εμπρηστές του πολέμου, τις δυο υπερδυνάμεις, τις ΗΠ Α και τη Σ.Ε. Πάλη για την ειρήνη σημαίνει να ξεσκεπάζουμε τα απατηλά συνθήματα των υπερδυνάμεων για «ύφεση», «αφοπλισμό» και «ασφάλεια», να καλλιεργούμε τη λαϊκή επαγρύπνηση και να κινητοποιούμε τις λαϊκές μάζες για τη ματαίωση των σχεδίων των ιμπεριαλιστών και των σοσιαλιμπεριαλιστών. Για να προωθήσουμε την υπόθεση της υπεράσπισης της ειρήνης, πρέπει να αντιταχτούμε στους πολεμικούς εξοπλισμούς, πρέπει να απαιτήσουμε την απαγόρευση και την ολοκληρωτική καταστροφή όλων των πυρηνικών όπλων, την κατάργηση όλων των ξένων στρατιωτικών βάσεων στις διάφορες χώρες και την αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων και των κάθε λογής στρατιωτικών «συμβούλων» από τις διάφορες χώρες και να αγωνιστούμε δραστήρια ενάντια στους κυριότερους επιθετικούς στρατιωτικούς συνασπισμούς της εποχής μας — το ΝΑΤΟ και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Η δική μας πάλη για την ειρήνη έχει σαφή αντιϊμπεριαλιστικό χαρακτήρα και γι’ αυτό εντάσσεται στο πλαίσιο του γενικότερου αγώνα που διεξάγουν σήμερα οι λαοί του κόσμου ενάντια στις δυο μεγαλύτερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της εποχής μας, τις ΗΙΙΑ και τη Σ.Ε.

Αν, παρ’ όλα αυτά, ξεσπάσει ένας παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος ανάμεσα στις δυο υπερδυνάμεις, οι λαοί του κόσμου θα ενωθούν και θα παλαίψουν για να καταφέρουν θανατηφόρα πλήγματα στους υποκινητές και οργανωτές του άδικου πολέμου. Σε κάθε χώρα, η εργατική τάξη, επικεφαλής όλου του λαού και του έθνους, θα ξεσηκωθεί για να αντισταθεί στους επιδρομείς, για να υπερασπίσει την εθνική ανεξαρτησία, για να αντιτάξει στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, τον εθνικο-απελευθερωτικό πόλεμο, για να ξεριζώσει, μια για πάντα, τις αιτίες που γεννούν τους πολέμους, για να εξαφανίσει το σάπιο σύστημα του ιμπεριαλισμού και του σοσι-αλιμπεριαλισμού. ‘ Ενας τέτοιος πόλεμος θα φέρει αναπόφευχτα τη νίκη της επανάστασης. Όπως το έχει πει ο Μάο Τσετούνγκ: «Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος ενός καινούριου παγκόσμιου πολέμου και οι λαοί του κόσμου πρέπει να προετοιμάζονται γι’ αυτό. Αλλά

σήμερα, η κύρια τάση στον κόσμο είναι η επανάσταση:ή η επανάσταση θα αποτρέψει τον πόλεμο ή ο πόλεμος θα προκαλέσει την επανάσταση».

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

 

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

 

Κεφάλαιο τρίτο

 

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ

 

α’ Από τον Μπερνστάιν ως τον Χρουστσιώφ

 

41. Το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα αναπτύχθηκε πάντα σε μια αδιάκοπη πάλη με τα κάθε λογής εχθρικά προς τον επαναστατικό μαρξισμό ιδεολογικά ρεύματα και ιδιαίτερα σε αδιάκοπη πάλη με το ρεβιζιονισμό. Ο ρεβιζιονισμός, που αντανακλάει την αστική ιδεολογία στη θεωρία και στην πράξη, παραλύει την επαναστατική θέληση της εργατικής τάξης και προσπαθεί να προσαρμόσει το εργατικό κίνημα στα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων.

Από τα τέλη του περασμένου αιώνα, όταν ο γερμανός σοσιαλδημοκράτης Ε. Μπερνστάιν διατύπωσε τις πρώτες ρεβιζιονιστικές θεωρίες, σε μια προσπάθεια να αναθεωρήσει, να «διορθώσει» το μαρξισμό, ο ρεβιζιονισμός δεν έπαψε να εκδηλώνεται στους κόλπους του εργατικού κινήματος, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο και να προκαλεί αδιάκοπα την αναμέτρηση και την πάλη ανάμεσα στην επαναστατική κατεύθυνση και στην οππορτουνι-στική κατεύθυνση. Η πάλη του Λένιν και των μπολσεβίκων ενάντια στους Μπερνστάιν, Κάουτσκυ και τους άλλους ρεβιζιονιστές της 2ης Διεθνούς, στο πρώτο τέταρτο του αιώνα μας, ήταν η πρώτη μεγάλη διεθνής πολεμική με το ρεβιζιονισμό. Αργότερα, ο Στάλιν, επικεφαλής του ΚΚΣΕ (μπ) αγωνίστηκε αδιάλλαχτα ενάντια στους τροτσκιστές, ζηνοβιεφικούς, μπουχαρινικούς και άλλους ρεβιζιο-νιστές και οππορτουνιστές.

Υστερα από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο εμφανίστηκε βαθμιαία ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός. Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια εμφανίστηκαν ο ρεβιζιονισμός του Μπρόουντερ στο ΚΚ ΗΠ Α και ο ρεβιζιονισμός του Τίτο στο ΚΚ Γιουγκοσλαβίας, ενώ ταυτόχρονα άρχισαν να αναπτύσσονται διάφορες ρεφορμιστικές θεωρίες σε ορισμένα κομμουνιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης. Αλλά, ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός μετατράπηκε σ’ ένα διεθνές φαινόμενο μόνο ύστερα από την εμφάνιση του σοβιετικού ρεβιζιο-νισμού, που έγινε γνωστός, αρχικά, σαν ο χρουστσιωφικός ρεβιζιονισμός.

β’ Ο σοβιετικός ρεβιζιονισμός

 

42.       Ο σοβιετικός ρεβιζιονισμός εμφανίστηκε βαθμιαία, ύστερα από το θάνατο του Στάλιν, το 1953, όταν μια ομάδα ρεβιζιονιστών καθοδηγητών, με επικεφαλής το Ν. Χρουστσιώφ σφετερίστηκε την καθοδήγηση του ΚΚΣΕ και της Σ.Ε. κι άρχισε να προωθεί μια οππορτουνιστική πολιτική. Η ομάδα αυτή, αφού προετοίμασε το έδαφος, πρόβαλε ανοιχτά, στο 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, το 1956, τη ρεβιζιονιστική της πλατφόρμα. Αυτή η πλατφόρμα συστηματοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε σ’ ένα αντεπαναστατικό πρόγραμμα ως το 22ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, το 1961. Έτσι διαμορφώθηκε ο χρουστσιωφικός ρεβιζιονισμός.

Με το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ οι Χρουστσιωφικοί ρεβιζιονι-στές ξαπόλυσαν μια δημόσια συκοφαντική επίθεση ενάντια στο Στάλιν και το επαναστατικό έργο του. Κάτω από το πρόσχημα της «πάλης ενάντια στην προσωπολατρεία και τις συνέπειες της», αυτοί πέρασαν σε μανιασμένες επιθέσεις ενάντια στις μεγάλες σοσιαλιστικές καταχτήσεις, που είχε πετύχει προηγούμενα ο σοβιετικός λαός, κάτω από την καθοδήγηση του ΚΚΣΕ με επικεφαλής το Στάλιν. Απορρίπτοντας το έργο του Στάλιν, οι χρουστσιωφικοί ρεβιζιονιστές θέλησαν να απορρίψουν το μαρξισμό-λενινισμό, που ο Στάλιν είχε εφαρμόσει και να ανοίξουν το δρόμο για την εφαρμογή μιας αντιμαρξιστικής-αντιλενινιστικής πολιτικής.

43.       Η ουσία των αποφάσεων του 20ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ ήταν η αναθεώρηση των βασικών αρχών του μαρξισμού-λενινισμού, η καταπολέμηση της προλεταριακής επανάστασης και της διχτατορίας του προλεταριάτου, η απόρριψη του δρόμου της Οχτωβριανής επανάστασης, η άρνηση των λενινιστικών θέσεων για τον ιμπεριαλισμό, για τον πόλεμο και την ειρήνη, η αλλοίωση του προλεταριακού χαραχτήρα του κομμουνιστικού κόμματος και η προσπάθεια επιβολής στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα μιας οππορτουνιστι-κής «στροφής». Με το Πρόγραμμα που ψήφισε το 22ο συνέδριο του ΚΚΣΕ διακηρύχτηκαν οι αντεπαναστατικές θεωρίες της «ειρηνικής συνύπαρξης» (χρουστσιωφικού τύπου), της «ειρηνικής άμιλλας», του «ειρηνικού περάσματος», του «παλλαϊκού κράτους», του «κόμματος όλου του λαού» και άλλες.

Η επικράτηση της ρεβιζιονιστικής χρουστσιωφικής κλίκας στην καθοδήγηση του ΚΚΣΕ και του σοβιετικού κράτους, οδήγησε στην εγκαθίδρυση της κυριαρχίας της νέας αστικής τάξης και στην παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ. Βαθειές αλλαγές πραγματοποιήθηκαν τόσο στη βάση όσο και στο εποικοδόμημα και η σοβιετική κοινωνία εκφυλίστηκε σε μια νέου τύπου αστική κοινωνία.

44. Μεγάλη ζημιά προξένησαν οι χρουστσιωφικοί ρεβιζιονιστές και στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Παραβιάζοντας βάναυσα :ι αρχές που θα έπρεπε να διέπουν τις σχέσεις ανάμεσα στις σοσια/αστικές χώρες και ανάμεσα στα κομμουνιστικά κόμματα, προσπάθησαν, με κάθε τρόπο, να επιβάλουν την αντεπαναστατική γραμμή τους στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Εφαρμόζοντας μια πολιτική μεγάλης δύναμης και εθνικού εγωισμού, οι χρουστσιωφικοί ρεβιζιονιστές καταπάτησαν αδίσταχτα τα κυριαρχικά δικαιώματα των σοσιαλιστικών χωρών και την ανεξαρτησία των κομμουνιστικών κομμάτων, κατέφυγαν σε απροκάλυπτες επεμβάσεις και πραγματικές συνωμοσίες για την ανατροπή νόμιμων καθοδηγήσεων κομμουνιστικών κομμάτων και κυβερνήσεων σοσιαλιστικών χωρών, χρησιμοποίησαν οικονομικούς εκβια-χτμούς, στρατιωτικές απειλές και κάθε λογής μηχανορραφίες και ατιμίες ιμπεριαλιστικού τύπου. Αυτοί ήθελαν να έχουν παντού υποτακτικούς, που να εφαρμόζουν τυφλά την αντεπαναστατική πολιτική τους. Σαν αποτέλεσμα της διάδοσης των ρεβιζιονιστικών θεωριών και της επεμβατικής, ανατρεπτικής δραστηριότητας της χρουστσιωφικής κλίκας, οι περισσότερες σοσιαλιστικές χώρες μπήκαν στο δρόμο της καπιταλιστικής πολινόρθωσης, ενώ τα κομμουνιστικά κόμματα αυτών των χωρών μετατράπηκαν από κόμματα της εργατικής τάξης σε κόμματα της νέας αστικής τάξης.

Οι θέσεις, που πρόβαλαν και καλλιέργησαν για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα οι χρουτσιωφικοί ρεβιζιονιστές, άσκησαν μια εξαιρετικά διαλυτική, αποσυνθετική επίδραση στα κομμουνιστικά κόμματα πολλών καπιταλιστικών χωρών. Ιδιαίτερα, η θεωρία για «το ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό με τον κοινοβουλευτικό δρόμο», που αποτελούσε σαφή άρνηση του δρόμου της Οχτωβρια-νής Επανάστασης και χρησίμευσε σαν βασικό μέσο για τον ιδεολογικό ευνουχισμό και τον πολιτικό αφοπλισμό του επαναστατικού κινήματος του προλεταριάτου. Κάτω από τις συνθήκες αυτές, τα κομμουνιστικά κόμματα πολλών καπιταλιστικών χωρών έχασαν τον προλεταριακό χαραχτήρα και την επαναστατική φυσιογνωμία τους, απαρνήθηκαν την προλεταριακή επανάσταση και τη διχτατορία του προλεταριάτου, προσαρμόστηκαν στην πολιτική των μεταρρυθμίσεων, εκφυλίστηκαν σε νέου τύπου σοσιαλδημο-κρατικά-ρεφορμιστικά κόμματα.

45.  Σαμποταριστική, υπονομευτική  πολιτική  εφάρμοσαν οι χρουστσιωφικοί ρεβιζιονιστές και απέναντι στο εθνικοαπελευθε-ρωτικό και εθνικοδημοκρατικό κίνημα των λαών. Την ώρα που, όπως διαπίστωνε η Διακήρυξη του 1957 των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων των σοσιαλιστικών χωρών, «όλο και πιο ψηλά   ανεβαίνουν   τα   κύματα   του   αντιϊμπεριαλιστικού-αντιπολεμικού αγώνα», οι χρουστσιωφικοί ρεβιζιονιστές προπαγάνδιζαν διάφορες θεωρίες που ακριβώς υπονόμευαν αυτόν τον αγώνα. Ο Χρουστσιώφ έλεγε πως «ένας μικρός σπινθήρας μπορεί να προκαλέσει παγκόσμιο πόλεμο» και πως «θα εργαστούμε επίμονα για το σβήσιμο των σπινθήρων, που θα μπορούσαν να ανάψουν τις φλόγες του πολέμου». Τέτοιους, «επικίνδυνους» «σπινθήρες» θεωρούσαν, οι χρουστσιωφικοί ρεβιζιονιστές, τους ένοπλους απελευθερωτικούς αγώνες των λαών και γι’ αυτό προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τους περιορίσουν ή και να τους πνίξουν, για να διαφυλαχτεί η παγκόσμια ειρήνη, τάχα και να αποτραπεί η καταστροφή της ανθρωπότητας, από ένα θερμοπυρηνικό πόλεμο!

Στην πραγματικότητα, οι χρουστσιωφικοί ρεβιζιονιστές, υποκύπτοντας στην πολιτική του πυρηνικού εκβιασμού, που εφάρμοζε ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, ακολούθησαν τη γραμμή του να αντιταχθούν στους επαναστατικούς και απελευθερωτικούς αγώνες των λαών και να συμφιλιωθούν με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Διαστρεβλώνοντας τη λενινιστική πολιτική της ειρηνικής συνύ-παρξης, αυτοί ανήγαγαν την ειρηνική συνύπαρξη σε γενική γραμμή της εξωτερικής πολιτικής της Σ.Ε., καλλιέργησαν την απατηλή ιδέα για την αλλαγή της επιθετικής φύσης του ιμπεριαλισμού, εκθείασαν σαν «συνετούς» και «φιλειρηνικούς» άνδρες τους αρχηγούς του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού Αϊζενχάουερ, Κένεντυ και Τζόνσον και πρόβαλαν με θόρυβο την πολιτική της αμερικανοσοβιετικής συνεργασίας, παραγνωρίζοντας τα θεμελιώδη συμφέροντα όχι μόνο της Σ.Ε. αλλά και όλου του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Μέσα σε ελάχιστα χρόνια, η πολιτική του χρουστσιωφικού ρεβιζιονισμού χρεωκόπησε ολοκληρωτικά, τόσο στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης, όσο και στο διεθνές πεδίο και ο Χρουστσιώφ έπεσε τον Οχτώβρη του 1964.

46. Η πτώση του Χρουστσιώφ δεν εσήμαινε και αλλαγή της ρεβιζιονιστικής πολιτικής. Με την απομάκρυνση του Χρουστσιώφ από τη σοβιετική ηγεσία, η ρεβιζιονιστική κλίκα ήθελε απλώς να ξεφύγει από τη δύσκολη θέση όπου την είχε φέρει η παταγώδης αποτυχία της πολιτικής της. Και να δημιουργήσει την εντύπωση μιας «αλλαγής», με την προώθηση του Μπρέζνιεφ σα νέου ηγέτη του ΚΚΣΕ και της Σ.Ε.

Με την ανάληψη της ηγεσίας από το Μπρέζνιεφ, στη σοβιετική πολιτική επήλθε πραγματικά μια βαθμιαία μεταβολή, αλλά αυτή η μεταβολή δεν εσήμαινε εγκατάλειψη του ρεβιζιονισμού, αντίθετα, εσήμαινε, βάθαιμα και παραπέρα ανάπτυξη του ρεβιζιονισμού. Ο Μπρέζνιεφ εμφανίστηκε σαν ο ηγέτης που θα «διόρθωνε» τα «λάθη» του Χρουστσιώφ, που θα μάζευε τάχα τα χαλινάρια του φιλελευθερισμού και θα εφάρμοζε μια «σκληρή» επαναστατική πολιτική.

Πραγματικά, ο Μπρέζνιεφ αποδείχτηκε λιγότερο φαφλατάς από τον Χρουστσιώφ και πιο ικανός στην ψευτοεπαναστατική δημαγωγία, αλλά η αληθινή πολιτική του, — πολιτική όχι επιστροφής στις επαναστατικές αρχές του μαρξισμού-λενινισμού, αλλά ακόμα μεγαλύτερης απομάκρυνσης απ’ αυτές, — όχι μόνο δεν έβγαλε το σοβιετικό ρεβιζιονισμό από το αδιέξοδο, αλλά και τον οδήγησε σε μια πιο βαθειά και ολόπλευρη κρίση.

Στον καιρό της μπρεζνιεφικής ηγεσίας, στον εσωτερικό τομέα εδραιώθηκε η κυριαρχία της νέας αστικής τάξης, του νέου αυτού προνομιούχου στρώματος, που δημιούργησε η εγκατάλειψη των σοσιαλιστικών αρχών οικοδόμησης της σοβιετικής κοινωνίας, ενώ στον εξωτερικό τομέα, ολοκληρώθηκε η μετατροπή της Σοβιετικής Ένωσης σε μια σοσιαλιμπεριαλιστική υπερδύναμη. Σ’ αυτή την περίοδο, αντί για την πολιτική της λεγόμενης «εγκάρδιας σοβιετοαμερικάνικης συνεργασίας», που είχε εφαρμόσει στον καιρό του Χρουστσιώφ, η σοβιετική ρεβιζιονιστική καθοδήγηση πέρασε στην πολιτική του άγριου ανταγωνισμού με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, για την κατάχτηση της παγκόσμιας κυριαρ-ίας. Ακριβώς αυτή η εξέλιξη, που σημάδευε τον ολοκληρωτικό κφυλισμό του σοβιετικού κράτους, όξυνε στο έπακρο όλες τις ντιθέσεις της ρεβιζιονιστικής σοβιετικής κοινωνίας, μεγάλωσε ;λες τις δυσκολίες της και έφερε την μπρεζνιεφική πολιτική μπροστά στο φάσμα της χρεοκοπίας.

47. Κιόλας αρκετό καιρό πριν από το θάνατο του Μπρέζνιεφ, η σοβιετική ρεβιζιονιστική καθοδήγηση είχε αρχίσει να προετοιμάζει τη λύση μιας «διαδοχής» στην ηγεσία και στους κόλπους της οξύνθηκε η διαμάχη των διαφόρων φατριών. Με το θάνατο του Μπρέζνιεφ επικράτησε η ομάδα Αντρόπωφ, που εμφανίστηκε σαν «ανανεωτής» της σοβιετικής πολιτικής και σαν πολέμιος της διαφθοράς. Ο Τσερνιένκο, που βγήκε στη σκηνή ύστερα από το θάνατο του Αντρόπωφ, προβάλλει τώρα σαν ο ηγέτης που φιλοδοξεί να συνδυάσει τη μπρεζνιεφική παράδοση με τους αντροπωφι-κούς «νεωτερισμούς».

Ωστόσο, η άγρια διαμάχη των διαφόρων ρεβιζιονιστικών φατριών για την ηγεσία του ΚΚΣΕ και της Σ.Ε., που σήμερα συνεχίζεται αμείωτα, καμιά απολύτως αλλαγή δεν επιφέρει στη γενική ρεβιζιονιστική πολιτική. Τόσο ο Αντρόπωφ, όσο και ο Τσερνιένκο, παρά τις δημαγωγίες και τους παραπλανητικούς ελιγμούς τους, παρέμειναν προσηλωμένοι στις βασικές πλευρές της ρεβιζιονιστικής πολιτικής του ΚΚΣΕ και της Σ.Ε, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί και ολοκληρωθεί στον καιρό του Χρουστσιώφ και στον καιρό του Μπρέζνιεφ.

γ’ Η «ευρωκομμουνιστική» παραλλαγή του ρεβιζιονισμού

48. Κιόλας πριν από το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται ρεφορμιστικές τάσεις σε ορισμένα κομμουνιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης, Τέτοιες τάσεις εκδηλώθηκαν, ιδιαίτερα, στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, όπου ο Τολιάττι πρόβαλε τη θεωρία των «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων». Μετά το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ οι ηγέτες του ΙΚΚ συχνά διεκδίκησαν για λογαριασμό τους την «πρωτοπορεία» της ρεβιζιονιστικής «στροφής» και ο Τολιάττι διατύπωσε μια νέα θεωρία, τη θεωρία του «πολυκεντρισμού», σύμφωνα με την οποία, στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα θα έπρεπε να υπάρχουν πολλά (περιφερειακά) κέντρα και όχι ένα μόνο κέντρο (το σοβιετικό).

Αναπτύσσοντας τις ρεβιζιονιστικές θέσεις, οι ηγέτες των Κομμουνιστικών Κομμάτων της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Γαλλίας πρόβαλαν, στην πορεία, το σύνθημα του «ευρωκομμουνισμού», για να πουν πως θέλουν να πραγματοποιήσουν έναν κομμουνισμό προσαρμοσμένο στις ευρωπαϊκές συνθήκες και μακριά από ξένα πρότυπα. Στην πραγματικότητα, αυτοί θέλουν να απορρίψουν τέτοια

«ξένα πρότυπα», όπως η Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση της Ρωσσίας και η Μεγάλη Κινέζικη Επανάσταση, να απορρίψουν τις γενικές νομοτέλειες της προλεταριακής επανάστασης και να πραγματοποιήσουν ένα «εθνικό κομμουνισμό», ένα «κομμουνισμό» αρεστό και μάλιστα χρήσιμο για το μονοπωλιακό κεφάλαιο. Γι’ αυτό οι ισπανοί ρεβιζιονιστές αφαίρεσαν από τον τίτλο του κόμματος τους τον όρο «λενινιστικό», ενώ οι ιταλοί ρεβιζιονιστές κατάργησαν την καταστατική διάταξη που υποχρέωνε τα μέλη του κόμματος τους να ασπάζονται το μαρξισμό-λενινισμό. Και δεν είναι πολύς καιρός, που ο Μπερλινγκουέρ απόρριψε ανοιχτά το δρόμο της Οχτωβριανής Επανάστασης και χαραχτήρισε το μαρξισμό-λενινισμό σα μια «σταλινική κωδικοποίηση».

Τα γεγονότα δείχνουν πως η θεωρία του «ευρωκομμουνισμού» είναι μια αντιμαρξιστική-αντιλενινιστική επινόηση, που έχει σα σκοπό να καλύψει την ολοκληρωτική προδοσία των επαναστατικών αρχών από την πλευρά των καθοδηγητών ορισμένων πρώην κομμουνιστικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης και την πλήρη συνθηκολόγηση τους μπροστά στη μονοπωλιακή αστική τάξη και τον ιμπεριαλισμό. Όσο για την τάση τους να αντιπαραθέτουν στο σοβιετικό ρεβιζιονιστικό διεθνές κέντρο το δικό τους, «ευρωκομ-μουνιστικό» ρεβιζιονιστικό διεθνές κέντρο, αυτή, επίσης, επιβεβαιώνει, για άλλη μια φορά, πως ο ρεβιζιονισμός αναπόφευκτα γεννάει τη διάσπαση και τον κατακερματισμό. Η όξυνση των αντιθέσεων και των διενέξεων ανάμεσα στους ρεβιζιονιστές ηγέτες της Σοβιετικής Ένωσης και στους ηγέτες του «ευρωκομμουνιστικού» ρεβιζιονισμού αποδείχνει τη βαθειά και ολοένα εντεινόμενη κρίση όλου του σύγχρονου διεθνούς ρεβιζιονισμού.

δ’ Ο γιουγκοσλάβικος ρεβιζιονισμός

49. Ο γιουγκοσλάβικος ρεβιζιονισμός, που εκδηλώθηκε στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αν και δημιούργησε μια σοβαρή απειλή, δε μπόρεσε να πάρει διεθνείς διαστάσεις και να προκαλέσει ένα πρόβλημα γενικής σημασίας για το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα. Χάρη στη σωστή αντιμετώπιση του από το ΚΚΣΕ με επικεφαλής το Στάλιν καθώς και από τα άλλα κομμουνιστικά κόμματα, περιορίστηκε σε ορισμένα πλαίσια και οι βασικοί σκοποί που είχε βάλει η τιτοϊκή κλίκα, στην επίθεση της ενάντια στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, απότυχαν.

Ο τιτοϊσμός ξανασήκωσε κεφάλι ύστερα από το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ και για μια ορισμένη περίοδο έκανε πολύ θόρυβο γύρω από τη λεγόμενη «υπεροχή της γιουγκοσλάβικης γραμμής» απέναντι στη «σταλινική γραμμή». Αποτέλεσε, γι’ αυτό, έναν από τους στόχους του μεγάλου αντιρεβιζιονιστικού αγώνα που διεξή-αν, τ•]ν περίοδο αυτή, οι μαρξιστές-λενινιστές. Σήμερα, ο γιουγκοσλάβικος ρεβιζιονισμός, σε γενικές γραμμές έχει «ξεπεραστεί» από τα δυο άλλα ρεύματα του σύγχρονου ρεβιζιονισμού, το σοβιετικό ρεβιζιονισμό και τον «ευρωκομμουνισμό», που «αφομοίωσαν» βασικές θέσεις της τιτοϊκής πλατφόρμας. Παρ’ όλα αυτά, οι γιουγκοσλάβοι ηγέτες δεν εγκατέλειψαν τις προσπάθειες τους να διαδόσουν το τιτοϊκό δηλητήριο στο διεθνές εργατικό κίνημα καθώς και στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα των διαφόρων λαών και δεν έπαψαν να διεκδικούν μια ηγετική θέση στο διεθνές ρεβιζιονιστικό στρατόπεδο, πράγμα που συχνά δημιουργεί αντιθέσεις και τους φέρνει σε σύγκρουση με τη σοβιετική ρεβιζιονιστική ηγεσία.

ε’ Ο κινέζικος ρεβιζιονισμός

50. Ο κινέζικος ρεβιζιονισμός αντιπροσωπεύει μια από τις πιο επικίνδυνες ποικιλομορφίες του σύγχρονου ρεβιζιονισμού. Ξεκινάει κι αυτός από παλιά, από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, όταν άρχισε να διαμορφώνεται σαν η γραμμή Λιου Σάο-Σι — μια γραμμή που κατατρωπόθηκε στη διάρκεια της Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης, αλλά που ξανασήκωσε κεφάλι αργότερα και που, αφού ολοκληρώθηκε σαν η γραμμή Τένγκ-Χσιάο-Πινγκ, μπόρεσε, ύστερα από το θάνατο του Προέδρου Μάο, χρησιμοποιώντας κάθε είδους μηχανορραφίες και συνωμοσίες, να σφετεριστεί την καθοδήγηση του ΚΚΚίνας και να μπάσει τη Λ.Δ. Κίνας στο δρόμο της καπιταλιστικής παλινόρθωσης.

Από την άποψη των ιδεολογικών του κατευθύνσεων και των θέσεων που υιοθετεί στα κυριώτερα προβλήματα της σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, ο κινέζικος ρεβιζιονισμός ακολουθεί τις βασικές κατευθύνσεις και θέσεις, που πριν απ’ αυτόν, είχε προβάλει και εφαρμόσει ο σοβιετικός ρεβιζιονισμός. Ωστόσο, παρουσιάζει τις δικές του ιδιομορφίες, καθώς επιχειρεί να ανατρέψει μια από τις πιο πρωτότυπες και δημιουργικές εφαρμογές του μαρξισμού-λενινισμού, που γνώρισαν το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα κι ο παγκόσμιος σοσιαλισμός.

Η κύρια προσπάθεια της κινέζικης ρεβιζιονιστικής καθοδηγητικής ομάδας ήταν να καταπολεμήσει και να εξαλείψει όλα εκείνα τα μεγάλα και αληθινά καινούργια, που πρόσφερε στο κομμουνιστικό κίνημα και στην υπόθεση του σοσιαλισμού ο μεγάλος προλετάριος επαναστάτης ηγέτης Μάο Τσετούνγκ. Οι κινέζοι ρεβιζι-ονιστές απόρριψαν όλες τις βασικές ιδέες που είχε προβάλει ο Μάο Τσετούνγκ για τη σοσιαλιστική επανάσταση και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και ιδιαίτερα τη θεωρία του για τη συνέχιση της επανάστασης στις συνθήκες της διχτατορίας του προλεταριάτου. Καταδίκασαν τη Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση και έθεσαν σε διωγμό τους μαχητές της, ενώ αποκατάστησαν τους παλιούς καπιταλιστές. Το πρόγραμμα τους του λεγόμενου «σοσιαλιστικού εκσυγχρονισμού», στην πράξη αποδείχνεται σαν το πρόγραμμα της παλινόρθωσης του καπιταλισμού στην Κίνα, αφού νομιμοποιεί τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, φέρνει στην πλατειά ανάπτυξη του ιδιωτικού (καπιταλιστικού) τομέα της οικονομίας και ανοίγει διάπλατα τις πόρτες στο ξένο κεφάλαιο για να δημιουργεί τις επιχειρήσεις του στο έδαφος της Κίνας.

Ταυτόχρονα, στο διεθνές πεδίο, οι κινέζοι ρεβιζιονιστές εφάρμοσαν την πολιτική της συμμαχίας με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, ενώ, τελευταία, επιχειρούν ένα «άνοιγμα» και στην κατεύθυνση του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού. Αυτές οι κατ’ αρχήν αντιφατικές κινήσεις, βρίσκονται απόλυτα μέσα στη λογική μιας πολιτικής, που θέλει να προωθήσει τις ηγεμονιστικές βλέψεις της κινέζικης ρεβιζιονιστικής καθοδηγητικής ομάδας στο διεθνές πεδίο, χωρίς να επηρρεάζεται από οποιεσδήποτε αρχές.

Ακριβώς γι’ αυτό, η ρεβιζιονιστική ομάδα του Τενγκ Χσιάο-Πινγκ, όχι μόνο καταδίκασε και αποκήρυξε ανοιχτά το μεγάλο ιδεολογικό αγώνα αρχών που είχε διεξάγει το ΚΚ Κίνας με επικεφαλής το Μάο Τσετούνγκ ενάντια στο χρουστσιωφικό και μπρεζ-νιεφικό ρεβιζιονισμό στη δεκαετία του ’60 και ύστερα, αλλά και αποκατάστησε «αδελφικές σχέσεις» με το τιτοϊκό ρεβιζιονιστικό κόμμα και με όλα τα «ευρωκομμουνιστικά», ρεβιζιονιστικα κόμματα και προωθεί τώρα ένα σχέδιο αποκατάστασης κομματικών σχέσεων και με τα ρεβιζιονιστικα κόμματα της ΑνατολικήςΕυρώ-πης και αργότερα και με το ίδιο το σοβιετικό ρεβιζιονιστικα κόμμα. Όλα αυτά δείχνουν τον ολοκληρωτικό εκφυλισμό της ομάδας που σφετερίστηκε την καθοδήγηση του μεγάλου και ένδοξου Κ Κ Κίνας.

 

στ’ Ο αλβανικός οππορτουνισμός

51. Μια σοβαρή οππορτουνιστική παρέκλιση στην πολιτική του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας, εμφανίστηκε στα τελευταία χρόνια. Το Κ.Ε. Α. που είχε παίξει ένα θετικό και αξιόλογο ρόλο στην πάλη ενάν πα στο χρουστσιωφικό ρεβιζιονισμό, υιοθέτησε θέσεις που αποτελούν σοβαρή απομάκρυνση από το μαρξισμό-λενινισμό και αντιστρατεύονται τα θεμελιώδη συμφέροντα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

‘ Υστερα από το θάνατο του Μάο Τσετούνγκ, η καθοδήγηση του ΚΕΑλβανίας πέρασε σε επιθέσεις ενάντια στο έργο του και έφτασε να απορρίψει ολοκληρωτικά το Μάο Τσετούνγκ και να προβάλει το συκοφαντικό και ψεύτικο ισχυρισμό πως ο Μάο Τσετούνγκ ποτέ δεν υπήρξε μαρξιστής-λενινιστής, πως το Κ.Κ. Κίνας ποτέ δεν υπήρξε ένα αληθινά κομμουνιστικό κόμμα και πως η Κίνα ποτέ δεν υπήρξε μια πραγματικά σοσιαλιστική χώρα.

Οι επιθέσεις της καθοδήγησης του ΚΕΑλβανίας ενάντια στο Μάο Τσετούνγκ συνδυάστηκαν με την εφαρμογή μιας πολιτικής βαθμιαίας συμφιλίωσης της με το σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλισμό. Πραγματικά, όχι μόνο χαμήλωσε τον τόνο της κριτικής της προς τη Σ.Ε. η καθοδήγηση του ΚΕΑ αλλά και άρχισε να υιοθετεί, σε μια σειρά σημαντικά διεθνή ζητήματα, θέσεις παραπλήσιες ή και ταυτόσημες με εκείνες της σοβιετικής ρεβιζιονιστικής καθοδήγησης. Ετσι ενέκρινε τη βιετναμική ένοπλη εισβολή στη Δημοκρατική Καμπότζη και υιοθέτησε όλες τις συκοφαντίες της σοβιετικής και βιετναμικής προπαγάνδας ενάντια στο σοσιαλιστικό καθεστώς της Δημοκρατικής Καμπότζης και τον ηγέτη της σ. Πολ Πότ.

Η Αλβανία, που διατηρεί πολύ «φιλικές» σχέσεις με το Βιετνάμ (αντιπροσωπεία του Κόμματος Εργαζομένων Βιετνάμ συμμετείχε επίσημα στις εργασίες του τελευταίου συνεδρίου του ΚΕΑ), βελτίωσε τελευταία τις σχέσεις της και με τις περισσότερες ρεβιζιονι-στικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, ενώ προωθήθηκαν, επίσης, οι σχέσεις της αλβανικής καθοδήγησης και με το κυριώτερο κόμμα του ελληνικού ρεβιζιονισμού — το ΚΚΕ.

ζ’ Ο σοβιετικός ρεβιζιονισμός παραμένει η κυριότερη απειλή

52. Από τις διάφορες παραλλαγές του σύγχρονου ρεβιζιονισμού, που εμφανίστηκαν διαδοχικά, ο πιο επικίνδυνος ήταν και εξακολουθεί και σήμερα να είναι, ο σοβιετικός ρεβιζιονισμός.

Ο σοβιετικός ρεβιζιονισμός διαθέτει την «πιο ολοκληρωμένη» πλατφόρμα από όλες τις παραλλαγές του σύγχρονου ρεβιζιονισμού. Αυτός έχει επεξεργαστεί και έχει συστηματοποιήσει τις θέσεις του στη διάρκεια σχεδόν τριάντα χρόνων. Με την πραχτική εφαρμογή αυτών των θέσεων, η Σοβιετική ‘ Ενωση, όχι μόνο ξαναγύρισε στον καπιταλισμό, αλλά και μετατράπηκε σε μια σοσιαλιμ-περιαλιστική υπερδύναμη. Η σοβιετική ρεβιζιονιστική καθοδήγηση, χάρη στα τεράστια υλικά μέσα και δυνατότητες, που της εξασφάλισε η κατοχή της κρατικής εξουσίας μιας μεγάλης χώρας σαν τη Σοβιετική Ενωση και χάρη στην εκμετάλλευση του τεράστιου κύρους που διέθεταν προηγούμενα η Σ.Ε. και το ΚΚΣΕ κατέλαβε την κυρίαρχη θέση, έγινε το κυριώτερο κέντρο του σύγχρονου ρεβιζιονισμού.

Καμιά άλλη από τις ρεβιζιονιστικές παραλλαγές της εποχής —ούτε η «ευρωκομμουνιστική», ούτε η γιουγκοσλάβικη, ούτε η κινέζικη, — δεν διαθέτει όλες αυτές τις ιδιότητες, που διαθέτει ο σοβιετικός ρεβιζιονισμός. Τα γεγονότα δείχνουν, πως παρά τις ορισμένες αλλαγές που έγιναν πάνω στη διεθνή ρεβιζιονιστική σκακιέρα, με τις μετατοπίσεις ορισμένων ρεβιζιονιστικών κομματιών, ο σοβιετικός ρεβιζιονισμός παραμένει η πιο ισχυρή και πιο επικίνδυνη δύναμη, η κυριώτερη απειλή για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

Κεφάλαιο τέταρτο

 

Ο ΑΡΧΙΑΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΤΩΝ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΩΝ-ΛΕΝΙΝΙΣΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

 

α’ Η διασπαστική πραχτική των χρουστσιωφικών και η πολεμική με το σύγχρονο ρεβιζιονισμό

 

53. Το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ ήταν το πρώτο βήμα της καθοδήγησης του ΚΚΣΕ στο δρόμο του ρεβιζιονισμού και από τότε η ρεβιζιονιστική γραμμή της καθοδήγησης του ΚΚΣΕ ακολούθησε μια πορεία γέννησης, διαμόρφωσης, ανάπτυξης και συστηματοποίησης. Η γνώση αυτής της ρεβιζιονιστικής γραμμής ακολούθησε, κι αυτή επίσης, μια πορεία βαθμιαίας εμβάθυνσης.

Ύστερα από το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, – και τόσο περισσότερο, όσο προχωρούσε ο ρεβιζιονιστικός εκφυλισμός του ΚΚΣΕ, — το ΚΚΚίνας, καθώς επίσης το Κ.Ε.Αλβανίας και μια σειρά άλλα αδελφό κομμουνιστικά κόμματα, άρχισαν να διατυπώνουν ολοένα και πιο έντονα τις διαφωνίες τους για τις νέες, ρεβιζιονιστικές θέσεις της σοβιετικής καθοδήγησης και να υπερασπίζονται τις επαναστατικές αρχές. Στο αρχικό διάστημα, οι διαφωνίες αυτές διατυπώνονταν κύρια στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος, σε συζητήσεις με την ηγεσία του ΚΚΣΕ ή σε πολυμερείς συσκέψεις των κομμουνιστικών κομμάτων και είχαν σα σκοπό, μέσω της ανταλλαγής γνωμών ανάμεσα στα αδελφά κόμματα, να πετύχουν τη λύση των προβλημάτων, που είχαν προκύψει, πάνω σε βάση αρχών και να προωθήσουν τη συσπείρωση όλου του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος πάνω στη σωστή μαρξιστική-λενινιστική γραμμή. Μέσα από τις συζητήσεις και συσκέψεις αυτές ξεκίνησε και αναπτύχθηκε βαθμιαία η πάλη ανάμεσα στις δυο γραμμές στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, η πάλη ανάμεσα ατο μαρξισμό-λενινισμό και στο ρεβιζιονισμό, ανάμεσα στην πολιτική της διαφύλαξης των αρχών και της ενότητας και στην πολιτική της εγκατάλειψης των αρχών και της διάσπασης.

Ακριβώς την πολιτική της εγκατάλειψης των αρχών και της προώθησης της διάσπασης, ακολούθησε η καθοδήγηση του ΚΚΣΕ. Οι σοβιετικοί καθοδηγητές, όχι μόνο αρνήθηκαν να διορθώσουν τη ρεβιζιονιστική γραμμή τους, αλλά και προσπάθησαν να την επιβάλουν στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, εφαρμόζοντας μια σεχταριστική διασπαστική ταχτική. Αντί για συντροφικές συζητήσεις, αυτοί προτίμησαν τις συκοφαντικές επιθέσεις, τις υπονομευτικές ενέργειες, τις μηχανορραφίες και συνωμοσίες σε βάρος των αδελφών κομμάτων, που στέκονταν στις μαρξιστικές-λενινιστικές θέσεις.

54. Στην περίοδο αυτή, παρά τις υπονομεύσεις των χρουστσιω-φικών ρεβιζιονιστών, το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα μπόρεσε να διαμορφώσει δυο σημαντικά ντοκουμέντα, που υπεράσπιζαν και πρόβαλαν τις θεμελιώδεις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού — τη Διακήρυξη της Σύσκεψης των αντιπροσώπων των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων των σοσιαλιστικών χωρών του 1957 και τη Δήλωση της Σύσκεψης των αντιπροσώπων των 81 κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων του 1960. Αυτά τα ντοκουμέντα αποτέλεσαν καρπούς της πάλης ανάμεσα στις δυο γραμμές, νίκες σημαντικές του μαρξισμού-λενινισμού πάνω στο ρεβιζιονισμό.

Ωστόσο, οι σοβιετικοί καθοδηγητές περιφρόνησαν και ξέσχισαν τα ντοκουμέντα αυτά, αρνήθηκαν τις επαναστατικές αρχές της Διακήρυξης του 1957 και της Δήλωσης του 1960 και προώθησαν τη διασπαστική τους πολιτική.

Οι διασπαστικές ενέργειες της σοβιετικής καθοδήγησης στους κόλπους του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, που είχαν αρχίσει αμέσως μετά το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, με τις βάναυσες επεμβάσεις της στην εσωτερική ζωή των κομμουνιστικών κομμάτων, πήραν, ύστερα, ιδιαίτερα, από τη Σύσκεψη του 1957, το χαρα-χτήρα μιας πλατειάς και οργανωμένης συκοφαντικής και υπονομευτικής εκστρατείας ενάντια στα αδελφά κόμματα, που αρνούνταν να υποταχτούν στη ρεβιζιονιστική της γραμμή και επέμειναν να υπερασπίζουν το μαρξισμό-λενινισμό. Κύριος στόχος αυτής της εκστρατείας ήταν το ΚΚΚίνας, καθώς επίσης το ΚΕΑλβανίας και ορισμένα άλλα, αδελφά κομμουνιστικά κόμματα. Κλιμακώνοντας αυτή την εκστρατεία, οι χρουστσιωφικοί ρεβιζιονιστές έφτασαν να ξαπολύσουν μια βίαιη επίθεση ενάντια στο ΚΚΚίνας, κατά τη διάρκεια της συνάντησης αντιπροσώπων αδελφών κομμουνιστικών κομμάτων, που έγινε στο Βουκουρέστι, τον Ιούνη του 1960. Αυτή η επίθεση συνεχίστηκε και δυνάμωσε κατά τη διάρκεια της Σύσκεψης των 81 κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων, που έγινε στη Μόσχα, το Νοέμβρη της ίδιας αυτής χρονιάς.

Ύστερα από τη Σύσκεψη αυτή και παρά το γεγονός ότι είχε βάλει την υπογραφή της κάτω από το κείμενο της Δήλωσης, η σοβιετική καθοδήγηση προχώρησε πιο ξετσίπωτα στην εφαρμογή της ρεβιζιονιστικής της γραμμής και προώθησε ανοιχτά τη διασπαστική της πολιτική. Τον Οχτώβρη του 1961 στο 22ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές καθοδηγητές ξαπόλυσαν μια δημόσια επίθεση ενάντια στο Κ.Ε. Αλβανίας. Αμέσως ύστερα πέρασαν σε ανοιχτές επιθέσεις ενάντια στο ΚΚ Κίνας γενικεύοντας τη δημόσια πολεμική. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι χρουστσιωφικοί ρεβιζιονιστές — αποστάτες του μαρξισμού-λενινισμού, διέσπασαν το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και το• σοσιαλιστικό στρατόπεδο και αποδείχτηκαν οι πιο μεγάλοι σεχταριστές και διασπαστές της εποχής μας.

55. Σ’ αυτές τις συνθήκες, για την υπεράσπιση της επαναστατικής υπόθεσης του διεθνούς προλεταριάτου, τα κομμουνιστικά κόμματα που παρέμειναν πιστά στο μαρξισμό-λενινισμό, απάντησαν στην πρόκληση των χρουστσιωφικών, γενικεύοντας και από τη μεριά τους τη δημόσια πολεμική με το χρουστσιωφικό ρεβιζιονισμό.

Στις πρώτες γραμμές του μεγάλου ιδεολογικού αγώνα ενάντια στο σύγχρονο ρεβιζιονισμό στάθηκε το ΚΚΚίνας, με επικεφαλής το Μάο Τσετούνγκ. Σημαντικό ρόλο στον αγώνα αυτό έπαιξε, επίσης, κατά την αρχική αυτή περίοδο, το Κ.Ε. Αλβανίας.

Το ΚΚ Κίνας και το ΚΕ Αλβανίας, κιόλας από την πρώτη περίοδο ύστερα από το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, με πολλούς τρόπους, ακόμα και με δημόσιες τοποθετήσεις, όπως άρθρα κομματικών οργάνων, λόγοι ηγετών κ.α., έμμεσα, βέβαια, αλλά με πολλή σαφήνεια, άσκησαν μια έντονη κριτική στις ρεβιζιονιστικές θέσεις και πρόβαλαν τις μαρξιστικές-λενινιστικές θέσεις. Ύστερα από τη γενίκευση της άμεσης και δημόσιας πολεμικής, τα δυο αυτά κόμματα δημοσίευσαν μια σειρά σημαντικά ντοκουμέντα, που αποτελούσαν μια ολοκληρωμένη, θεωρητική και πολιτική, αναίρεση του ρεβιζιονισμού.

Ιδιαίτερη σημασία είχαν τα ντοκουμέντα που δημοσίευσε το ΚΚ Κίνας. Στα ντοκουμέντα αυτά έγινε μια περιεκτική και ταυτόχρονα εξαντλητική κριτική για όλες τις θεωρίες που πρόβαλε ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός ύστερα από το 20 συνέδριο του ΚΚΣΕ και προβλήθηκε μια ολοκληρωμένη γενική γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, σε αντιπαράθεση προς τη γενική γραμμή του σύγχρονου διεθνούς ρεβιζιονισμού. Οι γενικές νομοτέλειες της προλεταριακής επανάστασης και ο συνδυασμός της γενικής αλήθειας του μαρξισμού-λενινισμού με τη συγκεκριμένη πραχτική της επανάστασης σε κάθε χώρα, η ταξική πάλη και η διχτατορία του προλεταριάτου, το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, οι αντιθέσεις και η ταξική πάλη στη σοσιαλιστική κοινωνία, η εθνικοδημοκρατική επανάσταση και το εθνικοαπελευθερω-τικό κίνημα των λαών, η φύση του ιμπεριαλισμού, ο πόλεμος και η ειρήνη, ο ρόλος του κομμουνιστικού κόμματος στον επαναστατικό αγώνα του προλεταριάτου και των καταπιεζομένων λαών και εθνών, με δυο λόγια, όλα τα σημαντΙκά προβλήματα που έβαλε στην ημερήσια διάταξη η πολεμική ανάμεσα στο μαρξισμό-λενινισμό και στο ρεβιζιονισμό, φωτίστηκαν και απαντήθηκαν με τα ντοκουμέντα αυτά, που, γι’ αυτό ακριβώς, αποτέλεσαν έναν πλήρη ιδεολογικό εξοπλισμό για τους μαρξιστές-λενινιστές όλων των χωρών και βοήθησαν αφάνταστα τη δύσκολη και σκληρή πάλη τους με τους αποστάτες της επανάστασης σύγχρονους ρεβιζιονιστές.

Ο αγώνας ενάντια στο σύγχρονο ρεβιζιονισμό ήταν ένας δίκαιος και απόλυτα αναγκαίος αγώνας. Έπαιξε σπουδαίο ρόλο για την υπεράσπιση του μαρξισμού-λενινισμού και για το σωστό προσανατολισμό των αγώνων του παγκόσμιου προλεταριάτου και των καταπιεζομένων λαών και εθνών του κόσμου κι έδωσε μια τεράστια συνεισφορά για την ανασύνταξη των δυνάμεων του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Γι’ αυτό και καταγράφτηκε σα μια σημαντική φάση σ’ όλη την ιστορία της ανάπτυξης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

β’ Η ρήξη με τους φορείς του ρεβιζιονισμού και η δημιουργία των μαρξιστικών-λενινιστικών κομμάτων και οργανώσεων του κόσμου

56. Ο αγώνας ενάντια στο σύγχρονο ρεβιζιονισμό διεξάχθηκε όχι μόνο στο διεθνές, αλλά και στο εθνικό επίπεδο των διαφόρων χωρών. Ύστερα από το 20ο συνέδριο, παράλληλα με την έναρξη και την ανάπτυξη της διεθνούς πολεμικής του κομμουνιστικού κινήματος με το χρουστσιωφικό ρεβιζιονισμό και σαν αναπόσπαστο τμήμα του παγκόσμιου αντιρεβιζιονιστικού αγώνα, εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε και η αντίσταση στο ρεβιζιονιστικό ρεύμα, από την πλευρά των κομμουνιστών που παρέμειναν πιστοί στο μαρξισμό-λενινισμό, στις γραμμές πολλών κομμουνιστικών κομμάτων του κόσμου.

Αυτή η αντίσταση, αφού πέρασε από διάφορες φάσεις ανάπτυξης, έφτασε, τελικά, στην πλήρη, — ιδεολογική πολιτική και οργανωτική, — ρήξη των επαναστατικών δυνάμεων με τους φορείς του ρεβιζιονισμού, στην απόσπαση των δυνάμεων αυτών από τα πρώην κομμουνιστικά κόμματα, που είχαν πια εκφυλιστεί σε οππορτουνιστικά και στη δημιουργία νέων, κομμουνιστικών μαρξιστικών-λενινιστικών κομμάτων και οργανώσεων. Έτσι ακριβώς γεννήθηκε το σύγχρονο μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα. Το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα γεννήθηκε, πρώτα-πρώτα, μέσα από τις εσωτερικές ανάγκες στην κάθε χώρα, — σαν αντανάκλαση των αντιθέσεων, των συγκρούσεων και της πάλης των ‘ τάξεων στο εθνικό πεδίο, — και αποτέλεσε έμπραχτη ρήξη με το ντόπιο ρεβιζιονισμό και τους φορείς του, πριν απ’ όλα. Αλλά, επίσης, επηρεάστηκε, ενισχύθηκε και επιταχύνθηκε από τη γενική πάλη του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος ενάντια στο σύγχρονο ρεβιζιονισμό.

Στις διάφορες χώρες, τα νεοδημιουργημένα μαρξιστικά-λενινιστικά κόμματα και οργανώσεις είχαν να αντιμετωπίσουν, όχι μόνο τις κάθε λογής διώξεις και τους περιορισμούς ή και απαγορεύσεις που επέβαλε στη δράση τους η κυρίαρχη αστική τάξη και ο κρατικός μηχανισμός της, αλλά και την ύπουλη, γεμάτη ψεύδη και συκοφαντίες εκστρατεία που οργάνωσαν ενάντια τους τα ρεβιζιονιστικό κόμματα. Αυτά τα κόμματα και οργανώσεις, αποτελούνταν, κατά κανόνα, από ένα μικρό, σχετικά, αριθμό πρωτοπόρων επαναστατικών στοιχείων και δεν διέθεταν, βέβαια, τα μέσα που είχαν στη δική τους διάθεση τα ρεβιζιονιστικά κόμματα. Από την άποψη αυτή, η αναμέτρηση ήταν άνιση και τα νεαρά μαρξιστικά-λενινιστικά κόμματα συναντούσαν τεράστιες δυσκολίες στη δουλειά τους. Ωστόσο, οι μαρξιστές-λενινιστές διέθεταν την ηθική και ιδεολογικο-πολιτική υπεροχή απέναντι στους ρεβιζιονιστές, αφού αγωνίζονταν για μια δίκαιη υπόθεση και ακολουθούσαν τη σωστή επαναστατική προλεταριακή γραμμή. Κι αυτό ακριβώς ήταν το μεγαλύτερο όπλο τους.

Μια χαρακτηριστική ιδιομορφία του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος ήταν ότι, κατά κανόνα, σε κάθε χώρα δημιουργούνταν δυο ή τρεις ή και περισσότερες οργανώσεις που αναφέρονταν στο Μαρξισμό-λενινισμό και αγωνίζονταν ενάντια στο ρεβιζιονισμό.

Παρ’ όλο που ανάμεσα στις διάφορες οργανώσεις μιας δοσμένης χώρας υπήρχαν αντιθέσεις, συχνά σημαντικές, σε ζητήματα γραμμής και ταχτικής, ωστόσο η μεγάλη πλειοψηφία των μελών αυτών των οργανώσεων διαπνέονταν από την ίδια κοινή επιθυμία — να προχωρήσει ο αγώνας ενάντια στο ρεβιζιονισμό και τον ιμπεριαλισμό. ‘ Ομως, η διασπορά όλων αυτών των αγωνιστικών δυνάμεων σε πολλές οργανώσεις εμπόδιζε την ενοποίηση των προσπαθειών τους και δημιουργούσε πρόσθετες δυσκολίες στην ανάπτυξη του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος.

Τα μαρξιστικά-λενινιστικά κόμματα και οργανώσεις, που γεννήθηκαν στη διάρκεια του μεγάλου αντιρεβιζιονιστικού αγώνα, στην πορεία της δράσης τους παρουσίασαν αδυναμίες και διέπραξαν λάθη, αυτού ή του άλλου χαρακτήρα. Ωστόσο, αυτό σε τίποτα δεν μπορεί να μειώσει τις μεγάλες, πραγματικά, συνεισφορές τους στο επαναστατικό κίνημα των χωρών τους. Τα μαρξιστικά-λενινιστικά κόμματα και οργανώσεις, με την ίδια την εμφάνιση τους σε μια οξύτατη και ολόπλευρη αντιπαράθεση με τον προδοτικό ρεβιζιονισμό και με την πραχτική δράση τους σε μια ολόκληρη περίοδο, άνοιξαν νέους δρόμους και προοπτικές για την ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος των χωρών τους. Οι ζωογόνες ιδέες των μαρξιστών-λενινιστών απλώθηκαν μέσα στις μάζες και έδειξαν τις αναπότρεπτες λύσεις στα μεγάλα εθνικά και κοινωνικά προβλήματα των χωρών τους με τον επαναστατικό δρόμο.

γ’ Το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα σε μια φάση προσωρινής υποχώρησης

57. Η ανάπτυξη των μαρξιστικών-λενινιστικών κομμάτων και οργανώσεων συντελούνταν μέσα στις περίπλοκες συνθήκες μιας οξύτατης και σκληρής ταξικής πάλης στο εθνικό και στο διεθνές πεδίο. Αυτή η ταξική πάλη βρήκε την αντανάκλαση της στο εσωτερικό των διαφόρων μαρξιστικών-λενινιστικών κομμάτων και οργανώσεων ξεχωριστά και του διεθνούς μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος γενικά, όπου αναπτύχθηκαν σημαντικοί ιδεολογικοί αγώνες.

Με την επίδραση της αστικής και ρεβιζιονιστικής ιδεολογίας και κάτω από την πίεση των δυσκολιών του αγώνα, εμφανίστηκαν, στις γραμμές των διαφόρων κομμάτων και οργανώσεων, που αναφέρονταν στο μαρξισμό-λενινισμό, οππορτουνιστικές ταλαντεύσεις και παρεκκλίσεις αυτού ή του άλλου χαραχτήρα, που άσκησαν μια πολύ αρνητική επίδραση στην κατάσταση του κινήματος. Αυτά τα φαινόμενα δυνάμωσαν και επεκτάθηκαν σε πολλά κόμματα και οργανώσεις αυτού του είδους, στην Ευρώπη ιδιαίτερα, αλλά και σε άλλα μέρη του κόσμου, ύστερα από την επικράτηση του οππορτου-νισμού στην καθοδήγηση του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας κι ακόμα περισσότερο ύστερα από το σφετερισμό της καθοδήγησης του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας από τη ρεβιζιονιστική κλίκα Τένγκ-Χσιάο-Πίνγκ.

Ιδιαίτερα η επικράτηση του ρεβιζιονισμού στο ΚΚ Κίνας, είχε μια εξαιρετικά αρνητική επίδραση και προξένησε τεράστια ζημιά στο διεθνές μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα. Μια ζημιά, που, με τις δικές της αναλογίες, μόνο με τη ζημιά που προξένησε στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα η επικράτηση του ρεβιζιονισμού στη Σοβιετική Ένωση, μετά το θάνατο του Στάλιν, θα μπορούσε να συγκριθεί. Σ’ αυτές τις συνθήκες, μια μεγάλη σύγχυση διαδόθηκε στους κόλπους του διεθνούς μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος και ορισμένα κόμματα και οργανώσεις, που αναφέρονταν στο μαρξισμό-λενινισμό, έφτασαν ως τη διάλυση τους, ενώ άλλα, μόλις κατορθώνουν να διατηρούνται. Στη νέα ρεβιζιονιστική θύελλα άντεξαν μόνο εκείνα τα κόμματα και οργανώσεις, που παρέμειναν ακλόνητα στις επαναστατικές θέσεις του μαρξισμού-λενινισμού. Τα γεγονότα λένε, πως το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα, που γεννήθηκε στη φωτιά,του μεγάλου αντιρεβιζιονιστικού αγώνα της δεκαετίας του ’60, αφού πέρασε μια περίοδο ανάπτυξης και ανόδου, βρίσκεται σήμερα σε μια φάση σοβαρής υποχώρησης, τόσο διεθνώς, όσο και στο εθνικό πεδίο των επιμέρους χωρών. Αλλά αυτή η υποχώρηση είναι ένα προσωρινό φαινόμενο. Όλα δείχνουν, πως το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα θα βγει από τη σημερινή άσχημη κατάσταση και θα ξαναμπεί στο δρόμο της ανάπτυξης και της ανόδου.

δ’. Στην προοπτική της ανασυγκρότησης

58. Δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι από τη σημερινή κατάσταση του κινήματος μας. Αλλά σαν επαναστάτες μαρξιστές-λενινιστές οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε μέσα από το πρίσμα της ιστορικής προοπτικής της νίκης της προλεταριακής υπόθεσης, με απόλυτη εμπιστοσύνη στις λαϊκές δυνάμεις και με επαναστατική αισιοδοξία για το μέλλον.

Αν το κίνημα βρίσκεται σήμερα σε υποχώρηση, αύριο, σίγουρα, θα περάσει σε άνοδο. Παρόμοιες καταστάσεις δεν παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην ιστορία. Η πλημμυρίδα και η αμπώτιδα, η άνοδος και η υποχώρηση αποτελούν αντικειμενικό νόμο της ταξικής πάλης. Το επαναστατικό κίνημα δεν αναπτύσσεται σε ευθεία γραμμή συνεχώς, χωρίς εμπόδια και αποκλίσεις, αλλά μέσα από ζιγκ-ζαγκ, μέσα από επιτυχίες και αποτυχίες, που όλες μαζί, συνολικά παρμένες, προετοιμάζουν τους όρους της τελικής νίκης της επανάστασης.

Μια αναγκαία βαθμίδα για το πέρασμα από την υποχώρηση στην άνοδο του κινήματος, είναι η φάση της ανασυγκρότησης, που αντιπροσωπεύει το τέλος της υποχώρησης και την αρχή της ανόδου. Σ’ αυτή τη φάση μπαίνει τώρα, βαθμιαία, το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα.

Ο οππορτουνισμός προκάλεσε μεγάλη ζημιά στο μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα, αλλά στάθηκε ανίκανος να το διαλύσει. Παντού, σ’ όλες τις χώρες παραμένουν τα επαναστατικά ταμπούρια, παραμένουν δυνάμεις, πιστές στο μαρξισμό-λενινισμό, που συνεχίζουν σταθερά τον αγώνα.

Σε πολλές χώρες, οι μαρξιστές-λενινιστές, αφού απόκρουσαν το νέο κύμα του ρεβιζιονισμού-οππορτουνισμού, προσπαθούν τώρα να ανασυγκροτήσουν τις δυνάμεις τους, να αναδιοργανώσουν τη δουλειά τους και να ανεβάσουν την πάλη τους. Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής της φάσης της ανασυγκρότησης, είναι η τάση για τη συσπείρωση όλων των μαρξιστών-λενινιστών στα πλαίσια ενός ενιαίου κόμματος. Σ’ όποιο βαθμό αυτός ο στόχος επιτευχθεί, θα βάλει τέλος στον κατακερματισμό των μαρξιστικών-λενινιστικών δυνάμεων και θα δόσει, σίγουρα, μια ισχυρή ώθηση σ’ όλη τη δουλειά των μαρξιστών-λενινιστών.

59. Το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα βρίσκεται σήμερα και πάλι μπροστά σε μια αποφασιστική καμπή και το μέλλον του θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τη θέληση των αυθεντικών κομμουνιστών μαρξιστών-λενινιστών να συνεχίσουν τον αγώνα, αλλά κύρια από την ικανότητα τους να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους, στο εθνικό πεδίο, πρώτα-πρώτα και, ταυτόχρονα να επανενώσουν τις προσπάθειες και τις δραστηριότητες τους στο διεθνές πεδίο. Βασική προϋπόθεση για την επιτυχή εκπλήρωση αυτού του διπλού καθήκοντος είναι η συνέχιση της αρχιακής πάλης των μαρξιστών-λενινιστών ενάντια στο σοβιετικό ρεβιζιονισμό το λεγόμενο «ευρωκομμουνι-σμό», τον κινέζικο.ρεβιζιονισμό, τον γιουγκοσλάβικο ρεβιζιονισμό, τον αλβανικό οππορτουνισμό και ενάντια σε κάθε άλλη μορφή του δεξιού ή «αριστερού» οππορτουνισμού και η εμμονή τους στην εφαρμογή της σωστής προλεταριακής γραμμής.

Η κριτική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος για τον χρουστσιωφικό ρεβιζιονισμό, στη δεκαετία του «60, παραμένει πάντα ένα αληθινό θησαυροφυλάκιο και βοηθάει και σήμερα τους μαρξιστές-λενινιστές στην πάλη τους ενάντια στα διάφορα ρεβιζι-ονιστικά και οππορτουνιστικά ρεύματα. Αλλά οι μαρξιστές-λενινιστές οφείλουν σήμερα να εμπλουτίσουν και να αναπτύξουν παραπέρα την κριτική τους στο ρεβιζιονισμό, σύμφωνα με τα νέα φαινόμενα και τα νέα δεδομένα, που έχουν προκύψει.

Σήμερα, όταν έχει εμφανιστεί το φαινόμενο του σοσιαλιμπερια-λισμού, η κριτική των μαρξιστών-λενινιστών για το σοβιετικό ρεβιζιονισμό οφείλει να ξεσκεπάζει, πρώτα-πρώτα, όλες εκείνες τις θεωρίες που επιχειρούν να δικαιολογήσουν το σοσιαλιμπερια-λισμό και την πραχτική εφαρμογή του. Καταγγέλλοντας την ιδεολογική γραμμή του σοβιετικού ρεβιζιονισμού, πρέπει να αποκαλύπτουν τις πραχτικές συνέπειες αυτής της γραμμής — το σοσιαλιμπεριαλισμό σαν μια κρατική πολιτική και να ξεσηκώνουν τις λαϊκές μάζες ενάντια στην πολιτική αυτή. Παρόμοια, οφείλουν οι μαρξιστές-λενινιστές να πλουτίσουν, να συμπληρώσουν και να εκσυγχρονίσουν την κριτική τους στο ρεβιζιονισμό, παίρνοντας υπόψη τις πρόσφατες θεωρίες του «ευρωκομμουνι-σμού» και ιδιαίτερα τις θεωρίες του κινέζικου ρεβιζιονισμού.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως τα μαρξιστικά-λενινιστικά κόμματα και οργανώσεις, θα χρειαστεί ακόμα να περάσουν από μια μακρόχρονη διαδικασία αγώνων, τόσο στο εσωτερικό των γραμμών τους, όσο και έξω απ’ αυτές, στο ανοιχτό πεδίο των συγκρούσεων με τον ταξικό αντίπαλο, έτσι ώστε να ολοκληρώσουν την επαναστατική γραμμή τους και να εδραιώσουν τη μαρξιστική-λενινιστική φυσιογνωμία τους, για να γίνουν πραγματικοί καθοδηγητές της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων. Είναι βέβαιο, πως αυτή η διαδικασία θα προχωρήσει, όσο μακρόχρονες προσπάθειες κι αν απαιτήσει και τελικά θα δόσει τους καρπούς της. Από τη στιγμή που τα παλιά κομμουνιστικά κόμματα εκφυλίσθηκαν σε ρεβιζιονιστικά, η ιστορία ανάθεσε στα νέα μαρξιστικά- λενινιστικά κόμματα το καθήκον να καθοδηγήσουν την εργατική τάξη για την εκπλήρωση της μεγάλης αποστολής της.

ε’. Για την ενίσχυση της διεθνούς αλληλεγγύης των μαρξιστών-λενινιστών

 

60. Το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα είναι από την ίδια τη φύση του ένα κίνημα διεθνιστικό και η αλληλοϋποστήριξη και αλληλεγγύη ανάμεσα στα διάφορα τμήματα του, ο συντονισμός της δράσης τους για την προο’)0ηση των κοινών σκοπών όλου του

παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος αποτελούσε πάντα και εξακολουθεί και σήμερα να αποτελεί μια αναγκαιότητα.

Επιμένοντας, σήμερα, στο πρωταρχικό καθήκον της ανασύνταξης των δυνάμεων τους στο εθνικό πεδίο, οι μαρξιστές-λενινιστές των διαφόρων χωρών οφείλουν ταυτόχρονα να ενώσουν τις προσπάθειες τους στην πάλη ενάντια στους κοινούς εχθρούς τους, τον ιμπεριαλισμό, το σοσιαλιμπεριαλισμό, τη διεθνή αντίδραση και το ρεβιζιονισμό-οππορτουνισμό κάθε απόχρωσης, να δυναμώσουν την αλληλεγγύη τους και να αναπτύξουν τη συνεργασία τους.

Για τη διαμόρφωση και ανάπτυξη σωστών σχέσεων ανάμεσα στα αδελφό μαρξιστικά-λενινιστικά κόμματα και οργανώσεις του κόσμου, μοναδική βάση μπορεί να είναι ο μαρξισμός-λενινισμός και ο προλεταριακός διεθνισμός. Αυτές οι σχέσεις θα πρέπει να διέπονται από τις αρχές της ισοτιμίας, της ανεξαρτησίας και της μη επέμβασης του ενός κόμματος στις εσωτερικές υποθέσεις του άλλου και της αλληλοϋποστήριξης στον κοινό αγώνα ενάντια στους κοινούς εχθρούς.

Στ,ην τωρινή περίοδο, στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα δε μπορεί να υπάρχει ένα καθοδηγητικό κέντρο, που να καθορίζει τη γραμμή και τα συγκεκριμένα καθήκοντα των διαφόρων μαρξιστικών-λενινιστικών κομμάτων, όπως αυτό που ήταν στον καιρό της, — πολύ σωστά τότε, — η 3η Διεθνής.

Κάθε μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα πρέπει να στηρίζεται, πρώτα-πρώτα, στις δικές του δυνάμεις και να ενεργεί με ανεξάρτητο τρόπο. Στηριζόμενο στα γενικά διδάγματα του μαρξισμού-λενινισμού και με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες της χώρας του, οφείλει να χαράζει τη γραμμή και τα καθήκοντα του και να καθοδηγεί την πάλη της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων.

Αν το κόμμα ενεργήσει έτσι, είναι σίγουρο πως τελικά θα αναγνωριστεί από την εργατική τάξη και τις άλλες εργαζόμενες μάζες της χώρας του σαν ο καθοδηγητής του αγώνα τους. Κι όταν καταχτήσει την εμπιστοσύνη των μαζών και αποσπάσει την αναγνώριση τους, τότε θα είναι ακατανίκητο και σίγουρα θα οδηγήσει στην τελική νίκη την επαναστατική υπόθεση της χώρας του, δίνοντας έτσι και μια συμβολή και στην παγκόσμια επαναστατική υπόθεση. Η βασική αποστολή κάθε μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος είναι να κάνει την επανάσταση στη χώρα του κι όσο προωθεί την επαναστατική υπόθεση του λαού της χώρας του, τόσο συμβάλει και στην προώθηση της παγκόσμιας επαναστατικής διαδικασίας

Σύμφωνα με τις αρχές αυτές, το Κόμμα μας, έχοντας σαν κύριο προσανατολισμό του την προώθηση της επανάστασης στη χώρα του, θα συνδέσει, ταυτόχρονα, την πάλη του στο εσωτερικό με τους διεθνείς αγώνες, θα αποκαταστήσει σχέσεις με τα αδελφά μαρξιστικά-λενινιστικά κόμματα και οργανώσεις των άλλων χωρών και θα ενωθεί μαζί τους στον αγώνα ενάντια στους κοινούς εχθρούς και για τους κοινούς σκοπούς του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

 

ΤΟ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ-ΛΕΝΙΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

Κεφάλαιο πέμπτο

 

Ο ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΚΚΕ

 

α’ Οι εσωτερικοί Οροι διαμόρφωσης του ρεβιζιονισμού

 

61. Όπως στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, έτσι και στο ΚΚΕ, ο ρεβιζιονισμός δεν αποτέλεσε ένα τυχαίο γεγονός, αλλά ήταν γέννημα μιας συγκεκριμένης εποχής και καθορισμένων ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών.

Ο ρεβιζιονισμός στο ΚΚΕ άρχισε να αναπτύσσεται ακόμα από την εποχή του Β’ Παγκόσμιου πολέμου, όταν η ηγεσία του ΚΚΕ πρόβαλε μια σειρά από αντιλήψεις, που έρχονταν σε αντίθεση με τις βασικές αρχές του μαρξισμού-λενινισμού και εφάρμοσε μια οππορτουνιστική πολιτική στην καθοδήγηση του αντιστασιακού κινήματος.

Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, του Φλεβάρη 1945, όταν το λαϊκοδημοκρατικό κίνημα αντιμετώπιζε το μονόπλευρο εμφύλιο πόλεμο, που είχε ξαπολύσει η Δεξιά κι αργότερα, στα σκληρά χρόνια του ένοπλου αγώνα 1946-1949, μια σειρά οππορτουνιστικά στοιχεία, έχασαν την πίστη τους στον αγώνα, λιποψύχησαν, συνθηκολόγησαν μπροστά στις δυσκολίες κι άρχισαν να διαδίδουν διάφορες ηττοπαθείς και αντιμαρξιστικές-αντιλενινιστικές θεωρίες. Ύστερα από την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, όταν ο μεγάλος όγκος των κομματικών δυνάμεων πέρασε στις ανατολικές χώρες, τα οππορτουνιστικά στοιχεία δυνάμωσαν τις αντικομματικές τους δραστηριότητες, κατέφυγαν στον αντικομμα-τικό φραξιονισμό.

Κάτω από το πρόσχημα της κριτικής των λαθών του κόμματος, οι οππορτουνιστές-φραξιονιστές πέρασαν βαθμιαία σε μετωπική επίθεση ενάντια στο ΚΚΕ μηδενίζοντας όλη τη δράση του κι όλους τους αγώνες του και ιδιαίτερα χτυπώντας και συκοφαντώντας τον τρίχρονο ηρωικό αγώνα του Δ.Σ.Ε. ενάντια στους αγγλοαμερικά-νους ιμπεριαλιστές και στον ελληνικό μοναρχοφασισμό. Οι θεωρίες των οππορτουνιστικών στοιχείων έκφραζαν ακριβώς την «ιδεολογία της ήττας», την τάση της υποχώρησης μπροστά στις δυσκολίες, της συνθηκολόγησης μπροστά στην πίεση του ταξικού εχθρού.

β’ Η επέμβαση των χρουστσιωφικών

62. Ύστερα από το θάνατο του Στάλιν, το 1953, όταν την καθοδήγηση του ΚΚΣΕ σφετερίστηκε, βαθμιαία, η ομάδα των χρουστσιωφικών ρεβιζιονιστών, τα οππορτουνιστικά στοιχεία του ΚΚΕ βρήκαν ξένους προστάτες, στο πρόσωπο των χρουστσιωφικών. Από την πλευρά τους οι χρουστσιωφικοί χρησιμοποίησαν τους Ελληνεςοππορτουνιστές για να επιβάλουν στο ΚΚΕ, την αντιμαρ-ξιστική-αντιλενινιστική γραμμή τους και για να το μετατρέψουν σε ένα απλό όργανο της πολιτικής τους.

Οι χρουστσιωφικοί ρεβιζιονιστές, αποκατάστησαν επαφές με μια σειρά αντικομματικά-οππορτουνιστικά στοιχεία, που είτε είχαν διαγραφεί από το ΚΚΕ είτε ανάπτυσσαν μια φραξιονιστική δραστηριότητα στους κόλπους του και προσπάθησαν να τα χρησιμοποιήσουν για τους σκοπούς τους. Έτσι, το φθινόπωρο του 1955 υποκίνησαν, — στην πραγματικότητα οργάνωσαν και καθοδήγησαν, — μια αντικομματική — αντεπαναστατική εξέγερση πλατειάς κλίμακας στην κομματική οργάνωση της Τασκένδης του ΚΚΕ, στην ΕΣΣΔ και επενέβηκαν βίαια, με σοβιετικές αστυνομικές δυνάμεις, χτυπώντας τους κομμουνιστές, συλλαμβάνοντας και εξορίζοντας στη Σιβηρία πολλούς απ’ αυτούς.

Ύστερα από το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ η χρουστσιωφική κλίκα προχώρησε στην ολοκλήρωση των σχεδίων της για το ΚΚΕ, πραγματοποιώντας μια αληθινά πραξικοπηματική επέμβαση στα εσωτερικά του. Εκμεταλλευόμενη το κύρος του ΚΚΣΕ και χρησιμοποιώντας τη δύναμη της κρατικής εξουσίας που διέθετε, η χρουστσιωφική κλίκα, αφού παραμέρισε τα νόμιμα όργανα της καθοδήγησης του ΚΚΕ, συγκρότησε μια «Επιτροπή» με τη συμμετοχή εκπροσώπων πέντε κομμουνιστικών κομμάτων της Ανατολικής Ευρώπης, που βρίσκονταν κάτω από τον πλήρη έλεγχο της, καθώς ■και εκπροσώπων του ΚΚΣΕ, τη λεγόμενη «Επιτροπή Κουουσίνεν-Ντεζ» για να «μελετήσει» την κατάσταση στο ΚΚΕ και να κάνει ανάλογες «εισηγήσεις». Σε συνέχεια, το Μάρτη του 1956, προχώρησε στην οργάνωση μιας παρασυναγωγής οππορτουνιστών, που ονομάστηκε «6η πλατειά ολομέλεια της ΚΕ και της Κ.Ε.Ε. του ΚΚΕ», όπου ο Ντεζ, — Γραμματέας του Ρ.Κ.Κ. τότε, — παρουσίασε την έκθεση της «Επιτροπής των έξι Κ.Κ.», που «υιοθετήθηκε», φυσικά, από την παρασυναγωγή και έγινε «απόφαση της 6ης ολομέλειας». Έτσι επιβλήθηκε στο ΚΚΕ η ρεβιζιονιστική γραμμή του 20ου συνεδρίου και στην καθοδήγηση του ΚΚΕ, με σοβιετική υπαγόρευση, εγκαταστάθηκε η κλίκα Κολιγιάννη – Παρτσαλίδη, που ήταν πρόθυμη να εφαρμόζει τις εντολές των χρουστσιωφικων ρεβιζιονιστών.

Τα γεγονότα δείχνουν, πως ο ρεβιζιονισμός, παρ’ όλο που είχε εσωτερικές, ελληνικές ρίζες, επιβλήθηκε στο ΚΚΕ, τελικά, με ξένη επέμβαση.

γ’ Η γραμμή της «6ης Ολομέλειας»

63. Σύμφωνα με το πρότυπο της αντιμαρξιστικής- αντιλενινιστι-κής γενικής γραμμής του 2Θου συνεδρίου του ΚΚΣΕ η διορισμένη καθοδηγητική κλίκα Κολιγιάννη-Παρτσαλίδη επεξεργάστηκε τη «δική της» αντιμαρξιστική-αντιλενινιστική γενική γραμμή για το ΚΚΕ. Στο βασικό της περιεχόμενο, αυτή η γραμμή ξεκινούσε από τις «αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ» του 1956, που είχαν επιβάλει στο ΚΚΕ οι χρουστσιωφικοί ρεβιζιονιστές με την περιβόητη «εισήγηση Ντεζ». Συστηματοποιήθηκε, όμως και πήρε τη μορφή μιας ολοκληρωμένης ρεβιζιονιστικής-οππορτουνιστικής πλατφόρμας, με τις αποφάσεις της 7ης Ολομέλειας της ΚΕ (Φλεβάρης 1957) και της 8ης Ολομέλειας της ΚΕ (Γενάρης 1958) και αργότερα με τις αποφάσεις του 8ου συνεδρίου (1961) του ρεβιζιο-νιστικού πια ΚΚΕ.

Η ουσία της νέας γραμμής, που έτσι κι αλλοιώτικα ονομάστηκε σαν «η γραμμή της 6ης Ολομέλειας», ήταν η άρνηση του επαναστατικού δρόμου και η υιοθέτηση του .ρεφορμιστικού δρόμου. Αφού καταδίκασαν τον αγώνα του ΔΣΕ (1946-1949) και τις καλύτερες επαναστατικές παραδόσεις του ΚΚΕ, οι ρεβιζιονιστές πρόβαλαν με θόρυβο τη θεωρία του «ειρηνικού-κοινοβουλευτικού περάσματος στην εθνικοδημοκρατική αλλαγή και στο σοσιαλισμό». Στη θεωρία αυτή του «ειρηνικού περάσματος», που διαβρώνε τους επαναστάτες και διαμόρφωνε σοσιαλδημοκράτες, εκφράστηκε με τον πιο καθαρό τρόπο ο αναθεωρητισμός, δηλαδή η αναθεώρηση, η άρνηση του επαναστατικού χαραχτήρα και των επαναστατικών σκοπών του ΚΚΕ.

Με την πλατφόρμα που πρόβαλαν, οι ρεβιζιονιστές, προσπάθησαν, πρώτα, να περιορίσουν τις προοπτικές του κομμουνιστικού κινήματος, να μετατρέψουν το ΚΚΕ από κόμμα της προλεταριακής επανάστασης σε «κόμμα της εθνικοδημοκρατικής αλλαγής» και τελικά έφτασαν στην άρνηση κι αυτού του αντιϊμπεριαλιστικού-αντιαμερικάνικου και αντινατοϊκού αγώνα και περιορίστηκαν στην επιδίωξη μιας «δημοκρατικοποίησης» του υπάρχοντος συστήματος της αμερικανοκρατίας.

Ο προσανατολισμός για «ειρηνικό πέρασμα» συνδυάστηκε με την ουσιαστική άρνηση της εξωκοινοβουλευτικής πάλης των μαζών και με την αποκλειστική προσήλωση στον «κοινοβουλευτισμό». Κάτω από τις συνθήκες αυτές, ήταν εντελώς αναπόφευκτη η άρνηση του ρόλου της εργατικής τάξης σαν ανεξάρτητης πολιτικής δύναμης με πρωτοπορειακή αποστολή και η βαθμιαία υποταγή του αριστερού κινήματος στην ηγεσία της λεγόμενης «φιλελεύθερης αστικής τάξης». Κυριευμένοι από την ηττοπάθεια και συνθηκολογώντας μπροστά στην πίεση του εχθρού, οι ρεβιζιονι-στές άρχισαν να στηρίζουν τις ελπίδες τους για μια «αλλαγή» στην Ένωση Κέντρου του Γ. Παπανδρέου και τελικά μετατράπηκαν σε νεροκουβαλητές της παπανδρεϊκής πολιτικής, αφού έφτασαν, στις βουλευτικές εκλογές του 1964 να παραχωρήσουν ανοιχτά ένα μέρος των δυνάμεων τους στην ΕΚ. Αναπόφευκτη συνέπεια αυτού του προσανατολισμού ήταν και η άρνηση του ίδιου του κόμματος και πρώτα-πρώτα των οργανώσεων του που δρούσαν, την περίοδο εκείνη, παράνομα. Ο οππορτουνισμός της κλίκας Κολιγιάννη-Παρτσαλίδη εκφράστηκε, στον οργανωτικό τομέα, με απροκάλυπτο λιγκβινταρισμό. Η 8η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Γενάρης 1958) πήρε την απόφαση για τη διάλυση των παράνομων κομματικών οργανώσεων. Οι ρεβιζιονιστές δεν ήθελαν ένα όργανο της επανάστασης, το παράνομο κόμμα, αλλά έναν «εκλογικό μηχανισμό» για τις ανάγκες της «κοινοβουλευτικής δουλειάς» και μόνο. Γι’ αυτό διάλυσαν τις παράνομες οργανώσεις και έστειλαν τους κομμουνιστές στη «νόμιμη δουλειά», στην ΕΔΑ. Κάτω από την επίδραση των ρεβιζιονιστικών θεωριών και με τη διαλυτική δουλειά των οππορτουνιστών, που είχαν σφετεριστεί την κομματική καθοδήγηση, το ΚΚΕ εκφυλίστηκε βαθμιαία σε ένα ρεβιζιονιστικό-

ρεφορμιστικό κόμμα.

δ’  Η διάσπαση του  1968 και οι δυο τάσεις του ελληνικού ρεβιζιονισμού

64.       Από την ίδια τη στιγμή της σύστασης του σε οργανωμένο ρεύμα, ο ελληνικός ρεβιζιονισμός αποτελούσε ένα συνοθύλευμα διαφόρων οππορτουνιστικών ομάδων και φατριών, που ενώνονταν μεταξύ τους μόνο στην κοινή αντίθεση τους στο μαρξισμό- λενινισμό και στην προλεταριακή γραμμή. Κιόλας από την περίοδο της περιβόητης «6ης Ολομέλειας» του 1956 άρχισαν οι ανταγωνισμοί και οι συγκρούσεις ανάμεσα στις διάφορες ομάδες της ρεβιζιονιστικής καθοδήγησης. Στην πορεία, μέσα από τους ανταγωνισμούς και τις συγκρούσεις αυτές, διαμορφώνονταν όλο και πιο καθαρά δυο ομάδες — η μια, που ακολουθούσε την κατεύθυνση του σοβιετικού ρεβιζιονισμού και η άλλη, που έτεινε στην κατεύθυνση του δυτικοευρωπαϊκού ρεβιζιονισμού ή του λεγόμενου «ευρωκομμουνισμού».

Στις συνθήκες, που διαμορφώθηκαν ύστερα από την εγκαθίδρυση της φασιστικής διχτατορίας της 21 Απρίλη 1967 όταν φάνηκε καθαρά η χρεωκοπία της γενικής ρεβιζιονιστικής γραμμής, οξύνθηκε απότομα η διαπάλη ανάμεσα στις δυο ομάδες του ελληνικού ρεβιζιονισμού, για να φτάσει ως την ανοιχτή διάσπαση του ενιαίου ως τότε ρεβιζιονιστικού κόμματος, με την 12η Ολομέλεια της ΚΕ του το 1968. Ύστερα από την Ολομέλεια αυτή, η φιλοσοβιετική ομάδα, που είχε και την πλειοψηφία της ρεβιζιονι-στικής καθοδήγησης, διατήρησε τον τίτλο του ΚΚΕ, ενώ η φιλο-δυτικοευρωπαϊκή ομάδα προχώρησε στη δημιουργία του ΚΚΕ εσωτερικού. Στην περίοδο που ακολούθησε, διαμορφώθηκαν ολοκληρωτικά τα χαραχτηριστικά των δυο ομάδων του ελληνικού ρεβιζιονισμού.

65.       Η ρεβιζιονιστική ομάδα, που σφετερίστηκε τον τίτλο του ΚΚΕ, καθώς χρωστούσε την ίδια την «επικράτηση» της στη σοβιετική υποστήριξη, τέθηκε τώρα κάτω από την πλήρη εξάρτηση της σοβιετικής καθοδήγησης κι όλη η πολιτική της στο εσωτερικό υποτάχτηκε αναπόφευχτα στις γενικώτερες απαιτήσεις της σοβιετικής πολιτικής. Οι αλλαγές στη σοβιετική πολιτική, που σημειώθηκαν ακριβώς κατά την περίοδο αυτή, όταν η Σ.Ε, έχοντας εξελιχθεί σε μια σοσιαλιμπεριαλιστική υπερδύναμη, πέρασε, από την πολιτική της αμερικανοσοβιετικής συνεργασίας στην πολιτική του άγριου ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ για την παγκόσμια κυριαρχία, βρήκαν την αντανάκλαση τους και στην πολιτική του ΚΚΕ.

Αντί για την πολιτική της υποταγής στη μεγαλοαστική τάξη και στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, που ακολουθούσε προηγούμενα το ενιαίο ρεβιζιονιστικό κόμμα, τώρα, το ρεβιζιονιστικό ΚΚΕ πέρασε βαθμιαία στην πολιτική της αντιπαράθεσης με τις δυνάμεις αυτές,αμφισβητώνταςόλο και πιο ενεργητικά την κυριαρχία τους. Το ΚΚΕ εξακο/.υυθεί πάντα να εφαρμόζει μια ρεφορμιστική πολιτική, πράγμα που σημαίνει πως δεν επιδιώκει μια πραγματικά επαναστατική κοινωνική αλλαγή, αλλά τώρα ο στόχος του είναι εντελώς συγκεκριμένος: να αρπάξει την εξουσία, για να αντικαταστήσει την κυριαρχία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στη χώρα μας, με την κυριαρχία του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού. Κι όλες οι τρέχουσες δραστηριότητες του, όλες οι διακυμάνσεις στην πολιτική ταχτική του, έχουν σα σκοπό να εξυπηρετήσουν τις κάθε φορά ανάγκες της εξωτερικής πολιτικής της Σ.Ε.

66. Το ΚΚΕ εσωτ. που δημιουργήθηκε κάτω από την ισχυρή επίδραση των «ευρωκομμουνιστικών» αντιλήψεων, όχι μόνο συνέχισε, αλλά και βάθυνε ακόμα περισσότερο την προηγούμενη πολιτική του ενιαίου ρεβιζιονιστικού κόμματος. Το ΚΚΕ εσωτ. έφτασε ως την ανοιχτή άρνηση του δρόμου της Οχτωβριανής Επανάστασης, χαρακτήρισε το μαρξισμό-λενινισμό σα «μια αυθαίρετη σταλινική θεωρητική κατασκευή» και απόρριψε το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό καθώς και τον προλεταριακό διεθνισμό, σαν «ιστορικά ξεπερασμένο». Στο πεδίο του εσωτερικού ταξικού αγώνα ακολουθεί την πολιτική της συνεργασίας των τάξεων, υπονομεύοντας τους αγώνες των εργαζομένων, ενώ στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής συνθηκολογεί κάτω από την πίεση του ιμπεριαλισμού, όπως το δείχνει η θέση του υπέρ της συμφωνίας παραμονής των αμερικάνικων βάσεων στην Ελλάδα και η υποστήριξη του στην ΕΟΚ.

Στη στάση του απέναντι στη Σ.Ε. το ΚΚΕ εσωτ. ακολουθεί μια περισσότερο ανεξάρτητη πολιτική. Και παρ’ όλο που κι εδώ δεν λείπουν οι συμβιβαστικές τάσεις του, ωστόσο, θα έπρεπε να ειπωθεί πως έχει ξεφύγει από τη σοβιετική εξάρτηση. Ωστόσο, η ανε-ξαρτοποίηση του ΚΚΕ εσωτ. από τη σοβιετική επιρροή έχει ένα αστικοεθνικιστικό και οππορτουνιστικό χαραχτήρα. Κι αυτό που κύρια ενδιαφέρει το ΚΚΕ εσωτ. είναι να αποδείξει στην κυρίαρχη ταξη πως «δεν καθοδηγείται από ξένα κέντρα» και έτσι ακριβώς να παρει ένα ακόμα εισιτήριο για την είσοδο του στην οικογένεια των «νομιμοφρόνων» και «εθνικών» κομμάτων, δηλαδή για την πλήρη ένταξη του στο αστικό σύστημα. Το ΚΚΕ εσωτ. αποτελεί ένα τυπικό ρεβιζιονιστικό κόμμα, ένα νέου τύπου ρεφορμιστικό κόμμα.

Κεφάλαιο έκτο

 

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΩΝ-ΛΕΝΙΝΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ

 

α’ Η αντίσταση στο ρεβιζιονισμό στις ανατολικές χώρες

67. Η βάναυση επέμβαση των χρουστσιωφικών ρεβιζιονιστών, που επέβαλε στο ΚΚΕ μια ρεβιζιονιστική καθοδήγηση και μια οππορτουνιστική γραμμή, προκάλεσε τη μαζική αντίσταση των κομμουνιστών πολιτικών προσφύγων, που ζούσαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που πρώτοι σήκωσαν τη σημαία της πάλης ενάντια στην πραξικοπηματική «6η Ολομέλεια» των ρεβιζιονιστών. Οι πιο μεγάλες οργανώσεις του ΚΚΕ στις χώρες αυτές, όπως η Κομματική Οργάνωση της Τασκένδης στη Σοβιετική Ένωση και η Κομματική Οργάνωση της Τσεχοσλοβακίας, αρνήθηκαν να υποταχτούν στις «αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας» και συνέχισαν να λειτουργούν σαν ανεξάρτητες επαναστατικές οργανώσεις κομμουνιστών. Μαζική και ενεργητική ήταν η αντίσταση των κομμουνιστών μελών του ΚΚΕ στο ρεβιζιονισμό και σε άλλες χώρες, όπως η Πολωνία, η Βουλγαρία, η Ουγγαρία και η Ρουμανία. Ετσι άρχισε ο αγώνας ενάντια στον σύγχρονο ρεβιζιονισμό στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα.

Για να πνίξει την αντίσταση των κομμουνιστών στην οππορτουνιστική της γραμμή, η κλίκα Κολιγιάννη-Παρτσαλίδη κατέφυγε σε κάθε λογής αντικομματικά μέτρα και μέθοδες. Η πλειοψηφία των μελών της Κ.Ο. Τασκένδης διαγράφηκαν από το ΚΚΕ, με «αποφάσεις» που πήρε μια χούφτα φραξιονιστών. Χιλιάδες κομμουνιστές διαγράφηκαν από το ΚΚΕ με παρόμοιες αντικαταστατές μέθοδες και στις άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπου ζούσαν πολιτικοί πρόσφυγες απ’ την Ελλάδα. Ταυτόχρονα και σε συνεργασία με τη ρεβιζιονιστική κλίκα Κολιγιάννη-Παρτσαλίδη, οι κρατικές αρχές και οι υπηρεσίες ασφάλειας των ρεβιζιονιστικών χωρών ξαπόλυσαν παντοειδείς διώξεις και επιθέσεις, ενάντια στους κομμουνιστές, που παρέμειναν πιστοί στο μαρξισμό-λενινισμό. Πολλοί απ’ αυτούς διώχτηκαν από τις δουλειές τους, άλλοι στερήθηκαν τις συντάξεις τους κι άλλων τα παιδιά διώχτηκαν απ’ τα πανεπιστήμια και τα άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπου σπούδαζαν. Το αποκορύφωμα των επιθέσεων και διώξεων αυτών ήταν οι αντικομμουνιστικές προβοκάτσιες και οι βίαιες αστυνομικές επιθέσεις ενάντια στους κομμουνιστές της Τασκένδης και των διαφόρων χωρών της Ανατ. Ευρώπης. Πολλοί απ’ αυτούς πιάστηκαν, δικάστηκαν, καταδικάστηκαν και ρίχτηκαν στις φυλακές ή στάλθηκαν στην εξορία. Δεν ήταν λίγοι οι Ελληνες κομμουνιστές, που πέθαναν στα βάθη της Σιβηρίας, κρατούμενοι των σοβιετικών ρεβιζιονιστικών αρχών.

Αλλά, η ρεβιζιονιστική τρομοκρατία στάθηκε ανίκανη να κάμψει την αντίσταση των κομμουνιστών. Κρατώντας ψηλά την επαναστατική σημαία του Κου-Κου-Ε και υπερασπίζοντας το μαρξισμό-λενινισμό από τις επιθέσεις του ρεβιζιονισμού, χιλιάδες κομμουνιστές μαρξιστές-λενινιστές, μαχητές του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, συνέχισαν σταθερά την πολύμορφη πάλη τους. Στην πορεία αυτής της πάλης, προχώρησε και η δουλειά για την ενοποίηση όλων των επαναστατικών δυνάμεων στα πλαίσια μιας ανεξάρτητης κομμουνιστικής οργάνωσης. Καρπός αυτής της δουλειάς ήταν η δημιουργία, το 1964, της Μαρξιστικής-Λενινιστικής Οργάνωσης των Πολιτικών Προσφύγων απ’ την Ελλάδα στις ανατολικές χώρες.

Η Οργάνωση αυτή έπαιξε έναν πολύ σημαντικό ρόλο, έκανε πολλούς και σοβαρούς αγώνες στις διάφορες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης κι έδωσε μια πολύτιμη συμβολή για την προώθηση του αντιρεβιζιονιστικού αγώνα στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν οι προσπάθειες των μαρξιστών-λενινιστών πολιτικών προσφύγων για την ενοποίηση των μαρξιστικών-λενινιστικών οργανώσεων που δρούσαν στις ανατολικές χώρες και στην Ελλάδα.

β’ Η δημόσια αντιπαράθεση στο ρεβιζ ιονισμό στην Ελλάδα

 

68. Μεγάλη αναταραχή προκάλεσαν οι «αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας» του 1956 ανάμεσα στους κομμουνιστές της Ελλάδας. Παρ’ όλο που στην Ελλάδα δεν υπήρξαν, από την αρχή, εκδηλώσεις ανοιχτής άρνησης των αποφάσεων αυτών, ωστόσο, η μεγάλη μάζα των κομμουνιστών, με πολλούς και ποικίλους τρόπους, έκφρασε έμπραχτα την αντίθεση της στο νέο ρεβιζιονιστικό προσανατολισμό, που είχε επιβληθεί στο ΚΚΕ και στο λαϊκό μας κίνημα. Πάνω στη βάση αυτή, στην Ελλάδα, σ’ όλους τους χώρους όπου δρούσαν κομμουνιστές, — στην εξορία, στις φυλακές και την ΕΔΑ, — ξεδιπλώθηκε ένας οξύς και παρατεταμένος ιδεολογικός αγώνας, που κάλυψε βαθμιαία τα πιο βασικά προβλήματα του δικού μας και του παγκόσμιου κινήματος.

Απ’ όλους τους ιδεολογικούς αγώνες, που ξετυλίχτηκαν στην Ελλάδα στην πρώτη περίοδο ύστερα από την «6η Ολομέλεια» του 1956, οι πιο σημαντικοί ήταν αυτοί που έγιναν στο στρατόπεδο εξόριστων του Άη-Στράτη. Στη ν πορεία αυτών των αγώνων γεννήθηκαν οι νέες μαρξιστικές-λενινιστικές δυνάμεις και διαμορφώθηκε ο πυρήνας της επαναστατικής πλατφόρμας που πρόβαλαν στα επόμενα χρόνια, με ολοκληρωμένη μορφή, οι μαρξιστές- λενινι- ι στές της Ελλάδας. Στους αγώνες που ξεκίνησαν στον Άη-Στράτη και συνεχίστηκαν στην ΕΔΑ προετοιμάστηκαν οι όροι για την τελειωτική και ολοκληρωτική ρήξη με τους οργανωμένους φορείς του ρεβιζιονισμού, — το εκφυλισμένο πια ΚΚΕ και την ΕΔΑ, — και για τη θεμελίωση της ανεξάρτητης οργανωμένης δράσης των μαρξιστικών-λενινιστικών δυνάμεων στην Ελλάδα.

Τον Ιούνη του 1964 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα Σύσκεψη μαρξιστών-λενινιστών και δημιουργήθηκε ο πρώτος οργανωμένος πολιτικός πυρήνας των μαρξιστών-λενινιστών της Ελλάδας. Τον Οχτώβρη της ίδιας χρονιάς, οι μαρξιστές-λενινιστές πέρασαν στην ανοιχτή, δημόσια αντιπαράθεση στο ρεβιζιονισμό, εκδίδοντας το περιοδικό «Αναγέννηση».

Η «Αναγέννηση» έπαιξε ένα σπουδαίο ρόλο στην πάλη των μαρξιστών-λενινιστών ενάντια στο ρεβιζιονισμό και τον οππορτουνισμό και για την υπεράσπιση του μαρξισμού-λενινισμού και της σωστής προλεταριακής γραμμής. Με τα κυριώτερα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στην «Αναγέννηση» διαμορφώθηκε η ιδεολογική φυσιογνωμία και η πολιτική γραμμή του σύγχρονου μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος της Ελλάδας.

Η «Αναγέννηση», σαν το δημοσιογραφικό όργανο της πρώτης οργανωμένης ομάδας μαρξιστών-λενινιστών στην Ελλάδα, έγινε ο πόλος συσπείρωσης ολοένα και ευρύτερων αγωνιστικών δυνάμεων στην περίοδο 1964-1967. Στην περίοδο αυτή, με την πρωτοβουλία των μαρξιστών-λενινιστών δημιουργήθηκε η ΠΠΣΠ στο φοιτητικό χώρο, ενώ συνδικαλιστικές παρατάξεις δημιουργήθηκαν, επίσης, σε μια σειρά εργατικούς κλάδους. Συμμετέχοντας δραστήρια στους μαζικούς λαϊκούς αγώνες, οι μαρξιστές-λενινιστές της Ελλάδας δυνάμωναν αδιάκοπα την οργάνωση τους, που στην επόμενη περίοδο εξελίχθηκε στην ΟΜΛΕ.

γ’ Η ανασύσταση του επαναστατικού ΚΚΕ — βασικός στόχος της πάλης των μαρξιστών-λενινιστών

69. Για τη δημιουργία των μαρξιστικών-λενινιστικών οργανώσεων στις ανατολικές χώρες και στην Ελλάδα, οι διεθνείς παράγοντες έπαιξαν ένα ρόλο ιδιαίτερα σημαντικό. Είναι ενδεικτικό πως και η μαρξιστική-λενινιστική οργάνωση των πολιτικών προσφύγων στις ανατολικές χώρες και η μαρξιστική-λενινιστική οργάνωση στην Ελλάδα, δημιουργήθηκαν και οι δυο το 1964, χρονιά, που η πολεμική στους κόλπους του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος ανάμεσα στο μαρξισμό-λενινισμό και στο ρεβιζιονισμο, είχε μπει σε αποφασιστικό στάδιο. Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως η δημόσια πολεμική του ΚΚ Κίνας και του ΚΕ Αλβανίας με το χρουστσιωφικό ρεβιζιονισμο επέδρασε ώστε και στο δικό μας κίνημα, όπως και στα κινήματα πολλών άλλων χωρών, να επιταχυνθούν οι διαδικασίες που οδήγησαν στη ρήξη των μαρξιστών-λενινιστών με το ντόπιο ρεβιζιονισμο. Αυτή η επίδραση καθορίστηκε από το διεθνή χαραχτήρα της πάλης ενάντια στο σύγχρονο ρεβιζιονισμο και από την αναπόφευκτη, όσο και αναγκαία αλληλεξάρτηση των αγώνων του κομμουνιστικού κινήματος στο διεθνές και στο εθνικό επίπεδο.

Ωστόσο, οι κύριοι παράγοντες που προσδιόρισαν τη δημιουργία των μαρξιστικών-λενινιστικών μας οργανώσεων ήταν εσωτερικοί. Πολλά χρόνια πριν αρχίσει η δημόσια πάλη του ΚΚ Κίνας και του ΚΕ Αλβανίας με το χρουστσιωφικό ρεβιζιονισμο, αμέσως ύστερα από το πραξικόπημα της «6ης Ολομέλειας» το Μάρτη του 1956 άρχισε, με τη μια ή την άλλη μορφή, ο αγώνας των μαρξιστών-λενινιστών της Ελλάδας. Κι αυτό μαρτυράει τις ντόπιες ρίζες του μαρξιστικού-λενινιστικού μας κινήματος.

Από τη στιγμή, που ο ρεβιζιονισμός επιβλήθηκε στο ΚΚΕ γεννήθηκε, αναπόφευκτα, ο αγώνας των μαρξιστών-λενινιστών ενάντια στο ρεβιζιονισμο. Από τη στιγμή που οι ρεβιζιονιστές ξερίζωσαν την επαναστατική ψυχή του ΚΚΕ και το μετέτρεψαν σε ένα οππορτουνιστικό-ρεφορμιστικό κόμμα, γεννήθηκε, αναπόφευχτα η ανάγκη για την ανασύσταση του επαναστατικού ΚΚΕ, για τη δημιουργία ενός νέου κομμουνιστικού, αληθινά μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος. Η ταξική πάλη στη χώρα μας δεν είχε κι ούτε μπορούσε να έχει «διακοπή». Συνεχιζόταν πάντα αμείλιχτη, σύμφωνα με τους δικούς της σιδερένιους νόμους. Και σ’ αυτή την πάλη, το ελληνικό προλεταριάτο έπρεπε να έχει τον καθοδηγητή του, το μαρξιστικό-λενινιστικό πολιτικό κόμμα του.

Ακριβώς η δημιουργία ενός τέτοιου κόμματος στάθηκε από την αρχή ο βασικός στόχος της δουλειάς των μαρξιστών-λενινιστών στις ανατολικές χώρες και στην Ελλάδα. Ένας στόχος, που τέθηκε εντελώς συγκεκριμένα το 1964 με την ίδια τη δημιουργία των δυο μαρξιστικών-λενινιστικών οργανώσεων και που έφερε σε συνέχεια, αδιάκοπες αναζητήσεις, προσπάθειες και αγώνες.

Σημαντικό βήμα στο δρόμο για,την κατάχτηση αυτού του στόχου αποτέλεσε η ενοποίηση της Μαρξιστικής-Λενινιστικής Οργάνωσης τωνΠολιτικώνΠροσφύγων απ’ την Ελλάδα στις ανατολικές χώρες και της ΟΜΛΕ το φθινόπωρο του 1974. Ωστόσο, από κει και πέρα, η κατάσταση στο μαρξιστικό-λενινιστικό μας κίνημα δεν εξελίχθηκε σύμφωνα με τις ελπίδες και προσδοκίες της μεγάλης μάζας των αγωνιστών του.

δ’ Η κρίση στο μαρξιστικό-λενινιστικό μας κίνημα και οι βαριές συνέπειες της

 

70. Στην Ελλάδα, στην περίοδο της φασιστικής διχτατορίας και μετά, είχαν δημιουργηθεί και άλλες οργανώσεις, που αναφέρονταν στο μαρξισμό-λενινισμό, όπως το ΕΚΚΕ και ορισμένες ακόμα. Ανεξάρτητα από τις σοβαρές διαφορές που υπήρχαν, σε θέματα γραμμής και ταχτικής, ανάμεσα στις οργανώσεις αυτές και στην ΟΜΛΕ, το βέβαιο είναι πως η συντριπτική πλειοψηφία των μελών όλων των οργανώσεων, που αναφέρονταν στο μαρξισμό-λενινισμό, της ΟΜΛΕ, του ΕΚΚΕ καθώς και των άλλων, πίστευαν αληθινά στο μαρξισμό-λενινισμό και ήθελαν ειλικρινά να αγωνιστούν ενάντια στο ρεβιζιονισμο, τον ιμπεριαλισμό, το φασισμό και την αντίδραση. Ωστόσο, όλες αυτές οι δυνάμεις παρέμειναν διασκορπισμένες σε διάφορες οργανώσεις, πράγμα που αντικειμενικά διασπούσε και παρεμπόδιζε τον ενιαίο αγώνα τους.

Στην πορεία, το φαινόμενο της διάσπασης των μαρξιστικών-λενινιστικών δυνάμεων πήρε νέες, πιο επικίνδυνες διαστάσεις. Οι δυνάμεις, που άλλοτε αποτελούσαν την ΟΜΛΕ, πέρασαν από τρεις διαδοχικές διασπάσεις και σήμερα είναι διασκορπισμένες σε τέσσερις, τουλάχιστο, οργανώσεις. Ισάριθμες διασπάσεις έγιναν και στο ΕΚΚΕ.

Μέσα στις συνθήκες αυτές βρήκαν πρόσφορο έδαφος για ν’ αναπτυχθούν κάθε λογής οππορτουνιστικές αντιλήψεις κι ένα νέο, εξαιρετικά επικίνδυνο οππορτουνιστικό, λιγκβινταριστικό και αναθεωρητικό ρεύμα εμφανίστηκε στο μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα της Ελλάδας. Αυτό το ρεύμα, που έχει τις ρίζες του στις ιδιαίτερες εσωτερικές κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες και στους συγκεκριμένους όρους ανάπτυξης και δράσης του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος της Ελλάδας, ενισχύθηκε επίσης σημαντικά από την εμφάνιση του αλβανικού οππορτουνι-σμού και του κινέζικου ρεβιζιονισμού στο διεθνές πεδίο.

Το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα της Ελλάδας, με την πολλαπλή διάσπαση των δυνάμεων του και με την πλατειά εξάπλωση του οππορτουνισμού στις γραμμές του, μπήκε σε μια φάση σοβαρής κρίσης. Έκφραση αυτής της κρίσης ήταν η διαρροή μεγάλου αριθμού μελών των οργανώσεων που αναφέρονται στο μαρξίσμό-λενινισμό, η εξασθένιση του μαχητικού πνεύματος, η πτώση του ενθουσιασμού και της ενεργητικότητας στο μαρςιστικό-λενινιστικό κίνημα γενικά, και τελικά, ο περιορισμός της επιρροής και της ακτινοβολίας του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος και η απότομη μείωση της παρουσίας και της πραχτικής δράσης του στους μαζικούς χώρους και γενικώτερα στην πολιτική ζωή της χώρας.

ε’ Μοναδική διέξοδος — η συσπείρωση των μαρξιστών — λενινιστών σε ένα ενιαίο πολιτικό κόμμα

71. Παρά την άσχημη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, οι βασικές δυνάμεις, που μπολιάστηκαν από το μαρξιστικό-λενινιστικό μας κίνημα στις δυο τελευταίες δεκαετίες, παραμένουν ζωντανές. Χιλιάδες μαρξιστές-λενινιστές, είτε στέκονται στις γραμμές των διαφόρων οργανώσεων, που αναφέρονται στο μαρξισμό-λενινισμό, είτε βρίσκονται, προσωρινά, έξω από οργανώσεις, διατηρούν μέσα τους άσβεστη την επαναστατική φλόγα. Αυτή η φλόγα μπορεί και πρέπει να δυναμώσει, για να ξαναδόσει στο μαρξιστικό-λενινιστικό μας κίνημα το σφρίγος και την ορμή που του ταιριάζουν και για να το κάνει ικανό να ανταποκριθεί στη μεγάλη αποστολή του.

Για την υπερνίκηση της κρίσης του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος, ένας μόνο τρόπος υπάρχει: η αποκατάσταση της ενότητας όλων των πραγματικών μαρξιστών-λενινιστών, η συνένωση τους στα πλαίσια ενός ενιαίου πολιτικού κόμματος, με βάση το μαρξισμό-λενινισμό και τη σωστή προλεταριακή γραμμή. Αυτή τη διέξοδο προσφέρει σήμερα το ενιαίο κόμμα των μαρξιστών-λενινιστών, θερμαίνοντας τις ελπίδες και τις προσδοκίες όλων των επαναστατών για ένα καλύτερο — πιο αγωνιστικό αύριο.

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

 

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΜΑΣ

 

Κεφάλαιο έβδομο

 

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

 

α’ Η αναγκαιότητα της ρήξης με το ρεβιζιονισμό και η βασική προσφορά του μαρξιστικού – λενινιστικού κινήματος

72. Το παρελθόν του κινήματος μας αποτελεί πάντα μια ανεξάντλητη πηγή γνώσης και μάθησης. Μελετώντας την περασμένη δράση μας, μπορούμε να γενικεύσουμε τις θετικές και αρνητικές εμπειρίες μας, να φτάσουμε στα απαραίτητα εκείνα συμπεράσματα, που θα μας βοηθήσουν να κάνουμε πιο αποτελεσματική την πάλη μας στο μέλλον. Γι’ αυτό, η σωστή κριτική εκτίμηση του παρελθόντος, η σωστή αξιολόγηση όλης της περασμένης δράσης του μαρξιστικού-λενινιστικού μας κινήματος, παραμένει ένα σπουδαίο καθήκον, που οφείλουν να εκπληρώσουν οι μαρξιστές-λενινιστές, στο μέλλον.

Το Κόμμα μας, στην πορεία της δουλειάς του κι αφού προετοιμάσει τους αναγκαίους όρους για μια σοβαρή, υπεύθυνη, ολόπλευρη και αντικειμενική έρευνα των γεγονότων και των στοιχείων, θα εκπληρώσει, ασφαλώς, αυτό το σπουδαίο καθήκον. Ωστόσο και σήμερα κιόλας, στο ξεκίνημα της μεγάλης προσπάθειας για την ανασύνταξη των δυνάμεων του μαρξιστικού-λενινιστικού μας κινήματος, μπορούμε και πρέπει να γενικεύσουμε μερικές από τις κυρι-ώτερες εμπειρίες μας.

Το πρώτο και κυριώτερο ζήτημα που οφείλουμε να φωτίσουμε, είναι το ζήτημα για την αναγκαιότητα της ρήξης με το ρεβιζιονισμό και τους φορείς του. Σήμερα, όταν το νέο αναθεωρητικό ρεύμα διαδίδει τη σύγχυση στις γραμμές του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος, ορισμένοι βάζουν το ερώτημα για το αν έπρεπε να είχε γίνει η οργανωτική ρήξη των μαρξιστών-λενινιστών με το ρεβιζιονισμό και τους φορείς του το 1964 και καλλιεργούν την ιδέα πως η πάλη των μαρξιστών-λενινιστών έπρεπε να συνεχιστεί τότε «από τα μέσα», δηλαδή μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ και της ΕΔΑ.

Αυτή η αντίληψη προδίδει πλήρη αδυναμία κατανόησης του εκφυλισμού που επέφερε η κυριαρχία του ρεβιζιονισμού στο ΚΚΕ. Κατά βάθος, οι άνθρωποι που έχουν παρόμοιες ιδέες, δεν κατανόησαν αυτή τη στοιχειώδη και απλή αλήθεια, που για είκοσι σχεδόν χρόνια τώρα, επιβεβαιώνει κάθε μέρα η ζωή, η ταξική πάλη. Πως το ΚΚΕ διαβρώθηκε ολοκληρωτικά από αντιμαρξιστικές – αντιλε-νινιστικές ιδέες, πως στην εσωτερική του ζωή δεν υπάρχει ίχνος δημοκρατίας, που να επιτρέπει την κίνηση των ιδεών και των διαφορετικών απόψεων και πως επομένως είναι εντελώς αβάσιμη και παράλογη κάθε ελπίδα για «διόρθωση» του ΚΚΕ με ιδεολογική πάλη στο εσωτερικό του. Κι ακόμα, οι άνθρωποι αυτοί, παραγνωρίζουν τη συγκεκριμένη πραγματικότητα της εποχής που οι μαρξιστές – λενινιστές πραγματοποίησαν την οργανωτική ρήξη τους με τους φορείς του ρεβιζιονισμού. Και η πραγματικότητα αυτή ήταν ότι η κυρίαρχη ρεβιζιονιστική κλίκα, όχι μόνο δεν επέτρεπε να ακούγονται και να διαδίδονται μέσα στο κόμμα οι μαρξιστικές-λενινιστικές απόψεις, αλλά και είχε θέσει κάτω από τον πιο άγριο διωγμό τους φορείς των μαρξιστικών – λενινιστικών απόψεων, φτάνοντας ως τη διαγραφή τους από το κόμμα.

Επομένως, το ζήτημα έμπαινε εντελώς διαφορετικά: Οι μαρ-ξιστές-λενινιστές ή θα παραιτούνταν από κάθε κριτική στο ρεβιζιονισμό, για να «εξασφαλίσουν» την παραμονή τους στο εκφυλισμένο πια από τον οππορτουνισμό ΚΚΕ ή θα έπαιρναν την επαναστατική πρωτοβουλία της ρήξης με το ρεβιζιονισμό και τον κύριο φορέα του στη χώρα μας, το ΚΚΕ και θα ξεκινούσαν μια καινούργια προσπάθεια για την ανασύνταξη των δυνάμεων του κομμουνιστικού μας κινήματος καιγια τη δημιουργία ενός πραγματικά κομμουνιστικού, μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος. Οι μαρξιστές-λενινιστές δε δυσκολεύτηκαν να κάνουν την εκλογή τους: Πήραν αυτή την επαναστατική πρωτοβουλία, ολοκλήρωσαν την ιδεολογική ρήξη τους, που είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα και με την οργανωτική τους ρήξη με το ρεβιζιονισμό και δημιούργησαν τις δικές τους, ανεξάρτητες, πραγματικά κομμουνιστικές οργανώσεις, στις ανατολικές χώρες και στην Ελλάδα.

73. Εκείνοι που θέτουν κάτω από αμφισβήτηση την ορθότητα» της ρήξης των μαρξιστών-λενινιστών με τους φορείς του ρεβιζιο-νισμού, επικαλούνται τα αποτελέσματα της δουλειάς των μαρξιστών-λενινιστών στο διάστημα που πέρασε από τότε και, για να στηρίξουν τις λαθεμένες απόψεις τους, προσπαθούν να μειώσουν και να υποτιμήσουν τα αποτελέσματα της δουλειάς αυτής. Αλλά, υπάρχουν και άλλοι, που έχοντας χάσει εντελώς την πίστη τους στο λαϊκό κίνημα, μηδενίζουν όλη τη δράση του μαρξιστικού-λενινιστικού μας κινήματος και δεν βλέπουν σ’ αυτή παρά μια πορεία λαθών και αποτυχιών. Κάτω από τις συνθήκες αυτές, προκύπτει η ανάγκη να συνοψίσουμε τη βασική πείρα από την ως τα τώρα δράση του οργανωμένου μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος της Ελλάδας.

Φέτος συμπληρώνονται είκοσι χρόνια, από τότε που δημιουργήθηκαν οι μαρξιστικές-λενινιστικές οργανώσεις στις ανατολικές χώρες και στην Ελλάδα και το νεαρό μαξιστικό-λενινιστικό μας κίνημα έκανε την πρώτη, οργανωμένη, δημόσια εμφάνιση του στη χώρα μας, με την έκδοση της «Αναγέννησης». Μεγάλα και σημαντικά γεγονότα μεσολάβησαν, στο διάστημα αυτό, τόσο στην Ελλάδα, όσο και διεθνώς. Αυτά τα γεγονότα δεν ήταν πάντοτε ευνοϊκά, για το> νεαρό ^μαρξιστικό-λενινιστικό μας κίνημα και συχνά σημάδεψαν τα τεράστια εμπόδια και δυσκολίες, που όφειλε να υπερνικήσει, για να ανοίξει το δρόμο του, το κίνημα αυτό. Εξάλλου, το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα προχωρούσε σ’ ένα δρόμο πρωτόγνωρο και δεν υπήρχε μια προηγούμενη πείρα από παρόμοιους αγώνες, πράγμα που δημιουργούσε πρόσθετες δυσκολίες.

Στην πορεία της ανάπτυξης του, το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα έδοσε πολλές μάχες, που άλλες τις κέρδισε και άλλες τις έχασε, συσσωρεύοντας έτσι θετικές και αρνητικές εμπειρίες. Ωστόσο, αν συγκρίνουμε τις θετικές και τις αρνητικές εμπειρίες του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος, τότε οι αρνητικές εμπειρίες του, όσο κι αν είναι σημαντικές, δε θα μπουν παρά σε δεύτερη μοίρα. Οι κύριες εμπειρίες του είναι θετικές κι αυτό αντανακλά τη βασική κατεύθυνση που ακολούθησε το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα της Ελλάδας στην πορεία του.

Για λόγους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς, το μαρξιστικό-λενινιστικό μας κίνημα δε   μπόρεσε να πετύχει μια σημαντική μαζική ανάπτυξη, αλλά για είκοσι, τώρα, χρόνια η φωνή των μαρξιστών-λενινιστών δεν έπαψε να ακούγεται στο στίβο της ταξικής πάλης και να ενισχύει, σ’ αυτό ή στον άλλο βαθμό, τους λαϊκούς αγώνες. Χάρη στους αγώνες και τις προσπάθειες των μαρξιστών-λενινιστών, αποκαλύφθηκε η αντεπαναστατική φύση του σύγχρονου ρεβιζιονισμού, ξεσκεπάστηκε η απάτη του ρεφορμιστικού δρόμου και προβλήθηκε πλατειά η αναγκαιότητα του επαναστατικού δρόμου για τη λύση των ώριμων προβλημάτων της νεοελληνικής κοινωνίας. Η ιδεολογική και πολιτική γραμμή, που πρόβαλαν οι μαρξιστές-λενινιστές κατάχτησε τις συνειδήσεις χιλιάδων κομμουνιστών, ενώ πολλά από τα συνθήματα τους έγιναν χτήμα πλατειών λαϊκών μαζών. Όσο κι αν προσπαθούν μερικοί να αλλοιώσουν τη σημασία των γεγονότων, η αλήθεια είναι φανερή: το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα, παρά τα λάθη και τις αποτυχίες του και παρά τη διασπορά και διάσπαση των δυνάμεων του, παραμένει πάντοτε μια ζωντανή πολιτική πραγματικότητα και μια ρεαλιστική ελπίδα για τη μελλοντική ανάπτυξη και πρόοοδο του λαϊκού μας κινήματος στη σωστή κατεύθυνση. Οι αγώνες των μαρξιστών-λενινιστών , όχι μόνο δεν πήγαν χαμένοι, αλλά και έριξαν κιόλας μερικά αγκωνάρια στα θεμέλια της αυριανής λεύτερης, ανεξάρτητης, δημοκρατικής και σοσιαλιστικής Ελλάδας.

Τα λάθη του παρελθόντος πρέπει να αποκαλυφθούν, να αναλυθούν και να εξηγηθούν, για να αποτελέσουν έτσι ένα αρνητικό δάσκαλο στην παραπέρα δουλειά μας. Αλλά αυτό δε μπορεί να έχει σχέση με τη στείρα και καταστροφολογική λαθολογια. Οι μαρξιστές-λενινιστές θα απορρίψουν την «κριτική» εκείνη που βλέπει μαύρη και σκοτεινή όλη την περασμένη περίοδο της δράσης μας, σπέρνοντας την απογοήτευση, την απαισιοδοξία και την ηττοπάθεια και θα ανυψώσουν την πραγματικά μπολσεβίκικη κριτική, που μέσα από μια αντικειμενική αλλά και θαρραλέα αποκάλυψη των λαθών και αδυναμιών μας, θα επιτρέψει τη βελτίωση και το ανέβασμα όλης της δουλειάς και της πάλης μας, θα δυναμώσει την πίστη μας στον αγώνα και θα δόσει μια νέα ορμή στο κίνημα μας.

β’ Ο καθοδηγητικός πυρήνας του κινήματος

 

74. Για να μπορέσει η εργατική τάξη να εκπληρώσει την αποστολή της, πρέπει να αναδείξει τους πρωτοπόρους εκπροσώπους της, που να είναι ικανοί να οργανώσουν τον αγώνα της τάξης τους και να τον καθοδηγήσουν. Το μαρξιστικό κόμμα, όντας το σημείο συγκέντρωσης των καλύτερων, πρωτοπόρων ανθρώπων της εργατικής τάξιςη, είναι το καλύτερο σχολειό για την κατάρτιση ηγετών της εργατικής τάξης. Και προϋπόθεση για να δρα με επιτυχία το μαρξιστικό κόμμα, είναι να έχει έμπειρους, διορατικούς, ικανούς και συνετούς ηγέτες, με άλλα λόγια να διαθέτει ένα σταθερό επαναστατικό καθοδηγητικό πυρήνα.

Η μεγαλύτερη αδυναμία του δικού μας, μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος, που εμφανίστηε από το 1964 και ύστερα, ήταν ότι δεν μπόρεσε να διαμορφώσει και να αναδείξει έναν τέτοιο καθοδηγητικό πυρήνα. Μέσα στην πορεία της πάλης, το μαρξιστικό-λενινιστικό μας κίνημα ανάδειξε αρκετά στελέχη, που σε διάφορες αποφασιστικές περίοδες, πρόσφεραν σημαντικές υπηρεσίες για την ανάπτυξη και την πρόοδο όλης της δουλειάς μας. Αλλά, συνολικά παρμένο, το στελεχικό αππαράτ του κινήματος μας δεν μπόρεσε να αποχτήσει το μαρξιστικό-λενινιστικό εκείνο ατσάλωμα, που θα το έκανε ικανό να τα βγάζει πέρα με όλες τις δυσκολίες και με όλες τις διακυμάνσεις της πάλης, χωρίς σοβαρούς τρανταγμούς.

Στις κυριώτερες και πιο κρίσιμες φάσεις διαμόρφωσης του μαρξιστικού-λενινιστικού μας κινήματος, στο καθοδηγητικό αππαράτ της οργάνωσης δεν έγινε δυνατό να εξασφαλιστεί η απαραίτητη σύμπνοια και ομογνωμία. Ανάμεσα στα βασικά στελέχη εμφανίστηκαν βαθμιαία διαφωνίες πάνω σε σοβαρά ζητήματα του κινήματος μας, αλλά αυτές οι διαφωνίες δεν λύθηκαν με το σωστό κομματικό τρόπο.

Ως προς το χαραχτήρα τους, οι διαφωνίες που προέκυψαν αντιπροσώπευαν μια πάλη ανάμεσα στο σωστό και στο λαθεμένο. Στην πραγματικότητα, όμως, η εσωκομματική πάλη που αναπτύχθηκε λειτούργησε σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, σα μια σύγκρουση εχθρικών δυνάμεων, προκαλώντας απανωτές αρνητικές συνέπειες. Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως εμφανίστηκαν και απόψεις καθαρά οππορτουνιστικές, εχθρικές προς το μαρξισμό-λενινισμό και για την καταπολέμηση αυτών των απόψεων έπρεπε να διεξαχθεί η αναγκαία και αποφασιστική πάλη γραμμών. Αλλά, στην πράξη, η πάλη γραμμών γενικεύτηκε και συμπεριέλαβε όλες τις διαφωνίες, κλείνοντας έτσι το δρόμο για μια κομματική λύση στα προβλήματα που είχαν ανακύψει. Αντί για τη συντροφική και υπομονητική συζήτηση των διαφορών, ακολουθήθηκε ο δρόμος της αντιπαράθεσης, διαμορφώθηκαν αυτές και οι άλλες φραξιονι-στικές συσπειρώσεις, άρχισε ένας διπλός αγώνας για την «κατάχτηση της βάσης» και τα πράγματα οδηγήθηκαν στη διάσπαση της ΟΜΛΕ το 1976. Ακριβώς η όχι σωστή αντιμετώπιση του ζητήματος των στελεχών στάθηκε μια από τις κυριώτερες αιτίες αυτής της κατάληξης. Οι επόμενες διασπάσεις, παρά τις ορισμένες ιδιομορφίες που είχαν, σε γενικές γραμμές δεν ήταν παρά η συνέχιση της ίδιας μεθοδολογίας και πραχτικής.

75. Τώρα, με το φως της πικρής πείρας που αποχτήθηκε, πρέπει να επανεξετάσουμε όλο το πρόβλημα των στελεχών του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος και να το αντιμετωπίσουμε με τον αναγκαίο κομματικό τρόπο. Πρέπει να ξεκινήσουμε από το συμπέρασμα, πως κανένα από τα βασικά στελέχη του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος δεν είναι απαλλαγμένο από ευθύνες, για λάθη, αυτού ή του άλλου χαρακτήρα, αυτού ή του άλλου βαθμού, που διέπραξε στην πορεία της δράσης του. Κι όταν έρθει η στιγμή της υπεύθυνης κρίσης όλων μας, το κόμμα με αντικειμενικότητα, αλλά και με αυστηρότητα, θα κατανείμει τις ευθύνες εκεί που πρέπει και όπως πρέπει κι ο καθένας θα κριθεί κατά τα έργα του. Τώρα, όμως, πρέπει να ξεκινήσουμε μια προσπάθεια κι έναν αγώνα για την επανασυσπείρωση των βασικών στελεχών που αναδείχτηκαν μέσα στα είκοσι χρόνια της ύπαρξης του οργανωμένου μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος. Τα λάθη του παρελθόντος και διάφορα προσωπικά συναισθήματα δεν πρέπει να σταθούν εμπόδιο για την επίτευξη αυτού του σπουδαίου στόχου. Η πείρα του κινήματος μας έδειξε πως η διάσπαση του καθοδηγητικού ακτίφ οδηγεί αναπόφευχτα σε διάσπαση της οργάνοοσης και πως, αντίθετα, όταν το καθοδηγητικό ακτίφ δουλεύει με σύμπνοια και με πνεύμα ενότητας, τότε και η οργάνωση δυναμώνει και ενισχύει τη συσπείρωση των γραμμών της και ο αγώνας μας σημειώνει επιτυχίες. Εχει, λοιπόν, μεγάλη σημασία, σήμερα, όταν ξεκινάει μια σοβαρή και ουσιαστική προσπάθεια για την αποκατάσταση της ενότητας όλων των μαρξιστών-λενινιστών στα πλαίσια ενός ενιαίου κόμματος, να προωθηθεί αποφασιστικά η ενότητα των στελεχών που ανάδειξε το μαρξιστικό-λενινιστικό μας κίνημα σ’ όλη τη διάρκεια της ύπαρξης του και που σήμερα, είτε βρίσκονται σε διάφορες οργανώσεις είτε και στέκουν, προσωρινά, έξω απ’ αυτές. Σήμερα, η λυδία λίθος για κάθε στέλεχος του κινήματος μας, είναι η στάση του απέναντι στο πρόβλημα της ενότητας των μαρξιστών – λενινιστών. Παραμερίζοντας εγωισμούς, πικρίες, αμοιβαίες δυσπιστίες και προκαταλήψεις, που συσσώρευσε η προηγούμενη  περίοδος, τα στελέχη  του  κινήματος  μας  οφείλουν να επανασυσπειρωθούν, βοηθώντας έτσι ουσιαστικά το μεγάλο έργο της οικοδόμησης του ενιαίου κόμματος των μαρξιστών-λενινιστών.

Το κόμμα πρέπει να δόσει, στα στελέχη που διέπραξαν λάθη, τη δυνατότητα να τα διορθώσουν στην πράξη. Και πρέπει να δείξει ένα πλατύ, αληθινά κομμουνιστικό πνεύμα, απέναντι στους συντρόφους που στο παρελθόν επηρρεάστηκαν από λαθεμένες αντιλήψεις στη σφαίρα της ιδεολογίας και της πολιτικής αλλά που σήμερα είναι πρόθυμοι να αναθεωρήσουν αυτές τις αντιλήψεις σύμφωνα με τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού και τη γενική γραμμή του κόμματος.

Τα στελέχη δε γεννιούνται σε θερμοκήπια, αλλά μέσα στην καθημερινή πράξη του κινήματος. Εκεί, σ’ αυτή την πράξη, κάνουν και λάθη αλλά αν τα διορθώσουν προχωρούν προς τα εμπρός, αλλοιώς μένουν πίσω ή και χάνονται. Δεν πρέπει να αφήσουμε να χαθεί αυτό το στελεχικό δυναμικό, που ανάδειξε μέσα από τους κόλπους του το μαρξιστικό-λενινιστικό μας κίνημα, γιατί, μ’ όλες τις αδυναμίες και τα ελαττώματα του σήμερα, είναι ένα «πολύτιμο κεφάλαιο». Δεν δημιουργούνται εύκολα στελέχη. Σε «ομαλές», λίγο-πολύ, συνθήκες νόμιμης ύπαρξης του κόμματος, σαν τις σημερινές, χρειάζονται πολλά χρόνια, για να διαμορφωθεί ολοκληρωτικά, να ατσαλωθεί και να δοκιμαστεί στην πράξη ένα καθοδηγητικό στέλεχος. Θα ήταν, επομένως, βαρύ λάθος αν απορρίπταμε τα στελέχη εκείνα του κινήματος μας που διέπραξαν λάθη. Η εσωκομματική πάλη έφθειρε, πρώτα-πρώτα, τα στελέχη. Κι αυτή τη φθορά την εκμεταλλεύτηκαν όχι λίγο, εκείνοι ακριβώς, που πάντα και με όλα τα μέσα επιδίωξαν τη διάλυση του κινήματος μας, δηλαδή ο ταξικός εχθρός και ο ρεβιζιονισμός. Είναι καιρός να τους χαλάσουμε τα σχέδια και να ξαναφέρουμε τα στελέχη μας στις πρώτες γραμμές της μάχης.

γ’ Οι αντιθέσεις στους κόλπους του κόμματος και οι μέθοδες για την επίλυση τους

 

76. Το κομμουνιστικό κόμμα, που δρα στις συνθήκες της ταξικής καπιταλιστικής κοινωνίας, είναι εκτεθειμένο διαρκώς στον κίνδυνο διείσδυσης της αστικής ιδεολογίας στις γραμμές του. Η κυριώτερη μορφή, με την οποία εκδηλώνεται η επίδραση της αστικής ιδεολογίας στους κόλπους του κόμματος, είναι ο ρεβιζιονισμός – οππορτουνισμός, που προσπαθεί να διαστρεβλώσει την ιδεολογία και την πολιτική του κόμματος και να παραλύσει την επαναστατική του δράση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, γεννιέται το καθήκον μιας αδιάκοπης πάλης του κόμματος για την διαφύλαξη της καθαρότητας του μαρξισμού-λενινισμού, για την περιφρούρηση της σωστής προλεταριακής γραμμής και για την απόκρουση των διαλυτικών ρεβιζιονιστικών και οππορτουνιστικών απόψεων. Αυτό ακριβώς αντιπροσωπεύει την πάλη γραμμών, την πάλη ανάμεσα στην προλεταριακή γραμμή και στην αστική γραμμή, που αποτελεί το νόμο ανάπτυξης κάθε πραγματικά επαναστατικού προλεταριακού κόμματος.

Αλλά, στο κόμμα που είναι ένας ζωντανός οργανισμός, μπορούν να εκδηλωθούν και κατά κανόνα εκδηλώνονται και διάφορες άλλες λαθεμένες απόψεις, που δε θα έπρεπε, αβασάνιστα, να αναχθούν σε ρεβιζιονισμό ή οππορτουνισμό.

Οι λύσεις που δίνει το κόμμα στα διάφορα προβλήματα που αντιμετωπίζει, δε μπορεί να είναι τελειωτικές και αμετάκλητες, αφού η ζωή μπορεί να προσκομίσει νέα στοιχεία και να απαιτήσει νέες αντιμετωπίσεις των προβλημάτων αυτών. Και εξάλλου, προκύπτουν και θα προκύπτουν συνεχώς, όλο και νέα προβλήματα, που απαιτούν κι αυτά την αντιμετώπιση τους. Επομένως, σ’ όλη αυτή τη διαδικασία μπορούν να διατυπώνονται και αναπόφευκτα διατυπώνονται, απ’ αυτά ή από τα άλλα μέλη του κόμματος, νέες και ίσως και αντιτιθέμενες μεταξύ τους, απόψεις και αυτές δεν είναι υποχρεωτικά όλες λαθεμένες. Θα υπάρξει, έτσι, μια αναπόφευκτη και αναγκαία πάλη απόψεων κι αυτή θα είναι μια πάλη ανάμεσα στο σωστό και στο λαθεμένο, μια πάλη που εφόσον διεξαχθεί με το σωστό κομματικό τρόπο, θα βοηθήσει αναμφίβολα τη δουλειά του κόμματος, θα δώσει πιο σωστές απαντήσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζει το κόμμα και έτσι ακριβώς θα ενισχύσει τη γενική πάλη του.

Αν, όμως, δε γίνει μια σαφής διάκριση ανάμεσα στις ρεβιζιονι-στικές και οππορτουνιστικές απόψεις, από τη μια πλευρά και στις άλλες λεθεμένες απόψεις, από την άλλη πλευρά κι αν, ακόμα χειρότερα, κάθε άποψη που κρίνεται σα λαθεμένη χαραχτηρίζεται σαν οππορτουνιστική και εντάσσεται, υποχρεωτικά, σε κάποια ιδεολογική παρέκκλιση της δεξιάς είτε της «αριστεράς»», τότε νοθεύεται η εσωκομματική ιδεολογική πάλη, σπέρνεται σύγχυση γύρω από το ποιος είναι σύντροφος και ποιος εχθ’ρός και προκαλείται Μεγάλη ζημιά στην υπόθεση του κόμματος.

77. Στο παρελθόν, το μαρξιστικό-λενινιστικό μας κίνημα έπεσε σ’ αυτό ακριβώς το σοβαρό λάθος. Από κάποιο σημείο και πέρα, μπερδεύτηκε ο πραγματικός χαραχτήρας των διαφορών που υπήρχαν στην οργάνωση, οι διαφωνίες που είχαν εκδηλωθεί ανα-χθήκαν, βαθμιαία, σε διάφορες ιδεολογικές οππορτουνιστικές παρεκκλίσεις, η πάλη απόψεων στους κόλπους της οργάνωσης πήρε το χαραχτήρα γενικευμένης σύγκρουσης ανάμεσα σε δυο γραμμές, έστησε, τεχνητά, δυο χαρακώματα και χώρισε τα στελέχη και τα μέλη της οργάνωσης από δω και απο κει, σε δυο αντιμαχόμενα, εχθρικά μεταξύ τους, στρατόπεδα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, από τη μια πλευρά, να μην επιτραπεί ώστε να εντοπιστούν και να απομονωθούν οι πραγματικά οππορτουνιστικές απόψεις, που υπήρχαν και, από την άλλη πλευρά, να μη γίνει δυνατό ώστε να διεξαχθεί μια ουσιαστική συζήτηση και έρευνα πάνω στα πραγματικά προβλήματα, που είχαν εμφανιστεί. Και, φυσικά, οδήγησε σε καταστροφικές συνέπειες στην υπόθεση της ενότητας της οργάνωσης.

Προκύπτει, από δω, ένα διπλό δίδαγμα, που το κόμμα οφείλει, με πολλή υπευθυνότητα, να αξιοποιήσει στο μέλλον. Πρώτο, πρέπει να γίνεται σωστή ανάλυση του χαραχτήρα των αντιθέσεων που προκύπτουν κάθε φορά στο κόμμα και να χαράσσεται μια σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις οππορτουνιστικές απόψεις και στις άλλες απόψεις ή διαφωνίες, που μπορούν να διατυπώνονται από μέλη του κόμματος. Δεύτερο, ανάλογα με τον πραγματικό χαρακτήρα των αντιθέσεων και διαφορών που προκύπτουν, πρέπει να χρησιμοποιούνται και διαφορετικές μέθοδες για την επίλυση τους.

Η αντίθεση ανάμεσα στο μαρξισμό-λενινισμό και στο ρεβιζιονισμό-οππορτουνισμό, είναι μια αντίθεση ανάμεσα σε μας και στον εχθρό, αφού ο ρεβιζιονισμός-οππορτουνισμός δεν είναι παρά η αντανάκλαση της αστικής ιδεολογίας στις γραμμές μας. Επομένως, το κόμμα δε μπορεί να ανέχεται τις ρεβιζιονιστικές και οππορτουνιστικές απόψεις στις γραμμές του. Δε μπορεί να ανέχεται απόψεις που αρνούνται τους επαναστατικούς σκοπούς του κόμματος, που αρνούνται τις οργανωτικές αρχές του, που αρνούνται την ίδια την αναγκαιότητα της ύπαρξης του. Δε μπορεί να ανέχεται απόψεις που σπέρνουν την ηττοπάθεια και καλλιεργούν το πνεύμα της συνθηκολόγησης μπροστά στον ταξικό εχθρό.

Όσον αφορά τους ανθρώπους, που είναι φορείς των οππορτου-νιστικών απόψεων ή επηρρεάζονται από τις απόψεις αυτές, πρέπει να τους αντιμετωπίζουμε ανάλογα με τη συγκεκριμένη κατηγορία που αντιπροσωπεύουν. Υπάρχουν, πρώτα, τα εντελώς εκφυλισμένα και αδιόρθωτα οππορτουνιστικά στοιχεία, που αποτελούν πάντα έναν εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό. Η αντίθεση που χωρίζει το κόμμα και τα στοιχεία αυτά, είναι αντίθεση ανάμεσα σε μας και στον εχθρό. Επομένως, τα στοιχεία αυτά δεν έχουν θέση μέσα στο κόμμα. Το κόμμα ξεκαθαρίζει τις γραμμές του από τους οππορτου-νιστές και δυναμώνει έτσι τη συνοχή του.

Δεν ανήκουν, όμως, όλοι οι άνθρωποι που επηρρεάζονται από τον οππορτουνισμό, στην κατηγορία αυτή των αδιόρθωτων στοιχείων. Κατά κανόνα, οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι καλοί σύντροφοι, που έπεσαν προσωρινά κάτω από την επιρροή του οππορ-τουνισμού και που μπορούν να διορθωθούν. Η αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στο κόμμα και στους συντρόφους αυτούς είναι αντίθεση ανάμεσα σε μας. Επομένως, το κόμμα οφείλει να χρησιμοποιήσει διαφορετική μέθοδο για την επίλυση της αντίθεσης αυτής. Αυτή η μέθοδος, όπως την καθόρισε ο Μάο Τσετούνγκ, συνίσταται στο εξής: Ξεκινώντας από την επιθυμιία της ενότητας, να καθορίζουμε τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο, με την κριτική και την αντίκρουση και με τον τρόπο αυτό να πετυχαίνουμε μια καινούργια ενότητα σε καινούργια βάση.

Με την ίδια αυτή μέθοδο, που συνοψίζεται στο σύνθημα, «ενότητα- κριτική-ενότητα», οφείλουμε να επιλύουμε όλες τις αντιθέσεις που εμφανίζονται στους κόλπους του κόμματος και που από την άποψη του χαρακτήρα τους αναφέρονται στις αντιθέσεις ανάμεσα σε μας. Τέτοιες είναι κατά κανόνα οι αντιθέσεις που εκφράζονται με την πάλη απόψεων, με την πάλη ανάμεσα στο σωστό και στο λαθεμένο κι όταν ακόμα η πάλη αυτή παίρνει έντονες μορφές.

78. Κατά την αντιμετώπιση των ιδεολογικών ζητημάτων δεν έχουν θέση οι διοικητικές μέθοδες και οι μέθοδες των «σκληρών και ανελέητων χτυπημάτων». Χρειάζονται μέθοδες δημοκρατικές, χρειάζονται οι μέθοδες της πειθούς και της διαπαιδαγώγησης. Αυτό σημαίνει, πως στο κόμμα πρέπει να υπάρχουν οι απαραίτητες συνθήκες, ώστε να αναπτύσσεται ανεμπόδιστα η εποικοδομητική κριτική και η υγιής πάλη των διαφορετικών απόψεων.

Κάθε διαφορετική ή καινούργια άποψη, που διατυπώνεται πάνω σε μια κομματική θέση ή απόφαση, δεν είναι υποχρεωτικά λαθεμένη. Το πού βρίσκεται το σωστό και πού το λάθος, θα αποδειχτεί, κατ’ αρχήν, ύστερα από μια σοβαρή και ολόπλευρη έρευνα και μελέτη και κύρια από τη ζωή, από την πράξη. Γι’ αυτό, όταν προκύπτουν διαφορές απόψεων γύρω από σοβαρά ζητήματα, πρέπει να έχουμε μεγάλη υπομονή και αυτοσυγκράτηση και να μη εξωθούμε βιαστικά τα πράγματα σε σύγκρουση και σε αναμέτρηση. Να προτιμούμε τους ήρεμους και σοβαρούς αγώνες και να μη σπεύδουμε να κολλάμε την ετικέττα του «οππορτουνιστή » ή του «σεχταριστή» σ’ όποιον έχει μια διαφορετική άποψη από τη δική μας. Στην περίπτωση αυτή, μεγάλη σημασία έχει η σύνεση και το πνεύμα υπευθυνότητας των στελεχών.

Αφού μελετήσουμε αρκετά τα προβλήματα κι αφού δόσουμε τη δυνατότητα σ’ όλες τις απόψεις να εκτεθούν και αντιπαραβληθούν αμοιβαία, θα πρέπει να καταλήξουμε σε ορισμένα συμπεράσματα και να πάρουμε τις ανάλογες αποφάσεις, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός. Αν μερικοί δεν συμφωνούν και τότε, πρέπει να τους αφήσουμε το δικαίωμα να διατηρήσουν τις απόψεις τους και να μη σπεύσουμε να τους χαρακτηρίσουμε σα «διαφωνούντες» και να τους κατατάξουμε σε μια «ειδική κατηγορία». Ύστερα από ένα εύλογο διάστημα κι αφού η πράξη προσφέρει αρκετές εμπειρίες, μπορούμε να επανέλθουμε στις έρευνες μας.

Αν αξιοποιήσουμε τις εμπειρίες, που συνοψίζονται εδώ, τότε θα μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε ώστε η ιδεολογική ζωή του κόμματος να υπηρετεί και να ενισχύει την ενότητα των γραμμών του και να συμβάλλει στην αδιάκοπη βελτίωση όλης της δουλειάς του.

δ’ Η σημασία της οργάνωσης

79. Όλη η ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος επιβεβαιώνει την πρωταρχική σημασία της οργάνωσης. Χωρίς την οργάνωση, χωρίς το κόμμα, καμιά από τις μεγάλες καταχτήσεις και νίκες του λαϊκού μας κινήματος δε θα είχε επιτευχθεί.

Στην περίοδο ως τη ρεβιζιονιστική ανατροπή του 1956 το ΚΚΕ παρά τις αδυναμίες και ανεπάρκειες που παρουσίαζε στη ζωή του, μπόρεσε, ωστόσο, να διαμορφώσει βαθμιαία έναν τέτοιο τρόπο λειτουργίας, που του επέτρεπε να τα βγάζει πέρα ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες. Στους κομμουνιστές είχε διαμορφωθεί μια βαθειά πίστη στην οργάνωση, στο κόμμα. Αυτό, χωρίς να οδηγεί σε μια τυφλή υποταγή, αποτελούσε έναν ισχυρότατο συνεκτικό κρίκο, που έδενε όλα τα μέλη του κόμματος σε ένα οργανωμένο σύνολο με μεγάλη αποτελεσματικότητα στην πραχτική δράση. Το αίσθημα της πειθαρχίας και της αυτοθυσίας ήταν πολύ ανεβασμένο και κάθε κομμουνιστής στεκόταν με πολλή υπευθυνότητα μπροστά στα καθήκοντα που αναλάβαινε. Πρώτα απ’ όλα ήταν το κόμμα, τα γενικά συμφέροντα του κινήματος και μέσα σ’ αυτά συγχωνεύονταν και τα προσωπικά συμφέροντα του λαϊκού αγωνιστή. Ο καθένας ένοιωθε πως έπρεπε να προσφέρει όλο και πιο πολλά για το Κόμμα και να απαιτεί όλο και πιο λίγα για τον εαυτό του.

Η ρεβιζιονιστική επιδρομή έσπασε, πριν απ’ όλα, αυτή την πολύτιμη σύνδεση του κομμουνιστή με την οργάνωση, με το κόμμα και θέλησε να την εμφανίσει σαν υποδούλωση της προσωπικότητας σε μια γραφειοκρατική μηχανή. Οι ρεβιζιονιστές χτύπησαν το πνεύμα της κομμουνιστικής κομματικότητας και στο όνομα της «απελευθέρωσης του ατόμου» από την «κομματική καταπίεση» καλλιέργησαν τις προσωπικές αδυναμίες των ανθρώπων και ιδιαίτερα άφησαν το έδαφος ελεύθερο στην ανθρώπινη ροπή προς την αποφυγή των δυσκολιών. ‘ Ετσι ακριβώς έσπασαν την αγωνιστικότητα πολλών μελών του κόμματος και έκαναν ώστε το κόμμα να χάσει τη μαχητική του ικανότητα, ώσπου το οδήγησαν στον ολοκληρωτικό οππορτουνιστικό εκφυλισμό.        .

80. Η πάλη των μαρξιστών-λενινιστών της Ελλάδας, που πήρε δημόσιο χαραχτήρα από το 1964 και μετά, ήταν, στην ουσία της, πάλη για την αναστήλωση ακριβώς της οργάνωσης που είχαν διαλύσει οι ρεβιζιονιστές, πάλη για την αποκατάσταση εκείνης της στερεής και βαθειάς συνείδησης για τη σημασία και το περιεχόμενο της επαναστατικής οργάνωσης, που μας είχε κληροδοτήσει το παλιό σωστό ΚΚΕ.

Στο θεωρητικό επίπεδο, οι μαρξιστές-λενινιστές ξεσκέπασαν όλες τις ρεβιζιονιστικές θεωρίες που διαστρέβλωναν ή και αρνούνταν τη λενινιστική διδασκαλία για το νέου τύπου πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης και καταπολέμησαν όλη τη λιγκβινταριστική πραχτική των ρεβιζιονιστών. Στην πράξη, ωστόσο, το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα σημείωσε μεγάλες καθυστερήσεις και αδυναμίες στο να αναστηλώσει πραγματικά αυτή την έννοια, αυτό το περιεχόμενο επαναστατικής λειτουργίας, που είχε καταχτήσει το ΚΚΕ ως το 1956 εμπλουτίζοντας το, φυσικά, με όσα νέα στοιχεία απαιτούσε, η πείρα που είχε στο μεταξύ συσσωρευτεί.

Στην ουσία, στο μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα ποτέ δε μπόρεσε να λειτουργήσει σωστά η οργάνωση. Το ζήτημα δεν είναι αν είχαμε στις γραμμές μας λίγη ή πολλή δημοκρατία, λίγο ή πολύ συγκεντρωτισμό. Το ζήτημα είναι ότι ποτέ, ούτε στην αρχική περίοδο, όταν υπήρχε μια οργάνωση, ούτε στις επόμενες περίοδες των πολλών και διαφόρων οργανώσεων, στο κίνημα μας δεν έγινε δυνατό να λειτουργήσει η οργάνωση με ένα σωστό και αρμονικό συνδυασμό της δημοκρατίας και του συγκεντρωτισμού, με άλλα λόγια δεν έγινε δυνατό να τεθεί σε κανονική εφαρμογή ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός. Κι αν ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός δεν είναι κάποιο καλούπι, αλλά ένα συγκεκριμένο πνεύμα επαναστατικής λειτουργίας, τότε πρέπει να πούμε, πως αυτό το πνεύμα ποτέ δεν καταχτήθηκε και στη λειτουργία των οργανώσεων μας ήταν ανάμικτα τα στοιχεία του σεχταρισμού και του φιλελευθερισμού. Όσο είναι σωστό ότι δε μάθαμε να ανεχόμαστε και να συζητούμε συντροφικά τις διαφορετικές απόψεις, άλλο τόσο είναι σωστό ότι ξεμάθαμε την πειθαρχία, ξεχάσαμε εκείνη την υπεύθυνη και σοβαρή στάση που τηρούσαν άλλοτε οι κομμουνιστές απέναντι στις αποφάσεις των κομματικών οργάνων. Διαδόθηκε πλατειά ένα πνεύμα υποκειμενισμού στην αντιμετώπιση των κομματικών αποφάσεων κι αυτό προκάλεσε φαινόμενα πλαδαρότητας, εξασθένησε την οργάνωση, χαλάρωσε τη συνοχή της και μείωσε σε επικίνδυνο βαθμό την ενεργητικότητα και την αποτελεσματικότητα της.

81. Τώρα, όταν συνοψίζουμε τις εμπειρίες του παρελθόντος και διαπιστώνουμε την ανάγκη να εξασφαλιστούν στο κόμμα οι προϋποθέσεις μιας ομαλής και γόνιμης ιδεολογικής ζωής με την ανεμπόδιστη ανάπτυξη της κριτικής και της πάλης των διαφορετικών απόψεων, οφείλουμε, ταυτόχρονα, να προφυλαχτούμε από τον κίνδυνο της ομαδοποίησης, και του φραξιονισμού. Η πείρα του παρελθόντος δείχνει, πως ακριβώς η υποχώρηση του κομματικού πνεύματος, η χαλάρωση των συνεκτικών κρίκων της οργάνωσης, επέτρεψε ώστε η πάλη απόψεων να οδηγήσει στην ομαδοποίηση και στο φραξιονισμό. Αυτό σημαίνει, ότι σήμερα, όταν ξεκινούμε μια σοβαρή προσπάθεια αποκατάστασης της δημοκρατικής λειτουργίας στο κόμμα, οφείλουμε να αποδόσουμε μιαν εξίσου σοβαρή σημασία στην αποκατάσταση της κομματικής πειθαρχίας και να καταπολεμήσουμε ιδιαίτερα τον κίνδυνο του φραξιονισμού, που θα παραμένει πάντα σοβαρός, όσο δε θα έχει αναστηλωθεί πραγματικά η έννοια της επαναστατικής λειτουργίας στην οργάνωση μας.

Ο φραξιονισμός είναι ένα σάπιο προϊόν του οππορτουνισμού στα οργανωτικά ζητήματα και είναι ριζικά αντίθετος με τις λενινιστικές αρχές οικοδόμησης του κόμματος. Ο φραξιονισμός σημαίνει τη δημιουργία κλειστών ομάδων, με δική τους ξεχωριστή πειθαρχία, ομάδων που υπονομεύουν το ενιαίο καθοδηγητικό κέντρο του κόμματος και διασπούν την ενότητα θέλησης του κόμματος. Ο φραξιονισμός οδηγεί στον κατακερματισμό των κομματικών δυνάμεων και σε μια ανυπολόγιστη φθορά των κομματικών θεσμών και των μελών του κόμματος. Ο φραξιονισμός, από την ίδια την συνωμοτική μεθοδολογία του, ευνοεί, υποθάλπει ή και χρησιμοποιεί απαράδεκτους τρόπους για την επιβολή του. Ιδιαίτερα φθοροποιός είναι ο φραξιονιστικός ψίθυρος, η διάδοση ανεύθυνων φημών και πληροφοριών έξω από τα οργανωτικά πλαίσια, που αφήνει ανυπεράσπιστα τα μέλη και τα στελέχη του κόμματος μπροστά σε κάθε αυθαίρετη επινόηση και συκοφαντία.

Για να ξεριζώσουμε το φραξιονιστικό πνεύμα, οφείλουμε να ενισχύσουμε τη λειτουργία της ενιαίας οργάνωσης του κόμματος, να περιφρουρήσουμε το κύρος των καθοδηγητικών οργάνων του κόμματος και να θέσουμε αποφασιστικά τέρμα στις ανεύθυνες συζητήσεις και στην κριτική έξω από τα οργανωτικά κομματικά πλαίσια. Υπάρχει μόνο ένας κομματικός δρόμος, ο δρόμος των υπεύθυνων και σοβαρών συζητήσεων, για την αναζήτηση της αλήΓ θειας, μέσα στα αρμόδια κομματικά όργανα και σώματα. Η ενιαία θέληση του κόμματος διαμορφώνεται με τις πλατειές δημοκρατικές συζητήσεις μέσα στα οργανωτικά κομματικά πλαίσια και σε καμιά περίπτωση με ανεύθυνες συζητήσεις έξω από τα πλαίσια αυτά. Αυτή είναι μια θεμελιακή αρχή, που από την αυστηρή εφαρμογή της εξαρτάται αν το κόμμα μας θα οικοδομηθεί σα μια επαναστατική μαρξιστική-λενινιστική οργάνωση ή θα εκφυλιστεί σε μια φιλελεύθερη λέσχη συζητήσεων. Μόνο αν εφαρμόσουμε απαρέγκλιτα αυτή την αρχή, μόνο αν συνδυάσουμε την ανάπτυξη της δημοκρατίας με την ενίσχυση του συγκεντρωτισμού και της πειθαρχίας, θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε μια στέρεη, αληθινά μπολσεβίκικη οργάνωση του κόμματος, ικανή να ανταποκριθεί στη δύσκολη αποστολή της.

ε’ Η κοινωνική σύνθεση του κόμματος

 

82. Σπουδαιότατο ζήτημα της κομματικής οικοδόμησης, είναι η κοινωνική σύνθεση του κόμματος, η ταξική προέλευση τών μελών του. Για το κόμμα, που προορίζεται να παίζει το ρόλο του καθοδηγητή της εργατικής τάξης, έχει εξαιρετική σημασία η στρατολόγηση εργατών, έτσι ώστε να ενισχύεται η προλεταριακή κοινωνική του σύνθεση. Είναι ευκολονόητο, πως το κόμμα της εργατικής τάξης πρέπει να αποτελείται πριν απ’ όλα και κύρια από εργάτες. Αλλά, το κόμμα, αγωνίζεται όχι μόνο για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης, μα και για την απελευθέρωση όλων των εργαζομένων. Οφείλει, επομένως, να αντλεί τα μέλη του όχι μόνο από το εργατικό περιβάλλον, αλλά και από τα άλλα στρώματα του λαού. Αυτό γίνεται ακόμα περισσότερο αναγκαίο σήμερα, όταν μπροστά στο κόμμα στέκουν μεγάλα καθήκοντα πανδημοκρατικού και πανεθνικού χαραχτήρα, που απαιτούν την κινητοποίηση των πιο διαφορετικών και ποικίλων κοινωνικών δυνάμεων.

Ωστόσο, το ζήτημα δε βρίσκεται μόνο στη σωστή στρατολόγηση των μελών του κόμματος, αλλά, κύρια, στη σωστή διαπαιδαγώγηση τους. Το πιο σημαντικό καθήκον του κόμματος είναι να διαπαιδαγωγήσει έτσι τα μέλη του, — πριν απ’ όλα τα μέλη του που προέρχονται από τα μη προλεταριακά στρώματα —, ώστε να αποχτήσουν μια αληθινά προλεταριακή κοσμοαντίληψη, να αφομοιώσουν σε βάθος τις μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές και να γίνουν σωστοί κομμουνιστές-προλεταριακοί μαχητές. Κι αυτό το καθήκον μπορεί να εκπληρωθεί μόνο σε αδιάσπαστη σύνδεση με την καθημερινή πραχτική του επαναστατικού αγώνα. Τελικά, από την εφαρμογή μιας σωστής πολιτικής στη στρατολογία των νέων μελών και από την άσκηση της αναγκαίας γι’ αυτά αναδιαπαιδα-γωγικής δουλειάς, εξαρτάται, σε σημαντικό βαθμό, η σταθερότητα και η συνοχή των γραμμών του κόμματος και η ικανότητα του να εφαρμόζει μια συνεπή προλεταριακή πολιτική.

83. Στο μαρξιστικό – λενινιστικό κίνημα της Ελλάδας, εξαιτίας των ιδιόμορφων συνθηκών που μέσα σ’ αυτές δημιουργήθηκε το κίνημα αυτό και ιδιαίτερα εξαιτίας ενός ορισμένου προσανατολισμού που διαμορφώθηκε στην πράξη, το διπλό αυτό καθήκον δεν έγινε δυνατό να εκπληρωθεί. Και βέβαια, υπήρξαν αντικειμενικές δυσκολίες και το νεογέννητο κίνημα μας, στα πρώτα του βήματα δεν είχε τη δυνατότητα για πολλές επιλογές, όντας υποχρεωμένο συχνά να δέχεται στις γραμμές του νέους ανθρώπους, με βασικά κριτήρια την αποδοχή της πολιτικής του και την όρεξη για δουλειά. Όμως, στην πορεία διαμορφώθηκε ένας μονόπλευρος προσανατολισμός προς τη νεολαία και μάλιστα τη φοιτητική νεολαία, από όπου και τελικά άντλησε το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων του το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα.

Ο προσανατολισμός για την ανάπτυξη πολιτικής δουλειάς ανάμεσα στη φοιτητική νεολαία και για το τράβηγμα στις γραμμές μυζ των πιο πρωτοπόρων στοιχείων τη:, ήταν περί γιο πέρα σωστό… αλλά, καθώς η δουλειά αυτή προχωρούσε πιο εύκολα, εξαιτίας και της τάσης της φοιτητικής νεολαίας για ιδεολογικό προβληματισμό. του ενθουσιασμού και της ορμητικότητας της, παραμελήθηκε η πιό δύσκολη αλλά και πιο σοβαρή δουλειά, η δουλειά για το τράβηγμα στις γραμμές μας στοιχείων από τα στρώματα των εργαζομένων και κύρια από την εργατική τάξη. Έτσι, το μαρξιστικό-λενινιστικό μας κίνημα στην Ελλάδα αποτελέσθηκε βασικά από στοιχεία μικροαστικής προέλευσης, ενώ εκείνοι που προέρχονταν από την εργατική τάξη αντιπροσώπευαν ένα πολύ μικρό ποσοστό. Και το χειρότερο, δεν έγινε δυνατό να αναπτυχθεί μια ουσιαστική προσπάθεια αφομοίωσης των νέων ανθρώπων από το κίνημα μας. ‘ Οχι μόνο γιατί έλλειψε ένας οποιοσδήποτε συστηματικός προσανατολισμός σε μια τέτοια κατεύθυνση, αλλά και εξαιτίας της πολύ άσχημης κατάστασης που δημιουργήθηκε στο κίνημα μας και στις οργανώσεις του με την εσωκομματική πάλη, τις διασπάσεις και την πολεμική ανάμεσα στις διάφορες οργανώσεις.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές, ήταν εντελώς αναπόφευκτρ, ώστε, το νέο οππορτουνιστικό ρεύμα, που εκδηλώθηκε στις γραμμές του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος στα τελευταία χρόνια, να προξενήσει μεγάλες ρωγμές σε διάφορες οργανώσεις που αναφέρονται στο μαρξισμό-λενινισμό και να προκαλέσει διαδοχικά κύματα διαρροών πολλών μελών από τις τάξεις τους. Ο οππορτου-νισμός έχει κοινωνιολογικές και γνωσεολογικές αιτίες. Γεννιέται από συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες της καπιταλιστικής κοινωνίας και βρίσκει έδαφος στην ιδεολογική ανεπάρκεια, στο χαμηλό επίπεδο θεωρητικής κατάρτισης και αγωνιστικού ατσα-λώματος των ανθρώπων. Στις δικές μας συνθήκες, διευκολύνθηκε και από τη μικροαστική, κατά βάση, κοινωνική σύνθεση του κινήματος μας. Αντί, το κίνημα, να αναδιαπαιδαγωγήσει και αφομοιώσει τα μικροαστικά στοιχεία, δέχτηκε το ίδιο, σε σημαντικό βαθμό, τη μικροαστική επιρροή, την ταλάντευση και την αστάθεια, τις προκαταλήψεις και τις πλάνες, που έφερναν μαζί τους τα μικροαστικά στοιχεία.

84. Σήμερα, στο μαρξιστικό-λενινιστικό μας κίνημα, υπάρχουν εκείνοι που προέρχονται από την εργατική τάξη και την αγροτιά, παλιοί σύντροφοι, βασικά, πολιτικοί πρόσφυγες απ’ τις ανατολικές χώρες και πρώην εξόριστοι και φυλακισμένοι. Αυτοί διαθέτουν αρκετές εμπειρίες κι ένα καλό ταξικό ατσάλωμα, αλλά >χι σπάνια εκδηλώνουν κάποιο συντηρητισμό μπροστά στην τολ-ιηρή αντιμετώπιση των νέων προβλημάτων, που βάζουν η ζωή και ) αγώνας και δεν δείχνουν πάντα την ενεργητικότητα που θα •πρεπε. Ύστερα, υπάρχουν οι νεώτεροι σύντροφοι μας, κύρια ιανοούμενοι, που είναι, κατά κανόνα, δραστήριοι αγωνιστές, με επίδοση στις θεωρητικές μελέτες, αλλά που δεν έχουν ατσαλωθεί ταξικά σε αρκετό βαθμό και συχνά χαραχτηρίζονται από ένα λαθεμένο μικροαστικό τρόπο σκέψης, πράγμα που αναπόφευκτα οδηγεί σε αστάθεια και σε ταλαντεύσεις αυτού ή του άλλου βαθμού. Και υπάρχει ένας σχετικά μικρός αριθμός νέων συντρόφων, διανοουμένων, κύρια, αλλά και εργατών, που πέρασαν βασικά σωστά τις δοκιμασίες των τελευταίων χρόνων και έχουν αφομοιώσει σε ένα καλό βαθμό τη μαρξιστικο-λενινιστική πολιτική, χωρίς όμως και να έχουν απαλλαγεί από τις μικροαστικές επιρροές.

Μερικοί, παρατηρώντας τις αδυναμίες των συντρόφων μας, που προέρχονται από την εργατική τάξη και την αγροτιά, λένε πως οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν πια να προσφέρουν και πολλά στο κίνημα και φτάνουν, ουσιαστικά, να μηδενίζουν το ρόλο τους. ‘ Αλλοι, πάλι, παρατηρώντας τις αδυναμίες των διανοουμένων μας, υποτιμούν, επίσης, την προσφορά τους στο κίνημα και, ούτε λίγο, ούτε πολύ, φτάνουν να θεωρούν πως το κόμμα μόνο με τους εργάτες θα προχωρήσει προς τα εμπρός. Ωστόσο, παρόμοιες απλουστεύσεις είναι εντελώς λαθεμένες και μάλιστα επιζήμιες για την υπόθεση μας.

Πρώτα-πρώτα, κανείς μας δεν είναι απαλλαγμένος εντελώς από αυτές ή τις άλλες επιδράσεις της αστικής ιδεολογίας. Ύστερα, τίποτε δεν είναι τελειωμένο και δοσμένο μια για πάντα. Όλα εξελίσσονται ή μπορούν να εξελιχθούν σ’ αυτή είτε στην άλλη κατεύθυνση. Άνθρωποι, που σήμερα στέκονται καλά σε ταξικές θέσεις, μπορεί αύριο να πέσουν κάτω από την επιρροή της αστικής ιδεολογίας και άλλοι, που σήμερα χαραχτηρίζονται από μικροαστικές ταλαντεύσεις, μπορεί αύριο να ξεπεράσουν τις ταλαντεύσεις αυτές και να αφομοιωθούν από το κίνημα και την προλεταριακή ιδεολογία του. Επομένως, για το κάθε μέλος του κόμματος υπάρχουν δυο δυνατότητες — τόσο η δυνατότητα να εξελιχθεί προς το καλύτερο, όσο και η δυνατότητα να εξελιχθεί προς το χειρότερο. Το ποια από τις δυο δυνατότητες θα πραγματοποιηθεί, αυτό θα εξαρτηθεί από τη συγκεκριμένη στάση που θα υιοθετήσει το κάθε μέλος του κόμματος απέναντι στη ζωή και στην πάλη του κόμματος και από τη βοήθεια που θα του δόσει το ίδιο το κόμμα.

Υπάρχει ένας γενικός και απαράβατος κομματικός κανόνας, που απαιτεί ώστε όλα, χωρίς εξαίρεση, τα μέλη του κόμματος να τελειοποιούνται αδιάκοπα και να ανανεώνονται συνεχώς, σύμφωνα με το πνεύμα του μαρξισμού – λενινισμού και τις κάθε φορά ανάγκες της προλεταριακής πολιτικής. Κάθε κομμουνιστής οφείλει να ανανεώνει καθημερινά «το κομματικό του εισιτήριο», χωρίς να επαναπαύεται στις δάφνες του παρελθόντος.

Αναλύοντας σήμερα την ταξική σύνθεση του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος, δεν έχουμε σκοπό να χωρίσουμε τα μέλη μας σε κατηγορίες, αλλά να επισημάνουμε τα ισχυρά και τα αδύνατα σημεία των γραμμών μας. Θα ήταν εντελώς λαθεμένο, αν χωρίζαμε τους συντρόφους μας σε «καλούς» και σε «κακούς» κι αν αντιπαραθέταμε τους παλιούς συντρόφους στους νέους, είτε τους νέους συντρόφους στους παλιούς. Αυτό που χρειάζεται, ίσα-ίσα, είναι να ενωθούμε όλοι σε μια κοινή προσπάθεια, για να αξιοποιήσουμε και να αναπτύξουμε τα θετικά στοιχεία και για να καταπολεμήσουμε τα αρνητικά στοιχεία, όπου και όπως κι αν εκδηλώνονται αυτά και τα άλλα. Αντί να χωρίσουμε, πρέπει να ενώσουμε τους παλιούς και τους νέους συντρόφους, για να ατσαλώσουμε έτσι όλο το κόμμα. Πρέπει να συνδυάσουμε την πείρα των παλιών συντρόφων μας και την προσήλωση τους στις αρχές, με τον ενθουσιασμός την αγωνιστική ορμή και την ερευνητική διάθεση των νέων συντρόφων μας. Και πρέπει να απορρίψουμε το πνεύμα της ρουτίνας και της απάθειας, όπως και το πνεύμα της ταλάντευσης και της απαισιοδοξίας. Και να δημιουργήσουμε στις γραμμές μας ένα ζωντανό κλίμα, που να διαμορφώνει πιστούς, αφοσιωμένους και δραστήριους αγωνιστές της υπόθεσης μας.

Στο μέλλον, θα επιμείνουμε ιδιαίτερα στο τράβηγμα προλεταριακών στοιχείων στο κόμμα. Αλλά, επίσης, θα επιμείνουμε στην προσέλκυση στις γραμμές μας και των καλύτερων στοιχείων από τα άλλα, τα μη προλεταριακά, λαϊκά στρώματα. Κι ακόμα περισσότερο θα επιμείνουμε στο μεγάλο έργο της αναδιαπαιδαγώγησης όλων μας στο αληθινό πνεύμα του επαναστατικού μαρξισμού-λενινισμού και της πάλης ενάντια στην αστική ιδεολογία και τις κάθε λογής επιδράσεις της.

Κεφάλαιο όγδοο ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ

 

α’ Η πολιτική ταχτική μας

85. Αν η στρατηγική εκφράζει τη γενική γραμμή του κόμματος, που αποσκοπεί στην εκπλήρωση των γενικών καθηκόντων ενός δοσμένου ιστορικού σταδίου, — του σταδίου της αντιϊμπεριαλιστικής-δημοκρατικής επανάστασης, σε μας, σήμερα, — η ταχτική αποτελεί τη συγκεκριμένη εκείνη πολιτική γραμμή, που καλύπτει μια σχετικά σύντομη περίοδο και που μπορεί να αλλάζει πολλές φορές στη διάρκεια του σταδίου αυτού, ανάλογα με τις συνθήκες της ανόδου ή της ύφεσης του κινήματος.

Η ταχτική ασχολείται με τις μορφές πάλης και οργάνωσης του προλεταριάτου και οι εναλλαγές της ταχτικής σημαίνουν την αντικατάσταση των παλιών μορφών πάλης και οργάνωσης με άλλες, καινούργιες ή και το συνδυασμό τους. Για το σωστό καθορισμό αυτών των εναλλαγών της ταχτικής είναι απαραίτητη η σωστή εχτίμηση του κάθε φορά συγκεκριμένου συσχετισμού των ταξικών δυνάμεων. Σε περίοδες ανόδου της επανάστασης, το κόμμα χρησιμοποιεί επαναστατικές μορφές πάλης, ρίχνει μαχητικά συνθήματα και δημιουργεί ανάλογες μορφές οργάνωσης. Σε περίοδες υποχώρησης της επανάστασης, το κόμμα προσπαθεί να διαφυλάξει και να ανασυντάξει τις δυνάμεις του, χρησιμοποιώντας όλες και τις κάθε λογής δυνατότητες νόμιμης δράσης και προετοιμάζοντας τους όρους της νέας ανόδου του κινήματος. Μόνο με τον όρο ότι θα τηρήσει αυστηρά αυτόν τον κανόνα, η ταχτική του κόμματος μπορεί να εκπληρώσει τη βασική της αποστολή, να συγκεντρώσει, δηλαδή, τις δυνάμεις που είναι απαραίτητες για την πραγματοποίηση του στρατηγικού σκοπού της επανάστασης.

Το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα της Ελλάδας, από την αρχή της εμφάνισης του, επεξεργάστηκε σωστά τα στρατηγικά καθήκοντα του κινήματος και χάραξε σωστά τις γενικές κατευθύνσεις της ταχτικής του. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη ταχτική που διαμόρφωσε και εφάρμοσε στην πορεία, σημειώθηκαν μεγάλες αδυ-. ναμίες και σοβαρά λάθη.

Η κύρια αδυναμία τη: ταχτική: αϊ τη: ήταν ότι > ποτιμούσε την ανάγκη μιας μακρόχρονης και υπομονητικής δουλειάς για τη δημιουργία στέρεων βάσεων του μαρςιστικου-Λενινιστικού κινήματος ανάμεσα στις μάζες και προσανατολιζόταν στον εκβιασμό των γεγονότων με γρήγορες, εντυπωσιακές και μαχητικές ενέργειες μιας αγωνιστικής μειοψηφίας. Παραγνωρίζοντας εντελώς τον παράγοντα του συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων, η ταχτική αυτή εμπνεόταν από την απλοϊκή αντίληψη πως αφού το κίνημα μας είναι επαναστατικό, οφείλει σε κάθε περίπτωση να χρησιμοποιεί «επαναστατικές μέθοδες» και να αντιπαραθέτει στο ρεβιζιο-νισμό τη δική του «επαναστατική» πραχτική. Έτσι μπερδεύτηκε η , οπωσδήποτε αναγκαία, — κάτω από όλες τις συνθήκες —, δουλειά της καταγγελίας της συνθηκολόγας και καιροσκοπικής πολιτικής των ρεβιζιονιστών με τις επιβαλλόμενες, κάθε φορά, πραχτικές πρωτοβουλίες των μαρξιστών-λενινιστών στο πολιτικό και μαζικό πεδίο.

Για μια μεγάλη περίοδο, όλη η δουλειά των μαρξιστών-λενινιστών δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η προετοιμασία μιας «μαχητικής παρουσίας» σε κάποια επετειακή εκδήλωση. Και υπήρξε μια πραχτική, που είχε αναγάγει σε αυτοσκοπό το «σπάσιμο» κάθε αστυνομικής απαγόρευσης και τη σύγκρουση με τις δυνάμεις καταστολής, μια πραχτική, που ενδιαφερόταν μόνο για τη «μαχητικοποίηση» μιας «πρωτοπόρας» μειοψηφίας και για το στιγμιαίο εντυπωσιασμό ενός περιορισμένου κύκλου των ίδιων πάντα ανθρώπων, χωρίς να πολυσκοτίζεται για τις επόμενες συνέπειες.

Δε μπορεί να υπάρξει αμφιβολία, πως η πρωτοπόρα συμμετοχή των μαρξιστών-λενινιστών στις μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις, στάθηκε μια από τις σπουδαιότερες συνεισφορές τους για την ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος στην περίοδο μετά την πολιτική αλλαγή της 23 Ιούλη 1974. Και υπήρξαν όχι λίγες περιπτώσεις, όπου χάρη ακριβώς στις αγωνιστικές παρεμβάσεις των μαρξιστών-λενινιστών, μια σειρά τέτοιες κινητοποιήσεις, — οικοδόμων, φοιτητών και άλλες —, προσανατολίστηκαν σωστά, σπάζοντας τα φράγματα των αστυνομικών απαγορεύσεων τις αντιδραστικής δεξιάς και διεκδικώντας μαχητικά τη λύση των λαϊκών προβλημάτων.

Αλλά, όλα αυτά, που σε κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες και σε κάποιο συγκεκριμένο μέτρο, αποτελούν πραχτικές εκφράσεις μιας σωστής επαναστατικής πραχτικής, με τη γενίκευση και την απο-λυτοποίησή τους και με την αναγωγή τους σε μόνιμη και γενική μέθοδο δράσης, κατάληξαν σε ένα δογματικό τρόπο σκέψης και σε μια σεχταριστική πραχτική και οδήγησαν συχνά σε καθαρά εξτρεμιστικές και τυχοδιωχτικές ενέργειες. Τα πράγματα έφτασαν, σε κάποιες στιγμές, ώστε να επικρατήσει μια νοοτροπία, σύμφωνα με την οποία, καθετί που δε μας έφερνε σε «άμεση σύγκρουση με το αστικό κράτος και τα όργανα του» να θεωρείται «οππορτουνισμός», και να επιχειρούνται τέτοιες «συγκρούσεις» ακόμα και με την κάθοδο μερικών δεκάδων διαδηλωτών «στους δρόμους». Αυτό ήταν η αποθέωση του τυχοδιωκτισμού.

Το αποφασιστικό κριτήριο για την ορθότητα κάθε ενέργειας, κάθε πρωτοβουλίας, είναι ο βαθμός θετικής επίδρασης της σε ευρύτερες δυνάμεις, στις λαϊκές μάζες. Το κίνημα μας πρέπει να προφυλαχτεί τόσο από τον κίνδυνο της οππορτουνιστικής αναδίπλωσης και της προσαρμογής στην υπάρχουσα κατάσταση, με το φόβο, ότι μια αγωνιστική πρωτοβουλία μπορεί να οδηγήσει σε απομόνωση από τις μάζες, όσο και από τον κίνδυνο του τυχοδιωκτισμού, που αγνοεί το συγκεκριμένο περιβάλλον και τις συγκεκριμένες συνθήκες και που απευθύνεται όχι στις ευρύτερες μάζες του λαού αλλά σε μια «προχωρημένη» μειοψηφία επαναστατών.

86. Σημαντική επίδραση στη διαμόρφωση της σεχταριστικής πραχτικής, άσκησε η μικροαστική, κατά βάση, κοινωνική σύνθεση του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος. Από δω ακριβώς ξεπήδησε αυτό το πνεύμα της μικροαστικής επαναστατικότητας, που τόση ζημιά προξένησε στο κίνημα μας. Και ήταν τόσο μεγαλύτερη αυτή η ζημιά, όσο αυτό το μικροαστικό πνεύμα δεν είχε τίποτε το σταθερό και ήταν ικανό από την άκρα επαναστατικότητα να περάσει στην υποταγή, στην απάθεια, στον οππορτουνισμό. ‘ Ετσι ακριβώς συνέβηκαν τα πράγματα, ώστε ύστερα από το μεγάλο κύμα του αριστερισμού που σάρωσε τις γραμμές του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος στα πρώτα χρόνια μετά την πτώση της χούντας, να ακολουθήσει η κυριαρχία του δεξιού οππορτουνιστι-κού ρεύματος, που στις ακραίες συνέπειες του φτάνει ως την άρνηση οποιασδήποτε δράσης και επιζητεί να διαλύσει το κίνημα και τις οργανώσεις του. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός, ότι μερικοί από εκείνους, που στάθηκαν οι μεγαλύτεροι θορυβοποιοί και επαναστάτες της φράσης στο μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα της Ελλάδας, έγιναν, αργότερα, ανοιχτοί κήρυκες της υποταγής στη φιλελεύθερη αστική τάξη.

Παρά τις διακηρύξεις, που γίνονταν συχνά, για την πρωταρχική σημασία της δουλειάς ανάμεσα στην εργατική τάξη, η ταχτική του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος και των διάφορων οργανώσεων, που ξεπήδησαν από τους κόλπους του στην πορεία, ήταν ουσιαστικά προορισμένη για τη νεολαία και μάλιστα για τη φοιτητική νεολαία. Όλη η πραχτική των οργανώσεων αυτών και η μεθοδολογία τους μπορούσε να παρομοιαστεί με την πραχτική και τη μεθοδολογία νεολαΐίστικων οργανώσεων. Αυτό ήταν μια χτυπητή έκφραση του σεχταριστικού πνεύματος, του λαθεμένου και μονόπλευρου εκείνου προσανατολισμού, που κρατούσε το κίνημα μας ουσιαστικά έξω από την κίνηση των πλατειών μαζών των εργαζομένων.

Το σεχταριστικό πνεύμα βρήκε την έκφραση του λίγο-πολύ σ,’ όλο το στυλ δουλειάς του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος και ιδιαίτερα στη γραπτή και προφορική προπαγάνδα του. Τα συνθήματα, η επιχειρηματολογία, η φρασεολογία – όλα εδώ «έπρεπε» να ήταν «έντονα», «αποφασιστικά», «επαναστατικά». Ωστόσο, αυτά μπορούσαν να γίνουν κατανοητά και αποδεχτά από τα μέλη μας και από ένα περιορισμένο αριθμό οπαδών μας, σε καμιά περίπτωση όμως δεν έκαναν την προπαγάνδα μας προσιτή στις ευρύτερες μάζες κι ούτε, επομένως, μπορούσαν να ξανοίξουν πλατειές προοπτικές για τη δουλειά μας. Ο Λένιν, στον «Αριστερισμό», κριτικάροντας τους αριστερούς της Ολλανδίας, έγραφε: «Το πιο σίγουρο μέσο για να δυσφημήσεις μια νέα πολιτική (και όχι μονάχα πολιτική) ιδέα και να τη βλάψεις είναι εν ονόματι της υπεράσπισης της να την τραβήξεις ως τον παραλογισμό. Γιατί κάθε αλήθεια, αν την κάνεις «υπερβολική», αν την υπερβάλεις, αν την επεκτείνεις πέρα από τα όρια της πραγματικής εφαρμογής της, μπορείς να την οδηγήσεις ως τον παραλογισμό». Ακριβώς το στοιχείο αυτό της «υπερβολής», που έφτανε όχι σπάνια ως τον «παραλογισμό», είχε η

προπαγάνδα του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος.

87. Μια εξαιρετικά σοβαρή έκφραση του σεχταριστικού πνεύ-ατος ήταν οι απόψεις που αρνούνταν τη λενινιστική πολιτική των συνεργασιών με άλλες πολιτικές δυνάμεις και που ζητούσαν να κρατήσουν το κίνημα στο καβούκι του. Οι απόψεις αυτές, που για ένα διάστημα κυριάρχησαν σε ορισμένες οργανώσεις του μαρξιστικού-λενινιστικού χώρου, αναθεμάτιζαν κάθε ιδέα για συνεργασία με οποιοδήποτε αστικό πολιτικό κόμμα, θεωρώντας το αυτό σαν ένα είδος «ταξικό συμβιβασμό». Αλλά, όπως έδειξε πολύ καθαρά, τόσο η ελληνική, όσο και η διεθνής πείρα, για το κομμουνιστικό κίνημα είναι απόλυτα αναγκαία η ταχτική των πιο πλατειών συμμαχιών και συνεργασιών με άλλες πολιτικές δυνάμεις και φυσικά και με αστικά πολιτικά κόμματα. Χωρίς μια τέτοια ταχτική συμμαχιών και συνεργασιών, το κομμουνιστικό κίνημα δε μπορεί να προωθήσει την πολιτική του, δε μπορεί να φτάσει στις λαϊκές μάζες και να τις κερδίσει.

Μια, ακόμα πιο επικίνδυνη, άποψη, στην αντίθετη όμως κατεύθυνση, ήταν η άποψη που όχι μόνο επιζητούσε τη συνεργασία με αστικά πολιτικά κόμματα, αλλά που και οδηγούσε, διαστρεβλώνοντας τη σωστή πολιτική, στη μετατροπή του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος σε ένα εξάρτημα της πολιτικής των αστικών κομμάτων. Οι φορείς αυτής της άποψης, που επίσης κυριάρχησε σε ορισμένες οργανώσεις του μαρξιστικού-λενινιστικού χώρου, εξωράιζαν τα λεγόμενα κόμματα της φιλελεύθερης αστικής τάξης και απαιτούσαν, ουσιαστικά, την χωρίς όρους υποστήριξη τους για την αντιμετώπιση της δεξιάς, υποτιμώντας ή και σβύνοντας τον ανεξάρτητο ρόλο της αριστεράς. Ετσι ακριβώς, έσπρωχναν τις μάζες στην αυλή των αστικών κομμάτων. Η ζωή ξετίναξε κι αυτή την άποψη κι έδειξε πως μόνο αν οι λαϊκές μάζες απαλλαγούν από την επιρροή των αστικών κομμάτων και τεθούν κάτω από την ηγεσία της Αριστεράς, μπορεί ν’ ανοίξει μια νέα φωτεινή προοπτική για τον τόπο μας και για το λαό μας.

88. Τα σοβαρά λάθη ταχτικής και ιδιαίτερα τα σεχταριστικά λάθη, που διαπράχθηκαν, προξένησαν μεγάλη ζημιά στο κίνημα μας και αναμφίβολα στάθηκαν μια από τις κυριότερες αιτίες που το εμπόδισαν να μαζικοποιηθεί, να συνδεθεί με τις πλατειές λαϊκές μάζες. Τα λάθη αυτά, εξάλλου, διευκόλυναν τις προσπάθειες της αντίδρασης και του ρεβιζιονισμού να συκοφαντήσουν το κίνημα μας και να εμφανίσουν τους μαρξιστές-λενινιστές σαν «αναρχικά», «τυχοδιωχτικά» και «ταραχοποιό» στοιχεία.

Ωστόσο, παρά τις αρνητικές αυτές εμπειρίες, που πρόσφερε η εφαρμογή σεχταριστικής ταχτικής, ο σεχταρισμός κάθε άλλο παρά εξαλείφθηκε από τις γραμμές του κινήματος μας, αφού οι κοινωνιολογικές και γνωσεολογικές ρίζες του παραμένουν. Και σήμερα, μερικοί, χωρίς να έχουν διδαχθεί από το παρελθόν, προσπαθούν με την μικροαστική ανυπομονησία τους να σπρώξουν σε νέες περιπέτειες το κίνημα, μιλούν για ύπαρξη «επαναστατικής κατάστασης» στην Ελλάδα, απορρίπτουν τη λενινιστική πολιτική των συμμαχιών και καλούν σε «αποφασιστικές ενέργειες» μιας πρωτοπόρας μειοψηφίας για το ξεσήκωμα των μαζών.

Αλλά, για να «ξεσηκωθούν» οι μάζες, πρέπει, με την ίδια την πείρα τους, να πεισθούν για την ορθότητα της πολιτικής μας. Κι αυτό μπορεί να επιτευχθεί, μόνο αν το κίνημα μας εφαρμόσει μια σωστή και σοβαρή ταχτική. Μια ταχτική, που ξέροντας να εκτιμά σωστά τις συνθήκες (κι εδώ βασικό είναι το ζήτημα του σωστού υπολογισμού του κάθε φορά συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων, στη χώρα γενικά και στο συγκεκριμένο τομέα, όπου θα εκδηλωθεί η δράση μας, ειδικά) θα μπορεί να χρησιμοποιεί τις κατάλληλες εκείνες μορφές πάλης και να αναπτύσσει τις αναγκαίες εκείνες πρωτοβουλίες, που θα την φέρνουν όλο και πιο κοντά στις εργαζόμενες μάζες και που θα κάνουν αυτές τις τελευταίες όλο και πιο ικανές και αποφασισμένες για αντιπαράθεση με τον ταξικό αντίπαλο σ’ όλους τους τομείς της ταξικής πάλης: στον οικονομικό, στον πολιτικό και στον ιδεολογικό τομέα. Μόνο έτσι θα μπορέσει η ταχτική να κερδίσει τις αποφασιστικές εκείνες μάχες, που θα επιτρέψουν στη στρατηγική να κερδίσει τον «πόλεμο», δηλαδή να πραγματοποιήσει τον κύριο στόχο του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος στο τωρινό ιστορικό στάδιο, που είναι η αντιϊμπεριαλιστική-δημοκρατική επανάσταση.

β’ Η ταχτική μας απέναντι στο ΚΚΕ

 

89. Η ταχτική του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος απέναντι στο ΚΚΕ καθορίζεται από τη σωστή ανάλυση του χαρα-χτήρα αυτού του κόμματος και του ρόλου του στο λαϊκό κίνημα και γενικώτερα στην πολιτική ζωή της χώρας μας.

Αφού το ΚΚΕ εκφυλίστηκε σ’ ένα κόμμα ρεβιζιονιστικό-ρεφορμιστικό κι αφού έχασε την αυτοτέλεια του και υποτάχτηκε ολοκληρωτικά στις υπαγορεύσεις της σοβιετικής ρεβιζιονιστικής καθοδήγησης, ανάλογη θα έπρεπε να ήταν και η ταχτική των μαρξιστών-λενινιστών απέναντι του. Οι μαρξιστές-λενινιστές θα όφειλαν να καταγγείλουν την πολιτική του ΚΚΕ σαν πολιτική, που υπονομεύει τόσο τους λαϊκούς αγώνες για την πραγματοποίηση των αναγκαίων κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών μετασχηματισμών στη χώρα, όσο και τους αγώνες για την κατάχτηση της εθνικής ανεξαρτησίας μας. Και να αγωνιστούν ώστε να αποσπάσουν από την επιρροή του ΚΚΕ τους κομμουνιστές και τις λαϊκές μάζες και να τους προσανατολίσουν σωστά στο δρόμο της αποφασιστικής πάλης ενάντια στην ντόπια πλουτοκρατική ολιγαρχία και σ’ όλους τους ξένους ιμπεριαλιστές, παλιούς και νέους.

Σε γενικές γραμμές, το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα μας δούλεψε στην κατεύθυνση αυτή και οι αγώνες του ενάντια στη ρεβιζι-ονιστική πολιτική του ΚΚΕ στάθηκαν μια από τις πιο σημαντικές συνεισφορές του. Ωστόσο, οι αδυναμίες και τα λάθη που σημείωσε στη γενική πολιτική ταχτική του βρήκαν την έκφραση τους, σ’ αυτό ή στον άλλο βαθμό, και στη συγκεκριμένη ταχτική του απέναντι στο ΚΚΕ.

90. Στο παρελθόν, υπήρξαν δυο λαθεμένες τάσεις στην αντιμετώπιση του ΚΚΕ απ’ το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα. Η μια λαθεμένη τάση εκφράζε ένα δισταγμό στο αποφασιστικό ξετύλι-γμα της πάλης ενάντια στο ΚΚΕ, δεν κατανοούσε την ανάγκη της τολμηρής και αποφασιστικής καταγγελίας της ρεβιζιονιστικής πολιτικής του μπροστά στις λαϊκές μάζες. Στην ουσία, δεν ήθελε να κόψει όλες τις γέφυρες με το ΚΚΕ και επιζητούσε να κρατήσει τον αντιρεβιζιονιστικό αγώνα στα μισά του δρόμου, θρέφοντας την αυταπάτη για μια μελλοντική θετική διαφοροποίηση του ΚΚΕ και της πολιτικής του. Αυτή η τάση, καλλιεργώντας την άμβλυνση της ιδεολογικής αδιαλλαξίας απέναντι στον κυριώτερο φορέα του ρεβιζιονισμού στη χώρα μας, προκαλούσε τη σύγχυση και την ταλάντευση στις γραμμές μας και στάθηκε ένας από τους παράγοντες που έσπρωξαν ορισμένα μέλη μαρξιστικών-λενινιστικών οργανώσεων κάτω από τις φτερούγες του ρεβιζιονιστικού ΚΚΕ. Τώρα, όταν μέσα στην ίδια την πραχτική της ταξικής πάλης αποκαλύφθηκε εντελώς το αντιμαρξιστικό-αντιλενινιστικό πρόσωπο του ΚΚΕ, κάθε συνειδητός κομμουνιστής καταλαβαίνει, πως πρέπει να οδηγήσουμε ως την έσχατη συνέπεια της τη ρήξη μας με το κόμμα αυτό, ανοίγοντας αποφασιστικά μέτωπο και διεξάγοντας αδιάλλαχτο αγώνα ενάντια του σ’ όλους τους τομείς, στον ιδεολογικό, στον πολιτικό και στον οργανωτικό τομέα.

Η ίδια η δημιουργία των μαρξιστικών-λενινιστικών οργανώσεων αποτέλεσε μια μεγάλη και ιστορικής σημασίας εξέγερση ενάντια στο ρεβιζιονισμό. Οφείλουμε αταλάντευτα να συνεχίσουμε αυτή την εξέγερση και να την οδηγήσουμε ως το νικηφόρο τέλος, καταπολεμώντας αποφασιστικά κάθε τάση συμφιλιωτισμού με τους φορείς του ρεβιζιονισμού και δυναμώνοντας αδιάκοπα την ανεξάρτητη ύπαρξη και δράση του μαρξιστικού-λενινιστικού μας κινήματος. Αυτός είναι ο πρώτος και αναντίρρητος όρος για μια σωστή ταχτική απέναντι στο ΚΚΕ.

Η άλλη λαθεμένη τάση εξαντλούνταν σε φραστική αδιαλλαξία απέναντι στο ΚΚΕ, καταφεύγοντας σε μια βροντερή και «τρομερή» στα λόγια, αλλά κούφια και επιζήμια, σε περιεχόμενο, «αντιρεβι-ζιονιστική» προπαγάνδα, που συχνά γελοιοποιούσε και εξέθετε σοβαρά το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα μπροστά στις εργαζόμενες μάζες. Αυτή η τάση, καθώς συνδυαζόταν με μια υπερδεξιά οππορτουνιστική πολιτική απέναντι στη μεγαλοαστική τάξη και τους πολιτικούς φορείς της, κήρυχνε τη γραμμή του απεργοσπα-στισμού και αρνούνταν τους απεργιακούς αγώνες των εργαζομένων με το πρόσχημα, πως οι αγώνες αυτοί καθοδηγούνταν από το ΚΚΕ. Αλλά, έτσι ακριβώς, άφηνε το έδαφος στους ρεβιζιονιστές για να ιδιοποιούνται και να καπηλεύονται τους εργατικούς αγώνες και για να συκοφαντούν τους μαρξιστές-λενινιστές.

Αλλά και πέρα από την τάση αυτή, που αποτελούσε μια τυπική εκδήλωση έλλειψης αρχών, στο μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα γενικώτερα, στην πορεία της πάλης του ενάντια στο ρεβιζιονισμό, διαμορφώθηκε μια σοβαρή σύγχυση κατά την αντιμετώπιση του ΚΚΕ.

91. Αναλύοντας όλη την εξέλιξη της πολιτικής του ΚΚΕ από την «6η ολομέλεια» του 1956 και μετά, το μαρξιστικό – λενινιστικό μας κίνημα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα, πως το ΚΚΕ είχε εκφυλισθεί όχι μόνο σ’ ένα ρεβιζιονιστικό κόμμα, αλλά και σ’ ένα κόμμα — πρακτορείο του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού. Αυτή ήταν μια πολιτική εκτίμηση που ήθελε —, πολύ σωστά —, να υπογραμμίσει το γεγονός πως το ΚΚΕ είχε χάσει εντελώς την αυτοτέλεια του και είχε τεθεί κάτω από την πλήρη εξάρτηση της σοβιετικής πολιτικής, πράγμα που οι μαρξιστές-λενινιστές θα όφειλαν να λάβουν υπόψη σοβαρά, αναπροσαρμόζοντας ανάλογα τη βάση της ιδεολογικο-πολιτικής πάλης τους ενάντια στο ΚΚΕ. Στην πράξη, ωστόσο, υπήρξε, κατά κανόνα, μια δογματική ερμηνεία αυτής της πολιτικής εκτίμησης, με αποτέλεσμα να σημειωθούν σοβαρές διαστρεβλώσεις της πολιτικής μας.

Το «πρακτορείο του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού» μεταφραζόταν συχνά σε «πράκτορες της Μόσχας» κι αυτό απευθυνόταν, ουσιαστικά, σ’ όλο το ΚΚΕ και σ’ όλα τα μέλη του. Πραγματικά, παρά τη διάκριση που έκανε το κίνημα μας ανάμεσα στην καθοδήγηση του ΚΚΕ και στα μέλη του, κατά τις γενικές πολιτικές τοποθετήσεις του, στην πράξη το στυλ της γραφτής και προφορικής προπαγάνδας μας όπως είχε διαμορφωθεί, λίγα περιθώρια τέτοιων διακρίσεων άφηνε. Αυτό το στυλ προπαγάνδας, σε καμιά περίπτωση δε μπορούσε να γίνει κατανοητό από τον κόσμο εκείνο, που εμείς υποτίθεται πως προσπαθούσαμε να αποσπάσουμε από την επιρροή του ρεβιζιονιστικού ΚΚΕ. Κι ο κόσμος αυτός ταύτιζε τις θέσεις μας με την πατροπαράδοτη αντισοβιετική και αντικομμουνιστική συνθηματολογία, που μιλούσε κι αυτή για «πράκτορες της Μόσχας», χωρίς να μπορεί να κατανοήσει τις δικές μας αναλύσεις για την τωρινή πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης και για τις τωρινές σχέσεις ανάμεσα στο ΚΚΕ και στο ΚΚΣΕ.

Μια άλλη σοβαρή διαστρέβλωση της πολιτικής μας απέναντι στο ΚΚΕ εκφράστηκε στο πνεύμα και στη μεθοδολογία που συχνά κατηύθυνε τη συμμετοχή μας σε διάφορες εκδηλώσεις μαζικών φορέων, που ελέγχονταν ή που ελέγχονταν σε σημαντικό βαθμό από το ΚΚΕ. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, η ταχτική της συνθηματο-λογικής αντιπαράθεσης μικρών «μαχητικών» ομάδων προς τους οργανωτές των εκδηλώσεων, απηχούσε περισσότερο την τυχοδιω-χτική τάση «να τους χαλάσουμε την παράσταση» και λιγώτερο την επιδίωξη για μια σαφή και σοβαρή προβολή της δικής μας, διαφορετικής πολιτικής πλατφόρμας. Και βέβαια, σε μεγάλες και σημαντικές εκδηλώσεις ήταν απόλυτα αναγκαίο να δείξουμε το ξεχωριστό πολιτικό πρόσωπο του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος και να επιχειρήσουμε να διαδόσουμε τα συνθήματα μας ανάμεσα στις μάζες. Αλλά η συγκεκριμένη μέθοδος που χρησιμοποιούνταν συχνά οδηγούσε στην απόσπαση μας από τις μάζες, σε ουσιαστική αντιπαράθεση μας όχι με την ρεβιζιονιστική γραμμή, αλλά με τις διαθέσεις των μαζών.

92. Ένα ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας ήταν η σωστή τοποθέτηση της πάλης μας ενάντια στο ρεβιζιονιστικό ΚΚΕ μέσα στο πλαίσιο της γενικής πάλης του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος. Είναι εντελώς σαφές, πως το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα δεν δημιουργήθηκε απλά και μόνο για να αντιπαρατεθεί στο ΚΚΕ, αλλά, για να δημιουργήσει — και μέσα από την αντιπαράθεση αυτή — τους αναγκαίους όρους για την πραγματική ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος και για να καθοδηγήσει αυτό το λαϊκό κίνημα στην πάλη για την κοινωνική και εθνική απελευθέρωση. Στο πρώτο διάστημα της εμφάνισης του μαρξιστικού-λενινιστικού μας κινήματος, ήταν απόλυτα αναγκαία μια εκτεταμένη και παρατεταμένη ιδεολογικο-πολιτική αντιπαράθεση στο ρεβιζιονισμό και στους φορείς του, αλλά στις επόμενες περίοδες, οφείλαμε να στρέψουμε, βαθμιαία, την κύρια προσοχή μας στην προβολή των σωστών θέσεων για τα μικρά και μεγάλα λαϊκά προβλήματα και σε μια ανάλογη πραχτική δουλειά ανάμεσα στις λαϊκές μάζες. Αυτό. χωρίς να σημαίνει παραίτηση από την κριτική του ρεβιζιονισμού, θα έπρεπε να οδηγήσει στη διαμόρφωση ενός αυτοτελούς, ανεξάρτητου και ταξικά προσανατολισμένου μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος, ικανού να ανοίξει το δικό του, διαφορετικό, δρόμο ανάμεσα στις μάζες. Ωστόσο και παρά τις σοβαρές προσπάθειες που καταβλήθηκαν, το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα στην Ελλάδα δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τα όρια ενός κινήματος κριτικής του ρεβιζιονισμού. Και σήμερα ακόμα, το μεγαλύτερο μέρος της προπαγάνδας του και των πραχτικών δραστηριοτήτων του περιορίζεται στην πάλη ενάντια στο ΚΚΕ, εμποδίζοντας ένα τολμηρό ξάνοιγμα προς τις λαϊκές μάζες και τα προβλήματα τους.

Μιλώντας για την ταχτική μας απέναντι στο ΚΚΕ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε και το ζήτημα του τρόπου που εμφανίζουμε τον τίτλο του. Ως τα σήμερα το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα και οι διάφορες οργανώσεις του χρησιμοποιούσαν συνήθως τη διατύπωση «ψευτοΚΚΕ» ή έβαζαν σε εισαγωγικά τη λέξη «Κομμουνιστικό» από τον τίτλο του ρεβιζιονιστικού αυτού κόμματος («Κ»ΚΕ). Και βέβαια, αφού το κόμμα αυτό έπαψε να είναι ένα πραγματικά κομμουνιστικό κόμμα και έγινε ένα ψεύτο κομμουνιστικό κόμμα, τόσο η διατύπωση «ψευτοΚΚΕ», όσο και η διατύπωση «Κ»ΚΕ, ανταποκρίνονται στην πραγματική κατάσταση του κόμματος αυτού. Ωστόσο, όπως έδειξε η πείρα, αυτές οι διατυπώσεις από τη μια πλευρά μας δυσκολεύουν στη διαφωτιστική δουλειά μας ανάμεσα στους ανθρώπους της αριστεράς και από την άλλη πλευρά δεν αποτελούν απαραίτητο στοιχείο της ιδεολογικής αδιαλλαξίας μας απέναντι στο ρεβιζιονιστικό αυτό κόμμα. Μπορούμε και πρέπει, με επιχειρήματα και στοιχεία, να υποστηρίζουμε και να αποδείχνουμε πως το κόμμα αυτό είναι ένα ψευτοκομμουνι-στικό κόμμα, αλλά δεν είναι απαραίτητο να το κάνουμε αυτό τίτλο ή να καταφεύγουμε στη χρήση των εισαγωγικών. Τραβώντας στην έσχατη συνέπεια της αυτή τη μεθοδολογία, θα έπρεπε να προσθέσουμε στους τίτλους των περισσότερων πολιτικών κομμάτων το χαραχτηριστικό «ψευτο» ή να τοποθετήσουμε κάποια λέξη από τους τίτλους αυτούς μέσα σε εισαγωγικά, γιατί, για παράδειγμα, ούτε η «Νέα Δημοκρατία» είναι πραγματικά δημοκρατική, ούτε το 11ΑΣΟΚ είναι πραγματικά σοσιαλιστικό. Πιστεύουμε πως ανεξάρτητα από την κριτική μας πάνω στην πολιτική των διαφόρων κομμάτων, ανταποκρίνεται περισσότερο στο στυλ μιας σοβαρής πολιτικής αντιμετώπισης, το να χρησιμοποιούμε τους τίτλους αυτών των κομμάτων όπως έχουν, χωρίς οποιεσδήποτε προσθήκες επιθέτων ή εισαγωγικών. Κι αυτό αφορά και το ΚΚΕ.

γ’ Ο αγώνας μας ενάντια στις δυο υπερδυνάμεις

93. Στη σημερινή εποχή, όταν η πάλη για την κατάχτηση και την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας μας αποτελεί το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα για τον τόπο μας, έχει εξαιρετική σημασία η υιοθέτηση μια σωστής στάσης απέναντι στις δυο υπερδυνάμεις, τις ΗΠΑ και τη ΣΕ που ακριβώς καταπατούν και απειλούν την εθνική ανεξαρτησία μας.

Στα τελευταία χρόνια, στους κόλπους του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος της Ελλάδας διαδόθηκαν διάφορες λαθεμένες και επικίνδυνες απόψεις σχετικά με την αντιμετώπιση των δυο υπερδυνάμεων, που προξένησαν μεγάλη ζημιά στην υπόθεση μας και έβαλαν σοβαρά εμπόδια στην προσπάθεια μας να συνδεθούμε με τις μάζες.

Ορισμένοι, κάτω από την επίδραση ανάλογων αντιλήψεων που καλλιεργήθηκαν στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, έφτασαν όχι μόνο να υποτιμούν τη σημασία της πάλης ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, αλλά και να υποστηρίζουν την ιδέα της συμμαχίας με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό για την αντιμετώπιση του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού. Αυτοί θεωρούσαν πως το ΝΑΤΟ είχε χάσει τα επιθετικά χαραχτηριστικά του και πως είχε μετατραπεί στο κυριώτερο όργανο άμυνας μπροστά στο σοβιετικό επιθετισμό. Μέσα στη λογική αυτή, τάσσονταν ενάντια στο λεγόμενο «μονόπλευρο αφοπλισμό» της χώρας μας και ζητούσαν, ουσιαστικά, να εξασφαλισθεί η άμυνα της απέναντι στη σοσιαλιμ-περιαλιστική απειλή, με τη διατήρηση των αμερικάνικων και νατοϊκών θέσεων στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα, αυτοί έβλεπαν μόνο τον κίνδυνο του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού και γι’ αυτό θεωρούσαν τον αντιηγεμονιστικό αγώνα σαν αγώνα, σχεδόν αποκλειστικά, ενάντια στην ηγεμονιστική πολιτική της Σ.Ε. Στη βάση μιας τέτοιας μονόπλευρης και διαστρεβλωμένης αντίληψης του αντιηγεμονισμού και για την προώθηση ενός αντίστοιχου «αντιηγεμονιστικού μετώπου», αυτοί ζητούσαν να σταματήσει η κριτική των μαρξιστών-λενινιστών στην ΕΟΚ κι ακόμα παραπέρα έφτασαν να υποστη ρίζουν την αντιδραστική ιδέα της καπιταλιστικής «ευρωπαϊκής ενοποίησης», σαν ένα δήθεν αντηγεμονιστικό μέτρο.

Μια επίσης μονόπλευρη και διαστρεβλωμένη αντίληψη του αντιηγεμονιστικού αγώνα, έκφραζαν και ορισμένες απόψεις σχετικά με την αντιμετώπιση του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού,

που καλλιεργήθηκαν στους κόλπους του μαρξιστικού- λενινιστικού κινήματος. Οι απόψεις αυτές έβλεπαν, σχεδόν αποκλειστιά, τον κίνδυνο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και υποτιμούσαν ή και αρνούνταν τον κίνδυνο του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού, για τη χώρα μας. Ενώ διαπίστωναν την επιθετικότητα και τις επεμβατικές και επεκτατικές τάσεις της Σ.Ε. στο διεθνές πεδίο, δε μπορούσαν να αναγνωρίσουν τη σοσιαλιμπεριαλιστική απειλή για την Ελλάδα ή την θεωρούσαν σα μια υπόθεση ενός μακρυνού μέλλοντος.

Η σκληρή πραγματικότητα διέψευσε αυτές τις απόψεις και έδειξε πολύ καθαρά πως η Ελλάδα έχει μετατραπεί σ’ ένα πεδίο άγριου ανταγωνισμού των δυο υπερδυνάμεων. Αν ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός κατέχει σήμερα κυρίαρχη θέση στη χώρα μας και ελέγχει τους πιο σημαντικούς τομείς της ζωής της, όμως και ο σοβιετικός σοσιαλιμπεριαλισμός έχει κιόλας προωθήσει σημαντικά την πολιτική και οικονομική διείσδυση του στην Ελλάδα και αποτελεί πια μια διαρκή και αυξανόμενη απειλή, που κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί σήμερα να αρνηθεί.

Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός και ο σοβιετικός σοσιαλιμπερι-αλισμός έχουν τώρα μετατραπεί στους δυο κυριώτερους εχθρούς του λαού και τους έθνους μας και ο ενιαίος και ταυτόχρονος αγώνας ενάντια και στους δυο αποτελεί μια επιταχτική ανάγκη. Η υποτίμηση του αγώνα ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, όχι μόνο διευκολύνει τη διαιώνιση της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας των ΗΠΑ στη χώρα μας, αλλά και δεν επιτρέπει τη σωστή και αποτελεσματική απόκρουση της σοσιαλιμπεριαλιστικής απειλής. Και η υποτίμηση του αγώνα ενάντια στο σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλισμό, όχι μόνο διευκολύνει την ιμπεριαλιστική διείσδυση της Σ.Ε. στη χώρα μας, αλλά και δε συντελεί ώστε ο αγώνας για την απαλλαγή της Ελλάδας από την αμερικάνικη κυριαρχία να αποχτήσει τη μεγαλύτερη δυνατή ευρύτητα και μαζικότητα.

Αγωνιζόμαστε για να απαλλάξουμε την πατρίδα μας από κάθε ξένο δυνάστη και όχι για να αντικαταστήσουμε τον παλιό ξένο δυνάστη με ένα νέο ξένο δυνάστη. Πρέπει γι’ αυτό να καταπολεμήσουμε αποφασιστικά όλες εκείνες τις λαθεμένες και επιζήμιες απόψεις, που εμποδίζουν και υπονομεύουν τον ενιαίο και συνδυασμένο αγώνα μας ενάντια στις δυο υπερδυνάμεις, τις ΗΠΑ και τη Σ.Ε.

Κεφάλαιο ένατο

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

α’ Η πείρα της σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη Σ.Ε. και στην Κίνα και το έργο του Στάλιν και του Μάο Τσετούνγκ

94. Στα τελευταία χρόνια, εντάθηκαν οι επιθέσεις της αστικής και της ρεβιζιονιστικής προπαγάνδας ενάντια στο Στάλιν και στο Μάο Τσετούνγκ και στο επαναστατικό έργο τους. Στην Κίνα, ύστερα από την επικράτηση της ρεβιζιονιστικής κλίκας Τένγκ Χσιάο-Πίνγκ στην καθοδήγηση του ΚΚΚ, σε πλήρη ανάπτυξη βρίσκεται μια λυσσασμένη εκστρατεία «απομαοποίησης», όμοια με την εκστρατεία «αποσταλινοποίησης», που είχαν ξαπολύσει στη Σοβιετική Ένωση οι χρουστσιωφικοί ρεβιζιονιστές, ύστερα από το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956. Ενώ στη Δύση, μια πρωτοφανή ανάπτυξη γνωρίζει τώρα η αντισταλινική φιλολογία και κάθε λογής «θεωρητικοί» και «ιστορικοί» της αστικής τάξης και του ρεβιζιονισμού, — «ευρωκομμουνιστές» της δεξιάς και της «αριστεράς», τροτσκιστές, νεοτροτσκιστές, χρεωκοπημένοι «κρεμλινολόγοι» και νεόκοποι «σοβιετολόγοι», — επιδίδονται με μανία στη διαστρέβλωση και συκοφάντηση του έργου του Στάλιν, σε μια φανερή προσπάθεια αναίρεσης του ίδιου του μαρξισμού-λενινισμού. Πραγματικά, η πιο μοντέρνα έκδοση της αντιμαρξι-στικής και αντισοσιαλιστικής κριτικής, εκφράζεται με τη δήθεν αντικειμενική, αλλά στην ουσία, αντιϊστορική αξιολόγηση του έργου του Στάλιν και του Μάο Τσετούνγκ.

Η σωστή αξιολόγηση του έργου του Στάλιν και του Μάο Τσετούνγκ, η σωστή εκτίμηση τόσο των υπηρεσιών που πρόσφεραν, όσο και των λαθών που διέπραξαν στη διάρκεια της επαναστατικής τους δράσης, συνδέεται, ουσιαστικά, με τη σωστή εκτίμηση για όλη την πορεία της σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη Σ.Ε. και στην Κίνα και για όλη την πορεία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, σε αποφασιστικές περίοδες. Είναι ακριβώς ζήτημα γενίκευσης της πείρας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, από τον Οχτώβρη του ‘17 και για πέντε-έξι δεκαετίες ακόμα.

95. Ο Στάλιν υπήρξε ένας μεγάλος προλετάριος επαναστάτης ηγέτης, συνεχιστής του έργου των Μαρξ-‘Ενγκελς-Λένιν.

Μαζί με το Λένιν, σαν ο πιο στενός συνεργάτης του, ο Στάλιν αγωνίστηκε ενάντια στον τσαρισμό, για την προετοιμασία και τη νίκη της Μεγάλης Σοσιαλιστικής Οχτωβριανής Επανάστασης και για την περιφρούρηση των καταχτήσεων της. Υστερα από το θάνατο του Λένιν, ο Στάλιν, σαν καθοδηγητής του ΚΚΣΕ και του σοβιετικού κράτους, εφάρμοσε και ανάπτυξε δημιουργικά το μαρξισμό-λενινισμό, πάλαιψε αποφασιστικά ενάντια στους τροτσκιστές, ζηνοβιεφικούς, μπουχαρινικούς, αστούς εθνικιστές και άλλους πράκτορες της αστικής τάξης, πραγματοποίησε στη ζωή, με συνέπεια και σταθερότητα, τη λενινιστική γραμμή για την εκβιομηχάνιση της χώρας, για την κολλεχτιβοποίηση της αγροτικής οικονομίας, για την ανάπτυξη της επιστήμης, της τεχνικής και του σοσιαλιστικού πολιτισμού. Ο Στάλιν εφάρμοσε μια μαρξιστική-λενινιστική εσωτερική και εξωτερική πολιτική, οδήγησε την ΕΣΣΔ στο θρίαμβο του σοσιαλισμού και στη μεγαλειώ-δ η νίκη πάνω στο χιλτερικό φασισμό στα χρόνια του Β’ Παγκόσμιου πολέμου.

Ο Στάλιν υπήρξε καθολικά αναγνωρισμένος ηγέτης, όχι μόνο του ΚΚΣΕ και της ΕΣΣΔ, αλλά και ολόκληρου του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Κάτω από την άμεση καθοδήγηση του Στάλιν πραγματοποιήθηκε το λαμπρό έργο της ΚΟΜΙΝΤΕΡΝ για την ανάπτυξη και τη μπολσεβικοποίηση των κομμουνιστικών κομμάτων στις διάφορες χώρες του κόσμου. Η συνεπής διεθνιστική πολιτική που εφάρμοσε ο Στάλιν, έπαιξε σπουδαίο ρόλο για τη νίκη της λαϊκοδημοκρατικής επανάστασης σε μια σειρά χώρες και το σχηματισμό του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος, ύστερα από το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Τεράστια συνεισφορά πρόσφερε ο Στάλιν στην παραπέρα δημιουργική ανάπτυξη του μαρξισμού-λενινισμού. Τα θεωρητικά έργα που έγραψε ο Στάλιν αποτελούν μια αθάνατη φιλολογία του μαρξισμού-λενινισμού.

Η κύρια πλευρά της δράσης του Στάλιν ήταν η τεράστια συνεισφορά του στην ανάπτυξη του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και του παγκόσμιου σοσιαλισμού. Ταυτόχρονα, η δράση του περι-λαβαίνει και ορισμένα λάθη, που όμως, έχουν μόνο δευτερεύουσα σημασία. Τόσο οι υπηρεσίες, όσο και τα λάθη του Στάλιν συνδέονται στενά με την πορεία της σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ.

Η σοσιαλιστική επανάσταση και η σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ έδειξαν και επιβεβαίωσαν την ορθότητα του βασικού δρόμου της Οχτωβριανής Επανάστασης του 1917. Η Οχτωβριανή Επανάσταση άνοιξε τη νέα ιστορική εποχή, την εποχή του περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό και πρόβαλε μια πείρα βασικής, γενικής σημασίας για όλο το παγκόσμιο προλεταριάτο. Ο δρόμος της Οχτωβριανής Επανάστασης έγινε ο κοινός δρόμος όλων των λαών του κόσμου, που αγωνίζονται για την απελευθέρωση τους από το ζυγό του ιμπεριαλισμού και για την οικοδόμηση της νέας, σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής κοινωνίας. Αυτή είναι η κύρια πλευρά του ζητήματος.

Ταυτόχρονα, στην πορεία της σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ εμφανίστηκαν ορισμένα λάθη, που, αν και έχουν μια δευτερεύουσα σημασία, δίνουν, ωστόσο, μια αρνητική πείρα, που το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα οφείλει να λάβει υπόψη και να μελετήσει προσεχτικά. Το πιο σημαντικό ζήτημα, που πρέπει να μελετηθεί, είναι το πως έγινε δυνατό να πραγματοποιηθεί στη Σοβιετική Ένωση η ρεβιζιονι-στική ανατροπή, είναι το ποιες συνθήκες επέτρεψαν στο Χρου-στσιώφ να σφετεριστεί την κομματική και την κρατική καθοδήγηση της ΕΣΣΔ και να εφαρμόσει το ρεβιζιονιστικό του πρόγραμμα.

96. Λαμπρός προλετάριος επανάστασης ηγέτης, που πήρε επάξια τη θέση του δίπλα στους μεγάλους αρχηγούς του διεθνούς προλεταριάτου Μαρξ-‘Ενγκελς-Λένιν-Στάλιν, υπήρξε και ο Μάο Τσετούνγκ.

Ο Μάο Τσετούνγκ οδήγησε στη νίκη τη Μεγάλη Κινέζικη Επανάσταση και προώθησε ορμητικά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην Κίνα. Έδωσε πολλά καινούργια πράγματα στο μαρξισμό και πρώτα-πρώτα τη θεωρία του για τη συνέχιση της επανάστασης κάτω από τη διχτατορία του προλεταριάτου. Ξαπόλυσε τη Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση και το μεγάλο κίνημα κριτικής του σύγχρονου ρεβιζιονισμού στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Βοήθησε τον επαναστατικό απελευθερωτικό αγώνα των λαών και έδωσε μια τεράστια συνεισφορά στο σωστό προσανατολισμό της πάλης των λαών, με τα επιστημονικά συμπεράσματα, που διατύπωσε, για τη σημερινή διεθνή κατάσταση, για τις αντιθέσεις του σύγχρονου κόσμου και για τις μέθοδες της επίλυσης τους. Με όλο το θεωρητικό και πραχτικό έργο του, ο Μάο Τσετούνγκ έδωσε μια ασύγκριτη συνεισφορά στην υπόθεση της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης.

Η Κινέζικη Επανάσταση, που εμπνευστής, καθοδηγητής και αρχηγός της υπήρξε ο Μάο Τσετούνγκ, στάθηκε το μεγαλύτερο, κοσμοϊστορικής σημασίας, γεγονός ύστερα από την Οχτωβριανή Επανάσταση. Αποτέλεσε ένα έξοχο παράδειγμα σωστού συνδυασμού της γενικής αλήθειας του μαρξισμού-λενινισμού με τη συγκεκριμένη πραχτική μιας χώρας και πρόσθεσε στις εμπειρίες της Οχτωβριανής Επανάστασης νέες, γενικής σημασίας, εμπειρίες, χρήσιμες για όλο το διεθνές επαναστατικό κίνημα. Οι δημιουργικές πρωτοτυπίες της έδειξαν νέους δρόμους για το απελευθερωτικό κίνημα των λαών της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, αλλά πρόσφεραν, επίσης, σημαντική βοήθεια και στο επαναστατικό κίνημα της εργατικής τάξης των καπιταλιστικών χωρών.

Όπως στην περίπτωση του Στάλιν και της ΕΣΣΔ, έτσι και στην περίπτωση του Μάο Τσετούνγκ και της Κίνας, πλάι στο θετικό έργο, που αποτέλεσε το κύριο χαραχτηριστικό, υπήρξαν και αρνητικές εμπειρίες, που πρέπει να μελετηθούν προσεχτικά. Πρέπει προπαντός να μελετηθεί το ζήτημα για το πως έγινε δυνατό η ρεβιζιονιστική κλίκα του Τένγκ Χσιάο-Πίνγκ να σφετεριστεί την καθοδήγηση του ΚΚ Κίνας και της Λ.Δ. Κίνας.

97. Οι μαρξιστές-λενινιστές έκαναν πάντα μια υψηλή εκτίμηση για το επαναστατικό έργο του Στάλιν και του Μάο Τσετούνγκ, όμως, ποτέ δεν τους θεώρησαν αλάνθαστους. Αντίθετα, χρησιμοποιώντας σωστά τη μαρξιστική μέθοδο έρευνας και κριτικής, προσπάθησαν να εντοπίσουν και τα λάθη τους. Ωστόσο, η κριτική των μαρξιστών-λενινιστών, είχε εντελώς διαφορετικό χαραχτήρα από την κριτική των ρεβιζιονιστών. Κριτικάροντας τον Στάλιν και τον Μάο Τσετούνγκ, οι ρεβιζιονιστές ήθελαν να απορρίψουν το μαρξισμό-λενινισμό, ενώ ο σκοπός της κριτικής των μαρξιστών-λενινιστών ήταν να αποκαλυφθούν και να διορθωθούν τα πραγματικά λάθη που είχαν διαπραχθεί, να εξαλειφθούν τα αρνητικά φαινόμενα που είχαν εμφανιστεί στο παρελθόν και έτσι ακριβώς να ενισχυθεί η υπόθεση του μαρξισμού-λενινισμού και να δοθεί μια νέα ορμή στο επαναστατικό κίνημα.

Στην περίοδο της σκληρής ιδεολογικής αντιπαράθεσης με τους χρουστσιωφικούς αποστάτες της επανάστασης, όταν έπρεπε να χαραχθεί με απόλυτη σαφήνεια η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο μαρξισμό-λενινισμό και στο ρεβιζιονιμό, το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα είχε υιοθετήσει μια αυστηρή στάση, θεωρώντας την υπεράσπιση του βασικού έργου του Στάλιν και του Μάο Τσετούνγκ, σαν ένα αρχιακό ζήτημα και εφαρμόζοντας τη θέση πως η απόρριψη του έργου αυτού είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του μαρξιστή-λενινιστή. Αυτή ήταν και εξακολουθεί να είναι και σήμερα, μια περά για πέρα σωστή θέση, γιατί ο αντισταλινισμός και ο αντιμαοϊσμός πραγματικά δε μπορούν να συμβιβαστούν με το μαρξισμό-λενινισμό. Ωστόσο, στην πράξη, παρουσιάστηκαν, στο παρελθόν, κάποιες λαθεμένες εφαρμογές αυτής της σωστής γενικά θέσης και μερικές φορές μια έντονη κριτική στο έργο του Στάλιν, ή του Μάο Τσετούνγκ θεωρήθηκε σαν απόρριψη του βασικού έργου τους. Στην πραγματικότητα, στις περιπτώσεις αυτές, μπερδεύτηκε η κριτική των μαρξιστών-λενινιστών με την κριτική των ρεβιζιονιστών και μετατοπίστηκε η αναγκαία διαχωριστική γραμμή, έτσι που εντάχθηκαν στη ρεβιζιονιστική κριτική, παρατηρήσεις και προβληματισμοί, που θα ήταν θεμιτό να αναπτυχθούν από μαρξιστές-λενινιστές.

Στα τελευταία, ιδιαίτερα, χρόνια, προχώρησαν ακόμα περισσότερο διάφοροι προβληματισμοί και πολλοί άνθρωποι, που δεν έπαψαν να εφαρμόζουν το μαρξισμό-λενινισμό, διατύπωσαν και άλλες κριτικές παρατηρήσεις για το έργο του Στάλιν και του Μάο Τσετούνγκ. Απέναντι στην τάση αυτή δεν θα έπρεπε να υιοθετήσουμε μια επιφυλακτική στάση, αλλά θα έπρεπε να καταβάλουμε τις αναγκαίες προσπάθειες για το σωστό προσανατολισμό της.

Στην πραγματικότητα, η πλήρης και ολοκληρωμένη αξιολόγηση της πείρας της Σ.Ε. και της Κίνας και ειδικά η σωστή επισήμανση και αξιολόγηση των υπηρεσιών και των λαθών του Στάλιν και του Μάο Τσετούνγκ θα απαιτήσει μια μακρόχρονη πορεία έρευνας και ελέγχου των συμπερασμάτων στην πράξη. Μέσα από συνειδητές και συστηματικές προσπάθειες και με τη συμβολή, πρώτα-πρώτα, των κομμουνιστών της Σοβιετικής ‘ Ενωσης και της Κίνας, το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα σίγουρα θα δώσει στο μέλλον τις απαραίτητες σωστές απαντήσεις στο ζήτημα αυτό.

Ωστόσο, αυτή η εκτίμηση δεν θα έπρεπε να οδηγήσει στο σταμάτημα της μελέτης και της κριτικής σήμερα. Αντίθετα, το κόμμα, έχοντας στραμμένη την κύρια προσοχή του στην πραχτική δουλειά για την αντιμετώπιση των επίκαιρων προβλημάτων του κινήματος, οφείλει, ταυτόχρονα, να ενθαρρύνει και να οργανώσει και κατευθύνει την ατομική και τη συλλογική έρευνα για τις σημαντικές αυτές πλευρές της περασμένης δράσης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, γιατί μια τέτοια έρευνα θα βοηθήσει αναμφίβολα τη βελτίωση της τωρινής δουλειάς μας και θα μας κάνει πιο ικανούς στην απόκρουση των αντισοσιαλιστικών επιθέσεων της αστικής τάξης και του ρεβιζιονισμού.

98. Κατά τις έρευνες μας για το παρελθόν του κομμουνιστικού κινήματος, πρέπει να προβάλλουμε ορισμένα κριτήρια έτσι ώστε να ξεχωρίζει με σαφήνεια η μαρξιστική-λενινιστική κριτική από την αστικο-ρεβιζιονιστική κριτική. Πιστεύουμε, πως τα κριτήρια αυτά πρέπει να είναι τα ακόλουθα:

Πρώτο, πρέπει να ξεκινούμε από το θεμελιακό συμπέρασμα, που πρόβαλε κιόλας η επαναστατική πράξη, για την ορθότητα του βασικού δρόμου της Οχτωβριανής επανάστασης, της κινέζικης επανάστασης και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος γενικά και να επιβεβαιώνουμε αυτό το συμπέρασμα και με τις δικές μας έρευνες.

Δεύτερο, ξεκινώντας από τη βασική θέση, πως η γενική γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος ήταν σωστή, στον καιρό, που επικεφαλής αυτού του κινήματος ήταν ο Στάλιν και ο Μάο Τσετούνγκ, αντίστοιχα, πρέπει ταυτόχρονα, να μη θεωρούμε σαν «τελειωμένη» την κριτική εκτίμηση για το παρελθόν του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και σαν οριστικά και πλήρη όλα τα συμπεράσματα, που έχουν ως τώρα διατυπωθεί για επιμέρους πλευρές της περασμένης δράσης του και για διάφορα σημαντικά προβλήματα που είχαν ανακύψει στην πορεία αυτής της δράσης. Αυτό σημαίνει, πως θα είμαστε ανοιχτοί σε κάθε νέα προσέγγιση αυτών των προβλημάτων, με τον όρο πως αυτή η προσέγγιση θα είναι πιο κοντά στην αλήθεια και θα μας πλουτίζει με καλύτερα συμπεράσματα.

Ο δογματισμός οποιασδήποτε μορφής είναι απαράδεκτος κι αυτό ισχύει και για τη στάση μας απέναντι στο παρελθόν. Αν εμφανιστούν στις γραμμές μας νέες ιδέες, νέες απόψεις, διαφορετικές απ’ αυτές που θα έχει υιοθετήσει το κόμμα, δε θα πρέπει να ανησυχήσουμε και προπαντός δεν θα πρέπει να τις απορρίψουμε χωρίς κριτική ανάλυση. Και βέβαια, σε κάθε περίπτωση, το κόμμα οφείλει να έχει και θα έχει τις δικές του θέσεις. Αλλά, η διαφωνία με κάποια από τις θέσεις αυτές δε μπορεί να θεωρείται αμάρτημα κι ούτε να αποτελεί λόγο αποκλεισμού από το Κόμμα αυτού που διαφωνεί. Ορισμένες διαφωνίες γύρω από τον τρόπο που εφαρμόστηκε στη Σ.Ε. ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός στον καιρό του Στάλιν ή γύρω από τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε στην Κίνα η Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση στον καιρό του Μάο Τσετούνγκ, δε μπορούν να σημαίνουν αυτόματα απόρριψη του Στάλιν και του Μάο Τσετούνγκ και του βασικού δρόμου που ακολούθησε η σοσιαλιστική επανάσταση στη Σ.Ε. και στην Κίνα. Κάθε σύντροφος θα πρέπει να κρίνεται από το σύνολο των τοποθετήσεων του στα προβλήματα αυτά και προπαντός από τη στάση του απέναντι στα καθήκοντα που προβάλλει η ταξική πάλη στην Ελλάδα, σήμερα.

Τρίτο, πρέπει να μη μπερδέψουμε την ενθάρρυνση της σοβαρής έρευνας για το παρελθόν του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και τις εμπειρίες της σοσιαλιστικής επανάστασης και οικοδόμησης στη Σ.Ε. και στην Κίνα, με την τάση εκείνη που εκδηλώνεται σήμερα και στη χώρα μας, — κάτω και από την έντονη επίδραση παρόμοιων ρευμάτων της Δ. Ευρώπης, — και που θέλει να ξεψα-χνίσει «τα ιερά και τα όσια» του κομμουνιστικού κινήματος, λαθο-λογώντας άσκοπα, ανεύθυνα, πρόχειρα και ατεκμηρίωτα και καταλήγοντας σε μηδενιστικές κρίσεις για το σοσιαλισμό και σε εντελώς ηττοπαθείς και απαισιόδοξες προβλέψεις για το μέλλον του κινήματος.

Πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τα όρια, τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην κριτική των ρεβιζιονιστών και στην κριτική των μαρξιστών-λενινιστών, συμπεριλαβαίνοντας στη ρεβιζιονι-στική κριτική όχι μόνο τις κριτικές του Χρουστσιώφ για το Στάλιν και του Τένγκ Χσιάο-Πίνγκ για τον Μάο Τσετούνγκ αλλά, επίσης, και όλες εκείνες τις απόψεις και αποψούλες που και μέσα από τις γραμμές του μαρξιστικού-λενινιστικού μας κινήματος σήμερα, κάτω από το πρόσχημα της κριτικής των λαθών του Στάλιν και του Μάο Τσετούνγκ, προσπαθούν να αναθεωρήσουν τις βασικές αρχές του κινήματος μας και να προωθήσουν μια δεξιά οππορτουνιστική και λιγκβινταριστική πλατφόρμα.

Τέταρτο, πρέπει, κατά τις έρευνες μας για το παρελθόν του κομμουνιστικού κινήματος, να εφαρμόσουμε τη μαρξιστική-διαλεχτική μέθοδο, που απαιτεί την ολόπλευρη εξέταση κάθε φαινομένου. Κι αυτό σημαίνει, πως μελετώντας το παρελθόν, δε μπορούμε να έχουμε στραμμένη την προσοχή μας μονόπλευρα στην αναζήτηση απλά και μόνο των λαθών που διαπράχτηκαν, αλλά οφείλουμε να στραφούμε, επίσης και μάλιστα κατά κύριο λόγο, στην επισήμανση και αντικειμενική αλλά θαρραλέα προβολή όλων των επιτευγμάτων του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Πρέπει να ξαναφέρουμε στο φως όλα εκείνα τα θαυμάσια, λαμπρά και αληθινά μεγάλα που πραγματοποίησε στο παρελθόν το κομμουνιστικό κίνημα και που ο ρεβιζιονισμός προσπάθησε να τα συκοφαντήσει και να τα θάψει. Να μελετήσουμε και να γνωρίσουμε σε βάθος, βήμα το βήμα και σημείο προς σημείο, όλες εκείνες τις μεγαλειώδεις καταχτήσεις που πέτυχαν, η Σ.Ε. στον καιρό του Λένιν και του Στάλιν και η Κίνα στον καιρό του Μάο Τσετούνγκ, σημαίνει να εξοπλιστούμε με πολύ δυνατά όπλα για τους σημερινούς αγώνες μας και να γίνουμε πιο ικανοί για την απόκρουση των εχθρικών επιθέσεων. Μια τέτοια, σωστή και λεπτομερειακή γνώση για το παρελθόν του κινήματος μας, θα μας επιτρέψει να ανατρέψουμε και να ξεσκεπάσουμε όλες τις αντισοσιαλιστικές θεωρίες που διαδίδονται σήμερα από τους ρεβιζιονιστές και οππορτουνι-στές κάθε απόχρωσης και που ποντάρουν στην άγνοια ή στην κακή πληροφόρηση των νέων κύρια ανθρώπων.

Οι ρεβιζιονιστές προσπάθησαν να κάνουν τους κομμουνιστές να ντρέπονται για την ιστορία τους, αλλά η ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος αποτελεί την πιο λαμπρή σελίδα όλης της παγκόσμιας ιστορίας κι αυτή τη μεγάλη αλήθεια έχουμε χρέος να τη διαδόσουμε επίμονα, θαρραλέα και αποφασιστικά.

Πέμπτο, πρέπει, ενθαρρύνοντας τη σοβαρή έρευνα για το παρελθόν, να προφυλαχτούμε από το υπερφίαλο εκείνο πνεύμα που κάνει τους ανθρώπους να νομίζουν πως όλα τα ξέρουν και να παραμείνουμε σεμνοί και μετριόφρονες. Πρέπει να έχουμε σαφή συνείδηση των περιορισμένων δυνατοτήτων μας, τόσο από πλευράς ικανοτήτων και θεωρητικο-πολιτικών γνώσεων, όσο και από πλευράς κατοχής όλων των απαραίτητων στοιχείων και ντοκουμέντων, για μια ολοκληρωμένη μελέτη της ιστορίας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και να μη νομίζουμε πως διαβάζοντας μερικά βιβλία και αποστηθίζοντας μερικά τσιτάτα του Μαρξ ή του Λένιν, μπορούμε να «διορθώσουμε» τον Στάλιν και τον Μάο Τσετούνγκ. Δεν είμαστε ο ομφαλός του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, όπως ανόητα έχουν πιστέψει μερικοί, διαλαλώντας βροντερά τις «επιστημονικές» κριτικές και «ανακαλύψεις» τους για το παρελθόν, αλλά ένα από τα χιλιάδες μικρά, και, φυσικά, απαραίτητα γρανάζια της παγκόσμιας επαναστατικής μηχανής. Ας κρατήσουμε, λοιπόν, τη θέση που μας ταιριάζει, με κάθε σοβαρότητα. Κι ας φροντίσουμε να μάθουμε, πρώτα, σωστά την ιστορία του δικού μας κινήματος και προπαντός, να μελετήσουμε τα σημερινά του προβλήματα.

Λιγότερες θεωρητικολογίες για την ιστορία του σοσιαλισμού στη Σ.Ε. και στην Κίνα και περισσότερες πραχτικές μελέτες για τα προβλήματα του ελληνικού κινήματος, αυτή πρέπει να είναι η βασική μας κατεύθυνση. Χωρίς να υποτιμούμε τις εμπειρίες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη Σ.Ε. και στην Κίνα, πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας πρωταρχικά στα προβλήματα της δικής μας χώρας και στην επεξεργασία του δικού μας σοσιαλιστικού μοντέλου, αυτού που, υπολογίζοντας τις γενικές θετικές και αρνητικές εμπειρίες των άλλων χωρών, θα στηρίζεται, πριν απ’ όλα, στις ανάγκες και στις δυνατότητες της νεοελληνικής κοινωνίας.

β’ Η διδασκαλία του μαρξισμού-λενινισμού και η σκέψη Μάο Τσε-τούνγκ

 

99. Ο Μάο Τσετούνγκ υπήρξε ένας μεγάλος θεωρητικός του μαρξισμού. Συνδέοντας τη γενική αλήθεια του μαρξισμού-λενινισμού με τη συγκεκριμένη πραχτική της κινέζικης επανάστασης και της παγκόσμιας επανάστασης, συνέχισε, διαφύλαξε και ανάπτυξε το μαρξισμό-λενινισμό στους τομείς της φιλοσοφίας, της πολιτικής οικονομίας και του επιστημονικού σοσιαλισμού. Γενικεύοντας την πείρα του επαναστατικού κινήματος, ο Μάο Τσετούνγκ διατύπωσε μια ολόκληρη σειρά από νέες θέσεις και νέα συμπεράσματα, που αποτέλεσαν ακριβώς μια δημιουργική ανάπτυξη του μαρξισμού-λενινισμού και πλούτισαν σημαντικά την προλεταριακή κοσμοθεωρία. Το θεωρητικό έργο του Μάο Τσετούνγκ κατάχτησε την παγκόσμια αναγνώριση και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα δίκαια τον κατέταξε στη σειρά των κλασσικών του μαρξισμού.

Οι κινέζοι σύντροφοι, για να αποδόσουν ακριβώς αυτά τα νέα πράγματα, που πρόσφερε ο Μάο Τσετούνγκ, χρησιμοποίησαν τον όρο «σκέψη Μάο Τσετούνγκ» και για να δείξουν πως η σκέψη αυτή αποτελεί την άμεση συνέχεια του μαρξισμού-λενινισμού στην εποχή μας καθιέρωσαν τη διατύπωση «μαρξισμός-λενινισμός-σκέψη Μάο Τσετούνγκ». Η διατύπωση αυτή προβλήθηκε ιδιαίτερα στα χρόνια της Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα και στην πορεία του αγώνα ενάντια στο σύγχρονο διεθνή ρεβιζιονισμό, όταν ο Μάο Τσετούνγκ στάθηκε ο κυριότερος εκπρόσωπος της σωστής προλεταριακής μαρξιστικής-λενινιστικής γραμμής τόσο στο ΚΚΚίνας, όσο και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Η διατύπωση αυτή καθιερώθηκε πλατειά και από τα μαρξιστικά-λενινιστικά κινήματα των διαφόρων χωρών και χρησιμοποιήθηκε, επίσης, από μια περίοδο και ύστερα και στο μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα της Ελλάδας.

Σήμερα, ωστόσο, παίρνοντας υπόψη τις πραγματικές ανάγκες του κινήματος, θεωρούμε πως δεν είναι απαραίτητη η προσθήκη του όρου «σκέψη Μάο Τσετούνγκ» στην κλασσική διατύπωση «μαρξισμός-λενινισμός». Αυτό, με κανένα τρόπο δε σημαίνει μείωση της σημασίας ή υποτίμηση των μεγάλων επαναστατικών ιδεών, που πρόβαλε ο Μάο Τσετούνγκ. Θα εξακολουθούμε πάντα να θεωρούμε τις ιδέες αυτές σαν καθοδηγητικά όπλα στον αγώνα μας και δε θα πάψουμε να αναφέρουμε τον Μάο Τσετούνγκ ανάμεσα στους κλασσικούς του μαρξισμού. Αν, όμως, ο όρος «μαρξισμός-λενινισμός» περιλαβαίνει και τη μεγάλη συνεισφορά του Στάλιν στην επαναστατική θεωρία, χωρίς την προσθήκη, στον όρο αυτό, της διατύπωσης «σταλινισμός», τότε ο όρος αυτός μπορεί, επίσης, να εκφράζει σήμερα και τη μεγάλη συνεισφορά του Μάο Τσετούνγκ στην επαναστατική θεωρία, χωρίς να είναι απαραίτητη η προσθήκη σ’ αυτόν της διατύπωσης «σκέψης Μάο Τσετούνγκ». Γι’ αυτό, αντί για τη διατύπωση «μαρξισμός-λενινισμός-σκέψη Μάο Τσετούνγκ», που γεννήθηκε από συγκεκριμένες ιδιομορφίες της ταξικής πάλης στην Κίνα και έπαιξε έναν ιστορικά αναγκαίο ρόλο σε μια καθορισμένη φάση του παγκόσμιου αγώνα για την υπεράσπιση του μαρξισμού-λενινισμού από τις επιθέσεις του σύγχρονου ρεβιζιονισμού, το Κόμμα μας θα χρησιμοποιεί τον όρο «μαρξισμός-λενινισμός».

γ’ Η εξέλιξη της κατάστασης στην Κίνα και στην Αλβανία

100. Ύστερα από την ολοκληρωτική επικράτηση του ρεβιζιονισμού στην καθοδήγηση του Κ.Κ. Κίνας, στην Κίνα άρχισε ένα προτσές καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Αυτό συνδέεται με μια σειρά συγκεκριμένα μέτρα που άρχισε να εφαρμόζει η ρεβιζιονι-στική καθοδήγηση και που τείνουν στην ανατροπή των σοσιαλιστικών αρχών οικοδόμησης της κινέζικης κοινωνίας και στην εισαγωγή νέου τύπου καπιταλιστικών κατευθύνσεων.

Η ρεβιζιονιστική ανατροπή στην καθοδήγηση του ΚΚ Κίνας οδήγησε την Κίνα στο προτσές της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, αλλά αυτό το προτσές κάθε άλλο παρά απρόσκοπτα συντελείται. Στην Κίνα, ύστερα από την 3η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΚ του 1978 εκδηλώθηκε μια πλατειά και ενεργητική αντίσταση των κομμουνιστών, αλλά και πλατειών στρωμάτων του λαού, στη νέα ρεβιζιονιστική γραμμή. Από τότε και ως τα σήμερα, η πάλη ανάμεσα στο μαρξισμό-λενινισμό και στο ρεβιζιονισμό, η πάλη ανάμεσα στο σοσιαλιστικό δρόμο και στον καπιταλιστικό δρόμο, δεν έπαψε ούτε στιγμή, προσλαμβάνοντας μάλιστα, περιοδικά, έντονες μορφές. Τα μαζικά τρομοκρατικά μέτρα που πήρε τελευταία η κυρίαρχη ρεβιζιονιστική κλίκα και η διακήρυξη της πρόθεσης της για τον αποκλεισμό από το ΚΚΚ τριών εκατομμυρίων μελών, που είχαν δραστήρια συμβολή στη Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση, επιβεβαιώνουν χτυπητά αυτό το συμπέρασμα.

101. Σοβαρές αλλαγές έχουν επέλθει, επίσης, στα τελευταία χρόνια στην πολιτική του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας. Ωστόσο, αυτές οι αλλαγές αναφέρονται κύρια στους εξοπερικούς προσανατολισμούς της χώρας και δεν είχαν άμεσες επιπτώσεις στο εσωτερικό κοινωνικό επίπεδο.

Χωρίς αμφιβολία, η εφαρμογή από το ΚΕΑ μιας συμφιλιωτικής-οππορτουνιστικής πολιτικής απέναντι στο σοβιετικό σοσιαλιμπε-ριασμό νοθεύει την υπόθεση του σοσιαλισμού, υπονομεύει τις βάσεις για την άσκηση μιας συνεπούς επαναστατικής πολιτικής και μακροπρόθεσμα δημιουργεί τον κίνδυνο της απώλειας των σοσιαλιστικών καταχτήσεων του αλβανικού λαού. Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, που έπεσαν κάτω από την επιρροή του σοβιετικού ρεβιζιονισμού, οδηγήθηκαν τελικά κι αυτές στην καπιταλιστική παλινόρθωση. Αυτό το ιστορικό δίδαγμα οφείλουμε να το συγκρατούμε σταθερά στη μνήμη μας. Ωστόσο, επισημαίνοντας τον κίνδυνο αυτό, δε θα έπρεπε να παραγνωρίσουμε το πραγματικό γεγονός, πως η Αλβανία εξακολουθεί να είναι σήμερα μια χώρα σοσιαλιστική.

Στην Αλβανία, παρά τα αρνητικά φαινόμενα που παρουσιάζονται στην οργάνωση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, την τάση της ανάπτυξης μιας γραφειοκρατίας και άλλα, ούτε διατυπώθηκαν ούτε εφαρμόστηκαν νεοκαπιταλιστικές θεωρίες, όπως αυτό συνέβηκε στην Κίνα. Επομένως, εδώ παραμένουν οι βασικές δομές της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Οι μαρξιστές-λενινιστές δε θα πρέπει να παρασυρθούν σε βιαστικές και ανεύθυνες κρίσεις, αφαιρώντας από την Αλβανία τον χαραχτηρισμό της σοσιαλιστικής χώρας, αλλά και δε θα πρέπει να παραιτηθούν από την καταγγελία όλων εκείνων των εκδηλώσεων που συνιστούν την τωρινή οππορτουνιστική παρέκλιση στην πολιτική της καθοδήγησης του ΚΕΑ. Αυτό αποτελεί την καλύτερη βοήθεια που μπορούμε να προσφέρουμε στον αλβανικό λαό και στους αλβανούς κομμουνιστές, στην πάλη τους για τη διατήρηση και περιφρούρηση των καταχτήσεων της σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην Αλβανία.

δ’ Να στηριζόμαστε στις δικές μας δυνάμεις και να εφαρμόζουμε σταθερά τον προλεταριακό διεθνισμό

102. Το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα της Ελλάδας, που γεννήθηκε από τις ανάγκες της ταξικής πάλης στη χώρα μας, πριν απ’ όλα, αναπτύχθηκε ταυτόχρονα σαν ένα αναπόσπαστο τμήμα του διεθνούς μαρξιστικού-λενινιστικού κομμουνιστικού κινήματος. Από τη σχέση του αυτή με το διεθνές κίνημα, το δικό μας κίνημα πήρε μια τεράστια ιδεολογική και πολιτική βοήθεια, αλλά, επίσης, δέχθηκε και ορισμένες αρνητικές επιδράσεις.

Όταν το Κ.Κ. Κίνας και το Κ.Ε. Αλβανίας, — που αντικειμενικά έπαιζαν πρωτοπορειακό ρόλο στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, — εφάρμοζαν τη σωστή προλεταριακή γραμμή, αυτό βοηθούσε αφάνταστα και τη δική μας πάλη, ενώ όταν, στα κόμματα αυτά, επικράτησε αυτής ή της άλλης μορφής η οππορτουνιστική παρέκκλιση και στο δικό μας κίνημα δημιουργήθηκαν τρανταγμοί και εκδηλώθηκαν πολύ αρνητικές συνέπειες.

Παίρνοντας υπόψη τις ιδιόμορφες, εσωτερικές και διεθνείς, συνθήκες, που μέσα σ’ αυτές διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα της Ελλάδας, μπορούμε να πούμε πως, ως ένα βαθμό, ήταν αναπόφευκτο να δεχθεί τις αρνητικές επιδράσεις από τις ανατροπές που συντελέστηκαν στο ΚΚΚ και στο ΚΕΑ. Ωστόσο, δεν ήταν καθόλου αναπόφευκτο αυτές οι επιδράσεις να πάρουν το χαραχτήρα βαθειών τρανταγμών και να προκαλέσουν σοβαρές διαλυτικές καταστάσεις, σε ορισμένες περιπτώσεις. Κι αυτό έχει σχέση με τον τρόπο που οικοδομήθηκε το ίδιο το κίνημα μας.

Οι γενικές αδυναμίες και τα λάθη που σημειώθηκαν στην οικοδόμηση του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος της Ελλάδας, δεν του επέτρεψαν να δημιουργήσει μια ισχυρή αυτόνομη βάση, έτσι ώστε να μη επηρεάζεται και κλυδωνίζεται από τις αλλαγές στην πολιτική του ΚΚΚ και του ΚΕΑ. Και χωρίς να υποτιμήσουμε τη σημασία της σωστής στάσης, που όφειλε να υιοθετεί κάθε φορά το κίνημα μας απέναντι στην πολιτική του ΚΚΚ και του ΚΕΑ, πρέπει να πούμε πως ορισμένοι εσωτερικοί αγώνες στο δικό μας κίνημα επηρεάστηκαν αρνητικά ακριβώς από τις αλλαγές και τις διακυμάνσεις της πολιτικής αυτών των δυο κομμάτων. Με τη μια ή την άλλη μορφή, σ’ αυτή ή στην άλλη κατεύθυνση, δόθηκε συχνά μια τόση βαρύτητα και προσοχή στα προβλήματα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, ώστε να υποτιμηθούν τα ουσιαστικά προβλήματα της εσωτερικής ανάπτυξης του κινήματος μας και να μη δοθεί η προσοχή που έπρεπε στη μελέτη ακριβώς αυτών των προβλημάτων.

Από την αρχή της εμφάνισης του, αλλά και στις επόμενες περίοδες, το κίνημα μας στάθηκε βασικά σωστά, στις θέσεις του προλεταριακού διεθνισμού και υποστήριξε τον αρχιακό αγώνα του ΚΚΚ και του ΚΕΑ ενάντια στο σύγχρονο ρεβιζιονισμό, χωρίς να ταυτίσει αυτή την υποστήριξη με μια τυφλή αποδοχή κάθε .θέσης ή απόφασης των δυο αυτών κομμάτων. Αντίθετα, διατήρησε τη σοβαρή και ανεξάρτητη θέση του, διατυπώνοντας τίμια και καθαρά τις διαφωνίες του προς τα αδελφά αυτά κόμματα σε μια σειρά σημαντικά ζητήματα. Ωστόσο και παρά τη γενική αυτή κατεύθυνση, στο ζήτημα των σχέσεων του κινήματος μας με το διεθνές κίνημα, εκδηλώθηκαν στις γραμμές μας δυο λαθεμένες τάσεις. Η μια, ήταν η τάση του ακολουθητισμού και η άλλη, ήταν η τάση της εθνικής απομόνωσης.

Οι φορείς του ακολουθητισμού, ξεκινώντας από μια δογματική κατανόηση της διεθνούς πείρας, υιοθετούσαν άκριτα όλες τις θέσεις των αδελφών κομμάτων της Κίνας ή της Αλβανίας, χωρίς να υποβάλουν τις θέσεις αυτές σε μια προηγούμενη κριτική ανάλυση και προσπαθούσαν να τις μεταφέρουν μηχανικά στις συνθήκες του δικού μας κινήματος. Αντίθετα, οι φορείς της εθνικής απομόνωσης, στο όνομα της ανεξαρτησίας, έφταναν στην ουσιαστική άρνηση της διεθνούς πείρας και προσπαθούσαν να αποκόψουν το κίνημα μας από την οικογένεια των αδελφών μαρξιστικών-λενινιστικών κομμάτων. Σήμερα, όταν έχει συντελεστεί μια οππορτουνιστική ανατροπή στην πολιτική του ΚΚΚ και του ΚΕΑ κι έχει, αντικειμενικά, υποχωρήσει η τάση του ακολουθητισμού, ιδιαίτερη διάδοση παίρνει η αντίληψη «να μη ασχολούμαστε πια με τα διεθνή και με το τι κάνουν οι άλλοι και να κυττάζουμε μόνο τα δικά μας, τα ελληνικά προβλήματα».

Σίγουρα, παίρνοντας υπόψη τις αρνητικές εμπειρίες του παρελθόντος και εκτιμώντας σωστά την τωρινή κατάσταση του διεθνούς κινήματος, οφείλουμε να στρέψουμε την κύρια προσοχή μας στη μελέτη και την αντιμετώπιση των εσωτερικών προβλημάτων του κινήματος μας. Αλλά αυτό, με κανέναν τρόπο δε θα πρέπει να οδηγήσει στο «να μη ασχολούμαστε με το τι κάνουν οι άλλοι», δηλαδή τα κινήματα των άλλων χωρών, πράγμα που θα ισοδυναμούσε με άρνηση του διεθνισμού.

103. Το κίνημα μας είναι από την ίδια τη φύση του διεθνιστικό και έχουμε ζωτική ανάγκη από τη διεθνή πείρα. Η ίδια η μαρξιστική-λενινιστική θεωρία είναι ακριβώς η γενίκευση της πείρας του διεθνούς εργατικού κινήματος. Επομένως, «να μη ασχολούμαστε με το τι κάνουν οι άλλοι» σημαίνει, πραχτικά, να ξεκόψουμε από τις ίδιες τις πηγές του κινήματος μας. Από την άλλη πλευρά, σήμερα, όταν στο ΚΚΚ, στο ΚΕΑ και σε μια σειρά κόμματα άλλων χωρών, έχει επικρατήσει ο οππορτουνισμός, ακόμα περισσότερο προβάλλει η ανάγκη της διεθνούς αλληλεγγύης και της αλληλοϋποστήριξης των μαρξιστών-λενινιστών κομμουνιστών των διαφόρων χωρών του κόσμου.

Απορρίπτοντας τις διάφορες λαθεμένες ιδέες και τάσεις, οφείλουμε να προσανατολίσουμε έτσι τη δουλειά μας, ώστε στην πάλη για την απελευθέρωση του λαού μας, να στηριζόμαστε πριν απ’ όλα στις δικές μας δυνάμεις και ταυτόχρονα να επιμείνουμε στην εφαρμογή των αρχών του προλεταριακού διεθνισμού. Αυτό σημαίνει να δημιουργήσουμε ένα ισχυρό και αυτόνομο επαναστατικό κίνημα στον τόπο μας, που ενώ θα διατηρεί και θα αναπτύσσει τους διεθνιστικούς δεσμούς του με τα άλλα τμήματα του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος, θα διαφυλάξει ταυτόχρονα την ανεξαρτησία του, την ικανότητα του να χαράζει τη γραμμή και τα καθήκοντα του με ανεξάρτητο τρόπο. Σημαίνει, να αποχτήσουμε πλήρη ιδεολογική αυτοδυναμία, έτσι ώστε το κίνημα μας, ενώ θα ξέρει να αξιοποιεί δημιουργικά τις θεωρητικές γενικεύσεις και τις πολιτικές εμπειρίες άλλων κινημάτων, δε θα αφήνεται, ωστόσο να επηρεάζεται ή να κλυδωνίζεται από τα ζιγκ-ζαγκ και τις παλινδρομήσεις του επαναστατικού κινήματος άλλων χωρών. Αυτό απαιτεί να δεθούμε γερά με τον τόπο μας και με τα προβλήματα του και να έχουμε σαν κύριο προσανατολισμό την πραγματοποίηση της επανάστασης στη χώρα μας. Προωθώντας την επαναστατική υπόθεση του λαού μας, συμβάλλουμε και στην προώθηση της υπόθεσης της παγκόσμιας επανάστασης.

Κεφάλαιο δέκατο Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΚΕ

α’ Ενάντια στη μονομέρεια

104. Σημαντικό ζήτημα, που γύρω απ’ αυτό διεξάγονται σήμερα πολλές συζητήσεις και αναπτύσσονται διάφορες απόψεις στις γραμμές του κινήματος μας, είναι το ποια στάση πρέπει να υιοθετήσουμε απέναντι στην ιστορία του ΚΚΕ, τι πρέπει να πάρουμε από την πείρα του και τι να απορρίψουμε.

Ορισμένοι, αν και κριτικάρουν την ιστορία του ΚΚΕ από τα «αριστερά», φτάνουν στα ίδια εκείνα «συμπεράσματα», που πρόβαλαν στο παρελθόν οι πιο αχαλίνωτοι δεξιοί οππορτουνιστές-ρεβιζιονιστές. Αυτοί απορρίπτουν συνολικά όλη την ιστορία και την πείρα του ΚΚΕ σαν αρνητική και κηρύχνουν την καταδίκη των «σταλινικού τύπου κομμάτων», όπως θεωρούν πως ήταν και το ΚΚΕ ως το 1956. Στην πραγματικότητα, αυτοί αρνούνται την ίδια την αναγκαιότητα ύπαρξης του κομμουνιστικού κόμματος και γι’ αυτό προσπαθούν να αποκόψουν το σύγχρονο μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα απ’ το παλιό ΚΚΕ για να μπορέσουν. Γ.ται

Στην προσπάθεια τους να υπερασπίσουν τη θετική κληρονομιά του παλιού ΚΚΕ από τη μηδενιστική λιγκβινταριστική αυτή τάση, του παλιού ΚΚΕ από τη μονόπλευρη λιγκβινταριστική αυτή τάση, ορισμένοι κομμουνιστές υιοθετούν μια μονόπλευρη στάση απέναντι στο παρελθόν του ΚΚΕ, φτάνουν να μη δέχονται τα λάθη που διαπράχτηκαν σε ορισμένες περίοδες και βλέπουν την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος της Ελλάδας σήμερα, σα μια απλή επιστροφή στην πολιτική του ΚΚΕ ως το 1956. Αυτή είναι μια όχι σωστή στάση, που δεν επιτρέπει τη ζωντανή έρευνα πάνω στην ιστορία του ΚΚΕ και την εξαγωγή ολόπλευρων και σωστών συμπερασμάτων, από την έρευνα αυτή.

Απέναντι στην περασμένη δράση του ΚΚΕ οι μαρξιστές-λενινιστές οφείλουν να υιοθετήσουν μια σοβαρή και αντικειμενική στάση. Η ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος της Ελλάδας δίνει μια πλούσια πείρα, τόσο θετική, όσο και αρνητική, που οφείλουμε να τη μελετήσουμε βαθειά και να την αξιοποιήσουμε σωστά στους μελλοντικούς αγώνες και ειδικά στην πάλη για την οικοδόμηση του ενιαίου κόμματος των μαρξιστών-λενινιστών.

β’ Πολύτιμα διδάγματα

105. Το πρώτο ζήτημα, που σ’ αυτό πρέπει να δοθεί απάντηση, είναι το ζήτημα αν η δράση του ΚΚΕ ως το 1956, συνολικά παρμένη, ήταν θετική ή αρνητική. Σ’ αυτό το ζήτημα, τα γεγονότα δίνουν μια ξεκάθαρη απάντηση. Παρά τα λάθη που διέπραξε στην πορεία της δράσης του, αυτό που κύρια χαραχτηρίζει το ΚΚΕ ως το 1956 είναι η θετική προσφορά του. Η ισχυρή επίδραση από την προσφορά αυτή φτάνει ως τις μέρες μας και αναμφίβολα θα βάλει τη σφραγίδα της και σ’ όλη τη μελλοντική εξέλιξη του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας.

Με την ίδρυση του και με τη δράση του κοντά τέσσερις δεκαετίες, το ΚΚΕ πρόσφερε τεράστιες και ανεχτίμητες υπηρεσίες στο λαό και στον τόπο μας.

Χάρη στη δουλειά του ΚΚΕ οι ιδέες του μαρξισμού-λενινισμού διαδόθηκαν πλατειά ανάμεσα στην εργατική τάξη και στους άλλους εργαζόμενους της πόλης και του χωριού και τα ιδανικά του σοσιαλισμού κατάχτησαν το νου και τις καρδιές πλατειών λαϊκών μαζών. Το ΚΚΕ πρόβαλε και διάδοσε ανάμεσα στο λαό το πρόγραμμα μιας δημοκρατικής και σοσιαλιστικής αναγέννησης της νεοελληνικής κοινωνίας, δίνοντας έτσι σάρκα στα όνειρα, στις ελπίδες και στους οραματισμούς των προοδευτικών ανθρώπων αυτού του τόπου.

Με τον πρωτοπορειακό ρόλο του στους αγώνες για το ψωμί, τη δουλειά, τη δημοκρατία και την εθνική ανεξαρτησία, το ΚΚΕ πρόσφερε μεγάλες υπηρεσίες στο λαό και στην πατρίδα μας. Το ΚΚΕ γαλούχησε γενεές ολόκληρες με το αγωνιστικό — επαναστατικό πνεύμα, με το πνεύμα της αδιάλλαχτης πάλης ενάντια στον ξένο ιμπεριαλισμό και στους ντόπιους λακέδες του, ενάντια στην πλουτοκρατική ολιγαρχία, την αντίδραση και το φασισμό. Μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ βγήκαν χιλιάδες και χιλιάδες αγωνιστές,. έτοιμοι να δώσουν και τη ζωή τους ακόμα, αν χρειαζόταν, για την υπόθεση του λαού κι αυτοί, με τη σειρά τους, διάδοσαν αυτό το υψηλό αγωνιστικό πνεύμα ανάμεσα στις λαϊκές μάζες, πλούτισαν, δυνάμωσαν και ανάπτυξαν παραπέρα τις αθάνατες και ηρωικές παραδόσεις του λαού μας.

Το ΚΚΕ έγινε ένα μαζικό κόμμα, γιατί μπόρεσε να αναπτύξει μια ποικιλόμορφη και πλούσια δουλειά σύνδεσης με τις λαϊκές μάζες και τα μικρά και μεγάλα προβλήματα τους, γιατί έδειξε μια μεγάλη ικανότητα να αξιοποιεί τις κάθε λογής μαζικές οργανώσεις και να προωθεί μια συστηματική δουλειά ανάμεσα σ’ αυτές, γιατί μπόρεσε να συνδυάζει τους αγώνες για τις άμεσες οικονομικές και πολιτικές απαιτήσεις των μαζών με την πάλη για την ικανοποίηση των γενικών παλλαϊκών και πανεθνικών αιτημάτων.

Το ΚΚΕ έδειξε στο λαό τη σημασία της οργανωμένης πάλης, τη δύναμη της οργάνωσης και καλλιέργησε στα ίδια τα μέλη του την πίστη στην οργάνωση, στο κόμμα. Αυτό έκανε το κόμμα ικανό να δρά σαν έναν οργανωμένο και ενιαίο σύνολο με μεγάλη αποτελεσματικότητα και να πραγματοποιεί στη ζωή τα πιο σύνθετα πολιτικά και πραχτικά καθήκοντα.

Το ΚΚΕ διαπαδαγώγησε τα μέλη του στο πνεύμα της κομμουνιστικής κομματικότητας, που εσήμαινε την ανάπτυξη όλων εκείνων των υψηλών αρετών, που πρέπει να χαραχτηρίζουν τον κομμουνιστή λαϊκό αγωνιστή. Πάνω απ’ όλα, διαπαιδαγώγησε τα μέλη του στο πνεύμα του να βάζουν σε πρώτη μοίρα τα συμφέροντα του κόμματος και σε δεύτερη μοίρα τα ατομικά τους συμφέροντα και έτσι ακριβώς να υποτάσσουν όλη την προσωπική ζωή και δράση τους στην υπόθεση του κόμματος και του λαού.

Σ’ αυτά συμπυκνώνονται μερικά από τα κυριότερα στοιχεία της θετικής κληρονομιάς που παίρνουμε από το παλιό ΚΚΕ. Κι αυτή την κληρονομιά οφείλουμε όχι μόνο να τη διαφυλάξουμε, αλλά και να την εμπλουτίσουμε και να την αναπτύξουμε παραπέρα. Πρέπει, ταυτόχρονα, να διδαχτούμε και από την αρνητική πείρα του ΚΚΕ.

γ’ Λάθη Προσανατολισμού

106. Πέρα από τα αντικειμενικά αναπόφευχτα λάθη και τις αδυναμίες που συνόδευαν το κόμμα στην πορεία της ωρίμανσης και της άνδρωσής του, υπήρξαν λάθη και αρνητικές καταστάσεις, που μπορούσαν να αποφευχθούν, που όμως δεν αποφεύχθηκαν και που προξένησαν μεγάλες ζημίες στην υπόθεση του κόμματος. Αυτά αφορούν, πρώτα-πρώτα, ζητήματα πολιτικής γραμμής, αλλά και ζητήματα κομματικής οικοδόμησης και ιδιαίτερα, ζητήματα διαμόρφωσης του καθοδηγητικού πυρήνα του κόμματος.

Στις πιο σημαντικές στιγμές της ιστορίας του, στις περίοδες ακριβώς που είχε γνωρίσει τη μεγαλύτερη ανάπτυξη, το ΚΚΕ είχε μια λαθεμένη πολιτική, που για κύριο χαρακτηριστικό της είχε την έλλειψη πίστης στις εσωτερικές λαϊκές δυνάμεις, στην ικανότητα τους να τα βγάλουν πέρα με τους ξένους ιμπεριαλιστές και τους ντόπιους υποτακτικούς τους και να καταχτήσουν την αποφασιστική νίκη με το δικό τους αγώνα. Αυτό, ουσιαστικά, χαραχτήριζε την πολιτική του ΚΚΕ τόσο στην περίοδο της γερμανοχιλτερικής κατοχής, όσο και στην περίοδο 1946-1949.

Στην κατοχή, η πολιτική της καθοδήγησης του ΚΚΕ κυριαρχούνταν από την αντίληψη πως «δε μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα με τους άγγλους», γι’ αυτό ο αγώνας κατευθυνόταν όχι στην κατάληψη της εξουσίας από τις λαϊκές δυνάμεις μετά το διώξιμο των ξένων καταχτητών, αλλά στην προετοιμασία της λεγόμενης «ειρηνικής μεταπολεμικής εξέλιξης». Ακριβώς αυτό οδήγησε στις προδοτικές συμφωνίες του Λιβάνου, της Γκαζέρτας και τελικά στη συνθηκολόγηση της Βάρκιζας. Ενώ στη μεταβαρκιζιανή περίοδο, ο στόχος της καθοδήγησης του ΚΚΕ ήταν η επίτευξη ενός συμβιβασμού με τους άγγλους και την εσωτερική αντίδραση και γι’ αυτό ο ένοπλος αγώνας του 1946-1949 χρησιμοποιήθηκε όχι σαν η ανώτερη εκείνη μορφή πάλης που θα όφειλε να οδηγήσει στην κατάχτηση της εξουσίας από το επαναστατικό κίνημα, αλλά σαν ένα μέσο πίεσης, για να εξαναγκαστεί ο μοναρχοφασισμός να αποδεχθεί μια «έντιμη δημοκρατική λύση» του .εσωτερικού προβλήματος.

δ’ Ο ρόλος του Νίκου Ζαχαριάδη στο ΚΚΕ

 

107. Σοβαρό ζήτημα, είναι η εκτίμηση του ρόλου του Ν. Ζαχαριάδη στο ΚΚΕ. Ύστερα από το πραξικόπημα της λεγόμενης «6ης Ολομέλειας» του 1956 η διορισμένη οππορτουνιστική κλίκα Κολιγιάννη-Παρτσαλίδη ξαπόλυσε μια μεγάλη συκοφαντική επίθεση ενάντια στο Ν. Ζαχαριάδη. Στόχος αυτής της επίθεσης δεν ήταν η «αποκάλυψη και διόρθωση των λαθών του ΚΚΕ», όπως υποκριτικά διατεινόταν η οππορτουνιστική κλίκα, αλλά το χτύπημα, του επαναστατικού πνεύματος, που, παρά τα λάθη που είχαν διαπραχθεί, εξακολουθούσε να εκφράζει το ΚΚΕ με επικεφαλής το Ν. Ζαχαριάδη, ως το Μάρτη του 1956 και το πέρασμα της ρεβιζιο-νιστικής «στροφής» στους κομμουνιστές.

Ο Ν. Ζαχαριάδης υπήρξε, αναμφίβολα, η πιο σημαντική προσωπικότητα στην ιστορία του ΚΚΕ από το 1918 ως το 1956 και το όνομα του συνδέθηκε αναπόσπαστα με τους αγώνες των κομμουνιστών της Ελλάδας στη διάρκεια αρκετών δεκαετιών. Σαν Γενικός Γραμματέας της Κ.Ε. του ΚΚΕ ο Ν. Ζαχαριάδης στάθηκε ο πρώταγωνιστής της μεγάλης στροφής και ανόδου του ΚΚΕ στην περίοδο 1931-1936, ενώ το ανοιχτό γράμμα του της 31 Οχτώβρη 1940 καταξιώθηκε πια σαν ένα ιστορικό κομματικό και εθνικό ντοκουμέντο.Υστερα από το 1945 εξάλλου, ο Ν. Ζαχαριάδης υπήρξε η ψυχή της ανασυγκρότησης του ΚΚΕ και έμπασε στην πολιτική δουλειά, αλλά και στην εσωτερική ζωή του ΚΚΕ πολλά καινούργια, θετικά στοιχεία. Ωστόσο, ο Ν. Ζαχαριάδης διέπραξε και σοβαρά λάθη. Αυτά αναφέρονται κύρια στην προετοιμασία, οργάνωση και διεξαγωγή του ένοπλου αγώνα 1946-1949. Αλλά, επίσης, σε μια σειρά άλλα σημαντικά πολιτικά και κομματικά ζητήματα. Όταν οι μαρξιστές-λενινιστές κριτικάρουν τα λάθη του Ν. Ζαχαριάδη, ξέρουν να τα ξεχωρίζουν από τα λάθη των ξεσκολισμένων οππορ-τουνιστών Σιάντου-Παρτσαλίδη και Σια. Οσο σοβαρά λάθη κι αν διέπραξε ο Ν. Ζαχαριάδης, δεν έπαψε να είναι ένας επαναστάτης ηγέτης, ενώ οι οππορτουνιστές «κατήγοροι» του κύλησαν στο βούρκο της αποστασίας και της προδοσίας της επανάστασης.

Και ακριβώς επειδή ο Ν. Ζαχαριάδης ήταν ένας επαναστάτης, έγινε στόχος επιθέσεων των χρουτσιωφικών ρεβιζιονιστών. Με την πραξικοπηματική επέμβαση τους στα εσωτερικά του ΚΚΕ το 1956 οι χρουτσιωφικοί ρεβιζιονιστές επέβαλαν την ανατροπή της νόμιμης καθοδήγησης του ΚΚΕ που είχε επικεφαλής το Ν. Ζαχαριάδη, γιατί ο Ν. Ζαχαριάδης όχι μόνο δεν τους έδινε οποιεσδήποτε εγγυήσεις, αλλά, αντίθετα, αποτελούσε ένα σοβαρό εμπόδιο για την επιβολή της νέας οππορτουνιστικής «στροφής» στο ΚΚΕ. Γι’ αυτό και με μέτρα αστυνομικά τον απομόνωσαν από το κόμμα του και από τους κομμουνιστές της Ελλάδας, τον υπέβαλαν σε κάθε λογής περιορισμούς και διωγμούς και τελικά, για να τον εξοντώσουν, τον εξόρισαν στα βάθη της Σιβηρίας, όπου και πέθανε κάτω από αφάνταστες στερήσεις και κακουχίες.

ε’ Σωστές απαντήσεις στα σύγχρονα προβλήματα

 

108. Η συγκεκριμένη επισήμανση των λαθών και αδυναμιών του παλιού ΚΚΕ είναι μια εξαιρετικά λεπτή και υπεύθυνη υπόθεση, αλλά οι μαρξιστές-λενινιστές σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να παραιτηθούν από την υποχρέωση να φέρουν σε πέρας αυτή την υπόθεση. Στο μέλλον, οφείλουμε να ολοκληρώσουμε τις έρευνες μας για το παρελθόν και με αίσθημα υψηλής κομματικής ευθύνης να συνοψίσουμε όλες τις εμπειρίες του παλιού ΚΚΕ, τόσο τις θετικές, όσο και τις αρνητικές. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να οπλιστούμε με την απαραίτητη εκείνη γνώση, που θα μας επιτρέψει να πετύχουμε τη σωστή σύνδεση των χθεσινών αγώνων, με τους σημερινούς και αυριανούς αγώνες του κινήματος μας.

Το τωρινό μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα της Ελλάδας αποτελεί την κατευθείαν συνέχεια του παλιού ΚΚΕ, αλλά η δράση μας αναπτύσσεται σήμερα μέσα σε νέες συνθήκες και οφείλουμε, παραμένοντας σταθερά πιστοί στις επαναστατικές παραδόσεις του ΚΚΕ και εφαρμόζοντας αυστηρά τις μαρξιστικο-λενινιστικές αρχές, να αναπροσαρμόσουμε έτσι τη δουλειά μας, ώστε να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στα δύσκολα καθήκοντα που βάζει μπροστά μας η συνεχώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα.

Τα γεγονότα που μεσολάβησαν από το 1956 ως τα σήμερα, όχι μόνο δε μείωσαν, αλλά, αντίθετα, επιβεβαίωσαν τις γενικές εκείνες επαναστατικές κατευθύνσεις, πάνω στις οποίες αναπτύχθηκε το παλιό ΚΚΕ. Ωστόσο, από τότε συντελέστηκαν πολλές αλλαγές και η ζωή προβάλλει σήμερα πολλές νέες απαιτήσεις. Αυτές οι απαιτήσεις δε μπορούν να ικανοποιηθούν με μια απλή επιστροφή στο παρελθόν, στην πολιτική του ΚΚΕ ως το 1956.

Σε μια εποχή μεγάλης κίνησης των ιδεών στην κοινωνία και πρωτοφανούς ανάπτυξης των ιδεολογικών αγώνων και αναμετρήσεων ανάμεσα στην προλεταριακή ιδεολογία και στην αστική ιδεολογία, σε μια εποχή βαθειών πολιτικών αλλαγών και σημαντικών διαφοροποιήσεων των λαϊκών μαζών, το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα θα μπορέσει να εκπληρώσει την αποστολή του μόνο με τον όρο πως θα δόσει τις σωστές και ολοκληρωμένες απαντήσεις στα σύγχρονα προβλήματα, εφαρμόζοντας μια αντίστοιχα σωστή ιδεολογική και πολιτική γραμμή.

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ

ΟΙ ΣΚΟΠΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΑΣ

Κεφάλαιο ενδέκατο

ΤΑ ΧΑΡΑΧΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

α. Η θέση της Ελλάδας στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα

 

109. Από την ίδια την καπιταλιστική φύση του κοινωνικοοικονομικού και πολιτικού της συστήματος, η Ελλάδα εντάσσεται στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Όλη η εσωτερική οικονομικο-πολιτική της ζωή και οι αντίστοιχες διεθνείς σχέσεις της, επηρεάζονται καθοριστικά από τους νόμους που διέπουν τη λειτουργία της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας και από το διεθνές πλέγμα εξαρτήσεων, που διαμορφώνουν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και οι ανταγωνισμοί ανάμεσα τους. Στη βάση αυτή, ειδικό και βασικό χαραχτηριστικό γνώρισμα της Ελλάδας είναι η εξάρτηση της από το ξένο κεφάλαιο και από ορισμένες μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Το καθεστώς της ξενικής εξάρτησης και της εθνικής υποτέλειας έχει βαθειές ρίζες στην Ελλάδα και κρατάει από την εποχή ακόμα της εθνικής μας επανάστασης.

Η επανάσταση του 1821 είχε βαθύ εθνικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Ωστόσο, οι ουσιαστικοί στόχοι της δεν εκπληρώθηκαν, χάρη στο γεγονός πως η ηγεσία της πέρασε στα χέρια της αστο-τσιφλικάδικης αντίδρασης. Το κυριώτερο πρόβλημα της επανάστασης αυτής, το πρόβλημα της κατάχτησης πραγματικής λευτεριάς και ανεξαρτησίας, δε λύθηκε. Οι Τούρκοι καταχτητές διώχτηκαν, αλλά στη θέση τους ήρθαν νέοι αφέντες και η Ελλάδα δέθηκε στο άρμα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου.

Πάνω από έναν αιώνα η χώρα μας γνώρισε τις επιδρομές και τις ΪΓ/ΩΙΓ.Ζ διαμάχες των ϋένων καπιταλιστικών δυνάμεων, των μεγά-‘^Ώίοσ)^ !>1ιι ‘5»ιγγκτΐ !Ίιι ‘^χηγλλν 51ιι – 51ιΧοιΐ3 51ιι Λα>3τΐ»Λα§ Λωγ „. της Γερμανίας. Η ολόπλευρη, οικονομική και πολιτική εςάρτηση της Ελλάδας από τις ευρωπαϊκές κεφαλαιοκρατικές χώρες, κύρια από την Αγγλία, χαρακτήριζε την περίοδο ως το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Στη διάρκεια του πολέμου αυτού, η Αγγλία ανάπτυξε μια εξαιρετικά έντονη δραστηριότητα και αναμίχτηκε ενεργητικά στις ελληνικές υποθέσεις. Δημιούργησε, στην Ελλάδα, διάφορες μυστικές κατασκοπευτικές οργανώσεις ή ανταρτικές ομάδες, όπως ο ΕΔΕΣ και μερικές άλλες, που έβαλαν σαν κύριο στόχο τους την πάλη ενάντια στο ΚΚΕ και την εαμική αντίσταση, ενώ διατήρησε πολιτική επαφή και με τα γερμανοντυμενα «τάγματα ασφαλείας» και με τις ίδιες τις κατοχικές κυβερνήσεις των Ελλήνων κουίσλιγκς. Ταυτόχρονα, στο εξωτερικό, σκάρωσε τη λεγόμενη ελληνική κυβέρνηση του Καίρου, διάλυσε τις δημοκρατικές ελληνικές ένοπλες δυνάμεις της Μ. Ανατολής και ενίσχυσε το ρόλο των Γλύγ-κσμπουργκ. Με όλα αυτά η Αγγλία προετοίμαζε την επανεγκαθί-δρυση της κυριαρχίας της στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο. ‘ Υστερα από την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους γερμανούς καταχτητές, με την ένοπλη αγγλική επέμβαση το Δεκέμβρη του 1944 εμποδίστηκε η ομαλή δημοκρατική πολιτική εξέλιξη και η πραγματοποίηση των λαϊκών δημοκρατικών στόχων, που είχε προωθήσει το εαμικό κίνημα και στη χώρα επιβλήθηκε καθεστώς ουσιαστικής αγγλικής κατοχής. Με την άμεση αγγλική υποστήριξη, στην εςυυσία εγκαταστάθηκαν οι αντιδραστικές δυνάμεις, παλινορθώθηκε η λαομίσητη μοναρχία και ξαπολύθηκε ένας μονόπλευρος εμφύλιος πόλεμος ενάντια στο αντιστασιακό λαϊκοδημοκρατικό κίνημα.

110. Σαν αποτέλεσμα της γενικής εξασθένησης της Αγγλίας, που ήταν ιδιαίτερα αισθητή στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο και για την πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση του ανερχόμενου λαϊκοδη-μοκρατικού κινήματος της Ελλάδας, έγινε η «αντικατάσταση» του αγγλικού ιμπεριαλισμού από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, στη θέση του πρώτου κυρίαρχου στη χώρα. Από το Μάρτη του 1947 όταν τέθηκε σε εφαρμογή το δόγμα Τρούμαν, η Ελλάδα πέρασε κάτω από τον άμεσο έλεγχο των ΗΠΑ. Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός έδοσε μια τεράστια οικονομική και στρατιωτική «βοήθεια» στην ελληνική αντίδραση και οι αμερικάνοι στρατηγοί διηύθυναν άμεσα τις επιχειρήσεις των μοναρχοφασιστών ενάντια στο ΔΣΕ. Με το πρόσχημα αυτής ακριβώς της «βοήθειας», οι ΗΠΑ υποδούλωσαν ολοκληρωτικά τη χώρα μας. Σημειώθηκε μια απότομη διείσδυση του αμερικάνικου μονοπωλιακού κεφαλαίου στην οικονομία μας, οι ένοπλες δυνάμεις της Ελλάδας μπήκαν κάτω από αμερικάνικες διαταγές και στην πολιτική ζωή της χώρας επιβλήθηκε ο έλεγχος της κυβέρνησης και των μυστικών υπηρεσιών των Η ΠΑ. Η ένταξη της Ελλάδας στο Ν ΑΤΟ και η εγκατάσταση στο έδαφος της αμερικανονατοϊκών στρατιωτικών βάσεων, η υπογραφή της ελληνοαμερικανικής στρατιωτικής συμφωνίας του 1953 καθώς και μιας σειράς άλλων υποδουλωτικών συμφωνιών και συμβάσεων, ολοκλήρωσαν και «νομιμοποίησαν» το καθεστώς της αμερικανοκρατίας στην Ελλάδα. Το στρατιωτικο-φασιστικό πραξικόπημα της 21 Απρίλη 1967, εξάλλου, που προετοιμάστηκε, οργανώθηκε και πραγματοποιήθηκε κάτω από την άμεση καθοδήγηση των αμερικάνικων μυστικών υπηρεσιών, αποτέλεσε μια αναμφισβήτητη απόδειξη για τον κυριαρχικό ρόλο των ΗΠΑ στην ελληνική πολιτική ζωή.

111. Οι δυτικοευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές χώρες, αφού ξεπέρασαν τις δυσκολίες της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, ανανέωσαν το ενδιαφέρον τους για την Ελλάδα και από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 προώθησαν βαθμιαία την οικονομική και πολιτική διείσδυση τους στη χώρα μας. Πάνω στη βάση αυτή αναπτύχθηκαν ο ανταγωνισμός ανάμεσα στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και στο δυτικοευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό για την κυριαρχία στην Ελλάδα και πήρε έντονες μορφές, ιδιαίτερα στις παραμονές και στη διάρκεια της φασιστικής διχτατορίας της 21 Απρίλη 1967. Στην ίδια αυτή περίοδο δυνάμωσε και ο αμερικανοαγγλικός ανταγωνισμός στην Κύπρο.

Η πολιτική αλλαγή, που επιβλήθηκε στις 23 Ιούλη 1974, με την πτώση της στρατιωτικοφασιστικής διχτατορίας, ήταν έκφραση ενός προσωρινού συμβιβασμού ανάμεσα στους αμερικάνους ιμπεριαλιστές και στους δυτικοευρωπαίους ιμπεριαλιστές και καθιέρωσε μια νέα κατάσταση στις αμοιβαίες σχέσεις τους και στη συγκεκριμένη θέση του καθενός απ’ αυτούς στην Ελλάδα. Στην περίοδο μετά την αλλαγή του Ιούλη 1974 ο δυτικοευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός δυνάμωσε την επιρροή του στην Ελλάδα, ενώ οι θέσεις του ενισχύθηκαν ακόμα περισσότερο ύστερα από την ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ και στις συνθήκες της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Ωστόσο, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός εξακολουθεί πάντα να διατηρεί τη θέση του πρώτου κυρίαρχου στην Ελλάδα και τελευταία, με την υπογραφή της ελληνοαμερικανικής συμφωνίας για την παραμονή των βάσεων των ΗΠΑ στη χώρα μας, ισχυροποίησε τις θέσεις του.

112. Την αμερικάνικη κυριαρχία στην Ελλάδα άρχισε να αμφισβητεί σοβαρά, στα τελευταία χρόνια, ένας νέος, δραστήριος ανταγωνιστής, ο σοβιετικός σοσιαλιμπεριαλισμός. Στα χρόνια που ακολούθησαν την πολιτική αλλαγή του Ιούλη 1974 η Σ.Ε. πραγματοποίησε μια εκτεταμένη διείσδυση στην οικονομική και πολιτική ζωή της Ελλάδας, ενώ, ταυτόχρονα, έγινε πια μόνιμο φαινόμενο η παρουσία του σοβιετικού πολεμικού στόλου στα ελληνικά νερά. Η σοβιετική διείσδυση διευκολύνθηκε και από τη λεγόμενη «πολυδιάστατη» εξωτερική πολιτική που εφάρμοσε ο Κ. Καραμανλής μετά το 1974, σε μια πρώτη προσπάθεια εξευμενισμού των δυο υπερδυνάμεων και «αξιοποίησης» των αντιθέσεων ανάμεσα τους. Ακόμα πιο ευνοϊκές συνθήκες, για τη διείσδυση αυτή, διαμορφώθηκαν ύστερα από την άνοδο-του ΠΑΣΟΚ στην κυβερνητική εξουσία, όταν η επιδίωξη της «εξισορρόπησης» των επιρροών των υπερδυνάμεων στη χώρα μας έγινε μόνιμο και βασικό χαρακτηριστικό της κυβερνητικής πολιτικής.

Η σοβιετική διείσδυση στην Ελλάδα βρίσκεται στα πλαίσια της παγκόσμιας επεκτατικής στρατηγικής του σοβιετικού σοσιαλιμ-περιαλισμού, αλλά προσδιορίζεται ειδικά από τη νευραγλική θέση που κατέχει η χώρα μας στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Ακριβώς αυτή η σπουδαιότητα της γεωγραφικής της θέσης έκανε ώστε η Ελλάδα να μετατραπεί σε ένα σημαντικό κρίκο των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων και πρώτα-πρώτα των αντιθέσεων ανάμεσα στις δυο υπερδυνάμεις, τις ΗΠΑ και τη Σ.Ε.

Η σοβιετική σοσιαλιμπεριαλιστική διείσδυση στην Ελλάδα προχωρεί σε οξύτατη πάλη με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, βασικά, αλλά, επίσης και με το δυτικοευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό. Ο άγριος και ολοένα αυξανόμενος ανταγωνισμός ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη ΣΕ για την κατοχή και τον έλεγχο της Ελλάδας, βάζει τη σφραγίδα του στη γενική κατάσταση και επηρεάζει άμεσα όλες τις εξελίξεις στη χώρα μας. Αυτός ο ανταγωνισμός είναι που εκτρέφει και προκαλεί και τις αλυσιδωτές κρίσεις στο Αιγαίο, στην Κύπρο και σ’ όλη τη γύρω περιοχή. Κι αυτός είναι που οξύνει τις διενέξεις και υποκινεί τις έριδες ανάμεσα στην Τουρκία και στην Ελλάδα, στρέφοντας της μια χώρα ενάντια στην άλλη και υποθάλπτοντας, ιδιαίτερα, τον τούρκικο επιθετισμό, πράγμα που δημιουργεί τον κίνδυνο ενός πολέμου ανάμεσα στις δυο χώρες. Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-ΣΕ στην Ελλάδα, γνωρίζει μια νέα, σοβαρή ένταση στο τελευταίο διάστημα, όταν η κυβέρνηση Ρήγ-καν πραγματοποιεί μια γενική αναδιοργάνωση των αμερικάνικων δυνάμεων, ενισχύοντας το στρατιωτικό ρόλο και δυναμώνοντας την επιθετικότητα των ΗΠΑ σ’ όλη της γύρω μας περιοχή και στον ευρύτερο χώρο της Εγγύς και Μέσης Ανατολής κι όταν και η Σ.Ε. δραστηριοποιείται, επίσης έντονα, στα πιο ευαίσθητα σημεία αυτού του χώρου, με μια συνδιασμένη χρήση της διπλωματικής επίθεσης και της στρατιωτικής πίεσης. Η απότομη αύξηση της δύναμης τόσο του αμερικάνικου στόλου, όσο και του σοβιετικού στόλου στη Μεσόγειο και ειδικά στο ανατολικό της τμήμα και τα συνδυασμένα στρατιωτικά γυμνάσια του ΝΑΤΟ στην Ελλάδα και του Συμφώνου της Βαρσοβίας στη Βουλγαρία, αποτελούν χαραχτηριστικές εκδηλώσεις της έντασης αυτής του αμερικανοσοβιετικού ανταγωνισμού. Μέσα στις συνθήκες αυτές, η Ελλάδα, δεμένη στο άρμα των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ και απειλούμενη από τη ΣΕ και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, γίνεται ένα από τα άμεσα θύματα της πολιτικής των πληγμάτων και αντιπληγμάτων των δυο υπερδυνάμεων.

β’ Ο χαραχτήρας της οικονομίας

113. Καθοριστική επίδραση σ’ όλη τη σύγχρονη οικονομική εξέλιξη της χώρας μας άσκησε η προδοσία των αστικοδημοκρατι-κών αιτημάτων του 21 από την πλευρά της αστικής τάξης, ο συμβιβασμός της με τους τσιφλικάδες και η υποταγή της στο ξένο κεφάλαιο.

Το αστικοτσιφλικάδικο μπλοκ, που άρπαξε την εξουσία ύστερα από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, αντιτάχθηκε στη λύση των προβλημάτων, που γι’ αυτά είχαν αγωνιστεί οι λαϊκές μάζες και κύρια η αγροτιά και εφάρμοσε μια οικονομική πολιτική, που κρατούσε τη χώρα στην καθυστέρηση και καταδίκαζε το λαό στη φτώχεια και στην εξαθλίωση. Το πρόβλημα της γης δε λύθηκε και στη χώρα διατηρήθηκαν ισχυρά φεουδαρχικά υπολείμματα. Δεν αξιοποιήθηκαν οι ντόπιες πλουτοπαραγωγικές πηγές και αντί για τον προσανατολισμό στην ανάπτυξη μιας ντόπιας βιομηχανίας, ιδιαίτερα βαρείας και στη δημιουργία μιας πλατειάς εσωτερικής αγοράς, ανοίχτηκαν διάπλατα οι πόρτες για τη διείσδυση στην οικονομία μας του ξένου κεφαλαίου, ενώ η αστική τάξη περιορίστηκε σ’ έναν εμπορομεσιτικό ρόλο. Κάτω από τις συνθήκες αυτές, το ξένο κεφάλαιο υπόταξε ολοκληρωτικά την οικονομία της χώρας, που παρέμεινε, έτσι, για μια μακρόχρονη περίοδο, στο επίπεδο μιας καθυστερημένης μισοαποικιακής οικονομίας.

Ωστόσο, αν και αργά και βασανιστικά, οι νόμοι της κεφαλαιο-κρατικής παραγωγής άνοιγαν το δρόμο τους. Μέσα από ένα μακρόχρονο και σύνθετο προτσές διευρύνθηκε η εσωτερική αγορά, σημειώθηκε βαθμιαία ανάπτυξη της βιομηχανίας αλλά και της αγροτικής οικονομίας. Οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής κυριάρχησαν στην οικονομία, ενώ εξαλείφθηκαν, ουσιαστικά, οι μισοφεουδαρχικές μορφές άσκησης της οικονομίας, σαν αποτέλεσμα των αγροτικών μεταρρυθμίσεων, που πραγματοποιήθηκαν κάτω από την πίεση των αγροτικών μαζών.

114. Με ιδιαίτερα γρήγορους ρυθμούς αναπτύχθηκε η ελληνική οικονομία στην μεταπολεμική περίοδο — από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 και στη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 και μετά. Στα χρόνια αυτά σημειώθηκε μια σημαντική αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής γενικά και πραγματοποιήθηκε, επίσης, μια ορισμένη ανάπτυξη της βαρείας βιομηχανίας. Δημιουργήθηκαν νέοι βιομηχανικοί κλάδοι και ιδρύθηκαν νέες ισχυρές βιομηχανικές μονάδες. Η βιομηχανική παραγωγή ξεπέρασε την αγροτική παραγωγή και η βιομηχανία κατέλαβε την πρώτη θέση στην υλική παραγωγή. Η Ελλάδα έγινε μια χώρα βιομηχανική-αγροτική.

Χαραχτηριστικά στοιχεία των παραπάνω εξελίξεων αποτελούν οι σημαντικές μετακινήσεις πληθυσμού από τον αγροτικό τομέα προς τα αστικά κέντρα, οι αλλαγές στη σύνθεση του οικονομικά ενεργού πληθυσμού και οι αλλαγές στη διάρθρωση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ), που συντελέστηκαν στις τελευταίες δεκαετίες.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία των εθνικών απογραφών, το 1951 ο πραγματικός αγροτικός πληθυσμός αντιπροσώπευε το 47,5% του συνολικού πραγματικού πληθυσμού της χώρας, ενώ το 1981 μειώθηκε στο 30,3%. Μια ορισμένη μείωση παρουσίασε, επίσης, ο πραγματικός ημιαστικός πληθυσμός, που από το 14,8% του 1951 μειώθηκε στο 11,6% το 1981. Ταυτόχρονα, σημαντική αύξηση παρουσίασε ο αστικός πληθυσμός, που από το 37,7% του 1951 έφτασε στα 58,1 % το 1981. Σημαντική μείωση παρουσίασε η συμμετοχή του αγροτικού    τομέα στο σύνολο του οικονομικά ενεργού πληθυσμού — από το 53,9% του 1961 στο 40,6% το 1971 και στο 27,5% το 1981. Παράλληλα, σημαντική αύξηση παρουσίασε η συμμετοχή του δευτερογενούς τομέα και ιδιαίτερα της βιομηχανίας-βιοτεχνίας, που από το 10,95% του 1971 έφτασε στο 19,25% το 1982.

Όσο αφορά τη διάρθρωση του ΑΕΠ, από το 1976 και μετά, ο δευτερογενής τομέας παρουσιάζει τη διπλάσια περίπου συμμετοχή, σε σχέση με τη συμμετοχή του πρωτογενούς τομέα και αυτή η αναλογία εξακολουθεί να διατηρείται σύμφωνα και με τα πιο πρόσφατα στατιστικά στοιχεία. Έτσι, το 1981 ο πρωτογενής τομέας αντιπροσώπευε το 17,16% του ΑΕΠ και ο δευτερογενής τομέας το 30,56%. Την ίδια αυτή χρονιά, ο τριτογενής τομέας κάλυπτε το 52,28 του ΑΕΙ Ι, ποσοστό πολύ υψηλό, αν ληφθεί υπόψη το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας. Η ορισμένη βιομηχανική ανάπτυξη συνοδευόταν ακριβώς από μια διόγκωση των υπηρεσιών και ειδικά των υπηρεσιών παρασιτικού χαραχτήρα.

Ωστόσο, παρά τη σχετική ανάπτυξη της βιομηχανίας, σοβαρές αδυναμίες και καθυστερήσεις εξακολούθησαν να την χαραχτηρί-ζουν. Οι κυριώτερες απ’ αυτές συνοψίζονται στο γεγονός ότι αν και προωθήθηκε, σε ορισμένο βαθμό, η εκβιομηχάνιση, όμως οι ντόπιες πλουτοπαραγωγικές δυνάμεις έμειναν, βασικά, ανεκμετάλλευτες και δεν δημιουργήθηκαν οι απαραίτητες βάσεις για μια ισχυρή και αυτόνομη ανάπτυξη της μεταλλουργίας και των μηχα-νοκατασκευών, της χημικής βιομηχανίας και της ενεργειακής οικονομίας. Μόνιμο και βασικό χαραχτηριστικό παρέμεινε η εξάρτηση της ελληνικής βιομηχανίας από το εξωτερικό, ως προς τον τεχνικό της εξοπλισμό.

115. Η βιομηχανική ανάπτυξη οδήγησε στο ότι μειώθηκε το ειδικό βάρος της αγροτικής οικονομίας στο σύνολο της εθνικής οικονομίας. Ωστόσο, στη γενική κατάσταση της αγροτικής οικονομίας σημειώθηκαν επίσης σοβαρές αλλαγές. Η κυριότερη από τις αλλαγές αυτές βρίσκεται στην ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων στην αγροτική ύπαιθρο. Η εμπορευματική παραγωγή κυριάρχησε ολοκληρωτικά στο χωριό. Παρά τη δημιουργία καπιταλιστικών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα στην κτηνοτροφία, ωστόσο στην αγροτική ύπαιθρο εξακολουθεί να επικρατεί η μικρή και μεσαία εκμετάλλευση, ενώ ο αγροτικός κλήρος είναι, κατά κανόνα, κατακερματισμένος. Ταυτόχρονα, διατηρούνται ακόμα ορισμένα τσιφλίκια, σε χέρια ξένων και ντόπιων ιδιοχτητών ή μοναστηριών. Το κύριο χαραχτηριστικό στην κατάσταση της αγροτικής οικονομίας είναι η πολύμορφη διείσδυση σ’ αυτήν του μεγάλου κεφαλαίου, το δυνάμωμα του ελέγχου της αγροτικής οικονομίας από το κεφάλαιο αυτό. Μεγάλες τραπεζικές, βιομηχανικές και εμπορικές επιχειρήσεις έχουν κυριολεχτικά υποδουλώσει την αγροτική οικονομία. Κι αυτές, ουσιαστικά, καθορίζουν τις βασικές κατευθύνσεις της ανάπτυξης της.

Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στο χωριό όχι μόνο δεν έλυσε τα προβλήματα της αγροτικής οικονομίας, αλλά, αντίθετα, τα όξυνε ακόμα περισσότερο. Παραμένουν οι χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της αγροτικής οικονομίας, που έχουν οργανικό χαραχτήρα. Λείπουν τα μεγάλα έργα υποδομής. Η εκμηχάνιση της αγροτικής παραγωγής, αν και παρουσίασε μια ορισμένη ανάπτυξη, κύρια στο επίπεδο των μεγάλων εκμεταλλεύσεων, γενικά εξακολουθεί να καθυστερεί σοβαρά.

116.     Η ανάπτυξη του καπιταλισμού και η συνακόλουθη συγκέντρωση της παραγωγής, σε συνδυασμό και με τις γενικώτερες κοινωνικο-πολιτικές εξελίξεις στη χώρα, οδήγησε αναπόφευκτα στην εμφάνιση και κυριαρχία των μονοπωλίων. Ο ρόλος των μονοπωλίων δυνάμωσε ιδιαίτερα στη μεταπολεμική περίοδο. Σε καθένα από τους πιο σημαντικούς κλάδους της οικονομίας, ένας εξαιρετικά μικρός αριθμός από τρεις έως πέντε εταιρείες, συγκέντρωσαν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των απασχολούμενων κεφαλαίων. Τα μονοπώλια κατέλαβαν τις διευθυντικές θέσεις στην οικονομία, επικράτησαν στη βαρειά βιομηχανία, στους σπουδαιότερους κλάδους της ελαφράς βιομηχανίας, στις μεταφορές, στο πιστωτικό σύστημα, στο εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο, ενώ παράλληλα πέρασαν στο χαλινάρι τους την αγροτική οικονομία. Διαμορφώθηκε ο ελληνικός μονοπωλιακός καπιταλισμός.

117.     Παράλληλα με την ενίσχυση του ρόλου των μονοπωλίων στην ελληνική οικονομία, άρχισε να συντελείται ένα προτσές μετατροπής του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικομονοπω-λιακό καπιταλισμό. Κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός είναι η υποταγή του κρατικού μηχανισμού στα κεφαλαιοκρατικά μονοπώλια και η χρησιμοποίηση του για την ανάμιξη στην οικονομία της χώρας με σκοπό την εξασφάλιση ανώτατων κερδών στα μονοπώλια και την εδραίωση της παντοδυναμίας του χρηματιστικού κεφαλαίου. Αυτά είναι τα βασικά χαραχτηριστικό και του ελληνικού κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, μ’ όλες τις ιδιομορφίες που παρουσιάζει.

Η άμεση ανάμιξη του κράτους στην οικονομία εκδηλώθηκε με τη δημιουργία και επέκταση ενός τομέα δημόσιων επιχειρήσεων στη βιομηχανία, στην ενέργεια, στις μεταφορές και επικοινωνίες και με την ενίσχυση του κρατικού ελέγχου σε μια σειρά τράπεζες. Η επέκταση του κρατικού τομέα της οικονομίας εξυπηρετεί όχι τις λαϊκές ανάγκες, όπως ισχυρίζονται οι αστοί προαπαγανδιστές και οι ρεφορμιστές κάθε απόχρωσης, αλλά τις ανάγκες των μονοπωλίων. Μέσα από τη λειτουργία των κρατικών επιχειρήσεων τα μονοπώλια εξασφαλίζουν μεγάλα οφέλη, όπως είναι η μείωση των μεταφορικών εξόδων τους, η μείωση των εξόδων για κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και άλλα. Είναι, εξάλλου, χαραχτηριστικό το γεγονός ότι τη δημιουργία μιας σειράς καινούριων βιομηχανικών μονάδων, που απαιτούσαν στην αρχή τεράστιες επενδύσεις, τα μονοπώλια τη φόρτωσαν στο κράτος, για να προσπαθήσουν, σε επόμενες φάσεις, να θέσουν τις μονάδες αυτές κάτω από τον άμεσο έλεγχο τους. Ένα άλλο χαραχτηριστικό φαινόμενο, που παρατηρούμε στις μέρες μας, είναι αυτό της αντιμετώπισης των λεγόμενων «προβληματικών επιχειρήσεων». Το κράτος αναλαβαίνει άμεσα ή θέτει κάτω από τον έλεγχο του, επιχειρήσεις που χρεωκόπησαν και αφού τις «εξυγιάνει» θα τις παραδόσει και πάλι στους παλιούς ιδιοχτήτες τους.

Μεγάλα οφέλη αποκομίζουν τα μονοπώλια από τις κρατικές παραγγελίες για αγορές εξοπλισμού, ενώ ταυτόχρονα επωφελούνται από τεράστιες κρατικές επιχορηγήσεις, πιστώσεις και δάνεια. Η φορολογική πολιτική του κράτους, εξάλλου, εξυπηρετεί τη συσσώρευση κερδών σε όφελος των μονοπωλίων. Με τη μορφή των άμεσων και έμμεσων φόρων το κράτος συγκεντρώνει στα χέρια του και ανακατανέμει προς όφελος των μονοπωλίων ένα συνεχώς αυξανόμενο μέρος του εθνικού εισοδήματος. Στις συνθήκες του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού όλη η πολιτική του κράτους προορίζεται να εξασφαλίζει κάθε λογής προνόμια για τα μονοπώλια, να εξυπηρετεί την προώθηση της βασικής επιδίωξης των μονοπωλίων, που είναι η απόχτηση του ανώτατου κέρδους.

118. Τόσο η εμφάνιση και ανάπτυξη των μονοπωλίων, όσο και η μετατροπή του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικομονοπω-λιακό καπιταλισμό, αν και ξεκινούσαν από τους ίδιους τους εσωτερικούς όρους ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, συνδέθηκαν στενά με το καθεστώς της ξενικής εξάρτησης και επηρεάστηκαν σε σημαντικό βαθμό από τη διείσδυση και το ρόλο των ξένων μονοπωλίων στην ελληνική οικονομία. Στην ουσία ο ελληνικός κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός έχει εξαρτημένο χαραχτήρα. Αντιπροσωπεύει την άμεση ένωση της κυριαρχίας των ξένων και ντόπιων μονοπωλίων με τη δύναμη του ελληνικού κράτους και στην ένωση αυτή ο βασικός ρόλος ανήκει στα ξένα μονοπώλια.

Η εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από το ξένο κεφάλαιο, που αποτέλεσε το βασικό χαραχτηριστικό της σ’ όλη την περίοδο από τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους και ύστερα, εντάθηκε ιδιαίτερα στα μεταπολεμικά χρόνια. Τα ξένα μονοπώλια κατέχουν σήμερα σημαντικές θέσεις στην ελληνική βιομηχανία και ελέγχουν σημαντικούς κλάδους της όπως η μεταλλουργία, η χημική βιομηχανία, η ηλεκτροτεχνική κ.α. Με τη δημιουργία ξένων τραπεζών στην Ελλάδα προωθείται γοργά η διείσδυση του ξένου χρηματιστικού κεφαλαίου στο πιστωτικό σύστημα της χώρας μας. Ταυτόχρονα προωθείται η διείσδυση του ξένου κεφαλαίου και σε άλλους τομείς. Ένα ιδιαίτερο χαραχτηριστικό των τελευταίων χρόνων είναι η διείσδυση πολυεθνικών εταιρειών στην Ελλάδα, που συχνά μεταμφιέζονται σε «ελληνικές» εταιρείες.

Στις επενδύσεις ξένων κεφαλαίων στην Ελλάδα, που αποτελούν σημαντικό γνώρισμα της εξάρτησης της από το ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο, την πρώτη θέση κατέχει το αμερικάνικο κεφάλαιο, ενώ στη δεύτερη θέση βρίσκεται το γαλλικό κεφάλαιο, στην τρίτη θέση το δυτικογερμανικό κεφάλαιο και στην τέταρτη θέση το αγγλικό κεφάλαιο.

119.     Η συνολική ανάλυση του χαραχτήρα της ελληνικής οικονομίας, οδηγεί στο συμπέρασμα πως η Ελλάδα, μια χώρα καπιταλιστική με μέσο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών της δυνάμεων, έγινε χώρα βιομηχανική-αγροτική. Δημιουργήθηκε και δυνάμωσε το ντόπιο μονοπωλιακό κεφάλαιο. Εμφανίστηκε και διευρύνεται συνεχώς ο ντόπιος κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός, στενά δεμένος με τα ξένα μονοπώλια. Η χαραχτηριστική ιδιομορφία της Ελλάδας εξακολουθεί να είναι η σημαντική εξάρτηση της από το ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο, πράγμα που γενικά προσδιορίζει την ανάπτυξη των παραγωγικών της δυνάμεων.

120.     Αυτά τα χαραχτηριστικό γνωρίσματα της ελληνικής οικονομίας προσδιορίζουν όλη την πορεία της και παρεμποδίζουν την αυτόνομη, φυσιολογική και σύμφωνη με τις πραγματικές ανάγκες του τόπου ανάπτυξη της. Κι αυτά καθορίζουν και τις αναπόφευκτες κρίσεις της.

Η σχετική βιομηχανική ανάπτυξη και οι άλλες αλλαγές της δεκαετίας του ’60, καθώς συνδυάστηκαν με τις ανάγκες των ξένων και ντόπιων μονοπωλίων, κάθε άλλο παρά δημιουργούσαν τους όρους για μια σταθερή ανοδική πορεία της οικονομίας. Έτσι και στις συνθήκες βαθαίματος της οικονομικής κρίσης στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, με χαρακτηριστικά σημεία όξυνσης της τις ενεργειακές κρίσεις του 1973 και του 1979, η ελληνική οικονομία επίσης μπήκε σε μια βαθειά και παρατεταμένη κρίση.

Η τελευταία έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας σημειώνει, σχετικά, ότι: «Από το 1979 μετά τη δεύτερη ενεργειακή κρίση, η ελληνική οικονομία εισήλθε σε μια νέα φάση. Τα κύρια χαρακτηριστικά της είναι αρχικά η επιβράδυνση του ανοδικού της ρυθμού που τελικά οδήγησε σε οικονομική κάμψη το 1981, η έξαρση και η εμμονή του πληθωρισμού σε υψηλά επίπεδα και η διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών. Από το 1982 η καθοδική πορεία ανακόπηκε, η οικονομία όμως παρέμεινε ουσιαστικά σε κατάσταση στασιμότητας. Για το 1984 προβλέπεται περιορισμένη οικονομική ανάκαμψη…». Ειδικά, η έκθεση αναφέρει πως το επίπεδο του πληθωρισμού στην Ελλάδα σήμερα είναι «υπερδιπλάσιο από το αντίστοιχο μέσο επίπεδο στις χώρες της ΕΟΚ». Πως «το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών υπερδιπλασιάστηκε μετά τη δεύτερη ενεργειακή κρίση» και πως το εξωτερικό χρέος της χώρας αυξήθηκε «από 3,3 δισεκ. δολ. στο τέλος του 1978 σε 8,1 δισεκ. δολ. στο τέλος του 1983 ή ως ποσοστό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος από 10,4% στο 1978 σε 23,8% στο 1983».

Οι διαπιστώσεις αυτές, παρ’ όλο που είναι προϊόν μιας μελέτης που έγινε με αστικά κριτήρια, προσφέρουν αποκαλυπτικά στοιχεία σχετικά με την πορεία της ελληνικής οικονομίας στα τελευταία χρόνια και κάθε άλλο παρά επιτρέπουν μια αισιόδοξη πρόβλεψη για τη μελλοντική της εξέλιξη. Θα αρκούσε να προσθέσουμε πως σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, στο 12μηνο Γενάρης-Δεκέμβρης 1983 ο δείκτης της βιομηχανικής παραγωγής παρουσιάζει μόλις μια αύξηση 0,4% ενώ, στο ίδιο διάστημα, η γεωργική παραγωγή παρουσίασε μεγάλη μείωση (-6,0%). Ακόμα πιο χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία του ΟΑΕΔ σύμφωνα με τα οποία ο αριθμός των ανέργων στο 1983 αυξήθηκε κατά 22,4% σε σύγκριση με το 1982 και το ποσοστό της ανεργίας έφτασε στο 3,7% του συνόλου των απασχολουμένων. Στην πραγματικότητα, το ποσοστό αυτό είναι πολύ μεγα.λύτερο, αφού οι πίνακες του ΟΑΕΔ στηρίζονται μόνο στα στοιχεία των εγεγγραμμένων ανέργων. Τα γεγονότα δείχνουν πως και στα χρόνια της σχετικής οικονομικής ανόδου και, ακόμα περισσότερο, στα χρόνια της οικονομικής κάμψης, χειροτέρευσε η οικονομική θέση των εργαζομένων, έπεσε το βιοτικό τους επίπεδο και επιδεινώθηκαν οι συνθήκες της δουλειάς τους, χάρη στην εφαρμογή «σύγχρονων» και τελειοποιημένων μεθόδων εντατικοποίησης της εργασίας.

Για να εξασφαλίσουν τη διαιώνιση της κυριαρχίας των μονοπωλίων και να αποτρέψουν τους εργαζόμενους από τους αναγκαίους αγώνες για την πραγματική και ριζική αλλαγή της σημερινής κατάστασης, οι προπαγανδιστές της μονοπωλιακής αστικής τάξης προσπαθούν να πείσουν για τις δυνατότητες «εκσυγχρονισμού» της ελληνικής οικονομίας και για τα πλεονεκτήματα που τάχα θα προσφέρει στους εργαζόμενους ένας τέτοιος «εκσυγχρονισμός». Το ίδιο βιολί παίζουν και οι ρεβιζιονιστές, τόσο του ΚΚΕ όσο και του ΚΚΕ εσ., που αφού εκστασιάστηκαν μπροστά στο «ελληνικό οικονομικό θαύμα» της δεκαετίας του ’60 στηρίζουν σήμερα τις ελπίδες τους για μια «πραγματική αναζωογόνηση της οικονομίας» σε διάφορα σχέδια «ορθολογικής οργάνωσης της βιομηχανίας και όλης της οικονομίας» σε συνθήκες που θα εξακολουθεί η Κυριαρχία των μονοπωλίων. Αλλά αυτό είναι καθαρή ουτοπία.

Σε ένα σάπιο και παρακμασμένο καθεστώς, όπως είναι το καπιταλιστικό καθεστώς, που σπαράσσεται από αξεδιάλυτες εσωτερικές αντιθέσεις και φέρνει μέσα του τα σπέρματα συνεχών συγκρούσεων κάθε μορφής, είναι αδύνατη η «πραγματική αναζωογόνηση της οικονομίας». Είναι αλήθεια, ότι κάτω από καθορισμένες συνθήκες και σε ορισμένο βαθμό, η μονοπωλιακή αστική τάξη μπορεί να πετύχει μια ορισμένη «αναζωογόνηση». Αλλά αυτή θα είναι οπωσδήποτε μερική και πρόσκαιρη και δε θα μπορεί να μεταβάλει τα γενικά χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής οικονομίας και τη γενική τάση τής εξέλιξης της που είναι το αδιάκοπο βάθαιμα της κρίσης.

Αυτό που εμποδίζει την «πραγματική αναζωογόνηση» της ελληνικής οικονομίας είναι ο καπιταλιστικός χαρακτήρας των σχέσεων που επικρατούν στην παραγωγή, είναι η ασφυκτική κυριαρχία των μονοπωλίων και πάνω απ’ όλα η ολόπλευρη εξάρτηση της Ελλάδας από τον ξένο ιμπεριαλισμό, που αποτελεί και την κύρια αιτία όλης της κακοδαιμονίας της.

Γ’ Η ταξική διάρθρωση

 

121 .Από το χαραχτήρα της ελληνικής οικονομίας και ιδιαίτερα απ’ αυτό το βασικό διακριτικό της γνώρισμα, που είναι η σημαντική της εξάρτηση από το ξένο κεφάλαιο, προσδιορίζεται όλη η ουσία των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων, που επικρατούν στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία και που εκφράζουν τη συγκεκριμένη ταξική της διάρθρωση.

Η ιστορία της ταξικής κοινωνίας δείχνει, πως σε κάθε σύστημα δυο είναι οι βασικές τάξεις. Η ύπαρξη τους απορρέει άμεσα από τον τρόπο παραγωγής, που πάνω σ’ αυτόν στηρίζεται το δοσμένο κοινωνικό σύστημα. Πλάι στις βασικές τάξεις, υπάρχουν και μη βασικές ή μεταβατικές τάξεις.

Στην καπιταλιστική κοινωνία, οι δυο βασικές τάξεις είναι η αστική τάξη και η εργατική τάξη. Αλλά στην περίοδο του ιμπεριαλισμού, όταν εμφανίζεται το μονοπωλιακό κεφάλαιο, στους κόλπους της αστικής τάξης συντελείται μια όλο και πιο έντονη διαφοροποίηση, που αναδείχνει σε κυρίαρχη θέση το τμήμα εκείνο της αστικής τάξης που συνδέεται με τα μονοπώλια, τη λεγόμενη μονοπωλιακή αστική τάξη. Αυτό ακριβώς το προτσές παρατηρείται και στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία , συνδιασμένο, όμως και με τη βασικής σημασίας διαδικασία της συνύφανσης της κυριαρχίας των ντόπιων μονοπωλίων με την κυριαρχία των ξένων μονοπωλίων.

122. Από την άποψη της εσωτερικής διάρθρωσης των ταξικών δυνάμεων, τους δυο βασικούς πόλους στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία σχηματίζουν, από τη μια πλευρά, η ντόπια μονοπωλιακή, η μεγαλοαστική τάξη, που είναι η κυρίαρχη τάξη, κι από την άλλη πλευρά, η εργατική τάξη, που είναι η πιο εκμεταλλευόμενη και καταπιεζόμενη τάξη. Ανάμεσα στις δυο αυτές βασικές τάξεις, στέκονται τα ενδιάμεσα στρώματα, η αγροτιά, η μικροαστική τάξη των πόλεων και η διανόηση. Αμφίρροπη είναι η θέση της μη μονοπωλιακής, της μεσαίας αστικής τάξης.

Ωστόσο, η κυριαρχία της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης δεν είναι «καθαρή», αλλά συνδυάζεται με την κυριαρχία του ξένου μονοπωλιακού κεφαλαίου. Στην Ελλάδα, τα βασικά μέσα παραγωγής, οι μεγάλες βιομηχανίες και επιχειρήσεις, το μεγάλο εσωτερικό και εξωτερικό εμπόριο, οι μεταφορές και επικοινωνίες, οι τράπεζες, όλοι οι βασικοί μοχλοί της οικονομικής ζωής βρίσκονται στα χέρια των ξένων και ντόπιων μονοπωλίων. Ακριβώς το ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο και μια χούφτα Έλληνες μεγιστάνες του πλούτου, η ντόπια μονοπωλιακή, μεγαλοαστική τάξη, που συνεργάζεται μαζί του, ελέγχουν όλη την οικονομική και επομένως και την πολιτική ζωή της χώρας. Αυτή η σύμπλεξη της ταξικής κυριαρχίας του ξένου και ντόπιου μονοπωλιακού κεφαλαίου στην ελληνική κοινωνία, αποτελεί μια βασική ιδιομορφία, που επιδρά καθοριστικά στη διάταξη των εσωτερικών κοινωνικών δυνάμεων και προσδιορίζει την προοπτική των οικονομικών εξελίξεων και των πολιτικών ταξικών αγώνων στην Ελλάδα.

123. Η εργατική τάξη είναι η κυριότερη παραγωγική δύναμη, αλλά και η πιο εκμεταλλευόμενη και καταπιεζόμενη τάξη της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Οι εργάτες δε διαθέτουν παρά μόνο την εργατική τους δύναμη. Δημιουργούν όλο τον πλούτο και απολαμβάνουν ελάχιστα.

Στις τελευταίες δεκαετίες, η αριθμητική δύναμη της εργατικής τάξης παρουσίασε μια σοβαρή αύξηση, τόσο απόλυτη, όσο και σχετική, πράγμα που μεγάλωσε το ειδικό βάρος της στην οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας.

Διαστρεβλώνοντας την πραγματική σημασία της διαδικασίας αυτής, οι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές, τόσο εκείνοι του ΚΚΕ όσο,και εκείνοι του ΚΚΕεσ. όχι μόνο διογκώνουν σκόπιμα την αριθμητική δύναμη της εργατικής τάξης αλλά κύρια προσπαθούν να εμφανίσουν την αύξηση των γραμμών της, σαν αποτέλεσμα μιας αλλαγής στη σύνθεση αυτών των γραμμών. Έτσι, προσπαθούν να «εντάξουν» στις γραμμές της εργατικής τάξης τους διανοούμενους, επιστήμονες και τεχνικούς, να εμφανίσουν αυτούς τους τελευταίους σαν ένα «νέο στρώμα της εργατικής τάξης» και κατ’ αυτό τον τρόπο να αλλοιώσουν την πραγματική έννοια της εργατικής τάξης και φυσικά να διαστρεβλώσουν το ρόλο της στην κοινωνικοοικονομική και πολιτική ζωή.

Για μας, σύμφωνα με τις κλασσικές μαρξιστικές-λενινιστικές θέσεις, η εργατική τάξη αποτελείται από το βιομηχανικό προλεταριάτο (που με την ευρύτερη έννοια του όρου, περιλαβαίνει τους απασχολούμενους μισθωτούς στο δευτερογενή τομέα δηλαδή στη (βιομηχανία-βιοτεχνία-ενέργεια και οικοδομές από τους υπαλλήλους, (υπαλλήλους γραφείου, εμποροϋπαλλήλους κ.α.), εκτός από το στρώμα των διευθυντών και ανώτερων διοικητικών στελεχών των επιχειρήσεων, από τους εργάτες γης καθώς και από ορισμένα άλλα λαϊκά στοιχεία της πόλης και της υπαίθρου, που θα μπορούσαν να ορισθούν σαν η λαϊκή φτωχολογιά.

Σύμφωνα με μια έρευνα της ΕΣΥΕ που έγινε στις αρχές του 1982 από το 1.018.000 των οικονομικά ενεργών του δευτερογενούς τομέα (29,15% του συνολικού οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας) οι 740.000 (21,18% του συνολικού οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας) αποτελούνται από μισθωτούς, που αμείβονται με μισθό ή ημερομίσθιο. Απ’ αυτούς, οι 472.000 (13,5%) ασχολούνται στην  βιομηχανία-βιοτεχνία (εργοστασιακοί εργάτες), οι 218.000 (6,24%) στις οικοδομές, 16.000 (0,46%) στα ορυχεία και 34.000 (0,98%) στην ενέργεια.

Απ’ αυτούς τους αριθμούς και ποσοστά, πρέπει να αφαιρεθεί μια αναλογία (που δεν προσδιορίζεται επακριβώς από την έρευνα της ΕΣΥΕ) που αφορά διευθύνοντες και ανώτερα διοικητικά στελέχη καθώς και άλλα, παρασιτικά απασχολούμενα πρόσωπα, που κατατάχθηκαν στην κατηγορία των μισθωτών του δευτερογενούς τομέα, αλλά που με κανένα τρόπο δε μπορούν να θεωρηθούν σαν τμήμα της εργατικής τάξης.

Για έναν κατά προσέγγιση υπολογισμό της συνολικής αριθμητικής δύναμης της εργατικής τάξης, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη τα στοιχεία που δίνει η έρευνα της ΕΣΥΕ του 1982 για τους τεχνίτες και εργάτες (εκτός γεωργίας) και χειριστές μεταφορικών μέσων — 1.076.800 άτομα ή 30,8% του συνολικού οικονομικά ενεργού πληθυσμού και για τους υπαλλήλους γραφείου — 325.800 άτομα ή 9,3% του συνολικού οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Φυσικά κι αυτή η κατάταξη έχει σχετική σημασία, αφού από τις κατηγορίες αυτές θα έπρεπε, κατά πάσα πιθανότητα, να αφαιρεθούν ορισμένα άτομα π.χ. τεχνίτες-βιοτέχνες και ανώτεροι υπάλληλοι, ενώ θα έπρεπε να προστεθούν εδώ άλλα άτομα, που η έρευνα της ΕΣΥΕ κατέταξε σε διαφορετική κατηγορία, όπως απασχολούμενοι στη γεωργία (αγροτικό προλεταριάτο) ή στην παροχή υπηρεσιών και στις πωλήσεις (εμποροϋπάλληλοι). Πάντως, χρησιμοποιώντας τον τρόπο αυτό υπολογισμού, μπορούμε να πούμε πως η εργατική τάξη περιλαβαίνει, σύμφωνα με τα όχι πλήρη στοιχεία του 1982 πάνω από 1.400.000 άτομα ή πάνω από το 40% του συνολικού οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας.

124. Η αγροτιά, που αντιπροσωπεύει το 29% περίπου του συνολικού οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας, χωρίζεται σε τρία, βασικά, στρώματα, τους φτωχούς αγρότες, τους μεσαίους αγρότες και τους πλούσιους αγρότες.

Οι φτωχοί αγρότες διαθέτουν λίγη ή και άγονη γη και περιορισμένα εργαλεία παραγωγής. Συχνά είναι αναγκασμένοι να μισθώνουν γη ή και να πουλούν ένα μέρος από την εργατική τους δύναμη, δουλεύοντας σε άλλους και έτσι υποβάλλονται κι αυτοί σε εκμετάλλευση. Είναι θύματα των μεσαζόντων, των τοκογλύφων, της ΑΤΕ, που τους εκμεταλλεύονται άγρια, με τα δάνεια και με μύριους άλλους τρόπους. Είναι αυτοί που πρώτοι πληρώνουν τις συνέπειες της αντιαγροτικής πολιτικής των κυβερνήσεων της πλουτοκρατι-κής ολιγαρχίας, όντας αναγκασμένοι να πουλούν τα προϊόντα τους σε τιμές πολύ κάτω από το κόστος ή να τα ρίχνουν στις «χωματερές». Μαζί με τους εργάτες γης. οι φτωχοί αγρότες είναι το πιο εκμεταλλευόμενο και πιο καταπιεζόμενο τμήμα της αγροτιάς.

Οι μεσαίοι αγρότες διαθέτουν, κατά κανόνα, τόση γη, που μόλις εξασφαλίζει στοιχειωδώς τις ανάγκες τους, — μερικοί έχουν περισσότερη κι άλλοι λιγότερη, — καθώς επίσης, διαθέτουν, ανάλογα εργαλεία παραγωγής ή και μηχανήματα. Πηγή ύπαρξης τους είναι η προσωπική τους εργασία, αλλά σε διάφορες περιπτώσεις και σε ορισμένο βαθμό επίσης χρησιμοποιούν μισθωτή εργασία.

Γενικά, οι μεσαίοι αγρότες, αν και βρίσκονται σε καλύτερη οικονομική θέση από εκείνη των φτωχών αγροτών, ωστόσο αντιμετωπίζουν πολλά και σοβαρά προβλήματα και συχνά βρίσκονται μπροστά στον κίνδυνο της καταστροφής. Χτυπιούνται κι αυτοί από την αντιαγροτική πολιτική των κυβερνήσεων της πλουτοκρατικής ολιγαρχίας και από τις χαμηλές τιμές πούλησης των αγροτικών προϊόντων, από τους μεσάζοντες και από την ΑΤΕ. Αν και έχουν πετύχει μια κάποια εκμηχάνιση της παραγωγής τους, ωστόσο, το επίπεδο αυτής της εκμηχάνισης είναι γενικά χαμηλό και ποιοτικά περιορισμένο, πράγμα πόυ έχει σα συνέπεια, οι μεσαίοι αγρότες να μη μπορούν να τα βγάλουν πέρα στον ανταγωνισμό με τις μεγάλες αγροτικές εκμεταλλεύσεις και ιδιαίτερα στον ανταγωνισμό αυτό στα πλαίσια της ΕΟΚ. Οι μεσαίοι αγρότες υφίστανται την παντοειδή εκμετάλλευση και καταπίεση του κράτους των ντόπιων και ξένων μονοπωλίων, ενώ η διείσδυση του μεγάλου κεφαλαίου στην αγροτική οικονομία υπονομεύει άμεσα τη θέση τους.

Οι πλούσιοι αγρότες ή πλουσιοχωρικοί, διαθέτουν σχετικά μεγάλες εκτάσεις γης, μεγαλύτερες από όσες τους χρειάζονται για να εξασφαλίσουν την ύπαρξη τους και επίσης έναν αρκετά ικανοποιητικό τεχνικό εξοπλισμό (εργαλεία και μηχανήματα) για τη διεξαγωγή της παραγωγικής διαδικασίας. Αυτοί εκμεταλλεύονται την εργασία των εργατών γης ή και φτωχών αγροτών και εκμισθώνουν τμήματα της γης που διαθέτουν. Ωστόσο, οι πλουσιοχωρικοί δουλεύουν και οι ίδιοι, συμμετέχουν δηλ. προσωπικά στο παραγωγικό προτσές και μ’ αυτή την έννοια αποτελούν μέρος της αγροτιάς.

Οι πλουσιοχωρικοί αποτελούν την αστική τάξη του χωριού και γενικά, κατατάσσονται στην κατηγορία της μεσαίας αστικής τάξης, πράγμα που προσδιορίζει την ασταθή κοινωνική τους θέση και το διπλό χαρακτήρα τους. Από τη μια πλευρά, αυτοί εκμεταλλεύονται τους εργάτες γης, τους φτωχούς αγρότες και ακόμα και τους μεσαίους αγρότες και από την άλλη πλευρά αντιμετωπίζουν οι ίδιοι τον άνισο ανταγωνισμό των ισχυρών καπιταλιστικών επιχειρήσεων που προωθεί στην ύπαιθρο το μεγάλο κεφάλαιο, θίγονται από τη διείσδυση και την κυριαρχία των ντόπιων και ξένων μονοπωλίων στην αγροτική οικονομία.

Για τον προσδιορισμό της συγκεκριμένης θέσης των αγροτών και την κατάταξη τους σε μια από τις παραπάνω τρεις κατηγορίες, πρέπει να λαβαίνονται υπόψη η έκταση της καλλιεργούμενης γης, που διαθέτει το κάθε αγροτικό νοικοκυριό, η ποιότητα αυτής της γης (γόνιμη, μισογόνιμη, άγονη) και η θέση της (πεδινή, ορεινή κ.λ.π.), ο βαθμός και ο χαρακτήρας του τεχνικού εξοπλισμού που διαθέτει το νοικοκυριό, το είδος της καλλιέργειας που ασκεί καθώς και μια σειρά άλλοι σχετικοί παράγοντες. Αν και τα στοιχεία που υπάρχουν, από την άποψη αυτή, είναι σχετικά περιορισμένα, ωστόσο είναι εντελώς καθαρό, πως ο τύπος του νοικοκυριού που κυριαρχεί στην αγροτική μας οικονομία είναι αυτός του μικρομεσαίου, πως το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των αγροτικών νοικοκυριών ανήκει στη φτωχομεσαία αγροτιά, που αποτελεί και την κύρια παραγωγική δύναμη του χωριού. Όσο για τους πλουσιοχω-ρικούς, αυτοί αντιπροσωπεύουν ένα μικρό ποσοστό στο σύνολο των αγροτικών νοικοκυριών της χώρας, αν και διαθέτουν αναλογικά μεγαλύτερες εκτάσεις καλλιεργούμενης γης.

Στην αγροτική οικονομία παρατηρείται, επίσης η ύπαρξη μεγά-   :’ λων και πολύ μεγάλων εκμεταλλεύσεων.  Έτσι, σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει η Στατιστική Επετηρίδα του 1982 και που αφορούν έρευνα πάνω στη διάρθρωση των γεωργικών και κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων του έτους 1977-1978, υπήρχαν, τη χρονιά αυτή, 3190 εκμεταλλεύσεις με 300-499 στρέμματα, 1070εκμεταλλεύσεις με 500-999 στρέμματα και 190 εκμεταλλεύσεις με 1000 και άνω στρέμματα. Παρόλο που οι εκμεταλλεύσεις αυτές, συνολικά παρμένες, διαθέτουν μόνο το 6,4% όλης της καλλιεργούμενης γης, ωστόσο η ύπαρξη τους έχει την ιδιαίτερη σημασία της. Οι εκμεταλλεύσεις αυτές, είτε αφορούν γαιοκτησίες παλιού τύπου (τσιφλίκια που δεν έχουν απαλλοτριωθεί), είτε αντιπροσωπεύουν το νέο τύπο των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων της αγροτικής υπαίθρου.

Η αγροτιά, από την ίδια την προέλευση και τη σύσταση της, αντιπροσωπεύει ένα κοινωνικό στρώμα, που υφίσταται μια διαρκή διαφοροποίηση. Η ποικιλόμορφη διείσδυση του μονοπωλιακού κεφαλαίου στην αγροτική οικονομία καταστρέφει όλο και περισσότερο τη μικρή παραγωγή, προκαλεί μια ένταση στο προτσές της ταξικής διαφοροποίησης της αγροτιάς. Ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά φτωχών και μεσαίων αγροτών καταστρέφονται και οι πρώην κάτοχοι τους περνούν στις γραμμές του προλεταριάτου, ενώ μια μικρή μειοψηφία πλουταίνει και περνάει στις γραμμές της αστικής τάξης, είτε καταλήγει σε παρασιτικά στρώματα. Κιόλας ως το 1975 είχαν διαλυθεί εκατό χιλιάδες αγροτικά νοικοκυριά με κλήρο μικρότερο από 50 στρέμματα. Έτσι, η ζωή επιβεβαιώνει το μαρξιστικό συμπέρασμα ότι εξαιτίας του γενικού νόμου της συσσώρευσης του κεφαλαίου, οι ιδιοχτήτες μέσων παραγωγής γίνονται όλο και λιγότεροι και οι άνθρωποι, που είναι υποχρεωμένοι να ζουν με τη μισθωτή εργασία, όλο και περισσότεροι. Τα στοιχεία της απογραφής του 1981 εξάλλου, επιβεβαιώνουν τη διαδικασία αυτή στο σύνολο της οικονομικο-κοινωνικής σύνθεσης του πληθυσμού στην Ελλάδα, αφού αποκαλύπτουν πως από το 1971 ώς το 1981 οι μισθοσυντήρητοι αυξήθηκαν κατά 22,7%, ενώ ταυτόχρονα μειώθηκε ο αριθμός των εργοδοτών, που από το 4,1% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας που αντιπροσώπευε το 1971, κατέβηκε στο 2,8% το 1981.

125. Η μικροαστική τάξη των πόλεων, περιλαβαίνει τους μικρέμπορους, τους βιοτέχνες, τους επαγγελματίες και άλλους. Τα στρώματα αυτά, από την ίδια την οικονομική τους κατάσταση, καθώς συνδέονται με τη μικροεμπορευματική παραγωγή, κατέχουν μια ενδιάμεση θέση ανάμεσα στο προλεταριάτο και στην αστική τάξη. Με το προλεταριάτο συγγενεύουν, γιατί ζουν με την προσωπική τους δουλειά και υφίστανται την εκμετάλλευση και καταπίεση της αστικής τάξης. Με την αστική τάξη συγγενεύουν, γιατί είναι ιδιοχτήτες (μικρών) μέσων παραγωγής, εμπορευματοπαρα-γωγοί. Στο βαθμό που αναπτύσσεται ο καπιταλισμός, τα στρώματα αυτά διαφοροποιούνται και αποσυντίθενται και, όπως και στην περίπτωση της αγροτιάς, ένα μέρος τους καταστρέφεται και προ-λεταριοποιείται και ένα πολύ μικρό μέρος τους πλουταίνει και περνάει στην αστική τάξη. Η ταξική διαφοροποίηση των στρωμμά-των αυτών και η καταστροφή τους εντείνεται ιδιαίτερα σήμερα, όταν αντιμετωπίζουν τον άγριο συναγωνισμό των μονοπωλίων, την εκμετάλλευση και την καταπίεση του μεγάλου κεφαλαίου, ντόπιου και ξένου. Ωστόσο, αυτό το γεγονός δεν οδηγεί στην πλήρη εκτόπιση των μικρών παραγωγών. Τα στρώματα αυτά που το 1978 αποτελούσαν το 15% του συνολικού οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας, εξακολουθούν και σήμερα να κατέχουν μια σημαντική θέση στην ελληνική κοινωνία. Αποτελούν ένα πολυάριθμο, εκμεταλλευόμενο και καταπιεζόμενο τμήμα της κοινωνίας αυτής και διαδραματίζουν σοβαρό ρόλο στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες.

126. Η διανόηση, αποτελεί ένα ιδιόμορφο κοινωνικό στρώμα. Περιλαβαίνει τους συγγραφείς, τους καλλιτέχνες, τους μηχανικούς, τους τεχνικούς, τους δικηγόρους, τους γιατρούς και άλλους που ασκούν τα λεγόμενα «ελευθέρια επαγγέλματα». Με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και ιδιαίτερα με την άνοδο της βιομηχανίας και την επέκταση του τομέα των οικοδομήσεων, αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των τεχνικών και άλλων εκπροσώπων του τεχνικού προσωπικού. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, η κατηγορία «Πρόσωπα ασκούντα επιστημονικά και ελευθέρια επαγγέλματα, τεχνικοί αυτών βοηθοί κ.λ.π.», στη δεκαετία 1971-1981 σχεδόν διπλασίασε την αριθμητική της δύναμη. Από το 5,7% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, που ήταν το 1971 έφτασε 9,4% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, το 1981.

Ερμηνεύοντας το φαινόμενο αυτό με τρόπο αντιεπιστημονικό, οι ρεβιζιονιστές προβάλλουν τον ισχυρισμό πως σαν αποτέλεσμα της ολοένα και μεγαλύτερης σύνδεσης της επιστήμης με την παραγωγή, η διανόηση προσεγγίζει την εργατική τάξη ή και ενσωματώνεται σ’ αυτή, αποτελώντας πια ένα «νέο στρώμα» της.  Ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν έχει καμιά απολύτως αντικειμενική βάση. Η σύνδεση ενός τμήματος της διανόησης, των τεχνικών, με την παραγωγή δε μπορεί να μεταβάλλει την κοινωνική θέση της διανόησης κι ούτε το γεγονός πως ο τεχνικός αμείβεται με μισθό μπορεί να τον μετατάξει στην εργατική τάξη. Στην πράξη, ο τεχνικός συχνά εκτελεί όχι μόνο τις λειτουργίες της καθοδήγησης του τεχνολογικού προτσές, αλλά και τις λειτουργίες επίβλεψης πάνω στους εργάτες. Όπως έλεγε ο Μαρξ, στον κεφαλαιοκράτη χρειάζονται «βιομηχανικοί κατώτεροι αξιωματικοί» (που να διευθύνουν) και «υπαξιωματικοί» (μαστόροι) που να διατάζουν στο όνομα του κεφαλαίου στη διάρκεια της εργασιακής λειτουργίας. Απορρίπτοντας τους ρεβιζιονιστικούς ισχυρισμούς, ωστόσο, οι μαρξιστές-λενινιστές οφείλουν να κάνουν μια σωστή εκτίμηση της θέσης της διανόησης, να επισημάνουν ορισμένες νέες ιδιομορφίες της και να προσδιορίσουν ολοκληρωμένα το ρόλο της στην κοινωνική ζωή και στους πολιτικούς αγώνες.

Ως προς την οικονομική της κατάσταση και τον τρόπο ζωής, η διανόηση δεν είναι ομοιογενής. Η διανόηση δεν είναι ιδιαίτερη τάξη, αλλά και δεν είναι εξωταξική. Είναι στρώμα ανθρώπων πνευματικής εργασίας, που υπηρετεί τη μια ή την άλλη τάξη. Τα ανώτερα στρώματα της διανόησης προσελκύονται από την κυρίαρχη, αστική ή πιο σωστά, μεγαλοαστική τάξη, ενώ τα κατώτερα στρώματα της τραβιούνται με το μέρος της εργατικής τάξης. Ακριβώς ένα βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής διανόησης είναι ότι στη συντριπτική της πλειοψηφία πήρε μέρος σ’ όλους τους μεγάλους αγώνες του λαού και του έθνους, από την Εθνική Αντίσταση της κατοχής, και τους μεταπολεμικούς, αντιϊμπεριαλιστικούς αγώνες, ως τους αγώνες ενάντια στη φασιστική διχτατορία και τους δημοκρατικούς και πατριωτικούς αγώνες της περιόδου μετά το 1974. Η βασική μάζα των διανοουμένων στέκεται και σήμερα σε προοδευτικές-δημοκρατικές θέσεις.

Μέσα στις σημερινές συνθήκες της εξαρτημένης από τον ιμπεριαλισμό καπιταλιστικής Ελλάδας χειροτερεύει συνεχώς η θέση της μεγάλης πλειοψηφίας των διανοουμένων. Επιδεινώνεται ιδιαίτερα η οικονομική τους κατάσταση και χιλιάδες νέοι επιστήμονες αντιμετωπίζουν το φάσμα της ανεργίας. Ταυτόχρονα, παρεμποδί-ζεται-και πνίγεται το δημιουργικό έργο των συγγραφέων και καλλιτεχνών και η πνευματική ζωή του τόπου αντιμετωπίζει την εισβολή των υποπροϊόντων της δυτικής, κύρια της αμερικάνικης αντιδραστικής κουλτούρας.

127. Η μη μονοπωλιακή αστική τάξη, αντιπροσωπεύεται από τη μεσαία αστική τάξη, κύρια τους μικρομεσαίους βιομηχάνους και εμπόρους. Στις σημερινές συνθήκες, το καθεστώς της κυριαρχίας των ντόπιων και ξένων μονοπωλίων είναι τόσο άγριο, που θίγει, σε ορισμένο βαθμό, ακόμα και τα συμφέροντα της μεσαίας αστικής τάξης. Τα μονοπώλια επωφελούνται από όλες τις κρατικές «ρυθμίσεις», καρπώνονται τα μεγάλα μερίδια των τραπεζικών πιστώσεων και των κρατικών παραγγελιών, ενώ οι μικρομεσαίες βιομηχανικές και εμπορικές επιχειρήσεις φθίνουν και αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της καταστροφής εξαιτίας του ανταγωνισμού των μεγάλων μονοπωλίων. Ολοένα και περισσότερο η οικονομική δύναμη συγκεντρώνεται στα χέρια μιας χρηματιστικής ολιγαρχίας, ενώ εξασθενίζουν οι θέσεις της μη μονοπωλιακής αστικής τάξης στην οικονομία και μειώνεται η αριθμητική της δύναμη. Αυτή είναι η τάση της διαφοροποίησης που συντελείται στους κόλπους της αστικής τάξης.

Συνοψίζοντας την τοποθέτηση μας για την ταξική διάρθρωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, πρέπει να σημειώσουμε σαν πιο σημαντικές αλλαγές, που σημειώθηκαν από την άποψη αυτή στις τελευταίες δεκαετίες, το δυνάμωμα της μονοπωλιακής αστικής τάξης (σε συνδιασμό και με τη σταθεροποίηση ή ενίσχυση των θέσεων του ξένου μονοπωλιακού κεφαλαίου στην ελληνική οικονομία) και την αύξηση της αριθμητικής δύναμης και του ειδικού βάρους της εργατικής τάξης. Παρ’ όλα αυτά, η μικροαστική τάξη, συνολικά παρμένη (αγροτιά, μεσαία στρώματα των πόλεων, διανόηση), εξακολουθεί να αποτελεί την πλειοψηφία του ελλαδικού πληθυσμού. Κι αυτό οφείλουμε να το λάβουμε σοβαρά υπόψη και να το συνυπολογίσουμε μαζί με τις σημαντικές μεταβολές που επήλθαν στην ταξική διάρθρωση της χώρας μας.

δ. Το πολιτικό καθεστώς

128. Σε κάθε κοινωνικό σύστημα, το πολιτικό καθεστώς εκφράζει και υπηρετεί τα ζωτικά οικονομικά συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Η οικονομική κυριαρχία εκφράζεται αναπόφευκτα με την πολιτική κυριαρχία.

Στον καπιταλισμό, η αστική τάξη, καθώς κυριαρχεί στον οικονομικό τομέα, είναι και πολιτικά κυρίαρχη. Το κράτος, σαν το πολιτικό εποικοδόμημα που υψώνεται πάνω σε ορισμένη οικονομική βάση, γίνεται το πολιτικό όργανο στα χέρια της οικονομικά κυρίαρχης αστικής τάξης, για τη χαλιναγώγηση της εργατικής τάξης και όλων των εκμεταλλευομένων και καταπιεζομένων μαζών. Αλλά, στις συνθήκες του μονοπωλιακού καπιταλισμού, όταν στην οικονομική ζωή κυριαρχούν τα μονοπώλια κι όταν, με τη συνένωση της δύναμης των μονοπωλίων και της δύναμης του κράτους, ο μονοπωλιακός καπιταλισμός μετατρέπεται σε κρατικομο-νοπωλιακό καπιταλισμό, το κράτος, από όργανο κυριαρχίας όλης της αστικής τάξης, γενικά όπως ήταν στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό, γίνεται ειδικά όργανο κυριαρχίας της μονοπωλιακής αστικής τάξης, της χρηματιστικής ολιγαρχίας, για τη χαλιναγώγηση όχι μόνο της εργατικής τάξης και των άλλων στρωμάτων των εργαζομένων, αλλά ακόμα και τμημάτων της μη μονοπωλιακής αστικής τάξης.

Έτσι «ακριβώς και στην Ελλάδα, σήμερα, το κράτος είναι όργανο της κυριαρχίας της μονοπωλιακής, της μεγαλοαστικής τάξης (συνυφασμένης με την κυριαρχία του ξένου μονοπωλιακού κεφαλαιου) και η πολιτική εξουσία βρίσκεται στα χέρια των πολι-τι κών εκπροσώπων, δηλ. των πολιτικών κομμάτων της μεγαλοαστικής τάξης.

Για να εξασφαλιστεί η άγρια οικονομική εκμετάλλευση των εργαζομένων μαζών από τα ντόπια και ξένα μονοπώλια και η υποταγή τους στον ξένο ιμπεριαλισμό, στη χώρα μας είχε επιβληθεί ένα αντιδραστικό πολιτικό καθεστώς, που κατά καιρούς πήρε τις πιο ωμές τρομοκρατικές, αστυνομικές και φασιστικές μορφές.

Πάνω από μισό αιώνα, από το 1918 που ιδρύθηκε ως το 1974, έξω από μικρά «διαλείμματα», το κομμουνιστικό κόμμα βρισκόταν «εκτός νόμου» και οι κομμουνιστές υποβάλλονταν στις πιο άγριες διώξεις — εξορίες, φυλακίσεις, εκτελέσεις. Σε διώξεις υποβάλλονταν, επίσης και οι άλλες προοδευτικές και δημοκρατικές δυνάμεις της χώρας, ενώ οι μαζικές οργανώσεις και πρώτα-πρώτα οι συνδικαλιστικές οργανώσεις της εργατικής τάξης ήταν ο στόχος της ανοιχτής αστυνομικής τρομοκρατίας και των κάθε λογής κρατικών και εργοδοτικών παρεμβάσεων, έτσι ώστε να παρεμποδίζεται πρα-χτικά η ουσιαστική λειτουργία τους. Ο λαός στερούνταν τα πιο στοιχειώδη δικαιώματα. Αυτό το καθεστώς εκφράστηκε στις τελευταίες δεκαετίες και με τη στυγνή στρατιωτικοφασιστική διχτατορία 1967-1974, που προετοίμασαν, οργάνωσαν και επέβαλαν στον τόπο μας οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές.

Ύστερα από την πολιτική αλλαγή της 23 Ιούλη 1974 ο λαός με την πάλη του κατάχτησε ορισμένα δικαιώματα και ελευθερίες. Νομιμοποιήθηκε η πολιτική δράση των κομμουνιστών. Το μαζικό λαϊκό κίνημα απόχτησε νέες σοβαρές δυνατότητες δράσης. Διαμορφώθηκε ένα πολιτικό κλίμα, ιδιαίτερα τα πρώτα δυο-τρία χρόνια ύστερα από την πτώση της φασιστικής χούντας, που ευνοούσε τις πολιτικές πρωτοβουλίες και δραστηριότητες των προοδευτικών οργανώσεων, των εργατικών συνδικάτων και της νεολαίας και επιβλήθηκε το δικαίωμα των λαϊκών συγκεντρώσεων και διαδηλώσεων. Όλα αυτά αντανακλούσαν το νέο συσχετισμό πολιτικών όυνάμεων, που είχε διαμορφωθεί στη χώρα, ύστερα από την κατάρρευση της διχτατορίας και την όξυνση της κρίσης όλου του συστήματος της αμερικανοκρατίας και της υποτέλειας, αλλά επίσης έκφραζαν ορισμένες αναπροσαρμογές που επιχειρούσε στην πολιτική της η μεγαλοαστική τάξη, αναπροσαρμογές που απόβλεπαν στο πιο ανώδυνο ξεπέρασμα των δυσκολιών που είχαν δημιουργηθεί γι’ αυτήν και στην εξασφάλιση των μακροπρόθεσμων συμφερόντων της. Έτσι ακριβώς εμφανίστηκε η «ανανεωμένη» δεξιά. Αντί της ΕΡΕ ιδρύθηκε τώρα η Ν.Δ. από τον ίδιο, αλλά «εξευρωπαϊσμένο» πια, ηγέτη της, τον Κ. Καραμανλή. Αυτή ήταν η πρώτη «εκσυγχρονιστική» προσπάθεια της μεγαλοαστικής τάξης στις συνθήκες της λεγόμενης μεταπολίτευσης.

Ωστόσο, τα όρια του αστικού αυτού «εκσυγχρονισμού» ήταν εντελώς περιορισμένα. Ο Κ. Καραμανλής, αφού «μάζεψε τα λουριά» της εξουσίας της μεγαλοαστικής τάξης, που είχαν κινδυνέψει να σπάσουν στις παραμονές της πτώσης της χούντας, προχώρησε βαθμιαία στη θωράκιση ενός αντιδραστικού πολιτικού καθεστώτος, που χωρίς να επιστρέφει στις μέθοδες της προδιχτατορικής ΕΡΕ, περιόρισε ωστόσο τκ ελευθερίες της πρώτης μεταδιχτατορι-κής περιόδου κι άρχισε να οικοδομεί ένα πιο οργανωμένο και πιο «εκλεπτυσμένο» σύστημα πολιτικής καταπίεσης των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων και ουσιαστικού περιορισμού των λαϊκών δημοκρατικών δικαιωμάτων. Η ψήφιση του αντιδραστικού —αυταρχικού συντάγματος του 1975 ήταν ένα σοβαρό βήμα στην κατεύθυνση αυτή. Παράλληλα δραστηριοποιήθηκαν και οι μέθοδες της ανοιχτής αστυνομικής καταστολής των λαϊκών κινητοποιήσεων και τα ΜΑΤ δημιούργησαν μια «εποχή». Ταυτόχρονα, προωθούνταν και η πολιτική της αφομοίωσης των χουντοφασιστικών στοιχείων. Ουσιαστικά, μέσα από της διαδικασία αυτή, που προωθούσε την επιβολή ενός «εκσυγχρονισμένου» αστυνομικού πολιτικού καθεστώτος, η χώρα οδηγήθηκε σε μια όξυνση της πολιτικής κρίσης, που μαζί με τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, κατάληξε στην απομάκρυνση της δεξιάς από την κυβερνητική εξουσία τον Οχτώβρη του 1981.

Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβερνητική εξουσία άρχισε η νέα «εκσυγχρονιστική» προσπάθεια, του τμήματος εκείνου της μεγαλοαστικής τάξης, που εκφράζει η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Υπήρξαν πολλές καταδίκες του προηγούμενου, αντιδραστικού πολιτικού καθεστώτος της δεξιάς. Και δόθηκαν πολλές υποσχέσεις για μια ριζική αλλαγή της κατάστασης, που θα έκανε τάχα το λαό κυρίαρχο στον τόπο του.

Τρία χρόνια κοντά, τώρα, διακρυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ έδειξαν τον απατηλό χαραχτήρα αυτών των υποσχέσεων και επιβεβαίωσαν τον σιδερένιο κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο ο χαραχτήρας κάθε πολιτικής και κάθε πολιτικής αλλαγής αναπόφευκτα καθορίζεται από την ταξική φύση των δυνάμεων που την εφαρμόζουν και την πραγματοποιούν. Το ΠΑΣΟΚ, ένα κόμμα κι αυτό της μεγαλοαστικής  τάξης,  δεν μπορούσε να  πραγματοποιήσει οποιαδήποτε αλλαγή που θα έθιγε τα βασικά συμφέροντα αυτής της τάξης.

Παρά τις διακηρύξεις της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ για την πραγματοποίηση του «σοσιαλιστικού μετασχηματισμού», ολόκληρο το αστικό πολιτικό σύστημα, με τις βασικές δομές και διαρθρώσεις του, όπως το είχε «τελειοποιήσει» προηγούμενα η Ν.Δ., παραμένει ανέπαφο. ‘ Υστερα από μια κάποια «άνοιξη» πολιτικών ελευθεριών μετά τον Οχτώβρη του ’81 αρχίζει το πισωγύρισμα. Περιορίζονται πάλι οι λαϊκές ελευθερίες. Χτυπιέται το δικαίωμα της απεργίας. Αστυνομικές δυνάμεις επιτίθενται στους απεργούς. Διατηρούνται καλπονοθευτικά εκλογικά συστήματα και μεθοδεύονται νέα, έτσι ώστε η μειοψηφία να μπορεί να κυβερνά «νόμιμα» και ο λαός να παραμένει στη γωνία, άβουλος και απαθής.

Τα γεγονότα λένε, πως παρά τις ορισμένες θετικές αλλαγές που έγιναν μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία τον Οχτώβρη του 1981 η γενική κατάσταση στη χώρα κάθε άλλο παρά άλλαξε. Οι εργαζόμενες μάζες εξακολουθούν πάντα να στενάζουν κάτω από τη μαύρη διχτατορία της μεγαλοαστικής τάξης, των πιο σκοτεινών και οπισθοδρομικών δυνάμεων της ελληνικής κοινωνίας. Αυτή η διχτατορία ντύνεται σήμερα με τον κοινοβουλευτικό μανδύα, αλλά η ουσία της παραμένει πάντα η ίδια: κυριαρχία του μεγάλου κεφαλαίου σε βάρος των πλατειών εργαζομένων μαζών.

Κεφάλαιο δωδέκατο

Η ΑΛΛΑΓΗ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΑΝΑΓΚΗ Ο ΤΟΠΟΣ ΣΗΜΕΡΑ

α. Οι αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας

129. Για το σωστό καθορισμό της γενικής γραμμής του κόμματος, που αποβλέπει στην εκπλήρωση των πιο γενικών καθηκόντων του δοσμένου ιστορικού σταδίου, είναι απαραίτητη η ολόπλευρη μελέτη των αντιθέσεων, που χαραχτηρίζουν την ελληνική κοινωνία σήμερα.

Ο μαρξισμός-λενινισμός διδάσκει πως σε κάθε προτσές υπάρχει μια ολόκληρη σειρά από αντιθέσεις. Ανάμεσα σ’ αυτές, μια είναι η βασική, η κύρια αντίθεση, που προσδιορίζει τη φύση και όλη την πορεία του προτσές, ότι οι άλλες αντιθέσεις είναι δευτερεύουσες και καθορίζονται από τη βασική, την κύρια αντίθεση. Ωστόσο, οι αντιθέσεις δεν είναι κοκαλωμένες, μεταβάλλονται και αλλάζουν θέση, ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Σύμφωνα με τις αλλαγές που σημειώνονται στην αντικειμενική κατάσταση, στην πρώτη γραμμή μπορεί να προωθηθεί σα βασική πότε η μια και πότε η άλλη αντίθεση. Μια αντίθεση, που κάτω από καθορισμένες συνθήκες προβάλλει σα βασική, σε άλλες συνθήκες παύει να είναι και το αντίθετο. Ορισμένοι συγκεκριμένοι όροι κάνουν ώστε, μια δευτερεύουσα αντίθεση γίνεται, για μια ορισμένη περίοδο, βασική αντίθεση, ενώ, αντίθετα, η βασική αντίθεση περνάει σε δεύτερο πλάνο.

Η μελέτη των αντιθέσεων και ο καθορισμός, με βάση τη μελέτη αυτή, της κύριας, κάθε φορά, αντίθεσης, μας επιτρέπουν να προσανατολιστούμε σωστά στην κατάσταση και σωστά να καθορίσουμε τα κύρια καθήκοντα του επαναστατικού κινήματος στο αντίστοιχο στάδιο. Ο Λένιν τόνιζε, πως σε κάθε στάδιο της εξέλιξης, μέσα από τη γενική μάζα των καθηκόντων, πρέπει να ξεχωρίζουμε τον επίκαιρο, τον αποφασιστικό, το βασικό κρίκο, που κρατώντας τον θα μπορούμε να σύρουμε ολόκληρη την αλυσίδα των υπόλοιπων καθηκόντων. Η ικανότητα να διακρίνουμε την πορεία ανάπτυξης των νέων αντιθέσεων, τη μετατροπή μιας βασικής αντίθεσης σε μη Βασική και το αντίθετο, η ικανότητα ακριβώς να ξεχωρίζουμε την κύρια κάθε φορά αντίθεση σ’ όλο το προτσές, μας επιτρέπει να αρπάζουμε τον αποφασιστικό, το βασικό κρίκο στις συγκεκριμένες συνθήκες.

Αν παρατηρήσουμε τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, θα διαπιστώσουμε ένα πολύ περίπλοκο σύνολο αντιθέσεων. Εδώ υπάρχουν, η αντίθεση ανάμεσα στην αστική τάξη και στο προλεταριάτο, η αντίθεση ανάμεσα στην αστική τάξη και στην αγροτιά, η αντίθεση ανάμεσα στη μεγαλοαστική τάξη και σ’ όλες τις άλλες τάξεις και στρώματα, η αντίθεση ανάμεσα στη μονοπωλιακή αστική τάξη και στη μη μονοπωλιακή αστική τάξη, οι αντιθέσεις ανάμεσα στις διάφορες ομάδες της μονοπωλιακής αστικής τάξης, η αντίθεση ανάμεσα στον ξένο ιμπεριαλισμό και στο ελληνικό έθνος, η αντίθεση ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και στο φασισμό, καθώς και άλλες αντιθέσεις.

Το πρόβλημα που τώρα οφείλουμε να λύσουμε, είναι να ξεχωρίσουμε από όλες αυτές τις αντιθέσεις την αντίθεση εκείνη, πυυ η ύπαρξη και η ανάπτυξη της καθορίζουν την ύπαρξη και την ανάπτυξη των άλλων αντιθέσεων και επενεργούν πάνω σ’ αυτές, να καθορίσουμε, με άλλα λόγια, την κύρια αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας στο τωρινό στάδιο της εξέλιξης της.

Στο παρελθόν, στις γραμμές του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος έγιναν πολλές συζητήσεις και εκφράστηκαν αντιτιθέμενες απόψεις, γύρω από το ζήτημα του καθορισμού της κύριας αντίθεσης της ελληνικής κοινωνίας. Αλλά και σήμερα, επίσης, υπάρχουν διάφορες απόψεις γύρω από το ζήτημα αυτό. Τελευταία, προβλήθηκε η άποψη πως, στην ελληνική κοινωνία «οι βασικές αντιθέσεις είναι δύο: Η αντίθεση ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο και η αντίθεση ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και τον εργαζόμενο λαό». Αυτή η άποψη είναι αβάσιμη.

Πρώτα-πρώτα, το να υποστηρίζουμε πως μπορούν να υπάρχουν, ταυτόχρονα, δυο βασικές αντιθέσεις, έρχεται σε αντίθεση με τις μαρξιστικο-λενινιστικές θέσεις για τη λειτουργία του νόμου των αντιθέσεων και για τη διάκριση των αντιθέσεων που υπάρχουν σε κάθε προτσές σε μια, κύρια αντίθεση και σε άλλες, δευτερεύουσες, αντιθέσεις.

Ο Μάο Τσετούνγκ, στο έργο του «Για τις αντιθέσεις», γράφει:

«Οπωσδήποτε, δεν υπάρχει καμιά απολύτως αμφιβολία, πως σε καθένα από τα στάδια ανάπτυξης του προτσές, μόνο μια κύρια αντίθεση υπάρχει, που παίζει πρωτεύονται ρόλο. Από δω βγαίνει, πως σε κάθε προτσές, αν υπάρχουν πολλές αντιθέσεις, ωστόσο υπάρχει πάντα μια, που είναι η κύρια αντίθεση και που παίζει ρόλο πρωτεύοντα, αποφασιστικό, ενώ οι άλλες κατέχουν δευτερεύουσα, υποδεέστερη θέση».

Όταν μιλούμε για την κύρια αντίθεση, που χαραχτηρίζει μια κοινωνία σε ένα δοσμένο στάδιο της εξέλιξης της, εννοούμε το σχηματισμό δυο πόλων, που στον καθένα απ’ αυτούς συγκεντρώνονται, ανάλογες κοινωνικές δυνάμεις, χωρίς, οι δυνάμεις αυτές, να προέρχονται, υποχρεωτικά, από μια μόνο τάξη, στην κάθε μια περίπτωση. ‘ Ετσι, σε μια χώρα, εξαρτημένη από τον ξένο ιμπεριαλισμό και με μια ντόπια κυρίαρχη τάξη, που συνεργάζεται με τον ξένο ιμπεριαλισμό (τη φεουδαρχία ή τη μεγαλοαστική τάξη, είτε και τις δυο μαζί), ο ξένος ιμπεριαλισμός και η ντόπια κυρίαρχη ολιγαρχία σχηματίζουν τον έναν πόλο της μιας και μοναδικής κύριας αντίθεσης, ενώ στον άλλο πόλο συγκεντρώνονται η εργατική τάξη και όλα τα άλλα στρώματα της κοινωνίας, που θίγονται από τη διπλή κυριαρχία του ξένου ιμπεριαλισμού και της ντόπιας ολιγαρχίας. Στην περίπτωση, λοιπόν, αυτή, δεν έχουμε δυο βασικές αντιθέσεις,     μια αντίθεση ανάμεσα στον ξένο ιμπεριαλισμό και στο λαό και μια αντίθεση ανάμεσα στη ντόπια ολιγαρχία και στο λαό, αλλά μια βασική, κύρια αντίθεση, την αντίθεση ανάμεσα στον ξένο ιμπεριαλισμό και τη ντόπια ολιγαρχία, που συνεργάζεται μαζί του, από τη μια πλευρά και στο λαό, από την άλλη πλευρά. (Στην Κίνα, στην περίοδο της νεοδημοκρατικής επανάστασης, η κύρια αντίθεση ήταν ανάμεσα στον ξένο ιμπεριαλισμό, τη φεουδαρχία και την κομπραδόρικη αστική τάξη, από τη μια πλευρά και στην εργατική τάξη, την αγροτιά, την μικροαστική τάξη των πόλεων και την εθνική αστική τάξη σε ορισμένο βαθμό από την άλλη πλευρά). Το χαρακτηριστικό στοιχείο εδώ είναι πως στην καθεμιά από τις δυο πλευρές της κύριας αντίθεσης υπάρχει μια σχετική ομοιογένεια και κοινότητα συμφερόντων.

Στην περίπτωση, όμως που γίνεται λόγος για δυο ταυτόχρονες βασικές αντιθέσεις, όπου η μια αντιπαραθέτει την αστική τάξη και το προλεταριάτο και η άλλη τον ιμπεριαλισμό και τον εργαζόμενο λαό, μια τέτοια, σχετική ομοιογένεια και κοινότητα συμφερόντων δε μπορεί να υπάρξει και δημιουργείται μια ολοφάνερη σύγχυση. Γιατί ένα τμήμα της αστικής τάξης, η μεσαία αστική τάξη, ενώ κοινωνικά, βρίσκεται σε αντίθεση με την εργατική τάξη, βρίσκεται, επίσης» σε αντίθεση και με τον ξένο ιμπεριαλισμό κι ακόμα και με το τμήμα εκείνο της αστικής τάξης, που συνεργάζεται με τον ξένο ιμπεριαλισμό, δηλαδή με τη μεγαλοαστική τάξη. Η μεσαία αστική τάξη, σύμφωνα με τη διπλή αυτή φύση της, έχει μια ταλαντευόμενη θέση και μπορεί να γείρει είτε στη συνεργασία με τη μεγαλοαστική τάξη και τον ξένο ιμπεριαλισμό, ενάντια στην εργατική τάξη και τους συμμάχους της, είτε, — σε ορισμένο βαθμό και για μια καθορισμένη περίοδο, — στη συνεργασία με την εργατική τάξη και τους συμμάχους της, ενάντια στη μεγαλοαστική τάξη και τον ξένο ιμπεριαλισμό. Επομένως, δημιουργείται μια αληθινή σύγχυση σχετικά με την αντικειμενική θέση της μεσαίας αστικής τάξης, με την εφαρμογή του σχήματος των δυο βασικών αντιθέσεων. Ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση δημιουργείται, με το σχήμα αυτό, προκειμένου να προσδιορισθεί σωστά η θέση της μεσαίας αγροτιάς και της μικροαστικής τάξης των πόλεων. Αυτά τα στρώματα, από την ίδια την αντικειμενική τοποθέτηση τους, έρχονται σε αντίθεση με τον ιμπεριαλισμό και βρίσκονται με το μέρος του λαού, στην περίπτωση της αντίθεσης ιμπεριαλισμός-λαός, ενώ μπορούν να υιοθετήσουν μια ταλαντευόμενη στάση στην περίπτωση της αντίθεσης αστική τάξη — προλεταριάτο και να πάνε είτε με το μέρος της αστικής τάξης είτε με το μέρος του προλεταριάτου ή ακόμα και να ουδετεροποιηθούν, τουλάχιστο σε κάποιο βαθμό, κατά τη σύγκρουση ανάμεσα στις δυο αυτές βασικές τάξεις. Το σχήμα, λοιπόν, των δυο ταυτόχρονων βασικών αντιθέσεων δε μπορεί να εκφράσει μια σχετική ομοιογένεια και κοινότητα συμφερόντων στην κάθε πλευρά των αντιτιθέμενων δυνάμεων. Γιατί διαφορετικά συμφέροντα αντιπαρατίθενται στην αντίθεση αστική τάξη — προλεταριάτο και διαφορετικά στην αντίθεση ιμπεριαλισμός — λαός.

Οι σύντροφοι που υποστηρίζουν το σχήμα των δυο βασικών αντιθέσεων, θεωρούν πως «η αστική τάξη συνολικά είναι αντιδραστική και αντεθνική» και ότι είναι ικανή να συμπαρασύρει μαζί της και ένα μεγάλο, αν όχι το μεγαλύτερο τμήμα της μικροαστικής ταζης, ενώ ταυτόχρονα διακηρύχνουν πως «το προλεταριάτο και η φτωχή αγροτιά» θα είναι οι κοινωνικές δυνάμεις που, ύστερα από τη νίκη της επανάστασης, «θα έχουν την πολιτική εξουσία μέσα στο νέο κοινωνικό σύστημα». Το συμπέρασμα που βγαίνει από δω είναι πως, στην ουσία, στην πράξη, με το σχήμα των δυο βασικών αντιθέσεων, προβάλλεται σαν κύρια αντίθεση, η αντίθεση ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο, ενώ η αντίθεση ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και στο λαό υποτιμιεται και υποβιβάζεται, αφού, πραχτικά, τα καθήκοντα του αντιϊμπεριαλιστικού αγώνα υποτάσσονται στα καθήκοντα της πάλης ενάντια στην αστική τάξη.

Εξετάζοντας την ελληνική καπιταλιστική κοινωνία μέσα στο συνολικό προτσές της ιστορικής ανάπτυξης, βλέπουμε πως κι εδώ, όπως και σε κάθε καπιταλιστική κοινωνία, οι δυο αντιτιθέμενες δυνάμεις, η αστική τάξη και το προλεταριάτο, αποτελούν την κύρια αντίθεση. Αυτή η αντίθεση θα υπάρχει όσο θα υπάρχει και ο καπιταλισμός και μόνο με τη λύση της θα καταργηθεί και ο καπιταλισμός. Αλλά, σύμφωνα με τη μαρξιστικο-λενινιστική αντίληψη για τη μεταβαλλόμενη θέση των αντιθέσεων και με βάση τη συγκεκριμένη κοινωνικο-οικονομική και πολιτική εξέλιξη της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, στο σημερινό ιστορικό στάδιο η αντίθεση ανάμεσα στην αστική τάξη και στο προλεταριάτο περνάει, προσωρινά, σε δεύτερο πλάνο και στην πρώτη γραμμή, σαν κύρια αντίθεση, προωθείται η αντίθεση ανάμεσα στον ξένο ιμπεριαλισμό και τη μονοπωλιακή αστική τάξη, που συνεργάζεται μαζί του, από τη μια πλευρά και στο λαό, από την άλλη. Σ’ αυτό το συμπέρασμα οδηγεί η μελέτη των χαραχτηριστικών γνωρισμάτων της νεοελληνικής κοινωνίας, της θέσης της Ελλάδας στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, του χαραχτήρα της οικονομίας της, της ταξικής της διάρθρωσης και του πολιτικού της καθεστώτος.

Αυτή η μελέτη αποκαλύπτει πως σήμερα, η Ελλάδα στενάζει κάτω από τη βαρειά οικονομική, πολιτική και στρατιωτική κυριαρχία του ξένου ιμπεριαλισμού, πράγμα που επηρεάζει καθοριστικά, αποφασιστικά ολόκληρη την εθνική ζωή και αποτελεί την κύρια αιτία της κακοδαιμονίας της, της γενικής κοινωνικοοικονομικής της καθυστέρησης και της δυστυχίας του λαού της. Στενά συνυφασμένη με την ξενική ιμπεριαλιστική κυριαρχία στη χώρα μας είναι η ανάπτυξη και το δυνάμωμα της μονοπωλιακής αστικής τάξης και η πλήρης κυριαρχία της σ’ όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής. Οι συνασπισμένες δυνάμεις του ξένου ιμπεριαλισμού και της ντόπιας μονοπωλιακής αστικής τάξης, κρατώντας στα χέρια τους την πολιτική εξουσία και όλους τους βασικούς μοχλούς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, καταπιέζουν και εκμεταλλεύονται άγρια όλες τις άλλες τάξεις και στρώματα της ελληνικής κοινωνίας — την εργατική τάξη, πριν απ’ όλα, τη φτωχομεσαία αγροτιά, τη μικροαστική τάξη των πόλεων, την προοδευτική διανόηση, αλλά ακόμα και τη μεσαία αστική τάξη. ‘ Ετσι ακριβώς διαμορφώνεται η κύρια αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας στην τωρινή ιστορική στιγμή, η αντίθεση ανάμεσα στον ξένο Ιμπεριαλισμό και τη ντόπια μονοπωλιακή αστική τάξη, που συνεργάζεται μαζί του, από τη μια πλευρά και σ’ όλες τις άλλες τάξεις και στρώματα από την άλλη πλευρά. Στην παρούσα φάση της ιστορικής εξέλιξης, αυτή η αντίθεση παίζει τον πρωταρχικό ρόλο, ενώ οι άλλες αντιθέσεις, μαζί και η αντίθεση, ανάμεσα στην αστική τάξη και στο προλεταριάτο, χωρίς να χάνουν την ιδιαίτερη σημασία τους, μετατοπίζονται, ωστόσο, σε δευτερεύουσα θέση και επηρεάζονται από την αντίθεση αυτή που είναι η κύρια και καθοριστική.

β. Ο χαραχτήρας της επικείμενης επανάστασης

130.0 χαραχτήρας της επανάστασης καθορίζεται από τις αντιθέσεις που λύνει, από τα καθήκοντα που καλείται να εκπληρώσει. «Ποιοτικά διαφορετικές αντιθέσεις», λύνονται με «ποιοτικά διαφορετικές μέθοδες», όπως λέει ο Μάο Τσετούνγκ. Η αντίθεση ανάμεσα στην αστική τάξη και στο προλεταριάτο λύνεται με τη μέθοδο της σοσιαλιστικής επανάστασης, ενώ η αντίθεση ανάμεσα στον ξένο ιμπεριαλισμό και τη ντόπια κυρίαρχη τάξη, από τη μια και στο λαό, από την άλλη, λύνεται με τη δημοκρατική επανάσταση αυτής ή της άλλη μορφής. Αυτό ισχύει και στις συγκεκριμένες συνθήκες της Ελλάδας.

Οι σύντροφοι που υποστηρίζουν το σχήμα των δυο βασικών αντιθέσεων θεωρούν πως «ο χαραχτήρας της ελληνικής επανάστασης είναι σοσιαλιστικός-αντιϊμπεριαλιστικός». Αλλά, ένας τέτοιος τύπος επανάστασης είναι εντελώς άγνωστος για τη μαρξιστικο-λενινιστική φιλολογία και θα ήταν αδύνατο να δεχτούμε πως οι πιο πρόσφατες εξελίξεις επιβάλλουν την καθιέρωση αυτού του νέου όρου. Γιατί η ζωή δεν έχει προβάλει κι ούτε θα μπορούσε να προβάλει ένα τέτοιο καινούργιο πρότυπο, σύμφωνα με το οποίο να μπορούν να πραγματοποιηθούν ταυτόχρονα <^υο διαφορετικές ως προς το χαραχτήρα τους επαναστάσεις — μια «οσιαλιστική επανάσταση και μια αντιϊμπεριαλιστική επανάσταση.

Με βάση τη βαρύνουσα σημασία που αποδίδουν οι σύντροφοι αυτοί στην αντίθεση αστικής τάξης και προλεταριάτου, στα πλαϊνά της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, θα έπρεπε να υποστηρίξουν την άποψη για σοσιαλιστική επανάσταση, που λύνει «παρεμπιπτόντως» και τα άλυτα αστικοδημοκρατικά προβλήματα, μαζί και το πρόβλημα της ξενικής εξάρτησης. Μια τέτοια θέση, όμως, θα ερχόταν σε σύγκρουση με την ελληνική πραγματικότητα, αφού θα εσήμαινε πως η ξένη ιμπεριαλιστική κυριαρχία δεν παίζει ένα ρόλο αποφασιστικό στη ζωή της χώρας μας και πως αποτελεί ένα δευτερεύον ζήτημα για την ελληνική επανάσταση. Έτσι, επιμένοντας στη στερεότυπη φόρμουλα της άμεσης σοσιαλιστικής επανάστασης κάτω από όλες τις συνθήκες, προσπάθησαν να «ξεπεράσουν» το πρόβλημα με  την επινόηση  ενός νέου  τύπου επανάστασης,   της   σοσιαλιστικής-αντιϊμπεριαλιστικής   επανάστασης, που μπορεί τάχα να λύσει ταυτόχρονα δυο βασικές αντιθέσεις. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της αδυναμίας τους να ερμηνεύσουν, σύμφωνα με τη μαρξιστικο-λενινιστική μέθοδο, τη λειτουργία των κοινωνικών αντιθέσεων και να κατανοήουν το σύνθετο και πολύπλοκο προτσές της μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Κατά βάθος, οι σύντροφοι αυτοί βλέπουν το προτσές μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό μέσα από την πραγματοποίηση άμεσα προλεταριακών επαναστάσεωνκαι αρνούνται ή υποτιμούν τα  προκαταρκτικά  ή  μεταβατικά  επαναστατικά  στάδια, μιλώντας για «ρεβιζιονιστική θεωρία των μεταβατικών σταδίων». Ωστόσο, τα μεταβατικά στάδια της επανάστασης δεν αποτελούν μια ρεβιζιονιστική επινόηση, αλλά μια μεγαλοφυή ανακάλυψη του μαρξισμού-λενινισμού, που επιτρέπει τη σωστή γνώση των αντικειμενικών νόμων της ταξικής πάλης και του επαναστατικού προτσές μετασχηματισμού της καπιταλιστικής κοινωνίας. Κιόλας από τις αρχές του αιώνα μας, ο Λένιν μίλησε για τη δυνατότητα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης νέου τύπου σαν ενδιάμεσου σταδίου στην πορεία προς το σοσιαλισμό και διατύπωσε την περίφημη θεωρία του για τη μετεξέλιξη της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, που καθοδηγείται από το προλεταριάτο, σε επανάσταση , σοσιαλιστική. Και η 3η Κομμουνιστική Διεθνής, στο Πρόγραμμα της, μιλούσε επίσης, για μια σειρά χώρες με μέσο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού καθώς και για τις αποικιακές, μισοαποικια-κές και εξαρτημένες χώρες, όπου «το πέρασμα προς τη διχτατορία του προλεταριάτου είναι δυνατό… κατά κανόνα, μόνο μέσω μιας σειράς προπαρασκευαστικών βαθμίδων, μόνο σαν αποτέλεσμα ολόκληρης περιόδου μετατροπής της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε επανάσταση σοσιαλιστική». Ενώ ο Μάο Τσετούνγκ διατύπωσε τη βασική ιδέα της νεοδημοκρατικής επανάστασης — της επανάστασης των πλατειών λαϊκών μαζών, που καθοδηγείται από το προλεταριάτο και στηρίζεται στη συμμαχία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς σαν φάση απαραίτητης προετοιμασίας της σοσιαλιστικής επανάστασης στην Κίνα, μια ιδέα, που φυσικά, είχε την εφαρμογή της και σε μια σειρά άλλες χώρες, εκτός από την

Κίνα.

Οι σύντροφοι που αρνούνται ή υποτιμούν τη δυνατότητα του αστικοδημοκρατικού προκαταρκτικού επαναστατικού σταδίου, προσπαθούν να περιορίσουν τη δυνατότητα αυτή μόνο σε χώρες όπου κυριαρχούν φεουδαρχικές σχέσεις ή διατηρούνται ακόμα ισχυρά φεουδαρχικά υπολείμματα και ισχυρίζονται πως στις χώρες όπου τέτοια υπολείματα δεν υπάρχουν είναι υποχρεωτικός ο δρόμος της άμεσης σοσιαλιστικής επανάστασης. Αυτή η τοποθέτηση είναι μονόπλευρη και επίσης εντελώς λαθεμένη.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως στο παρελθόν, όλες οι αστικοδημο-κρατικές επαναστάσεις νέου τύπου που πραγματοποιήθηκαν, ένα από τα βασικά καθήκοντα που είχαν να εκπληρώσουν ήταν η εξάλειψη των μισοφεουδαρχικών σχέσεων, η κατάργηση της φεουδαρχικής γαιοχτησίας και η διανομή της γης των τσιφλικάδων στους αγρότες. Έτσι συνέβηκε στην Κίνα, στην Κορέα και στις περισσότερες χώρες της ευρωπαϊκής λαϊκής δημοκρατίας, με κάποια εξαίρεση την Τσεχοσλοβακία, όπου τα αντιφεουδαρχικά καθήκοντα είχαν πολύ μικρό βάρος. Και σήμερα επίσης, η νεοδη-μοκρατική επανάσταση σε μια σειρά χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, εκτός από τα άλλα, έχει να εκπληρώσει, αυτού ή του άλλου βαθμού αντιφεουδαρχικά καθήκοντα. Αλλά θα αποτελούσε σοβαρό λάθος, αν συνδέαμε τη σύγχρονη νεοδημοκρατική επανάσταση αποκλειστικά με παρόμοια καθήκοντα. Στην εποχή μας, το περιεχόμενο της επανάστασης αυτής πλάτυνε και βάθυνε εξαιρετικά, δημιουργώντας μια όλο και μεγαλύτερη ποικιλομορφία δρόμων περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Σήμερα, όπως και προηγούμενα, βασικό πρόβλημα της δημοκρατικής επανάστασης είναι η πάλη για την απαλλαγή της δοσμέ-ντΙζ Χώρας που την πραγματοποιεί από την ξενική εξάρτηση και η κατάχτηση της εθνικής ανεξαρτησίας. Αλλά τώρα, όταν η ιμπεριαλιστική υποδούλωση, με τις κλασσικές μορφές του αποικισμού ή με τις εκσυγχρονισμένες μορφές του νεοαποικισμού, πήρε τερατώδεις διαστάσεις και εντάθηκε ακόμα και σε χώρες με αυτό ή το άλλο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης, οξύνθηκε στο έπακρο η αντι-ψπεριαλιστική αιχμή της δημοκρατικής επανάστασης.

Ένα άλλο, νέο χαραχτηριστικό της σύγχρονης δημοκρατικής επανάστασης, που πραγματοποιείται στις καπιταλιστικές χώρες είναι η συνύφανση των αντιϊμπεριαλιστικών και των αντιμονοπωλιακών καθηκόντων της.

Κιόλας από το 1961 στις «Προτάσεις σχετικά με τη γενική γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος», το Κ.Κ. Κίνας είχε επισημάνει αυτό το νέο χαραχτηριστικό, τονίζοντας:

«Στις καπιταλιστικές χώρες, που ελέγχουν ή προσπαθούν ναί θέσουν κάτω από τον έλεγχο τους οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές, η εργατική τάξη και οι λαϊκές μάζες πρέπει να κατευθύνουν τις επιθέσεις τους. κύρια ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και επίσης ενάντια στο μονοπωλιακό κεφάλαιο και τις άλλες δυνάμεις της εσωτερικής αντίδρασης, που προδίδουν τα συμφέροντα του έθνους».

Στις χώρες αυτές, η άγρια οικονομική εκμετάλλευση όχι μόνο της εργατικής τάξης αλλά και όλων των άλλων στρωμάτων της κοινωνίας και η ένταση των διαφόρων μορφών πολιτικής καταπίεσης σε βάρος των λαϊκών μαζών, που ασκούν τα μονοπώλια και η κρατική εξουσία τους, οξύνουν στο έπακρο την αντίθεση ανάμεσα στη μια χούφτα των μονοπωλίων και στη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Διαμορφώνεται η αντικειμενική δυνατότητα για την πραγματοποίηση, σε μια σειρά καπιταλιστικές χώρες, μιας δημοκρατικής αντιϊμπεριαλιστικής και αντιμονοπωλιακής επανάστασης, σα μορφής πλησιάσματος προς την προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση. Βλέπουμε έτσι, πως η δημοκρατική επανάσταση,   ενώ   προηγούμενα   είχε   βασικά  αντιφεουδαρχικό χαραχτήρα, σήμερα στρέφεται κύρια ενάντια στην πιο αντιδραστική πτέρυγα της αστικής τάξης, τη μονοπωλιακή  αστική τάξη, πράγμα που αντανακλάει εντελώς συγκεκριμένα τις αλλαγές που επήλθαν στην κατάσταση και τις νέες δυνατότητες που δημιουργήθηκαν   για   την   προώθηση   της   παγκόσμιας   επαναστατικής διαδικασίας.

Το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό αποτελεί τη γενική τάση σε παγκόσμια κλίμακα. Όλες οι χώρες θα περάσουν αναπόφευκτα στο σοσιαλισμό, αλλά κάθε χώρα θα πραγματοποιήσει το πέρασμα αυτό σύμφωνα με τις δικές της ιδιομορφίες. Ορισμένες χώρες είναι δυνατό να περάσουν κατευθεία   στην πραγματοποίηση των καθηκόντων της σοσιαλιστικής επανάστασης, ενώ αλλες χώρες πρέπει να περάσουν από άλλο, προκαταρκτικό δημοκρατικό στάδιο, πριν μπουν στο σοσιαλιστικό στάδιο. Εξοπλισ-ιένο με τη θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού, το κομμουνιστικό :όμμα, σε κάθε χώρα, οφείλει να μελετήσει ολόπλευρα την κατάσταση και να καθορίσει σωστά το δρόμο για την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής μεταβολής. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το ζήτημα για τον καθορισμό του χαραχτήρα της επανάστασης.

Στο ζήτημα αυτό πρέπει να αποφευχθεί τόσο ο κίνδυνος του δεξιού οππορτουνισμού, όσο και ο κίνδυνος του «αριστερού» τυχοδιωκτισμού και σεχταρισμού. Ο δεξιός οππορτουνισμός αρνείται τη σοσιαλιστική προοπτική και προσπαθεί να περιορίσει τους σκοπούς του κινήματος στα πλαίσια κάποιου «προκαταρκτικού» και χωρίς επαναστατικό περιεχόμενο, σταδίου, ενώ ο «αριστερός» τυχοδιωκτισμός αντιπροσωπεύει την τάση της υπερπήδησης των σταδίων και τάσσεται, κάτω από όλες τις συνθήκες, υπέρ της «άμεσης» πραγματοποίησης του σοσιαλισμού. Ο δεξιός οππορτουνισμός παραλύει την επαναστατική θέληση και ευνουχίζει το αγωνιστικό πνεύμα των μαζών, ενώ ο «αριστερός» τυχοδιωκτισμός και ο σεχταρισμός ξεκόβουν το κόμμα από την πραγματικότητα και το απομονώνουν από τις μάζες. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, είναι αδύνατη η νίκη της επανάστασης.

Στην ιστορία του ΚΚΕ το ζήτημα για τον καθορισμό του χαραχτήρα της επικείμενης επανάστασης στην Ελλάδα στάθηκε πάντα ένα ζήτημα πρωταρχικής σημασίας και από τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε στις διάφορες περίοδες της ύπαρξης του καθορίστηκε, σε σημαντικό βαθμό κι όλη η πορεία των αγώνοη- του.

Στα πρώτα χρόνια της ζωής του (1918-1931), που σημαδεύτηκαν από τρεις διαδοχικές κρίσεις, — τον οππορτουνισμό (1918-1924), το λιγκβινταρισμό (1926-1928) και το φραξιονισμό δίχως αρχές (1929-1931), — το ΚΚΕ δεν είχε μια σωστή θέση σχετικά με το χαραχτήρα της επικείμενης επανάστασης στην Ελλάδα και παράπαιε ανάμεσα στην οππορτουνιστική αντίληψη μιας αστικο-δημοκρατικής μεταβολής κάτω από την καθοδήγηση της «φιλελεύθερης» αστικής τάξης και στο σεχταριστικό προσανατολισμό της άμεσης προλεταριακής σοσιαλιστικής επανάστασης. Το κόμμα δεν είχε μια καθαρή αντίληψη για το ρόλο του προλεταριάτου σαν καθοδηγητικής δύναμης στην επανάσταση, σαν της επαναστατικής πρωτοπορείας όλων των εκμεταλλευομένων και καταπιεζομένων μαζών και υποτιμούσε το σημαντικό ρόλο της αγροτιάς στην επανάσταση. Δεν είχε αφομοιώσει τη μαρξιστική-λενινιστική αντίληψη για τους γενικούς νόμους της προλεταριακής επανάστασης και για το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας.

Μέσα από μια πορεία, γεμάτη από αδιάκοπους και συχνά σκληρούς ταξικούς αγώνες, με τις επίμονες προσπάθειες των προλεταριακών στοιχείων του κόμματος να φωτίσουν τα νεοελληνικά προβλήματα με το φως του μαρξισμού-λενινισμού και να βρουν το δρό|ΐο που θα έπρί πε να ακολουθήσει το κόμμα για να φτάσει στον τελικό σκοπό του, αλλά και με τη βοήθεια της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το ΚΚΕ έφτασε στην ιστορική 6η Ολομέλεια της Κ.Ε. του (Γενάρης 1934), που αφού μελέτησε επιστημονικά τα βασικά χαραχτηριστικά της οικονομικής και κοινωνικής διάρθρωσης της χώρας, καθόρισε το χαραχτήρα της επερχόμενης κοινωνικής μεταβολής και τις κινητήριες δυνάμεις που θα την πραγματοποιούσαν.

Η 6η Ολομέλεια καθόρισε πως η Ελλάδα ανήκει στην κατηγορία των χωρών εκείνων, που έχουν μέσο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού, με πολλά υπολείμματα μισοφεουδαρχικά και ένα μίνιμουμ προϋποθέσεων για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Η ιδιομορφία της είναι η σημαντική της εξάρτηση από το εξωτερικό. Αυτή η εξάρτηση, μαζί με τη διατήρηση των μισοφεουδαρχικών υπολειμμάτων στο χωριό, αποτελούν τα κύρια εμπόδια για την ανάπτυξη και πρόοδο της χώρας. Για να προχωρήσει η Ελλάδα προς τα εμπρός, έπρεπε, πριν απ’ όλα, να λυθούν τα δυο αυτά προβλήματα, δηλαδή η ξενική εξάρτηση και τα μισοφεουδαρχικά υπολείμματα στο χωριό, που ήταν προβλήματα αστικοδημοκρατικά. Επομένως, η επερχόμενη επανάσταση στην Ελλάδα, από τα καθήκοντα που θα είχε να εκπληρώσει, θα ήταν μια επανάσταση αστικοδημοκρατική, ως προς το χαρακτήρα της, με τάσεις λίγο-πολύ γρήγορης μετατροπής της σε σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτή η δυνατότητα καθοριζόταν από το γεγονός πως κιόλας από το αστικοδημοκρατικά της στάδιο, η επανάσταση θα καθοδηγούνταν από το προλεταριάτο.

Από τυτε, που το ΚΚΕ διατύπωσε τις θέσεις αυτές, πέρασαν πενήντα ολόκληρα χρόνια και ανάμεσα στην κατάσταση που επικρατούσε την περίοδο εκείνη και στην κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην Ελλάδα, υπάρχουν βασικές ομοιότητες, αλλά και σημαντικές διαφορές, που αν και τροποποιούν επιμέρους φαινόμενα, ωστόσο δεν αλλάζουν την ουσία, το βασικό χαραχτήρα των μεταβολών, που έχει ανάγκη ο τόπος σήμερα.

Η χαραχτηριστική ιδιομορφία της Ελλάδας εξακολουθεί και σήμερα να είναι η σημαντική της εξάρτηση από το εξωτερικό. Αυτή η εξάρτηση όχι μόνο δε μειώθηκε, αλλά δυνάμωσε στο έπακρο κατά τη μεταπολεμική περίοδο και εκφράζεται σήμερα με την πλήρη κυριαρχία του ξένου μονοπωλιακού κεφαλαίου και γενικώ-τερα με την οικονομική-πολιτική και στρατιωτική κυριαρχία του ξένου ιμπεριαλισμού στη χώρα μας. Επομένως, το κυριότερο πρόβλημα της Ελλάδας παραμένει η απαλλαγή από την ξενική εξάρτηση. Πρωταρχικός όρος, για να μπεί η πατρίδα μας στο δρόμο της προόδου και της προκοπής, είναι να απαλλαγεί ολοκληρωτικά από τα δεσμά της ξενικής ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, να αποχτήσει και να κατοχυρώσει την οικονομική και πολιτική ανεξαρτησία της.

Η εμφάνιση και η ανάπτυξη του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου, στενά συνυφασμένη με τη διείσδυση και κυριαρχία του ξένου μονοπωλιακού κεφαλαίου, στην οικονομία της Ελλάδας, αποτελεί ένα καινούργιο χαραχτηριστικό, που διαμορφώθηκε κύρια στη μεταπολεμική περίοδο. Αντί για την αστοτσιφλικάδικη τάξη του 1934, κυρίαρχη τάξη στην Ελλάδα, σήμερα, είναι η μονοπωλιακή αστική τάξη. Επομένως, για να προχωρήσει η Ελλάδα προς τα εμπρός, πρέπει να απαλλαγεί όχι μόνο από την κυριαρχία του ξένου ιμπεριαλισμού, αλλά και από την κυριαρχία της ντόπιας μονοπωλιακής αστικής τάξης.

Κατά τη μεταπολεμική περίοδο εξαλήφθηκαν ουσιαστικά τα μισοφεουδαρχικά υπολείμματα στο ελληνικό χωριό, αλλά αυτό δεν έκανε λιγότερο δύσκολη τη θέση των βασικών μαζών της αγροτιάς, που υφίστανται τώρα τις βαρείες συνέπειες από τη διείσδυση των μονοπωλίων στην αγροτική οικονομία και υποφέρουν από το εκμεταλλευτικό και καταπιεστικό καθεστώς της μονοπωλιακής ολιγαρχίας. Επομένως η λύση των βασικών προβλημάτων της φτωχομεσαίας άγροτιάς συνδέεται επίσης, με την ανατροπή της κυριαρχίας της ντόπιας μονοπωλιακής αστικής τάξης.

Η καταπίεση των λαϊκών μαζών, που υπήρξε μόνιμο γνώρισμα του πολιτικού συστήματος που κυριαρχούσε στην Ελλάδα σ’ όλη την προηγούμενη περίοδο, πήρε τις πιο οξείες και συχνά άγριεζ μορφές κατά την μεταπολεμική περίοδο. Σήμερα, παρά τις πιο «εκλεπτυσμένες» μορφές της, η καταπίεση αυτή εξακολουθεί να αποτελεί το βραχνά της ελληνικής κοινωνίας και τα δημοκρατικά δικαιώματα και οι πολιτικές ελευθερίες των πολιτών υφίστανται όλο και μεγαλύτερους περιορισμούς. Έτσι, η κατάργηση του σημερινού αντιδημοκρατικού πολιτικού συστήματος γίνεται ένα παλλαϊκό αίτημα.

Βλέπουμε, λοιπόν, πως η επικείμενη επανάσταση στην Ελλάδα, όπως και κατά τις εκτιμήσεις που έκανε το ΚΚΕ το 1934, στο τωρινό της στάδιο οφείλει να λύσει, πρώτα-πρώτα, δημοκρατικά προβλήματα, πράγμα που και προσδιορίζει το χαραχτήρα της γενικά σα μιας δημοκρατικής επανάστασης. Το γεγονός πως ανάμεσα στα καθήκοντα της δεν υπάρχει σήμερα το αντιφεουδαρχικό καθήκον που έμπαινε το 1934 δε μεταβάλλει τον τέτοιο χαραχτήρα της, μια που η δημοκρατική επανάσταση στη σημερινή εποχή δε συνδέεται υποχρεωτικά με αντιφεουδαρχικά καθήκοντα. Αφού τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα, — απαλλαγή από την κυριαρχία του ξένου ιμπεριαλισμού, ανατροπή της κυριαρχίας της ντόπιας μονοπωλιακής αστικής τάξης, κατάργηση του αντιδημοκρατικού πολιτικού συστήματος, — είναι προβλήματα δημοκρατικά, τέτοιος, επομένως, δημοκρατικός, θα είναι και ο χαραχτήρας της επερχόμενης επανάστασης, που θα τα λύσει. Αυτό προκύπτει και από την κύρια αντίθεση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, που είναι η αντίθεση ανάμεσα στον ξένο ιμπεριαλισμό και τη ντόπια μονοπωλιακή αστική τάξη, που συνεργάζεται μαζί του, από τη μια πλευρά και σ’ όλες τις άλλες τάξεις και στρώματα, από την άλλη πλευρά — αντίθεση, που λύνεται γενικά με τη δημοκρατική επανάσταση αυτής ή της άλλης μορφής.

Ωστόσο, η επικείμενη επανάσταση στην Ελλάδα, όπως μπορούμε να την καθορίσουμε με τα σημερινά δεδομένα, θα έχει, σε σύγκριση με το 1934, πιο τονισμένη την αντιϊμπεριαλιστική της αιχμή και θα διαθέτει ένα καινούριο χαραχτηριστικό, το αντιμονοπωλιακό. Επομένως, θα είναι μια επανάσταση αντιϊμπεριαλι-στική-αντιμονοπωλιακή-δημοκρατική. Ακριβώς η πραγματοποίηση μιας τέτοιας επανάστασης αποτελεί σήμερα τον άμεσο σκοπό του ενιαίου κόμματος των μαρξιστών-λενινιστών.

Η αντιϊμπεριαλιστική-αντιμονοπωλιακή-δημοκρατική επανάσταση δεν αποτελεί, παρά το πρώτο, αλλά οπωσδήποτε αναγκαίο, στάδιο, στο δρόμο για την ολοκλήρωση των απαραίτητων ριζικών μετασχηματισμών   στη   σύγχρονη   ελληνική   κοινωνία.   Αφού εκπληρώσει τα καθήκοντα της, η επανάσταση αυτή θα μπεί στο δεύτερο στάδιο της, θα μετεξελιχθεί σε επανάσταση σοσιαλιστική. Η αντιϊμπεριαλιστική-αντιμονοπωλιακή-δημοκρατική επανάσταση αποτελεί, σε τελευταία ανάλυση, την προετοιμασία της σοσιαλιστικής επανάστασης και η προοπτική της είναι ο σοσιαλισμός.   Ανάμεσα   στην  αντιϊμπεριαλιστική-αντιμονοπωλιακή-δημοκρατική επανάσταση και στη σοσιαλιστική επανάσταση δεν υπάρχει κανένα τείχος. Αντιπροσωπεύουν δυο διαφορετικά, ως προς το χαραχτήρα τους, επαναστατικά στάδια, αλλά και συνδέονται στενά, σα βαθμίδες ενός ενιαίου επαναστατικού κινήματος.

Η πραγματοποίηση της αντιίμπεριαλιστικής-αντιμονοπωλια-κής-δημοκρατικής επανάστασης θα αποτελέσει ιστορική αλλαγή στις τύχες της Ελλάδας και του λαού της. Γιατί θα ανατρέψει τη διπλή κυριαρχία του ξένου ιμπεριαλισμού και της ντόπιας μονοπωλιακής αστικής τάξης και θα ανεβάσει στην εξουσία τις λαϊκές δυνάμεις με επικεφαλής την εργατική τάξη, δημιουργώντας έτσι την πιο βασική προϋπόθεση για τη σταθερή μετεξέλιξη της σε σοσιαλιστική επανάσταση.

γ. Οι κινητήριες δυνάμεις και η ηγεσία της επανάστασης

131. Κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης, γενικά είναι οι τάξεις και στρώματα που πραγματοποιούν την επανάσταση, που την κινούν προς τα εμπρός, κατανικώντας και συντρίβοντας την αντίσταση των αντιδραστικών γερασμένων τάξεων. Οι κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης διαφέρουν, ανάλογα με το χαραχτήρα της ίδιας της επανάστασης. Άλλη είναι η διάταξη των ταξικών δυνάμεων στην περίπτωση μιας δημοκρατικής επανάστασης και άλλη στην περίπτωση της σοσιαλιστικής επανάστασης. Όπως ο καθορισμός του χαραχτήρα της επανάστασης, έτσι και ο καθορισμός των αντίστοιχων κινητήριων δυνάμεων της επανάστασης, πρέπει να ανταποκρίνονται στην πραγματική κοινωνικοοικονομική διάρθρωση και την πολιτική κατάσταση της χώρας. Σε κάθε περίπτωση, οι κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης αποτελούνται από τις τάξεις και στρώματα εκείνα της κοινωνίας, που έχουν αντικειμενικά συμφέρον από την πραγματοποίηση της δοσμένης επανάστασης και οπωσδήποτε αντιπροσωπεύουν τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού.

Κινητήριες δυνάμεις της επικείμενης αντιϊμπεριαλιστικής-αντιμονοπωλιακής-δημοκρατικής επανάστασης στην Ελλάδα είναι η εργατική τάξη, η φτωχομεσαία αγροτιά, η μικροαστική τάξη των πόλεων και η προοδευτική διανόηση. Η πιο σταθερή και συνεπής δύναμη στην επανάσταση αυτή είναι η εργατική τάξη. Τα άλλα στρώματα διαφέρουν, από την άποψη της επαναστατικότητάς τους. Οι φτωχοί αγρότες, μπορούν να αποτελέσουν το στήριγμα του προλεταριάτου στο χωριό και να σταθούν αποφασιστικά με το μέρος της επανάστασης. Οι μεσαίοι αγρότες χαραχτηρίζονται από αυτές ή τις άλλες ταλαντεύσεις, αλλά, γενικά αντιπροσωπεύουν ενα σταθερό σύμμαχο του προλεταριάτου στη δημοκρατική επανάσταση. Επίσης και η μικροαστική τάξη των πόλεων καθώς και η προοδευτική διανόηση, παρά τις μεταπτώσεις που παρουσιάζουν στις περίοδες της αμπώτιδας ή της πλημμυρίδας της επανάστασης, μπορούν να πάρουν μέρος και να παίξουν έναν αναντικατάστατο Ρόλο στη δημοκρατική επανάσταση.

Ολες αυτές οι δυνάμεις οφείλουν να ενωθούν σε μια στερεή συμμαχία για να παλαίψουν από κοινού ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τη ντόπια μονοπωλιακή αστική τάξη και για τη νίκη της αντιϊμπεριαλιαστικής-αντιμονοπωλιακής-δημοκρατικής επανάστασης. Βάθρο της συμμαχίας αυτής πρέπει να είναι η εργατοα-γροτική συμμαχία και ιδιαίτερα η συμμαχία ανάμεσα στην εργατική τάξη και στη φτωχή αγροτιά.

Αυτή η επαναστατική αντιϊμπεριαλιστική-αντιμονοπωλιακή-όημοκρατική συμμαχία της εργατικής τάξης, της φτωχομεσαίας αγροτιάς, της μικροαστικής τάξης των πόλεων και της προοδευτικής διανόησης, θα είναι τόσο πιο στέρεη και τόσο πιο αποτελεσματική, όσο θα πραγματοποιείται και θα αναπτύσσεται κάτω από την ηγεσία της εργατικής τάξης. Η ηγεσία της εργατικής τάξης στην αντιϊμπεριαλιστική-αντιμονοπωλιακή-δημοκρατική επανάσταση αποτελεί προϋπόθεση για το σωστό προσανατολισμό και για τη συνεπή πραγματοποίηση της, αλλά και εγγύηση για τη μετεξέλιξη της σε επανάσταση σοσιαλιστική. Η ηγεσία της εργατικής τάξης δεν εξασφαλίζεται με διακηρύξεις, αλλά καταχτιέται στην πραχτική της ταξικής πάλης. Μέσα στους καθημερινούς αγώνες, η εργατική τάξη υπερασπίζεται όχι μόνο τα δικά της συμφέροντα, αλλά και τα συμφέροντα των συμμάχων της και έτσι καταχτάει την εμπιστοσύνη των άλλων επαναστατικών δυνάμεων, τις προσελκύει στον κοινό αγώνα, αναδείχνεται σαν ο αδιαμφισβήτητος ηγεμόνας της επανάστασης.

Στο στάδιο της δημοκρατικής επανάστασης έχει ιδιαίτερη σημασία να υιοθετηθεί μια σωστή στάση απέναντι στη μη μονοπωλιακή, τη μεσαία αστική τάξη.

Η τάξη αυτή είναι ασταθής και ταλαντευόμενη. Εκμεταλλεύεται το προλεταριάτο, αλλά δέχεται και η ίδια την καταπίεση των ντόπιων και ξένων μονοπωλίων, που απειλούν να την συνθλίψουν. Η μεσαία αστική τάξη είναι δυνατό να πάρει μέρος, ως ένα βαθμό, στον αντιϊμπεριαλιστικό αγώνα, αλλά είναι επίσης δυνατό να προσχωρήσει στο στρατόπεδο των εχθρών της επανάστασης. Η θέση της μπορεί να μεταβάλλεται συχνά. Γι’ αυτό δεν πρέπει να τρέφονται αυταπάτες για το ρόλο της μεσαίας αστικής τάξης και δεν πρέπει να θεωρείται απαραίτητη η συμμετοχή της για την πραγματοποίηση της δημοκρατικής επανάστασης, αλλά και ούτε πρέπει να υποτιμούνται οι δυνατότητες και η σημασία της προσέλκυσης της στον αντιϊμπεριαλιστικό αγώνα έστω και σε ορισμένο βαθμό.

Σύμφωνα με τις γενικές αυτές κατευθύνσεις, θα έπρεπε να καθορίσουμε  και  τη  θέση  μας απέναντι στους πλουσιοχωρικούς, δηλαδή την αστική τάξη του χωριού, που γενικά εντάσσεται κι αυτή στη μεσαία αστική τάξη. Θα ήταν λάθος αν, στο χωριό κατά ΧΟ στάδιο της δημοκρατικής επανάστασης, κατευθύναμε τα κύρια χτυπήματα μας ενάντια στους πλουσιοχωρικούς και υιοθετούσαμε την πολιτική της εξάλειψης τους, όπως υποστηρίζουν μερικοί. Χωρίς να παραιτηθούμε από τον αγώνα ενάντια στις αντιδραστικές τάσεις των πλουσιοχωρικών, θα πρέπει βασικά να υιοθετήσουμε τη γραμμή για την ουδετεροποίηση τους, ενώ ταυτόχρονα θα προσπαθούμε να αξιοποιήσουμε και την παραμικρή αντίθεση τους στην πολιτική του ξένου ιμπεριαλισμού και των ντόπιων μονοπωλίων. Η θέση των κινητήριων δυνάμεων της επανάστασης καθορίζεται, πριν απ’ όλα από τα συμφέροντα που αντικειμενικά έχουν, οι δυνάμεις αυτές, στην πραγματοποίηση της επανάστασης. Αλλά, για να μετατραπεί μια τάξη ή ένα κοινωνικό στρώμα σε μια πραγματική, ενεργό δύναμη της επανάστασης, χρειάζεται να συνειδητοποιήσει την αντικειμενική του θέση και να υιοθετήσει μια ανάλογη στάση στην κοινωνική πραχτική και στους οικονομικούς και πολιτικούς αγώνες. Για να τραβηχτούν στο αντιϊμπεριαλιστικό-αντιμονοπωλιακό-δημοκρατικό κίνημα και να πάρουν θέση στη μάχη, οι μάζες, που αντικειμενικά αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης, σπουδαίο ρόλο παίζει η πολιτική του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος, η στρατηγική και η ταχτική του, τα συνθήματα του κι όλη η πολιτική δουλειά του.

Αν στις σημερινές συνθήκες υιοθετούσαμε τον προσανατολισμό της άμεσης σοσιαλιστικής επανάστασης και ρίχναμε το σύνθημα για το σχηματισμό μιας κυβέρνησης των εργατών και των φτωχών αγροτών, θα μπορούσαμε να επηρεάσουμε, στην καλύτερη περίπτωση, ένα μόνο μέρος του λαού, ενώ ένα άλλο μέρος του, καθόλου ασήμαντο θα έμενε μακριά μας ή και θα στρεφόταν ενάντια μας.

Ένας τέτοιος προσανατολισμός, ακόμα κι αν θα μπορούσε να διαδοθεί ανάμεσα στους εργάτες και τους φτωχούς αγρότες — πράγμα αμφίβολο, κι αυτό — θα μας απομόνωνε οπωσδήποτε από τη μεσαία αγροτιά, τη μικροαστική τάξη των πόλεων και την προοδευτική διανόηση και τελικά θα καταδίκαζε σε αποτυχία κάθε επαναστατική απόπειρα. Γιατί τα στρώματα αυτά, που πλήττονται σήμερα από την πολιτική των μονοπωλίων, είναι πρόθυμα να αγωνιστούν άμεσα για την απαλλαγή της χώρας από την κυριαρχία των Μονοπωλίων, όχι όμως και για την κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, γενικά, με την εγκαθίδρυση του σοσιαλι-σμού. Αυτός ο στόχος όχι μόνο δεν έχει ωριμάσει στη συνείδηση των μεσαίων στρωμάτων της πόλης και του χωριού, αλλά και συχνά αντιμετωπίζεται απ’ αυτά με τις προκαταλήψεις, το φόβο και τη δυσπιστία, που καλλιέργησε μια μακρόχρονη αντικομμου-νιστική προπαγάνδα.

Στον καθορισμό των άμεσων στόχων του κόμματος και στη διατύπωση των συνθημάτων του, πρέπει, εξάλλου, να παίρνεται υπόψη σοβαρά και η πραγματική κατάσταση σήμερα της ίδιας της εργατικής τάξης, το γεγονός ότι, στα τελευταία χρόνια, στις γραμμές της διαδόθηκαν πλατειά οι ρεφορμιστικές συγχύσεις και αυταπάτες. Χωρίς το ξεπέρασμα αυτών των συγχύσεων και αυταπατών, χωρίς την απαλλαγή των βασικών εργατικών μαζών από τις επιδράσεις της αστικής ιδεολογίας και του ρεβιζιονισμού, η εργατική τάξη δε θα μπορέσει να παίξει το ρόλο της σαν η επαναστατική πρωτοπορεία όλων των άλλων εργαζομένων, όλου του λαού.

Κάθε επανάσταση απαιτεί τις προϋποθέσεις της, αντικειμενικές και υποκειμενικές. Και για την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης, που επιδιώκουν στη χώρα μας οι κομμουνιστές απαιτούνται, επίσης, παρόμοιες προϋποθέσεις. Δεν αρκεί να ωριμάσουν οι υλικοί, οι αντικειμενικοί όροι, αλλά πρέπει να δημιουργηθεί και ο αναγκαίος υποκειμενικός παράγοντας. Τα προκαταρκτικά επαναστατικά στάδια έχουν σα βασικό περιεχόμενο τη βαθμιαία πορεία προς τον τελικό σκοπό, έτσι ώστε, μέσα από την πορεία αυτή να συνειδητοποιούνται σταδιακά οι λαϊκές μάζες, να δημιουργείται και να ισχυροποιείται προοδευτικά ο αναγκαίος για την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού υποκειμενικός παράγοντας.

Σε αντίθεση με το σύνθημα για την άμεση πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης, που θα καταδίκαζε το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα στη σεχταριστική απομόνωση και θα το έκανε ανίκανο να αναπτύξει μια οποιαδήποτε σοβαρή δουλειά σύνδεσης με τις λαϊκές μάζες, — σήμερα ιδιαίτερα, που η ελληνική κοινωνία διατηρεί βασικά έναν μικροαστικό χαραχτήρα, από την άποψη της ταξικής της συγκρότησης — το σύνθημα για την πραγματοποίηση μιας αντιϊμπεριαλιστικής-αντιμονοπωλιακής-δημοκρατικής επανάστασης έχει τη μεγάλη δυνατότητα να συσπειρώσει άμεσα, δηλαδή στην τωρινή ιστορική φάση, την τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού και να οδηγήσει στην ανατροπή της κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας αντίδρασης και στην άνοδο στην εξουσία των λαϊκών δυνάμεων με επικεφαλής την εργατική τάξη• Ύστερα απ’ αυτό, μέσα στην πορεία της πραγματοποίησης των δημοκρατικών μετασχηματισμών της νέας λαϊκής εξουσίας, οι μάζες και ιδιαίτερα η μεσαία αγροτιά και η μικροαστική τάξη των πόλεων, όπως και η πλειοψηφία των διανοουμένων, θα πείθονται με την ίδια τους την πείρα, για την ανάγκη ακόμα πιο ριζικών κοινωνικών μετασχηματισμών, θα προχωρούν στο δρόμο του σοσιαλισμού.

Σε τελευταία ανάλυση, η πορεία προς το σοσιαλισμό εξαρτάται από το συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων. Η νίκη της αντιϊμπεριαλιστικής-αντιμονοπωλιακής-δημοκρατικής επανάστασης και η συνεπής εφαρμογή του προγράμματος της νέας λαϊ-κοδημοκρατικής εξουσίας θα δημιουργήσουν ακριβώς τον απαραίτητο συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων για την πραγματοποίηση, αμέσως ύστερα, χωρίς διακοπή, της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Κεφάλαιο δέκατο τρίτο

Η ΛΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΜΕΣΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ

α. Μια νέα μορφή λαϊκής επαναστατικής εξουσίας

132. Οι επαναστάσεις σημαίνουν μεγάλες αλλαγές τόσο στον τομέα της οικονομίας, όσο και στον τομέα της πολιτικής. Αλλά, αυτές οι αλλαγές δεν πραγματοποιούνται με τον ίδιο τρόπο σε κάθε επανάσταση. Οι αστικές επαναστάσεις άρχιζαν συνήθως, όταν στους κόλπους της παλιάς φεουδαρχικής κοινωνίας, υπήρχαν πια περισσότερο ή λιγότερο έτοιμες οι μορφές της καπιταλιστικής οικονομίας, ενώ όταν αρχίζουν οι προλεταριακές επαναστάσεις λείπουν ολότελα ή σχεδόν ολότελα οι έτοιμες μορφές της σοσιαλιστικής οικονομίας. Όπως έλεγε ο Στάλιν:

«Η αστική επανάσταση τελειώνει συνήθως με την κατάληψη της εξουσίας, ενώ για την προλεταριακή επανάσταση η κατάληψη της εξουσίας αποτελεί μονάχα την αρχή της και η εξουσία χρησιμοποιείται σα μοχλός για το μετασχηματισμό της παλιάς οικονομίας και για την οργάνωση της καινούργιας» (Ζητήματα λενινισμού).

Οι κυρίαρχες εκμεταλλευτικές τάξεις χρησιμοποιούν την κρατική εξουσία που κατέχουν για να εμποδίσουν τις αναγκαίες οικονομικο-κοινωνικές αλλαγές. Ακριβώς, γι’ αυτό, οι επαναστατικές τάξεις και στρώματα, με επικεφαλής το προλεταριάτο, για να μπορέσουν να προωθήσουν αυτές τις αλλαγές, κατευθύνουν την πάλη τους πριν απ’ όλα στην ανατροπή της πολιτικής κυριαρχίας των γερασμένων, αντιδραστικών τάξεων και στην κατάληψη της πολιτικής εξουσίας. Εδώ ίσα-ίσα εφαρμόζεται η λενινιστική θέση, σύμφωνα με την οποία το ζήτημα της κρατικής εξουσίας είναι το βασικό ζήτημα κάθε επανάστασης. Αυτό ισχύει όχι μόνο για τη σοσιαλιστική επανάσταση γενικά αλλά και για τη δημοκρατική επανάσταση νέου τύπου, που, στις σύγχρονες συνθήκες, αποτελεί τμήμα της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Και στη χώρα μας, παρά τις διακηρύξεις των ρεφορμιστών και τον ρεβιζιονιστών κάθε απόχρωσης για τη δυνατότητα βαθμιαίων οικονομικοκοινωνικών-διαρθρωτικών αλλαγών, τα γεγονότα δεί-γνουν και η ζωή επιβεβαιώνει καθημερινά, πως καμιά ουσιαστική αλλαγή σε οποιονδήποτε τομέα της οικονομικοκοινωνικής ζωής δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, χωρίς την ανατροπή της πολιτικής κυριαρχίας των αντιδραστικών τάξεων και την άνοδο στην εξουσία των προοδευτικών τάξεων και στρωμάτων της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Ακριβώς γι’ αυτό, η αντιιμπεριαλιστική-αντιμονοπωλιακή-δημοκρατική επανάσταση στην Ελλάδα θα αρχίσει με την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και με τη δημιουργία μιας νέας κρατικής οργάνωσης.

Η νίκη της αντιϊμπεριαλιστικής-αντιμονοπωλιακής-δημοκρατικής επανάστασης θα ανατρέψει την κυριαρχία του ξένου ιμπεριαλισμού και της ντόπιας μονοπωλιακής αστικής τάξης και θα φέρει στην εξουσία την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. θα δημιουργηθεί μια νέα μορφή λαϊκής επαναστατικής εξουσίας, μια νέα μορφή κρατικής οργάνωσης, που θα είναι η Λαϊκή Δημοκρατία.

Η Λαϊκή Δημοκρατία θα περάσει από δυο στάδια. Στο πρώτο στάδιο, όταν θα πραγματοποιούνται τα καθήκοντα της αντιϊμπεριαλιστικής-αντιμονοπωλιακής-δημοκρατικής επανάστασης, η Λαϊκή Δημοκρατία θα εκπληρώνει τις λειτουργίες της δημοκρατικής διχτατορίας της εργατικής τάξης, της αγροτιάς, της μικροαστικής τάξης των πόλεων και της προοδευτικής διανόησης, κάτω από την ηγεσία της εργατικής τάξης. Στο δεύτερο στάδιο, όταν η αντιϊμπεριαλιστική-αντιμονοπωλιακή-δημοκρατική επανάσταση μετεξελιχθεί σε επανάσταση σοσιαλιστική, θα αλλάξουν και οι λειτουργίες της Λαϊκής Δημοκρατίας, που θα μετατραπεί τότε σε όργανο άσκησης της διχτατορίας του προλεταριάτου.

Η λαίκυόημοκματική εςουσια θα στηρίζεται σ ένα καινούριο, πραγματικά λαϊκό κρατικό μηχανισμό, χωρίς φασίστες και αντιδραστικούς, σε μια λαϊκή αυτοδιοίκηση και μια λαϊκή δικαιοσύνη, σ’ ένα λαϊκό στρατό και σ’ ένα λαϊκό σώμα ασφάλειας, που θα είναι οι άγρυπνοι φρουροί των επαναστατικών καταχτήσεων των εργαζομένων.

β.Καθεστώς πραγματικής λαϊκής κυριαρχίας

’33. Στη Λαϊκή Δημοκρατία, πολιτικά κυρίαρχος θα γίνει ο λαός. Από το λαό θα πηγάζει και απ’ τον ίδιο θα ασκείται όλη η εξουσία.

Μια Συνταχτική Λαϊκή Συνέλευση, εκλεγμένη απ’ το λαό, σύμφωνα με το σύστημα της άμεσης, ίσης, καθολικής και μυστικής ψηφοφορίας, θα ψηφίσει το Σύνταγμα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ελλάδας, που θα αποτελέσει το θεμελιώδη Νόμο του κράτους.

Το Σύνταγμα θα κατοχυρώνει τα δημοκρατικά πολιτικά δικαιώματα των λαϊκών μαζών και θα χαράζει τα γενικά πλαίσια για την ουσιαστική συμμετοχή τους στη λύση όλων των μεγάλων κρατικών υποθέσεων.

Αποφασιστικό στοιχείο της πολιτικής ζωής στις συνθήκες της Λαϊκής Δημοκρατίας, θα είναι η πλατειά ανάπτυξη της δημιουργικής πρωτοβουλίας και αυτενέργειας των εργαζομένων μαζών, που θα εκδηλώνεται με ποικίλες μορφές. Στους τόπους δουλειάς και κατοικίας, παντού όπου δουλεύουν και ζουν οι εργαζόμενοι, θα δημιουργήσουν τις συγκεκριμένες οργανωτικές μορφές, που μέσα απ’ αυτές θα περνάει και θα εκφράζεται η θέληση τους. Θα δημιουργηθεί ένα αποτελεσματικό σύστημα άμεσης συμμετοχής του λαού στη διεύθυνση όλων των τομέων της δημόσιας, οικονομικοκοινωνικής και πολιτικής ζωής της χώρας. Τα εργατικά συνδικάτα και οι άλλες μαζικές οργανώσεις των εργαζομένων θα αποτελούν δραστήρια όργανα αποφασιστικής σημασίας για την υπεράσπιση των συμφερόντων των εργαζομένων και την προώθηση όλου του έργου της λαϊκοδημοκρατικής οικοδόμησης.

Θα είναι απαραβίαστα, η ελευθερία των πολιτών και το οικογενειακό τους άσυλο. Θα είναι κατοχυρωμένα, το απόρρητο των επιστολών και η ελευθερία του λόγου και του τύπου, το δικαίωμα των πολιτών να οργανώνονται, να συγκεντρώνονται, να διαδηλώνουν, να απεργούν. Θα εξασφαλίζεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και λατρείας και η εκκλησία θα είναι χωρισμένη από το κράτος. Θα αναγνωρίζεται πλήρης ισοτιμία στις εθνικές μειονότητες.

γ. Κατοχύρωση της εθνικής κυριαρχίας — ανεξάρτητη και δραστήρια εξωτερική πολιτική

134. Ύστερα από το διώξιμο όλων των ιμπεριαλιστών από το έδαφος μας και την απαλλαγή της χώρας μας από τα δεσμά της ξενικής κυριαρχίας, το καθήκον της νέας λαϊκής επαναστατικής εξουσίας θα είναι να κατοχυρώσει ολοκληρωτικά την κατάχτηση αυτή, να εξασφαλίσει την οικονομική και πολιτική αυτοτέλεια της χώρας, την εθνική κυριαρχία και την εδαφική της ακεραιότητα και το απαραβίαστο των συνόρων της — από ξηρά, θάλασσα και αέρα. Θα κηρυχθούν άκυρες όλες οι ελληνοξενικές στρατιωτικές και άλλες συμφωνίες, που θίγουν τα εθνικά μας συμφέροντα και περιορίζουν την ανεξαρτησία μας: Θι συμφωνίες με τις ΗΠ Α και με κάθε άλλη ιμπεριαλιστική χώρα. Η συμφωνία για την προσχώρηση της Ελλάδας στο Ν ΑΤΟ και η συμφωνία για την ένταξη της στην ΕΟΚ. Θα ακυρωθούν τα εξωτερικά χρέη του δημοσίου. Θα καταργηθούν όλες οι άνισες συμβάσεις με το ξένο κεφάλαιο και θα εθνικοποιηθούν όλες οι ξένες μονοπωλιακές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα. Θα ξεριζωθούν όλα τα οικονομικά στηρίγματα της κυριαρχίας του ξένου ιμπεριαλισμού στη χώρα μας.

Θα απαγορευτούν και θα εκδιωχθούν από το εθνικό μας έδαφος όλες οι ξένες υπηρεσίες και ιδρύματα, που κάτω από διάφορα προσωπεία ενεργούν, ουσιαστικά, σαν όργανα προπαγάνδας, κατασκοπείας και κάθε λογής υπονομευτικής δραστηριότητας των ξένων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Η Λαϊκή Δημοκρατία της Ελλάδας θα εφαρμόσει μια δραστήρια εξωτερική πολιτική φιλίας και συνεργασίας με όλους τους λαούς και τις φιλελεύθερες χώρες του κόσμου, πολιτική συμμαχίας και αλληλεγγύης με όλες τις επαναστατικές, προοδευτικές και φιλειρηνικές δυνάμεις στον κόσμο, στον αγώνα ενάντια στους επιθετικούς συνασπισμούς του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, το σοβιετικό σοσιαλιμ-περιαλισμό και το δυτικοευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό, ενάντια στον ηγεμονισμό κάθε μορφής, τον αποικισμό και το νεοαποικισμό, ενάντια στην απειλή ενός νέου πολέμου.

Η Λαϊκή Δημοκρατία της Ελλάδας θα αποκαταστήσει κανονικές σχέσεις με όλες τις χώρες που θα είναι διατεθειμένες να σεβαστούν τις πέντε αρχές της ειρηνικής συνύπαρξης, ανεξάρτητα από το κοινοινικό τους σύστημα. Θα επιδιώξει τη διευθέτηση των τυχόν διαφορών και την αποκατάσταση συνεργασίας με τους γειτονικούς βαλκανικούς και μεσογειακούς λαούς και χώρες, για τη μετατροπή των Βαλκανίων και της Μεσογείου σε ζώνες ειρήνης, απαλλαγμένες από τις επιρροές και τις επεμβάσεις των υπερδυνάμεων, χωρίς ξένους στόλους, ξένους στρατούς και ξένες βάσεις.

Η Λαϊκή Δημοκρατία της Ελλάδας θα υποστηρίξει ενεργητικά τον αντιϊμπεριαλιστικό εθνικοαπελευθερωτικό και επαναστατικό αγώνα του Κυπριακού λαού, για μια Κύπρο απαλλαγμένη από την κυριαρχία του ξένου ιμπεριαλισμού και της ντόπιας αστοτσιφλικά-δικης αντίδρασης, λεύτερη, δημοκρατική, ανεξάρτητη, κυρίαρχη και ενιαία, με ενωμένους τους ελληνοκύπριους και τους τουρκοκύπριους, παράγοντα ειρήνης και συνεργασίας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

δ. Βασικοί μετασχηματισμοί στον τομέα της οικονομίας

135. Ύστερα από την κατάχτηση της πολιτικής εξουσίας, μπροστά στην εργατική τάξη και τους συμμάχους της ορθώνονται τα σημαντικά προβλήματα του μετασχηματισμού της εθνικής οικονομίας. Στο πρώτο στάδιο της νέας λαϊκής εξουσίας, στο στάδιο της αντιϊμπεριαλιστικής-αντιμονοπωλιακής-δημοκρατι-κής επανάστασης, αυτός ο μετασχηματισμός θα έχει δημοκρατικό χαραχτήρα και θα αποβλέπει βασικά στην προετοιμασία των αναγκαίων προϋποθέσεων για το πέρασμα, κατά το επόμενο στάδιο, στην εφαρμογή των βαθύτερων οικονομικών μετασχηματισμών, σοσιαλιαστικού χαραχτήρα και στη δημιουργία της οικονομικής και τεχνικής βάσης του σοσιαλισμού.

Η Λαϊκή Δημοκρατία, στο πρώτο της στάδιο, δεν καταργεί την ατομική ιδιοχτησία πάνω στα μέσα παραγωγής γενικά και οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής θα εξακολουθούν ακόμα να υπάρχουν κατά το στάδιο αυτό. Ωστόσο, από την αρχή κιόλας, η Λαϊκή Δημοκρατία θα πάρει ορισμένα σημαντικά μέτρα, που θα έχουν ουσιαστικά σοσιαλιστικό χαραχτήρα, όπως είναι η εθνικοποίηση της μεγάλης κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Θα εθνικοποιηθούν όλες οι μεγάλες βιομηχανικές, εμπορικές και μεταφορικές επιχειρήσεις και οι τράπεζες. Θα κρατικοποιηθεί το εξωτερικό εμπόριο και θα τεθεί κάτω από τον κρατικό έλεγχο το εσωτερικό εμπόριο. Θα εμφανιστούν τα στοιχεία των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, που θα αναπτύσσονται συνεχώς, σε βάρος των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, ώσπου να επικρατήσουν ολοκληρωτικά. Αυτή θα είναι και η πορεία μετάβασης της Λαϊκής Δημοκρατίας στο δεύτερο στάδιο, το σοσιαλιστικό.

Στον τομέα της βιομηχανίας, η γενική τάση θα είναι η βαθμιαία και αδιάκοπη ενίσχυση του κρατικού τομέα. Πρωταρχική σημασία θα αποδοθεί στην παραπέρα ανάπτυξη της βαρείας βιομηχανίας. Με φορέα το ίδιο το κράτος θα δημιουργηθούν οι απαραίτητες οικονομικές μονάδες που θα ολοκληρώσουν την εκβιομηχάνιση της χώρας και θα εξασφαλίσουν τις προϋποθέσεις της ανεξάρτητης ανάπτυξης της. θα ιδρυθούν οι αναγκαίες μονάδες μεταλλουργίας, βιομηχανίας κατασκευής μηχανών, χημικής βιομηχανίας και άλλων σύγχρονων κλάδων. Θα εφαρμοστούν πλατειά σχέδια για τη δημιουργία ισχυρής ενεργειακής βάσης, με την αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας. Παράλληλα, θα αναπτυχθούν όλοι οι βασικοί κλάδοι της ελαφριάς βιομηχανίας, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η σταθερή και αδιάκοπη ικανοποίηση των καταναλωτικών αναγκών του λαού.

Στο πρώτο στάδιο της λαϊκής λημοκρατίας οι μικρομεσαίες βιοτεχνικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις, εφόσον θα συντελούν στην ανάπτυξη των παραγωγικιον δυνάμεων στα πλαίσια του κεντρικού προγραμματισμού, θα έχουν την υποστήριξη του λαϊκού κράτους.

Στον τομέα της αγροτικής οικονομίας, από τα πρώτα μέτρα της λαϊκοδημοκρατικής εξουσίας θα είναι η δήμευση της μεγάλης γαιοκτησίας και η διανομή της στους αγρότες. Όλα τα τσιφλίκια που υπάρχουν ακόμα, όλες οι μεγάλες γαιοκτησίες κεφαλαιοκρα-τικού τύπου, όλες οι εκτάσεις γης που βρίσκονται στα χέρια ξένων, μοναστηριών ή τραπεζών, θα απαλλοτριωθούν και θα μοιραστούν στους αγρότες που δεν έχουν καθόλου γη (αχτήμονες) ή έχουν λίγη γη (μικροκληρούχοι). Σε όλες τις αγροτικές οικογένειες θα πρέπει να εξασφαλιστεί επαρκής κλήρος.

Η λαϊκοδημοκρατική εξουσία θα ενισχύσει ολόπλευρα τους φτωχούς και μεσαίους αγρότες, που θα είναι η κύρια παραγωγική δύναμη στο χωριό και που θα κρατούν στα χέρια τους το κλειδί για την ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας γενικά. Όσο για τους πλουσιοχωρικούς, πρέπει να σημειωθεί πως και η δική τους παραγωγή θα είναι χρήσιμη και αναγκαία για μια καθορισμένη περίοδο. Επομένως, θα ήταν λάθος αν τους εξομοιώναμε με τους μεγάλους γαιοκτήμονες και υιοθετούσαμε πρόωρα την πολιτική της εξάλειψης τους.

Η Λαϊκή Δημοκρατία θα αποδόσει ιδιαίτερη σημασία στην ανάπτυξη όλων των κλάδων της αγροτικής οικονομίας — της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της δασοκομίας, της αλιείας. Θα παρθούν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εφοδιαστούν τα αγροτικά νοικοκυ-ριά με τις απαραίτητες μηχανές και εργαλεία, για να πραγματοποιηθούν βαθμιαία η γενική εκμηχάνιση και ο επιστημονικο-τεχνικός εκσυγχρονισμός ολόκληρης της αγροτικής παραγωγής. Η ανάπτυξη της βαρείας βιομηχανίας και ιδιαίτερα της βιομηχανίας κατασκευής μηχανών, μαζί και αγροτικών, θα βοηθήσει αποφασιστικά στην κατεύθυνση αυτή. Θα εκτελεσθούν πλατειά προγράμματα εγγειοβελτιωτικών έργων, προστασίας των δασικών εκτάσεων και  αναδασώσεων, συστηματικής αξιοποίησης του ιχθυολογικού πλούτου της χώρας.

Για την επιτυχή ανάπτυξη όλης της αγροτικής οικονομίας σπουδαία σημασία θα έχει η εφαρμογή μιας σειράς δημοκρατικών μετασχηματισμών στην ύπαιθρο που θα πρέπει να απαλλάξουν την αγροτιά από το σημερινό καθεστώς εκμετάλλευσης και κατάπιε-: σης, τύπου ΑΤΕ και άλλων, από την τοκογλυφία και τους μεσάζοντες, και θα τη μετατρέψουν σε αφέντη πάνω στη γη.

Το βασικό ζήτημα της αγροτικής οικονομίας κατά το πρώτο, το’ αντιϊμπεριαλιστικό-αντιμονοπωλιακό-δημοκρατικό   στάδιο   της επανάστασης, θα είναι η βαθμιαία αλλαγή των σχέσεων, η προετοιμασία της μετάβασης στο σοσιαλιστικό χαραχτήρα των σχέ- ί σεων, που στο χωριό θα εκφραστεί με τη συνεταιριστικοποίηση των αγροτικών νοικοκυριών. Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα βοηθήσουν και μια σειρά νέοι τύποι συνεταιρισμών, που θα χρησιμεύσουν σαν ενδιάμεσες βαθμίδες στην πορεία προς τον ανώτερο τύπο του σοσιαλιστικού αγροτικού νοικοκυριού και που ταυτόχρονα θα αποτελέσουν δραστήρια όργανα για την υπεράσπιση και προώ-, θηση των συμφερόντων της αγροτιάς.

Με την πραγματοποίηση όλων αυτών των μέτρων στους τομείς της βιομηχανίας και της αγροτικής οικονομίας και με την εφαρμογή μιας ανάλογης γενικής οικονομικής πολιτικής, που θα στηρίζεται στον αυστηρό προγραμματισμό και τον επιστημονικό σχε-, διασμό όλης της οικονομικής ανάπτυξης, η χώρα μας μπορεί να υπερνικήσει το σημερινό επίπεδο της καθυστέρησης και της υποα-νάπτυξης, να πετύχει τη σταθερή ανάπτυξη των παραγωγικών της., δυνάμεων και να εξασφαλίσει την ολόπλευρη οικονομική της ανάπτυξη. Η Ελλάδα έχει τις προϋποθέσεις για να γίνει μια σύγχρονη, προοδευμένη και οικονομικά αναπτυγμένη χώρα. Η Λαϊκή Δημοκρατία, κι όλας από το δημοκρατικό της στάδιο, οφείλει να εφαρμό-‘ σει την κατάλληλη πολιτική και να υιοθετήσει τα κατάλληλα μέτρα, που θα προσανατολίσουν τη χώρα μας στην κατεύθυνση αυτή.

ε. Αδιάκοπη φροντίδα για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών του λαού

135. Η ικανοποίηση των διαρκώς αυξανόμενων αναγκών των εργαζομένων, όλου του λαού, θα αποτελεί πρωταρχική φροντίδα του λαϊκοδημοκρατικού κράτους.

Η ανεργία θα εξαλειφθεί και θα εξασφαλιστεί δουλειά σ’ όλους τους πολίτες της Λαϊκής Δημοκρατίας. Θα χτυπηθεί η παρασιτική απασχόληση και θα διαμορφωθούν δυνατότητες δημιουργικής δουλειάς για όλους. Η δουλειά θα αμείβεται έτσι, ώστε να βελτιώνεται συνεχώς η υλική θέση των εργαζομένων. Θα εξασφαλιστεί η προοδευτική μείωση των ημερήσιων ωρών εργασίας. Θα κατοχυρωθεί το δικαίωμα των γυναικών για ίση δουλειά να παίρνουν ίσο μεροκάματο με τους άντρες. Θα παρθούν δραστικά μέτρα για την προστασία των ανήλικων εργαζομένων, των εργαζομένων μητέρων και των παιδιών κ.α. Θα αναμορφωθεί ριζικά η εργατική νομοθεσία, σύμφωνα με την αρχή: ο εργαζόμενος είναι ο νοικοκύρης στον τόπο μας. Θα αναμορφωθεί ριζικά το ασφαλιστικό σύστημα και θα εξασφαλιστεί ικανοποιητική σύνταξη σ’ όλες τις κατηγορίες των εργαζομένων της πόλης και του χωριού.

Θα παρθούν μέτρα για την υποστήριξη των επαγγελματοβιοτε-χνών. Στα στρώματα αυτά θα χορηγηθούν πιστώσεις με χαμηλό επιτόκιο, θα παρασχεθεί φορολογική προστασία και θα διευκολυνθεί και ενισχυθεί η οργάνωση τους σε καταναλωτικούς και παραγωγικούς συνεταιρισμούς.

Ολόπλευρη ενίσχυση θα δοθεί στους επιστήμονες και τεχνικούς στους συγγραφείς και καλλιτέχνες και γενικά σ’ όλους τους προοδευτικούς διανοούμενους, για την επαγγελματική τους εξύψωση και την πρόοδο της δημιουργικής δουλειάς τους, σύμφωνα με τους προσανατολισμούς της λαϊκοδημοκρατικής ανάπτυξης. Ταυτόχρονα θα υποκινηθεί ένα κίνημα διαμόρφωσης ειδικών, για όλους τους παραγωγικούς και επιστημονικοτεχνικούς τομείς, μέσα από τους κόλπους της εργατικής τάξης.

Για την προστασία της υγείας του λαού θα εφαρμοστεί ένα ευρύ πρόγραμμα οικοδόμησης νοσοκομείων, ιατρικών κέντρων και κάθε είδους παιδικών σταθμών. Θα εξασφαλιστεί ο απαραίτητος επιστημονικός και τεχνικός εξοπλισμός τους. Θα εφαρμοστούν γενικές κατευθύνσεις μιας προληπτικής υγιεινής.

Θα εκτελεστούν πλατειά προγράμματα οικοδόμησης κατοικιών, ?ια τη βαθμιαία επίλυση του προβλήματος της λαϊκής στέγης.

στ. Λαϊκή παιδεία και λαϊκός πολιτισμός

136. Στις συνθήκες της Λαϊκής Δημοκρατίας, κύρια αποστολή της παιδείας θα είναι η προετοιμασία και η κατάρτιση στελεχοΉ’ ?1<Χ την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να δημιουργεί τους αναγκαίους όρους για την ολόπλευρη πνευμα-τική άνθιση της χώρας.

Στη διάρθρωση της παιδείας, στην κατάρτιση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και στην όλη οργάνωση και διεξαγωγή της εκπαιδευτικής δουλειάς, θα πρέπει να εξασφαλίζεται η στενή σύνδεση της μόρφωσης με την παραγωγή. Οι σπουδαστές των ανώτερων και ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων για ορισμένο διάστημα του έτους θα απασχολούνται, υποχρεωτικά, σε παραγωγική δουλειά. Θα αναπτυχθούν πλατειά οι διάφορες μορφές της τεχνικής παιδείας και θα ιδρυθούν σε πλατειά κλίμακα τεχνικές σχολές όλων των βαθμών. Θα καταργηθεί όλο το αντιδραστικό και αναχρονιστικό πρόγραμμα της παιδείας και θα εφαρμοστεί ένα προοδευτικό πρόγραμμα, που θα υπηρετεί τις πραγματικές ανάγκες της σύγχρονης ελληνικής  κοινωνίας.  Σύμφωνα με τους στόχους αυτούς θα προετοιμαστεί το κατάλληλο εκπαιδευτικό προσωπικό και θα πραγραματοποιηθεί μια ριζική ανασύνθεση του. Οι εκπρόσωποι του σκοταδισμού και της οπισθοδρόμησης δε μπορούν να εκπαιδεύσουν πολίτες μιας συγχρονισμένης δημοκρατικής κοινωνίας. Ταυτόχρονα, θα παρθούν όλα τα αναγκαία μέτρα για να τεθεί σε εφαρμογή ένα ευρύ πρόγραμμα οικοδόμησης εκπαιδευτικών κτιρίων και εφοδιασμού όλων των σχολείων με τα απαραίτητα, εποπτικά μέσα και όργανα διδασκαλίας.

Θα αναπτυχθούν πλατειά όλες οι μορφές του λαϊκού πολιτισμού. Οι λαϊκές δημοκρατικές επαναστατικές παραδόσεις θα αποτελέσουν την κύρια πηγή του νεοελληνικού λαϊκοδημοκρατικού πολιτισμού. Η λαϊκοδημοκρατική εξουσία θα ενισχύσει με κάθε τρόπο το έργο των λογοτεχνών και καλλιτεχνών. Πλατειά μέριμνα θα εκδηλωθεί για τη φυσική αγωγή της νεολαίας μας και την ανάπτυξη του αθλητισμού.

Αυτό, είναι σε γενικές γραμμές, το άμεσο πρόγραμμα της λαϊκοδημοκρατικής εξουσίας.

Κεφάλαιο δέκατο τέταρτο

Η ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

α. Οι γενικοί νόμοι της σοσιαλιστικής επανάστασης

137. Η δημοκρατική επανάσταση είναι η απαραίτητη προετοιμασία της σοσιαλιστικής επανάστασης. Εφόσον η ηγεσία της εργατικής τάξης, με επικεφαλής το κομμουνιστικό κόμμα, ασκηθεί σωστά, στη δημοκρατική επανάσταση, η τελευταία, αφού εκπληρώσει τα καθήκοντα της θα μετεξελιχθεί αναπόφευκτα σε επανάσταση σοσιαλιστική. Η Λαϊκή Δημοκρατία θα περάσει στο δεύτερο στάδιο της, στο σοσιαλιστικό στάδιο.

Με την αποπεράτωση των καθηκόντων της αντιϊμπεριαλιστι-κής-αντιμονοπωλιακής-δημοκρατικής επανάστασης και την είσοδο στο στάδιο της σοσιαλιστικής επανάστασης, αρχίζει η μεταβατική περίοδος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

138. Για τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης, είναι απαραίτητη η τήρηση μερικών γενικών αρχών. Αυτές οι αρχές, που αποτελούν τις βασικές νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης και που ισχύουν για όλη τη μεταβατική περίοδο από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, διατυπώθηκαν, το 1957, στη Διακήρυξη της Σύσκεψης των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων, με τον παρακάτω τρόπο:

«Καθοδήγηση των εργαζομένων μαζών από την εργατική τάξη πυρήνας της οποίας είναι το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα στην πραγματοποίηση της προλεταριακής επανάστασης με τη μια ή την άλλη μορφή και την εγκαθίδρυση της διχτατορίας του προλεταριάτου με τη μια ή την άλλη μορφή.

Συμμαχία της εργατικής τάξης με τη βασική μάζα της αγροτιάς και με τα άλλα στρώματα των εργαζομένων.

Κατάργηση της κεφαλαιοκρατικής ιδιοχτησίας και καθιέρωση της κοινωνικής ιδιοχτησίας στα βασικά μέσα παραγωγής.

Βαθμιαίος   σοσιαλιστικός  μετασχηματισμός   της   αγροτικής οικονομίας.

Σχεδιασμένη ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, με σκοπό την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, το ανέβασμα του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων.

Πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης στον τομέα της ιδεολογίας και του πολιτισμού και δημιουργία πολυάριθμης διανόησης, αφοσιωμένης στην εργατική τάξη, στον εργαζόμενο λαό, στην υπόθεση του σοσιαλισμού.

Εξάλειψη της εθνικής καταπίεσης και αποκατάσταση της ισοτιμίας και της αδελφικής φιλίας ανάμεσα στους λαούς.

Υπεράσπιση των καταχτήσεων του σοσιαλισμού από τις επιβουλές των εξωτερικών και εσωτερικών εχθρών.

Αλληλεγγύη της εργατικής τάξης της μιας χώρας με την εργατική τάξη των άλλων χωρών, δηλ. ο προλεταριακός διεθνισμός». Οι γενικές αυτές αρχές οφείλουν να εφαρμόζονται παντού, σε όλες τις χώρες, αλλά προσαρμοσμένες στις εθνικές ιδιομορφίες της κάθε χώρας. Ακριβώς ο σωστός συνδυασμός των γενικών νόμων της σοσιαλιστικής επανάστασης με τις εθνικές ιδιομορφίες της επιτρέπει τη νίκη, το θρίαμβο της επανάστασης αυτής.

β.   Το   δικό   μας   πρότυπο   της   μελλοντικής   σοσιαλιστικής κοινωνίας

 

139. Οι μαρξιστές-λενινιστές της Ελλάδας, διδαγμένοι από τις θετικές και αρνητικές εμπειρίες του παρελθόντος, καταπολεμώντας από τη μια πλευρά το ρεβιζιονισμό, που αρνείται τους γενικούς νόμους της επανάστασης, και προβάλλει τη σημασία των εθνικών ιδιομορφιών και από την άλλη πλευρά το δογματισμό, που παραγνωρίζει την ανάγκη να παίρνονται υπόψη οι εθνικές ιδιομορφίες και επιζητεί να υποτάξει τη σοσιαλιστικ,ή επανάσταση σε ορισμένα στερεότυπα σχήματα, οφείλουν στην πορεία του αγώνα τους. να μελετήσουν συγκεκριμένα και να καθορίσουν τη μελλοντική πορεία του σοσιαλισμού και τις ειδικές μορφές αυτής της πορείας στις συνθήκες της χώρας μας.

Παραμένουμε πάντα πιστοί στα μεγάλα διδάγματα της Οχτωβρι-ανής Επανάστασης, της Κινέζικης Επανάστασης καθώς και των άλλων λαϊκών επαναστάσεων. Αλλά οφείλουμε, αξιοποιώντας δημιουργικά τα διδάγματα αυτά, να πραγματοποιήσουμε στο μέλλον ένα σοσιαλισμό, σύμφωνο με τις ιδιομορφίες και τις ανάγκες της νεοελληνικής κοινωνίας.

Το δικό μας πρότυπο της μελλοντικής σοσιαλιστικής κοινωνίας αντιτίθεται ριζικά στο μοντέλο του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», αλλά απορρίπτει επίσης το μοντέλο του λεγόμενου «ευρωκομμουνιστικού» σοσιαλισμού. Και τα δυο αυτά μοντέλα αποτελούν παραμόρφωση του πραγματικού σοσιαλισμού και εκφράζουν την ιδεολογία της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, καλυμένη με τον ψευτοσοσιαλιστικό μανδύα.

140. Παραμένοντας πάντα στο έδαφος της δημιουργικής αξιοποίησης της ξένης πείρας και μακριά από κάθε τάση μηχανικής μεταφοράς της στις δικές μας συνθήκες, οφείλουμε να μελετήσουμε και να αξιοποιήσουμε ιδιαίτερα την πείρα της κινέζικης επανάστασης και ειδικά την πείρα της Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης της Κίνας και τη μεγάλη θεωρία του Μάο Τσετούνγκ για τη συνέχιση της επανάστασης κάτω από τη διχτατορία του προλεταριάτου. Μια από τις σημαντικές πλευρές της πείρας αυτής είναι ότι η σοσιαλιστική επανάσταση και η σοσιαλιστική οικοδόμηση μπορεί να προχωρήσει με επιτυχία προς τα εμπρός, μόνο όταν στηρίζεται στην αγωνιστική κινητοποίηση και στην ενεργητική και συνειδητή δράση των εκατομμυρίων μαζών. Κι αυτό πετυχαίνεται όταν το κομμουνιστικό κόμμα ασκεί σωστά τον καθοδηγητικό και διαπαιδαγωγικό του ρόλο ανάμεσα στις μάζες και όταν οι μάζες απολαμβάνουν πραγματικά δημοκρατικά δικαιώματα στις συνθήκες του σοσιαλισμού.

Χωρίς την πιο πλατειά και ουσιαστική δημοκρατία για τις λαϊκές μάζες δε μπορεί να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός. Η διχτατορία του προλεταριάτου είναι, γι’ αυτό, η ανώτερη μορφή δημοκρατίας.

ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ

Η ΤΑΧΤΙΚΗ ΜΑΣ

Κεφάλαιο δέκατο πέμπτο

ΒΑΣΙΚΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ

α. Για τη συσσώρευση των αναγκαίων επαναστατικών δυνάμεων

141. Στις σημερινές συνθήκες, το βασικό πρόβλημα του κόμματος είναι η συσσώρευση των απαραίτητων για την πραγματοποί-: ηση της επανάστασης δυνάμεων. Η κατάχτηση της πλειοψηφίας^ της εργατικής τάξης, το κέρδισμα με το μέρος της εργατικής τάξης,* της πλειοψηφίας της αγροτιάς και η πραγματοποίηση της εργατο-αγροτικής συμμαχίας, η συνένωση, γύρω από τη συμμαχία αυτή» και όλων των άλλων καταπιεζομένων και εκμεταλλευόμενο στρωμάτων του πληθυσμού και η δημιουργία μιας πλατύτατη επαναστατικής συμμαχίας, αποτελεί την κύρια κατεύθυνση σ’ όλφ τη δουλειά του κόμματος σήμερα και το βασικό καθήκον τηζί ταχτικής του στο τωρινό στάδιο.

Για την εκπλήρωση αυτής της κατεύθυνσης χρειάζεται μια σκληρή, κοπιαστική και μακρόχρονη δουλειά ανάμεσα στις μάζες. Σε τελευταία ανάλυση, η τύχη όλης της στρατηγικής του κόμματος εξαρτάται από την ικανότητα του να εφαρμόζει μια ευλύγιστη και ταυτόχρονα αρχιακή πολιτική ταχτική, τέτοια που να του επιτρέπει να συνδέεται όλο και πιο στενά με τις μάζες και να δημιουργεί όλο και πιο σταθερούς δεσμούς μ’ αυτές. Στη δουλειά του ανάμεσα στις μάζες, το κόμμα πρέπει να προφυλαχτεί από δυο κινδύνους: από τον κίνδυνο, να περιοριστεί σε μια γενική πολιτική συνθηματολογία, οπότε θα ξεκοπεί από τις μάζες από τις ανάγκες και τα προβλήματα τους και από τον κίνδυνο, να θεωρήσει την πάλη για τα άμεσα συμφέροντα των μαζών σαν το άπαν, οπότε θα χάσει από  μπροστά του την επαναστατική προοπτική.

Το κόμμα οργανώνει και καθοδηγεί τους καθημερινούς λαϊκούς αγώνες για τις άμεσες οικονομικές και πολιτικές απαιτήσεις, φροντίζει για το βαθμιαίο ανέβασμα τους ως το επίπεδο της γενικής πάλης για τα παλλαϊκά και πανεθνικά αιτήματα, δουλεύει αδιάκοπα για την ανύψωση της ταξικής πολιτικής συνειδητότητας και της οργανωτικότητας των μαζών, προσανατολίζοντας τες σταθερά στην επαναστατική πάλη για την κατάχτηση της πολιτική εξουσίας. Ετσι ακριβώς αναδείχνεται σε πραγματικό καθοδηγητή των μαζών, καταχτά την εμπιστοσύνη και τη γενική αναγνώριση τους.

β. Η σημασία των μαζικών οργανώσεων

142. Για να γίνει το κόμμα πραγματική πολιτική δύναμη, για να καταχτήσει τη θέση της πρωτοπορείας και να αναγνωριστεί σαν ο καθοδηγητής των μαζών, πρέπει, με την ίδια τη δραστηριότητα του, να πείσει τις μάζες πως εκφράζει και υπερασπίζει σωστά τα συμφέροντα τους. Ενώ θα εκλαϊκεύει το γενικό πρόγραμμα του για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της σημερινής κοινωνίας, που θα δώσει ριζικές λύσεις στα μεγάλα προβλήματα του λαού και της χώρας, το κόμμα πρέπει, ταυτόχρονα, να καταπιάνεται δραστήρια με τα καθημερινά προβλήματα των λαϊκών μαζών, να μελετάει τις άμεσες ανάγκες των διαφόρων λαϊκών στρωμάτων και να αγωνίζεται για την ικανοποίηση των αιτημάτων τους. Από την άποψη αυτή, σπουδαία σημασία έχει η δουλειά των μαρξιστών-λενινιστών στις μαζικές λαϊκές οργανώσεις.

Οι μαρξιστές-λενινιστές πρέπει να συμμετέχουν δραστήρια και να πρωτοστατούν στη ζωή και στην πάλη των εργατικών συνδικάτων, των αγροτικών συλλόγων και των γεωργικών συνεταιρισμών, των φοιτητικών και σπουδαστικών συλλόγων, των γυναικείων οργανώσεων, των επαγγελματικών οργανώσεων των μεσαίων στρωμάτων των πόλεων και όλων των άλλων μαζικών λαϊκών οργανώσεων, εξωραϊστικών, πολιτιστικών συλλόγων και άλλων. Ο1 μαζικές λαϊκές οργανώσεις είναι, πρώτα-πρώτα, όργανα πάλης ϊια τα άμεσα οικονομικά συμφέροντα των μαζών, αλλά στην πορεία του αγώνα οι οικονομικές διεκδικήσεις τους συνδέονται με πολιτικές διεκδικήσεις, που ξεκινώντας από την απαίτηση για την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών φτάνουν ως την προβολή πανδημοκρατικών και πανεθνικών αιτημάτων. Σπουδαίο ρόλο σ’ ένα τέτοιο συνδυασμό των οικονομικών και πολιτικών αγώνων, μπορούν να παίξουν πρώτα-πρώτα τα εργατικά συνδικάτα. Μέσα από τις μαζικές οργανώσεις, οι λαϊκές μάζες μαθαίνουν να οργανώνονται και να παλαίβουν για τα ζητήματα τους, έρχονται σε σύγκρουση όχι μόνο με τους ξεχωριστούς φορείς του εκμεταλλευτικού συστήματος, που κυριαρχεί σήμερα στη χώρα μας, τους μεμονωμένους εργοδότες και άλλους, αλλά και με τον ίδιο το γενικό εκφραστή των συμφερόντων αυτών των τελευταίων, δηλαδή με το αστικό κράτος και τους κάθε λογής καταπιεστικούς μηχανισμούς του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι μαζικές οργανώσεις γίνονται ένα μεγάλο σχολειό ταξικής και πολιτικής διαπαιδαγώγησης των λαϊκών μαζών και προετοιμάζουν τους απαραίτητους υποκειμενικούς όρους για τις μεγάλες επαναστατικές αλλαγές, που έχει ανάγκη ο τόπος μας.

Η δραστήρια συμμετοχή των μαρξιστών-λενινιστών στη ζωή και την πάλη των μαζικών λαϊκών οργανώσεων είναι μια άμεση συμβολή στην ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος, γενικά και ταυτόχρονα αποτελεί τον πρωταρχικό όρο για τη μαζικοποίηση του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος, ειδικά. Μέσα από τη δουλειά των μελών του στις μαζικές λαϊκές οργανώσεις, θα μπορέσει το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα να συνδεθεί πιο στενά με τις μάζες, να ριζώσει στο λαό, να δυναμώσει και να αναπτύξει την επιρροή του, να μετατραπεί σε πραγματικό κόμμα της πολιτικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων.

γ. Ο συνδυασμός της κοινοβουλευτικής και της εξωκοινοβουλευτικής πάλης

 

143. Στις συνθήκες της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, το κόμμα αξιοποιεί και χρησιμοποιεί δραστήρια όλες τις δυνατότητες δράσης που υπάρχουν, μαζί και τη δυνατότητα της κοινοβουλευτικής δράσης. Αλλά, αφού το κοινοβούλιο δεν είναι παρά ένα όργανο κατοχύρωσης της κυριαρχίας της μεγαλοαστικής τάξης» π°υ σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εκφράσει την πραγματική θέληση του λαού και να φέρει τους εκπροσώπους του στην πραγματική πολιτική εξουσία, η κοινοβουλευτική δουλειά μπορεί να έχει, για το κόμμα, μόνο δευτερεύουσα σημασία.

Το κόμμα, κάτω από καθορισμένες συνθήκες, αξιοποιεί τη συμμετοχή του στην εκλογική διαδικασία και στο ίδιο το κοινοβούλιο, για την πλατειά προβολή της πολιτικής και των θέσεων του πάνω στα μεγάλα προβλήματα του τόπου, για την ανάπτυξη μιας συστηματικής προπαγάνδας και ζύμωσης ανάμεσα στις λαϊκές μάζες, για την καταγγελία της αντιλαϊκής πολιτικής της κυρίαρχης τάξης και των αντιλαϊκών μέτρων της κάθε φορά αστικής κυβέρνησης, για την υπεράσπιση των λαϊκών συμφερόντων και την προβολή των οικονομικών και πολιτικών απαιτήσεων των εργαζομένων, αλλά, ταυτόχρονα, δεν αφήνεται σε κοινοβουλευτικές αυταπάτες και καταπολεμά αποφασιστικά την επιζήμια εκείνη τάση, που ο Λένιν την ονόμαζε «κοινοβουλευτική ηλιθιότητα» και που οδηγεί σε μια τυφλή πίστη στις «δυνατότητες» του αστικού κοινοβουλίου.

Το κόμμα συνδυάζει την κοινοβουλευτική δουλειά με την εξωκοινοβουλευτική πάλη και στο συνδυασμό αυτό την πρωταρχική θέση κατέχει η εξωκοινοβουλευτική πάλη του. Η δράση του κόμματος είναι, κύρια, εξωκοινοβουλευτική — αναπτύσσεται, πριν απ’ όλα, εκεί όπου δουλεύουν και ζουν οι εργαζόμενες μάζες, στα εργοστάσια και στις επιχειρήσεις, στις λαϊκές συνοικίες των πόλεων και στα χωριά, όπως και στα εκπαιδευτικά, επιστημονικά και άλλα ιδρύματα. Μόνο ο ενεργητικός, μαζικός, εξωκοινοβουλευτικός αγώνας, μόνο ένα πανίσχυρο εξωκοινοβουλευτικό λαϊκό κίνημα μπορεί να φράξει το δρόμο στο φασισμό και στην αντίδραση και τελικά να οδηγήσει τη λαϊκή υπόθεση στη νίκη — στην ανατροπή της κυριαρχίας του ξένου ιμπεριαλισμού και της ντόπιας πλουτοκρατικής ολιγαρχίας και στην άνοδο των λαϊκών δυνάμεων στην εξουσία.

δ. Η πολιτική του ενιαίου μετώπου

 

144. Για την πιο αποτελεσματική προώθηση των στόχων του, το κόμμα πρέπει να επιδιώκει τη σύμπραξη και συνεργασία ή και τη συμπόρευση και παράλληλη δράση και με άλλες δυνάμεις. Αυτό ακριβώς εξασφαλίζεται με την πολιτική του ενιαίου μετώπου.

Η πολιτική του ενιαίου μετώπου σημαίνει πως το κόμμα, σε όλους τους τομείς και σε όλα τα επίπεδα — μαζικό ή πολιτικό, τοπικό ή εθνικό, μερικό ή γενικό, άμεσο ή μακροπρόθεσμο, — προσπαθεί να ενωθεί με όσο γίνεται περισσότερες δυνάμεις, πραγματοποιεί κοινή δράση και οικοδομεί κάθε μορφής συμπράξεις και συνεργασίες με όλους εκείνους που είναι πρόθυμοι να συμπράξουν και να συνεργαστούν μαζί του. Αυτές οι συμπράξεις και συνεργασίες μπορούν να εκφραστούν με ποικίλες μορφές. Στους τόπους δουλειάς, στη λαϊκή συνοικία και στο χωριό, στα δημόσια ιδρύματα και στις σχολές της ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης, οι μαρξιστές-λενινιστές, από κοινού με άλλους δημοκράτες και πατριώτες, μπορούν να προωθούν τη δημιουργία αυτής ή της άλλης μορφής επιτροπών κοινής δράσης, να πραγματοποιούν, πάνω στη βάση συγκεκριμένου αγωνιστικού προγράμματος, εκλογικές συμπράξεις στα συνδικάτα και τις άλλες μαζικές οργανώσεις κ.ο.κ. Μόνιμη και σταθερή επιδίωξη του κόμματος, εξάλλου, είναι η συνεργασία με κάθε άλλη προοδευτική και δημοκρατική πολιτική δύναμη, πάνω σε γενικώτερους πολιτικούς στόχους.

145. Η πραγματοποίηση ενιαίου μετώπου με άλλες πολιτικές δυνάμεις, κόμματα και οργανώσεις, δεν παίρνει υποχρεωτικά την οργανωτική μορφή της συγκρότησης μετωπικής οργάνωσης ή παράταξης σε εθνικό επίπεδο, αν και, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και προϋποθέσεις, μπορεί, επίσης, να εκφραστεί και με τη μορφή αυτή. Το βασικό στη δουλειά του ενιαίου μετώπου είναι η προσπάθεια για τη συνένωση από τα κάτω, όσο γίνεται ευρύτερων δυνάμεων σε κοινό αγώνα. Οι μαρξιστές-λενινιστές, παντού όπου δουλεύουν, ζουν και κινούνται, προσπαθούν να ενωθούν με όλα τα προοδευτικά και δημοκρατικά στοιχεία, για την από κοινού προώθηση των κάθε φορά ώριμων στόχων.

Ανάλογα με τα προβλήματα που βάζει για λύση κι ανάλογα με τις δυνάμεις που καλούνται να πάρουν μέρος σ’ αυτό, καθορίζεται, κάθε φορά, η μορφή του μετώπου. ‘ Ετσι, η συσπείρωση δυνάμεων, που επιδιώκεται στον εργατικό τομέα, παίρνει τη μορφή του εργατικού μετώπου, η συσπείρωση δυνάμεων, που επιδιώκεται στον τομέα της αγροτιάς, παίρνει τη μορφή του αγροτικού μετώπου, η συσπείρωση δυνάμεων, που επιδιώκεται στον τομέα της νεολαίας, παίρνει τη μορφή του νεολαιίστικου μετώπου κ.ο.κ. Όλα αυτά τα επιμέρους μέτωπα διαμορφώνονται πάνω στη βάση των άμεσων οικονομικών και πολιτικών προβλημάτων, που αντιμετωπίζει το αντίστοιχο στρώμα ή τάξη, αλλά ταυτόχρονα, συνδυάζονται με τα γενικώτερα πανδημοκρατικά κινήματα. Μέσα ακριβώς από έναν τέτοιο συνδυασμό, τα επιμέρους μέτωπα διοχετεύονται στην κοίτη ενός γενικού, παλλαϊκού και πανεθνικού ενιαίου μετώπου, με καθορισμένους γενικούς στόχους.

146. Στις σημερινές συνθήκες, το περιεχόμενο και οι στόχοι ενός τέτοιου μετώπου είναι η πάλη για την κατάχτηση και υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας, η πάλη ενάντια στην απειλή του πολέμου και για την εξασφάλιση της ειρήνης, η πάλη ενάντια στο φασισμό και στο σοσιαλφασισμό και για την υπεράσπιση και διεύρυνση των συνδικαλιστικών και πολιτικών ελευθεριών, η πάλη ενάντια στην πολιτική της λιτότητας και για την ικανοποίηση των οικονομικών αιτημάτων των εργαζομένων της πόλης και του χωριού. Το ενιαίο αυτό μέτωπο στρέφεται, πρώτα-πρώτα, ενάντια στις δυο υπερδυνάμεις, τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και το σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλισμό, που αποτελούν σήμερα τους κυριώτερους εχθρούς της λευτεριάς και της ανεξαρτησίας μας και ενάντια στη ντόπια μονοπωλιακή αστική τάξη και τις πολιτικές εκείνες δυνάμεις, που στο εσωτερικό της χώρας στηρίζουν και εξυπηρετούν τα συμφέροντα των δυο υπερδυνάμεων. Ταυτόχρονα, κατευθύνεται και ενάντια στο δυτικοευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό και ξεσκεπάζει τους κήρυκες της υποταγής της χώρας μας στην ΕΟΚ και στα δυτικοευρωπαϊκά μονοπώλια.

ε. Η συνεργασία με τα αστικοδημοκρατικά κόμματα

 

147.     Η πολιτική του ενιαίου μετώπου περιλαβαίνει και τη δυνατότητα συνεργασίας και σύμπραξης ακόμα και με πολιτικές δυνάμεις, που οι απώτεροι σκοποί τους δε συμπίπτουν με τους σκοπούς των μαρξιστών-λενινιστών ή και είναι αντίθετοι μ’ αυτούς, αλλά που σήμερα μπορούν, για διάφορους λόγους να υιοθετήσουν, σε ορισμένο βαθμό, μια στάση εναντίωσης στην ηγεμονιστική και φιλοπόλεμη πολιτική των υπερδυνάμεων και να αντιταχθούν στην πολιτική του φασισμού και του σοσιαλφασισμού, να υποστηρίξουν, δηλαδή, θέσεις που αντικειμενικά να εξυπηρετούν την υπόθεση της εθνικής ανεξαρτησίας, της ειρήνης και της δημοκρατίας. Τέτοιες πολιτικές δυνάμεις είναι τα αστικοδημοκρατικά κόμματα.

Οι μαρξιστές-λενινιστές, ενώ θα κατευθύνουν τις κύριες προσπάθειες τους για την οικοδόμηση του ενιαίου μετώπου από τα κάτω, εκεί όπου δουλεύουν και ζουν οι λαϊκές μάζες, θα πρέπει, ταυτόχρονα, να εκμεταλλευτούν τις αντιθέσεις που εκδηλώνονται ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της αστικής τάξης, να αξιοποιήσουν και την πιο παραμικρή δυνατότητα να αποχτήσουν «ένα μαζικό σύμμαχο, ας είναι και προσωρινός, ταλαντευόμενος, ασταθής, όχι σίγουρος και με όρους», όπως έλεγε ο Λένιν.

148.     Στις γραμμές του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος, υπάρχουν σήμερα μερικοί, που μεγαλοποιούν τη σημασία της συνεργασίας με αστικές πολιτικές δυνάμεις και που, για την εξασφάλιση μιας τέτοιας συνεργασίας, είναι πρόθυμοι να παραιτηθούν από κάθε σοβαρή κριτική στην πολιτική των αστικών αυτών δυνάμεων και να αρνηθούν τον ανεξάρτητο ρόλο του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος. Πραχτικά, αυτό οδηγεί σε μετατροπή του κινήματος μας σε εξάρτημα της αστικής πολιτικής. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν εκείνοι που απορρίπτουν εντελώς τη σύνεργασία με αστικά πολιτικά κόμματα, γιατί θεωρούν πως σήμερα, εξαιτίας των μικρών δυνάμεων που διαθέτει το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα, αν συνεργαστεί με αστικά κόμματα, κινδυνεύει να «απορροφηθεί» απ’ αυτά. Η αντίληψη που καλλιεργούν είναι: «πρώτα να δυναμώσουμε τον υποκειμενικό παράγοντα και ύστερα να κάνουμε συνεργασίες». Αυτή η αντίληψη, στο όνομα της προφύλαξης των δυνάμεων του κινήματος, στην πραγματικότητα αρνείται την ίδια τη βάση για την ανάπτυξη και το δυνάμωμα του υποκειμενικού παράγοντα.

149. Αν το κόμμα κλεισθεί στο καβούκι του και αρνηθεί την πολιτική των συνεργασιών, τότε σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αναπτύξει τις δυνάμεις του, γιατί έτσι θα απομονωθεί από τις μάζες. Αντίθετα, η πολιτική των συνεργασιών με όποιες άλλες δυνάμεις είναι δυνατό να πραγματοποιείται μια τέτοια συνεργασία κάθε φορά, ακόμα και με αστικές πολιτικές δυνάμεις, φέρνει το κόμμα κοντά στις μάζες, στην πηγή, δηλαδή, της άντλησης δυνάμεων.

Το κόμμα πραγματοποιεί συνεργασίες και με αστικά πολιτικά κόμματα πάνω στη βάση ελάχιστου κοινού προγράμματος, που να προωθεί τα λαϊκά συμφέροντα και διατηρώντας την ιδεολογικοπολιτική του αυτοτέλεια και την οργανωτική του αυτονομία. Μ ‘ αυτόν τον τελευταίο όρο εφόσον θα είναι ο πιο συνεπής αγωνιστής στην πάλη για την πραγματοποίηση των στόχων του κοινού προγράμματος, το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα δε μπορεί να χάσει, αλλά μόνο να κερδίσει δυνάμεις.

150. Απορρίπτοντας κάθε μονόπλευρη τοποθέτηση, το κόμμα μας θα επιμείνει στην επιδίωξη για την αποκατάσταση μιας συνεργασίας ή σύμπραξης, από τα πάνω, με ορισμένα αστικοδημοκρα-τικά κόμματα. Αλλά δε μπορεί να τρέφει αυταπάτες και να περιμένει μια σύντομη πραγματοποίηση της. Για να μην έχουμε ταλαντεύσεις στις γραμμές μας, για να μην αφήσουμε έδαφος στην αδημονία και στην απογοήτευση, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε βαθειά, πως η επίτευξη παρόμοιων συνεργασιών ή συμπράξεων θάρθει σαν καρπός μακρόχρονων προσπαθειών και πολλών αγώνων. Ως τότε πρέπει να διατηρήσουμε γερό το αγωνιστικό μας πνεύμα, σταθερή την πίστη στις δικές μας δυνάμεις και την πεποίθηση μας, πως με το δικό μας επίμονο και ανεξάρτητο αγώνα μπορούμε να ανοίξουμε καινούργιους και σημαντικούς δρόμους ανάμεσα στις λαϊκές μάζες. Γι’ αυτό, τις κύριες προσπάθειες μας πρέπει να τις στρέψουμε στην αποκατάσταση της ενότητας δράσης από τα κάτω, με τους οπαδούς και τα μέλη των διαφόρων αστικοδη-μοκρατικών πολιτικών κομμάτων, που από την ίδια την αντικειμενική θέση τους μπορούν να τραβηχθούν, στον κοινό αγώνα μαζί μας.

151.     Με την πολιτική του ενιαίου μετώπου, οι μαρξιστές- λενινιστές προσπαθούν να συσπειρώσουν όσο γίνεται ευρύτερες δυνάμεις, διαφόρων και ποικίλων ιδεολογικών και πολιτικών κατευθύνσεων, στην πάλη για την προώθηση ορισμένων άμεσων πανδημοκρατικών στόχων. Οι στόχοι αυτοί δεν ταυτίζονται ή, τουλάχιστο, δεν ταυτίζονται ολοκληρωτικά, με τους στόχους της αντιϊμπεριαλιστικής-δημοκρατικής επανάστασης, που αποτελεί το στρατηγικό σκοπό των μαρξιστών-λενινιστών στο τωρινό ιστορικό στάδιο. Ωστόσο, η πραγματοποίηση των στόχων αυτών, ανεξάρτητα από τη θέληση των διαφόρων δυνάμεων, προωθεί την υπόθεση της αντιϊμπεριαλιστικής-δημοκρατικής επανάστασηςκαι μακροπρόθεσμα προετοιμάζει τους όρους για τη νίκη της επανάστασης αυτής.

στ. Να υπολογίζουμε σωστά την πραγματική κατάσταση του κινήματος μας

 

152.     Στον καθορισμό της ταχτικής μας, έχει μεγάλη σημασία να ξεκινούμε από το σωστό και αντικειμενικό υπολογισμό της πραγματικής κατάστασης του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος μέσα στην τωρινή πολιτική πραγματικότητα. Στην παρούσα στιγμή, ενώ οξύνεται η ταξική πάλη στη χώρα και σημειώνεται μια γοργή άνοδος των αγωνιστικών διαθέσεων των μαζών, το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα εξακολουθεί να διαθέτει περιορισμένες δυνάμεις. Αυτό το στοιχείο οφείλουμε να το εκτιμήσουμε

σωστά.

Αν επιχειρήσουμε να καθορίσουμε την ταχτική μας, παίρνοντας υπόψη μόνο την άνοδο των αγωνιστικών διαθέσεων των μαζών και παραγνωρίζοντας τις πραγματικές δυνατότητες του κινήματος μας, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να πέσουμε στον εξτρεμισμό και στον τυχοδιωκτισμό, να καταφύγουμε σε μορφές και μέθοδες πάλης τέτοιες, που να είναι έξω από τα μέτρα μας και έξω από το συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Το πραχτικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας αντιμετώπισης θα είναι μόνο η φθορά και η εξάντληση κι αυτών των περιορισμένων δυνάμεων που διαθέτουμε σήμερα. Αν, αντίθετα, επιχειρήσουμε να καθορίσουμε την ταχτική μας, παίρνοντας υπόψη μόνο τις περιορισμένες δυνάμεις, που διαθέτει σήμερα το κίνημα μας και παραγνωρίζοντας τις δυνατότητες που διαμορφώνει η άνοδος των αγωνιστικών διαθέσεων των μαζών, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να πέσουμε στον οππορτουνισμό, να μη τολμήσουμε να αξιοποιήσουμε τις ευνοϊκές αντικειμενικές συνθήκες που διαμορφώνονται, να αρνηθούμε το ρόλο της αγωνιστικής πρωτοβουλίας, να περιοριστούμε στην αδράνεια και στην απραξία. Το πραχτικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας αντιμετώπισης θα είναι μόνο η αποσύνθεση και η διάλυση κι αυτών των περιορισμένων δυνάμεων που διαθέτουμε σήμερα.

Δεν επιτρέπεται, ούτε να υπερτιμήσουμε, αλλά και ούτε να υποτιμήσουμε τις δυνάμεις και τις δυνατότητες μας. Ο καλύτερος τρόπος για να προφυλάξουμε αλλά και για να αναπτύξουμε τις δυνάμεις μας, είναι να ακολουθήσουμε, μετρημένα αλλά και αποφασιστικά, το δρόμο των αγωνιστικών πρωτοβουλιών, σε αδιάκοπη και σταθερή σύνδεση με τις λαϊκές μάζες και σύμφωνα με τον παλμό του λαϊκού κινήματος.

Από την αριθμητική άποψη των οργανωμένων δυνάμεων του και από την άποψη τη.: ικανότητάα του να κινητοποιεί ΠΓ. συγκεκριμένες δραστηριότητες τις δυνάμεις της πολιτικής επιρροής του, το μαρςιστικό-λενινιστικό κίνημα είναι αρκετά καθυστερημένο και δεν αντιπροσωπεύει ακόμα μια σοβαρή κατάσταση. Από την άποψη, όμως, των πραγματικών δυνατοτήτων του και σύμφωνα με μια ρεαλιστική προοπτική, μπορεί να μετατραπεί σε υπολογήσιμο παράγοντα στις μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις. Προϋπόθεση γι’ αυτό   είναι   να   συνειδητοποιήσει,   το   μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα, τη σημερινή του θέση, να δώσει τις σωστές λύσεις στα εσωτερικά του προβλήματα και να ξανοιχτεί πραγματικά προς τις λαϊκές μάζες, εφαρμόζοντας μια αγωνιστική και πρωτόβουλη, πλατειά και ευέλιχτη αλλά και σταθερά προσανατολισμένη στους γενικούς στόχους του κινήματος, πολιτική ταχτική.

Κεφάλαιο δέκατο έκτο

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΘΕΣΗ ΜΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

α. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και η πολιτική του μετά τον Οχτώβρη του 1981

153.     Σημαντικό ορόσημο στις πολιτικές εξελίξεις της τελευταίας περιόδου, στάθηκαν οι βουλευτικές εκλογές της 18 Οχτώβρη του 1981. Το κυριότερο αποτέλεσμα των εκλογών αυτών ήταν η βαρειά ήττα της αντιδραστικής δεξιάς και η απομάκρυνση της από την κυβερνητική εξουσία.

Η απομάκρυνση της δεξιάς από την κυβερνητική εξουσία αποτέλεσε, αναμφισβήτητα, μια νίκη του λαού, αλλά, τη νίκη αυτή, την καρπώθηκαν δυνάμεις, που κάθε άλλο παρά τα πραγματικά συμφέροντα των πλατειών μαζών εκφράζουν. Τη βαθειά και έντονη λαϊκή διάθεση, για την αλλαγή της άθλιας κατάστασης που είχε δημιουργήσει στη χώρα η πολύχρονη διακυβέρνηση της δεξιάς, αξιοποίησε το ΠΑΣΟΚ που κέρδισε τις εκλογές της 18 Οχτώβρη του 1981 και ανέβηκε στην κυβερνητική εξουσία.

154.     Το ΠΑΣΟΚ είχε εμφανιστεί στην πολιτική ζωή της χώρας μας σαν ένα «σοσιαλιστικό κίνημα» και ύστερα από την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας υποσχέθηκε την πραγματοποίηση μιας βαθειάς «αλλαγής» και το «σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της Ελλάδας». Και υπήρξαν άνθρωποι, ακόμα και στις γραμμές του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος, που έβλεπαν το ΠΑΣΟΚ σαν ένα κόμμα του «δημοκρατικού ριζοσπαστισμού», σαν ένα κόμμα με προοδευτικές δυνατότητες όχι μόνο στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας, αλλά, ακόμα και στην κατεύθυνση του  σοσιαλισμού.

Η άποψη αυτή ήταν προϊόν μιας βαθειάς σύγχυσης που προήλθε από την εγκατάλειψη των ταξικών κριτηρίων, κατά την εκτίμηση του χαραχτήρα του ΠΑΣΟΚ. Έτσι, το ΠΑΣΟΚ αξιολογήθηκε όχι με βάση την πραγματική πολιτική που εφαρμόζει η ηγεσία του και με κριτήριο το ποια τάξη εξυπηρετεί, στην πράξη, αυτή η πολιτική, αλλά με βάση την κοινωνική προέλευση των μελών και οπαδών του ΠΑΣΟΚ και με κριτήριο τις επίσημες διακηρύξεις και υποσχέσεις της ηγεσίας του.

Είναι γεγονός, πως το ΠΑΣΟΚ διαθέτει μια πλατειά δημοκρατική βάση και στους κόλπους του βρίσκονται πολλοί εκπρόσωποι των ενδιάμεσων δυνάμεων. Ωστόσο και παρά την πίεση που ασκούν η δημοκρατική βάση και οι εκπρόσωποι των ενδιάμεσων δυνάμεων, η βασική πολιτική του ΠΑΣΟΚ καθορίζεται από το τμήμα εκείνο της ηγεσίας του, με επικεφαλής τον Α.Γ. Παπανδρέου, που συνδέεται με ττ\ μεγαλοαστική τάξη ή πιο σωστά, με τη φιλοευρωπαϊκή μερίδα της μεγαλοαστικής τάξης. Έτσι ακριβώς διαμορφώνεται ο χαραχτήρας του ΠΑΣΟΚ σαν ενός κόμματος της μεγαλοαστικής τάξης, πράγμα που επιβεβαιώνεται από την πολιτική που εφάρμοσε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ως τα σήμερα. Αυτή η πολιτική, παρά τα κάποια θετικά μέτρα που πάρθηκαν, σε γενικές γραμμές διαιωνίζει την κατάσταση πραγμάτων που υπήρχε και στον καιρό της διακυβέρνησης της χώρας από τη Ν.Δ.

155. Μετά τον Οχτώβρη του 1981 στο πολιτικό κλίμα της χώρας σημειώθηκε μια ορισμένη μεταβολή, σε δημοκρατικότερη κατεύθυνση. Υποχώρησε, σε ορισμένο βαθμό, η πίεση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους και δημιουργήθηκαν πιο ευνοϊκές συνθήκες για την πολιτική δραστηριότητα των δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων. Σημειώθηκαν, επίσης, κάποια δημοκρατικά ανοίγματα και έγιναν ορισμένες θετικές μεταρρυθμίσεις σε διάφορους τομείς της δημόσιας ζωής, ενώ και στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, υπήρξαν μερικές εκδηλώσεις, που υποδηλώνουν κάποια αντίσταση στις πιέσεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Παρ’ όλα αυτά τα θετικά βήματα σε επιμέρους τομείς, στη γενική κατάσταση της χώρας όχι μόνο δεν πραγματοποιήθηκε καμιά ουσιαστική αλλαγή, αλλά, αντίθετα, έγιναν και γίνονται προσπάθειες για να παγιωθούν εκείνοι ακριβώς οι θεσμοί και οι δομές του πολιτικού .και οικονομικο-κοινωνικού βίου, που βρίσκονται στη βάση της χρόνιας κακοδαιμονίας, που δέρνει την Ελλάδα.

156.     Η μεγαλύτερη πληγή της σύγχρονης Ελλάδας, η ξενική εξάρτηση, όχι μόνο δεν έκλεισε, αλλά παραμένει πάντα ανοιχτή, προκαλώντας μια όλο και μεγαλύτερη αιμορραγία στο έθνος μας. Τα συνθήματα για την αποχώρηση της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ και από την ΕΟΚ, που με πολύ θόρυβο είχε προβάλει παλαιώτερα το ΠΑΣΟΚ, τώρα πια εγκαταλείφθηκαν και η κυβέρνηση του Α. Παπανδρέου ακολουθεί τη γραμμή της «βελτίωσης της θέσης της χώρας μας» στα πλαίσια των δυο αυτών ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Θυσιάζει, δηλαδή, τα μεγάλα εθνικά μας συμφέροντα, έναντι κάποιων εφήμερων και αμφίβολης αξίας μικροανταλλαγμάτων. Στην ίδια αυτή γραμμή βρίσκεται και η διακήρυξη της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ ότι «δεν θα επιδιώξει σύγκρουση με τις ΗΠΑ», πράγμα που την οδήγησε στην υποχώρηση μπροστά στις πιέσεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και στην υπογραφή της συμφωνίας για τη διαιώνιση της παραμονής των αμερικάνικων στρατιωτικών βάσεων στην Ελλάδα. Με άλλα λόγια, το δόγμα «ανήκομεν εις την Δύσιν», που αποτελούσε το θεωρητικό επικάλυμμα της πολιτικής εθνικής υποτέλειας της δεξιάς, εξακολουθεί και σήμερα να έχει πλήρη εφαρμογή. Παράλληλα, σε μια επιδίωξη αντιρρόπησης των πιέσεων των ΗΠΑ, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πραγματοποίησε και ορισμένα «ανοίγματα» προς τη Σοβιετική ‘ Ενωση τα οποία, όμως, αντί να προωθούν την υπόθεση της εθνικής ανεξαρτησίας μας, διευκολύνουν την παραπέρα διείσδυση του σοβιετικού σοσιαλιμ-περιαλισμού στη χώρα μας.

157.     Καμιά ουσιαστική αλλαγή δεν πραγματοποιήθηκε και στους βασικούς τομείς της εσωτερικής πολιτικής. Πρώτα-πρώτα, έμεινε ουσιαστικά άθιχτη η «κληρονομιά» της δεξιάς. Αντί για την εφαρμογή ριζικών μέτρων, που θα απάλλασσαν τον Κρατικό μηχανισμό από την ασφυκτική κυριαρχία της δεξιάς και από τα αντιδραστικά και φασιστικά κυκλώματα, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είτε ακολούθησε τη γραμμή του συμβιβασμού με τις δυνάμεις της δεξιάς είτε προσπάθησε να αντικαταστήσει την μονοκομματική κυριαρχία της δεξιάς στους διάφορους τομείς του κρατικού μηχανισμού με την μονοκομματική κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ. Μια τέτοια κατεύθυνση, όμως καμιά σχέση δεν έχει με τα πραγματικά λαϊκά συμφέροντα, αφού αναπαράγει τις ίδιες καταστάσεις, με διαφορετικούς μόνο φορείς. Την ίδια αυτή πολιτική του συμβιβασμού με το «κατεστημένο», της απροθυμίας ή και αδυναμίας για τη λήψη αληθινά δημοκρατικών μέτρων, εφάρμοσε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και στα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα του τόπου, όπως το πρόβλημα της παιδείας και άλλα.

158. Ακόμα πιο χαραχτηριστική στάθηκε η οικονομική πολιτική του ΠΑΣΟΚ. Αυτή η πολιτική ήταν πολιτική παροχών και διευκολύνσεων προς το μεγάλο κεφάλαιο και ταυτόχρονης συμπίεσης του εισοδήματος των εργαζομένων. ‘ Οπως και στον καιρό της δεξιάς, τα «σπασμένα» της οικονομικής κρίσης του συστήματος κλήθηκαν να τα πληρώσουν οι λαϊκές μάζες και η εισοδηματική πολιτική της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ δεν ξεχώριζε από την πολιτική της μονόπλευρης λιτότητας, που εφάρμοζε προηγούμενα η δεξιά. Το κύριο αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν η επιδείνωση της οικονομικής θέσης των εργαζομένων, η πτώση του βιοτικού τους επιπέδου και η ραγδαία αύξηση της ανεργίας, ενώ παρέμεινε στάσιμη ή και χειροτέρεψε η γενική κατάσταση της οικονομίας — στασιμότητα ή και μείωση της βιομηχανικής και γεωργικής παραγωγής, ουσιαστική αύξηση του ελλείμματος στο εμπορικό ισοζύγιο, αύξηση των πληθωριστικών φαινομένων και, επομένως, ούτε λόγος για την περιπόθητη «ανάκαμψη της οικονομίας».

159. Η αναπόφευκτη δυσαρέσκεια των εργαζομένων και οι εργατικοί και λαϊκοί αγώνες, που ξέσπασαν πάνω στο έδαφος αυτό, αντιμετωπίστηκαν από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με ένα συνδυασμό δημαγωγικών και περιοριστικών — καταπιεστικών και τρομοκρατικών μέτρων. Από τη μια πλευρά, αναπτύχθηκε μεγάλη δημαγωγία γύρω από την πολιτική των «κοινωνικοποιήσεων» και την «εργατική συμμετοχή», — που στην πράξη αποδείχθηκαν μια καθαρή απάτη, — και έγινε προσπάθεια συστηματική για την χειραγώγηση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και την εφαρμογή μιας νέας παραλλαγής κυβερνητικού συνδικαλισμού, που μπαίνει, τάχα, στην υπηρεσία της «αλλαγής». Και από την άλλη πλευρά υιοθετήθηκε μια καθαρά εχθρική στάση απέναντι στους απεργιακούς αγώνες των εργαζομένων, ψηφίστηκαν ανοιχτά αντιαπεργιακές διατάξεις, όπως το περιβόητο άρθρο 4 στο νόμο για τις «κοινωνικοποιήσεις», έγινε προσφυγή στον αντεργατικό νόμο 3239 που προβλέπει παραπομπή στην υποχρεωτική διαιτησία και «πάγωμα» των απεργιών και χρησιμοποιήθηκε ο αστυνομικός μηχανισμός για το χτύπημα απεργών και την κατάπνιξη εργατικών κινητοποιήσεων. Αυτά τα φαινόμενα, που όλο και πιο συχνά εμφανίζονται στο τελευταίο διάστημα, πιστοποιούν μια άνοδο της πολιτικής αντίδρασης και μια υποχώρηση του δημοκρατικού πολιτικού κλίματος, που είχε αρχίσει νά διαμορφώνεται ύστερα από την πτώση της δεξιάς, τον Οχτώβρη του 1981.

160.     Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τη σύντομη αυτή επισκόπηση είναι πως η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ εφάρμοσε μια αντεργατική και αντιλαϊκή πολιτική, που βρίσκεται σε ριζική αντίθεση με τι διακηρύξεις της για την πραγματοποίηση μιας δημοκρατικής και μάλιστα σοσιαλιστικής «αλλαγής». Τα γεγονότα έδειξαν πως η γραμμή που εφαρμόζει το ΠΑΣΟΚ σ’ όλα τα βασικά προβλήματα της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της χώρας, είναι γραμμή που εξυπηρετεί τη μεγαλοαστική τάξη και όχι τις εργαζόμενες μάζες. Είναι γραμμή, όχι για την αλλαγή του σημερινού καθεστώτος, αλλά για τη σταθεροποίηση και ενίσχυση του, μέσα από μια διαδικασία επιμέρους βελτιώσεων στη λειτουργία του και ορισμένων, απαραίτητων για το σκοπό αυτό, εκσυγχρονισμών.

161.     Σαν αποτέλεσμα της πολιτικής που εφάρμοσε το ΠΑΣΟΚ όχι μόνο δε λύθηκαν, αλλά και οξύνθηκαν παραπέρα τα μεγάλα λαϊκά και εθνικά προβλήματα και η δυσαρέσκεια απλώθηκε πλατειά ανάμεσα στις λαϊκές μάζες. Αυτή η δυσαρέσκεια, που εκδηλωνόταν στο τελευταίο διάστημα όλο και πιο έντονα, ακόμα και ανάμεσα σε κείνους που στις εκλογές του ’81 είχαν ψηφίσει ΠΑΣΟΚ, βρήκε τη συγκεκριμένη έκφραση της και στα αποτελέσματα των ευρωεκλογών της 17 του Ιούνη. Πραγματικά, από τις εκλογές αυτές το ΠΑΣΟΚ βγήκε με σημαντικές απώλειες. Από το 48,07% που είχε πάρει στις εκλογές του 81 το ΠΑΣΟΚ κατέβηκε τώρα στο 41,58%. Με άλλα λόγια είχε μια απώλεια που ξεπερνούσε τις έξη ποσοστιαίες μονάδες των συνολικών ψήφων.

Κατά την προεκλογική περίοδο, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ είχε ξεκινήσει μια εκστρατεία για τη συγκράτηση των οπαδών της και για την ενίσχυση της εκλογικής θέσης του ΠΑΣΟΚ. Αυτή η εκστρατεία απευθυνόταν, από τη μια πλευρά, στους συντηρητικούς ψηφοφόρους κεντροδεξιάς προέλευσης, που προσπάθησε να τους εξευμενίσει προωθώντας σε διάφορες θέσεις ορισμένα στελέχη από το χώρο του πρώην κέντρου και, από την άλλη πλευρά, στις δημοκρατικές και αριστερές μάζες, που προσπάθησε να τις τρομάξει με την απειλή της επανόδου της δεξιάς στην εξουσία, για να τις αναγκάσει, έτσι, να ψηφίσουν ΠΑΣΟΚ. Το δίλημμα, εξάλλου, «ή ΠΑΣΟΚ ή δεξιά», ήταν ένα μόνιμο επιχείρημα με το οποίο το ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να παγιδεύσει και να «αφομοιώσει» τις μάζες της Αριστεράς. Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών έδειξαν την πλήρη αποτυχία αυτής της εκστρατείας. Το ΙΙΑΣΟΚ, στις 17 του Ιούνη ’84 όχι μόνο δε κέρδισε, αλλά, αντίθετα, έχασε τόσο συντηρητικούς κεντροδεξιάς προέλευσης, όσο και αριστερές μάζες, που το είχαν ψηφίσει στις εκλογές του Οχτώβρη ’81.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές, αποχτάει ιδιαίτερη σημασία, ο σωστός καθορισμός της πολιτικής του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος απέναντι στο ΠΑΣΟΚ και την κυβέρνηση του.

162. Το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα, ταγμένο να υπηρετεί με συνέπεια τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων, οφείλει, πρώτα-πρώτα, να έχει μια ξεκάθαρη και σταθερή θέση απέναντι στη γενική πολιτική του ΠΑΣΟΚ και της κυβέρνησης του. Αφού η πολιτική αυτή συγκρούεται με τα συμφέροντα των λαϊκών μαζών και εξυπηρετεί τη μεγαλοαστική τάξη, οι μαρξιστές-λενινιστές οφείλουν να την αποκαλύψουν και να την καταγγείλουν αποφασιστικά. Πρέπει να καταγγείλουν την πολιτική του συμβιβασμού με τους ξένους ιμπεριαλιστές, που ακολουθεί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και να αγωνιστούν για την κατάχτηση και υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας μας. Πρέπει να καταγγείλουν την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα την πολιτική εκείνη, που προσπαθεί να ρίξει στις πλάτες των εργαζομένων τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης και να αγωνιστούν για την ικανοποίηση των οικονομικών διεκδικήσεων των λαϊκών στρωμάτων. Πρέπει να καταγγείλουν τα αντεργατικά, αντιδημοκρατικά και τρομοκρατικά μέτρα, που μ’ αυτά η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να χτυπήσει τους εργατικούς και λαϊκούς αγώνες και να αγωνιστούν για την υπεράσπιση και τη διεύρυνση των συνδικαλιστικών και πολιτικών ελευθεριών και όλων των δημοκρατικών καταχτήσεων του λαού μας.

Στο συνολικό πλαίσιο, οι μαρξιστές-λενινιστές πρέπει να αποδείξουν πως στο διάστημα της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ καμιά πραγματική αλλαγή δεν πραγματοποιήθηκε στη χώρα και πως η πολιτική των «κοινωνικοποιήσεων», της «εργατικής συμμετοχής» και του πασοκικού «σοσιαλισμού» γενικά καμιά απολύτως σχέση δεν έχει με τα πραγματικά συμφέροντα των εργαζομένων. Πως είναι μια πολιτική, όχι σοσιαλιστική αλλά σοσιαλδημοκρατική, μια πολιτική που δεν αποβλέπει ν’ αλλάξει το σημερινό καπιταλιστικό σύστημα, αλλά να το εξωραίσει και να το κάνει αποδεχτό από τις λαϊκές μάζες.

163.     Ενώ θα καταγγέλουν τη γενική πολιτική του ΠΑΣΟΚ, οι μαρξιστές-λενινιστές οφείλουν, ταυτόχρονα, να υιοθετήσουν μια ευέλιχτη στάση απέναντι σε ορισμένα δημοκρατικά μέτρα και θετικές μεταρρυθμίσεις, που πραγματοποιεί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ σ’ αυτόν ή στον άλλο τομέα της δημόσιας ζωής. Παρόλο που δε βγαίνουν έξω από τα πλαίσια του σημερινού συστήματος, οι μεταρρυθμίσεις αυτές μπορούν, ωστόσο, να αξιοποιηθούν, για την υπεράσπιση και διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και

την ενίσχυση των λαϊκών θέσεων.

Ολο το ζήτημα είναι αν θα αντιμετωπίσουμε τις μεταρρυθμίσεις αυτές με πνεύμα ρεφορμιστικό ή με πνεύμα επαναστατικό. Αν τις αντιμετωπίσουμε με πνεύμα ρεφορμιστικό, αν τις θεωρήσουμε σαν το άπαν, τότε αναπόφευκτα θα εγκαταλείψουμε την κριτική και την πάλη ενάντια στη γενική πολιτική της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, θα χάσουμε από μπροστά μας την επαναστατική προοπτική και θα μετατραπούμε σε ουραγούς της αστικής πολιτικής. Αν, αντίθετα, τις αντιμετωπίσουμε με πνεύμα επαναστατικό, τότε, χωρίς να πέφτουμε σε επικίνδυνες αυταπάτες, μπορούμε να αξιοποιήσουμε δραστήρια τις νέες, πιο ευνοϊκές δυνατότητες, που δημιουργήθηκαν ύστερα από την πτώση της δεξιάς, για την ενίσχυση των λαϊκών θέσεων, για την καλύτερη οργάνωση και προώθηση του λαϊκού αγώνα, ως την κατάχτηση των στόχων μιας πραγματικής, βαθειάς και ριζικής αλλαγής.

Ξεκινώντας από τη βάση αυτή, πρέπει όχι απλά να «υποστηρίξουμε» κάθε θετικό μέτρο της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, — κάθε μέτρο που θα ξηλώνει, έστω και στο ελάχιστο, το καθεστώς της δεξιάς, που θα διευρύνει τις αστικοδημοκρατικές ελευθερίες, που θα στρέφεται, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, ενάντια στις υπερδυνάμεις και άλλα παρόμοια, — αλλά και να ασκήσουμε όλη την πίεση που μπορούμε, απαιτώντας τη λήψη τέτοιων μέτρων, τη σταθεροποίηση και την αδιάκοπη διεύρυνση τους. Πραχτικά, το «να υποστηρίξουμε κάθε θετικό μέτρο της κυβέρνησης» σημαίνει να απαιτήσουμε από την κυβέρνηση την ικανοποίηση των άμεσων οικονομικών και πολιτικών διεκδικήσεων των λαϊκών μαζών και δεν αποτελεί κανενός είδους «παραχώρηση» προς την αστική τάξη, όπως φοβούνται μερικοί καλοπροαίρετοι αγωνιστές.

164.     Σημαντικό στοιχείο της πολιτικής μας, είναι η θέση μας στο ζήτημα της πολιτικής συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ και με τις δυνάμεις που αυτό επηρεάζει. Το ΠΑΣΟΚ, λόγω και της ιδιόμορφης σύνθεσης του, ανήκει στην κατηγορία των αστικοδημοκρατικών εκείνων κομμάτων, με τα οποία, εμείς, από άποψη αρχής, όχι μόνο δεν αποκλείουμε, αλλά και επιδιώκουμε την πολιτική συνεργασία και σύμπραξη, με τον απαραίτητο όρο, φυσικά, ότι θα υπάρχει σύμπτωση σε ορισμένους άμεσους πολιτικούς στόχους. Σήμερα, ωστόσο, εξαιτίας της πολιτικής που ακολουθεί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αντικειμενικά δεν υπάρχει έδαφος για μια συνεργασία μας με την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Αυτό, έχει σημασία να υπογραμμισθεί σαν πολιτική θέση μας και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο σημερινός συσχετισμός των πολιτικών-κομματικών δυνάμεων δε μας επιτρέπει να επιβάλουμε μια τέτοια συνεργασία.

165. Εντελώς διαφορετικά μπαίνει το ζήτημα της συνεργασίας με τη βάση του ΠΑΣΟΚ. Στην κατεύθυνση αυτή υπάρχει ευρύτατο πεδίο για την άσκηση μιας ενωτικής πολιτικής από την πλευρά μας. Θα ήταν συβαρό λάθος αν παραιτούμασταν απο την πολιτική της συνεργασίας με τη βάση του ΠΑΣΟΚ, επειδή η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ εφαρμόζει σήμερα μια αντιλαϊκή πολιτική. Αντίθετα, όσο περισσότερο η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ απομακρύνεται από τις προηγούμενες υποσχέσεις της, εφαρμόζοντας μια αντιλαϊκή και αντεργατική πολιτική, τόσο περισσότερο αναγκαία γίνεται η πολιτική της συνεργασίας με τη βάση του ΠΑΣΟΚ.

Τώρα, όταν όλο και μεγαλύτερος αριθμός από μέλη, κατώτερα και μεσαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ αγαναχτούν και διαμαρτύρονται για την πολιτική της ηγεσίας του, ακόμα πιο αποφασιστικά πρέπει εμείς να επιδιώξουμε τη συνεργασία μαζί τους. Πρέπει να εφαρμόσουμε μια ενεργητική πολιτική προσέγγισης με τη βάση του ΠΑΣΟΚ, με τις πολιτικές οργανώσεις και τα παραταξιακά του σχήματα; σε τοπικό επίπεδο και στους διάφορους μαζικούς χώρους (εργατικό, φοιτητικό, συνοικιακό), για να παλαίψουμε από κοινού ενάντια στους εργοδότες, ενάντια στην αστυνομική τρομοκρατία, τη φασιστική δραστηριότητα και στους σοσιαλφασιστικούς τραμπουκισμούς, για να υπερασπίσουμε από κοινού την υπόθεση της εθνικής ανεξαρτησίας μας και να αγωνιστούμε ενάντια στην πολιτική των υπερδυνάμεων. Στα πλαίσια μιας τέτοιας συνεργασίας και αξιοποιώντας τις αγωνιστικές διαθέσεις της βάσης του ΠΑΣΟΚ, μπορούμε επίσης να αντιταχτούμε από κοινού και στα ίδια τα κυβερνητικά αντιλαϊκά και αντεργατικά μέτρα και να προωθήσουμε την πάλη για την ικανοποίηση των άμεσων οικονομικών και πολιτικών διεκδικήσεων των λαϊκών μαζών.

Το βασικό είναι ότι πρέπει να αξιοποιήσουμε αυτή την τεράστια δυνατότητα, που παρέχει η σημερινή κατάσταση, να ενωθούμε με πλατειές μάζες δημοκρατών, μελών και οπαδών του ΠΑΣΟΚ, για να προωθήσουμε άμεσα κοινούς αγώνες, αλλά και μέσα ακριβώς από τους αγώνες αυτούς να τους βοηθήσουμε να προσανατολιστούν σωστότερα και στο γενικό πολιτικό πεδίο και τελικά να τους αποσπάσουμε από την επιρροή της αστικής πολιτικής και να τους κερδίσουμε με το μέρος της σωστής, αγωνιστικής πολιτικής της Αριστεράς.

166. Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, αποχτά αποφασιστική σημασία το ζήτημα της ηγεσίας των λαϊκών μαζών. Ηγεσία της εργατικής τάξης, με πολιτικό εκφραστή την Αριστερά, ή ηγεσία της αστικής τάξης, με πολιτικό εκφραστή το ΠΑΣΟΚ. Αυτό είναι ένα ζήτημα κλειδί για όλη τη μελλοντική εξέλιξη των πολιτικών πραγμάτων της χώρας μας.

Για την Αριστερά, το πρόβλημα δεν είναι μόνο να διαφυλάξει τις τωρινές δυνάμεις της, αλλά και — πράγμα που είναι το πιο σημαντικό — να ξανακερδίσει όλες εκείνες τις δυνάμεις, που στις τελευταίες δυο-τρεις δεκαετίες μετατοπίστηκαν βαθμιαία κάτω από τις φτερούγες διαφόρων αστικοδημοκρατικών κομμάτων — από την ΕΠΕΚ ως την ΕΚ και ως το σημερινό ΠΑΣΟΚ. Κι ακόμα περισσότερο, να κερδίσει όλες εκείνες τις νέες δυνάμεις, που ξεπήδησαν μέσα από τους αγώνες στην περίοδο της φασιστικής διχτατορίας και ύστερα από την πτώση της, να κερδίσει αυτή τη νεολαία που φλέγεται από αγωνιστική διάθεση, αλλά που συχνά πέφτει κάτω από αρνητικές επιρροές και αποπροσανατολίζεται.

Καταπολεμώντας κάθε οππορτουνιστικό ή σεχταριστικό πνεύμα, κάθε αυταπάτη σχετικά με τον πραγματικό χαραχτήρα του ΠΑΣΟΚ, αλλά και κάθε κούμπωμα μπροστά στις νέες δυνατότητες που δημιουργούνται τώρα, οι μαρξιστές-λενινιστές οφείλουν να συνειδητοποιήσουν πως πρώτη και βασική προϋπόθεση για την προώθηση των λαϊκών συμφερόντων είναι η αναστήλωση του κύρους και του πρωτοπορειακού ρόλου της Αριστεράς ανάμεσα στις πλατειές λαϊκές μάζες, η ανασυγκρότηση της πραγματικής Αριστεράς και η από μέρους της κατάχτηση της ηγεσίας μέσα στο ευρύτερο κίνημα των δημοκρατικών μαζών. Στην πραγματοποίηση αυτού του στόχου, που θα απαιτήσει μακρόχρονες και συστηματικές προσπάθειες, πρέπει να υποτάσσονται και όλες οι ενέργειες, όλοι οι αγώνες των μαρξιστών-λενινιστών μέσα στην τωρινή κατάσταση.

β. Η δεξιά παραμένει ο κύριος εχθρός

167. Η ουσιαστική χρεωκοπία της πολιτικής του 11ΑΣΟΚ, εκτός από τα άλλα, διευκόλυνε σημαντικά την αντιδραστική δεξιά, για να ανασυντάξει τις δυνάμεις της και να περάσει στην αντεπίθεση.

Ύστερα από την ήττα της στις εκλογές της 18 Οχτώβρη του 1981 η Δεξιά πέρασε μια σοβαρή κρίση, πράγμα που βρήκε την έκφραση του και στην άγρια διαμάχη των διαφόρων φατριών στο εσωτερικό της και στον έντονο ανταγωνισμό τους για την ηγεσία της Ν.Δ. Ωστόσο, πέρασε σχετικά γρήγορα στην αναδιοργάνωση των δυνάμεων της και ξανασήκωσε κεφάλι απειλητικά.

Χρησιμοποιώντας τα ισχυρά ερείσματα που εξακολουθούσε να διατηρεί στον κρατικό μηχανισμό και καταφεύγοντας σε μια ασύστολη δημαγωγία και καταστροφολογία, η δεξιά ξαπόλυσε έναν πόλεμο φθοράς και υπονόμευσης ενάντια στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, προσπαθώντας να δημιουργήσει την εντύπωση, πως η χώρα οδηγούνταν στον όλεθρο και πως η μοναδική σωτηρία της βρισκόταν στην επάνοδο της δεξιάς στην εξουσία. Η δεξιά εκμεταλλεύτηκε επιδέξια την ασυνέπεια και τα λάθη του ΠΑΣΟΚ, για να συγκαλύψει τις δικές της ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση και για να παρασύρει και πάλι ένα μέρος των ψηφοφόρων, που την είχαν εγκαταλείψει στις εκλογές του’81.

Πραγματικά, στις ευρωεκλογές της 17 του Ιούνη, η Ν.Δ. αν και απότυχε στο βασικό στόχο που είχε βάλει, να έρθει δηλ. πρώτο κόμμα και να προωθήσει έτσι άμεσα πολιτικές εξελίξεις που θα την ξανάφερναν στην κυβερνητική εξουσία, ωστόσο πέτυχε μια αξιόλογη αύξηση της εκλογικής της δύναμης, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, που δε θα έπρεπε, σε καμιά περίπτωση, να υποτιμηθεί. Όσοι απερίσκεπτα μιλούν για «συντριβή» της δεξιάς στις   | ευρωεκλογές της 17 του Ιούνη απλούστατα παίζουν το παιχνίδι της δεξιάς και εμποδίζουν το λαό να δει και να αντιμετοοπίσει έγκαιρα τον κίνδυνο της δεξιάς που είναι τώρα πολύ μεγάλος. Αν συνυπολογίσουμε τις ψήφους που έλαβαν στις 17 του Ιούνη η Ν.Δ., η ΕΠΕΝ, το ΕΝΕΚ και το Κόμμα των Προοδευτικών, τότε βλέπουμε καθαρά πως σε επόμενες εκλογές μια συνασπισμένη αντιδραστική ( και φασιστική δεξιά μπορεί να διεκδικήσει «κοινοβουλευτικά» την εξουσία με πολλές πιθανότητες επιτυχίας.

168.     Η ιδεολογική εκστρατεία της δεξιάς στρέφεται άμεσα ενάντια στο ΠΑΣΟΚ. αλλά το γενικό της βάθρο είναι ο αντικομμουνισμός. Η δεξιά καταγγέλλει το ΠΑΣΟΚ ότι αποδιοργάνωσε το αστικό κράτος, οτι άνυιςε τις πόρτες στους κομμουνιστές κι εδώ ακριβώς συγκεντρώνει την κινδυνολογία της. Επιστρατεύοντας όλα τα σάπια «επιχειρήματα» του πιο χυδαίου αντικομμουνισμού κι ανασύροντας από το παρελθόν όλη τη μισαλλόδοξη συνθηματολογία της εμφυλιοπολεμικής περιόδου, η δεξιά επισείει πάνω από τις πολιτικά καθυστερημένες μάζες τον κίνδυνο «διάβρωσης του έθνους» από το μαρξισμό και τον κομμουνισμό. Γίνεται έτσι φανερό, πως η άνοδος της πολιτικής επιρροής της δεξιάς και το ενδεχόμενο μιας επανόδου της στην κυβερνητική εξουσία, με τον «κοινοβουλευτικό δρόμο», δημιουργούν μια γενικότερη απειλή για τον τόπο.

Η δεξιά προσπαθεί να καλύψει την αντιδραστική πολιτική της κάτω από «φιλελεύθερο» και «ριζοσπαστικό» μανδύα και τα περισσότερα από τα βασικά στελέχη της Ν.Δ. εμφανίζονται σήμερα σαν οπαδοί της «ανανέωσης» και του «εκσυγχρονισμού» της δεξιάς. Μάλιστα, γίνεται προσπάθεια να πεισθεί η κοινή γνώμη πως η τωρινή δεξιά δεν έχει καμιά σχέση με την προδιχτα-τορική δεξιά και πως σήμερα η Ν.Δ. είναι ένα «κεντρώο» κόμμα.

169.     Είναι γεγονός, πως ανάμεσα στην προδιχτατορική ΕΡΕ και στη μεταδιχτατορική Ν.Δ. υπήρξαν και υπάρχουν ορισμένες διαφορές. Η παλιά ΕΡΕ ήταν το κατ’ εξοχήν κόμμα τη αμερικανοδουλείας, ενώ στη Ν.Δ., μαζί με την φιλοαμερικάνικη μερίδα, εμφανίστηκε, διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε και η φιλοευρωπαϊκή μερίδα. Στους κόλπους της παλιάς ΕΡΕ συγκεντρώνονταν όλες οι φασιστικές δυνάμεις, ενώ στη Ν.Δ. παρέμειναν αρκετές από τις δυνάμεις αυτές, αλλά οι πιο αχαλίνωτοι εκπρόσωποι του φασισμού και του χουντισμού προσπάθησαν να διαμορφώσουν έναν ή περισσότερους νέους πολιτικούς πόλους. Από την άποψη, εξάλλου, της πολιτικής μεθοδολογίας η Ν.Δ. εφάρμοσε μια πιο «εκλεπτυσμένη» και καμουφλαρισμένη πολιτική ταχτική.

Ωστόσο παρά τις ορισμένες αυτές αλλαγές και μεταμφιέσεις, η Ν.Δ. παρέμεινε ο κύριος πολιτικός εκπρόσωπος της μεγαλοαστικής τάξης και ο κυριότερος πόλος συγκέντρωσης των αντιδραστικών δυνάμεων της χώρας. Σήμερα, μάλιστα, στη Ν.Δ. ενισχύονται πάλι οι πιο αντιδραστικές τάσεις. Η Ν.Δ. εμφανίζεται σαν ο πιο πιστός εκφραστής της πολιτικής του «ανήκουμε στη Δύση» και της «φιλίας» με τις ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να συγκεντρώσει στις γραμμές της όσο περισσότερες δυνάμεις μπορεί από το χώρο του βασιλοχουντοφασισμού. Στην πολιτική μεθοδολογία της, επίσης, είναι έκδηλη η τάση της προσφυγής στη «δυναμική» ταχτική.

Κατά την προεκλογική περίοδο και ενώ κατάγγελνε το ΠΑΣΟΚ ότι οργάνωνε «εκλογές βίας και νοθείας» η ίδια η Ν.Δ. ξαπόλυε τα στίφη των τραμπούκων της σε οργανωμένες τρομοκρατικές εξορμήσεις σε διάφορα σημεία της χώρα;.

Κάθε μέρα έρχονται στο φως στοιχεία, που αποδείχνουν πως η τωρινή «Ν.Δ.», παρά τις δημαγωγικές διακηρύξεις της για δήθεν «ανανέωση» και «εκσυγχρονισμό», επιστρέφει ολοένα και περισσότερο στην παλιά, καταδικασμένη από τη ζωή και χρεωκοπημένη πραχτική της ΕΡΕ.

Μια νέα και μάλιστα θορυβώδη, προσπάθεια να εμφανισθεί με «ανανεωμένο» πρόσωπο, καταβάλλει η Ν.Δ. ύστερα από την ανό-δειξη του Κ. Μητσοτάκη στη θέση του Προέδρου του κόμματος αυτού. Οι αντιθέσεις και υι ανταγωνισμοί διαφόρων ομάδων σιοΐ•ς κόλπους της Ν.Δ. που ήταν ένα μόνιμο χαραχτηριστικό των τελευταίων χρόνων, βρήκαν τη «δυνατότητα» να εκφραστούν ανοιχτά μετά την αποχώρηση του Κ. Καραμανλή από την ηγεσία της Ν.Δ. και οδήγησαν σε επανειλημμένες αναμετρήσεις και αλλαγές στην ηγεσία της Ν.Δ.. Ο Κ. Μητσοτάκης, που είναι ο τέταρτος στη σειρά αρχηγός της Ν.Δ. υπόσχεται τώρα να βάλει «τάξη» στο κόμμα της δεξιάς, να «ανανεώσει» την ταχτική του και να το οδηγήσει στη «νικηφόρα» μάχη ενάντια στο ΠΑΣΟΚ για την ανακατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας. Σ’ αυτό το πνεύμα, ο Κ. Μητσοτάκης επιχειρεί ένα διπλό άνοιγμα: τόσο προς τις λεγόμενες «κεντρώες δυνάμεις», όσο και προς τις δυνάμεις της φασιστικής δεξιάς.

Ωστόσο, ο Κ. Μητσοτάκης, που για ένα διάστημα βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής χάρη και στους αδέξιους και σπασμωδικούς χειρισμούς, με τους οποίους αντιμετώπισε την εκλογή του η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, δε μπορεί να έχει καλύτερη τύχη από εκείνη που είχαν οι προκάτοχοι του στην ηγεσία της Ν.Δ. Γιατί το πρόβλημα της Ν.Δ. δεν είναι πρόβλημα προσώπων, αλλά πρόβλημα πολιτικής. Η μόνιμη κρίση ηγεσίας που μαστίζει τα τελευταία χρόνια τη Ν.Δ. είναι προϊόν της χρεωκοπίας της πολιτικής της, πριν απ’ όλα και πάνω σ’ αυτό ακριβώς το έδαφος εκδηλώνονται και οξύνονται και οι εσωτερικοί ανταγωνισμοί και διαμάχες των διαφόρων ομάδων και φατριών στους κόλπους της. Ο Κ. Μητσοτάκης, που αναδείχτηκε στην ηγεσία της Ν.Δ. χάρη στην υποστήριξη των πιο αντιδραστικών δυνάμεων, συνεχίζει και θα συνεχίσει την ίδια αντιδραστική πολιτική της Ν.Δ. κι αυτό με κανένα «κεντρώο άνοιγμα» δε μπορεί να συγκαλυφθεί. Η διαμάχη, εξάλλου, γύρω από την ηγεσία της Ν.Δ. που εκόπασε τώρα μπροστά στην επικείμενη εκλογική αναμέτρηση, αναπόφευκτα θα οξυνθεί και πάλι στο μέλλον.

170. Εκτιμώντας σωστά τη συγκεκριμένη θέση των κυριώτερων κομμάτων της μεγαλοαστικής τάξης, το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα οφείλει να προσδιορίσει με σαφήνεια τον κύριο εχθρό του λαού μας στο εσωτερικό πεδίο σήμερα και να κατευθύνει ενάντια του τους βασικούς αγώνες του.

Μερικοί, ξεκινώντας από την αντιλαϊκή πολιτική που εφαρμόζει σήμερα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και βλέποντας τις άμεσες συνέπειες αυτής της πολιτικής στις συνθήκες ζωής του λαού βάζουν στο ίδιο τσουβάλι ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. ή αντιμετωπίζουν, ουσιαστικά, σαν κύριο εχθρό το ΠΑΣΟΚ, αν και δεν παύουν να καταγγέλλουν και τη δεξιά. Μια τέτοια στάση προδίδει σύγχυση και απώλεια του σωστού προσανατολισμού.

Μια σωστή ανάλυση των κοινωνικών δυνάμεων που εκφράζουν τα διάφορα αστικά κόμματα, οδηγεί στο συμπέρασμα πως η Ν.Δ. είναι ο πολιτικός εκφραστής του πιο αντιδραστικού τμήματος της μεγαλοαστικής τάξης, φορέας των πιο οπισθοδρομικών, αναχρονιστικών, αντιδημοκρατικών και αντιδραστικών τάσεων στην ελληνική κοινωνία, «γνήσιος» και τυπικός εκπρόσωπος της πολιτικής της εθνικής υποτέλειας στους ξένους ιμπεριαλιστές και πριν απ’ όλα στους αμερικάνους ιμπεριαλιστές. Πρέπει, εξάλλου, να υπογραμμισθεί το γεγονός, πως η Ν.Δ., αν και έχασε την κυβερνητική εξουσία, εξακολουθεί και σήμερα να ασκεί ουσιαστικό πολιτικό και πραχτικό έλεγχο στους πιο νευραλγικούς τομείς του κρατικού μηχανισμού και της δημόσιας ζωής. Όσο για την οικονομία, αυτή εξακολουθεί πάντα να ελέγχεται από τα ντόπια και ξένα μονοπώλια, που τα συμφέροντα τους ακριβώς εκφράζει η Ν.Δ. Επομένως, η πραγματική εξουσία στην Ελλάδα, βρίσκεται ακόμα στα χέρια της δεξιάς.

Από την άλλη πλευρά το ΠΑΣΟΚ, παρ’ όλο που είναι κι αυτό ένα κόμμα της μεγαλοαστικής τάξης, ωστόσο εντάσσεται στις λεγόμενες αστικοδημοκρατικές δυνάμεις και διαθέτει μια δημοκρατική βάση, ενώ η ουσία της πολιτικής του είναι οι υποχωρήσεις μπροστά στην πίεση των ξένων ιμπεριαλιστών και των ντόπιων μονοπωλίων.

Επομένως, τα όρια της επιλογής είναι εντελώς καθορισμένα: ο κύριος εχθρός του λαού θα είναι είτε οι δυνάμεις που υπηρετούν ανοιχτά την ξενοκρατία και την πλουτοκρατική ολιγαρχία, όπως είναι η δεξιά, είτε οι δυνάμεις που συμβιβάζονται με την ξενοκρατία και την πλουτοκρατική ολιγαρχία, όπως είναι το ΠΑΣΟΚ. Για μας είναι καθαρό, πως στο τωρινό στάδιο το λαϊκό κίνημα οφείλει να κατευθύνει τους βασικούς αγώνες του ενάντια στην αντιδραστική δεξιά, που παραμένει πάντα ο κύριος εχθρός μας. Τα μεγάλα αιτήματα για μια αληθινή και βαθειά αλλαγή στην εσωτερική και στην εξωτερική πολιτική της χώρας μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο αν καταφερθεί αποφασιστικό πλήγμα στις δυνάμεις της αντιδραστικής δεξιάς και ανατραπεί ουσιαστικά η κυριαρχία της. Όσο για την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, σ’ όποιο βαθμό θα συνεχίζει να συντηρεί το αντιδραστικό καθεστώς της δεξιάς και να αναπαράγει την πολιτική της, θα πρέπει να γίνεται, κι αυτή επίσης, αντικείμενο και στόχος των λαϊκών αγώνων. Στο ζήτημα αυτό δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε σύγχυση, τόσο από την άποψη της γενικής πολιτικής προοπτικής, όσο και από την άποψη των άμεσων απαιτήσεων που προβάλλει η ζωή. Σίγουρα, όταν οι λαϊκές μάζες απαιτούν τη λήψη αποφασιστικών μέτρων για το ξήλωμα του αντιδραστικού καθεστώτος της δεξιάς, είτε όταν ζητούν την παρέμβαση του κράτους για την ικανοποίηση μιας σειράς άμεσων αιτημάτων τους (εισοδηματική πολιτική, φορολογικές απαλλαγές, εργατικοί νόμοι, συνδικαλιστικές ελευθερίες κ.λ.π), οι διεκδικήσεις τους απευθύνονται στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και όχι στη Ν.Δ.

Το να ταυτίσουμε το ΠΑΣΟΚ με τη Ν.Δ. και να αντιμετωπίσουμε τα δυο αυτά κόμματα σαν τους κοινούς εχθρούς του λαού κι ακόμα περισσότερο, το να θεωρήσουμε σαν κύριο εχθρό του λαού το ΠΑΣΟΚ, αποτελεί πολύ σοβαρό λάθος. Αλλά, εξίσου σοβαρό λάθος θα αποτελούσε και ο περιορισμός της πάλης μας μόνο ενάντια στη δεξιά, στο όνομα ότι αυτή αποτελεί τον κύριο εχθρό του λαού σήμερα. Αυτή η αποσαφήνιση είναι εντελώς απαραίτητη, σήμερα ιδιαίτερα, όταν ξαναζωντανεύει η οππορτουνιστική θεωρία του «μικρότερου κακού», που ζητάει από το λαό να στηρίξει το ΠΑΣΟΚ, «για να μη ξανάρθει στην εξουσία η Ν.Δ. και χαθούν όλες οι καταχτήσεις που επιτεύχθηκαν μετά τις 18 Οχτώβρη του 1981, οπότε θα ξαναγυρίσουμε σε μια κατάσταση χειρότερη από τη σημερινή».

Το αν αύριο θα είμαστε σε καλύτερη ή σε χειρότερη κατάσταση, αυτό δεν εξαρτάται τόσο από το αν θάναι στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ ή η Ν.Δ. όσο από το αν θα υπάρχει ένα ισχυρό λαϊκό κίνημα, μια ισχυρή και ανεξάρτητη Αριστερά, ικανή να υπερασπίζεται, σε κάθε περίπτωση, και να προωθεί αποφασιστικά τα λαϊκά προβλήματα. Πάλη, λοιπόν, πρώτα-πρώτα ενάντια στη δεξιά, όχι όμως απλά για να διατηρείται στην εξουσία το «μικρότερο κακό», το ΠΑΣΟΚ αλλά για^να ανοίξουν πραγματικοί δρόμοι ικανοποίησης των λαϊκών αιτημάτων.

171. Η πάλη ενάντια στη δεξιά πρέπει να στηριχθεί, πρώτα-πρώτα, στις αριστερές και δημοκρατικές μάζες του λαού μας. Αυτές διαθέτουν μια μακρόχρονη αγωνιστική παράδοση και έχουν και σήμερα και τη διάθεση και την ικανότητα να αντιταχτούν στη δεξιά και να αντιπαλαίψουν την αντιδραστική πολιτική της. Αλλά, οι προσπάθειες μας, για το κέρδισμα δυνάμεων στον αγώνα ενάντια στη δεξιά, πρέπει να στραφούν προς όλες τις κατευθύνσεις, προς όλους εκείνους που αντικειμενικά θίγονται από την πολιτική της δεξιάς. Αυτό αφορά όχι μόνο τα στρώματα εκείνα του πληθυσμού, που ταλαντεύονται ανάμεσα στη συντηρητική πολιτική και στην πολιτική της αστικής δημοκρατίας, αλλά και μεγάλα τμήματα του λαού, που για μακρόχρονες περίοδες έχουν παγιδευτεί στην επιρροή της αντιδραστικής δεξιάς. Ασφαλώς, στο παρελθόν, η δεξιά χρησιμοποίησε και τη βία κι όλα τα μέσα του εκβιασμού και του καταναγκασμού που της εξασφάλιζε η κατοχή της εξουσίας, για να βάλει κάτω από την επιρροή της όλον αυτόν τον κόσμο. Αλλά, πέρα απ’ αυτά, υπάρχει μια συντηρητική ιδεολογία, που επηρεάζει αυτόν τον κόσμο, κύρια στις αγροτικές περιοχές της χώρας μας κι αυτό σε καμιά περίπτωση δε θα έπρεπε να το υποτιμήσουμε. Το καθήκον μας είναι να ξεσκεπάσουμε αποτελεσματικά αυτή τη συντηρητική ιδεολογία, να δείξουμε, στον κόσμο αυτό, με τρόπο πειστικό, που βρίσκεται η αλήθεια. Να καταρρίψουμε ενα-ένα όλα τα αντικομμουνιστικά ταμπού, να σπάσουμε τις προκαταλήψεις των ανθρώπων αυτών, να τους δείξουμε ποιοι είναι οι πραγματικοί εχθροί τους και ποιοι οι πραγματικοί φίλοι τους και να τους αποσπάσουμε από την επιρροή της δεξιάς.

Με μια ορισμένη έννοια, το καθήκον της πάλης ενάντια στη δεξιά συνοψίζεται στην προσπάθεια να απομονωθεί ασφυκτικά από το λαό η αντιδραστική αυτή δύναμη, να περιορισθεί στο ελάχιστο η πολιτική επιρροή της και έτσι ακριβώς να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για να καταφερθεί ενάντια της συντριπτικό πολιτικό πλήγμα. Αυτή η εκτίμηση αποχτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, όταν η δεξιά χάρη σε μια ασύστολη δημαγωγία, εμφανίζεται να ξανακερδίζει επιρροή ανάμεσα στα στρώματα εκείνα που την είχαν εγκαταλείψει στις εκλογές της 18 Οχτώβρη του 1981.

Το καθήκον της πάλης ενάντια στην αντιδραστική δεξιά πέφτει στους ώμους όλων των αριστερών, προοδευτικών και δημοκρατικών δυνάμεων του τόπου και κάθε πολιτικό κόμμα, που εκφράζει τέτοιες δυνάμεις, αναλαβαίνει τις δικές του ευθύνες μπροστά στο λαό και στον τόπο. Το Κόμμα, ξεκαθαρίζοντας τις εκτιμήσεις του και τους πολιτικούς προσανατολισμούς του, παίρνει τη θέση του στις γραμμές του μεγάλου αγώνα για την οριστική απαλλαγή της χώρας από την κυριαρχία της αντιδραστικής δεξιάς και των ξένων προστατών της.

γ. Ο κίνδυνος του φασισμού

172. Στα τελευταία χρόνια, στην κοινή γνώμη έχει καλλιεργηθεί μια επανάπαυση απέναντι στον κίνδυνο του φασισμού και πολλοί άνθρωποι, ενώ βλέπουν τη δραστηριοποίηση των φασιστικών στοιχείων, δε θέλουν να πιστέψουν πως τα πράγματα μπορούν να φτάσουν και σε μια νέα φασιστική διχτατορία. Αυτή η επικίνδυνη πλάνη συντηρείται και από επίσημες «καθησυχαστικές» ανακοινώσεις της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και ο ίδιος ο πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου έφτασε να διαβεβαιώνει το λαό πως «ποτέ πια» δεν ξαναγίνεται φασισμός στην Ελλάδα. Κι ωστόσο, υπήρξαν κάποιες στιγμές, που η ίδια η κυβέρνηση, αιφνιδιασμένη και ταραγμένη, έβγαζε διαταγές για έκτακτες νυχτερινές κινητοποιήσεις των ένοπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας και έδινε το σήμα του συναγερμού στον κομματικό μηχανισμό του ΠΑΣΟΚ. Τα πράγματα, λοιπόν, δεν είναι τόσο απλά, όσο φαίνονται.

Είναι γεγονός, πως στην παρούσα στιγμή, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, που σε γενικές γραμμές ελέγχει τις αντιδραστικές δυνάμεις της χώρας μας, προσδοκά σε μια επάνοδο των δυνάμεων αυτών στην εξουσία με «κοινοβουλευτικά μέσα» και σ’ αυτή την κατεύθυνση στρέφει τις κύριες προσπάθειες του. Ωστόσο ανάλογα με την εξέλιξη των γεγονότων, διατηρεί πάντα και την «εναλλακτική λύση» ενός φασιστικού στρατιωτικού πραξικοπήματος. Θα έπρεπε, εξάλλου, να σημειωθεί, πως παρά τις συμπλέξεις και αλληλοσυνδέσεις ανάμεσα στην κοινοβουλευτική δεξιά, που εκφράζεται στη Ν.Δ. και στη φασιστική δεξιά, που συγκεντρώνει στους κόλπους της τα πιο έξαλλα στοιχεία της μαύρης αντίδρασης και του βασιλοχουντισμού, η τελευταία διατηρεί τη δική της πολιτική, αλλά προπαντός οργανωτική αυτονομία και είναι ένα πιόνι που ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός μπορεί εύκολα και άμεσα να κινήσει, όταν θα το κρίνει σκόπιμο και αναγκαίο για τα συμφέροντα του.

Ύστερα από την πτώση της χούντας, τον Ιούλη του 1974, οι φασιστικές δυνάμεις δεν έπαψαν ούτε στιγμή τη συνωμοτική τους δραστηριότητα, που εκφράστηκε συχνά με τρομοκρατικές, δολοφονικές και προβοκατόρικες πράξεις. Παράλληλα, πέρασαν και σε πιο ανοιχτές δραστηριότητες, με σκοπό να «νομιμοποιήσουν» την ύπαρξη τους και να προωθήσουν τα απώτερα σχέδια τους για την αρπαγή της εξουσίας. Έτσι ακριβώς εμφανίστηκαν και στις βουλευτικές εκλογές του 1977 με τη λεγόμενη «Εθνική Παράταξη», ενώ το 1981 ένα μέρος τους εκφράστηκε με το «Κόμμα των Προοδευτικών» του Σπ. Μαρκεζίνη κι άλλο «συγχωνεύτηκε» εκλογικά στη Ν.Δ., όπου προσχώρησαν και οι κυριώτεροι βουλευτές της Ε.Π.

Τώρα πάλι στις ευρωεκλογές της 17 Ιούνη ’84, οι φασιστικές δυνάμεις κατέβηκαν με τρεις συνδυασμούς — ΕΠΕΝ – ΕΝΕΚ -Κόμμα των Προοδευτικών — από τους οποίους ο πρώτος συγκέντρωσε το 2% και κάτι των ψήφων και έκλεξε ένα ευρωβουλευτή.

173. Οι φασιστικές δυνάμεις δεν έχουν καμιά απολύτως προοπτική να καταχτήσουν την εξουσία με κοινοβουλευτικά μέσα κι ούτε αυτός είναι ο σκοπός της συμμετοχής τους στις εκλογές. Στην πραγματικότητα, η κομματική και εκλογική εμφάνιση της φασιστικής δεξιάς αποβλέπει, από τη μια πλευρά, να δέσει και να οργανώσει συστηματικά τις φασιστικές δυνάμεις, και από την άλλη πλευρά, να προωθήσει την ιδεολογικο-πολιτική προετοιμασία του εδάφους για την επιβολή, στην κατάλληλη στιγμή, μιας νέας στρατιωτικοφασιστικής διχτατορίας. Οι φασιστικές δυνάμεις, παρά το γεγονός ότι διαθέτουν μια εντελώς ασήμαντη πολιτική επιρροή, διατηρούν, ωστόσο, σημαντικά ερείσματα στον κρατικό μηχανισμό, στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφάλειας. Ο «εκδημοκρατισμός» στους νευραλγικούς αυτούς τομείς, παρέμεινε μια κενή διακήρυξη όχι μόνο στον καιρό της διακυβέρνησης της χώρας από τη Ν.Δ. αλλά και στον καιρό που κυβερνάει τη χώρα το ΠΑΣΟΚ. Κι εδώ ίσα-ίσα βρίσκεται το πιο επικίνδυνο στοιχείο της πολιτικής κατάστασης.

174.     Απέναντι στον κίνδυνο του φασισμού, οι μαρξιστές-λενινιστές οφείλουν να υιοθετήσουν μια ξεκάθαρη και σωστή θέση. Δεν πρέπει να υποτιμήσουμε, αλλά και ούτε να υπερτιμήσουμε τον κίνδυνο αυτό. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος επιβολής μιας νέας φασιστικής διχτατορίας και ο κίνδυνος αυτός θα μεγαλώνει μέσα στην προοπτική της έντασης της κατάστασης στη χώρα, της όξυνσης όλων των εσωτερικών και εξωτερικών αντιθέσεων της χώρας και της ανόδου των λαϊκών αγώνων. Αλλά η φασιστική διχτατορία δεν είναι αναπόφευκτη και ο κίνδυνος του φασισμού μπορεί να αποτραπεί, αν οι αντιφασιστικές δυνάμεις ενωθούν και αντιπαλαίψουν έγκαιρα τον κίνδυνο αυτό.

Καταγγέλλοντας αποφασιστικά όλες τις φασιστικές δραστηριότητες και καταπολεμώντας κάθε τάση εφησύχασης και επανάπαυ-σης μπροστά στη φασιστική απειλή, το Κόμμα μας θα αγωνιστεί με συνέπεια για την ένωση όλων των αντιφασιστικών δυνάμεων στην πάλη για την υπεράσπιση και διεύρυνση των δημοκρατικών καταχτήσεων του λαού.

δ. Ο ρόλος του ΚΚΕ

175.     Το ΚΚΕ αντιπροσωπεύει την κυριότερη τάση του ελληνικού ρεβιζιονισμού. Η ρεβιζιονιστική-ρεφορμιστική πολιτική του, που είχε βρει τη θεωρητική «ολοκλήρωση» της στα υλικά του 10ου συνεδρίου του ΚΚΕ του 1978 αναπτύχθηκε παραπέρα με τα υλικά του 11ου συνεδρίου του ΚΚΕ του 1982.

Με τα υλικά του 10ου συνεδρίου του ΚΚΕ έγινε μια συστηματική επεξεργασία του ρεφορμιστικού δρόμου και της γραμμής για την «εξελικτική μετάβαση στο σοσιαλισμό» και προβλήθηκαν μια σειρά ρεβιζιονιστικές θεωρίες, όπως η θεωρία των διαρθρωτικών αλλαγών μέσω της συνεχούς επέκτασης του κρατικού τομέα της οικονομίας, η θεωρία της ουσιαστικής συμμετοχής των εργατών στη διαχείρηση των επιχειρήσεων στις συνθήκες του κρατικομο-νοπωλιακού καπιταλισμού, η θεωρία της απαλλαγής της αγροτιάς από τα δεινά του καπιταλισμού μέσω της οργάνωσης συνεταιρισμών κάθε μορφής, χωρίς αλλαγές στο σύστημα ιδιοκτησίας των βασικών μέσων παραγωγής, η θεωρία του εκδημοκρατισμού των ένοπλων δυνάμεων, σε συνθήκες, που θα διατηρείται το πολιτικό σύστημα κυριαρχίας της μεγαλοαστικής τάξης και του ξένου ιμπεριαλισμού και άλλες.

Το 11ο συνέδριο του ΚΚΕ ανάπτυξε παραπέρα και «προσάρμοσε» συγκεκριμένα τις θέσεις του 10ου συνεδρίου του στις συνθήκες της διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ, όταν και αντικειμενικά διαμορφώθηκαν οι όροι για την πιο πλατειά διάδοση των ρεφορμιστικών αυταπατών. Η κύρια προσοχή του 11ου συνεδρίου του ΚΚΕ συγκεντρώθηκε στην επεξεργασία της γραμμής για τη λεγόμενη «πραγματική αλλαγή», που προβλήθηκε σαν ο άμεσος στόχος του ΚΚΕ.

Η «πραγματική αλλαγή» προβλήθηκε σα μια φάση για την προσέγγιση της «δημοκρατίας του λαού» είτε και σα μια φάση της ίδιας της «δημοκρατίας του λαού». Σα θεωρητική επεξεργασία και σαν πολιτική επιδίωξη, η «πραγματική αλλαγή» απεικονίζει με τρόπο πολύ καθαρό όλη τη ρεφορμιστική ουσία της πολιτικής του ΚΚΕ. Μέσα στις σημερινές συνθήκες και χωρίς «μια συνολική ανατροπή του καθεστώτος της κυριαρχίας των μονοπωλίων και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης», όπως πολύ συγκεκριμένα και αποκαλυπτικά τόνισε το 11ο συνέδριο του ΚΚΕ, οι ρεβιζιονιστές ελπίζουν στην πραγματοποίηση τέτοιων «ουσιαστικών αλλαγών», που θα επιτρέψουν «το πέρασμα στην αντιϊμπεριαλιτική, αντιμονοπωλιακή δημοκρατία του λαού με προοπτική το σοσιαλισμό».

Αυτές οι «ουσιαστικές αλλαγές» θα πραγματοποιούνται μέσα από διαδο°χικές μεταρρυθμίσεις στην οικονομία και στην πολιτική, ειδικά μέσα από τη συνεχή ενίσχυση και διεύρυνση του δημόσιου τομέα της οικονομίας, με τις κρατικοποιήσεις μεγάλων επιχειρήσεων και με άλλα μέτρα, μέσα από την εξασφάλιση και την αδιάκοπη αύξηση της λαϊκής συμμετοχής (συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση των επιχειρήσεων, εργατικός έλεγχος κ.λ.π.), μέσα από μια γενικότερη πορεία «ουσιαστικού εκδημοκρατισμού όλων των τομέων της δημόσιας ζωής».

Οι ρεβιζιονιστές του ΚΚΕ οραματίζονται έναν τέτοιο «ουσιαστικό εκδημοκρατισμό», που θα αρχίζει από τις ένοπλες δυνάμεις, θα επεκτείνεται σ’ όλους τους τομείς του κρατικού μηχανισμού και θα αγκαλιάζει όλες τις εκδηλώσεις της δημόσιας ζωής. Και έχουν την αυταπάτη, πως η κυρίαρχη τάξη θα μείνει με σταυρωμένα τα χέρια, παρακολουθώντας παθητικά να της αφαιρούνται τα κυριότερα ερείσματα της εξουσίας της. Η θεωρία τους για τη βαθμιαία παράλυση της αντίστασης του γραφειοκρατικού μηχανισμού της κυρίαρχης τάξης μπροστά στην πίεση των λαϊκών μαζών, είναι ένα εξαιρετικά επικίνδυνο πολιτικό δηλητήριο, που αν περνούσε στις γραμμές της εργατικής τάξης, θα διέβρωνε τις ίδιες τις βάσεις του επαναστατικού ταξικού αγώνα της. Η ιστορική πείρα έχει αποδείξει, πως οι κυρίαρχες τάξεις ποτέ δεν παραιτούνται θεληματικά από τα προνόμια τους. Και μπροστά στη λαϊκή επανάσταση, είναι αποφασισμένες πάντα να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέσα για να υπερασπίσουν τα άνομα συμφέροντα τους. Οι ρεβιζιονιστικές θεωρίες για το «ειρηνικό πέρασμα» κονιορτοποιήθηκαν κιόλας και από τη σύγχρονη πραγματικότητα, όχι μόνο της Χιλής ή της Ινδονησίας, αλλά και της ίδιας της Ελλάδας.

176. Οι λαϊκές μάζες οφείλουν, σίγουρα, να αγωνίζονται αδιάκοπα για την υπεράσπιση των δημοκρατικών τους καταχτήσεων και για τη διεύρυνση τους και μέσα στις σημερινές συνθήκες. Παλεύοντας για τέτοιους στόχους, ωστόσο, δε θα πρέπει σε καμιά περίπτωση να αφεθούν στην αυταπάτη πως είναι ποτέ δυνατό να πετύχουν ουσιαστικές, δηλαδή ριζικές αλλαγές στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού, χωρίς μια ανάλογη, ριζική αλλαγή στο ζήτημα της πολιτικής εξουσίας. Μόνο ύστερα από την άνοδο των λαϊκών δυνάμεων στην εξουσία, την επαναστατική κατάργηση των πολιτικών δομών του σημερινού συστήματος και την εγκαθίδρυση νέων, αληθινά λαϊκών πολιτικών θεσμών, θα μπορεί να γίνει πραγματικότητα ο πλήρης και αληθινά ουσιαστικός εκδημοκρατισμός όλων των τομέων της δημόσιας ζωής.

Για τους κομμουνιστές, η πάλη που κάνουν μέσα στις συνθήκες του σημερινού συστήματος για την υπεράσπιση των λαϊκών δικαιωμάτων και για μια σειρά δημοκρατικές καταχτήσεις, έχει διπλό περιεχόμενο: από τη μια πλευρά, η πάλη αυτή, αποτελεί τη στοιχειώδη και νόμιμη άμυνα μπροστά στην καταπίεση και εκμετάλλευση που ασκεί η κυρίαρχη τάξη σε βάρος των λαϊκών μαζών.

Και, από την άλλη πλευρά, εντάσσεται μέσα στη γενικώτερη στρατηγική προσπάθεια για τη συσσώρευση των απαραίτητων δυνάμεων (εξύψωση της πολιτικής ταξικής συνειδητότητας των λαϊκών μαζών, ανέβασμα της οργανωτικότητάς τους κ.λ.π.), που θα επιτρέψει, στην κατάλληλη στιγμή και όταν θα έχουν ωριμάσει όλες οι σχετικές προϋποθέσεις, την πραγματοποίηση του επαναστατικού άλματος, την ανατροπή του αντιδραστικού καθεστώτος και την εγκαθίδρυση της λαϊκής εξουσίας, που θα οδηγήσει σε βαθειούς πολιτικούς και κοινωνικοοικονομικούς μετασχηματισμούς προοδευτικού χαραχτήρα. Εντελώς διαφορετικά αντιμετωπίζουν το ζήτημα οι ρεβιζιονιστές του ΚΚΕ. Αυτοί βλέπουν την πάλη για τη διεύρυνση των δημοκρατικών καταχτήσεων, σαν το μοναδικό εκείνο δρόμο, μέσα από τον οποίο, βαθμιαία και «εξελικτικά», θα φτάσουν στο σοσιαλισμό. Γι’ αυτό και, αντί για το επαναστατικό άλμα, επιδιώκουν τη «βαθμιαία εξέλιξη», αντί για τη ριζική ανατροπή, την «προοδευτική βελτίωση» του συστήματος.

177. Οι καθοδηγητές του ΚΚΕ κατακεραυνώνουν συχνά τη θεωρία και την πραχτική του «ευρωκομμουνισμού», αλλά η δική τους θεωρία και πραχτική, στην πραγματικότητα, δεν είναι τίποτε άλλο από μια τυπική παραλλαγή της θεωρίας και πραχτικής του «ευρωκομμουνισμού». Η γενική γραμμή του 10ου και 1 Ιου συνεδρίου του ΚΚΕ και ειδικά η συγκεκριμενοποίηση αυτής της γραμμής στο σύνθημα της «πραγματικής αλλαγής», είναι μια απλή επανέκδοση της παλιάς θεωρίας των «διαρθρωτικών αλλαγών» του Τολιάττι και άλλων δυτικοευρωπαίων ρεβιζιονιστών.

Η βασική επιδίωξη των «ευρωκομμουνιστικών» κομμάτων είναι να «ενσωματωθούν» στο σύστημα, να γίνουν αποδεκτά και σαν συνδιαχειριστές του συστήματος, συμμετέχοντας στις αστικές κυβερνήσεις των χωρών τους. Κιόλας το ρεβιζιονιστικό Γ.Κ.Κ. «πέτυχε» τη συμμετοχή του σε μια κυβέρνηση, που αν και εμφανίζεται κάτω από τη σημαία της «σοσιαλιστικής αλλαγής», συμμαχεί ανοιχτά και συνεργάζεται στενά με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, πραγματοποιεί ένοπλες επεμβάσεις στο εξωτερικό (Τσαντ, Λίβανος) και εφαρμόζει μια πολιτική άγριας λιτότητας για τους εργαζόμενους στο εσωτερικό. Σύμφωνα με το πρότυπο αυτό ενεργεί σήμερα και το ΚΚΕ.

Σ’ όλη την περίοδο ύστερα από την πτώση της φασιστικής διχτατορίας, η βασική προσπάθεια του ΚΚΕ ήταν ακριβώς να «ενσωματωθεί» στο σύστημα, να αναγνωρισθεί σαν ένα νομοταγές, «κοινοβουλευτικό κόμμα» και να αποκομίσει από δω όλα τα «οφέλη» που παρέχει το αστικό καθεστώς σε κόμματα αυτού του είδους. Αυτή η προσπάθεια δυνάμωσε απότομα και πήρε νέο περιεχόμενο, ύστερα από την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβερνητική εξουσία. Διεκδικώντας το δικό του μερίδιο από τη νίκη των «δυνάμεων της αλλαγής», το ΚΚΕ επιδίωξε να αξιοποιήσει τις νέες δυνατότητες που απόχτησε και να προωθήσει τις θέσεις του παντού όπου μπορούσε, κύρια μέσα στον κρατικό μηχανισμό και στους δημόσιους οργανισμούς, με τελικό στόχο την ίδια τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση. Το σύνθημα για το σχηματισμό μιας «δημοκρατικής κυβέρνησης» με τη συμμετοχή του ΚΚΕ, εκφράζει ακριβώς την επιδίωξη του ΚΚΕ να γίνει συνδιαχειριστής της «αλλαγής» μαζί με το ΠΑΣΟΚ, σε πρώτο στάδιο, και αργότερα να παραμείνει σαν ο μοναδικός «διαχειριστής» και διαφεντευτής της. Σ’ αυτή την επιδίωξη υποτάσσονται τώρα όλες οι ενέργειες και δραστηριότητες του ΚΚΕ κι αυτήν υπηρετεί και η πολιτική του στο μαζικό κίνημα.

178. Για το ρεβιζιονιστικό ΚΚΕ το μαζικό κίνημα δεν αποτελεί πια την κύρια εκείνη κατεύθυνση, μέσα από την οποία ένα αληθινά κομμουνιστικό κόμμα οφείλει να κινητοποιεί τις μάζες στον επαναστατικό αγώνα, αλλά ένα απλό μέσο πίεσης για την προώθηση των διαφόρων ελιγμών του απέναντι στο ΠΑΣΟΚ και την κυβέρνηση του. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά στην πολιτική που ακολουθεί το ΚΚΕ απέναντι στις εργατικές απεργιακές κινητοποιήσεις.

Στο τελευταίο διάστημα, εκμεταλλευόμενο τη λαϊκή δυσαρέσκεια από την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ προσπαθεί να εμφανιστεί σαν υπέρμαχος των εργατικών κινητοποιήσεων και αγώνων. Αλλά πίσω από την πρόσοψη αυτή κρύβεται μια καιροσκοπική ταχτική. Στην πραγματικότητα, το ΚΚΕ κινητοποιεί τις δυνάμεις του στους διάφορους τομείς του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος που ελέγχει, όχι για να προωθήσει τα συγκεκριμένα αιτήματα των εργαζομένων, αλλά για να ασκήσει μια πίεση στην κυβέρνηση, με στόχο την απόσπαση κάποιων «ανταλλαγμάτων» αυτού ή του άλλου είδους. Αν τα «ανταλλάγματα» αυτά παραχωρηθούν, τότε οι δυνάμεις του ΚΚΕ ακινητοποιούνται και επινοούνται κάθε λογής προσχήματα για τη συγκράτηση  του  διεκδικητικού  κινήματος των εργαζομένων.

Έτσι ακριβώς συνέβηκαν τα πράγματα στις αρχές αυτής της χρονιάς, όταν χάρη στη «συνετή» στάση των εκπροσώπων της ΕΣΑΚ στη διοίκηση της ΓΣΕΕ και στη διοίκηση του ΕΚΑ «συγκρατήθηκε» και ευνουχίστηκε το μεγάλο απεργιακό κίνημα, που είχε ξεκινήσει κατά τη στιγμή των διαπραγματεύσεων ττ\α ΓΣΕΕ με τις εργοδοτικές οργανώσεις για τη σύναψη της νέας ΕΓΣΣ Εργασίας. Προηγούμενα, χάρη στην πλειοψηφία της 11 ΑΣΚΕ στη Λιοικΐ|πΐ| της ΓΣΕΕ η ΕΣΑΚ είχε «εξασφαλίσει» τη θέση του Γ.Γ. της ΓΣΕΕ. Έτσι είχε συναφθεί ένα είδος εκεχειρίας ανάμεσα στο ΚΚΕ και στην κυβέρνηση. Η τήρηση ή η παραβίαση αυτής της εκεχειρίας καθορίζεται από τις κάθε φορά ανάγκες της διπλής εκείνης ταχτικής του ΚΚΕ, όπου η πίεση προς την κυβέρνηση εναλλάσσεται με την υποστήριξη της κυβέρνησης κι όπου η πίεση ποτέ δεν ξεπερνάει τα «λογικά» όρια, ενώ η υποστήριξη αποτελεί το συγκεκριμένο αντάλλαγμα για την προώθηση των θέσεων και της επιρροής του ΚΚΕ σ’ αυτόν ή στον άλλον τομέα της δημόσιας ζωής.

179. Ένα ακόμα χτυπητό δείγμα της καιροσκοπικής και χωρίς αρχές πολιτικής του ΚΚΕ στάθηκε η νέα γραμμή για συνεργασίες με τις δυνάμεις της δεξιάς, που εφάρμοσε στα τελευταία χρόνια. Ακριβώς μετά την απομάκρυνση της δεξιάς από την κυβερνητική εξουσία, όταν η αντιδραστική αυτή παράταξη περνούσε μια δύσκολη στιγμή, το ΚΚΕ της άπλωσε το χέρι για συνεργασία. Στην περίοδο αυτή, το ΚΚΕ συνεργάστηκε ανοιχτά και «επίσημα» με τη Δεξιά, όχι μόνο σε μια σειρά συνδικαλιστικούς χώρους και απεργιακές κινητοποιήσεις, αλλά και στις δημοτικές εκλογές, όπου υποψήφιοι του ΚΚΕ ή της Δεξιάς υποστηρίχθηκαν και ψηφίστηκαν (στο δεύτερο γύρο των εκλογών αυτών), όχι απλά από κάποια μεμονωμένα πρόσωπα αυτού ή του άλλου κόμματος, αλλά από τις αντίστοιχες τοπικές οργανώσεις του ΚΚΕ και της Ν.Δ. και με την έγκριση και κατεύθυνση των ηγεσιών αυτών των κομμάτων. Τελευταία, επίσης, με το πρόσχημα της εναντίωσης στην «τεχνητή όξυνση» των «δυο μονομάχων» (της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ), το ΚΚΕ συχνά έχει δόσει χέρι ουσιαστικής βοήθειας στη δεξιά. Και ύστερα από τις επιθέσεις της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ ενάντια στο νέο αρχηγό της Ν.Δ. Κ. Μητσοτάκη για το ρόλο του στο βασιλικό πραξικόπημα του ’65 ο Χ. Φλωράκης έφτασε να μιλήσει για «τη λεγόμενη αποστασία του ’65», ενώ ο Μ. Θοδωράκης, βουλευτής του ΚΚΕ διαβίβαζε στον Κ. Μητσοτάκη τα θερμά «συγχαρητήρια» του για την εκλογή του σαν προέδρου της Ν.Δ.!

Το «άνοιγμα» προς τη Δεξιά και η πολιτική της συνεργασίας του ΚΚΕ με δυνάμεις της Ν.Δ. διακηρύχθηκε, εξάλλου, επίσημα κιόλας από το Δεκέμβρη του 1982 στο 1 Ιο συνέδριο του ΚΚΕ. Στην εισήγηση που παρουσίασε στο συνέδριο αυτό, ο Χ. Φλωράκης είπε:

«Επίσης με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο θέλουμε να υπογραμμίσουμε πως ο αγώνας ενάντια στη Δεξιά δε σημαίνει για μας μια κάθετη αντιπαράθεση, μια εχθρική στάση, μια προκατάληψη προς τις λαϊκές μάζες με συντηρητικούς προσανατολισμούς ή αδιάκριτα προς κάθε πρόσωπο που ακολουθούσε τη «Ν. Δημοκρατία» και πως αποκλείουμε κάθε θετική διαφοροποίηση τους και κάθε μορφής κοινή δράση μαζί τους για συγκεκριμένα ζητήματα προς όφελος των εργαζομένων και της δημοκρατίας».

Και σε άλλο σημείο, επίσης, τόνισε ο Χ. Φλωράκης:

«Η πολιτική των συνεργασιών μας, σύντροφοι, δεν περιορίζεται σ’ ένα μόνο στόχο, δεν χωρά σ’ ένα και μόνο – αποκλειστικό-σχήμα, δεν καλύπτεται μ’ ένα και μοναδικό μέτωπο. Δεν είναι μόνο «της αριστεράς» ή πιο πέρα μόνο «των δυνάμεων της αλλαγής» ή όλων «των δημοκρατικών δυνάμεων».

Ο Χ. Φλωράκης, τα είπε πολύ καθαρά στο Ι Ιο συνέδριο του ΚΚΚ — το ΚΚΕ δεν αποκλείει κάθε μορφής κοινή δράση με πρόσωπα που ακολουθούν τη «Ν. Δημοκρατία». Οι συνεργασίες του ΚΚΕ: επεχτείνονται και πέρα από την «αριστερά», πέρα από τις «δυνάμεις της αλλαγής», πέρα και από όλες τις «δημοκρατικές δυνάμεις», φτάνουν δηλαδή και συμπεριλαβαίνουν και τις δυνάμεις της Δεξιάς.

180. Σημαντικό στοιχείο για τη συνολική εκτίμηση της πολιτικής του ΚΚΕ είναι οι σχέσεις του με το ΚΚΣΕ και η στάση του απέναντι στη Σ.Ε. και τη σημερινή πολιτική της. Οι καθοδηγητές του ΚΚΕ προσπαθούν να εμφανίσουν τις σχέσεις τους με το ΚΚΣΕ σα να διέπονται από τις αρχές του προλεταριακού διεθνισμού. Αλλά, στη ρεβιζιονιστική ερμηνεία, ο «προλεταριακός διεθνισμός» σημαίνει ότι το κέντρο, δηλαδή το ΚΚΣΕ, αποφασίζει και το τμήμα, δηλαδή το ΚΚΕ, εκτελεί. Στην πραγματικότητα, η καθοδήγηση του ΚΚΕ έχει υποταχθεί ολοκληρωτικά στις υπαγορεύσεις της σοβιετικής ρεβιζιονιστικής ηγεσίας κι όλες οι βασικές αποφάσεις της, τόσο για τα ζητήματα της εσωτερικής πολιτικής του ΚΚΕ όσο και για τις διεθνείς θέσεις του, καθορίζονται, πριν απ’ όλα από τις ανάγκες και τα συμφέροντα της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής.

Σήμερα, είναι πια εντελώς καθαρό, πως οι συχνές διακυμάνσεις που παρουσιάζει η πολιτική του ΚΚΕ απέναντι στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ καθορίζονται ακριβώς από τα συμφέροντα της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής. Όταν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ υιοθετεί θέσεις που εξυπηρετούν τους στόχοικ της Σ.Ε. (ζήτημα εγκατάστασης πυραύλων στην Ευρώπη, πολωνικό κ.α.) τότε η κριτική του ΚΚΕ απέναντι στο ΠΑΣΟΚ μετριάζεται και η ανιικι -βερνητική δραστηριότητα του περιορίζεται. Και αντίθετα, όταν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δείχνει απροθυμία για να υιοθετήσει παρόμοιες θέσεις, τότε οξύνεται η αντιπολιτευτική κριτική του ΚΚΕ και κινητοποιείται ο «μαζικός» μηχανισμός του ΚΚΕ για την άσκηση «λαϊκής» πίεσης πάνω στην κυβέρνηση. Επομένως, το βασικό κριτήριο για την υιοθέτηση αυτής ή της άλλης στάσης από την πλευρά του ΚΚΕ δεν είναι οι ανάγκες του εσωτερικού πολιτικού αγώνα, οι ανάγκες και τα συμφέροντα των εργαζομένων της χώρας μας αλλά οι απαιτήσεις της εξωτερικής πολιτικής της Σ.Ε. Και είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, πως αυτές οι απαιτήσεις «υποδείχθηκαν» στο ΚΚΕ από τους σοβιετικούς συχνά με τρόπο απροσχημάτιστο και βίαιο, όπως συνέβηκε στο 11ο συνέδριο του ΚΚΕ, όπου το μέλος της καθοδήγησης του ΚΚΣΕ Μπ. Πονομαριώφ, με μια «τσεκουράτη» ομιλία, απαίτησε από το ΚΚΕ πιο «δραστήριες ενέργειες» για την υποστήριξη της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ανατρέποντας το κλίμα κριτικής του ΠΑΣΟΚ που επικρατούσε ως εκείνη τη στιγμή στο συνέδριο και υποχρεώνοντας την καθοδήγηση του ΚΚΕ σε μια θεαματική αναδίπλωση θέσεων. Η ολοκληρωτική απώλεια της ανεξαρτησίας και η πλήρης απουσία οποιουδήποτε προβληματισμού, εκδηλώνονται και στην άκριτη και ανεπιφύλακτη υποστήριξη του ΚΚΕ προς όλες τις θέσεις και δραστηριότητες της Σ.Ε. στο διεθνή τομέα, ακόμα κι όταν πρόκειται για βάναυσες επεμβάσεις της στα εσωτερικά άλλων χωρών, όπως συνέβηκε με τις ένοπλες σοβιετικές επιδρομές στην Τσεχοσλοβακία και στο Αφγανιστάν ή με την καθοδηγούμενη από τους σοβιετικούς βιετναμική στρατιωτική εισβολή στη Δημοκρατική Καμπότζη. Αυτή η τυφλή υποταγή στις υπαγορεύσεις της σοβιετικής ρεβιζιονιστικής καθοδήγησης και η ανενδοίαστη υποστήριξη της επεμβατικής και σοσιαλιμπεριαλιστικής πολιτικής της Σ.Ε. επιβεβαιώνουν τον ολοκληρωτικό ιδεολογικό-πολιτικό εκφυλισμό του ΚΚΕ και αποδείχνουν πως το κόμμα αυτό έχασε εντελώς τα χαραχτηριστικά ενός επαναστατικού μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος.

181. Η οππορτουνιστική πολιτική της καθοδήγησης του ΚΚΕ έχει προκαλέσει την κριτική και την αντίθεση ενός ολοένα αυξανόμενου αριθμού μελών του κόμματος. Κιόλας από τις παραμονές του 11ου συνεδρίου του ΚΚΕ αλλά και στην επόμενη περίοδο, εκδηλώθηκε μια σαφής τάση έντονης κριτικής διαφόρων ρεφορμιστικών θέσεων της καθοδήγησης του ΚΚΕ. Παράλληλα, διατυπώθηκαν μια σειρά απόψεις, που έβαζαν σοβαρά ζητήματα για το πολωνικό, το αφγανικό και γενικότερα για τον «υπαρκτό-σοσιαλισμό-. Λν και, οι απόψεις αυτές, συγχέονταν συχνά με τις ιδέες του «ευρω-κομμουνισμού», έφεραν στην επιφάνεια τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες μιας όχι μικρής μερίδας μελών του κόμματος. Η καθοδήγηση του ΚΚΕ αντιμετώπισε την κριτική και τις διαφωνίες των μελών του με την αντιδημοκρατική εκείνη μεθοδολογία που έχει γίνει πια νόμος στη λειτουργία του κόμματος. Εκατοντάδες μέλη και στελέχη του ΚΚΕ διαγράφηκαν από τις τάξεις του στα δυο-τρία τελευταία χρόνια, ενώ συνεχίζεται το «ξεκαθαρισμάτων γραμμών του από τα «αντικομματικά στοιχεία». Ωστόσο, τα προβλήματα παραμένουν. Και θα οξυνθούν ακόμα περισσότερο, ύστερα από τα αποτελέσματα που έφερε στις ευρωεκλογές της 17 του Ιούνη το ΚΚΕ.

Το ιδιαίτερο χαραχτηριστικό των αποτελεσμάτων αυτών είναι ότι το ΚΚΕ παρουσίασε μια σοβαρή μείωση της επιρροής του στα μεγαλοαστικά κέντρα — Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη. Βέβαια, στο πανελλαδικό επίπεδο αυτή η μείωση αντισταθμίστηκε με την αύξηση που παρουσίασε η εκλογική δύναμη του στην αγροτική ύπαιθρο, αλλά το γεγονός παραμένει, πως το δήθεν «κόμμα της εργατικής τάξης» χάνει σημαντικές δυνάμεις ακριβώς μέσα στην εργατική τάξη. Αλλά και το συνολικό αποτέλεσμα των εκλογών της 17 του Ιούνη κάθε άλλο παρά ικανοποιητικό μπορεί να θεωρηθεί για το ΚΚΕ, αφού η εκλογική του επιρροή καθηλώθηκε στα ίδια περίπου επίπεδα των προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων.

Επισημαίνοντας τις κριτικές τάσεις και τις εσωτερικές αντιθέσεις στο ΚΚΕ δε θα έπρεπε να παρασυρθούμε σε γενικεύσεις και σε απλουστευμένες προβλέψεις για γρήγορη και πλατειά ανάπτυξη αυτών των αντιθέσεων. Πρέπει να δούμε το πραγματικό γεγονός, πως η μεγάλη μάζα των μελών, αλλά και των οπαδών του ΚΚΕ, παρ’ όλες τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς που μπορεί να έχει, εξακολουθεί να επηρεάζεται από την αντίληψη πως «ένα είναι το ΚΚΕ» και να αποδέχεται στην πράξη την πολιτική της καθοδήγησης του ΚΚΕ. Σ’ αυτό συντέλεσαν πολλοί παράγοντες και ιδιαίτερα η αριστερή και επαναστατική δημαγωγία που χρησιμοποίησε στα τελευταία χρόνια η καθοδήγηση του ΚΚΕ. Αλλά συντέλεσαν επίσης, ως ένα ορισμένο βαθμό και τα λάθη και οι αδυναμίες του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος, που δε μπόρεσε να πείσει τον κόσμο που ακολουθεί το ΚΚΕ ή τουλάχιστο ένα αξιόλογο μέρος αυτού του κόσμου, πως ακριβώς το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα αποτελεί τη λύση και τη διέξοδο από την κρίση όπου έριξε το κομμουνιστικό κίνημα της Ελλάδας η επικράτηση του ρεβιζιο-νισμού στο ΚΚΕ.

182. Σήμερα, όταν αναλαβαίνεται μια σοβαρή προσπάθεια για την ανασυγκρότηση του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος, πρέπει με ανάλογο τρόπο να αντιμετωπίσουμε και το ζήτημα της ταχτικής μας απέναντι στο ΚΚΕ. Η ουσία της ταχτικής μας απέναντι στο ΚΚΕ βρίσκεται στο πως να αποσπάσουμε από τη ρεβιζι-ονιστική επιρροή του τη μάζα των μελών και οπαδών του και να τους κερδίσουμε με το μέρος της σωστής επαναστατικής γραμμής, που αντιπροσωπεύει σήμερα το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα. Η εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος θα απαιτήσει μακρόχρονες και προπαντός σοβαρές προσπάθειες και μια συστηματική και υπομονετική δουλειά των μαρξιστών-λενινιστών.

Πρώτα-πρώτα, πρέπει να κάνουμε μια σαφή διάκριση ανάμεσα στην καθοδήγηση και στη βάση του ΚΚΕ κα,ι να υιοθετήσουμε αντίστοιχα διαφορετικές αντιμετωπίσεις. Απέναντι στην καθοδήγηση του ΚΚΕ εφαρμόζουμε την ταχτική της αδιάκοπης και αποφασιστικής αντιπαράθεσης. Καταγγέλλουμε τις αντιμαρξιστικές-αντιλενινιστικές θεωρίες της, καταπολεμούμε τη ρεφορμιστική -οππορτουνιστική πολιτική της, ξεσκεπάζουμε την αντιδημοκρατική μεθοδολογία της και αποκαλύπτουμε τη μετατροπή της σ’ ένα όργανο εκτέλεσης κατευθύνσεων και εντολών, που εκπορεύονται από ξένα κέντρα και που βρίσκονται σε ριζική αντίθεση με τα πραγματικά συμφέροντα του κομμουνιστικού κινήματος και του λαού της Ελλάδας.

183. Εντελώς διαφορετικά αντιμετωπίζουμε τη βάση του ΚΚΕ, τα μέλη και τους οπαδούς του. Δεν τους βλέπουμε σαν οριστικά διαβρωμένα στοιχεία, αλλά σαν αγωνιστές, που βρίσκονται προσωρινά κάτω από την επιρροή του ρεβιζιονισμού, σε λαθεμένο δρόμο. Βέβαια, ανάμεσα στα μέλη του ΚΚΕ σήμερα υπάρχουν και τέτοια, οριστικά διαβρωμένα στοιχεία, άτομα που εκφυλίστηκαν ιδεολογικο-πολιτικά και έχασαν πια κάθε πραγματική σχέση με το λαϊκό κίνημα. Αλλά αυτά τα άτομα αντιπροσωπεύουν μια ελάχιστη μειοψηφία. Ο πολύς κόσμος που ακολουθεί το ΚΚΕ, η μεγάλη πλειοψηφία των μελών και οπαδών του, είναι παλιοί είτε νέοι αγωνιστές, που ο καθένας τους έχει τη δική του αγωνιστική ιστορία και που όσο κι αν στραπατσαρίστηκε απ’ το ρεβιζιονισμό, διατηρεί την αγωνιστική του διάθεση. Είναι ένα κομμάτι, ίσως το πιο μεγάλο, από τον κόσμο της Αριστεράς, αυτή την πολιτική παράταξη, που οι μαρξιστές-λενινιστές αγωνίζονται να αναστηλώσουν και ανασυγκροτήσουν.

Επομένως, απέναντι στη βάση του ΚΚΕ εμείς εφαρμόζουμε μια δραστήρια ταχτική προσέγγισης. Η καθοδήγηση του ΚΚΕ προσπαθεί να υψώσει τείχη ανάμεσα στα μέλη και τους οπαδούς του ΚΚΕ και στους μαρξιστές-λενινιστές. Εμείς, προσπαθούμε να σπάσουμε αυτά τα τείχη, να πλησιάσουμε τα μέλη και τους οπαδούς του ΚΚΕ, να αποχτήσουμε μια ζωντανή επαφή μαζί τους. Προσπαθούμε να τους εξηγήσουμε την πολιτική μας και να τους πείσουμε με σοβαρό τρόπο και με συγκεκριμένα επιχειρήματα για την πραγματική ουσία της σημερινής πολιτικής του ΚΚΕ. Και προπαντός επιδιώκουμε να τους τραβήξουμε σε κοινό αγώνα, πάνω στη σωστή κατεύθυνση για την αντιμετώπιση των πραχτικών προβλημάτων, που βάζει καθημερινά η ζωή. Στο εργοστάσιο, στην επιχείρηση, στο χωριό, στη συνοικία, στη σχολή κι όπου αλλού, οι μαρξιστές-λενινιστές πρέπει να παίρνουν σοβαρές πρωτοβουλίες συσπειρώνοντας σε κοινό αγώνα όλον τον κόσμο της Αριστεράς μαζί κι αυτούς που ακολουθούν σήμερα το ΚΚΕ. Εκεί, μέσα στην πρα-χτική των εργατικών και λαϊκών αγώνων, θα ξεσκεπάσουμε την οππορτουνιστική φύση της γενικής γραμμής του ΚΚΕ και θα κερδίσουμε βαθμιαία, όλα τα τίμια και αγωνιστικά στοιχεία που είναι σήμερα παγιδευμένα στην επιρροή του.

Υπάρχει και μια ελάχιστη μειοψηφία μελών του ΚΚΕ που χρησιμοποιούνται από το μηχανισμό του κόμματος αυτού για τον έλεγχο των μαζικών χώρων και που καταφεύγουν σε καθαρά τραμ-πούκικες, τρομοκρατικές μέθοδες. Τα εκφυλισμένα αυτά στοιχεία πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε αποφασιστικά, να τα καταγγέλλουμε και να τα απομονώνουμε.

ε. Το ΚΚΕ εσωτερικού

184. Σαν «αντίπαλη» του ΚΚΕ τάση, στο χώρο του ελληνικού ρεβιζιονισμού, κινείται το ΚΚΕ εσωτερικού. Από την άποψη της ιδεολογίας του, το ΚΚΕεσ. είναι ένα τυπικά ρεβιζιονιστικό κόμμα, ενώ η πολιτική του είναι μια χαραχτηριστική ρεφορμιστική πολιτική.

Σ’ όλα τα μεγάλα και αρχιακά προβλήματα, που αντιπαράθεσαν στα τελευταία χρόνια το μαρξισμό-λενινισμό και το ρεβιζιονισμό, το ΚΚΕ εσ. υιοθέτησε ανοιχτά αντιμαρξιστικές-αντιλενινιστικές θέσεις και αντιτάχθηκε στη γενική γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Η θεωρία του «ευρωκομμουνισμού», που βρίσκεται σε ριζική αντίθεση με το μαρξισμό-λενινισμό, αποτελεί σήμερα την ιδεολογική βάση του ΚΚΕεσ.

Στον εσωτερικό τομέα, το ΚΚΕεσ. όπως και το ΚΚΕ, διακηρύχνει τη γραμμή της «εξελιχτικής» μετάβασης στο σοσιαλισμό. Επαγγέλλεται μια «επαναστατική αλλαγή» «μέσα από το δημοκρατικό δρόμο προς το σοσιαλισμό με την πραγματοποίηση βαθιών διαρθρωτικών αλλαγών» και διαδίδει την αυταπάτη, πως η πορεία για ένα τέτοιο «σοσιαλισμό» άρχισε κιόλας με την άνοδο στην εξουσία του ΙΙΑΣΟΚ και το σχηματισμό της «κυβέρνησης της αλλαγής». Βέβαια, στο τελευταίο διάστημα, το ΚΚΕεσ. ύψωσε κάπως τον τόνο της κριτικής του απέναντι στο ΠΑΣΟΚ. Αλλά, αυτή η κριτική δεν έχει άλλο στόχο παρά να εξασφαλίσει μια καλύτερη θέση στο ΚΚΕεσ. στα πλαίσια της επιδιωκόμενης «συμμαχίας των κομμουνιστών της ανανέωσης και των σοσιαλιστών».

185. Επισημαίνοντας τα βασικά χαραχτηριστικά της ιδεολογίας και της πολιτικής του ΚΚΕεσ. οφείλουμε, ταυτόχρονα, να κάνουμε μια σωστή εχτίμηση σχετικά με τον κόσμο που κλείνει στους κόλπους του το κόμμα αυτό, σχετικά με την πραγματική θέση των μελών και οπαδών του.

Τα μέλη και οι οπαδοί του ΚΚΕεσ. αντιπροσωπεύουν κι αυτά, ένα αξιόλογο κομμάτι από τον κόσμο της Αριστεράς. Κι εδώ, όπως και στο ΚΚΕ, εκτός από μια ελάχιστη μειοψηφία στοιχείων, που έχουν εκφυλιστεί ολοκληρωτικά σε ανοιχτούς αρνητές του μαρξισμού-λενινισμού, η μεγάλη πλειοψηφία αποτελείται από παλιούς και νέους αγωνιστές, που, παρά τις συγχύσεις τους γύρω από τα θεμελιακά ιδεολογικο-πολιτικά προβλήματα του κομμουνιστικού κινήματος, διαθέτουν ένα σοβαρό αγωνιστικό απόθεμα. Επιπλέον, ανάμεσα στα μέλη και τους οπαδούς του ΚΚΕεσ. αναπτύσσονται σήμερα σοβαρές διαφοροποιήσεις, που διαμορφώνουν ορισμένες γενικότερης σημασίας ιδιομορφίες στο ΚΚΕεσ.

186. Μια χαραχτηριστική ιδιομορφία του ΚΚΕεσ. είναι η συνεχώς αυξανόμενη αντιηγεμονιστική διάθεση των μελών και οπαδών του, πράγμα που βρίσκει την έκφραση του και στη στάση που υιοθετεί η καθοδήγηση αυτού του κόμματος απέναντι τη Σ.Ε. και την ηγεμονιστική πολιτική της. Βέβαια, το γενικότερο εκφυλιστικό ιδεολογικο-πολιτικό πλαίσιο, που νοθεύει όλη τη ζωή και τη δράση του ΚΚΕεσ. εμποδίζει την ολοκλήρωση οποιασδήποτε υγιούς τάσης, μαζί και της αντιηγεμονιστικής τάσης. Ωστόσο, η ανάπτυξη αντιηγεμονιστικών στοιχείων στην πολιτική του ΚΚΕεσ. δε θα έπρεπε να υποτιμηθεί και ιδιαίτερα δε θα έπρεπε να παραγνωριστεί η σημασία των διαφοροποιήσεων που συντελούνται σε μια αντιηγεμονιστική κατεύθυνση ανάμεσα στα μέλη και τους οπαδούς του ΚΚΕεσ.

187. Μια άλλη, εξίσου χαραχτηριστική ιδιομορφία του ΚΚΕεσ. βρίσκεται στο γεγονός πως τα μέλη και οι οπαδοί του, που συχνά έχουν δοκιμάσει στην πλάτη τους την αντιδημοκρατική και ηγε-μονιστική μεθοδολογία του ΚΚΕ, συνειδητοποίησαν, σε σοβαρό βαθμό, τη σημασία της δημοκρατίας στους μαζικούς χώρους, πράγμα που εκφράζεται με τη θετική στάση που κατά κανόνα τηρούν στα θέματα λειτουργίας των εργατικών συνδικάτων και των άλλων μαζικών λαϊκών οργανώσεων.

188. Παίρνοντας υπόψη αυτά τα στοιχεία, το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα οφείλει να εφαρμόσει μια δραστήρια ταχτική συνεργασίας και σύμπραξης, όχι μόνο με τη βάση του ΚΚΕεσ. αλλά και με το ίδιο το ΚΚΕεσ. και τα διάφορα παραταξιακά σχήματα του στους μαζικούς χώρους, εργατικό, φοιτητικό, συνοικιακό κ.α. Μια τέτοια συνεργασία και σύμπραξη, σ’ όποιο βαθμό θα ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί, θα βοηθούσε στην ανάπτυξη και διάδοση του αντιηγεμονιστικού πνεύματος ανάμεσα στις λαϊκές μάζες, στην προώθηση της δημοκρατίας στους μαζικούς χώρους και στην πιο αποτελεσματική διεκδίκηση μιας σειράς οικονομικών και πολιτικών αιτημάτων του λαού μας. Αυτή είναι μια εξαιρετικά σημαντική δυνατότητα, που οι μαρξιστές-λενινιστές σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να παραγνωρίσουν.

Η συνεργασία μας με τις δυνάμεις του ΚΚΕεσ. θα αποβλέπει στην ενίσχυση των αγωνιστικών θέσεων του λαϊκού κινήματος και όχι στη διάδοση ρεφορμιστικών αυταπατών. Επομένως, θα προωθούμε αυτή τη συνεργασία με τον όρο πως θα ανταποκρίνεται σε στοιχειώδεις λαϊκούς και δημοκρατικούς στόχους και θα ικανοποιεί συγκεκριμένες ανάγκες των λαϊκών μαζών. Πρέπει, εξάλου, να είναι καθαρό, πως η συνεργασία μας με το ΚΚΕεσ. δε μπορεί να πραγματοποιείται στη βάση απλά μιας κοινής αντιπαράθεσης στο ΚΚΕ. Μια τέτοια κοινή αντιπαράθεση στο ΚΚΕ είναι θεμιτή και μπορεί να δικαιωθεί στη συνείδηση των αριστερών μαζών, εφόσον θα αποσκοπεί να ξεσκεπάσει τη συγκεκριμένη αντιδημοκρατική πραχτική του ΚΚΕ και τις συγκεκριμένες εκείνες επιλογές του, στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική, που έρχονται σε αντίθετη με τα πραγματικά λαϊκά και εθνικά συμφέροντα. Αλλά, η κοινή αυτή αντιπαράθεση, δεν επιτρέπεται να πάρει το χαραχτήρα μιας χωρίς αρχές συσπείρωσης δυνάμεων ενάντια στο ΚΚΕ κι ακόμα λιγότερο επιτρέπεται να λειτουργήσει σαν ένα όργανο που να εξυπηρετεί το ρεβιζιονιστικό ανταγωνισμό της καθοδήγησης του ΚΚΕεσ. με την καθοδήγηση του ΚΚΕ. Το κύριο πεδίο, πάνω στο οποίο θα πραγματοποιούμε τις συνεργασίες μας με τις δυνάμεις του ΚΚΕεσ. πρέπει να είναι η αντιπαράθεση στον ξένο ιμπεριαλισμό, τη μονοπωλιακή αστική τάξη, την εσωτερική αντίδραση και το φασισμό και η πάλη για την αντιμετώπιση και λύση των άμεσων λαϊκών προβλημάτων.

189.     Η εφαρμογή μιας πολιτικής συνεργασίας με τις δυνάμεις του ΚΚΕεσ. σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να οδηγήσει σε χαλάρωση της ιδεολογικής πάλης μας με το ΚΚΕεσ. και στην καλλιέργεια οποιασδήποτε σύγχυσης γύρω από τον πραγματικό χαραχτήρα αυτού του κόμματος. Γενικά, πρέπει να είναι καθαρό, πως η βασική μας τοποθέτηση απέναντι στο ΚΚΕεσ. είναι πως το αντιμετωπίζουμε σαν ένα κόμμα ρεβιζιονιστικό-ρεφορμιστικό κι από δω απορρέει και το βασικό καθήκον μας να συνεχίσουμε αμείωτα και να δυναμώσουμε την πάλη μας ενάντια στη ρεβιζιονι-στική ιδεολογία και τη ρεφορμιστική πολιτική του. Ξεκινώντας από τις επαναστατικές προλεταριακές θέσεις, πρέπει να υποβάλουμε σε συστηματική κριτική τις αντιμαρξιστικές-αντιλε-νινιστικές θεωρίες που κηρύχνει και την οππορτουνιστική πολιτική που εφαρμόζει η καθοδήγηση του ΚΚΕεσ. Πρέπει ιδιαίτερα να σκεπάσουμε το σύνθημα πως το ΚΚΕεσ. αποτελεί «τον άλλο δρόμο του κομμουνιστικού κινήματος», δηλαδή το δρόμο για την έξοδο από την κρίση όπου οδήγησε το κίνημα το ΚΚΕ. Πρέπει να δείξουμε, πως ο δρόμος του ΚΚΕεσ., όπως και ο δρόμος του ΚΚΕ δεν είναι ο δρόμος του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά ο δρόμος που οδηγεί όλο και πιο μακριά από το κομμουνιστικό κίνημα, είναι ο δρόμος που οδηγεί στο οππορτουνιστικό τέλμα.

190.     Πραγματικά, στο τελευταίο διάστημα, το ΚΚΕεσ. δυνάμωσε τις προσπάθειες του να συγκεντρώσει κάτω από την επιρροή του όλες τις αριστερές και «αριστερές» δυνάμεις «πέρα από το δογματικό ΚΚΕ», προβάλλοντας σαν «η κύρια δύναμη της κομμουνιστικής ανανέωσης». Στην πραγματικότητα, το ΚΚΕεσ. δεν πολυνοιά-^,εται για την «ποιότητα» αυτών των δυνάμεων, αρκεί να του δώσουν ψήφους κι ας είναι αναρχικοί, τροτσκιστές, πρώην μέλη «αριστερίστικων» οργανώσεων, που ξέφυγαν προς τη γενική αμφισβήτηση και το «χαοτισμό» κ.ο.κ. Με την προσπάθεια ακριβώς αυτή συνδέεται και η απροθυμία ή και άρνηση της καθοδήγησης του ΚΚΕεσ. για μια συνεργασία με τις οργανώσεις του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος καθώς και το γεγονός πως διάφορα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕεσ. έχουν εκφραστεί πολλές ψορές με τρόπο περιφρονητικό και συκοφαντικό για τις οργανώσεις αυτές και έχουν υιοθετήσει μια αλαζονική στάση απέναντι τους.

Μπροστά στην ταχτική, αυτή, εμείς, ωστόσο, θα υιοθετήσουμε μια σοβαρή στάση.  Πρώτο, θα αγνοήσουμε την αλαζονεία. 0« καταγγείλουμε τη συκοφαντία και θα αποδείξουμε πως η περιφρόνηση των «μικρών δυνάμεων» του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος, εκτός που εκφράζει μια αντιδημοκρατική νοοτροπία, δεν έχει και καμιά ανταπόκριση στην αντικειμενική πραγματικότητα της ταξικής πάλης, όπου το μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα έχει εκδηλώσει συχνά έναν τέτοιο δυναμισμό, που το ΚΚΕεσ. δεν μπόρεσε είτε δε θέλησε να παρουσιάσει. Δεύτερο, θα επιμείνουμε σταθερά στην επιδίωξη μας για την αποκατάσταση μιας ενότητας δράσης με τις δυνάμεις του ΚΚΕεσ. παντού όπου είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί μια τέτοια ενότητα δράσης, γιατί αυτό ανταποκρίνεται στα πραγματικά συμφέροντα του λαϊκού κινήματος και γιατί εκφράζει τις διαθέσεις όχι μόνο των μαρξιστών-λενινιστών, αλλά και της μάζας των μελών και οπαδών του ΚΚΕεσ. Τρίτο, θα αποδείξουμε, πως το ΚΚΕεσ., εφόσον απορρίπτει ανοιχτά το μαρξισμό-λενινισμό, σε καμιά περίπτωση δε θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις αγωνιστικές προσδοκίες, που εξακολουθούν ακόμα να τρέφουν πολλά μέλη και στελέχη του. Κι ακόμα λιγότερο θα μπορέσει να δόσει απαντήσεις στα ερωτηματικά και τους προβληματισμούς που γέννησε σε πολλούς αγωνιστές η  κρίση  του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος. Και θα διακηρύξουμε, πως μόνο η ανασύνταξη όλων των πραγματικά κομμουνιστικών δυνάμεων πάνω στις αθάνατες αρχές του μαρξισμού-λενινισμού, μόνο η ενοποίηση τους στα πλαίσια ενός αληθινά επαναστατικού προλεταριακού πολιτικού κόμματος, μπορεί να αποτελέσει τη σίγουρη εγγύηση για το άνοιγμα ενός πραγματικά καινούργιου δρόμου για το λαϊκό κίνημα της Ελλάδας και για το λαό μας.

Για τον πιο σωστό καθορισμό της στάσης μας απέναντι στο ΚΚΕ εσωτ. οφείλουμε να παρακολουθήσουμε προσεκτικά και τις ζυμώσεις που γίνονται στο κόμμα αυτό ύστερα από τις ευρωεκλογές της 17 του Ιούνη.

Στις εκλογές αυτές το ΚΚΕεσ. παρουσίασε μια απότομη αύξηση της εκλογικής του δύναμης. Από το 1,34% των εθνικών εκλογών του ’81 έφτασε τώρα στο 3,42% των συνολικών ψήφων της χώρας. Η αύξηση αυτή οφείλεται σε ψήφους του λεγόμενου «χώρου», σε ψήφους αριστερών ανθρώπων, που το ’81 είχαν ψηφίσει ΠΑΣΟΚ και που τώρα το εγκατέλειψαν απογοητευμένοι από την πολιτική του, σε ψήφους οπαδών του ΚΚΕ κυρίως στις μεγάλες πόλεις και σε ψήφους κεντροδεξιών, που κερδήθηκαν ακριβώς χάρη στη δεξιά φιλοεοκική «συνετή» και «υπεύθυνη» πολιτική του ΚΚΕεσ.. Αυτό το τελευταίο, οι ηγέτες του ΚΚΕεσ. όχι μόνο δεν το αρνούνται, αλλά, ίσα-ίσα, το προβάλλουν σα μια μεγάλη επιτυχία τους. Πάνω ακριβώς στη βάση αυτή ξεκίνησαν στο ΚΚΕεσ. αμέσως μετά τις τυρωεκλογές της 17 του Ιούνη, «νέοι» προβληματισμοί που βάζουν ζήτημα αλλαγής του τίτλου και του χαραχτήρα του κόμματος αυτού, έτσι ώστε από φορέας της «κομμουνιστικής ανανέωσης» να μετατραπεί σε φορέα «όλων των δυνάμεων της Αριστεράς». Κιόλας αυτοί οι «προβληματισμοί», που δεν είναι καθόλου νέοι, αλλά επανέρχονται τώρα με τον «αέρα» που δίνει στους φορείς τους το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών της 17 του Ιούνη, προκάλεσαν ποικίλες αντιδράσεις και στο εσωτερικό του ΚΚΕεσ. διαφάνηκαν καθαρά οι δυο αντίθετες τάσεις, των οπαδών και των αντιπάλων της νέας «ανανέωσης».

στ. Οι ανένταχτοι της Αριστεράς

191. Πέρα από τον κόσμο, που είναι σήμερα ενταγμένος στα δυο ρεβιζιονιστικά κόμματα, στο ΚΚΕ και στο ΚΚΕεσ. υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος της αντίστασης και των μεταπολεμικών απελευθερωτικών και δημοκρατικών αγώνων — ο κόσμος των ανένταχτων της Αριστεράς, όπως καθιερώθηκε να ονομάζονται οι αγωνιστές της Αριστεράς που δεν ανήκουν σήμερα σε κάποιο συγκεκριμένο οργανωτικό σχήμα.

Ο κόσμος αυτός, χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει εντελώς τη φύση του ρεβιζιονισμού, διαπίστωσε με την ίδια την πείρα του τις καταστροφικές συνέπειες που είχε για το λαϊκό κίνημα η πολιτική του ρεβιζιονισμού και γι’ αυτό ξέκοψε, βασικά, από τα ρεβιζιονιστικά κόμματα είτε διατηρεί μια πολύ χαλαρή και περιστασιακή, — κύρια εκλογική, — επαφή με τα κόμματα αυτά. Ωστόσο, όλος αυτός ο κόσμος, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, — παλιοί και νέοι αγωνιστές, — δεν έπεσαν στην πολιτική αδράνεια, αλλά, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ο καθένας, έχουν μια παρουσία στο επίπεδο της δράσης, βασικά της μαζικής δράσης, μέσα στα εργατικά σωματεία, συλλόγους και κάθε λογής μαζικές λαϊκές οργανώσεις. Και προπαντός έχουν έναν έντονο προβληματισμό για τις τύχες και τις προοπτικές του λαϊκού μας κινήματος. Σκέφτονται, μελετούν τα περασμένα και τα τωρινά και αναζητούν ειλικρινά κάποιο νέο προσανατολισμό, που να ανοίξει το δρόμο για ένα καλύτερο μέλλον της Αριστεράς στον τόπο μας.

Σ’ αυτή την ειλικρινή αναζήτηση, που είναι μια αγωνιστική αναζήτηση, οι μαρξιστές-λενινιστές πρέπει να δώσουν μια θετική διέξοδο. Οι μαρξιστές-λενινιστές πρέπει να προσφέρουν στους ανένταχτους αγωνιστές της Αριστεράς σαφείς απαντήσεις στα προβλήματα που τους απασχολούν και ξεκάθαρες πολιτικές θέσεις, που να ικανοποιούν τις αγωνιστικές αναζητήσεις τους. Πρέπει να τους πείσουν πως η συσπείρωση όλων των αγωνιστικών στοιχείων κάτω από τις σημαίες του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος αποτελεί τη μόνη σωστή διέξοδο από τη σημερινή άσχημη κατάσταση.

192. Η δουλειά για το κέρδισμα των ανένταχτων αγωνιστών της Αριστεράς με το μέρος του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος, δε θα είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, γιατί στον κόσμο αυτό, εκτός από το γενικό υγιή αγωνιστικό προσανατολισμό, υπάρχουν και πολλές συγχύσεις γύρω από τα ιδεολογικο-πολιτικά προβλήματα του κομμουνιστικού κινήματος, πολλές ιδέες αξεκαθάριστες ή και μπερδεμένες κι ακόμα και προκαταλήψεις αυτού ή του άλλου είδους απέναντι στο μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα. Όλα αυτά πρέπει να αντιμετωπιστούν και να υπερνικηθούν με τολμηρή και ακούραστη δουλειά, με σοβαρή και επίμονη προσπάθεια από την πλευρά των μαρξιστών-λενινιστών. Μια προσπάθεια, που μπορεί να είναι μακρόχρονη, αλλά που σίγουρα θα φέρει θετικά αποτελέσματα. Το βασικό είναι να προσδιοριστεί σωστά ο στόχος και να γίνει η κατάλληλη δουλειά για την πραγματοποίηση του. Με την προϋπόθεση αυτή, μέσα στη συνολική προσπάθεια του ενιαίου κόμματος των μαρξιστών-λενινιστών για το κέρδισμα όλων των αληθινών κομμουνιστών, όλων των τίμιων αγωνιστικών στοιχείων της Αριστεράς, η ειδική προσπάθεια για το κέρδισμα των ανένταχτων αγωνιστών της Αριστεράς έχει σήμερα τις περισσότερες δυνατότητες να αποδόσει άμεσους καρπούς. Πρέπει γι’ αυτό να συγκεντρώσει την ανάλογη προσοχή μας.

ζ. Η προοπτική της όξυνσης

193. Το κύριο χαραχτηριστικό της κατάστασης, όπως αυτή παρουσιάζεται ύστερα από τις ευρωεκλογές της 17 του Ιούνη είναι η όξυνση όλων των αντιθέσεων και η προοπτική της έντασης των πολιτικών αγώνων και των ταξικών συγκρούσεων στο μέλλον.

Αυτή τη στιγμή οι βασικοί πολιτικοί σχηματισμοί βρίσκονται σε έντονη δραστηριότητα, προετοιμάζοντας τα επόμενα βήματα τους. Αυτές οι δραστηριότητες αναπτύσσονται λιγότερο δημόσια και περισσότερο στο σκοτεινό παρασκήνιο, όπου παρεμβαίνουν και οι ουσιαστικοί εξουσιαστές της χώρας μας, ντόπιοι και ξένοι, για να μαγειρέψουν και να σκαρώσουν αυτές είτε τις άλλες «.λύσεις» και εξελίξεις.

Διάφορα πιθανά σενάρια βλέπουν το φως της δημοσιότητας και όλα είναι ενδεχόμενο να συμβούν: πρόωρες βουλευτικές εκλογές, την άνοιξη πριν από τη νέα προεδρική εκλογή ή το καλοκαίρι, αλλαγή του εκλογικού συστήματος στα μέτρα του ΠΑΣΟΚ είτε στα μέτρα του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ. «Αποστασίες», κομματικές ανακατατάξεις και αλλαγές και διάφορα άλλα. Όπως κι αν εξελιχθούν τα πράγματα το βέβαιο είναι πως η Ν.Δ. θα δυναμώσει τις προσπάθειες της για να αρπάξει και πάλι την κυβερνητική εξουσία, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό όλα τα μέσα, που διαθέτει. Όπως και το ΠΑΣΟΚ θα δυναμώσει τις δικές του προσπάθειες για να διατηρήσει «τα κεκτημένα», χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό, επίσης, όλα τα μέσα που διαθέτει. Επομένως, θα έχουμε μια όξυνση της διαμάχης των δυο μεγάλων κομμάτων της μεγαλοαστικής τάξης, με εμμονή στην ίδια πολιτική που εφάρμοσαν ως τώρα και με επιμέρους τροποποιήσεις και αλλαγές στην πολιτική ταχτική τους προς τα δεξιά είτε προς τα «αριστερά», τόσες και τέτοιες.που να εξυπηρετούν την επίτευξη του καλύτερου δυνατού εκλογικού αποτελέσματος στις επικείμενες εκλογές. Στην πραγματικότητα, η χώρα έχει μπει τώρα σε μια λιγότερο ή περισσότερο παρατεταμένη «προεκλογική» περίοδο.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, δραστηριοποιούνται και τα δυο ρεβιζι-ονιστικά κόμματα, το ΚΚΕ και το ΚΚΕεσ. Βασικό κοινό χαραχτηριστικό της δραστηριοποίησης αυτής είναι ότι τόσο το ΚΚΕ όσο και το ΚΚΕεσ. προσπαθούν να ασκήσουν πίεση στο ΠΑΣΟΚ για να εγκαταλείψει την πολιτική του της «αυτοδυναμίας» και να αποδεχτεί την «συνεργασία» μαζί τους. Μια συνεργασία από την οποία το ΚΚΕ θέλει να αποκλείσει το ΚΚΕεσ. Και το ΚΚΕεσ. θέλει να αποκλείσει το ΚΚΕ. Στην πραγματικότητα, αυτό για το οποίο ενδιαφέρονται και τα δυο ρεβιζιονιστικά κόμματα, είναι το πως θα τα καταφέρουν να χωθούν σε μια κυβέρνηση μαζί με το ΠΑΣΟΚ. Για την προώθηση αυτού του στόχου καταφεύγουν σε κάθε λογής αστικά τερτίπια, πότε «υποστηρίζουν» και πότε εκβιάζουν το ΠΑΣΟΚ, εφαρμόζοντας μια χωρίς αρχές πολιτική.

Όσο για τις λαϊκές μάζες, που και στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται μετεκλογικά θα κληθούν να σηκώσουν όλα τα βάρη της κρίσης του συστήματος, οι ρεβιζιονιστές θα εξακολουθήσουν πάντα να τις χρησιμοποιούν σαν απλά «μέσα πίεσης» για να προωθούν τους σκοπούς τους, χωρίς να διστάζουν μπροστά σ οποιαδήποτε δημαγωγία και απάτη. Αλλά αυτή η πραχτική το δεν έχει απεριόριστα περιθώρια εφαρμογής και από τις κάλπες τη 17 του Ιούνη βγήκε κιόλας ένα νέο, σημαντικό από την άποψη τη προοπτικής του, λαϊκό μήνυμα.

Πραγματικά, οι δεκάδες χιλιάδες ψήφοι που δόθηκαν σε ορισμένες οργανώσεις που αναφέρονται στο μαρξισμό-λενινισμό είτε που ασκούν μια έντονη κριτική από τα αριστερά στο ΠΑΣΟΚ καθώς και σημαντικό μέρος των λευκών ή άκυρων ψηφοδελτίων όπως επίσης σημαντικό μέρος της αποχής που σημειώθηκε, όλα αυτά συγκλίνουν στη διαπίστωση για την ύπαρξη ενός μικρού ακόμα αλλά κιόλας αναπτυσσόμενου λαϊκού ρεύματος αποδέσμευσης από την επιρροή των αστικών και ρεβιζιονιστικών κομμάτων. Αυτό το ρεύμα, που φάνηκε τόσο καθαρά στο αποτέλεσμα των ευρωεκλογών της 17 του Ιούνη, είναι βέβαιο πως θα έχει μια διαφορετική, πιο ισχυρή δυναμική στην πορεία της ανάπτυξης των λαϊκών αγώνων και πρέπει ανάλογα να εκτιμηθεί από τους μαρξιστές-λενινιστές. Το κόμμα μας, σταθερά προσηλωμένο στη γραμμή της ανάπτυξης των λαϊκών αγώνων, σαν του κύριου και αποφασιστικού παράγοντα στις πολιτικές εξελίξεις, οφείλει να συνδεθεί με το ρεύμα αυτό, να ενώσει τις προσπάθειες του με τις προσπάθειες όλων των αγωνιστικών λαϊκών και προοδευτικών δυνάμεων, για να ανοίξει ένας καινούριος δρόμος για το λαϊκό κίνημα, για να αποκρουστούν και να συντριβούν οι επιθέσεις του ξένου ιμπεριαλισμού και της εσωτερικής αντίδρασης και για να θριαμβεύσουν στον τόπο μας τα μεγάλα ιδανικά της δημοκρατίας, της εθνικής ανεξαρτησίας και του σοσιαλισμού.

Κεφάλαιο δέκατο έβδομο

 

ΤΑ ΑΜΕΣΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΜΑΣ

 

α. Για τη βελτίωση της οικονομικής θέσης των εργαζομένων

194. Ενώ θα αγωνίζονται για την πραγματοποίηση των μεγάλων εκείνων δημοκρατικών και σοσιαλιστικών μετασχηματισμών, που θα αλλάξουν αποφασιστικά τη φυσιογνωμία της ελληνικής κοινωνίας και θα δόσουν ριζικές λύσεις στα λαϊκά και εθνικά προβλήματα, οι μαρξιστές-λενινιστές οφείλουν και μέσα στις σημερινές συνθήκες, να προωθήσουν μια σειρά οικονομικά και πολιτικά αιτήματα, που χωρίς να ταυτίζονται με τους στόχους της επαναστατικής αλλαγής, μπορούν ωστόσο, να ανακουφίσουν άμεσα τις λαϊκές μάζες και να ικανοποιήσουν τις πιεστικές ανάγκες τους.

Τα πιο άμεσα και πιεστικά προβλήματα σήμερα αφορούν την οικονομική θέση των εργαζομένων, που και ύστερα από την απομάκρυνση της δεξιάς από την εξουσία, όχι μόνο δε βελτιώθηκε αλλά και χειροτέρεψε ακόμα περισσότερο. Στην πραγματικότητα, συντελείται ένα αδιάκοπο προτσές οικονομικής εξαθλίωσης των μαζών, που αντανακλάει την προσπάθεια της κυρίαρχης τάξης να φορτώσει στις πλάτες των εργαζομένων τις συνέπειες της αθεράπευτης κρίσης που δέρνει όλο το σύστημα της. Μιας κρίσης, που δεν έπαψε να αναπτύσσεται και μ’ όλους τους «εκσυγχρονισμούς» του ΠΑΣΟΚ.

Μπροστά στην κατάσταση αυτή, οι εργαζόμενοι έχουν αντιδράσει ενεργητικά και στα δυο-τρία τελευταία χρόνια κατέβηκαν σε μεγάλους και συχνά σκληρούς και παρατεταμένους απεργιακούς αγώνες, διεκδικώντας αυξήσεις στους μισθούς και τα ημερομίσθια, μέτρα ενάντια στις απολύσεις και την ανεργία, μέτρα ενάντια στην εργοδοτική αυθαιρεσία και την τρομοκρατία, μέτρα για τη βελτίωση των συνθηκών δουλειάς, κατάργηση των αντεργατικών νόμων, κατοχύρωση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Οι αγώνες αυτοί των εργαζομένων στρέφονται ενάντια στην τάξη των εργοδοτών, αλλά και ενάντια στην αντεργατική; πολιτική της λιτότητας, που εφαρμόζει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Οι μαρξιστές-λενινιστές, συμμετέχοντας δραστήρια στους αγώνες αυτούς, υποστηρίζουν τα δίκαια αιτήματα των εργαζομένων και απαιτούν την ικανοποίηση τους.

 

β. Για την υπεράσπιση και διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και των ελευθεριών του λαού

195. Σημαντικός στόχος της πάλης των μαρξιστών-λενινιστών στις σημερινές συνθήκες είναι η κατοχύρωση και επέκταση των δημοκρατικών καταχτήσεων, που πέτυχαν οι λαϊκές μάζες με τους αγώνες τους, ύστερα από την πτώση της φασιστικής διχτατορίας, καθώς και των νέων δημοκρατικών καταχτήσεων της περιόδου ύστερα από την απομάκρυνση της δεξιάς από την κυβερνητική εξουσία. Αυτός ο στόχος, αποχτά ξεχωριστή σημασία σήμερα, καθώς παρατηρείται μια τάση, από την πλευρά της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, για τον περιορισμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων με την ψήφιση απεργοκτόνων-αντεργατικών νόμων, με τη χρησιμοποίηση του αστυνομικού μηχανισμού ενάντια σε εργατικές κινητοποιήσεις και με άλλα αντεργατικά και αντιλαϊκά μέτρα και ιδιαίτερα, καθώς σημειώνεται μια απότομη δραστηριοποίηση των δυνάμεων της αντιδραστικής και φασιστικής δεξιάς, πράγμα που δημιουργεί άμεση κα σοβαρή απειλή για τις λαϊκές ελευθερίες.

Οι μαρξιστές-λενινιστές θα καταγγείλουν κάθε τάση επιστροφής στις αυταρχικές και τρομοκρατικές μέθοδες διακυβέρνησης της δεξιάς και ακόμα περισσότερο, θα απαιτήσουν τη λήψη αποφασιστικών μέτρων για το ολοκληρωτικό ξήλωμα του αντιδραστικού καθεστώτος της δεξιάς και πριν απ’ όλα για το ξεκαθάρισμα του κρατικού μηχανισμού από τα φασιστικά στοιχεία. Αξιοποιώντας δραστήρια τις νέες, πιο ευνοϊκές, συνθήκες που διαμορφώθηκαν για το λαϊκό κίνημα ύστερα από τον Οχτώβρη του ’81 οι μαρξιστές-λενινιστές θα παλαίψουν σταθερά για την προώθηση μιας σειράς δημοκρατικών αιτημάτων, για την υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων του πολίτη, για την εξασφάλιση της ελεύθερης δραστηριότητας των πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων, για την κατοχύρωση της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών με κάθε δυνατό γραπτό ή προφορικό μέσο, για την περιφρούριση των συνδικαλιστικών και πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών και ιδιαίτερα του δικαιώματος για την απεργία και τη διαδήλωση.

γ. Για μια πολιτική εθνικής ανεξαρτησίας

196. Όλη η εξέλιξη των γεγονότων έδειξε πως από το βασικό προσανατολισμό που ακολουθεί η Ελλάδα στις διεθνείς σχέσεις της εξαρτάται όχι μόνο η τύχη τ«>ν μεγάλων εθνικών μας υποθέσεων, αλλά και όλη η εσωτερική μας «νάπτυξη. Η εξάρτηση της χώρας μας από τον ςί:νο ιμ κι:ρΐ(//.ιπμ»> υπήρξε, ως τα τώρα, η κύρια αιτία όλης της κακοδαιμονίας της. Και η κακοδαιμονία αυτή μπορεί να πάρει τέλος μόνο με την κατάχτηση της εθνικής ανεξαρτησίας μας, που θα επιτρέψει την ολόπλευρη ανάπτυξη της Ελλάδας.

Σήμερα, ο αγώνας για την εθνική μας ανεξαρτησία στρέφεται, πριν απ’ όλα, ενάντια στις ΗΠΑ που κρατούν κυρίαρχες θέσεις στη χώρα μας και στη Σ.Ε. που προσπαθεί να εκτοπίσει τις ΗΠΑ από τη χώρα μας και να καταλάβει τις θέσεις τους. Οι δυο αυτές υπερδυνάμεις, ανταγωνίζονται άγρια για τον έλεγχο της Ελλάδας και των γειτονικών της χωρών, πράγμα που δημιουργεί γενικότερους κινδύνους για την ασφάλεια και την ειρήνη στην περιοχή.

Οι μαρξιστές-λενινιστές ξέρουν, πως μόνο με την επαναστατική αλλαγή μπορεί να καταχτηθεί η πραγματική εθνική ανεξαρτησία και να εφαρμοστεί μια ολοκληρωμένη ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Αλλά και δεν παραγνωρίζουν και τις δυνατότητες άσκησης μιας ορισμένης ανεξάρτητης πολιτικής, ακόμα και στις συνθήκες μιας αστικοδημοκρατικής διακυβέρνησης. Γι’ αυτό και σήμερα, στην πολιτική του συμβιβασμού με τον ξένο ιμπεριαλισμό, που ακολουθεί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, οι μαρξιστές-λενινιστές αντιτάσουν μια άλλη πολιτική, που να ικανοποιεί τις στοιχειώδεις απαιτήσεις ενός ανεξάρτητου εξωτερικού προσανατολισμού της χώρας, απαιτούν την ακύρωση όλων των υποδουλω-τικών πολιτικών, στρατιωτικών, οικονομικών, «μορφωτικών» κ.α. συμφωνιών και συμβάσεων ανάμεσα στην Ελλάδα και τις ΗΠΑ καθώς και τις άλλες, δυτικοευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές χώρες, την κατάργηση όλων των προνομίων του ξένου κεφαλαίου και το κλείσιμο του δρόμου για την οικονομική και πολιτική διείσδυση στη χώρα μας του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού, το διώξιμο όλων των ξένων στρατιωτικών βάσεων και των πυρηνικών όπλων από το έδαφος μας και όλων των ξένων στόλων από τις θάλασσες μας, την έξοδο της Ελλάδας από το Ν ΑΤΟ και την απόκρουση κάθε απόπειρας μετατροπής της χώρας μας σε ζώνη επιρροής των δυνάμεων του συμφώνου τη Βαρσοβίας. «Ούτε ΝΑΤΟ – ούτε Βαρσοβία – εθνική ανεξαρτησία», αυτό το σύνθημα ανταποκρίνεται ολοκληρωτικά στα εθνικά μας συμφέροντα.

Ταυτόχρονα, οι μαρξιστές-λενινιστές αγωνίζονται ενάντια στη διείσδυση των μεγάλων καπιταλιστικών χωρών της Δυτ. Ευρώπης στην Ελλάδα, καταγγέλλουν την ΕΟΚ, ξεσκεπάζουν τις αρνητικές και καταστροφικές συνέπειες από την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ και απαιτούν την αποχώρηση της από τον αντιδραστικό αυτό οργανισμό, που ελέγχεται από δυο-τρεις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις , και εξυπηρετεί τα συμφέροντα τους.

δ. Για την υποστήριξη του δίκαιου αγώνα του κυπριακού λαού

 

197. Το κυπριακό ζήτημα, που έχει μια μακριά ιστορία, έφτασε σε μια δραματική όξυνση ύστερα από την επιδρομή των τούρκικων αντιδραστικών στρατευμάτων τον Ιούνη του 1974 που έθεσαν κάτω από την κατοχή τους το 40% περίπου του κυπριακού εδάφους. Αυτό όχι μόνο επέτρεψε στους αντιδραστικούς της Άγκυρας να πατήσουν γερό πόδι στην Κύπρο και να εγκαταστήσουν στην κατεχόμενη απ’ αυτούς περιοχή της μια τουρκοκυπριακή «κυβέρνηση» ανδρεικέλων με επικεφαλής τον Ντενκτάς, αλλά και δημιούργησε τις πιο ευνοϊκές προϋποθέσεις για την ένταση των ιμπεριαλιστικών * επεμβάσεων και ιδιαίτερα των επεμβάσεων των δυο υπερδυνάμεων, στις κυπριακές υποθέσεις.

Με το πρόσχημα της αναζήτησης μιας «λύσης» του κυπριακού ζητήματος, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός και ο σοβιετικός σοσι-αλιμπεριαλισμός ανάπτυξαν μια μεγάλη επεμβατική δραστηριότητα στην Κύπρο και πρόβαλαν διάφορα «σχέδια επίλυσης» του κυπριακού ζητήματος. Ανάμεσα στα διάφορα αμερικάνικα και σοβιετικά σχέδια δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική διαφορά, αφού όλα στηρίζονται στην επιβολή της «ομοσπονδοποίησης» της Κύπρου και την ουσιαστική της διχοτόμηση και προβλέπουν «διεθνείς εγγυήσεις», δηλαδή την καθιέρωση των υπερδυνάμεων σαν των πραγματικών ρυθμιστών της κατάστασης στην Κύπρο.

Από την άλλη πλευρά, η κυπριακή κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Πρόεδρο Κυπριανού, εκφραστής των στενών ταξικών συμφερόντων της κυπριακής αστοτσιφλικάδικης τάξης, συνεχίζοντας τη γραμμή του Μακάριου, ακολουθεί μια πολιτική, που βρίσκεται σε ουσιαστική αντίθεση με τα πραγματικά συμφέροντα του κυπριακού λαού. Απέναντι στις δυο υπερδυνάμεις, όπως και απέναντι στην ΕΟΚ, η πολιτική της είναι πολιτική υποχωρήσεων, συμβιβασμών και μικροπολιτικών ελιγμών και εκβιασμών για το κέρδι-σμα της «εύνοιας» πότε του ενός και πότε του άλλου, «μεγάλου». Οσον αφορά τον εσωτερικό τομέα, η πολιτική του Κυπριανού αποβλέπει στον εξευμενισμό των φασιστικών δυνάμεων και στηρί-‘εται στη συνεργασία με το ρεβιζιονιστικό ΑΚΕΛ ενώ απέναντι στις διεκδικήσεις των εργαζομένων υιοθετεί μια αρνητική και αντεργατική θέση.

Σοβαρή επίδραση στην όξυνση του κυπριακού ζητήματος άσκησαν και οι αντιθέσεις και ανταγωνισμοί γύρω από την Κύπρο, που εκδηλώθηκαν ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις της Τουρκίας και της Ελλάδας, βασικά στο πλαίσιο του γενικότερου ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Με τη σημαία του «προστάτη» και του «εθνικού κέντρου», οι ιθύνοντες κύκλοι της Άγκυρας και της Αθήνας προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τους δίκαιους πόθους για μια καλύτερη ζωή των Τουρκοκυπρίων και των Ελληνοκυπρίων, αντίστοιχα και πραγματοποίησαν συνεχείς επεμβάσεις στο νησί, που συχνά είχαν αιματηρή κατάληξη. Η προβοκατόρικη δραστηριότητα του Γρίβα κάτω από την άμεση καθοδήγηση των αντιδραστικών κύκλων της Αθήνας και οι «πρωτοβουλίες» που αυτός ανέλαβε στην περίοδο ύστερα από το 1964 από τη μια και η ανοιχτή ένοπλη εισβολή τούρκικων στρατευμάτων στην Κύπρο το 1974, από την άλλη, είναι γεγονότα πολύ χαραχτηριστικά, από την άποψη αυτή. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους αντιδραστικούς της Άγκυρας και της Αθήνας για την Κύπρο είχε μια μεγάλη επίδραση στην τεχνητή όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους και στους Ελληνοκύπριους και στην όλη εξέλιξη του κυπριακού ζητήματος.

Σήμερα, τη στιγμή που η φασιστική χούντα του Εβρέν, εφαρμόζοντας μια άκρως σωβινιστική και επεκτατική πολιτική, προχωρεί στην ανακήρυξη «ανεξάρτητου» τουρκοκυπριακού κράτους στην κατεχόμενη ζώνη της βόρειας Κύπρου, στην Αθήνα υψώνονται πάλι εθνικιστικές κραυγές, ενώ η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αναθερμαίνει τη θεωρία του «εθνικού κέντρου» και νομιμοποιώντας τις αντεθνικές συμφωνίες της Ζυρίχης και του Αονδίνου, επικαλείται το «καθεστο’)ς των εγγυητριών δυνάμεων» (Βρετανίας, Τουρκίας και Ελλάδας), που οι συμφωνίες αυτές είχαν επιβάλει, για να δικαιολογήσει την άμεση ανάμιξη της στις κυπριακές υποθέσεις, σα μιας από τις «εγγυήτριες δυνάμεις».

198. Το κυπριακό ζήτημα είναι, στην ουσία του, ζήτημα απαλλαγής της Κύπρου από την κυριαρχία και τον έλεγχο των ξένων •μπεριαλιστών και πρώτα-πρώτα από τις επεμβάσεις των ΗΠΑ και της Σ.Ε. Το ζήτημα των σχέσεων ανάμεσα στις δυο κοινότητες της Κύπρου, την ελληνική και την τούρκικη, είναι μέρος ακριβώς αυτού του γενικού ζητήματος και θα βρει την οριστική και σωστή λύση του με την ολοκλήρωση της νικηφόρας πάλης όλου του λαού της Κύπρου για την πλήρη και πραγματική απελευθέρωση από το διπλό ζυγό του ξένου ιμπεριαλισμού και της ντόπιας αστοτσιφλικά-δικης αντίδρασης και για την πραγματοποίηση της αντιϊμπεριαλι-στικής και δημοκρατικής επανάστασης, που θα ανοίξει το δρόμο για τη σοσιαλιστική αναγέννηση της Κύπρου. Σ’ αυτή την προοπτική οφείλουν να υποταχθούν και όλοι οι τωρινοί αγώνες.

Στις σημερινές συνθήκες, έχει βασική σημασία να υπερνικηθούν οι τεχνητές αντιθέσεις και διαιρέσεις ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και στους Τουρκοκύπριους και να δυναμώσει η ενιαία πάλη τους: Για να φύγουν από την Κύπρο όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και οι στρατιωτικές βάσεις τους, καθώς και οι υυνάμεις του ΟΗΕ και να σταματήσει κάθε ξένη επέμβαση στο νησί. Για να αποχωρήσουν από την Κύπρο όλες οι τούρκικες δυνάμεις εισβολής και όλες οι ελλαδίτικες στρατιωτικές δυνάμεις. Για να διαλυθεί το ψευτόκράτος του Ντενκτάς, να επιστρέψουν οι πρόσφυγες στις εστίες τους και να εξαλειφθούν όλες οι πολιτικές και οικονομικές συνέπειες της δεκάχρονης τούρκικης κατοχής στη βόρεια Κύπρο. Για να καταργηθεί το καθεστώς των «εγγυητριών δυνάμεων», που νομιμοποιεί τις ξένες επεμβάσεις στην Κύπρο και να αφεθούν οι Κύπριοι, Έλληνες και Τούρκοι, να λύσουν μόνοι τα προβλήματα τους και να εξασφαλίσουν την ειρηνική, ισότιμη και αρμονική συμβίωση τους και τη δημοκρατική αντιμετώπιση κάθε νέου ζητήματος που θα προέκυπτε στο μέλλον. Για να αποτραπεί κάθε διχοτομική λύση, να καταχτηθεί και κατοχυρωθεί η ανεξαρτησία της ενιαίας Κύπρου και να εξασφαλιστεί η ικανοποίηση των άμεσων οικονομικών και πολιτικών απαιτήσεων των λαϊκών μαζών και η δημοκρατική εσωτερική ανάπτυξη της Κύπρου.

199. Ο αγώνας του κυπριακού λαού, που είναι ένας δίκαιος αγώνας, υποστηρίζεται ειλικρινά από τις προοδευτικές δυνάμεις και τους λαούς της Ελλάδας και της Τουρκίας. Καταγγέλλοντας και καταπολεμώντας τις επεμβάσεις στην Κύπρο των ξένων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων καθώς και των αντιδραστικών κυρίαρχων τάξεων της Τουρκίας και της Ελλάδας, οι λαοί των δυο αυτών χωρών πρέπει να κάνουν ακόμα πιο ενεργητική την υποστήριξη τους προς τον αγωνιζόμενο κυπριακό λαό και να ενώσουν τις προσπάθειες τους. Η αλληλεγγύη των λαών της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Κύπρου είναι ένα πανίσχυρο όπλο στον κοινό αγώνα τους ενάντια στον ιμπεριαλισμό, τον σοσιαλιμπεριαλισμό και την αντίδραση για την κατάχτηση μιας ανεξάρτητης, λεύτερης και δημοκρατικής ‘ωής και για την κατοχύρωση της ειρήνης και της ασφάλειας στην ταραγμένη αυτή περιοχή του κόσμου.

ε. Για τη φιλία και συνεργασία ανάμεσα στους λαούς της Ελλάδας και της Τουρκίας

 

200. Στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας επικρατεί μια μόνιμη κατάσταση έντασης, πράγμα που όχι μόνο δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των δυο χωρών, αλλά και δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για το μέλλον τους.

Αυτή η κατάσταση είναι προϊόν των αντιθέσεων ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις των δυο χωρών, ιδιαίτερα της επεκτατικής και επιθετικής πολιτικής της τούρκικης αντίδρασης και κύρια προϊόν των επεμβάσεων και του ανταγωνισμού των δυο υπερδυνάμεων, των ΗΠ Α και της Σ.Ε., που με κάθε τρόπο προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις αντιθέσεις αυτές, για να προωθήσουν τα δικά τους ηγεμο-νιστικά σχέδια στην περιοχή αυτή του κόσμου.

Η πολιτική των κυρίαρχων τάξεων της Τουρκίας και της Ελλάδας στο ζήτημα των σχέσεων ανάμεσα στις δυο χώρες, διέπεται από το πν&ύμα του εθνικισμού. Ο εθνικισμός είναι ιδεολογία της αντιδραστικής αστικής τάξης και αποσκοπεί να διεγείρει το μίσος του ενός έθνους ενάντια στο άλλο έθνος και να διαδόσει την αντίληψη της κυριαρχίας του ενός κράτους πάνω στο άλλο κράτος.

Οι ιθύνοντες αντιδραστικοί κύκλοι της Τουρκίας δεν κρύβουν καθόλου τις καταχτητικές τους βλέψεις σε βάρος της Ελλάδας και βάζουν ανοιχτά το ζήτημα για την «αλλαγή του χάρτη του Αιγαίου», δηλαδή το ζήτημα για την προσάρτηση στην Τουρκία μιας σειράς ελληνικών νησιών, όπως τα Δωδεκάνησα, η Λέσβος, η Χίος κ.α. Σε πλήρη αντίθεση, εξάλλου, με την ιστορικά διαμορφωμένη πραγματικότητα και με τους διεθνείς κανόνες και ρυθμίσεις, οι Τούρκοι σωβινιστές βάζουν ζήτημα υφαλοκρηπίδας για να προωθήσουν τις παράλογες αξιώσεις τους πάνω στο Αιγαίο. Υπάρχουν και στην Ελλάδα οι κύκλοι εκείνοι που ονειρεύονται μια «πορεία ‘ος την Πόλη» και δεν είναι μακριά ο καιρός που ο Τωαννίδη^ προετοίμαζε το «κεραυνοβόλο χτύπημα», που θα έφερνε, τάχα, στην ικανοποίηση των «προαιώνιων εθνικών πόθων του ελληνισμού». Ωστόσο, ο επεκτατισμός καλλιεργείται σήμερα κύρια από την πλευρά της τούρκικης αντίδρασης κι αυτή είναι που προβάλλει «νοιχτά, αλλά και εφαρμόζει έμπραχτα την πολιτική της επίθεσης. Αυτό έγινε ακόμα περισσότερο έκδηλο, από τότε που στην Τουρκία εγκαθιδρύθηκε η  στρατιωτικο-φασιστική  διχτατορία του Εβρέν.

Η ένταση στο Αιγαίο έφτασε, σε ορισμένες στιγμές, σε τέτοιο σημείο, ώστε να δημιουργηθεί ο κίνδυνος πολέμου. Αυτό το ενδεχόμενο παραμένει πάντα και εξακολουθεί η απειλή μιας απόπειρας της αντιδραστικής Τουρκίας να επιβάλει τις παράλογες αξιώσεις της σε βάρος της Ελλάδας με τη δύναμη των όπλων, με την εξαπόλυση, δηλαδή, μιας στρατιωτικής επίθεσης ενάντια στην Ελλάδα, είτε στο νησιώτικο χώρο, είτε στον ηπειρωτικό χώρο. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι μαρξιστές-λενινιστές θα αγωνιστούν, μαζί με όλο το λαό, για την απόκρουση της τούρκικης εισβολής, για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της πατρίδας μας και της εθνικής ανεξαρτησίας μας.

201. Η επιδείνωση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, η ένταση στο Αιγαίο και η απειλή ενός πολέμου — όλα αυτά δεν είναι απλά το αποτέλσμα των αντιθέσεων ανάμεσα στις αντιδραστικές κυρίαρχες τάξεις της Τουρκίας και της Ελλάδας, αλλά, βασικά, συνέπεια της επεμβασης και του ρόλου που διαδραματίζουν στην περιοχή οι δυο υπερδυνάμεις. Πίσω απ’ όλα αυτά βρίσκεται ο άγριος ανταγωνισμός του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού — ανταγωνισμός, που εκδηλώνεται έντονα σ’ όλη τη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου και στη Μέση Ανατολή και που εκτρέφει αλυσιδωτά τις κρίσεις στο Αιγαίο, στην Κύπρο και σ’ όλη τη γύρω περιοχή. Οι δυο υπερδυνάμεις υποκινούν τις έριδες και τις διενέξεις ανάμεσα στη Τουρκία και στην Ελλάδα, προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις αντιθέσεις ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις των δυο χωρών, στρέφοντας τη μια ενάντια στην άλλη και «υποστηρίζοντας» πότε τη μια και πότε την άλλη, έτσι ώστε να προωθούν, η κάθε μια για δικό της λογαριασμό τα ηγεμονιστικά τους σχέδια.

202. Τελευταία, έντονη δραστηριότητα για τη «ρύθμιση» των ελληνοτουρκικών σχέσεων αναπτύσσει ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός. Με τον τρόπο αυτό οι ΗΠΑ θέλουν να καλύψουν το ρήγμα στη Ν.Α. πτέρυγα του ΝΑΤΟ να σταθεροποιήσουν και να ενισχύσουν τον στρατιωτικό έλεγχο και τη γενικότερη πολιτική επιρροή τους στην Τουρκία και στην Ελλάδα και να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά τον ανταγωνισμό των σοβιετικών σοσιαλιμπε-ριαλιστών.

Η υπερνίκηση της σημερινής κατάστασης και η αποκατάσταση σχέσεων ειρηνικής συνεργασίας και φιλίας ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία, θα ήταν σίγουρα προς το συμφέρον των δυο λαών μας, αλλά αυτή σε καμμιά περίπτωση δεν μπορεί να επιτευχθεί κάτω από την κηδεμονία και την κατεύθυνση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων κι ούτε μπορεί να έχει σχέση με την «τακτοποίηση» των διαφορών ανάμεσα στις κυρίαρχες αντιδραστικές τάξεις της Τουρκίας και της Ελλάδας.

Για την επίτευξη της πραγματικής φιλίας και συνεργασίας ανάμεσα στις δυο χώρες μας, οι προοδευτικές δυνάμεις και οι λαοί της Ελλάδας και της Τουρκίας οφείλουν να αγωνιστούν ενάντια στις επεμβάσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στις υποθέσεις τους και ενάντια στην αντιδραστική πολιτική των κυρίαρχων τάξεων των χωρών τους. Αποκρούοντας τα κάθε λογής σωβινιστικά και εθνικιστικά κηρύγματα των αντιδραστικών των χωρών τους, οι λαοί της Ελλάδας και της Τουρκίας πρέπει να σφυρηλατήσουν μια γερή αδελφική φιλία και μια ισχυρή αγωνιστική αλληλεγγύη, μόνη εγγύηση για την αποκατάσταση φιλικών σχέσεων ανάμεσα στις δυο χώρες και για την ενίσχυση της ειρήνης και της ασφάλειας στην περιοχή μας.

Σήμερα, ιδιαίτερα, όταν ο μαρτυρικός λαός της Τουρκίας δοκιμάζεται σκληρά από την αιματηρή τρομοκρατία της στρατιωτικο-φασιστικής χούντας του Εβρέν και χιλιάδες τούρκοι αγωνιστές σαπίζουν στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και άλλοι οδηγούνται στα εκτελεστικά αποσπάσματα ή δολοφονούνται στους δρόμους, ο λαός της Ελλάδας πρέπει να εκδηλώσει την αμέριστη υποστήριξη και αλληλεγγύη του προς τον αδελφό τούρκικο λαό, να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για τη σωτηρία των ηρωικών αγωνιστών του τούρκικου λαού από το μαχαίρι των φασιστών-στρατοκρατών και να ενισχύσει ολόπλευρα τον αγώνα για την αποκατάσταση της δημοκρατίας και για τη νίκη της εθνικής ανεξαρτησίας στην Τουρκία. Αυτό θα είναι μια έμπραχτη και ουσιαστική συμβολή για το δυνάμωμα της φιλίας και της συνεργασίας ανάμεσα στους δυο λαούς.

στ. Για την αποπυρηνικοποίηση των Βαλκανίων, για την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή

203. Σημαντικό τμήμα του γενικού αγώνα των λαών ενάντια στους πυρηνικούς εξοπλισμούς και ενάντια στην πυρηνική κυριαρχία των υπερδυνάμεων, συστατικό στοιχείο της γενικής πάλης των διαφόρων χωρών για την απαλλαγή τους από την κηδεμονία των υπερδυνάμεων και για την κατάχτηση της εθνικής ανεξαρτησίας τους, αποτελεί η πάλη για την απομάκρυνση των πυρηνικών όπλων από το έδαφος των επιμέρους χωρών και η δημιουργία, πάνω στη βάση αυτή, αποπυρηνικοποιημένων περιφερειακών ζωνών. Είναι φανερό, πως όσο περισσότερες χώρες θα διώχνουν τα πυρηνικά όπλα από το έδαφος τους ή θα εμποδίζουν την εγκατάσταση τέτοιων όπλων στο έδαφος τους, τόσο περισσότερο θα στριμώχνονται οι πυρηνικές υπερδυνάμεις και θα περιορίζονται οι σφαίρες πυρηνικών ενεργειών τους. Αυτό θα βοηθά, αναμφίβολα και το γενικό αγώνα για την αποτροπή του πολέμου και τη διαφύλαξη της παγκόσμιας ειρήνης. Ξεκινώντας από την εχτίμηση αυτή, οι μαρξιστές-λενινιστές της Ελλάδας αγωνίζονται για την απομάκρυνση των πυρηνικών όπλων από τη χώρα μας και υποστηρίζουν την ιδέα της μετατροπής των Βαλκανίων σε απύραυλη ζώνη.

Η προσπάθεια για την αποπυρηνικοποίηση των Βαλκανίων μπορεί να φέρει θετικά αποτελέσματα, μόνο με τον όρο πως θα αναπτυχθεί σε αντιϋπερδυναμική κατεύθυνση. Αν, στα πλαίσια μιας τέτοιας προσπάθειας, δυναμώσουν οι τάσεις ανεξαρτοποίησης της Γιουγκοσλαβίας και της Ρουμανίας από τη Σ.Ε. και οι τάσεις ανεξαρτοποίησης της Ελλάδας από τις ΗΠΑ, τότε αυτό θα αποτελέσει μια εξαιρετικά θετική εξέλιξη. Αντίθετα, αν το αντιϋπερδυναμικό-αντιηγεμονιστικό στοιχείο υποβαθμιστεί ή και εξαλειφθεί, τότε η υπόθεση θα μπει αναπόφευκτα σε άσχημο δρόμο και κάποια από τις υπερδυνάμεις θα την κουμαντάρει σύμφωνα με τα δικά της συμφέροντα.

204. Οι μαρξιστές-λενινιστές οφείλουν να υιοθετήσουν μια ξεκάθαρη, συγκεκριμένη και ενεργητική θέση στο ζήτημα της δημιουργίας μιας αποπυρηνικοποιημένης ζώνης στα Βαλκάνια. Να ξεσκεπάσουν την υποκριτική στάση των σοβιετικών σοσιαλιμπε-ριαλιστών, που υποστηρίζουν την αποπυρηνικοποίηση των Βαλκανίων, τάχα για να προφυλάξουν τους λαούς της περιοχής από πυρηνικά πλήγματα και να καταγγείλουν τους αληθινά ύπουλους σκοπούς τους, που είναι η επέκταση της επιρροής τους σ’ όλες τις χώρες της Βαλκανικής, μέσα από απατηλά κηρύγματα για ειρήνη και ύφεση. Να ξεσκεπάσουν την υποκριτική στάση των αμερικάνων ιμπεριαλιστών, που αντιτάσσονται στην αποπυρηνικοποίηση των Βαλκανίων, τάχα για να προφυλάξουν τους λαούς της περιοχής από τη σοβιετική απειλή και να καταγγείλουν τους αληθινά ύπουλους σκοπούς τους, που είναι η διαιώνιση της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας τους στην Ελλάδα και στην Τουρκία και η διείσδυση τους και στις άλλες χώρες της Βαλκανικής. Να αγωνιστούν ώστε η προσπάθεια για την αποπυρηνικοποίηση των Βαλκανίων να πάρει σαφή αντιϋπερδυναμικό χαραχτήρα και να συντελεί στην καλλιέργεια της αντιηγεμονιστικής ενότητας και αλληλεγγύης των λαών και χωρών της Βαλκανικής.

Μέσα από την προώθηση του βασικού αυτού στόχου, οι μαρξιστές-λενινιστές οφείλουν να αντιμετωπίσουν και κάθε σχετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης της Ελλάδας. Να υποστηρίξουν κάθε ενέργεια της, που θα έτεινε, έστω και στο ελάχιστο, σε αντιηγεμονιστική κατεύθυνση και θα υποβοηθούσε τον αγώνα των βαλκανικών λαών για την απαλλαγή τους από την κηδεμονία, τον έλεγχο και την υπαγόρευση των δυο υπερδυνάμεων, των ΗΠΑ και της Σ.Ε. Να κριτικάρουν κάθε ταλάντευση και ασυνέπεια της στην κατεύθυνση αυτή. Και να καταγγείλουν κάθε απόπειρα να χρησιμοποιηθεί η υπόθεση της αποπυρηνικοποίησης των Βαλκανίων για τους μικροκομματικούς και δημαγωγικούς σκοπούς του Π ΑΣΟΚ, είτε σαν προπέτασμα, για να αποσπαστεί η προσοχή του λαού μας από άλλα, πιο ζωτικά προβλήματα.

Παράλληλα, θα πρέπει να είναι εντελώς σαφές πως η υποστήριξη μας στην ιδέα της αποπυρηνικοποίησης των Βαλκανίων σε καμιά περίπτωση δε μπορεί να σημαίνει παραίτηση από τον ιδιαίτερο αγώνα για το διώξιμο των πυρηνικών όπλων από την Ελλάδα, ανεξάρτητα από το αν ένας παρόμοιος στόχος θα έχει επιτευχθεί και στις άλλες βαλκανικές χώρες. Στο παρελθόν είχε εκφραστεί η παράλογη άποψη, πως δε θα έπρεπε να βάζουμε ζήτημα απομάκρυνσης των πυρηνικών όπλων από την Ελλάδα, όσο πυρηνικά όπλα παραμένουν και σε άλλες βαλκανικές χώρες, γιατί αυτό θα οδηγούσε σε «μονόπλευρο αφοπλισμό» της χώρας μας. Μια παρόμοια αντίληψη εφαρμόζει ουσιαστικά τώρα και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

Πραγματικά, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ από τη μια πλευρά διακηρύχνει, πως είναι αποφασισμένη να απομακρύνει τα πυρηνικά όπλα από την Ελλάδα και από την άλλη πλευρά προσπαθεί να εντάξει την απομάκρυνση αυτή μέσα σε μια «συνολική διαπραγμάτευση» με τις άλλες βαλκανικές χώρες, που διαθέτουν πυρηνικά όπλα στο έδαφος τους. Πραχτικά, αυτό οδηγεί στη λογική της ταυτόχρονης απομάκρυνσης των πυρηνικών όπλων από όλες τις βαλκανικές χώρες, όπου υπάρχουν, — λογική που αποτελεί μέρος της γενικής ιδέας για την ταυτόχρονη, διάλυση των στρατιωτικών συνασπισμών και όλων των σχετικών. Επομένως, σύμφωνα με την ‘όεα αυτή, εφόσον η «άλλη πλευρά» δεν ανταποκρίνεται θετικά στις εκκλήσεις μας, εμείς δεν απομακρύνουμε τα πυρηνικά όπλα από την Ελλάδα, δεν διώχνουμε τις αμερικάνικες στρατκοτικω βάσεις από το έδαφος μας, δεν αποχωρούμε από το ΝΑΤΟ κ.ο.κ. Αλλά μια τέτοια πολιτική, μόνο τα συμφέροντα των υπερδυνάμεων μπορεί να εξυπηρετήσει και γι’ αυτό πρέπει να την απορρίψουμε αποφασιστικά.

Η πάλη για την απομάκρυνση των πυρηνικών όπλων από την Ελλάδα συνδέεται, βέβαια και πρέπει να συνδέεται με την πάλη για την απομάκρυνση των πυρηνικών όπλων και από τις άλλες βαλκανικές χώρες, αλλά αυτή η σύνδεση έχει σχετικό χαραχτήρα. Για κάθε χώρα, επομένως και για την Ελλάδα, το αίτημα αυτό έχει πριν απ’ όλα μια αυτόνομη σημασία και πρέπει να προωθείται άμεσα για πραγματοποίηση, ανεξάρτητα από το πόσο θα έχει προωθηθεί στις άλλες χώρες. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο, καθώς η απομάκρυνση των πυρηνικών όπλων από την Ελλάδα θα σημάνει το σπάσιμο μιας   από τις αλυσίδες που κρατούν δεμένη τη χώρα μας στο άρμα του αμερικανικοί, ιμπεριαλισμού και του ΝΑΤΟ. Αποτελεί, με άλλα λόγια, συστατικό στοιχείο της πάλης του λαού μας για την   αποτίναξη   του   ξένου   ζυγού   και   την   κατάχτηση   της ανεξαρτησίας.

Ο αγώνας για την αποπυρηνικοποίηση των Βαλκανίων δεν είναι απλά μια υπόθεση κάποιων διπλωματικών πρωτοβουλιών στο επίπεδο τω.ν βαλκανικών κυβερνήσεων, αλλά, πριν απ’ όλα υπόθεση δραστήριας κινητοποίησης των λαϊκών μαζών. Μόνο με τον όρο μιας τέτοιας λαϊκής κινητοποίησης η υπόθεση της αποπυρηνικο-ποίησης των Βαλκανίων μπορεί να προωθηθεί σε σωστή κατεύθυνση και να οδηγήσει σε αποτελέσματα, που να εξυπηρετούν πραγματικά τα συμφέροντα των βαλκανικών λαών — να συμβάλει στην εξασφάλιση της ειρήνης και της ασφάλειας στην περιοχή των Βαλκανίων και στην προώθηση της ειρηνικής και ισότιμης συνεργασίας των βαλκανικών χωρών, μακριά από την κηδεμονία, τον έλεγχο και την υπαγόρευση των υπερδυνάμεων.

ζ. Για την αλληλεγγύη με όλους τους λαούς που αγωνίζονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό και το σοσιαλιμπεριαλισμό

205. Η πάλη του λαού μας για την εθνική ανεξαρτησία συνδέεται στενά με την πάλη όλων των λαών που στενάζουν κάτω από την κυριαρχία ή απειλούνται από τις επεμβάσεις και επιθέσεις του ιμπεριαλισμού και του σοσιαλιμπεριαλισμού, γι’ αυτό πρέπει να αναπτύξουμε και να διαδόσουμε το πνεύμα της διεθνιστικής αλληλεγγύης.

Πρέπει να γνωρίσουμε στο λαό μας την πραγματική κατάσταση που υπάρχει σήμερα στον κόσμο, τα εγκλήματα που διαπράττουν σε διάφορα σημεία της γης οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές, οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές και οι ντόπιοι λακέδες τους αντιδραστικοί κάθε απόχρωσης, αλλά και τους λαϊκούς απελευθερωτικούς και επαναστατικούς αγώνες που ξεσπούν και διεξάγονται παντού. Και να υποκινήσουμε ανάμεσα στο λαό μας κινήματα αλληλεγγύης προς τους αγωνιζόμενους λαούς των άλλων χωρών.

Πρέπει να εκδηλώσουμε την αλληλεγγύη μας προς τους λαούς της Δημοκρατικής Καμπότζης και του Αφγανιστάν, του Σαλβαντόρ και της Νικαράγουα, της Παλαιστίνης, της Ν. Αφρικής και της Ερυθραίας, του Περού και της Γουατεμάλας, των Φιλιππίνων και της Ταϋλάνοης, της Πολωνίας, της Χιλής και της Βραζιλίας, της Τουρκίας και του Ιράν και προς όλους τους άλλους λαούς που αγωνίζονται ενάντια στους ξένους επιδρομείς και τα ντόπια αντιδραστικά και φασιστικά καθεστώτα των χωρών τους. Έτσι ακριβώς θα ενισχύσουμε το γενικό μέτωπο της παγκόσμιας απελευθερωτικής πάλης των λαών, αλλά και θα δώσουμε μια παραπέρα ώθηση στην αγωνιστική ενεργητικοποίηση και του δικού μας λαού.

Κεφάλαιο δέκατο όγδοο

ΟΙ ΜΑΡΞΙΣΤΕΣ-ΛΕΝΙΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΖΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

α. Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα

206. Μέσα σ’ ολόκληρο το μαζικό κίνημα, πρωταρχική σημασία έχει το συνδικαλιστικό κίνημα της εργατικής τάξης. Οι αγώνες των διαφόρων στρωμάτων του πληθυσμού μπορούν να έχουν μια στερεή βάση και να αναπτυχθούν στη σωστή κατεύθυνση, μόνο όταν υπολογίζουν στην ύπαρξη ενός ισχυρού συνδικαλιστικού κινήματος της εργατικής τάξης, όταν συνδέονται με το κίνημα αυτό και εμπνέονται από τη γραμμή της ανάπτυξης του.

Το συνδικαλιστικό κίνημα της εργατικής τάξης, που έχει μια μεγάλη και ηρωική ιστορία στη χώρα μας, πήρε μια ξεχωριστή ανάπτυξη στα τελευταία χρόνια.   Ύστερα, ιδιαίτερα, από τον Οχτώβρη του ’81 χάρη και στις πιο ευνοϊκές συνθήκες που διαμορφώθηκαν στη χώρα, ξέσπασαν μια σειρά σημαντικοί αγώνες των εργαζομένων, με απεργίες, πορείες, διαδηλώσεις και άλλες μορφές. Γδιαίτερα πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι σ’ αυτούς τους αγώνες τραβήχτηκαν νέες δυνάμεις, σημαντικά τμήματα εργαζομένων, που προηγούμενα αδρανούσαν καθώς και το ότι για πρώτη φορά ξέσπασαν παρατεταμένοι απεργιακοί αγώνες σε μεγάλες παραγωγικές μονάδες και γενικά αυξήθηκε η συμμετοχή του βιομηχανικού προλεταριάτου στο απεργιακό κίνημα.

Οι αγώνες των εργαζομένων οδήγησαν σε μια σειρά επιμέρους καταχτήσεις, αλλά, το συνδικαλιστικό κίνημα, συνολικά παρμένο, μπλοκαρίστηκε και υπονομεύτηκε, εξαιτίας της κυριαρχίας των ρεφορμιστών αυτής ή της άλλης κατεύθυνσης, στα συνδικαλιστικά όργανα.

207. Μετά την απομάκρυνση της δεξιάς από την κυβερνητική εξουσία, απομακρύνθηκαν από τα βασικά όργανα του συνδικαλιστικού κινήματος (ΓΣΕΕ, Εργατικά Κέντρα, Ομοσπονδίες) και οι διορισμένοι εργατοπατέρες της δεξιάς. Αυτό, όμως, δεν επέφερε, αυτόματα, τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος, που παρέμεινε ένας ανεκπλήρωτος στόχος των εργαζομένων, αφού στη θέση του παλιού κρατικού συνδικαλισμού της δεξιάς, ήρθε τώρα ο νέος, ιδιότυπος, κυβερνητικός συνδικαλισμός του Π ΑΣΟΚ.

Πραγματικά, παρά τα ορισμένα θετικά μέτρα, που πάρθηκαν στην περίοδο αυτή, όπως η επανεγγραφή δεκάδων διαγραμμένων σωματείων και η εγγραφή άλλων στα Εργατικά κέντρα και στις Ομοσπονδίες, η καθιέρωση της απλής αναλογικής στις αρχαιρεσίες των συνδικαλιστικών οργανώσεων κ.α., στο οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα εξακολουθεί να κυριαρχεί ένα ουσιαστικά αντιδημοκρατικό καθεστώς λειτουργίας. Στα σωματεία δεν υπάρχει μια ζωντανή εσωτερική ζωή, οι εργαζόμενοι δε συμμετέχουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των αποφάσεων, που έρχονται «από τα πάνω» και συχνά επιβάλλονται με αυταρχικές μέθοδες, ενώ η κριτική στις ενέργειες των διοικήσεων κατά κανόνα αντιμετωπίζεται με αντιδημοκρατικό τρόπο, καταπνίγεται και παρεμποδίζεται και όχι σπάνια εκείνοι που τολμούν να επικρίνουν την πραχτική του ρεφορμισμού δέχονται τραμπούκικες επιθέσεις, που θυμίζουν έργα και ημέρες των εργατοπατέρων της δεξιάς. Κύριος φορέας αυτής της αντιδημοκρατικής μεθοδολογίας είναι η ΕΣΑΚ αλλά συνυπεύθυνη για τη σημερινή κατάσταση στη λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων είναι και η ΠΑΣΚΕ.

Η ΠΑΣΚΕ που ελέγχει σήμερα τη Διοίκηση της ΓΣΕΕ καθώς και τις διοικήσεις μιας σειράς Εργατικών Κέντρων και Ομοσπονδιών, εφαρμόζει, πραχτικά, έναν καινούριο κυβερνητικό συνδικαλισμό. Η βασική της προσπάθεια είναι να προσαρμόσει το συνδικαλιστικό κίνημα της εργατικής τάξης στις απαιτήσεις της κυβερνητικής πολιτικής. Έτσι. η Διοίκηση της ΓΣΕΕ αντί να κινητοποιήσει τους εργαζόμενους στην πάλη γα την ικανοποίηση τον δίκαιων αιτημάτων τους. προσπαθεί, αντίθετα, να περιορίσει ή και να υπονομεύσει αυτή την πάλη, εφόσον ξεφεύγει από τα όρια της κυβερνητικής εισοδηματικής πολιτικής. Ακόμα χειρότερα, η ίδια η ΓΣΕΕ αλλά κύρια μια σειρά κλαδικές οργανώσεις της

ΠΑΣΚΕ εφάρμοσαν συχνά τον απεργοσπαστισμό και αντιτάχτη-καν ανοιχτά σε απεργιακούς αγώνες των εργαζομένων. Η ΠΑΣΚΕ εξάλλου, υποστήριξε το περιβόητο άρθρο 4 που πέρασε η κυβέρνηση στο Νόμο για τις κοινωνικοποιήσεις και που απαγορεύει ουσιαστικά, την απεργία.

Από την άλλη πλευρά, η ΕΣΑΚ ενώ εμφανίζεται σαν ο συνεπής εκφραστής των αγωνιστικών διαθέσεων των εργαζομένων, στην πραγματικότητα εφαρμόζει μια καιροσκοπική ταχτική, πότε κινητοποιώντας και πότε ακινητοποιώντας τις δυνάμεις της, αλλά με βασικό στόχο πάντα, όχι να προωθήσει τα ζητήματα των εργαζομένων, αλλά να προωθήσει τις δικές της θέσεις στα διάφορα όργανα του συνδικαλιστικού κινήματος ή να εξυπηρετήσει γενικότερες πολιτικές σκοπιμότητες του ΚΚΕ, που αφορούν τις σχέσεις του με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Μέσα σ’ αυτή τη λογική, η ΕΣΑΚ έχει συχνά εγκαταλείψει ή και υπονομεύσει απεργιακούς αγώνες των εργαζομένων, «κερδίζοντας» για αντάλλαγμα κάποια θέση στην ιεραρχία του συνδικαλιστικού κινήματος, που της παραχώρήσε η ΠΑΣΚΕ.

Στην πραγματικότητα, ανάμεσα στην ΕΣΑΚ και στην ΠΑΣΚΕ έχει τώρα συναφθεί μια ορισμένη «εκεχειρία» η «μορατόριουμ», όπως ονομάζεται από άλλους και οι δυο αυτές παρατάξεις, παρασκηνιακά ή και φανερά, συναλλάσονται, παζαρεύουν και μοιράζονται μεταξύ τους τις έδρες και τις θέσεις στις διοικήσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων, χρησιμοποιώντας το συνδικαλιστικό κίνημα σαν «τσιφλίκι» τους και περιφρονώντας κάθε δημοκρατική αρχή.

Αυτή η έξω από αρχές θέση της ΕΣΑΚ και της ΠΑΣΚΕ οδήγησε συχνά τις δυο αυτές παρατάξεις και σε ανίερες συμμαχίες και συμπράξεις με τις δυνάμεις της δεξιάς, όπως συνέβηκε στα πρόσφατα συνέδρια του ΕΚ Α, του ΕΚΘ και της ΓΣΕΕ. Η ΕΣΑΚ, εξάλλου, συνεργάστηκε ανοιχτά με τις δυνάμεις της δεξιάς σε διάφορες απεργιακές εκδηλώσεις, όπως στους τραπεζικούς, ενώ ταυτόχρονα παζάρευε με την ΠΑΣΚΕ. Όλα αυτά αποχτούν μια ιδιαίτερη σημασία σήμερα, όταν η δεξιά ανασυγκροτεί τις δυνάμεις της και κάνει επικίνδυνες εμφανίσεις σε μια σειρά συνδικαλιστικές οργανώσεις.

208. Σύμφωνα με την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, το βασικό καθήκον των μαρξιστών-λενινιστών στο συνδικαλιστικό κίνημα είναι να παλαίψουν για την απαλλαγή των εργατικών συνδικάτων από την επιρροή του ρεφορμισμού και για το σωστό ταξικό προσανατολισμό τους. Πρέπει να καταπολεμήσουν αποφασιστικά την οππορτουνιστική εκείνη αντίληψη, που θέλει τις συνδικαλιστικές οργανώσεις σαν απλά όργανα πίεσης για την επίτευξη κάποιου συμβιβασμού με τους εργοδότες και να δουλέψουν έτσι ώστε οι οργανώσεις αυτές να μετατραπούν σε αληθινά όργανα αγωνιστικής διεκδίκησης των αιτημάτων της εργατικής τάξης και σε σχολειά ταξικής διαπαιδαγώγησης των εργαζομένων. Στο πλαίσιο αυτό, οφείλουν να παλαίψουν ειδικά ενάντια στον κυβερνητικό συνδικαλισμό και για την ταξική ανεξαρτησία των εργατικών συνδικάτων.

Ο κύριος σκοπός μας είναι να συμβάλλουμε στην ανάπτυξη των εργατικών αγώνων ενάντια στους εργοδότες και γι’ αυτό, πριν απ’ όλα, ξεσκεπάζουμε και καταπολεμούμε τους ξεσκολισμένους πράκτορες της εργοδοσίας μέσα στο εργατικό κίνημα, τους εργατοπα-τέρες της δεξιάς, που προσπαθούν σήμερα να εξαπατήσουν τους εργαζόμενους με την υπόσχεση μιας συνδικαλιστικής «ανανέωσης». Ταυτόχρονα, αγωνιζόμαστε ενάντια στους οππορτουνιστές της ΕΣΑΚ που μπλοκάρουν και υπονομεύουν το συνεπές εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, όπως και ενάντια στην καιροσκοπική εκείνη γραμμή της ΠΑΣΚΕ που θέλει να υποτάξει τα εργατικά συνδικάτα στην αντεργατική πολιτική της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

209. Απέναντι στην τωρινή Διοίκηση της ΓΣΕΕ, η θέση μας πρέπει να είναι εντελώς καθαρή. Από τη μια πλευρά, δεν την ταυτίζουμε με την προηγούμενη διοίκηση της δεξιάς και δεν αρνούμαστε τη σημασία ορισμένων θετικών ενεργειών της, ούτε υποτιμούμε το γεγονός ότι στους κόλπους της βρίσκονται σήμερα μια σειρά συνδικαλιστικά στελέχη, που στο παρελθόν έχουν αγωνιστεί για τα ζητήματα των εργαζομένων. Από την άλλη πλευρά, βλέπουμε να κυριαρχεί στη γραμμή της ο ρεφορμισμός και η επιδίωξη για την επιβολή στο συνδικαλιστικό κίνημα της εργατικής τάξης ενός νέου κυβερνητικού συνδικαλισμού, ο καιροσκοπισμός και το συμβιβαστικό πνεύμα στην αντιμετώπιση της εργοδοσίας. Η σημερινή Διοίκηση της ΓΣΕΕ αντί να ενεργεί για την ανάπτυξη του συνδικαλιστικού κινήματος της εργατικής τάξης, στην πράξη το υπονομεύει και το εξασθενίζει και αντί να προσπαθεί για την κινητοποίηση των εργαζομένων, κάνει ό,τι μπορεί για να τους κρατά στην αδράνεια και την απραξία. Με δυο λόγια η πολιτική της βρίσκεται σε ριζική αντίθεση με τα συμφέροντα των εργαζομένων.

Χωρίς καμμιά αυταπάτη και με αποκλειστικό γνώμονα τα συμφέροντα του λαϊκού κινήματος, οι μαρξιστές-λενινιστές οφείλουν να καταγγείλουν αποφασιστικά αυτή την πολιτική και να αγωνιστούν για το πέρασμα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα μιας άλλης πολιτικής — μιας πολιτικής που θα ξεμπλοκάρει τους εργαζόμενους από τα δίχτυα του ρεφορμισμου, που θα δώσει μια νέα πνοή στις συνδικαλιστικές οργανώσεις τους και που θα τις μετατρέψει από όργανα της συνεργασίας των τάξεων σε ανεξάρτητα όργανα δραστήριας διεξαγωγής της ταξικής πάλης και αγωνιστικής διεκδίκησης των αιτημάτων της εργατικής τάξης.

Αγωνιζόμαστε για ένα συνεπές και οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα και είμαστε υπέρ της ενιαίας μορφής των εργατικών συνδικάτων, που εκφράζεται στην κατεύθυνση για ένα σωματείο, ένα Εργατικό Κέντρο, μια Ομοσπονδία, μια ΓΣΕΕ. Καταπολεμούμε τη διάσπαση από όπου κι αν προέρχεται και με όποια μορφή κι αν εκφράζεται, είτε με την αντιδραστική επιδίωξη της δεξιάς για τη δημιουργία μιας άλλης ΓΣΕΕ είτε με την χωριστική τάση της ΕΣΑΚ, που με τα διάφορα «συντονιστικά όργανα» σωματείων που προωθεί, πραχτικά προσπαθεί να δημιουργήσει ένα άλλο, δικό της, καθοδηγητικό κέντρο του συνδικαλιστικού κινήματος και να υποτάξει σ’ αυτό τα εργατικά συνδικάτα.

Παλεύοντας για το σωστό προσανατολισμό του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος γενικά, οι μαρξιστές-λενινιστές πρέπει να έχουν σαφή συνείδηση πως η αλλαγή της κατάστασης στις διοικήσει των μεγάλων συνδικαλιστικών οργανώσεων, όπως είναι τα Εργατικά Κέντρα, οι ομοσπονδίες και η ΓΣΕΕ είναι μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση και θα απαιτήσει, ασφαλώς, μακρόχρονες προσπάθειες και επίμονους αγώνες. Χωρίς να παραιτηθούν από τους αγώνες αυτούς κι ενώ θα ασκούν τη γενική κριτική τους και θα προβάλουν τα, ανάλογα, γενικά συνθήματα τους, οι μαρξιστές-λενινιστές πρέπει να δώσουν έμφαση στη δουλειά από τα κάτω, να συγκεντρώσουν τις προσπάθειες τους στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, στα εργατικά σωματεία.

Μια νέα σημαντική μορφή συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων, που εμφανίστηκε στα τελευταία χρόνια, είναι τα εργοστασιακά σωματεία. Οι μαρξιστές-λενινιστές πρέπει να αποδώσουν την πρέπουσα σημασία στα σωματεία αυτά και να συμβάλουν δραστήρια στην ενίσχυση και την ανάπτυξη τους.

210. Οι μαρξιστές-λενινιστές οφείλουν να καθορίσουν τη συγκεκριμένη στάση τους και τα καθήκοντα τους στα εργατικά συνδικάτα, παίρνοντας σοβαρά υπόψη την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί σ’ αυτά και αποφεύγοντας κάθε μονόπλευρη τοποθέτηση. Θα ήταν λάθος, αν, στο όνομα της σημερινής κυριαρχίας του ρεφορμισμου στα εργατικά συνδικάτα, οι μαρξιστές-λενινιστές ξέκοβαν απ’ αυτά, σταματούσαν τη δουλειά τους στα εργατικά συνδικάτα. Αυτό θα τους απομόνωνε από τις εργατικές μάζες, θα τους οδηγούσε σε απόσπαση από τη ζωή, από τα συγκεκριμένα προβλήματα της ταξικής πάλης. Αλλά, θα ήταν επίσης λάθος αν, παραγνωρίζοντας την κυριαρχία του ρεφορμισμου στα εργατικά συνδικάτα, υιοθετούσαν τον προσανατολισμό «όλα μέσα από τα εργατικά συνδικάτα», αν περιόριζαν τη δουλειά τους αποκλειστικά σ’ αυτά. Αυτό θα τους μετάτρεπε σε ουρά των ρεφορμι-στών, θα τους στερούσε τη δυνατότητα της πραγματικής σύνδεσης με τις εργατικές μάζες και της σωστής οργάνωσης και καθοδήγησης των αγώνων τους.

Ενώ θα δουλεύουν δραστήρια μέσα στα εργατικά συνδικάτα και θα επιμένουν στην προσπάθεια για το σωστό ταξικό προσανατολισμό τους, οι μαρξιστές-λενινιστές οφείλουν, ταυτόχρονα, να αναπτύσσουν πλατειές πρωτοβουλίες και έξω από τα εργατικά συνδικάτα (δηλαδή έξω από το μπλοκάρισμα που έχουν επιβάλει σ’ αυτά οι ρεφορμιστές), να προωθούν όλες τις αναγκαίες οργανωτικές μορφές που θα επιτρέπουν και θα εξασφαλίζουν κάθε φορά το τράβηγμα στον αγώνα των εργαζομένων μαζών. Σπουδαία σημασία, από την άποψη αυτή έχει η ανάδειξη επιτροπών αγώνα ή άλλων κατάλληλων οργάνων για την καθοδήγηση των εργατικών αγώνων στους ίδιους τους τόπους δουλειάς. Οι επιτροπές ή τα όργανα αυτά πρέπει να εκλέγονται άμεσα από τους εργάτες σε συγκεντρώσεις κάθε εργοστασίου, κάθε επιχείρησης κ.λ.π. ‘ Ολη η προσοχή των μαρξιστών-λενινιστών πρέπει να στραφεί στους τόπους δουλειάς και ιδιαίτερα στις μεγάλες βιομηχανίες και στις επιχειρήσεις βασικής σημασίας.

211. Σπουδαίος τομέας της δουλειάς των μαρξιστών-λενινιστών στα εργατικά συνδικάτα, είναι η πάλη για την εργατική δημοκρατία, η πάλη για την εξασφάλιση της δημοκρατικής λειτουργίας των εργατικών συνδικάτων. Απαραίτητος όρος της εργατικής δημοκρατίας είναι η εξασφάλιση της δυνατότητας στον κάθε εργαζόμενο να εκφράζει ελεύθερα τις γνώμες του στην συνδικαλιστική του οργάνωση, η δυνατότητα ελεύθερης έκφρασης των απόψεων κάθε ομάδας εργαζομένων, μαζί και η δυνατότητα κανονικής και ελεύθερης έκφρασης των συνδικαλιστικών παρατάξεων μέσα στα εργατικά συνδικάτα. Το ουσιαστικό στην εργατική δημοκρατία είναι να εξασφαλίζεται τέτοια λειτουργία στα εργατικά συνδικάτα ώστε να πετυχαίνεται η πραγματική συμμετοχή των εργαζομένων στη διαμόρφωση και λήψη των αποφάσεων που τους αφορούν.

Στις σημερινές συνθήκες, η πάλη για τον εκδημοκρατισμό του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, σημαίνει, από τη μια πλευρά, πάλη για την κατάργηση όλης της αντισυνδικαλιστικής αντεργατικής νομοθεσίας και όλου του αντιδημοκρατικού καθεστώτος που είχε επιβάλει η δεξιά στο συνδικαλιστικό κίνημα και. από την άλλη πλευρά, πάλη για την απόκρουση κάθε προσπάθειας να αλυσοδεθεί ξανά το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα με τα δεσμά ενός νέου κυβερνητικού συνδικαλισμού, πάλη ενάντια σε κάθε κρατική επέμβαση στη ζωή των συνδικαλιστικών οργανώσεων και για την πλήρη εξασφάλιση της ανεξαρτησίας και αυτονομίας και του ταξικού χαρακτήρα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Σ’ αυτό το πλαίσιο, εξάλλου, ξεχωριστή σημασία έχει η πάλη ενάντια στην αντιδημοκρατική μεθοδολογία της ΕΣΑΚ, η οποία έχει επιβάλει, στις συνδικαλιστικές οργανώσεις που ελέγχει, ένα στυγνό, αυταρχικό καθεστώς πλήρους μονοπαραταξιακής κυριαρχίας της και καταπνίγει με μέθοδες αντιδημοκρατικές, συχνά ακόμα και τραμπούκικες, κάθε αντίθετη φωνή και άποψη. Χωρίς το σπάσιμο αυτού του καθεστώτος είναι αδιανόητη η δημοκρατία στα εργατικά συνδικάτα.

212. Σε κάθε περίπτωση, είτε δουλεύοντας μέσα στα εργατικά συνδικάτα, είτε αναπτύσσοντας πρωτοβουλίες έξω απ’ αυτά, οι μαρξιστές-λενινιστές πρέπει να έχουν σαν κύριο προσανατολισμό τη δουλειά για το χτίσιμο του ενιαίου μετώπου της εργατικής τάξης. Αυτό σημαίνει, να προσπαθούν να ενώνουν όλους τους εργάτες και τους άλλους εργαζόμενους, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές αντιλήψεις και τις πολιτικές απόψεις τους, στον κοινό αγώνα για τις άμεσες διεκδικήσεις τους. ‘ Ετσι ακριβώς, μέσα στην κοινή δράση, τα καθυστερημένα στοιχεία των εργαζομένων θα διαπαιδαγωγούνται αγωνιστικά, θα απαλλάσσονται βαθμιαία από τις αστικές και ρεφορμιστικές επιρροές και θα ανεβάζουν όλο και πιο ψηλά το επίπεδο της ταξικής τους συνείδησης και την ετοιμότητα τους για πιο σοβαρούς αγώνες.

Συστατικό στοιχείο της ενιαιομετωπικ η, δουλειάς των μαρξιστών-λενινιστών στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα είναι η επιδίωξη τους για την αποκατάσταση της ενότητας δράσης με τις συνδικαλιστικές παρατάξεις του ΑΕΜ και της ΠΑΣΚΗ για την αντιμετώπιση της εργοδοσίας και για την προώθηση των εργατικοί αιτημάτων, αλλά και για την απόκρουση ακόμα και των κυβερνητικών εκείνων μέτροιν, που θίγουν τα συμφέροντα των εργαζομένων και τα καταχτημένα δικαιώματα τους. Πρέπει, ιδιαίτερα, οι μαρξιστές-λενινιστές, να αναπτύξουν μια έντονη δουλειά ζύμωσης ανάμεσα στα τίμια συνδικαλιστικά στελέχη της ΠΑΣΚΕ κύρια στο κατώτερο και στο μεσαίο επίπεδο, για να τα βοηθήσουν να κατανοήσουν τον επιζήμιο χαραχτήρα του κυβερνητικού συνδικαλισμού κι όταν αυτός μεταμφιέζεται σε «πολιτική της αλλαγής στο συνδικαλιστικό κίνημα» και να προσανατολιστούν στις θέσεις ενός ανεξάρτητου από την όποια κυβερνητική κηδεμονία και ταξικά προσανατολισμένου, αγωνιστικού εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Ενωτική πολιτική πρέπει να εφαρμόσουν οι μαρξιστές-λενινιστές και απέναντι στη βάση της ΕΣΑΚ. Ενώ θα καταπολεμούν δραστήρια τη ρεφορμιστική-οππορτουνιστική και καιροσκοπική γραμμή της ΕΣΑΚ και θα καταγγέλλουν αποφασιστικά την αντιδημοκρατική μεθοδολογία της, αποκρούοντας κάθε συνεργασία μαζί της, οι μαρξιστές-λενινιστές, ταυτόχρονα θα προσπαθούν να τραβήξουν σε κοινό αγώνα όλους εκείνους τους τίμιους εργαζόμενους, που αν και παραμένουν παγιδευμένοι στην επιρροή της ΕΣΑΚ, διατηρούν, ωστόσο αγωνιστική φλόγα μέσα τους και αντιστέκονται στην εργοδοτική εκμετάλλευση και στην κρατική καταπίεση. Μέσα στην πραχτική του καθημερινού αγώνα, στις κινητοποιήσεις του σωματείου και σε κάθε μορφής αγωνιστική εκδήλωση, στη στάση εργασίας και στην απεργία, στην πορεία και στη διαδήλωση θα σφυρηλατούν μαζί τους αγωνιστικούς δεσμούς για την προώθηση των εργατικών ζητημάτων, πρώτα-πρώτα. Αλλά, ταυτόχρονα, μέσα στην ίδια αυτή αγωνιστική πραχτική, θα τους βοηθούν συντροφικά να κατανοούν καλύτερα την πραγματική φύση της ΕΣΑΚ και να αποδεσμεύονται από την επιρροή της.

213. Για την υιοθέτηση μιας σωστής αντιμετώπισης της ΕΣΑΚ οι μαρξιστές-λενινιστές πρέπει να απορρίψουν και να καταπολεμήσουν αποφασιστικά την άποψη εκείνη που κηρύχνει τον απεργο-σπαστισμό, στις περιπτώσεις όπου οι απεργίες οργανώνονται από συνδικαλιστικές οργανώσεις, που ελέγχονται από την ΕΣΑΚ. Μια τέτοια κατεύθυνση όχι μόνο διευκολύνει την ίδια την ΕΣΑΚ να καπηλεύεται και να ιδιοποιείται τους εργατικούς αγώνες και να συκοφαντεί τους μαρξιστές-λενινιστές, αλλά και βρίσκεται σε ριζική αντίθεση με τη στάση που οφείλουν να υιοθετούν οι μαρξιστές-λενινιστές απέναντι στους εργατικούς αγώνες. Ο απερ-γοσπαστισμός είναι μια αντιδραστική και αντεργατική θέση που εξυπηρετεί την εργοδοσία και που πρέπει αποφασιστικά να καταγγέλλεται από τους μαρξιστές-λενινιστές σε κάθε περίπτωση. Οι μαρξιστές-λενινιστές πρέπει να συμμετέχουν δραστήρια σ’ όλους τους απεργιακούς αγώνες, γιατί, πρώτα-πρώτα, αυτό ανταποκρίνεται στα συμφέροντα των εργαζομένων. Και γιατί μόνο μέσα από μια τέτοια συμμετοχή θα αποχτούν το ηθικό δικαίωμα και την πραχτική δυνατότητα να κριτικάρουν και να ξεσκεπάζουν την οππορτουνιστική πολιτική της ΕΣΑΚ.

Ταυτόχρονα, οφείλουμε να απορρίψουμε και να καταπολεμήσουμε, το ίδιο αποφασιστικά και την άποψη εκείνη που ζητάει να περιορίσουμε ή και να σταματήσουμε την κριτική στις διοικήσεις των σωματείων που ελέγχονται από την ΕΣΑΚ, για να μη «δυσκολεύουμε», τάχα τους εργατικούς αγώνες. Μια τέτοια κατεύθυνση μετατρέπει τους μαρξιστές-λενινιστές σε νεροκουβαλητές της ΕΣΑΚ, αφήνει ελεύθερο το έδαφος στο ρεφορμισμό και στον οππορτουνισμό και σε τελευταία ανάλυση, υπονομεύει τους ίδιους τους εργατικούς αγώνες. Χωρίς να υποχωρούν μπροστά στις οποιεσδήποτε δυσκολίες, οι μαρξιστές-λενινιστές πρέπει να προωθούν τον ανεξάρτητο αγωνιστικό ρόλο τους μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και να διεξάγουν αδιάκοπο αγώνα ενάντια σ’ όλες  τις  μορφές   και  εκδηλώσεις  του   ρεφορμισμού   και  του οππορτουνισμού.

Το ξεσκέπασμα του ρεφορμισμού και του οππορτουνισμού της ΕΣΑΚ ειδικά μπορεί να γίνει αποτελεσματικά πάνω στη συγκεκριμένη δράση και με βάση τη στάση που τηρούν οι φορείς της γραμμής της απέναντι στα προβλήματα που απασχολούν τους εργαζόμενους και απέναντι στους κάθε φορά εργατικούς αγώνες. Η αφηρημένη καταπολέμηση της γραμμής της ΕΣΑΚ, η συνεχής επανάληψη μερικών γενικών χαρακτηρισμών για τη γραμμή αυτή, χωρίς να συνδέεται με συγκεκριμένα στοιχεία που να θεμελιώνουν αυτούς τους χαραχτηρισμούς, όχι μόνο είναι ανεπαρκής, αλλά μπορεί να καταστεί και επιζήμια για το κύρος των μαρξιστών-λενινιστών, δυσκολεύοντας πραχτικά τη συνδικαλιστική δουλειά τους. Οι μαρξιστές-λενινιστές πρέπει να είναι πειστικοί στις μάζες και πρέπει γι’ αυτό και την πάλη τους για το ξεσκέπασμα του ρεφορμισμού και του οππορτουνισμού να τη διεξάγουν συγκεκριμένα, αντλώντας από την ίδια τη ζωή τα απαραίτητα για την πάλη αυτή όπλα. Πρέπει να μιλούμε στους εργαζόμενους με τα γεγονότα και όχι με άσκοπους χαραχτηρισμούς.

214. Παλεύοντας για το σωστό προσανατολισμό του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, οι μαρξιστές-λενινιστές πρέπει να υιοθετήσουν μια σωστή θέση και στο ζήτημα για τις σχέσεις ανάμεσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και στο κόμμα της εργατικής τάξης, ανάμεσα στη συνδικαλιστική πάλη και στην πολιτική πάλη και να καταπολεμήσουν κάθε λαθεμένη άποψη στο ζήτημα αυτό.

Εδώ και πολύ καιρό, οι ρεβιζιονιστές έχουν απορρίψει τη λενινιστική αντίληψη πως τα εργατικά συνδικάτα πρέπει να αποτελούν τους ιμάντες μεταβίβασης της πολιτικής του κόμματος και προπαγανδίζουν τη θέση για την «ανεξαρτησία» των εργατικών συνδικάτων από κάθε «κομματική εξάρτηση». Το σύνθημα της «ανεξαρτησίας» των συνδικαλιστικών οργανώσεων της εργατικής τάξης από το κόμμα της εργατικής τάξης είναι ένα αντιδραστικό σύνθημα, που έχει σα σκοπό να «αποπολιτικοποιήσει» το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, να ξεριζώσει τα αγωνιστικά χαραχτηριστικά του και έτσι ακριβώς να το κατευθύνει στα πολιτικά κανάλια της αστικής τάξης.

Στην πραγματικότητα, στον τομέα των εργατικών συνδικάτων διεξάγεται ένας ανειρήνευτος αγώνας ανάμεσα στην αστική ιδεολογία και στην προλεταριακή ιδεολογία, ανάμεσα στα αστικά πολιτικά κόμματα και στο προλεταριακό κόμμα — ένας αγώνας που η ουσία του συμπυκνώνεται στο θεμελιώδες πρόβλημα: τα εργατικά συνδικάτα θα ακολουθήσουν την προλεταριακή κατεύθυνση ή την αστική κατεύθυνση; Θα προσανατολιστούν στη γραμμή της ταξικής πάλης, θα σταθούν οι πλατειές αλλά και μαχητικές οργανώσεις για την υπεράσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης ή θα στραφούν στο δρόμο της συνεργασίας των τάξεων, θα μετατραπούν σε όργανα εξυπηρέτησης των συμφερόντων της αστικής τάξης;

Το αστικό κράτος και τα αστικά κόμματα, κινούμενα από την ίδια την ταξική φύση τους, επιδιώκουν και θα επιδιώκουν πάντα να θέσουν και να διατηρούν κάτω από την πλήρη εξάρτηση τους τα συνδικάτα. Ο μόνος τρόπος για να αποτραπεί αυτό και για να σταθούν τα συνδικάτα πραγματικά συνεπείς ταξικές οργανώσεις του προλεταριάτου, είναι η νίκη της συνεπούς αγωνιστικής κατεύθυνσης και η προώθηση του καθοδηγητικού ρόλου του κόμματος μέσα στα συνδικάτα.

Τα συνδικάτα δε μπορούν να έχουν οργανωτική ή οικονομική εξάρτηση από το κόμμα και, από την άποψη αυτή, είναι αυτόνομες οργανώσεις, που μέσα από δικές τους, ανεξάρτητες, διαδικασίες και λειτουργίες, αποφασίζουν κυρίαρχα για όλα τα προβλήματα τους. Αλλά, το κόμμα, χωρίς να παραβιάζει την οργανωτική αυτοτέλεια των συνδικάτων, οφείλει να προωθεί την πολιτική του καθοδήγηση μέσα σ’ αυτά, δηλ. να επηρεάζει και να κατευθύνει τη δράση των εργατικών συνδικάτων σύμφωνα με τη δική του γενική πολιτική.

Ο καθοδηγητικός ρόλος του κόμματος στα συνδικάτα δεν επιβάλλεται με διοικητικές επεμβάσεις και με εντολές, αλλά ασκείττ! μέσα από τη συγκεκριμένη δράση και τις πρωτοβουλίες, που αναπτύσσουν μέσα στα συνδικάτα υι εργαζόμενοι — μέλη τυυ κόμματος. Τα μέλη του κόμματος, που δουλεύουν στο συνδικαλιστικό κίνημα, είναι οι φορείς τόσο της γενικής πολιτικής όσο και της συνδικαλιστικής γραμμής του κόμματος. Με τη δραστήρια, σταθερή και συνεπή δουλειά τους μέσα στα συνδικάτα και με το ίδιο το προσωπικό αγωνιστικό τους παράδειγμα, οφείλουν να καταχτούν την εμπιστοσύνη των εργαζομένων, να τους πείθουν για την ορθότητα των δικών τους απόψεων σχετικά με τη δράση των συνδικάτων και να πετυχαίνουν, κατ’ αυτό τον τρόπο, τη στροφή των συνδικάτων στη δική τους αγωνιστική κατεύθυνση.

Για την άσκηση του καθοδηγητικού ρόλου του κόμματος στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, όχι μόνο δεν είναι καθόλου αναγκαία, αλλά είναι και επιζήμια κάθε απόπειρα να μετατρέπονται οι διοικήσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που ελέγχονται από τους κομμουνιστές, σε απλά παραρτήματα του κόμματος. Σε μια τέτοια περίπτωση, το λιγότερο που θα μπορούσε να προκύ-: ψει σαν αποτέλεσμα, θα ήταν το ξέκομμα, η απόσπαση των διοικήσεων αυτών από τη βάση των εργαζομένων, η προσφυγή σε γραφειοκρατικές μέθοδες καθοδήγησης και επομένως η ουσιαστική υπονόμευση της αποστολής και της δράσης των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Το κόμμα ποτέ δεν παραιτείται από την επιδίωξη να περάσει τη γραμμή του στα εργατικά συνδικάτα — μια γραμμή, που ανταποκρίνεται ολοκληρωτικά στα πραγματικά συμφέροντα των εργαζομένων. Αλλά, αυτή η επιδίωξη, για να έχει θετικά αποτελέσματα για το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, πρέπει απαραίτητα, να προωθείται μέσα από γνήσιες δημοκρατικές διαδικασίες. Μόνο με τον όρο του απόλυτου σεβασμού της οργανωτικής αυτοτέλειας και της δημοκρατικής λειτουργίας των εργατικών συνδικάτων και μόνο με τη δύναμη της πειθούς και του παραδείγματος, θα μπορέσουν οι μαρξιστές-λενινιστές να συσπειρώσουν αγωνιστικά γύρω από τα συνθήματα του κόμματος την εργατική τάξη, να εξασφαλίσουν το σωστό αγωνιστικό προσανατολισμό του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

215. Μια νέα, βαθύτατα λαθεμένη και εξαιρετικά επιζήμια αντίληψη, γύρω από τη σχέση του συνδικαλιστικού κινήματος και του κόμματος της εργατικής τάξης, καλλιεργείται τελευταία στο χώρο του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος. Οι φορείς αυτής της αντίληψης ζητούν τον περιορισμό ή και το σταμάτημα της