Νικου Ζαχαριαδη: Εισηγηση στην 3η συνδιασκεψη πανω στο 1ο θεμα -Δεκα χρονια Αγωνων: Διδαγματα, συμπερασματα, καθηκοντα (Οκτωβρης 1950)

Tο κείμενο αυτό δακτυλογραφήθηκε και αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα με κείμενα του Νίκου Ζαχαριάδη geocities.com/nikos_zahariadis. Επειδή,όμως, η ιστοσελίδα αυτή έχει “πέσει”, και έχουν μείνει λίγα κείμενα διαθέσιμα στη σελίδα http://web.archive.org/web/20090903035621/http://geocities.com/nikos_zahariadis/ μεταφέρονται όλα τα κείμενα της σελίδας εδώ

Εισήγηση στην III Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ

πάνω στο 1° θέμα

Δέκα χρόνια αγώνων. Διδάγματα, συμπεράσματα, καθήκοντα.

 

Εισηγητής Νίκος Ζαχαριάδης

 

Σύντροφοι,

Η III Συνδιάσκεψη του Κόμματος μας συνέρχεται σε στιγμές, που τόσο τοπικά σε μας όσο και διεθνώς χαρακτηρίζονται από μια όξυνση στην κατάσταση.

Έχετε υπόψη σας τόσο τα υλικά, που το ΠΓ της ΚΕ δημοσίεψε για την προσυνδιασκεψική εργασία όσο και το σχέδιο απόφασης, που σας προτείνει η ΚΕ του Κόμματος μας, πάνω στο 1° θέμα της ημερήσιας διάταξης έτσι που δε θα χρειαστεί να κάνω πολλές επαναλήψεις ούτε και να επεκταθώ πολύ στα ζητήματα που μπαίνουν στα υλικά, που είναι στη διάθεση σας.

Συνοψίζουμε σήμερα τ’ αποτελέσματα και τα διδάγματα μιας σκληρής, δύσκολης δεκάχρονης πάλης. Δυο πράγματα πρέπει εξαρχής να έχουμε υπόψη μας.

α) Από την περίοδο που θα κριθεί εδώ, στη Συνδιάσκεψή μας, θα καθοριστεί και η παραπέρα πορεία μας, το ατσάλωμα, το σφυρηλάτημα, η απόφαση μας, η ικανότητα μας να αποτελειώσουμε το έργο, που αρχίσαμε στα περασμένα 10 χρόνια.

β) Όσο πιο κριτικά και αυτοκριτικά, βαθιά λεπτομερειακά, εμπεριστατωμένα, χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς δισταγμούς μπροστά σε πρόσωπα και πόστα, εξετάσουμε, αναλύσουμε, δούμε και μελετήσουμε τ’ αποτελέσματα του δεκάχρονου αγώνα μας, όσο πιο αποφασιστικά ξεκαθαρίσουμε και τις ελλείψεις και τα λάθη μας και τα εμπόδια, που από διάφορες μεριές ορθώνονται, σήμερα, μπροστά μας, για να μας φράξουν το δρόμο και να μας εκτροχιάσουν απ’ τη σωστή γραμμή και πορεία μας, όσο πιο ενεργητικά και ανειρήνευτα αποκρούσουμε τα διάφορα κηρύγματα, που ακούγονται και εμφανίζονται μπροστά στις δυσκολίες που περνάμε και που, ουσιαστικά, όλα συμπίπτουν στο ίδιο πράμα, επαγγέλλονται στο ΚΚΕ την υποστολή της αγωνιστικής, της επαναστατικής του σημαίας, τόσο πιο ολοκληρωμένα θα ανταποκριθούμε στη σημερινή υπεύθυνη αποστολή μας.

Η ιερή και απαραβίαστη υποχρέωση μας είναι να ξεκαθαρίσουμε, να φωτίσουμε το παρελθόν. Υποχρέωση μπροστά στο Λαό, μπροστά στο Κόμμα, μπροστά στο αίμα που χύσαμε, μπροστά στους ήρωες μας, χωρίς αυτό δε θα κάνουμε τίποτα, δε θα μπορέσουμε να τραβήξουμε σωστά παραπέρα.

Έτσι διαγράφεται στις κύριες του γραμμές το έργο που έχουμε να εκπληρώσουμε εδώ σήμερα.

Πρώτ’ απ’ όλα, η Συνδιάσκεψή μας έχει ν’ απαντήσει στο θεμελιακό ερώτημα. Ήταν σωστός ο δρόμος που ακολουθούσαμε; Σωστή η γραμμή που εφαρμόσαμε;

Το σχέδιο απόφασης της ΚΕ απαντάει στο ερώτημα αυτό. Ώστε δε χρειάζονται εδώ πολλά λόγια. Στην πρώτη κατοχή είχαμε λαθεμένη πολιτική γραμμή και όχι σωστή οργανωτική δουλειά. Γι’ αυτό πέσαμε έξω, χάσαμε την επανάσταση. Στη δεύτερη κατοχή η γραμμή μας ήτανε βασικά σωστή. Και προβάλλει τώρα το ερώτημα: τότε γιατί νικηθήκαμε;

Νικηθήκαμε και υποχωρήσαμε γιατί κυρίως δεν μπορέσαμε έγκαιρα να λύσουμε δυο βασικά προβλήματα: Πρώτο: Το ζήτημα των εφεδρειών του ΔΣΕ και Δεύτερο: Το ζήτημα του ανεφοδιασμού των τμημάτων μας του ΚΓΑΝΕ. Ώστε δεν μπορέσαμε εξαιτίας αυτής της καθυστέρησης μας σ’ αυτά τα δυο ζητήματα ν’ αντεπεξέλθουμε αποτελεσματικά τόσο στον όγκο της αγγλοαμερικάνικης βοήθειας, που δίνονταν στο μοναρχοφασι-σμό όσο και στην ανοιχτή προδοσία του Τίτο. Δυο παράγοντες, που ανέτρεψαν τελικά, στις συνθήκες του 1949, το γενικό συσχετισμό δυνάμεων σε βάρος μας και μας ανάγκασαν να σταματήσουμε τον ένοπλο αγώνα των κύριων δυνάμεων του ΔΣΕ, μας υποχρέωσαν στην προσωρινή υποχώρηση μας.

Όταν λέμε ότι η ανοιχτή προδοσία του Τίτο ανέτρεψε το συσχετισμό δυνάμεων θα πρέπει να ξέρουμε και τούτο. Το 1949 -τέλος 1948 και αρχές 1949- ο μοναρχοφασισμός, ύστερα από την ανατροπή του στο Μάλι-Μάδι, που ανέτρεψε και όλες τις στρατηγικές του επιδιώξεις στα 1948, περνούσε μια βαθιά κρίση, κρίση που εκδηλωνόταν και μέσα στο στρατό του, κρίση ηθική, που τον τράνταζε από τα θεμέλια. Εξαιτίας αυτής της κρίσης^οι αγγλοα-μερικάνοι το Μάη του 1949 κάναν τις γνωστές προτάσεις προς τη ΣΕ, που πρόβαλαν εκεί μια συμβιβαστική λύση για το ελληνικό ζήτημα. Οι προτάσεις αυτές ανατράπηκαν χάρη στην επέμβαση του Τίτο, που έβλεπε ότι, αν λύνονταν έτσι το ζήτημα θα έχανε τις βασικές προϋποθέσεις για την αξιοποίηση της προδοσίας του.

Αυτή η προδοσία του Τίτο άλλαξε, πλάταινε τις αγγλοαμερικάνικες ιμπεριαλιστικές προοπτικές στα Βαλκάνια. Γιατί, ενώ ήτανε να πάνε σε συμβιβασμό, βλέπουν το ανοιχτό πέρασμα του Τίτο με το μέρος τους, και φυσικά, αλλάζουν τη θέση τους, γιατί βλέπουν ότι οι δυνατότητες τους και οι προοπτικές τους στα Βαλκάνια μεγαλώνουν. Και συνέπεια αυτού του πράγματος ήταν ότι ανέστειλαν και εγκαταλείψαν τις προτάσεις, που έκαναν για μια συμβιβαστική λύση.

Τώρα η Ελλάδα έπρεπε να κρατηθεί με τα δόντια. Και τ’ αποτελέσματα τα βλέπουμε σήμερα, που αξιοποιείται στα Βαλκάνια η προδοσία του Τίτο, η συνεργασία με το μοναρχοφασισμό, η δημιουργία του τετράγωνου Ελλά-δα-Γιουγκοσλαβία-Τουρκία-Ιταλία. Πάνω σ’ αυτό το ζήτημα θα σταθώ παραπέρα πιο λεπτομερειακά.

Έτσι έχει το ζήτημα των αιτίων της ήττας και της υποχώρησης μας στη δεύτερη επανάσταση.

Δε χρειάζεται να σταθούμε εδώ πολύ στη λαθεμένη γραμμή στην πρώτη κατοχή. Βασική διαπίστωση είναι τούτη: Είχαμε στην περίοδο εκείνη πλήρη, ολοκληρωτική υποταγή στους άγγλους ιμπεριαλιστές. Την υποταγή αυτή την εφάρμοζε συνειδητά ο Σιάντος.

Έχουμε τώρα αρκετά στοιχεία, ώστε να μπορούμε να το πούμε στη Συν-διάσκεψη. Και την υποταγή αυτή την αποδέχτηκε όλη η καθοδήγηση του ΚΚΕ. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Παρά το γεγονός ότι μπορούσαμε να νικήσουμε, η λαθεμένη πολιτική μας μας έφερε στην ήττα, στη συνθηκολόγηση της Βάρκιζας, στη νίκη των άγγλων. Αυτά σχετικά με την πρώτη κατοχή.

Περνώ τώρα στη δεύτερη κατοχή. Γιατί η γραμμή μας ήταν βασικά σωστή; Γιατί ουσιαστικά, ουσιαστικά το τονίζω, βρίσκει στις κύριες γραμμές, στα κύρια σημεία, τα λάθη της πρώτης κατοχής και προχωρεί να τα διορθώσει και να διορθώσει και το αποτέλεσμα των λαθών εκείνων, μέσα σε συνθήκες, τώρα πια, αναμφισβήτητα, πιο περίπλοκες και πιο δύσκολες.

Αυτό το περίπλοκο και δύσκολο των συνθηκών εκείνων μας δημιουργούσε, χωρίς και να τις δικαιολογεί και δικαιώνει, μια σειρά ελλείψεις, ανεπάρκειες, λάθη στην περίοδο αυτή που πρέπει να τα δούμε και από κοντά.

Πρώτο. Ένα ζήτημα που προβάλλει. Πώς εξηγείται η «συμφιλιωτική», η «συμβιβαστική» στη μορφή, στάση του Ζαχαριάδη όταν γύρισε:

Για μένα όχι μόνο όταν γύρισα, μα και πριν γενικά και ιδιαίτερα για την Ελλάδα, το ζήτημα της αντιπαράθεσης, του αναπόφευκτου της αντιπαράθεσης με τους άγγλους ήταν ξεκαθαρισμένο, και τόσο ξεκαθαρισμένο που σε συζητήσεις που γίνονταν μέσα στα πλαίσια της υποτυπώδικης κομματικής οργάνωσης στο στρατόπεδο, που ήμουνα, αυτό έφτασε και μέχρι παρεξήγηση. Και με είχε φέρει και σε σύγκρουση με την «επίσημη» κομματική ηγεσία του στρατοπέδου γύρω απ’ το βασικό ζήτημα της εκτίμησης του αγγλοσαξονικού, αγγλοαμερικάνικου παράγοντα στις συνθήκες του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου.

Ώστε, για το ότι στην Ελλάδα πάμε για κει, για αντιπαράθεση με τους άγγλους και ότι θα έπρεπε να είμαστε έτοιμοι γι’ αυτό δεν επιτρεπότανε να υπάρχει καμιά αμφιβολία και θα έπρεπε να το ξέρουμε.

Επίσης. Για μένα δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία, ότι, μέσα στις τόσο ευνοϊκές συνθήκες, που δημιούργησε για τη χώρα μας ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος με τη νίκη της ΣΕ και με τη δημιουργία στα Βαλκάνια των καθεστώτων της ΛΔ, η νίκη η δική μας ήταν δυνατή και σε περίπτωση αντιπαράθεσης με τους άγγλους.

Γιατί αυτό το πράγμα δεν μπήκε ανοιχτά; Πρώτ’ απ’ όλα στη 12η Ολομέλεια μπήκε το ζήτημα αυτό ότι μπορούσαμε εμείς να νικήσουμε. Για λόγους, όμως, πολιτικής σκοπιμότητας -καλά ή κακά, αυτό το γεγονός μπορείτε να το κρίνετε σεις- δε δημοσιεύτηκαν όλα εκείνα. Υπήρχαν ορισμένοι λόγοι, που σ’ ανάγκαζαν να είσαι προσεκτικός. Πρώτ’ απ’ όλα η κατάσταση που υπήρχε στο Κόμμα. Ούτε το Κόμμα μας, τότε, με τις 400.000, πάνω-κάτω, μέλη της πρώτης κατοχής, μέλη που κατά 95% ήταν μέλη της περιόδου του καινούργιου ένοπλου αγώνα, ακαταστάλακτα, αδιαμόρφωτα, αδιαπαιδαγώγητα, όπως τα μαζεύαμε με τις καμπάνες, ήταν ικανό τότε να σηκώσει όλο το βάρος μιας γενικής ανατροπής της γραμμής. Ένα πρόβλημα αυτό βασικό, σοβαρό. Μετά, ούτε το καθοδηγητικό αχτίφ του Κόμματος, που είχε κατασταλάξει σε συμπεράσματα στην 11η Ολομέλεια, το αχτίφ που έφερε το βάρος αυτής της ευθύνης ήταν ξεκαθαρισμένο και ήταν σε θέση τότε να δεχτεί μια τέτοια ανατροπή. Και απόδειξη είναι το γεγονός ότι η 11η Ολομέλεια είχε εγκρίνει βασικά όλη τη γραμμή, όλα τα έργα, όλες τις πράξεις της πρώτης κατοχής μέχρι Γκαζέρτα και τη Βάρκιζα και τη Γκαζέρτα και τη Βάρκιζα μαζί.

Δίπλα σ’ όλα αυτά, υπήρχε ένας άλλος βασικός, ο πιο σοβαρός παράγοντας. Υπήρχε ο παράγοντας του Σιάντου μέσα στην καθοδήγηση του Κόμματος, που το ανοιχτό χτύπημα, το ξεσκέπασμά του μπορούσε να δημιουργήσει έναν τρανταγμό και μια κρίση, μια διάσπαση, όχι μόνο στο Κόμμα -και ίσως όχι τόσο στο Κόμμα- όσο σ’ όλο το περίγυρο μας στο ΕΑΜ και σ’ όλο τον Εαμικό κόσμο και στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ, στα στελέχη του, που είχαν αποστρατευτεί, σ’ όλο τον κόσμο, που στέκονταν γύρω μας – κρίση και διάσπαση, που μέσα στους πρώτους μεταβαρκιζιανούς μήνες έπρεπε ν’ αποφύγουμε, γιατί θα μας έφερναν σε καταστροφή, κυρίως απ’ την πλευρά της πορείας μας προς τη νέα σύγκρουση.

Και ένα τελευταίο ζήτημα. Μια ανατροπή της γραμμής εκείνης θα σήμαινε ουσιαστικά ανατροπή της γραμμής της Βάρκιζας και ανατροπή της ίδιας της Βάρκιζας, πράμα που στην κατάσταση που βρισκόμασταν εμείς, κατάσταση οργανωτική, ιδεολογική, πολιτική θα μπορούσε να μας φέρει σε μια κρίση γιατί ο εχθρός μπορούσε να πιαστεί απ’ αυτό και ν’ αλλάξει την πολιτική του και επωφελούμενος από την κρίση που θα δημιουργούσε σ’ όλο το κίνημα, η τέτοια ανοιχτή εκτίμηση της γραμμής μας θα χτυπούσε κατακέφαλα και θα μας έκανε ζημία.

Ώστε υπήρχαν λόγοι βασικοί, που μ’ έκαναν εμένα διστακτικό. Εγώ διάλεξα άλλο δρόμο. Ποιος ήταν αυτός ο δρόμος; Αυτός που εφαρμόστηκε στην πράξη. Ουσιαστική βελτίωση, διόρθωση της κομματικής γραμμής, της κομματικής δράσης και πράξης και αναμονή καλύτερης στιγμής για να ξεκαθαρίσουμε ανοιχτά τους λογαριασμούς.

Ήταν σωστός, αυτός ο δρόμος; Τώρα, αυτή τη στιγμή, από αυτό το βήμα -και θα πρέπει να το πούμε ότι αυτό το τώρα έχει και μια μεγάλη δόση αφαίρεσης απ’ την πραγματικότητα- μπορεί κανείς να πει ότι, ίσως, να μην ήταν ο πιο σωστός δρόμος. Όχι, φυσικά, ότι τότε έπρεπε να μπει ένα ζήτημα ριζικής αλλαγής. Αυτό οπωσδήποτε δεν έμπαινε. Αλλά έμπαινε ζήτημα πιο κριτικής θέσης, πιο ανοιχτής κριτικής θέσης προς όλα τα λάθη και την πολιτική στην πρώτη κατοχή, ώστε ο δρόμος παραπέρα να διαγράφονταν πιο καθαρά. Γιατί αυτό, μέσες άκρες, γίνονταν. Και ειπώθηκε πολλές φορές ότι Βάρκιζα δε θα ξαναγίνει και είχε ειπωθεί ακόμα ότι η Βάρκιζα ήταν βλακεία, πράγμα που προκάλεσε τις διαμαρτυρίες του Σιάντου και άλλα πολλά. Αλλά όλα αυτά σήμερα, όπως τα βλέπω και γω από δω μου φαίνεται ότι δεν έφταναν. Και γιατί δεν έφταναν; Γιατί, οπωσδήποτε ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα, ένα ανοιχτό, πιο κριτικό, δηλαδή, ξεκαθάρισμα, πιο κριτική θέση προς όλα εκείνα τα προβλήματα θα μας βοηθούσε, αναμφισβήτητα, πιο πολύ, στην ιδεολογική, την πολιτική και την οργανωτική προετοιμασία του δεύτερου ένοπλου αγώνα. Αυτό που άρχισε να γίνεται απ’ το 1947, μέσα στην καθοδήγηση του Κόμματος, να μπαίνουν, δηλαδή, τα πράματα καθαρά, θα μπορούσε να γίνει πιο προσεκτικά από πριν, οπότε αναμφισβήτητα θα είχαμε στο δεύτερο ένοπλο αγώνα περισσότερα κέρδη.

Μην ξεχνάμε εδώ, ακόμα, ότι τότε είχαμε και τις επιθέσεις που έκαναν η ομάδα Πετσόπουλου, οι αρχειομαρξιστές και ο Αρης ο Κλάρας. Ίσως σε ορισμένα σημεία να στηρίζονταν σε σωστή κριτική. Ο Άρης π.χ., πολύ αρνητικά φέρνονταν προς τον Σιάντο. Έχουμε ορισμένα στοιχεία, που το ξανα-καθαρίζουν αυτό. Αλλά ωστόσο, η αιχμή τους, η πρόθεση τους και το αποτέλεσμα της δράσης των ήταν αντικομματικά και εχθρικά. Γιατί και ο Πετσόπουλος και ο Αρης, που δεν υποτάχθηκε στο Κόμμα και σήκωσε την ανταρσία ενάντια στο Κόμμα, δούλευαν προς όφελος του ταξικού εχθρού. Και είναι ξεκάθαρο, σχεδόν σήμερα, ότι την ανταρσία του Αρη την υπέθαλ-πτε και την υποκινούσε ο Τίτο. Και όλα αυτά, επέβαλλαν να ‘μαστε πολύ προσεκτικοί.

Δεύτερο λάθος σ’ αυτή την περίοδο είναι το Βορειοηπειρωτικό. Είναι η απόφαση του ΠΓ της 1ης του Ιούνη που λέει ότι σε περίπτωση, που η δημοκρατική πλειοψηφία αποφάσιζε την ένοπλη κατάληψη της Βόρειας Ηπείρου, το Κόμμα, παρά τις διαφωνίες του θα υποτάσσονταν. Ένα λάθος, βασικό και μπορώ να σας πω το μόνο ασυγχώρητο λάθος που έχει το κόμμα σ’ αυτή την περίοδο, ασυγχώρητο πραγματικά, γιατί ήταν ένα στραβοπάτημα, ένα βασικό παραστράτημα, από τη σωστή γραμμή, από τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού. Ώστε, αυτό το λάθος μας, θα πρέπει να το κριτικάρουμε αμείλικτα, να το βλέπουμε καθαρά, να το έχουμε σαν «φυλαχτό» για να μας φυλάει από τέτοια παραστρατήματα.

Δίπλα σ’ αυτό, νομίζω ότι η Συνδιάσκεψη θα πρέπει αποφασιστικά να αποκρούσει την προσπάθεια της αντικομματικής εκμετάλλευσης, της μαυ-ραγορίτικης σπεκουλάτσιας, που πάει να γίνει γύρω απ’ αυτό το λάθος. Γιατί γεγονός είναι ότι το Κόμμα μας, όχι μονάχα τυπικά, μα ουσιαστικά, το είδε τότε αυτό το λάθος και με έργα και πράξεις το διόρθωσε. Απόδειξη είναι το γεγονός ότι με τα στοιχεία, που τότε το Κόμμα μας αποκάλυψε, απότρεψε -το ομολόγησε αυτό τότε ο ίδιος ο μοναρχοφασισμός- την εισβολή στη Βόρεια Ήπειρο. Το λάθος αυτό μένει και στην προηγούμενη και στην κατοπινή δράση, στην πολιτική και στη θεωρία του Κόμματος μας, σαν ένα παρείσακτο, μεμονωμένο γεγονός, σαν ένα καρκίνωμα ξένο προς το γερό σώμα του Κόμματος μας. Το λάθος εκείνο το αναγνωρίζουμε, το βλέπουμε, αλλά εκμετάλλευση αντικομματική εδώ δε θα πρέπει να επιτρέψουμε.

Τρίτο λάθος. Η αποχή μας από τις εκλογές του 1946. Ήταν ένα λάθος τακτικής, που η βασική του σημασία εκδηλώνεται στο ότι μας εμπόδισε πιο πολύ, πιο σωστά και καλά να συγκεντρώσουμε και να κινητοποιήσουμε τις δυνάμεις μας για το δεύτερο ένοπλο αγώνα. Να εκμεταλλευτούμε όλες τις δυνατότητες τις κοινοβουλευτικές, που μας δίνονταν για να ξεφτίσουμε το κοινοβούλιο πιο πολύ, να χρεοκοπήσουμε περισσότερο την αγγλική κατοχή και το μοναρχοφασισμό και έτσι ξεφτίζοντας τις αυταπάτες, μέσα σε πιο πλατιά λαϊκά στρώματα, να προετοιμαστούμε καλύτερα για το δεύτερο ένοπλο αγώνα.

Όμως και αυτό το σεχταριστικό λάθος οι οπορτουνιστές το μεγαλοποι-ούν. Και η μεγαλοποίηση βρίσκεται στο ότι ουσιαστικά αυτοί πίστευαν, είτε καλύτερα πίσω από τη μεγαλοποίηση βρίσκονται, πραγματικά, οι αυταπάτες των ότι μπορούσαμε εμείς να πάμε κοινοβουλευτικά, ομαλά και να νικήσουμε ακόμα κοινοβουλευτικά. Αυτό το είπε ανοιχτά ο Καραγιώργης. Ο Καραγιώργης είπε ότι θα μπορούσαμε να πάρουμε 100-120 βουλευτές μέσα στους 250 και θα είχαμε και μερικούς άλλους συμπαθούντες. Κοινοβουλευτικά θα ανατρέπαμε και το μοναρχοφασισμό και την αγγλική κατοχή!!

Τα βλέπουμε τώρα τα πράγματα. Σύγκριση με την κατάσταση στη Γαλλία και με την πραγματική τότε κατάσταση στην Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει, γιατί είναι εξωτοπική. Ξεχνάμε ακόμα και ένα άλλο γεγονός. Πρώτ’ απ’ όλα τους παρατηρητές του ΟΕΕ, που μας έδωσαν 9,3% και αν παίρναμε μέρος στις εκλογές θα μπορούσαν να μας δώσουν το πολύ 18% γιατί οι παρατηρητές ήρθαν μόνο και μόνο για τη νοθεία, για να νοθεύσουν τ’ αποτελέσματα των εκλογών. Ώστε εδώ οι αυταπάτες από την πλευρά αυτή είναι αναμφισβήτητες. Και μια απόδειξη για κείνους που τις πίστευαν και τις έθρεφαν είναι λ.χ., τα γεγονότα της Καλαμάτας. Τα γεγονότα αυτά ήταν μια δοκιμή, που έκανε ο μοναρχοφασισμός και η αγγλοκρατία με τον Μάγγανα, εκείνη την περίοδο, για το τσάκισμα του ελληνικού δημοκρατικού κινήματος και ήταν μια εκδήλωση του μονόπλευρου εμφυλίου πολέμου, που εφαρμοζόταν τότε. Αυτό που έγινε στην Καλαμάτα θα το έκαναν και στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη και θα μας χτυπούσαν για να μας συντρίψουν, αν δεν τους απαντούσαμε με τα ίδια μέσα. Το λέω αυτό για να δείξω πόσο ανεδαφικές ήταν αυτές οι κοινοβουλευτικές, λεγκαλιστικές αυταπάτες. Αυτό, φυσικά, δε μειώνει τη σημασία του λάθους μας. Παρά το γεγονός ότι εμείς πήραμε τότε απόφαση να κατεβούμε στις εκλογές με έναν υποψήφιο σε κάθε μια εκλογική περιοχή, οπότε θα συγκεντρώναμε με την αναλογική τη βάση, σε όλες τις εκλογικές περιοχές, θα συγκεντρώναμε και όλους τους ψήφους μας στην Ελλάδα και θα είχαμε και 30-40 βουλευτές μέσα στη βουλή και ούτε το παιχνίδι των εγγλέζων θα το παίζαμε, που πήγαιναν με τον ΟΕΕ να πετύχουν μια κοινοβουλευτική σταθεροποίηση στην Ελλάδα και να πουν ότι το ελληνικό ζήτημα λύθηκε κοινοβουλευτικά.

Ένα τέταρτο λάθος. Βασικό και χοντρό λάθος, στην περίοδο της δεύτερης κατοχής, του δεύτερου ένοπλου αγώνα, ήταν η ανάδειξη του Βαφειάδη στο ΔΣΕ. Αυτό το λάθος είναι αλήθεια ότι πρέπει εκ των υστέρων να το δούμε και λέω εκ των υστέρων γιατί, τότε, όταν πηγαίναμε να φτιάξουμε έναν καινούργιο στρατό, που να στηρίζεται στο Κόμμα πια, δηλαδή, κινητήρια βασική δύναμη του να είναι το Κόμμα και να ξεκαθαρίσουμε την κληρονομιά του ΕΛΑΣ, την άσχημη κληρονομιά του ΕΛΑΣ, τότε, όταν ψάχναμε μέσα στα κομματικά στελέχη, που είχαν στρατιωτικά αναδειχτεί στην περίοδο της πρώτης κατοχής οι περισσότερες προτιμήσεις έπεφταν στον Βαφειάδη. Δεν είχαμε άλλον καλύτερον τότε. θα μου πείτε: Τότε να μη βάζαμε έναν, να βάζαμε κολεκτιβιστικό όργανο. Σωστά όλα αυτά. Και έτσι όπως τα βλέπουμε τώρα ήταν λάθος αυτό το πράγμα, γιατί ο Βαφειάδης, εκτός από τα άλλα, που τώρα βγαίνουν στη φόρα και πρέπει να εξεταστούν, είχε και τον κατσαπλιαδισμό και διαστρέβλωσε ολοκληρωτικά τη γραμμή του Κόμματος, τη γραμμή, που είχε και που έπρεπε να εφαρμόσει για την ανάπτυξη και μαζικοποίηση στην αρχή του ΔΣΕ. Ο Βαφειάδης μας έβλαψε αποφασιστικά στο δεύτερο ένοπλο αγώνα. Αυτό τώρα πρέπει να το βλέπουμε και σε σχέση με το γεγονός ότι η ανοιχτή προδοσία του Τίτο στα 1948-1949, η ανοιχτή αυτή προδοσία μας έκοψε πια τη δυνατότητα για να διορθώσουμε αυτά τα λάθη του Βαφειάδη. Δε μας άφησε πια το χρόνο τον υλικό να διορθώσουμε αυτά τα λάθη. Γιατί, επίσης θα πρέπει εδώ για να το ξεκαθαρίσουμε, χωρίς την προδοσία του Τίτο, με την αλλαγή σε βάρος μας, που έφερε στο συσχετισμό των δυνάμεων, θα μπορούσαμε εμείς να μείνουμε στην Ελλάδα -μπορεί φυσικά να μην είχαμε το Γράμμο- θα μέναμε όμως οπωσδήποτε στην Ελλάδα. Και μπορούσαμε το μοναρχοφασισμό να τον στριμώξουμε περισσότερο απ’ ό,τι τον είχαμε στριμώξει στα τέλη του 1948. Η προδοσία όμως αυτή μας έκοψε αυτήν τη δυνατότητα. Και, κάτω απ’ το φως αυτό, η ανατροπή και το σαμποτάρισμα της γραμμής του Κόμματος απ’ τον Βαφειάδη στα 1946-1947 για το δυνάμωμα του ΔΣΕ αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Αυτά είναι μερικά απ’ τα χοντρά λάθη μας, που δεν είναι φυσικά και τα μοναδικά. Όμως όταν βγάζουμε το βασικό συμπέρασμα, το βασικό νόημα θα πρέπει να πούμε ότι παρά τα λάθη αυτά, η δράση του Κόμματος, η βασική γραμμή μας στη δεύτερη κατοχή ήταν σωστή.

Τώρα γιατί, παρά τη σωστότητα της γραμμής μας, δεν μπορέσαμε να νικήσουμε; Αυτό το εξήγησα παραπάνω με τους βασικούς παράγοντες που καθορίζουνε τις αιτίες της προσωρινής μας υποχώρησης, της ήττας μας. Δηλαδή, δεν εξασφαλίσαμε τις εφεδρείες, ενώ μπορούσαμε να τις εξασφαλίσουμε και μπορούσαμε να το πούμε αυτό καθαρά τώρα. Δηλαδή, μπορούσαμε, τότε, στα 1946-47 από τη Δυτ. Μακεδονία, τη Θεσσαλία, τη Ρούμελη και την Ήπειρο να εξασφαλίσουμε με το παραπάνω τις εφεδρείες, που καθόρισε στο τέλος του 1947 η 3η Ολομέλεια και να τις έχουμε αυτές οπωσδήποτε. Ώστε δεν κατορθώσαμε αυτό το πρόβλημα να το λύσουμε. Το ζήτημα του εφοδιασμού του Κλιμακίου και ιδιαίτερα της Πελοποννήσου, που έπαιξε αυτού το βασικό ρόλο, γιατί μπόρεσαν να την ξεκαθαρίσουν την Πελοπόννησο πολύ γρήγορα, δε λύθηκε. Η Πελοπόννησος, που έφτασε μέχρι 5.000 αντάρτες και μπορούσε να φτάσει μέχρι 15.000, έλεγχε 400 χωριά και είχε μεγάλες δυνατότητες για επιστράτευση, όλο αυτό το διάστημα δεν πήρε σχεδόν τίποτα. Και αυτό είναι βασική αδυναμία μας, γιατί το στρατιωτικό μας σχέδιο πρόβλεψε να έχουμε στα νώτα του εχθρού μια σοβαρή δύναμη, που θα του διασπούσε τις δυνάμεις, θα του ανέτρεπε τις στρατηγικές του προϋποθέσεις. Αυτό εμείς το χάσαμε. Χάσαμε τον παράγοντα αυτό. Και το ίδιο έγινε και με το υπόλοιπο Κλιμάκιο.

Μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση ήρθε και η προδοσία του Τίτο. Και ακόμα είχαμε και όλο τον όγκο της αμερικάνικης και αγγλικής προσπάθειας στην Ελλάδα που δεν ήταν μόνο μια βοήθεια σε πολεμικό υλικό και σε πολεμοφόδια. Ήταν και μια τεράστια πολιτική πίεση που φόβιζε πολλούς δικούς μας, που πίστευαν στο ΔΣΕ, πίστευαν στο Κόμμα, αλλά αναρωτιόντουσαν: θα τα βγάλουμε μόνοι πολεμικά πέρα με τους αμερικάνους; Και αυτό τους ταλάντευε. Σ’ όλα αυτά ήρθε και η προδοσία του Τίτο που ανάτρεψε ακόμα πιο πολύ αυτή την κατάσταση σε βάρος μας και τελικά μας ανάγκαζε στην υποχώρηση μας.

Πρέπει εδώ να ξεκαθαρίσουμε και ένα ακόμα πράγμα. Τόσο σημαντικός ήταν για μας αυτός ο παράγοντας του Τίτο; Γιατί και δω γίνεται μια προσπάθεια εκμετάλλευσης αυτού του ζητήματος. Πώς ξεκινήσαμε στα 1946; Ξεκινήσαμε αφού βασικά εξασφαλίσαμε από τη Γιουγκοσλαβία μια ανεπιφύλακτη υποστήριξη της γενικής μας προσπάθειας. Και γω ξαναλέω δω. Αν το ξέραμε, αν ξέραμε αυτή την προδοσία, τότε εμείς δε θα ξεκινούσαμε το 1946, έτσι όπως ξεκινήσαμε, γιατί δε θα είχαμε εξασφαλίσει μια βασική προϋπόθεση και η επανάσταση δεν είναι πραξικοπηματισμός. Πρέπει να σταθμίσεις σωστά τους παράγοντες τοπικά και διεθνώς. Και όταν δεν τους έχεις αυτούς, δεν τους εξασφαλίσεις και πας να κάνεις την επανάσταση, τότε αυτό είναι τυχοδιωκτισμός. Βέβαια, δε λέμε ότι πρέπει να έχεις σίγουρη τη νίκη στην τσέπη σου για να κάνεις κάτι τι. Αλλά θα πρέπει, φυσικά, να εξασφαλίσεις τους βασικούς παράγοντες, τις βασικές προϋποθέσεις και μετά να ξεκινήσεις. Κι αυτό σημαίνει ότι πρέπει να έχεις εξασφαλίσει την υποστήριξη της εργατικής τάξης, της αγροτιάς κλπ. Εμείς είχαμε εξασφαλισμένη αυτή την υποστήριξη και είχαμε ακόμα τεράστια επιρροή στους επαγγελματοβιοτέχνες, είχαμε πάρει τις εκλογές σε πανελλαδική κλίμακα στους Συνεταιρισμούς, είχαμε πάρει ακόμα την καθοδήγηση στον ΣΕΓΑΣ κλπ. Ώστε από την άποψη του εσωτερικού συσχετισμού δυνάμεων, μέσα στις συνθήκες μονόπλευρου εμφύλιου πολέμου και της εξόντωσης, που ετοίμαζαν οι άγγλοι και οι μοναρχοφασίστες, αναμφισβήτητα-έπρεπε να προχωρήσουμε και είχαμε όλες τις δυνατότητες για επιτυχία. Έπρεπε όμως, σαν αντιστάθμισμα στην αγγλική κατοχή, να εξασφαλίσουμε ορισμένες διεθνείς προϋποθέσεις. Αυτές τις εξασφαλίσαμε με τη Γιουγκοσλαβία και ξεκινήσαμε χωρίς αυτές, χωρίς να έχουμε εξασφαλίσει αυτές τις διεθνείς προϋποθέσεις, που τότε τις εκπροσωπούσε ο Τίτο, η Γιουγκοσλαβία, θα ήταν λάθος, αν τότε ξεκινούσαμε, όπως ξεκινήσαμε, γιατί αυτό θα ήταν τυχοδιωκτισμός.

Έτσι ξεκινήσαμε γιατί είχαμε αυτές τις προϋποθέσεις χωρίς να ξέρουμε τον παράγοντα Τίτο και την προδοσία του Τίτο, αν και μεις είχαμε πολλές ενδείξεις, πολλά στοιχεία που δείχνουν τις προθέσεις, τι πήγαινε να μας κάνει ο Τίτο. Δίναμε όμως άλλες εξηγήσεις και κανενός μας το μυαλό δεν πήγαινε τότε στο ότι ο Τίτο είναι προδότης, ότι είναι πράκτορας των εγγλέζων και των αμερικάνων.

Όταν ο συσχετισμός αυτός των δυνάμεων αργότερα ανατράπηκε, εμείς υποχωρήσαμε. Αν είχαμε λύσει τα προβλήματα των εφεδρειών και του εφοδιασμού του ΚΓΑΝΕ, η προδοσία του Τίτο δε θα ‘χε για μας τέτοιες συνέπειες, γιατί θα μπορούσαμε να την αντισταθμίσουμε. Αυτά όμως δεν τα ‘χαμε. Έτσι η προδοσία του Τίτο στις συνθήκες του 1949 απόκτησε αποφασιστική σημασία γιατί δε μας άφηνε χρόνο να λύσουμε τα προβλήματα και επέτρεψε στο μοναρχοφασισμό να πετύχει οριστικό, στα 1949, στρατιωτικό αποτέλεσμα. Έτσι υποχωρήσαμε. Κάναμε καλά που υποχωρήσαμε; Σωστά κάναμε. Γιατί υποχωρήσαμε; Γιατί βλέπαμε η ότι άμεση νίκη πια ήταν αδύνατη για ένα λίγο-πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Αν συνεχίζαμε, θα χάναμε όλες μας τις δυνάμεις και αυτό θα ήταν μια βασική, αποφασιστική καταστροφή, θα ήταν παραλογισμός. Κι έτσι εφόσον οι προοπτικές μας μέσα στην καινούργια κατάσταση απότυχαν, καταλήξαμε στην υποχώρηση για να διαφυλάξουμε τις δυνάμεις μας, να τις ανασυγκροτήσουμε, να τις ανασυντάξουμε περνώντας σε καινούργιες μορφές πάλης.

Ο Λαός είδε και τώρα πιο καθαρά βλέπει ότι η νίκη στο Βίτσι-Γράμμο δεν ήταν νίκη δική του, ήταν νίκη της αμερικανοκρατίας και του μοναρχο-φασισμού. Και ότι αυτό έχει σαν συνέπεια μεγαλύτερη πείνα, μεγαλύτερη ξυπολυσιά, μεγαλύτερη εξαθλίωση, άμεση απειλή πολεμικής σφαγής. Μέσα στις καινούργιες αυτές συνθήκες εμείς πρέπει να ριχτούμε πιο ορμητικά στη δουλειά. Στην Ελλάδα έχουμε συνεχείς ανακατατάξεις στα πλατιά εργαζόμενα και λαϊκά στρώματα προς όφελος μας. Ο συσχετισμός των ταξικών δυνάμεων αλλάζει υπέρ ημών. Πρέπει να ετοιμαζόμαστε για καινούργιους μεγάλους αγώνες, που μοναρχοφασισμός και αμερικανοκρατία, με το καθεστώς πείνας και τους πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς των, τους κάνουν αναπότρεπτους. Πρέπει να ‘μαστε ικανοί να πιάσουμε κάθε αλλαγή, κάθε στροφή στα γεγονότα. Ικανοί να ξανασταθμίσουμε σωστά όλους τους παράγοντες, όταν αρχίσουμε πάλι τους νέους μεγάλους αγώνες.

Αυτή τη γραμμή τη δικαιώνει η ζωή. Στην Ελλάδα ποτέ δεν υπήρχε τέτοια πείνα, τέτοια εξαθλίωση, τέτοια γύμνια και τέτοια πολεμική ψύχωση και οργασμός, που αρχίζει, σαν μικρό δείγμα, με την ετοιμασία για την αποστολή στρατού στην Κορέα και προχωρεί για τους καινούργιους τυχοδιωκτισμούς, που γοργά οι αμερικάνοι οργανώνουν στα Βαλκάνια. Ώστε μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες ωριμάζουν αναπότρεπτα καινούργιοι αγώνες. Και μεις θα πρέπει να κάνουμε γρήγορα την ανασύνταξη και αναδιάταξη των δυνάμεων μας για να είμαστε, στην καινούργια κατάσταση έτοιμοι για τους καινούργιους αγώνες. Βασικό σ’ αυτήν την κατάσταση είναι το γεγονός ότι η ήττα μας στο Βίτσι-Γράμμο δεν ήταν αποφασιστική. Ότι εμείς σταματήσαμε μόνοι τον αγώνα. Έτσι διατηρήσαμε σώο το μεγάλο μέρος των κύριων δυνάμεων και αυτό το πράγμα είναι που βάζει βασικά τη σφραγίδα του, όχι μόνο για σήμερα, αλλά και στις προοπτικές των αυριανών αγώνων στην Ελλάδα.

Αυτού βρίσκεται η ιδιομορφία της ήττας της δικής μας και η ιδιοτυπία της νίκης του μοναρχοφασισμού. Γεγονός είναι ότι δεν μπόρεσε η αντίδραση να επιτύχει μια τέτοια νίκη, ώστε να συντρίψει, να τσακίσει το κίνημα μας, να το γονατίσει. Εδώ, φυσικά, την εξήγηση θα πρέπει να τη βρούμε και στη διεθνή κατάσταση, στην παγκόσμια ανάπτυξη του κινήματος, που δε σηκώνει τώρα μια, ας πούμε, ήττα του κινήματος μας όπως ήταν η ήττα της Κομμούνας το 1871. Αυτού κρύβεται και το νόημα της ρωμαλέας και αισιόδοξης προοπτικής μας σ’ αντίθεση με τους συνθηκόλογους οπορτουνιστές, που κηρύσσουν την ηττοπάθεια. Έτσι έχει το ζήτημα της γραμμής μας και της δράσης μας στα δέκα χρόνια, που σήμερα πάμε να το συμπερασματοποιήσουμε, να το ξεκαθαρίσουμε και να το κλείσουμε όχι σαν τέλος ενός κύκλου αγώνων, αλλά σαν αρχή μιας νέας περιόδου πάλης για τη νίκη. Εδώ βρίσκεται και το βασικό νόημα της κριτικής και αυτοκριτικής προσπάθειας, που έκανε, που κάνει το Κόμμα, σήμερα, και που θα πρέπει να ολοκληρώσει εδώ η Συνδιάσκεψή μας. Αυτού ακριβώς βρίσκεται και η σημασία της εκτίμησης, που θα δώσουμε στον αγώνα που πέρασε και στο ξεκαθάρισμα των λαθών μας.

Αυτού βρίσκεται και η σημασία της μάχης, που δίνεται τώρα ενάντια στον οπορτουνισμό, ενάντια στην προδοσία, ενάντια στους φορείς του οπορτουνισμού, σαν τον Παρτσαλίδη ενάντια στους προδότες και πράκτορες σαν τον Βαφειάδη και τον Καραγιώργη.

Τι κάνουν αυτοί; Δηλαδή, τι κάνουν ο Βαφειάδης και ο Καραγιώργης; Βάζουν στόχο τον Ζαχαριάδη και για να κρύψουν τη δική τους συνεργασία με τον ταξικό εχθρό και για να αποσπάσουν την προσοχή του Κόμματος απ’ τους ίδιους. Χτυπούν τον Ζαχαριάδη και τον κατηγορούν σαν αντισο-βιετικό. Τι κάνει ο Παρτσαλίδης για να βάλει τη δική του γραμμή αναθεώρησης, τη γραμμή των οπορτουνιστών; Τα βάζει με τον Ζαχαριάδη και τον κατηγορεί σαν τιτικό και σοβινιστή, εχθρό του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Τα υλικά του ΠΓ, που δημοσιεύτηκαν και το σχέδιο απόφασης που προτείνει η ΚΕ του ΚΚΕ, φωτίζουν και το ζήτημα αυτό και η Συνδιάσκεψη πρέπει να το τοποθετήσει και να το ξεκαθαρίσει τελικά. Ο Παρτσαλίδης βγήκε με το άρθρο του, που πρότεινε εδώ στη Συνδιάσκεψη, βγήκε και μιλάει για «ειλικρίνεια». Νομίζει ότι λίγο, πολύ λίγο διορθώνει τα λάθη του μ’ αυτό το άρθρο του. Στην πραγματικότητα αντί για μπρος κάνει πίσω. Διατηρεί όλα τα οπορτουνιστικά του ταμπούρια. Και τη στιγμή, που το Κόμμα μας, ύστερα από την 7Ί Ολομέλεια, τράβηξε μπροστά, αυτός μένει στη θέση του, ουσιαστικά κάνει πίσω. Γιατί το Κόμμα τραβάει μπροστά και τον αφήνει πίσω. Είναι ειλικρινής, σύντροφοι, ο Παρτσαλίδης όταν μιλάει για ειλικρίνεια;

Να σας πω τη γνώμη μου. Δεν πρέπει να του αρνηθεί κανείς μια ειλικρίνεια, γιατί δεν πρέπει να του καταλογίσουμε πρόθεση και συνειδητή αντι-κομματική επιδίωξη. Αυτό πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε. Είναι πράγματι «ειλικρινής» με τον τρόπο του. Είναι, δηλαδή, μικροαστός, διανοουμενίστι-κος, εγωκεντρικός ειΛικρινής. Με την «ειλικρίνεια» αυτή πάει να σώσει τον εαυτό του και δεν καταθέτει τα όπλα του. Στις 30 του Σεπτέμβρη, πριν 10 μέρες, σε συνεδρίαση του ΠΓ ο Παρτσαλίδης δήλωσε: Όποιος ακολουθεί σήμερα τον Παρτσαλίδη είναι αντικομματικό στοιχείο. Έτσι το είπε καθαρά. Γιατί, λοιπόν, εξαιρεί τον εαυτό του απ’ αυτό το πράγμα; Πώς το καταλαβαίνει αυτό το πράγμα; Οι άλλοι μόνο που τον ακολουθούν είναι αντι-κομματικοί;

Και αυτός δείχνει ότι κάνει μια προσπάθεια ειλικρίνειας, αλλά δεν ολοκληρώνει την ειλικρίνεια του και συνεπώς η «ειλικρίνεια» του αυτή μένει χωρίς σημασία, θέλει να διατηρήσει την εντιμότητα και την ακεραιότητα του. Ούτε αυτό του αρνείται κανείς. Εμείς του αναγνωρίζουμε ότι είναι ακέραιος και έντιμος. Η εντιμότητα, όμως και η ακεραιότητα αυτή, όταν έρχεται σε σύγκρουση με το συμφέρον του Κόμματος εξατμίζεται ή καλύτερα επικρατεί αυτή σε βάρος του συμφέροντος του Κόμματος. Έτσι εξατμίζεται στην ουσία το συμφέρον του Κόμματος. Ζητάει ο Παρτσαλίδης να τον βοηθήσουμε. Ξέρετε πώς την εννοεί τη βοήθεια αυτή; Να υποταχθούμε εμείς στο σ. Παρτσαλίδη και όχι ο Παρτσαλίδης στο συμφέρον του Κόμματος.

Βοήθεια πρέπει να του δώσουμε, αλλά βοήθεια με υποχώρηση στο συμφέρον του Κόμματος δεν πρέπει να περιμένει. Ούτε θα την έχει, γιατί αυτό θα ήταν όχι μόνο δικό του χαντάκωμα, αλλά θα ήταν και θλιβερή βοήθεια για το Κόμμα. Ζητάει να τον βοηθήσουμε. Δηλώνει, όμως, ότι από σεβασμό προς το ΠΓ, προς την ΚΕ, προς τη Συνδιάσκεψη δεν μπορεί να εγκαταλείψει τις απόψεις του, γιατί τις πιστεύει.

Αυτός ο σεβασμός και το κράτημα των απόψεων είναι κράτημα των απόψεων του εχθρού, ώστε ο Παρτσαλίδης παραμένει στις επάλξεις του εχθρού, θέλει να πατά με το ένα πόδι στο Κόμμα και με το άλλο στον εχθρό. Ξέρεις σ. Παρτσαλίδη, τι γίνεται όταν ένας πατάει σε δυο βάρκες; Φεύγουν και οι δυο και πέφτει αυτός μέσα και πνίγεται.

Ώστε δεν το βάζει σωστά ο σ. Παρτσαλίδης το ζήτημα της «ειλικρίνειας» και το ζήτημα της βοήθειας που πρέπει να του δώσουμε. Όμως εμείς, έτσι που το επιβάλλει το κομματικό συμφέρον, πρέπει να τον βοηθήσουμε για να βρει ο Παρτσαλίδης το σωστό του δρόμο.

Βρισκόμαστε σήμερα μπροστά σε μια ένταση στην παγκόσμια κατάσταση και σε ένα παλλαϊκό κίνημα στην Ελλάδα, που ανεβαίνει. Απαραίτητη προϋπόθεση για να δούμε σωστά και την εσωτερική μας κατάσταση και να χαράξουμε σωστά την παραπέρα μας πορεία είναι να αποκρούσουμε την οπορτουνιστική επίθεση. Αν δεν ξεκαθαρίσουμε τους λογαριασμούς μας με τους οπορτουνιστές και τους προδότες, δε θα μπορέσουμε ν’ ανταποκριθούμε στα σοβαρά καθήκοντα που στέκουν μπροστά μας και που απορρέουν τόσο από τη διεθνή κατάσταση όσο και από τα εσωτερικά μας πράγματα.

Σχετικά με τη διεθνή κατάσταση θα πω λίγα λόγια. Δικαιώνεται πέρα για πέρα η γραμμή και η προοπτική που χάραξε η τελευταία συνεδρίαση του Γραφείου Πληροφοριών των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων. Έχουμε το στρατόπεδο της ειρήνης και της δημοκρατίας με επικεφαλής τη ΣΕ, που τραβάει μπροστά, σταθεροποιείται αυξάνει, δυναμώνει. Τι καταπληκτική πρόοδο παρουσιάζει η Σοβιετική Ένωση το βλέπουμε ανάγλυφα και στην τεράστια έκταση που παίρνει η καινούργια ανοικοδόμηση με τους υδροηλεκτρικούς σταθμούς στο Βόλγα και τα μεγάλα έργα στο Τουρκμενι-στάν. Είναι οι οικοδομές του κομμουνισμού. Έχουμε τις επιτυχίες και τη σταθεροποίηση στις ΛΔ. Το τεράστιο κίνημα των οπαδών της Ειρήνης. Τους αγώνες των λαών και πρώτ’ απ’ όλα των λαών της Ασίας για τη λευτεριά τους. Έτσι το παγκόσμιο κίνημα της δημοκρατίας και της ειρήνης, που έχει επικεφαλής τη Σοβ. Ένωση, μεγαλώνει, αυξάνει σταθερά και αυτό για μας είναι ένας αποφασιστικός παράγοντας, μια αποφασιστική συμβολή στην παραπέρα προσπάθεια μας, στους παραπέρα αγώνες μας.

Το στρατόπεδο του ιμπεριαλισμού δείχνει σήμερα καθαρά ότι φοβάται την ειρήνη, θέλει τον πόλεμο, γιατί μ’ αυτό πιστεύει πως μπορεί να βρει διέξοδο απ’ όλες τις αντιθέσεις, που το κατατρώγουν και το κατασπαράζουν. Και η Κορέα εδώ είναι μόνο μια αρχή. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι δυνάμεις της ειρήνης είναι πολύ ισχυρές, είναι οι πιο ισχυρές. Όμως οι δυνάμεις της ειρήνης και της δημοκρατίας, για να υπερασπίσουν και να κατοχυρώσουν την ειρήνη και τη δημοκρατία χρειάζεται να κάνουν πάλη, αδιάκοπη πάλη. Ο πόλεμος μόνο με την πάλη αποτρέπεται. Ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός μόνο με τον αγώνα νικιέται. Η υποτίμηση της δύναμης και των δυνατοτήτων μας σήμερα θα μας έφερνε στη συνθηκολόγηση, θα προωθούσε τα σχέδια του αγγλοαμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

Η εσωτερική κατάσταση. Αν ρίξουμε μια ματιά, θα δούμε ότι εκείνο που κυριαρχεί σήμερα στην Ελλάδα, στην πολιτική ζωή, είναι η τεράστια πολεμική ψύχωση, που έχει πιάσει το μοναρχοφασισμό, όλες τις κυρίαρχες τάξεις κάτω από την υπαγόρευση των αμερικανών. Και πρέπει να το πούμε. Υπάρχουν μια σειρά στοιχεία συγκεκριμένα, θετικά, που δείχνουν ότι αν οι αμερικάνοι πάνε το πείραμα τους της Κορέας να το επαναλάβουν αλλού, ο πρώτος στόχος που θα διαλέξουν θα είναι τα Βαλκάνια. Δε μιλάω για τις προετοιμασίες που κάνουν, τις ιδεολογικές, πολιτικές, οικονομικές, στρατιωτικές. Όλα δείχνουν ότι εκεί πάμε. Και το λένε και καθαρά αυτό. Σήμερα ακόμα η Αθήνα είπε ότι η Βουλγαρία με τη νησίδα στον Έβρο, πάει να δημιουργήσει μια κατάσταση πολύ ανησυχητική. Ενώ τις προκλήσεις τις κάνουν οι μοναρχοφασίστες. Προχτές έφτασαν στην Αθήνα 40 αμερικάνοι δημοσιογράφοι. Τους δέχτηκε την ίδια μέρα ο Ροδόπουλος, υπουργός τύπου και πληροφοριών. Μετά απ’ αυτόν τους δέχτηκε ο Βενιζέλος, μετά τον Βενιζέλο ο Παπάγος, μετά ο Παύλος, μέχρι τη 1 η ώρα της ίδιας μέρας. Λίγες μέρες πριν βρίσκονταν στην Αθήνα πολλοί εγγλέζοι δημοσιογράφοι. Όλη τους την πολεμική ψύχωση καλλιεργούν και φουντώνουν. Οι «Τάιμς» του Λονδίνου δημοσίευσαν ένα άρθρο, που λέει ότι οι έλληνες ανησυχούν και φοβούνται επίθεση από την Αλβανία και τη Βουλγαρία και γι’ αυτό βιάζονται και θέλουν να τους βοηθήσουν και να τους δεχτούν στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο. Γι’ αυτό δέχτηκαν τόσο ευχάριστα την πρόταση, που έγινε να πάρουν μέρος στην κατάστρωση των επιθετικών σχεδίων στη Μεσόγειο η Ελλάδα και η Τρυρκία. Ένας σοβαρός κίνδυνος είναι ακόμα η δημιουργία του τετράγωνου Ελλάδα-Γιουγκοσλαβία-Τουρκία-Ιταλία. Και ο στόχος που αποβλέπουν φαίνεται καθαρά. Είναι το τρίγωνο Ελλάδα-Γιουγκοσλα-βία-Τουρκία ενάντια στη Βουλγαρία. Και το τρίγωνο Ελλάδα-Γιουγκοσλα-βία-Ιταλία ενάντια στην Αλβανία. Οι αμερικάνοι θέλουν το προγεφύρωμα τους να το στερεώσουν και να το επεκτείνουν στα Βαλκάνια. Και ξέρουμε ότι πάντα το σχέδιο του Τσόρτσιλ και η μονομανία, ας πούμε, του Τσόρτσιλ ήταν τα Βαλκάνια. Γιατί τα θεωρεί το πιο πρόσφορο και κατάλληλο σημείο απ’ όπου μπορεί να προχωρήσει κατά της λαϊκοδημοκρατικής Ευρώπης, πιο ευκολότερα να βαδίσει κατά της Σοβ. Ένωσης. Κύριο ορμητήριο τους προορίζουν, έτσι, για τα Βαλκάνια την Ελλάδα. Δε στέλνουν μόνο ελληνικό στρατό στην Κορέα. Αυτό είναι το πρώτο βήμα. Στο μεταξύ ο πόλεμος και δω χτυπά στις πόρτες μας.

Ταυτόχρονα η ανοικοδόμηση στην Ελλάδα πήγε περίπατο. Ξέρετε όλοι ότι περικόπτουν το ποσό της «βοήθειας». Στην αρχή λέγαν ότι θα σας κάνουμε εργοστάσια κλπ. Όσο μας είχαν ανάγκη και πολεμούσαν και χύναν οι έλληνες το αίμα τους, τάζαν λαγούς με πετραχήλια. Τώρα τα σάρωσαν όλα. Δεν άφησαν τίποτα. Στην αρχή διαμαρτύρονταν ο τύπος της Αθήνας, θρηνούσε και οδύρονταν. Έπειτα από λίγο όμως άρχισε να καλμάρει. Ομολόγησε ότι ουσιαστικά η αμερικάνικη βοήθεια ήταν μόνο για τον πόλεμο. Ότι ο Πόρτερ που μας ήθελε για αποικία το είχε πει αυτό από την πρώτη στιγμή. Και είχε προσθέσει ότι θα σταματήσει κι αυτή η καπνοκαλλιέργεια και στη θέση της θα έμπαινε η πατατοκαλλιέργεια. Και τώρα όλοι συμφωνούν με την κυβέρνηση της τριανδρίας ότι όλες οι προσπάθειες θα πρέπει να γίνουν μόνο για τον πόλεμο. Ο Βενιζέλος δήλωσε ότι θα εφαρμόσει κιόλας το τελεσίγραφο του Πόρτερ μέσα στο μήνα αυτό, το Νοέμβρη. Και το τελεσίγραφο λέει: Καμιά αύξηση στα μεροκάματα, περικοπή στους μισθούς, απολύσεις δεκάδων χιλιάδων. Αύξηση στις ώρες δουλειάς και στους φόρους. Καμιά κοινωνική πρόνοια. Καμιά επιχορήγηση για την παιδεία. Όλα θα δοθούν για τον πόλεμο.

Αυτό το πράγμα κυριαρχεί στην πολιτική ζωή μας σήμερα. Ο Βενιζέλος φεύγει γι’ αυτές τις μέρες με εκπροσώπους του Γεν. Επιτελείου Στρα-τού. Και το λέει ανοιχτά ότι πάει στην Αμερική, όχι για τη συζήτηση στη συνέλευση του ΟΕΕ, γιατί το ελληνικό ζήτημα πέρασε σε δευτερεύουσα θέση, αλλά πάει για να ολοκληρώσει τα πολεμικά σχέδια και την πολεμική βοήθεια, που χρειάζεται σήμερα η Ελλάδα. Αυτό το ζήτημα προβάλλει σήμερα στην πολιτική ζωή της χώρας. Δε μιλάω τόσο για την Ταξιαρχία της Κορέας. Αυτό είναι ένα σχετικά μικρό, αν και πολύ ανησυχητικό και χαρακτηριστικό επεισόδιο μέσα στη γενική προετοιμασία του πολέμου. Αυτή η πολεμική, μπορεί να πει κανένας, ατμόσφαιρα, αυτό το πράγμα κυριαρχεί στην πολιτική ζωή και αυτό επιβάλλει και σε μας σοβαρά καθήκοντα.

Δεν πρόκειται μόνο για το κίνημα της ειρήνης, που όλο πλαταίνει παρά τις διώξεις, παρά την παρανομία του. Λίγοι Λαοί είναι στον κόσμο, που τόσο ποθούν και τόσο θέλουν την ειρήνη και με φανατισμό βάζουν τις υπογραφές τους κάτω από την έκκληση της Στοκχόλμης.

Σήμερα το καθήκον όλων είναι τούτο: Όλο το κίνημα, το κέντρο και η συνισταμένη όλης της δουλειάς και της προσπάθειας μας είναι η πάλη για την ειρήνη, ενάντια στον πόλεμο. Να πείθουμε καθημερινά το λαό για τον κίνδυνο, που τον απειλεί. Να του λέμε καθαρά και να τον οδηγούμε τι να κάνει τώρα και τι να κάνει αύριο. Και το λέμε καθαρά: Το στρατό, που φτιάχνουνε για να τον χρησιμοποιήσουν ενάντια στην Αλβανία και τη Βουλγαρία εμείς θα τον σμπαραλιάσουμε. Και θα πιάσουμε από την πρώτη στιγμή τα βουνά, θα πιάσουμε τα ταμπούρια, θα παλέψουμε μέσα στις πόλεις, θα τους χαλάσουμε τα πολεμικά σχέδια. Τον πόλεμο θα τους τον κάνουμε τάφο.

Δε θα σταθώ πολύ στα άλλα καθήκοντα. Το σχέδιο απόφασης και το υλικό που έχετε υπόψη σας, μιλούν συγκεκριμένα για όλα τα καθήκοντα και τα προβλήματα της στιγμής. Ένα ακόμα πράγμα πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα. Ποτέ μεταπολεμικά η κατάσταση, από την άποψη της ωριμότητας των αντικειμενικών συνθηκών δεν ήταν τόσο ευνοϊκή όσο είναι σήμερα. Εκείνο που λείπει, σήμερα, είναι ότι εμείς καθυστερούμε με την ανασυγκρότηση, την ανασύνταξη των δικών μας, των κομματικών δυνάμεων, που είναι ο βασικός παράγοντας, που θα δώσει σκοπό και κατεύθυνση στις λαϊκές δυνάμεις, που παλεύουν.

Θα πρέπει να διπλασιάσουμε τις προσπάθειες μας. Ξέρουμε πόσες ζημιές πάθαμε και πόσα χτυπήματα. Πρέπει να φτιάσουμε γερό, κομματικό, παράνομο μηχανισμό. Σαν προϋπόθεση της επιτυχίας μας σ’ αυτό θα πρέπει να υπάρξει σωστή μελέτη. Μπορεί ν’ αργήσουμε, λίγο χρονικά, αλλά θα φτιάσουμε κάτι γερό, που δε θα μπορέσει να το χαλάσει ο εχθρός. Και αρχίσαμε τις προσπάθειες για να το φτιάσουμε. Ώστε ο κόμπος σήμερα είναι: Η προσπάθεια της ανασύνταξης, της αναδημιουργίας του παράνομου κομματικού μηχανισμού, που θα μπορέσει να συγκεντρώσει γύρω του όλο το τεράστιο εργατικό και το λαϊκό κίνημα και να του δώσει κατεύθυνση και σκοπό. Το ξαναλέω, ποτέ δεν ήταν η κατάσταση τόσο ευνοϊκή. Ποτέ δεν περνούσε τέτοια κρίση ο μοναρχοφασισμός, δεν είχε τόσο πελαγώσει. Και το παν τώρα εξαρτάται από το πώς εμείς θα δουλέψουμε.

Έχουμε όλες τις δυνατότητες στη διάθεση μας να αναπτύξουμε και να μορφώσουμε τον κόσμο μας ολόπλευρα. Εκείνο που μπαίνει σήμερα, είναι να ριχτούμε και να αξιοποιήσουμε ολοκληρωτικά αυτές τις δυνατότητες.

Μια σειρά προβλήματα μπαίνουν στο σχέδιο απόφασης, θα ήθελα όμως να σταθώ σε ένα απ’ τα οργανωτικά, κομματικά προβλήματα. Είναι το ζήτημα της κολεκτφίστικης δουλειάς. Σ’ αυτό το σημείο κάναμε κακή, μηχανική μεταφορά από το ΔΣ. Έχουμε συχνά επιβιώσεις του ανταρτίστικου πνεύματος, θα πρέπει ν’ αναπτύξουμε κολεκτιβίστικη δουλειά, κολεκτιβί-στικη προσπάθεια, χωρίς όμως να στραπατσέρνουμε το βασικό στοιχείο της ατομικής ευθύνης. Όλη η προσπάθεια γίνεται συλλογικά, η ευθύνη όμως μένει προσωπική για κείνον που ανέλαβε και πρέπει να εκτελέσει ένα συλλογικό έργο. Πρέπει να το πούμε αυτό, γιατί αλλιώς πνίγουμε τις ικανότητες, παραμερίζουμε το θάρρος και την πρωτοβουλία και ενισχύουμε τις εκδηλώσεις του ανταρτίστικου πνεύματος και του καπετανλικιού.

Δε μιλώ για το ζήτημα της ανάπτυξης της κριτικής και αυτοκριτικής σε μας. Και αυτό δεν πρέπει να το πάρουμε έτσι, όπως οι οπορτουνιστές. Βρήκαν κάπου 5-6 λάθη και ανακατεύουν τα χαρτιά και τα φουσκώνουν και τα ξαναφουσκώνουν. Η πάλη η δική μας εδώ πρέπει να είναι καθημερινή. Εμείς πρέπει να ξεσηκώσουμε τη μάζα, όλο το Κόμμα να βλέπει και να διορθώνει τα λάθη. Γιατί θα πρέπει να το πούμε, πως ελλείψεις, λάθη και αδυναμίες θα έχουμε πάντα εφόσον προχωρούμε. Το πρόβλημα είναι να τα βλέπουμε, να κάνουμε μικρά όχι σοβαρά λάθη και να μάθουμε μπολσεβίκικα να τα διορθώνουμε.

Βασικό στην προσπάθεια μας που θα πρέπει να κάνουμε, για να μπορέσουμε να γίνουμε πιο ικανοί για την παράνομη δουλειά είναι να αφομοιώσουμε δημιουργικά και γόνιμα αυτό όπου κουτσαίνει σοβαρά το Κόμμα ολόκληρο, το μαρξισμό-λενινισμό. Πρέπει αυτό το όπλο, αυτήν τη θεωρία εμείς να την ενστερνιστούμε έτσι, που να γίνουμε όσο το δυνατόν καλύτεροι για την πάλη μας και να την κάνουμε ένα ακατανίκητο ισχυρότατο όπλο στους αγώνες μας για τα δίκαια του λαού, για την απελευθέρωση της πατρίδας μας.

Το Κόμμα μας, παρά τα λάθη, παρά τις αποτυχίες που είχε, παρά το ότι έχασε δυο επαναστάσεις σταθερά βαδίζει στο σωστό δρόμο των Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν-Στάλιν. Μέσα στην πάλη αντρώνεται, ατσαλώνεται, δημιουργείται σε νέου τύπου, σε μπολσεβίκικου τύπου Κόμμα.

Μια βασική προϋπόθεση για να προχωρήσουμε απερίσπαστα μπροστά σήμερα, είναι να ξεκαθαρίσουμε και την οπορτουνιστική προσπάθεια διαστρέβλωσης της γραμμής του Κόμματος, γιατί αυτή η προϋπόθεση είναι απαραίτητη για τη μπολσεβικοποίηση του Κόμματος μας. Έτσι πρέπει να τη βλέπουμε και γι’ αυτό πρέπει να παλέψουμε, να αντιμετωπίσουμε και να ξεκαθαρίσουμε τον οπορτουνισμό. Όμως χωρίς συγχύσεις και υπερβολές. Δεν πρέπει να κάνουμε σύγχυση, ανάμεσα στους συντρόφους που ξεκινώντας από καλή πρόθεση, κάνουν μια προσπάθεια μα πέφτουν έξω. Και τους προδότες προβοκάτορες, χαφιέδες που πάνε, συνειδητά και προσχεδιασμένα, να ανατινάξουν το Κόμμα μας. Τους πρώτους πρέπει να τους βοηθήσουμε, χωρίς να ξεχνάμε και αυτό που λέγαν οι αρχαίοι έλληνες: Συν Αθηνά και χείρα κίνει. Τους άλλους πρέπει να τους χτυπήσουμε κατακέφαλα, να τους συντρίψουμε.

Έχουμε μπροστά μας, ακόμα, μπόρες και φουρτούνες. Μένοντας πιστοί στο μαρξισμό-λενινισμό, κρατώντας ψηλά τη σημαία του μαρξισμού λενινισμού, οι κουκουέδες θα ξεπεράσουν όλα τα εμπόδια, θα παραμερίσουν όλες τις δυσκολίες, θα βαδίσουν προς τη νίκη, θα κατακτήσουν τη νίκη, όσες θυσίες και αν χρειαστεί ακόμα να δώσουν*.

 

Αρχείο της Κεντρικής Επιτροπής τον ΚΚΕ

«III Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ»

Εκδόσεις της ΚΕ του ΚΚΕ, Αύγουστος 1951, σελ. 17-28.

 

* Η εισήγηση του σ. Ζαχαριάδη δίνεται εδώ, όπως δημοσιεύτηκε στο 11/12 τεύχος του περιοδικού «Νέος Κόσμος» του Νοέμβρη-Δεκέμβρη 1950.

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: