Αγριος καπιταλισμος και οικονομια της αποαναπτυξης

Άγριος καπιταλισμός και οικονομία της αποανάπτυξης: μια συμμετρική διαλεκτική. Και μια μόνο εναλλακτική: ο σοσιαλισμός.

 

Μια ανησυχία κυριεύει ασταμάτητα τους ιταλούς υποστηρικτές των «φόρουμ» των «κοινωνικών κινημάτων»: πώς να πάρουν αποστάσεις από τα θεωρητικά, σημαντικά και εννοιολογικά εργαλεία του μαρξισμού. Αυτό έχει επιφέρει την ελάττωση κάθε μορφής αυτονομίας και ριζοσπαστικότητας στις κριτικές που διατυπώνονται για τον καταστροφικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής οικονομίας, και, μάλιστα, την αποδοχή του αστικού οικονομικού καθεστώτος ως του μοναδικού εφικτού στον κόσμο (τελειοποιήσιμου αν κάποιος το θέλει, μα μοναδικού!). Επαφίεται στους κομμουνιστές, αντίθετα, να επαναφέρουν στο κέντρο της συζήτησης και της πάλης τους την «κριτική της πολιτικής οικονομίας» και την υλική, συγκεκριμένη, δραματικά επίκαιρη αναγκαιότητα να αγωνιστούν για μια σοσιαλιστική κοινωνία.

 

Καθίσταται όλο και πιο πολύ της μόδας εντός του «κινήματος για μια άλλη παγκοσμιοποίηση» (δηλαδή, την Επανίδρυση, την “Carta”, το “Il Manifesto” και τα εγκεκριμένα από αυτούς κοινωνικά κέντρα) η θεωρία της πάλης για μια οικονομία βασισμένη στο μύθο της αποανάπτυξης: «Θα ήταν αναγκαίο να έχει κανείς το θάρρος να διατρανώσει ότι ο σκοπός μας δεν είναι η αύξηση του ΑΕΠ, αλλά η μείωσή του.[…] Χρειάζεται να δράσουμε απέναντι στην καταστροφικότητα του τρόπου ζωής μας και να θέσουμε τη μείωση του ΑΕΠ ως δείκτη μιας καλής ή κακής πολιτικής» [1]

Επίσης: τα επιχειρήματα των μαρξιστών οικονομολόγων «ότι η λύση για όλα τα δεινά βρίσκεται στην επάνοδο της «ανάπτυξης», αρκεί στη θέση της καθοδήγησης της καταχθόνιας μηχανής να βρίσκεται η «πολιτική»[…] είναι ολόιδια με εκείνα του προέδρου του ΔΝΤ, ή πιο μετριοπαθώς της Confindustria [σ.σ. ιταλικός ΣΕΒ] ή του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Ιταλίας» [2] . Σύμφωνα με τους υποστηρικτές αυτής της θέσης χρειάζεται «να ελέγξουμε την κατανάλωση,[…] ένα στυλ ζωής πιο λιτό»[3]

Αυτό το σενάριο θα φαινόταν να βγαίνει ενισχυμένο από τις τρομερές συνέπειες, σε όρους καταστροφής και θανάτου, που ο τυφώνας Κατρίνα έφερε στις Ηνωμένες Πολιτείες το τελευταίο καλοκαίρι: στις συνταγές «εγκράτειας και αρετής» των υποστηρικτών της οικονομίας της αποανάπτυξης θα προσετίθετο ένας ακόμα πολιτικός στόχος, ο οποίος προέκυψε από το γεγονός ότι η τελευταία φυσική καταστροφή σε μεγάλο βαθμό προκλήθηκε από την ατμοσφαιρική ρύπανση: «Είναι επιτακτικό να δράσουμε έτσι ώστε να μεγαλώσει στην κοινωνία ένα κίνημα που να είναι ικανό να υποχρεώσει την κυβέρνηση να καταπιαστεί στην επόμενη νομοθετική περίοδο με μια κατακόρυφη μείωση των εκπομπών αερίων ρύπων (τουλάχιστον όσο προβλέπεται από το πρωτόκολλο του Κιότο) επιδρώντας στις μεταφορές και αλλάζοντας το σύστημα Ενέργειας»[4]

Πράγματι η προοδευτική επιδείνωση του περιβάλλοντος πρέπει να αποδοθεί στο συνδυασμό συμπεριφορών άκριτα καταναλωτικών και ρυπαντικών, του ανθρώπου και κάποιων κυβερνήσεων εξαιρετικά αναίσθητων, όπως εκείνης των ΗΠΑ, που δεν έχει επικυρώσει, αντίθετα με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το πρωτόκολλο του Κιότο;

Αν κάνεις σταθεί μόνο σε αυτά τα φαινόμενα, τα οποία πράγματι συμβάλλουν στην επιδείνωση της κατάστασης, τότε αυτή η απόδοση ευθύνης είναι εξαιρετικά περιορισμένη και αποπροσανατολιστική.

Είναι η εσφαλμένη αίσθηση των κηρύκων της «μηδενικής ανάπτυξης» που τροφοδοτεί τη σύγχυση και δεν επιτρέπει να φτάσει κανείς στη ρίζα του προβλήματος.

Μα ας προχωρήσουμε κι ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε διάφορα ερωτήματα που τίθενται

 

Ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και χειραφέτηση ανθρώπου κατά το Μαρξ

 

Πρώτα από όλα, προτείνεται για μια ακόμα φορά ο μύθος ότι η μαρξιστική σκέψη βασίζεται στο θαυμασμό της τεχνικής tout court: στην πραγματικότητα, τίποτα, από παρόμοιους με αυτόν υπαινιγμούς, δεν απέχει πιο μακριά από τις μαρξιστικές ιδέες και παραδόσεις. Ο Μαρξ αποδίδει μεγάλη σημασία στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων [5]– στο φαινόμενο που σήμερα είναι γνωστό με την έκφραση «οικονομική ανάπτυξη»- μόνο και αποκλειστικά σε σχέση με την πραγματοποίηση των δυνατοτήτων του ανθρώπου, της άριστης ανάπτυξης της ανθρώπινης προσωπικότητας όλων των ατόμων, που εκλαμβάνονται ταυτόχρονα ως όντα ατομικά και κοινωνικά.

Ο Μαρξ πάντοτε αρνιόταν ιδέες βασισμένες στην επιστροφή στη φτώχεια και τον ασκητισμό, εξαιρετικά όμοιες με αυτές που ξαναπροτείνονται από τους υποστηρικτές της οικονομίας της εγκράτειας και της ανέχειας- από το Revelli, για να καταλαβαινόμαστε- γιατί αυτός ο τύπος οικονομικής πολιτικής θα ακρωτηρίαζε το άτομο, θα το καθιστούσε αιχμάλωτο του περιβάλλοντος και ανίκανο να αναπτύξει πλήρως τις γνώσεις του και τις ανάγκες του.

Ο Μαρξ θεωρεί την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, την οικονομική μεγέθυνση ως τη δυνατότητα να προκληθεί μια διπλή κίνηση χειραφέτησης. Η προοδευτική χειραφέτηση από εμπόδια της φύσης και η προοδευτική χειραφέτηση από κοινωνικούς περιορισμούς που σιγά- σιγά παίρνουν τη θέση των πρώτων. Για το Μαρξ ο δυνάμει απελευθερωτικός ρόλος της οικονομικής μεγέθυνσης σημαίνει απλώς ότι σε ένα δεδομένο επίπεδο υλικού πλούτου, η διάκριση μεταξύ παραγωγών και διοικητών, μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, μεταξύ πόλης και χωριού δεν είναι πλέον αναπόφευκτη, μπορεί να εξαφανιστεί.

Από αυτό το επίπεδο κι έπειτα, όχι μόνο μια μικρή μειοψηφία αντρών και γυναικών, μα όλα τα άτομα μπορούν να απελευθερωθούν από τον περιορισμό να επιδίδονται σε μια εργασία μηχανική, κουραστική, φθαρτική για την υγεία, και να ξεφύγουν από την καταπίεση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας.

Ο Μαρξ ποτέ δεν σκέφτηκε, σε αντίθεση με ό,τι αφήνουν να εννοηθεί οι σημερινοί του συκοφάντες, να μετατρέψει την οικονομική ανάπτυξη σε στόχο πιο υψηλό από εκείνον που ο άνθρωπος- χωρίς όρια χρονικά και χωρίς να ληφθεί υπόψη η ποιότητα της ζωής- μπορούσε να αποβλέπει. Ούτε ποτέ θα μπορούσε να του περάσει από το μυαλό να υποστηρίξει την απλουστευτική φόρμουλα σύμφωνα με την οποία η μέγιστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι ίση με τη μέγιστη ανάπτυξη των ανθρωπίνων δυνατοτήτων.

Αντιθέτως, από τη στιγμή κατά την οποία φτάνουμε σε μια δεδομένη παραγωγική βάση, για το Μαρξ καθίσταται κεντρικό το κοινωνικό ζήτημα, δηλαδή ο ριζικός μετασχηματισμός της δομής της κοινωνίας και της νοοτροπίας των ανθρώπων. Αν δεν πραγματοποιείται αυτός ο μετασχηματισμός, μια περαιτέρω υλική ανάπτυξη θα έφερνε μαζί της τον κίνδυνο επιδείνωσης και όχι βελτίωσης των προϋποθέσεων για την ανθρώπινη πρόοδο.

Υπό αυτή την έννοια, ο Μαρξ είναι χωρίς αμφιβολία ο μεγαλοφυής προάγγελος της προβληματικής της «ποιότητας της ζωής», του συναγερμού για τους κινδύνους που επιφέρει η καπιταλιστική παραγωγή στην οικολογική ισορροπία.

Πάνω από ένα αιώνα πριν από τους σημερινούς περιβαλλοντιστές, ο Μαρξ είχε προειδοποιήσει ότι ο καπιταλισμός μπορούσε να αναπτύξει παραγωγικές δυνάμεις μόνο μέσω της καταστροφής εκείνων των δυνάμεων που είναι οι δύο καθοριστικές πηγές κάθε πλούτου: της φύσης και του ανθρώπου [6]

 

Ο καπιταλισμός: οικονομική μεγέθυνση και σπατάλη πόρων

 

Σε όλες τις προεμπορευματικές κοινωνίες το κοινωνικό υπερπροϊόν λαμβάνει κυρίως τη μορφή των αξιών χρήσης. Οι κατέχουσες τάξεις που καθοδηγούν την οικονομική οργάνωση (οι πατριαρχικές κοινότητες ή το καθεστώς των γενών στις κοινωνίες του πρωτόγονου κομμουνισμού, οι ιδιοκτήτες σκλάβων ακολούθως) δεν έχουν κανένα άλλο συγκεκριμένο συμφέρον παρά να αναπτύξουν την παραγωγή ως τα όρια της ικανότητάς τους κατανάλωσης, δηλαδή, της ιδιοποίησης, εκ μέρους τους, τέτοιων αξιών χρήσης. Αυτή η ικανότητα κατανάλωσης είναι περιορισμένη όχι μόνο με όρους φυσιολογίας, αλλά και κοινωνικούς, δηλαδή, από το περιορισμένο των αναγκών τους, τη μη γνώση των προϊόντων, την υπανάπτυξη των ανθρωπίνων ικανοτήτων, που είναι το αποτέλεσμα μιας δεδομένης κοινωνικής και οικονομικής δομής [7]: προκύπτει ένα επίπεδο μεγέθυνσης πολύ περιορισμένο και ένας ρυθμός ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων πολύ αργός.

Στο καπιταλιστικό σύστημα, που είναι βασισμένο στην εμπορευματική παραγωγή, αντιθέτως, το κοινωνικό υπερπροϊόν λαμβάνει την εγχρήματη μορφή της υπεραξίας. Αυτό εξάλλου δεν χρησιμεύει πια για σκοπούς παραγωγικής κατανάλωσης από τους κατέχοντες, αλλά για σκοπούς συσσώρευσης. Ο ανταγωνισμός και η ταξική πάλη υποχρεώνουν τους καπιταλιστές να μετασχηματίζουν σε επιπρόσθετο κεφάλαιο ένα σημαντικό τμήμα τέτοιας υπεραξίας. Αφού ο ανταγωνισμός- έμφυτος στο σύστημα ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής- υποχρεώνει τους καπιταλιστές να ελαττώνουν ασταμάτητα της τιμές κόστους των παραχθέντων εμπορευμάτων, ο καπιταλισμός είναι το πρώτο παραγωγικό σύστημα στην ιστορία της ανθρωπότητας που στη βάση της δικής του λογικής- στη βάση των δικών του νόμων ανάπτυξης- έχει την τάση να αναπτύσσει συνεχώς τη δική του τεχνική και την εφαρμογή των επιστημονικών γνώσεων στην υλική παραγωγή. Γι’ αυτό, ο καπιταλισμός είναι το πρώτο κοινωνικό σύστημα που, όντας χαρακτηριζόμενος από μια τάση για συνεχή πρόοδο των  υλικών παραγωγικών δυνάμεων και φέρει το χαρακτηριστικό μιας σχεδόν αδιάκοπης οικονομικής μεγέθυνσης (στην πραγματικότητα κατακλυζόμενης από περιοδικές κρίσεις που εκφράζουν την αντίθεση μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και της μορφής της ατομικής ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της παραγωγής αυτής).

Σίγουρα ούτε ο καπιταλισμός που βρισκόταν σε άνοδο το 19ο αιώνα είχε εξασφαλίσει μια μεγαλύτερη ανάπτυξη- και, ακόμα λιγότερο, άριστη- των παραγωγικών δυνάμεων περισσότερο από τον καπιταλισμό του 20ού αιώνα ή των πρώτων αυτών ετών της 2ης χιλιετίας.

Το σύστημα που βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία και στην υποχρέωση για μεγιστοποίηση του κέρδους περικλείει εντός του μια κολοσσιαία σπατάλη υλικών και ανθρώπινων πόρων. Η μισθωτή εργασία, η ταξική δομή της αστικής κοινωνίας, η κρίση υπερπαραγωγής στην οικονομία, οι αυξανόμενες δαπάνες του ανταγωνισμού (χρεωκοπίες, λανθασμένη χρησιμοποίηση των πόρων), τα εισοδήματα των παρασιτικών τάξεων, οι πόλεμοι, οι κοινωνικοί περιορισμοί που επιβάλλονται στην κατανάλωση και στις ανάγκες των εργαζόμενων μαζών, η υπανάπτυξη ολόκληρων χωρών και ηπείρων: όλα αυτά έφερναν ως αποτέλεσμα η μεγέθυνση να είναι χειρότερη από εκείνη που η επιστήμη και η τεχνική θα είχαν καταστήσει εφικτή στο πλαίσιο μιας ορθολογικά σχεδιασμένης οικονομίας. Το χάσμα μεταξύ της πραγματοποιούμενης οικονομικής μεγέθυνσης και εκείνης που θα ήταν εφικτή συνεχώς μεγάλωνε από την εποχή του ιμπεριαλισμού. Η σπατάλη έλαβε μορφές όλο και πιο τερατώδεις: αρκεί να σκεφτεί κανείς τη συνεχή αύξηση των δαπανών υπέρ της πολεμικής παραγωγής ή τη συνειδητή καταστροφή αγροτικών προϊόντων την οποία παρακολουθούμε, έχοντας πια συνηθίσει.

Η διδασκαλία του Μαρξ σύμφωνα με την οποία οι απελευθερωμένες χάρις στον καπιταλισμό παραγωγικές δυνάμεις, κυρίως με την εφαρμογή της επιστήμης στην παραγωγή, θα μπορούσαν να μετασχηματιστούν- αν δεν υπάρξει αντικατάσταση με νέες σχέσεις παραγωγής που να αντιστοιχούν στην ανάπτυξή τους- σε δυνάμεις καταστροφής, αποκτά μεγάλη σημασία στη σύγχρονη εποχή, μια εποχή που βιώνει τον εφιάλτη παγκόσμιων καταστροφών.

Για να καταλάβει κανείς την καταστροφική δυνατότητα που η καπιταλιστική παραγωγή (δηλ. η καπιταλιστική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων) έχει στο DNA της, χρειάζεται να λάβει υπόψη δύο χαρακτηριστικά της εμπορευματικής παραγωγής που αναδείχτηκαν από την μαρξιστική κριτική.

Από τη μια πλευρά, η εμπορευματική οικονομία προϋποθέτει την ατομική εργασία, δηλαδή τον κατατεμαχισμό των ανθρωπίνων και υλικών παραγωγικών πηγών της συλλογικότητας και τη διανομή τους σε ξεχωριστές μεταξύ τους επιχειρήσεις που απασχολούνται- με έναν αδίστακτο ανταγωνισμό- για την επίτευξη του μέγιστου κέρδους. Μα το κέρδος ως καθοδηγητικό κριτήριο για τις αποφάσεις είναι ένα κριτήριο οικονομικής ορθολογικότητας άμεσα καθοριζόμενο από την κοινωνική φύση των παραγωγικών σχέσεων: εκφράζει σε χρήμα ό,τι έχει μια τιμή και παραλείπει ό,τι δεν έχει μια τιμή.

Το κέρδος χαρακτηρίζει τον ιδιαίτερο και άμεσο σκοπό μιας τάξης- την απόκτηση του μέγιστου δυνατού πηλίκου μεταξύ του καρπού της απλήρωτης εργασίας των προλετάριων και της ολότητας του προκαταβληθέντος κεφαλαίου, ανεξαρτήτως από τις συνέπειες στην κοινωνία γενικά–  και με κανέναν τρόπο ένα καθολικό και μακροπρόθεσμο σκοπό της συλλογικότητας. Αυτό που αυξάνει το άμεσο κέρδος μιας εταιρίας μπορεί να μειώσει το συνολικό εισόδημα της κοινωνίας[8]. Αυτό που αυξάνει το κέρδος αυτό μπορεί, μακροπρόθεσμα, να μειώσει τους συνολικούς πόρους που διαθέτει η κοινωνία και να καταστρέψει την υγεία και τη ζωή των ανθρώπων. Αυτές μπορούν να «εκτιμηθούν» σε όρους χρήματος μόνο αν μετασχηματίσει κανείς την ανθρώπινη ζωή από έναν σκοπό σε μέσο- για αύξηση του κέρδους.

Η οικονομία της καπιταλιστικής αγοράς, και ακόμα περισσότερο η παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική οικονομία, παράγει μια αυξανόμενη αντίθεση μεταξύ της μερικής οικονομικής ορθολογικότητας και του  παγκόσμιου και κοινωνικού παραλογισμού.

Νερό και αέρας θεωρούνται όχι μόνο φυσικές πηγές προς διαρπαγή, χωρίς κανένα ενδιαφέρον για τις συνέπειες, αλλά και υποστάσεις στις οποίες μπορεί κανείς να αποθέσει επικίνδυνα απορρίμματα: αυτή είναι η λογική, που προκύπτει από την ξέφρενη επιθυμία απόκτησης του μέγιστου κέρδους, αυτός είναι ο λόγος που τα ποτάμια, οι θάλασσες, ο αέρας που αναπνέουμε είναι το αποχωρητήριο της καπιταλιστικής παραγωγής που δεν λαμβάνει υπόψη τη ρύπανση που παράγεται μαζί με τα εμπορεύματα. Η καπιταλιστική παραγωγή ακολουθεί μια λογική του τύπου «μετά από μας το χάος». Αφ’ ης στιγμής το επενδυμένο κεφάλαιο αποσβήνεται, το κέρδος έχει παραχθεί, τελειώνει ο κύκλος της καπιταλιστικής παραγωγής. Ωστόσο, ο κύκλος της ανανέωσης των πρώτων υλών και η επαναφορά της οικολογικής ισορροπίας επ’ ουδενί δεν ακολουθούν τους νόμους του καπιταλισμού, και από αυτό είναι που προκύπτουν οι συμφορές της εποχής μας.

Κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα, η ανώμαλη ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής και η ληστρική λογική που τη χαρακτηρίζουν προκάλεσαν ένα απρόσμενο μόλις λίγες δεκαετίες πριν αποτέλεσμα: αυτό της πρόκλησης, με τις δραστηριότητες της παραγωγής και μετασχηματισμού, με τα βιομηχανικά της απόβλητα, με τις δραστηριότητες για πολεμικούς σκοπούς, μια βαθιά ανάμειξη με τα προτσές της φύσης, υποβάλλοντας τη βιόσφαιρα σε μια πίεση ανήκουστη, προξενώντας ανεπανόρθωτες ζημιές στο περιβάλλον και ερχόμενη σε σύγκρουση με τα όρια που επιβάλλουν οι νόμοι της φύσης.

Η δράση των κυβερνήσεων στις καπιταλιστικές χώρες σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος δεν θίγει συγκεκριμένα τις προϋποθέσεις της περιβαλλοντικής καταστροφής, αντίθετα, συχνά αποτελεί ένας εμπαιγμός κυριολεκτικά. Ας δούμε την πιο γνωστή περίπτωση, εκείνη του λεγόμενου «Πρωτοκόλλου του Κιότο» με το οποίο το 1997 ορίστηκαν διάφοροι στόχοι μείωσης των εκπομπών αερίων ρύπων. Βάσει αυτού του πρωτοκόλλου οι βιομηχανοποιημένες χώρες κατά τα επόμενα χρόνια θα έπρεπε να μειώσουν τις εκπομπές αερίων ρύπων ως και 5% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990.

Στην πραγματικότητα το Πρωτόκολλο βασίζεται στην αδιάλλακτη υπεράσπιση των συμφερόντων του κεφαλαίου: προβλέπει πράγματι τρεις ευέλικτους μηχανισμούς με τους οποίους, αντί να υιοθετούνται εθνικά μέτρα για τη μείωση των εκπομπών αερίων ρύπων, είναι δυνατή η αγορά από άλλα κράτη αδειών εκπομπών τέτοιων αερίων ή η πραγματοποίηση πρότζεκτ με καθαρή τεχνολογία στις αναπτυσσόμενες χώρες. Η απάτη είναι προφανής αν σκεφτεί κανείς ότι τα σχέδια μείωσης μπορούν να πραγματοποιηθούν σε χώρες που δεν έχουν ποσοτικές υποχρεώσεις μείωσης των προβλεπόμενων εκπομπών (π.χ. οι ιταλοί καπιταλιστές μπορούν μάλιστα να αυξήσουν την παραγωγή αερίων ρύπων, αν πραγματοποιήσουν πρότζεκτ μείωσης αυτών των αερίων που δεν παράγουν καθόλου τέτοια και που όμως δεν δεσμεύονται από καμια υποχρέωση): εξάλλου, προς απόδειξη της ασήμαντης αξίας του Πρωτοκόλλου, πρέπει να ενθυμήσουμε πως δεν προβλέπεται κανένας τύπος κύρωσης στην περίπτωση που οι «υποχρεωμένες» χώρες δεν σεβαστούν τις πρόνοιες που περιέχονται στο Πρωτόκολλο.

Μόνο η βλακώδης αλαζονεία των ιμπεριαλιστών των ΗΠΑ τούς έχει εμποδίσει να προσχωρήσουν στο Πρωτόκολλο του Κιότο: μα αυτό δεν αλλάζει το γεγονός πως το τελευταίο αντιπροσωπεύει μονάχα μια μορφή περιβαλλοντιστικής προπαγάνδας για κυβερνήσεις πλήρως υποταγμένες στα συμφέροντα της καπιταλιστικής παραγωγής στις χώρες τους.

 

Σχεδιασμός της μεγέθυνσης και συνειδητή διεύθυνσή της

 

Η συζήτηση για τους κινδύνους που η απεριόριστη μεγέθυνση των παραγωγικών δυνάμεων – θα μπορούσαμε να μιλάμε κυρίως για ανάπτυξη ακανόνιστη και αναρχική- κάνει να διατρέχει στο μέλλον το ανθρώπινο είδος, συγκεντρώνεται κυρίως σε τρία θέματα: τη ρύπανση του περιβάλλοντος, την εξάντληση των φυσικών πόρων (και ιδιαίτερα των πρώτων υλών), και τις συνέπειες που προκύπτουν από την αύξηση του πληθυσμού. Η διατύπωση αυτών των προβλημάτων από το τόξο των δυνάμεων της «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης», στην οποία αναφερθήκαμε στην αρχή του άρθρου, βασίζεται σε αποσπάσεις και μεταθέσεις στο μέλλον τάσεων σημερινών, και προϋποθέτουν επομένως το αμετάβλητο του χαρακτήρα των κοινωνικών και οικονομικών δομών (και πρώτα από όλα της οικονομίας της καπιταλιστικής αγοράς): ο εμπαιγμός που βρίσκεται στη βάση της θέσης των Revelli, Sullo και σια, είναι ότι η σημερινή εφαρμοζόμενη τεχνολογία είναι η μόνη εφικτή, αφού δήθεν προκύπτει αναπόφευκτα από την ανάπτυξη  αυτή καθ’ εαυτή. [9]

Αποκαλύπτοντας το ψευδές του αξιώματος σύμφωνα με το οποίο «η σημερινή ανάπτυξη είναι η μόνη εφικτή» και τον εργαλειακό χαρακτήρα των περιβαλλοντιστικών ψευδοπολιτικών των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, μπορούν να διατυπωθούν άλλες προτεραιότητες: πρώτα από όλα, να δημιουργηθούν οι οικονομικές, κοινωνικές, ηθικές και πνευματικές προϋποθέσεις για την ενθάρρυνση όλων των τεχνολογικών ερευνών και καινοτομιών που επαναφέρουν την οικολογική ισορροπία, ενάντια σε αυτές που το επιδεινώνουν περαιτέρω, και αυτό ανεξαρτήτως των συνεπειών στα ατομικά κόστη. Πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα στην ανάπτυξη μιας άλλης τεχνολογίας που να έχει ως σκοπό την αρμονική ανάπτυξη του ατόμου και τη διατήρηση των φυσικών πηγών και όχι τη μεγιστοποίηση των ατομικών κερδών.

Με άλλα λόγια, ως κριτήριο για τις επενδύσεις, να αναφερόμαστε στη μακροχρόνια περίοδο, σε ένα συνδυασμό οικονομικών, κοινωνικών και σχετιζομένων με τη φύση κοστών, δηλαδή, σε έναν σοσιαλιστικό σχεδιασμό της οικονομίας.

Από την πλευρά των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του ανθρώπινου είδους αυτό επιφέρει την καταδίκη της ανεύθυνης μεγέθυνσης, όχι της μεγέθυνσης γενικά.

Η ανθρωπότητα έχει ενώπιόν της ένα ξεκάθαρο δίλημμα: ή να αφεθεί να παρασυρθεί προς μια οικονομία βασισμένη στην απομεγέθυνση ή, πιο συγκεκριμένα, σε μια μείωση των παραγωγικών δυνατοτήτων- που θα σήμαινε αυτομάτως μια τεράστια αύξηση της εξαθλίωσης και της πείνας και, σε σύντομη περίοδο, θα προξενούσε το θάνατο εκατομμυρίων ανθρωπίνων όντων- ή να δημιουργήσει ένα σοσιαλιστικό σύστημα, το μοναδικό που είναι σε θέση να πραγματοποιήσει μια ελεγχόμενη, σχεδιασμένη μεγέθυνση, που να διαλύει τη σπειροειδή γραμμή του ατομικού κέρδους.

Ο μικροαστικός χαρακτήρας της θέσης των Revelli και σία – που υποστηρίζουν την ουτοπική, αντιδραστική και απάνθρωπη θέση της οικονομικής απομεγέθυνσης, χωρίς ποτέ να θέτουν προς συζήτηση τις σχέσεις ιδιοκτησίας- είναι άμεσα προφανής. Δύο τρίτα της ανθρωπότητας ζουν ακόμα κάτω από το όριο της φτώχειας. Αν μπλοκάρει κανείς τη μεγέθυνση αυτό θα σήμαινε για τις υπανάπτυκτες χώρες να καταδικαστούν σε παραμονή για απεριόριστο χρονικό διάστημα στο χείλος της πείνας, βυθιζόμενες στην εξαθλίωση.

Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι η «απομεγέθυνση» θα έπρεπε να συνοδεύεται από μια αναδιανομή των πόρων σε παγκόσμια κλίμακα.

Μα ποιος μπορεί πραγματικά να πιστέψει πως μια τέτοια αναδιανομή μπορεί α πραγματοποιηθεί, σε παγκόσμια κλίμακα, στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας, η οποία βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία και τους επίμονους περιορισμούς της αγοράς, όταν δεν έχει πραγματοποιηθεί ούτε εντός των ίδιων των βιομηχανικών χωρών, που βλέπουν συνεχώς να αυξάνεται το ποσοστό του πληθυσμού τους που βρίσκεται κάτω από τα όρια της φτώχειας;

Πρόσφατα ήλθε στην επιφάνεια και ο μύθος της μείωσης των αμυντικών δαπανών, με σκοπό την ανάκτηση οικονομικών πόρων: «είναι ένας ελάχιστος ρεφορμισμός που σίγουρα δεν σπάει κανένα ταμπού»[10], δηλώνει ο Revelli. Μα αυτός ο «ελάχιστος ρεφορμισμός» είναι ασύμβατος με τα συμφέροντα των πολεμικών βιομηχανιών και με τις εφαρμοζόμενες από τις κυβερνήσεις και των χωρών του ανεπτυγμένου καπιταλισμού πολιτικές. Έχουν ιδέα, οι Revelli, Sullo και όλη  η παρέα πόσες «αποστολές» στο εξωτερικό έχουν πραγματοποιήσει οι «δημοκρατικές» κεντροδεξιές και κεντροαριστερές κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια;

Οι λαμπροί μας θεωρητικοί της «απομεγέθυνσης» ζητούν «από τους πολιτικούς ηγέτες[…] να εφαρμόσουν συμβατές πολιτικές»[11] μα δεν υπάρχουν πια περιθώρια που μπορούν να καταστήσουν συμβατό τον καπιταλισμό και τη φύση.

Σήμερα τίθενται σε αμφισβήτηση οι βασικές προϋποθέσεις για την επιβίωση της ανθρωπότητας: δεν είναι εφικτή ούτε μια οικονομία απομεγέθυνσης, για τους λόγους που εκθέσαμε, ούτε το να εμπιστεύεται ακόμα κανείς την  μεγέθυνση την καπιταλιστική, την ακανόνιστη και αναρχική, που δεν λαμβάνει υπόψη τα βασικά συμφέροντα της ανθρωπότητας και του περιβάλλοντος.  Αυτή η κατάσταση καθιστά απολύτως απαραίτητο το μετασχηματισμό των οικονομικών και κοινωνικών δομών.

Με την εξάλειψη της αναχρονιστικής ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, με τον αυστηρό περιορισμό και τη βαθμιαία εξάλειψη της εμπορευματικής παραγωγής- δημιουργείται το πλαίσιο στο οποίο η πάλη για την επαναφορά της οικολογικής ισορροπίας μπορεί να προωθηθεί επιτυχώς.

Μόνο ο σοσιαλισμός, δηλαδή ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο οι παραγωγοί καθίστανται αφεντικά της παραγωγής και την υποτάσσουν κατά τα συμφέροντά τους μπορεί να πραγματοποιήσει μια τριπλή προτεραιότητα κατά την οποία εκφράζονται ταυτόχρονα οι στόχοι και τα μέσα της νέας κοινωνίας: πρώτον, η ικανοποίηση όλων των βασικών αναγκών των εργαζομένων, δεύτερον, η αναζήτηση νέων και ποικίλων τεχνολογιών που να χρησιμοποιούν με τρόπο φειδωλό τα περιορισμένα φυσικά αποθέματα πρώτων υλών, και τέλος, η ανάπτυξη και η ικανοποίηση των πνευματικών ικανοτήτων (παιδεία, έρευνα, ελεύθερος χρόνος) όλων των ανθρώπινων όντων.

Το παλιό δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» καθίσταται, γι’ αυτό, εξαιρετικά επίκαιρο. Ο αγώνας για τη σοσιαλιστική επανάσταση, για την αταξική κοινωνία, δεν είναι πια μονάχα ο αγώνας για μια κοινωνία πιο λογική, πιο δίκαιη, πιο ανθρώπινη, πιο ελεύθερη. Έχει γίνει ένας αγώνας για τη φυσική επιβίωση της ανθρωπότητας.

 

Teoria & Prassi, τ.15, Φλεβάρης 2006


[1] Τι μπορούμε να ζητήσουμε από την πολιτική, συνέντευξη του P.Sullo στο Marco Revelli, “Carta”, ν.2, 13/19-1-2005, σ.σ. 18-19.

 

[2] P. Sullo, Έχει περάσει η εποχή της εξίσωσης «ο φίλος του εχθρού μου είναι εχθρός μου», Liberazione, 27-07-2005, σ.11

 

[3] Τι μπορούμε να ζητήσουμε από την πολιτική, συνέντευξη του P.Sullo στο Marco Revelli, ό.π., σ.19

 

[4] Μ. Serafini, Νερό στο λαιμό, Il Manifesto, 31-08-2005, σ.1

 

[5] Οι παραγωγικές δυνάμεις αποτελούνται από τα εργαλεία παραγωγής και τους ανθρώπους που τα θέτουν σε κίνηση χάρη στην παραγωγική τους εμπειρία, τις γνώσεις και τις συνήθειες εργασίας. Οι εργαζόμενες μάζες είναι οι κύριες παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας.

 

[6] Η τελευταία φράση του 13ου κεφ. του «Κεφαλαίου» αναφέρει: «Η καπιταλιστική παραγωγή αναπτύσσει επομένως την τεχνική και το συνδυασμό του προτσές κοινωνικής παραγωγής μόνο υπονομεύοντας ταυτόχρονα τις πηγές από τις οποίες αντλεί κάθε πλούτο: τη γη και τον εργάτη»(Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Εdizioni Rinascita, Ρώμη 1952, 1ος τόμος, 2ο τμήμα, σ.σ. 219-220).

 

[7] Κατά τη μεθοδολογική εισαγωγή των Grundisse, ο Μαρξ αποσαφηνίζει ότι η παραγωγή δημιουργεί όχι μόνο τα αντικείμενα για την ικανοποίηση των αναγκών αλλά επίσης τις ανάγκες που αντιστοιχούν στα προϊόντα. Ακολούθως, αναφέρει την τάση του καπιταλισμού να αναπτύσσει τις ανάγκες πέραν των ευθέως φυσικών ορίων, ενώ εμποδίζει την ικανοποίησή τους από τη μάζα των μισθωτών των ίδιων των αναγκών.

 

[8] Επ’ αυτού ο Ένγκελς είχε ήδη επιστήσει την προσοχή το 1845 στο κείμενό του «Για την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία». Βλ. επίσης και Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ό.π, σ. 218): «Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή μαζί με τη διαρκώς αυξανόμενη υπεροχή του αστικού πληθυσμού, που τον συγκεντρώνει σε μεγάλα κέντρα, από τη μια μεριά, συσσωρεύει την ιστορική κινητήρια δύναμη της κοινωνίας, από την άλλη, διαταράσσει την οργανική συναλλαγή μεταξύ ανθρώπου και γης,  δηλαδή την επιστροφή στη γη των συστατικών της γης στοιχείων που καταναλώθηκαν από τον άνθρωπο υπό μορφή μέσων διατροφής και ένδυσης, διαταράσσει συνεπώς την  φυσική αιώνια κατάσταση μιας διαρκούς γονιμότητας του εδάφους. Έτσι καταστρέφει μαζί τη φυσική υγεία των εργατών της πόλης και την πνευματική υγεία των εργατών των αγρών».

 

[9] Πρέπει να αναδειχτεί η παράδοξη σύγκλιση μεταξύ των θέσεων του περιβαλλοντιστή-ζαπατιστή Sullo και εκείνων τη λεγόμενης «Νέας Δεξιάς». «Η εφημερίδα μου- γράφει ο Sullo- ήταν ανέκαθεν υποστηρικτής των θέσεων του Serge Latouche, για την κριτική στον ωφεμιλισμό, για την ανάλυση της μετα-ανάπτυξης, π.χ. στην Αφρική, μέχρι και για την απομεγέθυνση». Η σύμπτωση απόψεων μεταξύ   περιβαλλοντισμού της «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης» και νεοφασιστικής δεξιάς έχει και άλλα ανησυχητικά παραδείγματα. Ένα από όλα, η δημοσίευση στη “Liberazione”, με υπογραφή Fabrizio Giovenale, ενός άρθρου με τίτλο «Δεν πρέπει να σώσουμε το ΑΕΠ, μα τη γη και τον άνθρωπο» (“Liberazione”, 13/5/2005) που περιείχε παρόμοιες φράσεις με εκείνες που περιέχονται στο ν.270 (Μάρτης- Απρίλης 2005) του “Diorama Letterario”, ενός εκ των τριών μεγαλύτερων περιοδικών του ιταλικού νεοφασισμού, και περιέχονται σε ένα άρθρο του Eduardo Zanelli με τίτλο «Ύφεση, και αν υπήρχε μια ευκαιρία;» Ειλικρινά δεν μας ενδιαφέρει ποιος από αυτούς τους δύο αντέγραψε τον άλλο, μα παραμένει και πρέπει να καταγγελθεί άμεσα, η παράξενη συμμαχία μεταξύ νεοφασιστών και μερικών «επανιδρυτικών» κύκλων, για τους οποίους πολλοί καλοπροαίρετοι σύντροφοι θα έκαναν  καλά να σκεφτούν με προσοχή.

 

[10] Τι μπορούμε να ζητήσουμε από την πολιτική, συνέντευξη του P.Sullo στο Marco Revelli, ό.π., σ.19

 

[11] στο ίδιο

 Σημείωση: το κείμενο μεταφράστηκε από τα ιταλικά και αναρτήθηκε στο Athens Indymedia στις 14/12/2009

Advertisements

Tagged: , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: