Αυθορμητισμος και συνειδηση: η επικαιροτητα του «Τι να κανουμε;» του Λενιν

 

Αυθορμητισμός και συνείδηση: η επικαιρότητα του «Τι να κάνουμε;» του Λένιν

 

Ζούμε, αυτά τα τελευταία χρόνια, σε μια πολιτική κατάσταση στην οποία η δυναμική επανέναρξη των εργατικών αγώνων, από τη μια, και, από την άλλη, η ανάπτυξη- στους κόλπους των μικροαστών και των λαϊκών μαζών- ευρέων κινημάτων γνώμης, σε μεγάλο βαθμό νεανικών, που ασκούν κριτική με τρόπο όλο και πιο ριζοσπαστικό σε αλλοτριωτικές και απάνθρωπες πτυχές του καπιταλιστικού «πολιτισμού», έχουν εισάγει θετικούς νεωτερισμούς στο σημερινό πολιτικό πανόραμα. Μα ο «ριζοσπαστισμός» αυτών των κινημάτων δεν πηγαίνει πέρα από την καταγγελία των «δεινών» του καπιταλισμού, διεξάγεται κυρίως στη βάση της «ηθικής», και δεν υποδεικνύει λύσεις που είναι διακριτές σε ουσιαστικό βαθμό από τον ρεφορμισμό (που έχει επανενδυθεί με πιο μοντέρνα ρούχα): το κίνημα «no global» είναι η πιο χαρακτηριστική του έκφραση. Ο αυθορμητισμός και ο οικονομισμός είναι κυρίαρχοι στο συνδικαλιστικό κίνημα και το «κίνημα των κινημάτων».

Γι’ αυτό, η θεωρητική και πολιτική μάχη που διεξήγε ο Λένιν ενάντια σε κάθε μορφή οικονομισμού και αυθορμητιστικού τρεϊντγιουνιονισμού (συνδικαλισμού) είναι πάντοτε εξαιρετικά επίκαιρη. Ακόμα και σήμερα οι κομμουνιστές πρέπει να παλεύουν ενάντια στις δύο βασικές «οικονομίστικες» παρεκκλίσεις που κατήγγειλε ο Λένιν: αυτή σύμφωνα με την οποία «πρέπει να δώσουμε στον οικονομικό αγώνα έναν πολιτικό χαρακτήρα» (δηλαδή να περιοριστούμε σε έναν –αναγκαίο, φυσικά- αγώνα για μεταρρυθμίσεις, ή, ακόμα πιο απλά, «για δικαιώματα», όπως σήμερα λέγεται) και εκείνη, βάσει της οποίας, «ο οικονομικός αγώνας είναι το πιο ευρέως χρησιμοποιήσιμο μέσο για να τραβήξουμε τις μάζες στον ενεργό πολιτικό αγώνα»(και σύμφωνα με την οποία η πολιτική ζύμωση πρέπει πάντοτε να ακολουθεί την οικονομική ζύμωση).

Η εργατική τάξη- μέσω της ίδιας της της εμπειρίας από τους αγώνες- μπορεί να ανεβάσει το επίπεδο της ταξικής συνείδησής της μέχρι το σημείο του να μπορεί να αντιλαμβάνεται τον ασυμφιλίωτο ανταγωνισμό που την φέρνει σε αντιπαράθεση, ως τάξη, με την εκμεταλλεύτρια αστική τάξη, μπορεί να αποκτήσει αυτά τα «έμβρυα» συνείδησης που την κάνουν να συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της κατάργησης του συστήματος της μισθωτής εργασίας. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι το προλεταριάτο μπορεί αυθόρμητα να αποκτήσει και τη σοσιαλιστική συνείδηση. Αυτό ποτέ δεν ειπώθηκε από τους Μαρξ και Ένγκελς, και ο Λένιν είχε αυτή τη μεγάλη ιστορική τιμή να εμβαθύνει και να αναπτύξει τη μαρξιστική θεωρία σε αυτό το βασικό ζήτημα.

Οι εργάτες, μέσω της εμπειρίας τους από τους αγώνες τους, μπορούν να φτάνουν στο να έρθουν, όχι πια μεμονωμένα ή ως απομονωμένες ομάδες, αλλά ως τάξη, σε αντιπαράθεση με την ανταγωνιστική τάξη: όταν αυτό συμβαίνει, εξηγεί ο Μαρξ, ο αγώνας τους λαμβάνει διαστάσεις πολιτικές. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ήδη ο αγώνας τους είναι ένας επαναστατικός πολιτικός αγώνας, δηλαδή ένας αγώνας που θέτει στον εαυτό του συνειδητά τον σκοπό της κατάκτησης της εξουσίας για την υπερνίκηση της καπιταλιστικής αστικής τάξης και την αντικατάσταση του κράτους της από ένα νέο τύπο κράτους, τη δικτατορία του προλεταριάτου, στο πλαίσιο της οποίας είναι εφικτή η εξάλειψη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η διεύθυνση της οικονομίας σύμφωνα με ένα κεντρικό σχέδιο και η οικοδόμηση του σοσιαλισμού ως ιστορική προϋπόθεση για την επίτευξη του κομμουνισμού. Είναι ο τελευταίος που συνιστά ένα αποφασιστικό ποιοτικό άλμα στην ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης.

Όπως ο Λένιν ξεκαθάριζε επιδέξια στο «Τι να κάνουμε;», ερχόμενος σε πολεμική με τους οικονομιστές της εποχής του, ακόμα και όταν ο οικονομικός αγώνας ξεπερνά το πρώτο και βασικό του επίπεδο (αυτό των απλών συνδικαλιστικών και κλαδικών διεκδικήσεων) και αποκτά, σε ένα επόμενο στάδιο, μια πολιτική διάσταση, όπου επιδιώκει να αποσπάσει από την κυβέρνηση συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα προς όφελος της τάξης συνολικά («οικονομικός αγώνας ενάντια στα αφεντικά και την κυβέρνηση»), αυτός δεν ξεπερνά το τρεϊντγιουνιονιστικό (συνδικαλιστικό) πλαίσιο: είναι τρεϊντγιουνιονιστικός (συνδικαλιστικός) πολιτικός αγώνας, δεν είναι ακόμα επαναστατικός πολιτικός αγώνας. Δεν είναι ανεβασμένος στο πιο υψηλό επίπεδο ταξικής συνείδησης, το επίπεδο της σοσιαλιστικής συνείδησης.

Αυτό το πιο υψηλό επίπεδο δεν μπορεί να αποκτηθεί από την εργατική μάζα με τρόπο αυθόρμητο, «ή με άλλα λόγια από τα μέσα, με οικονομικό αγώνα, δηλαδή, ξεκινώντας μόνο (ή τουλάχιστον κυρίως) από αυτό τον αγώνα, βασισμένοι μόνο (ή τουλάχιστο κυρίως) σε αυτό τον αγώνα».

«Την ταξική πολιτική συνείδηση [με την έννοια που δώσαμε πιο πάνω, δηλαδή την επαναστατική πολιτική συνείδηση, τη σοσιαλιστική συνείδηση] μπορούμε να τη φέρουμε στον εργάτη μόνο από τα έξω, δηλαδή έξω από την οικονομική πάλη, έξω από τη σφαίρα των σχέσεων μεταξύ εργατών και αφεντικών. Ο μοναδικός τομέας από όπου είναι εφικτό να αντληθεί τέτοια συνείδηση είναι ο τομέας των σχέσεων όλων των τάξεων και όλων των στρωμάτων του πληθυσμού με το κράτος και την κυβέρνηση, ο τομέας των αμοιβαίων σχέσεων όλων των τάξεων» (Λένιν, Τι να κάνουμε, Άπαντα, 5ος τόμος, Editori Riuniti, Ρώμη, 1958, σ. 389-90).

Αυτή η οπτική, που εξετάζει όλες τις οικονομικο-κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις δεν μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της άμεσης εμπειρίας της εργατικής τάξης στη σχέση της με το αφεντικό: αυτή είναι αποτέλεσμα μιας σκέψης και ανάλυσης κριτικής του συνόλου των κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών αντιθέσεων του καπιταλιστικού συστήματος, στην οποία μπορεί κανείς να φτάσει μόνο μέσω της επιστήμης, που επιτρέπει την ανάπτυξη μιας θεωρίας (του επιστημονικού σοσιαλισμού) ως οδηγού για δράση. Πριν κι από το «Τι να κάνουμε;», ο Λένιν έγραφε το 1889: «Η σοσιαλδημοκρατία δεν περιορίζεται στο να είναι απλώς στην υπηρεσία του εργατικού κινήματος…Το καθήκον της είναι να εισάγει στο αυθόρμητο εργατικό κίνημα συγκεκριμένες σοσιαλιστικές ιδέες, να του προσδώσει σοσιαλιστικές πεποιθήσεις, η οποίες πρέπει να είναι στο επίπεδο της σύγχρονης επιστήμης» (Το άμεσο καθήκον μας, στο ίδιο, τόμος 4ος, σελ. 219). Και την επόμενη χρονιά: «Η Σοσιαλδημοκρατία είναι ο συνδυασμός του κινήματος της εργατικής τάξεως και του σοσιαλισμού. Καθήκον της δεν είναι να τίθεται παθητικά στην υπηρεσία του κινήματος της εργατικής τάξεως σε κάθε ένα από τα χωριστά στάδιά του, αλλά να εκπροσωπεί τα συμφέροντα του κινήματος συνολικά, να υποδεικνύει σε αυτό το κίνημα τον τελικό σκοπό του και τα πολιτικά του καθήκοντα, να προστατεύει την πολιτική και ιδεολογική ανεξαρτησία του.» (Τα άμεσα καθήκοντα του κινήματός μας, Άπαντα, τόμος 4ος, σ. 403). Εξ ου η μεγάλη σημασία του οργανωμένου αποσπάσματος της προλεταριακής πρωτοπορίας, του Κομμουνιστικού Κόμματος, που είναι το πολιτικό εργαστήρι όπου η επαναστατική θεωρία συνεχώς αναπτύσσεται σε στενή σχέση με την πραγματική εμπειρία του εργατικού κινήματος.

Για το ζήτημα της θεωρίας που «εισάγεται»- σε επιστημονικές βάσεις- στην εργατική τάξη έξωθεν της απλής, άμεσης οικονομικής σχέσης με τα αφεντικά, και για το ρόλο του Κόμματος, η σκέψη αυτή του Λένιν αποτέλεσε αντικείμενο πλήθους παρεξηγήσεων και παρανοήσεων.

Κατηγορήθηκε, πρώτα και κύρια, για παραποίηση της σκέψης των Μαρξ και Ένγκελς σε αυτό το θεμελιώδες ζήτημα. Κι όμως, είναι το αντίθετο που είναι πραγματικότητα. Ο Λένιν βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τους μεγάλους δασκάλους του επιστημονικού σοσιαλισμού, οι οποίοι πρώτοι έθεσαν με συγκεκριμένους όρους το ζήτημα. Γράφει ο Ένγκελς στο «Αντι-Ντύρινγκ»:

«Η άσκηση αυτής της δράσης για καθολική απελευθέρωση είναι η ιστορική αποστολή του σύγχρονου προλεταριάτου. Η εμβριθής μελέτη των ιστορικών συνθηκών και ακολούθως της ίδιας της φύσης και το να δώσουμε κατ’ αυτό τον τρόπο στην τάξη, που σήμερα καταπιέζεται και καλείται σε δράση, τη συνείδηση των συνθηκών και της φύσης της ίδιας της της δράσης είναι το καθήκον του επιστημονικού σοσιαλισμού, της θεωρητικής έκφρασης του προλεταριακού κινήματος» (Riuniti Editori, Ρώμη 1971, σ.304).

Και είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι, σε σχέση με την ιταλική μετάφραση, το αρχικό κείμενο στα γερμανικά (der Klasse zum Bewusstsein zu bringen) είναι ακόμα πιο κοντά σε αυτό που θα πει αργότερα ο Λένιν.

Είναι αυτή η επιστημονική γνώση της πραγματικότητας που επιτρέπει στο Κόμμα να προσανατολίσει και να καθοδηγήσει την εργατική τάξη και τους φυσικούς της συμμάχους όχι ακολουθώντας τα κινήματα για να παρουσιαστεί ως μια πολιτική «όχθη» τους, και, τελευταία, ως μια εκ των υστέρων «σύνθεσή» τους (ως Κόμμα «μνήμη των μαζών» όπως το ονόμαζε η Ροσάνα Ροσάντα), αλλά προηγούμενο και προβλέποντας τη γενική τροπή των γεγονότων και των ζητημάτων που προκύπτουν.

«Ο ιδεολόγος αξίζει να ονομάζεται ιδεολόγος μόνο όταν προηγείται του αυθόρμητου κινήματος και του δείχνει το δρόμο, όταν ξέρει να επιλύει πριν από όλους όλα τα πολιτικά, τακτικά, και οργανωσιακά ζητήματα που τίθενται «αυθόρμητα στα «υλικά στοιχεία» του κινήματος»(Λένιν, μια συζήτηση με τους υποστηρικτές του οικονομισμού, σε Άπαντα, τόμος 5ος, σ. 292).

Είναι αυτή ακριβώς την «εκ των προτέρων» λειτουργία του κόμματος που απαρνούνται όλοι οι αυθορμητιστές και οι κινηματιστές, παλιοί και νέοι (η αντίληψη και η πρακτική της μπερτινοτικής ηγετικής ομάδας της «Επανίδρυσης» είναι άραγε πολύ διαφορετικές από εκείνες των παλιών ηγετών της «Μανιφέστο»;)

Μια δεύτερη κατηγορία σε βάρος του Λένιν είναι αυτή ότι έθετε, εκ των πραγμάτων, τις βάσεις για τη δημιουργία ενός «κόμματος αστών διανοούμενων», που, κατέχοντας τη θεωρία, είναι οι φυσικοί ηγέτες του προλεταριάτου. Τίποτα πιο μακρινό από την πραγματικότητα.

Οι διανοούμενοι αστικής καταγωγής και κατάρτισης δεν είναι (όπως αρκετοί πιστεύουν) οι θεματοφύλακες του μαρξισμού και του λενινισμού: αυτοί έπαιξαν, στο παρελθόν, έναν ιστορικό ρόλο όχι μόνο χρήσιμο, μα καθοριστικό, για την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος και του Κόμματος: και ακόμα και τώρα μπορούν να δώσουν τη δική τους συνεισφορά στην υπόθεση της επανάστασης, αν γνωρίζουν να δεθούν αδιαχώριστα με την εργατική τάξη. Όμως ο μαρξισμός-λενινισμός ως επιστήμη της επανάστασης είναι τέλεια προσβάσιμος στα πρωτοπόρα στοιχεία της εργατικής τάξης, που, όπως ο Λένιν υπογράμμιζε στο «Τι να κάνουμε;», την «αφομοιώνουν εύκολα», και αφομοιώνοντάς τη, καθίστανται οι οργανικοί διανοούμενοι της τάξης (όπως τους ονόμαζε ο Γκράμσι) και οι φυσικοί ηγέτες του προλεταριάτου. Είναι σε αυτούς τους πρωτοπόρους εργάτες, στα καλύτερα και πιο αναπτυγμένα στοιχεία της τάξης τους, που ανήκει κυρίως το καθήκον της ανάπτυξης της σοσιαλιστικής επαναστατικής συνείδησης στους κόλπους του προλεταριάτου. Ο ρεβιζιονιστικός εκφυλισμός του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και η τελική του διάλυση οφειλόταν, σε μεγάλο βαθμό, στη βαθμιαία εξαφάνιση από τις κορυφές του κόμματος, στελεχών εργατικής καταγωγής και εμπειρίας, και την αντικατάστασή τους από μια στρατιά μικροαστικής καταγωγής διανοούμενων καταρτισμένων με ιδεαλιστική κουλτούρα.  Είναι ένα αρνητικό δίδαγμα που δεν μπορούμε να ξεχάσουμε. Είναι τα πρωτοπόρα στοιχεία του προλεταριάτου που πρέπει να αποτελούν το κεντρικό νευρικό σύστημα των καθοδηγητικών στελεχών του Κομμουνιστικού Κόμματος που πρέπει να ανασυγκροτήσουμε στην Ιταλία: και είναι σε αυτά που απευθύνεται κυρίως το περιοδικό μας.

 

                                                   Teoria & Prassi, ν.7, Οκτώβρης 2002

Σημείωση: το άρθρο μεταφράστηκε από τα ιταλικά και αναρτήθηκε στο Athens Indymedia στις 26/03/2009.

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: