Βια, μη βια και καπιταλιστικη κοινωνια

Βία, μη βία και καπιταλιστική κοινωνία

Η διαλεκτική σχέση βίας- μη βίας και το ζήτημα της συμβατότητας μέσων και σκοπών έχουν καταστεί βασικά θέματα συζήτησης στο εσωτερικό της ηθικοπολιτικής σκέψης της αποκαλούμενης «Αριστεράς»: “Liberazione”, “Il Manifesto”, “Carta” και άλλα έντυπα συστηματικά δημοσιεύουν άρθρα, παρεμβάσεις, φακέλους και συνεντεύξεις που όλες έχουν έναν κοινό παρονομαστή: τη νομιμοποίηση της μη βίας ως μοναδικού μέσου αγώνα, την εξάλειψη της διαλεκτικής σχέσης των τάξεων και του αντικαπιταλιστικού αγώνα από την πολιτική διαπάλη, η οποία προορίζεται να περιορίζεται στην αναγκαιότητα να ξεπεραστεί το δίπτυχο πόλεμος-τρομοκρατία με μεθόδους μη βίαιες.

Η “μη βία”: μια συσκευασία κενή περιεχομένου…

Οι θεωρητικοί της μη βίας την παρουσιάζουν ως “αξία”, και με νόημα αρκετά θετικό: ωστόσο, αν παρατηρήσουμε καλά την ιδέα περί μη βίας, αυτή είναι μια γενικευμένη αφαίρεση, η οποία τίποτα δεν μας λέει σε τι θετικά συνίσταται η ηθικότητα (moralità) της πράξης, δηλαδή, δεν μας υποδεικνύει πώς η ανθρώπινη πρωτοβουλία οφείλει να ανταποκρίνεται σε συνθήκες ιστορικά χαρακτηρισμένες από την άγρια εκμετάλλευση ανδρών και γυναικών, από το ρατσισμό, από τη δικτατορία (σε αυτή μας έχουν συνηθίσει όχι μόνο τα «παραδοσιακά» αντιδραστικά καθεστώτα, αλλά και πολλά συστήματα που δημοκρατικά είναι μόνο στο προσωπείο), από την ασταμάτητη λεηλασία των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Γης ή, ακόμα, από την πείνα, την εξαθλίωση και τη μαζική ανεργία.

Αρκεί να αναλογιστούμε μόνο μια πτυχή όσων αναφέραμε χαρακτηριστικά παραπάνω για να αντιληφθούμε ότι η μη βία, ως μια εντολή-ιδέα άρνησης, δεν μπορεί να αποτελέσει ούτε ένα σύστημα αξιών ούτε μια τεχνική απελευθέρωσης από απάνθρωπες συνθήκες που ιστορικά εκδηλώνονται.

Η απόδειξη αυτών μας δίνεται από το γεγονός ότι οι οπαδοί της μη βίας, για να πετύχουν σκοπούς ηθικούς, όπως η ελευθερία και η ανεξαρτησία, ήταν υποχρεωμένοι να ασκήσουν βία. Χαρακτηριστική στο παρελθόν ήταν η περίπτωση της επιλογής της βίαιης μεθόδου από τον «απόστολο» του Γκάντι, Παντίτ Νεχρού. Απέναντι στην άρνηση της πορτογαλικής κυβέρνησης να αφήσει τη Γκόα (20/8/1955) δεν δίστασε να προσφύγει στη βία, εκδιώκοντας με το όπλο στο χέρι τους πορτογάλους.

Ακριβώς το γεγονός ότι οι θεωρητικοί της μη βίας, για να απεμπλακούν από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, υποχρεώθηκαν να προσφύγουν στη βία, αποδεικνύει ότι η σχέση μεταξύ βίας και μη βίας και το πρόβλημα της συμβατότητας μέσων και σκοπών δεν πρέπει να γίνονται αντιληπτά αφαιρετικά, μακριά, δηλαδή, από κάθε σύνδεση με την ιστορικά, πολιτική και πολιτισμική εμπειρία, με την απαίτηση να θεωρούνται από τους κομμουνιστές ως παράδειγμα (paradigm) για δράση.

ή γεμισμένη με απατηλό περιεχόμενο!

Οι σημερινοί θεωρητικοί της μη βίας (Revelli, Bertinotti και σία), στην προσπάθειά τους να δώσουν αξία σε αυτή και να της προσδώσουν μια ουσία θετική και δημιουργική, είναι υποχρεωμένοι να προβαίνουν σε μια επιχείρηση «θετικής αλλοίωσής»(1) της, εισάγοντας σε αυτή ένα σύστημα κατηγοριών που δεν προκύπτουν από την διαλεκτικότητά της, γιατί το «μη-» δεν μπορεί να διαλεκτικοποιηθεί σε ένα σύστημα θετικών κατηγοριών.

Το σύστημα κατηγοριών στο οποίο τις εισάγουν, αντλείται από τη μυθοποίηση τοπικών μικροεμπειριών που ανάγονται σε παγκόσμιας σημασίας για την ιστορική εμπειρία των καπιταλιστικών χωρών.

Από την τοπικής εμβέλειας εμπειρία του ζαπατιστικού κινήματος, αντλούνται οι κατηγορίες της χωρικότητας και η αντίληψη της επανάστασης ως οικοδόμησης, στο εσωτερικό του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού χώρου, χώρων αποσπασμένων από τη λογική της βίας και της κατάχρησης εξουσίας, δηλαδή, αποσπασμένων από τη λογική του ιμπεριαλισμού.

Ο δρόμος της μη βίας αποδεικνύεται ο δρόμος της αποφυγής της ηθικά (eticamente) δημιουργικής ενασχόλησης με την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας, ελεύθερης από δομές και εποικοδομήματα καπιταλιστικά και από τη διαλεκτική των τάξεων η οποία καθορίζει την ιστορική πορεία. Ο ζαπατισμός συναντά το ηθικό(etico) του όριο στο γεγονός ότι δεν βιώνει την εκμετάλλευση με τρόπο ριζοσπαστικό, τιθέμενος ως ένα νέο παγκόσμιας εμβέλειας υποκείμενο, ένα νέο ηθικό(etico) υποκείμενο που δημιουργεί μια νέα ηθική(morale) ζωή, μια νέα αντικαπιταλιστική κοινωνία: δηλαδή, στο γεγονός ότι στη συγκεκριμένη του δράση, δράση αγώνα και εξέγερσης, απουσιάζει το ζήτημα της εξουσίας, ενώ είναι παρόν το «συντεχνιακό» κίνητρο της εύρεσης χώρου για επιβίωση. Ο ζαπατίστικος αγώνας είναι το πεδίο του συμβιβασμού, είναι μια πράξη εξέγερσης που διατηρεί τον καπιταλισμό και τα εποικοδομήματά του, και από εκεί πηγάζει η αδιαφορία για το ζήτημα της οικοδόμησης ενός νέου ανθρώπου και μιας νέας κοινότητας.

Η σημερινή ιδεολογία της μη βίας συνιστά ένα βήμα πίσω ακόμα και σε σχέση με τον ιστορικό ουτοπισμό του προμαρξιστικού ουτοπικού σοσιαλισμού: σε αυτόν, η σοσιαλιστική κουλτούρα, επικεντρωνόμενη στην αγανάκτηση για την ιστορική προβληματικότητα, η οποία προέκυπτε από την έλευση του βιομηχανικού καπιταλισμού, δημιουργούσε ουτοπίες που είχαν πραγματικό(pragmatico) νόημα είτε αντιμετώπισης των κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων που σιγά-σιγά ανθούσαν κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, είτε αναζήτησης μέσων και συγκεκριμένων μορφών για την υλοποίηση του ουτοπιστικού μοντέλου της ιστορίας (π.χ. οι φάλαγγες του Φουριέ). Αντίθετα, οι Bertinotti και Revelli, προτείνουν τη δημιουργία, εντός του καπιταλιστικού κόσμου, ενός χώρου ελευθερίας, από ένα ευγενές Καλό, το οποίο, χάρη σε μια εσωτερική ηθική δύναμη, θα φέρει την εξάλειψη της βασιλείας του Κακού: έτσι, δημιουργούν μια απελευθερωτική ουτοπία, που αποφεύγει την ιστορική πραγματικότητα και παραλείπει το πρόβλημα του ξεπεράσματος των κοινωνικών μορφών που βασίζονται στην εκμετάλλευση και την αλλοτρίωση και το πρόβλημα της οικοδόμησης μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Η σύγχρονη παραποίηση: η συμμετρική διαλεκτική

Η ιδεολογία της μη βίας βασίζεται στην απλοποίηση της ιστορίας του 20ού αιώνα, καθώς την εκφράζει ως μια «συμμετρική ανταγωνιστική σχέση [που] προϋπόθετε μια σύγκρουση σκληρή, «ολομέτωπη», που φτάνει στην πιο ακραία και «άγρια» μορφή του πολέμου.[…] Η προοπτική της χρήσης δύναμης (βίας, πολέμου) ήταν ουσιαστικό τμήμα της πολιτικής κουλτούρας και σκέψης.[…]Ο πόλεμος φαινόταν, σε τελική ανάλυση, μια επιλογή πιθανή και, σε κάποιες εκδοχές, αναπόφευκτη»(2) Από αυτό το σχήμα προκύπτει ότι η λογική του συμμετρικού ανταγωνισμού και του πολέμου είναι κοινή στους φασίστες, που περιστέλλουν τις δημοκρατικές ελευθερίες, και τους κομμουνιστές και τους αντιφασίστες, οι οποίοι εναπέθεταν «την πιθανότητα σωτηρίας σε μια δύναμη ίση (σε ισχύ) και αντίθετη (στους σκοπούς), ικανή να αντιπαλέψει το (απόλυτο) κακό εκείνου του τύπου καταπίεσης με το (σχετικό) κακό της προσφυγής στα όπλα (κάθε τύπου όπλου, αρκεί να είναι αποτελεσματικό)(3).

Το να περιορίζει κανείς την ιστορία του 20ού αιώνα σε μια φαινομενική έκφραση συμμετρικής διαλεκτικής είναι αυθαίρετο και εσφαλμένο.

Στη βάση όλου του περασμένου αιώνα (και των αρχών του 21ου) βρίσκεται η καπιταλιστική αντίθεση, που γεννήθηκε με τον ερχομό της αστικής τάξης στην εξουσία, το 19ο αιώνα, που δεν μπορεί να απλοποιηθεί, σε ένα σχήμα συμμετρικής διαλεκτικής. Η αστική τάξη, οικοδομώντας τον δικό της συγκεκριμένο καπιταλιστικό κόσμο, προξενεί την αντίθεση του προλεταριάτου έναντί της, και σε μια τέτοια αντίθεση αυτό είναι που αυτοαναγνωρίζεται ως τάξη και αξιολογεί τον αγώνα ενάντια στην αστική τάξη όχι ως σύγκρουση περιστασιακή, αλλά για την επιβεβαίωση της οντότητας και της οικουμενικότητάς(universalità) του, η οποία σύγκρουση επιλύεται σε μια ανανεωμένη ιστορική δομή. Προκύπτει, συνεπώς, η διαλεκτική ιδέα περί δικτατορίας του προλεταριάτου και της αταξικής κοινωνίας ως νέου ιστορικού κύκλου. Με το να μην αντιλαμβάνεται κανείς την καπιταλιστική διαλεκτική ως το πλαίσιο κατανόησης της ιστορικής προβληματικής, κάνει την ιδεολογία της μη βίας να ξεπέφτει στο πεδίο της ασύμμετρης ηθικολογικής στρατηγικής (ηθικολογική, επειδή αφήνει ανέπαφη την καπιταλιστική αντίθεση, κύρια αιτία όλων των ιστορικών δεινών της αστικής εποχής).

Η ασύμμετρη στρατηγική που προτείνει ο Revelli και έχει υιοθετήσει η Επανίδρυση συνίσταται «στο άνοιγμα χώρων όπου μπορεί να αναπτυχθεί η δική μας άλλη κοινωνικότητα»(4). Υποκείμενο αυτού του ηθικολογικού προγράμματος είναι ο «λαός των μυρμηγκιών που εμφανίζεται σιωπηρά εδώ και δέκα ή περισσότερα χρόνια στους δρόμους του San Cristobal de las Casas» καθοδηγούμενος από μια ηθική αριστοκρατία (Bertinotti, Revelli και άλλοι). Μπροστά στην προβληματικότητα της ζωής, ο κοινωνικός και πολιτικός αγώνας που βασίζεται στη μη βία, στην ασύμμετρη διαλεκτική, είναι ένας αγώνας συντηρητικός, αφού διατηρεί την καπιταλιστική διαλεκτική και είναι υποταγμένος σε αυτή.

Ο άξονας Revelli-Bertinotti προσπαθεί να περιορίσει όλη την προβληματική του ιστορικού παρόντος εντός του διανοουμενίστικου σχήματος της σύγκρουσης μεταξύ συμμετρικών ανταγωνισμών και ασύμμετρης διαλεκτικής που αντιπαραθέτει στη βία τη μη βία: τέτοιο σχήμα δεν περιέχει τη συγκεκριμένη και περίπλοκη προβληματικότητα της ιστορικής πραγματικότητας, παραποιεί την πραγματική διαλεκτική που καθορίζει όλο το ιστορικό προτσές της αστικής κοινωνίας και αποκαλύπτεται ως ένα αποπροσανατολιστικό σχήμα, τόσο όσον αφορά την ανάλυση που κάνει, όσο και για την πολιτική του πρακτική.

Η «Αυτοκρατορία» ως Απόλυτο

Η απόρριψη του συστήματος των κατηγοριών της επαναστατικής σκέψης, κάνει τους ιδεολόγους της μη βίας να εξαλείφουν την ιστορική εμπειρία, στέλνοντάς τη στη σφαίρα του παραλόγου, επικεντρωνόμενοι από φορά σε φορά γύρω από μια ιδιορρυθμία της, μια περίπτωση (δηλαδή, αποσπώντας την από τον ιστορικο-κοινωνικό δεσμό που τη δένει με άλλες πτυχές), δίνοντάς της μεταφυσική έννοια, απολυτοποιώντας τη, κάνοντάς τη να φαίνεται ως η « ουσία » ολόκληρης της ιστορικής εμπειρίας. Έτσι, ο κόσμος του ιμπεριαλιστικού, φιλελεύθερου, φασιστικού, σοσιαλδημοκρατικού καπιταλισμού, με την ιδεολογία της μη βίας, καθίσταται η απαράλλαχτη από τη ροή των γεγονότων Αυτοκρατορία(5), βασίλειο « της αγριότητας και[της] βίας[…] ανίκητο σε στρατιωτικό επίπεδο »(6), μα το οποίο μπορεί να ηττηθεί « σε πολιτικό επίπεδο ». Πώς; « Δεν ξέρω πώς θα μπορέσουμε να κάνουμε κάτι τέτοιο και δεν ξέρω πώς θα μπορέσουμε να απελευθερωθεί το Αφγανιστάν, η Παλαιστίνη, το Ιράκ και όλοι οι άλλοι, υιοθετώντας το δρόμο της αντίστασης της μη βίαιης, της πολιτικής, της μαζικής.[…] Μα ξέρω πως ο δρόμος της μη βίας είναι υποχρεωτικός, επειδή πρέπει να αφήσουμε όλη τη βία στα χέρια του εχθρού, ως αποταμιευτή αυτού του κόσμου [ της απαρράλαχτης από τη ροή των γεγονότων Αυτοκρατορίας] που θέλουμε να αλλάξουμε ριζικά »(7). Η αντίθεση και η σύγχυση έχει καταστεί προφανής. Μα η ιδεολογία της μη βίας παραλείπει να μελετήσει αυτή την εννοιο-λογική αντίθεση γιατί υποστηρίζεται από έναν φιντεϊσμό παλιγγενεσιακό, σύμφωνα με τον οποίο, για να «αφοπλίσουμε την Αυτοκρατορία » αρκεί « να αντιτάξουμε την ειρήνη στον πόλεμο, τη μη βία στη βία ». Αρκεί να βασίσουμε « το κίνημα των κοινωνικών αγώνων και των αγώνων για την ειρήνη […] σε πρακτικές μη βίαιες »(8)

Στην ιδεολογία της μη βίας δεν λαμβάνεται υπόψη ότι η ηθική (morale) ζωή είναι ένα προτσές που εξελίσσεται όχι στον Όλυμπο της ουτοπίας, μα εν μέσω εντάσεων και συγκρούσεων αντικειμενικών και είναι σε αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο που πρέπει να τεθεί και να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των μέσων και των σκοπών και το πρόβλημα της βίας.

Η ιδέα περί βίας

Έχοντας πει όλα αυτά, ας περάσουμε στην ανάλυση συγκεκριμένα της ιδέας περί βίας και των επιπλοκών της. Πρώτα από όλα, πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι οι κομμουνιστές ποτέ δεν προπαγάνδιζαν τη βία αυτή καθ’ εαυτή. Κανένας σκοπός δεν δικαιολογεί τη βία ως μέσο και ακόμα λιγότερο η βία δικαιολογείται ως σκοπός: η βία, βάσει αρχών, δεν είναι μια πράξη που δημιουργεί ηθικότητα γιατί δεν είναι μια πράξη που επιλύει το πρόβλημα της οικοδόμησης της προσωπικότητας και της κοινότητας και της παραχώρησης ελευθερίας του ατόμου και της αρμονίας της κοινωνίας.

Μπορούμε να μιλάμε περί βίας από δύο σκοπιές: βία είναι, στην πραγματικότητα, η τάξη που δημιουργείται όταν εμποδίζονται και καταστέλλονται οι νέες δυνάμεις (η ιστορία της Ιταλίας από το Portella delle Ginestre ως το Scelba, από τη Γκλάντιο ως τις σφαγές, ως τις νέες πιο ραφιναρισμένες μορφές πολιτιστικών θεωριών είναι μια καθαρή απόδειξη του παραπάνω ισχυρισμού). Βίαιες είναι οι νέες δυνάμεις όταν καταστρέφουν τις παλιές ηθικές δομές.

Η βία που συνδέεται με την επαναστατική δράση προκύπτει από τις ντε φάκτο συνθήκες της καπιταλιστικής κοινωνίας, αφού τείνει να καταστρέψει μια απάνθρωπη κοινωνία όπως είναι η ταξική κοινωνία, και για να δημιουργήσει μια κοινωνία πιο ανθρώπινη, βασισμένη στην αλληλεγγύη και στην ελευθερία: αυτή έχει ένα αποτέλεσμα εξανθρωπιστικό και απελευθερωτικό και βρίσκει στη νέα κοινωνία όχι τη δικαιολόγησή της (ο μακιαβελικός σκοπός που δικαιολογεί τα μέσα), αλλά την διαλεκτική της επαλήθευση-πραγματοποίηση.

Αντίθετα με τη συντηρητική βία που, από την ίδια της τη φύση, θα παραμείνει για πάντα άρνηση της ηθικής (etica) πραγματικότητας, δηλαδή, δεν θα διαπερνά ποτέ διαλεκτικά την αλληλεγγύη και την ελευθερία, η επαναστατική βία, επειδή είναι καθ’εαυτή απελευθερωτική, και δημιουργεί μια νέα και πιο πλούσια ηθική (etica) πραγματικότητα, είναι η μόνη που περνά διαλεκτικά στην αλληλεγγύη και την ελευθερία.

Συνεπώς, η μαρξιστική επαναστατική ηθική(etica) απορρίπτει ως αντιιστοριοκρατικούς, τόσο τον μακιαβελισμό όσο και τον μοραλισμό, γιατί και οι δύο προβαίνουν σε αφηρημένη διάκριση μέσων και σκοπού, εκλαμβάνοντας τον τελευταίο ως ιδεατή ηθική (morale) τάξη, ως ένα βασίλειο των σκοπών. Γι’ αυτό απορρίπτει τόσο την θέση ότι ο σκοπός δικαιολογεί τα μέσα (ή τα μέσα δικαιολογούνται στο σκοπό) όσο και τη θέση ότι ο σκοπός προσαρμόζεται στα μέσα: Πρέπει, συνεπώς, να απορρίπτεται η αφηρημένη διάκριση μεταξύ βίας, δηλαδή του απόλυτου βασίλειου των μέσων, και της ουτοπίας, ήτοι της απόλυτης εντιμότητας-δικαιότητας του σκοπού. Το ζήτημα της σχέσης μέσων-σκοπών βρίσκει τη λύση του στη ζώσα ηθικότητα (moralità) της επαναστατικής δράσης ως πράξης ηθικά δημιουργικής που φέρνει μέσα και σκοπούς στο ηθικό επίπεδο, και σε αυτό αναλαμβάνει την ευθύνη να τους στηρίξει και να τους αναπτύξει.

Η ηθικότητα (eticità) της επαναστατικής δράσης

Η επαναστατική δράση είναι ηθική αφού είναι ριζωμένη σε συγκεκριμένα συμφέροντα που αντιπαρατίθενται με άλλα (αναγκαία συνθήκη) χωρίς την απαίτηση να τα ξεπεράσει ή να τα επιλύσει αφηρημένα με μια πρόθεση οικουμενικότητας, και τα ενώνει με την ιστορία ως μια στιγμή της διαλεκτικότητας της και τα ωθεί να δράσουν με έναν τρόπο ιστορικά οικουμενικό (επαρκής συνθήκη): είναι η στιγμή κατά την οποία το συγκεκριμένο γίνεται καθολικό, καθολικοποιείται. Το καθολικό δεν γίνεται απαράλλαχτο από την εξέλιξη της ιστορίας, δεν καθίσταται κάτι το απόλυτο, αλλά παραμένει ιστορικό, ανοιχτό, αλλιώς το καθολικό θα έκλεινε την ιστορία, όμως, αντιθέτως, ο κομμουνισμός κλείνει την προϊστορία της ανθρωπότητας και ανοίγει την ιστορία(9).

Η τάξη των εργαζομένων, στον αγώνα της ενάντια στην καπιταλιστική αλλοτρίωση, αποκτά συνείδηση του εαυτού της (ταξική συνείδηση), δηλαδή συνείδηση της ιστορικής προβληματικής στην οποία ζει, και συνείδηση του ότι είναι η μόνη δύναμη επίλυσης της κοινωνικής αντίθεσης. Η ταξική συνείδηση είναι γι’ αυτό ένα και το αυτό με την πάλη των τάξεων και αυτή είναι το ίδιο πράγμα με την συνείδηση του ότι είναι ένα νέο υποκείμενο ηθικό οικουμενικά δημιουργικό, δηλαδή μια οικουμενική δύναμη για τη δημιουργία μιας κοινωνίας χωρίς τάξεις, πιο ανθρώπινης (της κομμουνιστικής κοινωνίας), ανοιχτά προοδευτικής, δηλαδή μια δημιουργία ανασυγκρότησης των πολιτών και των ανθρώπων.

Η επαναστατική δράση της τάξης των εργαζομένων, ακριβώς επειδή είναι επαναστατική, είναι δράση απελευθέρωσης των νέων οργάνων πολιτισμού από ένα κοινωνικό σύστημα καταπιεστικό, και δράση για τη δημιουργία μιας νέας κοινωνικής Τάξης.

Ο συντηρητικός χαρακτήρας της μη βίας

Αυτή η πραγματικότητα ξεφεύγει από τους διανοούμενους και τους πολιτικάντηδες, οι οποίοι, μη μπαίνοντας στο πεδίο της ιστορικής διαλεκτικής ως ταξικής διαλεκτικής, επέλεξαν τη μη βία ως αποκλειστικό εργαλείο της θεωρίας τους και της πολιτικής τους δράσης. Τα αποτελέσματα αυτής της στάσης είναι δύο: η μη βία, ενώ από τη μια πλευρά επιφέρει την οδετεροποίηση της ορμής των νέων δυνάμεων, από την άλλη, δεν καταφέρνει να θίξει τη βία των συντηρητικών δυνάμεων. Και μάλιστα, απαλείφοντας όλο το ρεύμα της ανάπτυξης της μαρξικής σκέψης που στο Λένιν βρίσκει την υψηλότερη έκφρασή της, ενισχύει αντικειμενικά τις αντικομμουνιστικές συντηρητικές δυνάμεις που συνδέουν την επιβίωσή τους στην καταστροφή της πολιτικής σκέψης των Μαρξ και Λένιν.

Οι αυτοαποκαλούμενοι « κομμουνιστές » α λα Μπερτινότι, που δογματικά υποστηρίζουν τη μη βία, αντικειμενικά συμβάλλουν στη διατήρηση της συντηρητικής βίας. Αυτό είναι το αποτέλεσμα όποιου δεν μπαίνει πια στο πεδίο της ταξικής διαλεκτικής: να αποδέχεται το υπάρχον κοινωνικό δεδομένο και να ηθικολογεί. Πρόκειται για έναν εθελοτυφλούντα μοραλισμό που δεν χρησιμεύει σε τίποτα στους εργαζόμενους και τις εκμεταλλευόμενες και εξαθλιωμένες από τον καπιταλισμό μάζες, στην Ιταλία και σε όλο τον κόσμο: περιορίζει τις συγκεκριμένες απαιτήσεις για απελευθέρωση των καταπιεσμένων δυνάμεων σε γενικες φιλοδοξίες (π.χ μια άλλη αγορά, το ίσο και αλληλέγγυο εμπόριο): εμποδίζει την κατανόηση πως μόνο ο μαρξισμός -λενινισμός είναι συνεπής ενάντια στην ιδεολογία της βίας γιατί παλεύει για να της καταργήσει την αιτία: τη διάκριση της κοινωνίας σε τάξεις.

1.Η θετική αλλοίωση συνίσταται σε ό,τι ο Μαρξ όριζε ως «η ανατροπή της σκέψης στον εμπειρισμό», δηλαδή την αυθαίρετη εισαγωγή σε μια έννοια (ή σε μια ιστορική πραγματικότητα) ενός νοήματος άκριτα υιοθετημένου, το οποίο τροποποιεί το περιεχόμενο της έννοιας, παραποιώντας το, για να δικαιολογήσει μια συγκεκριμένη ιδεολογία.

Αυτό ισχύει για την ιδέα της μη βίας, της οποίας το νόημα καθορίζεται έξω από την ιδέα, η οποία «γεμίζεται» με ένα περιεχόμενο αποσπασμένο από πλαίσια, απο-ιστορικοποιημένο, άκριτα εκλαμβανόμενο, προκειμένου να δοθεί νομιμοποίηση σε μια συγκεκριμένη πολιτική στάση.

Μια άλλη περίπτωση θετικής αλλοίωσης προκύπτει από την αναγκαιότητα που έχουν διάφορες μορφές μεταφυσικής να εξέλθουν από το αφηρημένο, απολυτοποιώντας και παραποιώντας μερικές πραγματικότητες: η συνέπεια αυτής της θετικής αλλοίωσης, σε αυτή την περίπτωση, είναι η απολυτοποίηση, η ιεροποίηση, το να γίνεται κανείς απολογητής αυτής της κατάστασης πραγμάτων: έτσι, για παράδειγμα, ξαναμπαίνουν σε αυτό το πλαίσιο η σκέψη του Χέγκελ, σύμφωνα με την οποία «ό,τι είναι ορθολογικό είναι αληθινό και ό,τι είναι αληθινό είναι ορθολογικό» μα και μια θρησκευτική αντίληψη, η οποία θεωρεί τη φύση ως μια δημιουργία του Θεού με όλες τις συνέπειες που απορρέουν στο φάσμα δύο χιλιετιών, εξαιτίας της αλληλοδιαπλοκής μεταξύ χριστιανικής θρησκευτικής αλλοτρίωσης και πολιτικοκοινωνικής αλλοτρίωσης, με τη συνεπαγόμενη ιεροποίηση των ταξικών κοινωνιών και του ταξικού κράτους.

Η αρνητική αλλοίωση συνίσταται, αντίθετα, στην αφαίρεση, από ένα ιστορικό φαινόμενο, κάθε  περιεχομένου ιστορικά θετικού, απογυμνώνοντάς το από κάθε ιστορική σημασία και αξία (π.χ. η περίπτωση της απόπειρας των αντιδραστικών δυνάμεων να αφαιρέσουν, από την Οκτωβριανή Επανάσταση και την πρώτη εμπειρία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, τον ηθικό χαρακτήρα της, στερώντας της την απελευθερωτική της σημασία και μειώνοντάς τη σε «τυφλή βία»). Το ίδιο συμβαίνει και με τους συντηρητικούς πολιτικούς και ιστορικούς που τη χρησιμοποιούν, για να μετατρέψουν μια απόλυτη αρνητικότητα σε μια σχετική θετικότητα: είναι η περίπτωση του ιστορικού ρεβιζιονισμού, ο οποίος επιχειρεί να επαναξιολογήσει το φασισμό, παραποιώντας την πραγματική του φύση και συγκρίνοντας τη βία του με εκείνη του ναζισμού/απόλυτου κακού, προκειμένου να τον επανανομιμοποιήσει, έστω και μερικώς.

2. M. Revelli, Nel nostro dopoguerra contro ogni logica bellica («Στη μεταπολεμική μας εποχή, ενάντια σε κάθε φιλοπόλεμη λογική»), στη “Liberazione”, 20/1/2004, σ.26.

3, 4.στο ίδιο.

5. βλ. N. Ginatempo, Dobbiamo disarmare la violenza con la non violenza («Πρέπει να αφοπλίσουμε τη βία, με τη μη βία»), στη “Liberazione”, 20/1/2004, σ.26.

6,7,8 στο ίδιο

9 Ο Κ. Μαρξ στα «Οικονομικά & Φιλοσοφικά Χειρόγραφα» του 1844 (στο «Νεανικά Φιλοσοφικά Έργα», εκδόσεις Riuniti, Ρώμη, 1969, σ. 235), έγραφε: «ο κομμουνισμός […] δεν είναι ως τέτοιος το τέλος της ανθρώπινης ανάπτυξης, η μορφή της ανθρώπινης κοινωνίας». Σε αντίθεση με το Revelli, ο οποίος, παραποιώντας το μαρξισμό και μετατρέποντάς το στο αντίθετό του, ισχυρίζεται ότι η «οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας αντιπροσωπεύει το «σημείο αποβίβασης» της ιστορίας, το τελικό της στάδιο [ακριβώς το εγκελομαρξιανό «τέλος της ιστορίας»]» (Μ. Revelli, Marxismo, Violenza e Non Violenza, promosso a Venezia da Rifondazione Comunista il 28 e 29 febbraio, στην «Carta”, 18/24 Μάρτη 2004, ν.11, σ.62)

 

 

Teoria e Prassi, τ. 11, Μάης 2004

Σημείωση: το άρθρο μεταφράστηκε από τα ιταλικά και αναρτήθηκε στο Athens Indymedia στς 24/08/2009

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: