Κομμουνιστικο Κομμα & Αστικη Νομιμοτητα

Κομμουνιστικό Κόμμα & Αστική Νομιμότητα

 

Για τον σημερινό αγώνα για την επανίδρυση του κόμματος της εργατικής τάξης στη χώρα μας, είναι απαραίτητο να έχουμε ιδέες ξεκάθαρες για όλες τις βασικές πτυχές και χαρακτηριστικά του Κόμματος που οι κομμουνιστές έχουν το καθήκον να ανασυγκροτήσουν, σε στενή σύνδεση με τα πιο πρωτοπόρα και συνειδητά στοιχεία του προλεταριάτου. Αυτή η απαραίτητη αποσαφήνιση αποτελεί τμήμα του «έργου οριοθέτησης»(Λένιν) χωρίς το οποίο είναι αδύνατο να γίνουν περαιτέρω βήματα προς την ενότητα όλων των κομμουνιστών σε ένα μόνο κόμμα.

Όπως στο 8ο τεύχος της «Teoria e Prassi» είχαμε ξαναγράψει ότι ασπαζόμαστε πλήρως την μπολσεβικική εκδοχή για το Κόμμα ως κόμμα της πρωτοπορίας μιας μόνο τάξης, της εργατικής τάξης («θεωρώντας αυτονόητο ότι αρκετά στοιχεία άλλων τάξεων, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μπορούν να αποτελέσουν μέλη του»), έτσι και τώρα, θέλουμε σε αυτό το τεύχος να μελετήσουμε επισταμένα ένα ζήτημα που από καιρό αποτελεί αντικείμενο έντονων διαξιφισμών μεταξύ των επαναστατικών δυνάμεων: εκείνο της σχέσης μεταξύ κομμουνιστικού κόμματος και αστικής νομιμότητας.

Υπάρχουν, σε αυτό το ζωτικής σημασίας θέμα, διαφορετικές απόψεις: συγκεκριμένα, υπάρχει, στην Ιταλία, ένας οργανισμός- που αποκαλείται «Προπαρασκευαστική Επιτροπή για το (νέο) Κομμουνιστικό Κόμμα»(σ.μετ. εξελίχθηκε το 2004 στο (ν)ΚΚΙ)- σύμφωνα με τον οποίο το κομμουνιστικό κόμμα πρέπει να ανασυγκροτηθεί ως Κόμμα στην παρανομία, τέτοιο που να δομείται και να οργανώνεται εξαρχής στην παρανομία, αποφεύγοντας, με δική του θέληση, κάθε περιορισμό της αστικής νομιμότητας: και η αποδοχή αυτής της θέσης καθίσταται αυτομάτως ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία, προκειμένου να γίνει κανείς αποδεκτός και να παλεύει μέσα από αυτό το κόμμα.

Εμείς δε συμφωνούμε με αυτή τη θέση, που δικαιολογείται από όσους την προτείνουν με την επίκληση μιας ιδέας ξένης προς τη θεωρητική κληρονομιά του κομμουνιστικού κινήματος, την ιδέα περί «προληπτικής αντεπανάστασης», που, λόγω της εσωτερικής της φύσης, ακυρώνει και εκμηδενίζει κάθε διαφορά μεταξύ των πολιτικών καθεστώτων της καπιταλιστικής μπουρζουαζίας.

Ο Λένιν, ο Στάλιν και η Τρίτη Διεθνής (των οποίων τα διδάγματα εμείς ασπαζόμαστε γιατί τα θεωρούμε έγκυρα για όλη την ιστορική περίοδο που ζούμε, την «εποχή του ιμπεριαλισμού και των προλεταριακών επαναστάσεων») ήταν πάντοτε ξεκάθαροι σε αυτό το ζήτημα: 1) δεν μπορεί να υπάρχει ένα επαναστατικό κίνημα του προλεταριάτου που παλεύει για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας χωρίς μια οργάνωση που έχει σταθερά στελεχιακό δυναμικό, που εξασφαλίζει τη συνέχεια στο χρόνο, μια οργάνωση η οποία- οποιοσδήποτε και αν είναι ο τύπος του πολιτικού καθεστώτος του ταξικού αντιπάλου (απολυταρχία, αστική δημοκρατία, φασιστική δικτατορία) αποτελείται κυρίως από ανθρώπους οι οποίοι έχουν ως επάγγελμα την επαναστατική δραστηριότητα. 2) ο ανοιχτός ή παράνομος χαρακτήρας της οργάνωσης του κόμματος δεν είναι αποτέλεσμα υποκειμενικών και αυθαίρετων επιλογών των μελών του, αλλά των συγκεκριμένων πολιτικών και ιστορικών συνθηκών στις οποίες αυτά δρουν.

Χωρίς κανένα φόβο να δεχτούμε νέες κριτικές για «πάθος ερμηνείας» των κειμένων των μεγάλων ηγετών του κομμουνιστικού κινήματος (που είναι, κατ’ εμάς πάντοτε πολύτιμες και επίκαιρες), θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στους προλετάριους και τους συντρόφους στο «Τι να Κάνουμε;» του Λένιν: αλλά, αυτή τη φορά, στις 3 παραγράφους του 4ου κεφαλαίου που ασχολούνται ακριβώς με τα ζητήματα της οργάνωσης («Οργάνωση εργατών και οργάνωση επαναστατών», «η έκταση της οργανωτικής δουλειάς»,  ««Συνωμοτική» οργάνωση και «δημοκρατισμός»»). Ο συνολικός συλλογισμός του Λένιν διατυπώνεται με βαθιά αίσθηση της ιστορίας και με διαλεκτική ικανότητα να αντιληφθεί τις συγκεκριμένες διαφορές στο εσωτερικό μιας πραγματικότητας – του Κράτους– η οποία, σύμφωνα με τη μαρξιστική αντίληψη, είναι πάντοτε μια δικτατορία ταξική. Θεμελιώδης είναι η αντιπαραβολή που κάνει ο Λένιν των πολιτικών συνθηκών που δρα ένα κομμουνιστικό κόμμα σε συνθήκες αστικής νομιμότητας στις διαφορετικές συνθήκες στις οποίες πρέπει να δρα ένα κόμμα που εργάζεται στην παρανομία και εκτός πολιτικού και θεσμικού πλαισίου της χώρας του. Η διάκριση μεταξύ «χωρών πολιτικής ελευθερίας» (όπως η Γερμανία το 1902, η Αγγλία, η Γαλλία) και μιας χώρας όπως της Ρωσίας, όπου κυριαρχούσε η «τσαρική απολυταρχία», είναι καθοριστική στην ανάλυση του Λένιν στο «Τι να Κάνουμε;».

Ήταν ίσως τόσο αφελής ο Λένιν (και, μετά από αυτόν, ο Στάλιν, ο Δημητρώφ, η Τρίτη Διεθνής) να πιστεύουν πως στις «χώρες πολιτικής ελευθερίας», αυτή η ελευθερία ήταν «απόλυτη»; Σίγουρα, όχι. Τότε, όπως και τώρα, η δράση των κομμουνιστών και των επαναστατών συνεχώς υπόκειται σε επιτήρηση από την αστυνομία. Όπως τότε, έτσι και τώρα, στις πολιτικές πορείες και τις διαδηλώσεις, ο κομμουνιστής αγωνιστής μπορεί να υποστεί στο πρόσωπό του, τις πλέον σοβαρές επιπτώσεις της αστυνομικής καταστολής. Πέρα από τη βία των οργάνων που είναι εντεταλμένα για τη διαφύλαξη της λεγόμενης «δημόσιας τάξης», ο κομμουνιστής αγωνιστής είναι εκτεθειμένος και στην κατασταλτική δράση της διοίκησης: μπορεί να συλληφθεί, να ανακριθεί, να καταδικαστεί για κατηγορίες βασισμένες σε νόμους της κυρίαρχης τάξης, η οποία έχει το «νόμιμο» μονοπώλιο της βίας. Ο κομμουνιστής αγωνιστής έχει πάντοτε συνείδηση όλων αυτών: μα, δίχως κατ’ ελάχιστο να φοβηθεί από απειλές, κατηγορίες, καταδίκες ή φυλακίσεις, συνεχίζει- σε κάθε περίπτωση τον αγώνα του για τη νίκη της υπόθεσης του προλεταριάτου. Οι Γκράμσι και Δημητρώφ είναι δύο φωτεινά παραδείγματα.

Το ζήτημα του ανοιχτού ή παράνομου χαρακτήρα του κομμουνιστικού κόμματος δεν εξαρτάται από τις κατασταλτικές δράσεις (προληπτικές ή μεταγενέστερες) του ταξικού εχθρού, αλλά από τη συγκεκριμένη δομή του πολιτικού καθεστώτος, με το οποίο οι κομμουνιστές βρίσκονται, από καιρού εις καιρόν, αντιμέτωποι: αστική δικτατορία με τη μορφή κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στην οποία το προλεταριάτο αποκτά – με τη δική του πάλη- το δικό του έδαφος πολιτικής, κομματικής και συνδικαλιστικής οργάνωσης (που συνεχώς περιορίζεται και στο οποίο τίθενται εμπόδια από τις αστικές κυβερνήσεις, και πρέπει να το υπερασπίζεται καθημερινά), ή ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία, που φτάνει μέχρι τη διάλυση κάθε μορφής πολιτικής και συνδικαλιστικής οργάνωσης του προλεταριάτου. Υπό την τσαρική απολυταρχία, κόμματα και συνδικάτα της εργατικής τάξης είχαν τεθεί εκτός νόμου. Το ίδιο συνέβη υπό τον ιταλικό φασισμό και το γερμανικό ναζισμό. Όπως ακριβώς λέει ο Δημητρώφ στην εισήγησή του στο 7ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, «ο ερχομός του φασισμού στην εξουσία δεν είναι μια συνήθης αντικατάσταση μιας αστικής κυβέρνησης από μια άλλη, αλλά είναι η αλλαγή μιας κρατικής μορφής της ταξικής εξουσίας της μπουρζουαζίας- της αστικής δημοκρατίας- από μια άλλη μορφή, την ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία».

Είναι η ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία της αστικής τάξης που υποχρεώνει το κομμουνιστικό κόμμα να περάσει στην παρανομία (και το κόμμα πρέπει να προετοιμάζεται κατάλληλα για να κάνει πράξη αυτό το πέρασμα).  Πολλές ήταν οι αυτοκριτικές που οι κομμουνιστές έπρεπε να κάνουν γιατί βρέθηκαν, κάποιες φορές, απροετοίμαστοι να αντιμετωπίσουν την καταστροφική επίθεση της αντίδρασης εναντίον του κόμματός τους. Μα την…έξυπνη ιδέα να «αντιπαλέψουμε έγκαιρα» τον ταξικό εχθρό προτείνοντας στα κομμουνιστικά κόμματα να καταστούν παράνομα με δική τους επιλογή προτού υποχρεωθούν να το κάνουν από την αλλαγή της κρατικής μορφής της αστικής δικτατορίας δεν τη σκέφτηκε κανείς, ούτε ο Στάλιν, ούτε ο Δημητρώφ, ούτε ο Πικ, ούτε ο Γκότβαλντ., ούτε όλη η Διεθνής. Δεν είναι περίεργο; Είναι δυνατό να «μην κατάλαβαν» κάτι που, αντιθέτως, η Προπαρασκευαστική Επιτροπή δηλώνει ότι κατάλαβε τόσο καλά; Το γεγονός είναι ότι όλοι αυτοί κινούνταν στο δρόμο που’ χε χαράξει ο λενινισμός, και, σε αυτό το σημείο, είναι σωστό να δώσουμε εκ νέου το λόγο στο Λένιν, ο οποίος, όταν κάνει λόγο στο «Τι να Κάνουμε;» για συνωμοτικότητα του κόμματος, ορίζει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο: «Εδώ και ακολούθως αναφέρομαι- είναι ξεκάθαρο- μόνο στην αυτοκρατορική Ρωσία».

Ο Λένιν αντιπαραβάλει την ανοιχτή οργάνωση του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στην παράνομη και μυστική του ΣΔΕΡΚ στη Ρωσία. Η πρώτη, το 1902 δεν ήταν ένα εκτός νόμου κόμμα (όπως ήταν κατά τη 12ετία της ισχύος της αντισοσιαλιστικής έκτακτης νομοθεσίας του Βίσμαρκ) και μπορούσε να οικοδομηθεί στη βάση «της αρχής μιας πλατιάς δημοκρατίας». «Ο καθένας, νομίζω, θα συμφωνήσει ότι η αρχή της πλατιάς δημοκρατίας προϋποθέτει δύο εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέσεις: πρώτον, την πλήρη δημοσιότητα, και δεύτερον, την αιρετότητα σε όλες τις υπεύθυνες θέσεις».

Και επίσης: «Θα χαρακτηρίζαμε δημοκρατική την οργάνωση του γερμανικού σοσιαλιστικού κόμματος, γιατί όλα διεξάγονται ανοιχτά, ακόμα και οι εργασίες του συνεδρίου του κόμματος: αλλά κανείς δε θα χαρακτήριζε δημοκρατική μια οργάνωση  που παραμένει κρυφή για όλους όσους δεν αποτελούν μέλη της. «το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για το δεύτερο γνώρισμα της δημοκρατικότητας: την αιρετότητα

Οι συνθήκες στις οποίες μπορεί να λειτουργεί ένα κόμμα ανοιχτό θεωρούνται, επομένως, από το Λένιν ως οι καλύτερες (και αν δεν υπάρχουν πια, θα πρέπει να αποκτηθούν ξανά) και κανείς κομμουνιστής που δεν αποπροσανατολίζεται από αριστερίστικες παρεκκλίσεις δεν εκπλήσσεται με κάτι τέτοιο.

Πάντα αναφερόμενος στο γερμανικό κόμμα, συνεχίζει (ζητούμε συγγνώμη για αυτές τις μακροσκελείς παραθέσεις αποσπασμάτων: αλλά τι να κάνουμε αν αυτά τα θεμέλια της δράσης των κομμουνιστών έχουν ξεχαστεί, σβηστεί, θαφτεί, και είναι απαραίτητες «αρχαιολογικές ανασκαφές» για να τα ξαναφέρουμε στην επιφάνεια;):

«Αφού όλη η πολιτική αρένα είναι ορατή σε όλους, όπως η σκηνή του θεάτρου μπροστά στους θεατές, όλοι ξέρουν από εφημερίδες και λαϊκές συγκεντρώσεις αν το τάδε ή το δείνα πρόσωπο αποδέχεται ή όχι το πρόγραμμα, αν υποστηρίζει ή όχι το κόμμα. Όλοι ξέρουν ότι ο τάδε ή ο δείνα πολιτικός άρχισε με αυτόν ή τον άλλο τρόπο, συνέχισε έτσι, σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής του είχε αυτή ή την άλλη συμπεριφορά, έχει αυτά ή άλλα προσόντα. Έτσι, όλα τα μέλη του κόμματος είναι σε θέση, γνωρίζοντας πώς έχουν τα πράγματα, να τον εκλέξουν ή όχι σε αυτή ή την άλλη υπεύθυνη θέση του κόμματος. Ο γενικός έλεγχος (με την πλήρη σημασία της λέξης) που ασκείται από κάθε μέλος σε κάθε άλλο μέλος σε κάθε του βήμα της πολιτικής του καριέρας, δημιουργεί έναν μηχανισμό που λειτουργεί αυτόματα και εξασφαλίζει αυτό που στη βιολογία ονομάζεται η «επιβίωση των ικανότερων». Ως συνέπεια αυτής της «φυσικής επιλογής» ένα αποτέλεσμα της πλήρους δημοσιότητας,  της αιρετότητας και του γενικού ελέγχου, κάθε αγωνιστής βρίσκεται, στο τέλος, στη θέση που του αρμόζει, αναλαμβάνει το καθήκον που ταιριάζει περισσότερο στις δυνάμεις του και τις ικανότητές του, υφίσταται και ο ίδιος όλες τις συνέπειες των λαθών του, και επιδεικνύει μπροστά σε όλους την ικανότητά του να κατανοεί τα λάθη του και να τα αποφεύγει».

Και προσθέτει αμέσως μετά, ειρωνευόμενος: «Για προσπαθήστε να φανταστείτε μια ανάλογη κατάσταση στα πλαίσια της απολυταρχίας μας!»

Κάθε προλετάριος και κάθε σύντροφος που μας διαβάζει αντιλαμβάνεται αμέσως ότι εδώ διακυβεύεται ένα βασικό ζήτημα: αυτό των σχέσεων μεταξύ των αγωνιστών ενός κομμουνιστικού κόμματος και της ηγετικής του ομάδας, της σχέσης μεταξύ του κόμματος και των μεγάλων μαζών των προλετάριων και των εργαζομένων. Για τον μαρξιστικό υλισμό αυτή η σχέση δεν είναι σίγουρα «ιδεατή», μα συγκεκριμένη, είναι μια σχέση μεταξύ ανθρώπων από σάρκα και οστά. Οι οπαδοί της «επιλογής» της παρανομίας υποστηρίζουν πως αρκεί στις μάζες να φτάνουν οι «ιδέες» των κομμουνιστών (μέσω άρθρων σε εφημερίδες ή περιοδικά, μέσω πολιτικών γενικών κατευθύνσεων, συνθημάτων κλπ). Όχι. Οι προλετάριοι και οι εργαζόμενοι δεν θέλουν να γνωρίζουν μόνο τις «ιδέες» των κομμουνιστών, αλλά θέλουν να βλέπουν και να ξέρουν ποιοι είναι οι επαναστάτες- άντρες και γυναίκες- που δημιουργούν και διευθύνουν αυτό το κόμμα και παλεύουν για το σοσιαλισμό: θέλουν να ξέρουν τις προσωπικές ικανότητες και ποιότητα, για να μπορούν να τους έχουν εμπιστοσύνη και να αποδεχτούν την πολιτική τους καθοδήγηση. Μερικά μέλη του κόμματος μπορούν να είναι, με απόφαση του κόμματος, ακόμα και άγνωστα. Αυτό πάντα συμβαίνει, μα δεν αλλάζει την ουσία του ζητήματος: μέχρις ότου οι συνθήκες το επιτρέπουν, μέχρι να υπάρξει μια ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία της αστικής τάξης, τα κομμουνιστικά κόμματα οργανώνονται και δρουν στο φως του ήλιου.

 

Teoria & Prassi, τεύχος 9ο, Ιούλης 2003

Σημείωση: το άρθρο μεταφράστηκε από τα ιταλικά και αναρτήθηκε στο Athens Indymedia την 01/04/2009.

Advertisements

Tagged: , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: