Ο Σοσιαλισμος του 21ου αιωνα: Αντιμαρξιστικη και μικροαστικη θεωρια

Ο Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα: Αντιμαρξιστική και μικροαστική θεωρία

 

Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου και του μπλοκ που καθοδηγούταν από ό,τι πολιτικά και ιδεολογικά δεν ήταν πια μια σοσιαλιστική δημοκρατία, η ιδεολογική επίθεση του ιμπεριαλισμού- ο σκοπός του οποίου είναι η παρεμπόδιση στους κόλπους των λαϊκών μαζών, και ειδικά της εργατικής τάξης, κάθε απόπειρας εξέγερσης, αντίστασης, πάλης και αμφισβήτησης του συστήματος- έχει ενδυναμωθεί από αυτά τα γεγονότα, καθιστάμενη πιο βαθιά και βίαιη.

Ταυτόχρονα με τους αστικούς πανηγυρισμούς για την πτώση του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού και την παρουσίαση αυτών των γεγονότων ως η «ήττα του κομμουνισμού», διακηρύσσεται το «Τέλος της Ιστορίας»(1) και διαδίδονται και επιβάλλονται με όλα τα μέσα (με την πιο ευρεία έννοια του όρου, δηλαδή, ακόμα και με βίαια μέσα), οι νέες θεωρίες της παγκοσμιοποίησης, του νεοφιλελευθερισμού, του «δικαιώματος επέμβασης», των «προληπτικών πολέμων» κλπ.

Σε ένα πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από την ιδεολογική επίθεση και τις εγκληματικές πολιτικές που ασκούνται στο όνομα του ιερού κέρδους και της οικονομίας της αγοράς, από την αδυναμία της παρουσίας και της ιδεολογικής και πολιτικής απάντησης των κομμουνιστών, από την ακόμα πιο δεξιά στροφή των ρεβιζιονιστικών κομμάτων και τη συμμετοχή των «πολιτικών κομμάτων και ηγετών της αριστεράς» στις νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις, ο ιμπεριαλισμός και οι αστοί πέτυχαν έναν θρίαμβο- εφήμερο, όπως αποδεικνύουν οι τελευταίες εξελίξεις- χάρη στη μεγάλη σύγχυση που δημιουργήθηκε και την πρόσκαιρη ήττα των επαναστατικών αναφορών.

Η «κριτική» του μαρξισμού, η απώλεια του κύρους και η μόνιμη «αποδόμηση» του έργου του Στάλιν, των θέσεων και του ρόλου που κατέκτησε η Σοβιετική Ένωση κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα επίθετα «αρχαίος», «δεινόσαυρος» κλπ που απευθύνονται στα κομμουνιστικά κόμματα, η παρουσίαση των πλανών του σοβιετικού, του κινεζικού και άλλων χωρών σοσιαλιμπεριαλισμού ως «προϊόντα του κομμουνισμού» κλπ, αποτελούν τμήμα της ιδεολογικής επίθεσης του ιμπεριαλισμού.

Παρ’ όλ’ αυτά, οι λαϊκοί αγώνες συνεχίζονται. Η υπεράσπιση των κοινωνικών κατακτήσεων και οι απαντήσεις στις επιθέσεις του ιμπεριαλισμού είναι οι δύο βασικοί άξονες. Η ορθή και φυσική αντίδραση των τάξεων που αποτελούν το λαϊκό στρατόπεδο και των διαφόρων κοινωνικών τμημάτων που πλήττονται βαθιά από τα μέτρα που τίθενται σε ισχύ, η καταστροφή τμημάτων της μικροαστικής τάξης, η αναζήτηση εναλλακτικών στο σύστημα, κλπ, προκαλούν τη δημιουργία εναλλακτικών κινημάτων. Αρκετά από αυτά έχουν μια σχετική δύναμη διεθνούς κινητοποίησης και παρουσίας.

Επωφελούμενη από τα αποτελέσματα της ιδεολογικής επίθεσης, από την απώλεια κύρους των ρεβιζιονιστικών κομμάτων και από άλλους παράγοντες, η σοσιαλδημοκρατία- πολύ ενεργή στο εναλλακτικό κίνημα- επιβάλλει διάφορες έννοιες και ιδέες, αδειάζοντάς τις από το ταξικό τους περιεχόμενο: η κοινωνία των πολιτών, η εισαγωγή στις συζητήσεις για τη διαφοροποίηση ανάλογα με το φύλο, η συμμετοχική δημοκρατία…και κυρίως, η άρνηση του ρόλου των πολιτικών κομμάτων και της ίδιας της ύπαρξης της εργατικής τάξης.

Τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε επίσης δει την τεράστια πρόοδο των επιστημών και της τεχνολογίας σε διάφορους τομείς. Νέα λεξιλόγια και θεωρίες έχουν προκύψει και είναι «της μόδας»: «κυβερνητική», «τεχνητή πραγματικότητα», «νέες τεχνολογίες», «γονιδίωμα», «DNA». Οι ιδεολόγοι της αστικής τάξης δεν καθυστέρησαν να ενσωματώσουν τμήμα αυτών των όρων και θεωριών στις αναλύσεις τους και τη δικαιολόγηση του σημερινού συστήματος, καταφέρνοντας ως και να αναλύουν (και να περιορίζουν) τα κοινωνικά φαινόμενα υπό το φως των εννοιών που προέκυψαν από άλλες επιστήμες. Η αστική προπαγάνδα δεν είναι ξένη σε αυτό: έχει αναπτυχθεί η χειραγώγηση αρκετών τηλεοπτικών δικτύων τα οποία, στο πρόγραμμά τους, συνδυάζουν προγράμματα επιστημονικά και προγράμματα τα οποία, υπό την κάλυψη ενός προσχήματος «επιστημονικής θεώρησης των πραγμάτων», προωθούν και δικαιολογούν τις προλήψεις, τα «υπερφυσικά» κλπ. Στις τηλεοπτικές σειρές, οι «ήρωες» τύπου «Ράμπο» παραχωρούν σιγά- σιγά τη θέση τους στον «επιστημονικό ήρωα».

Στο μέσο αυτής της σύγχυσης, των πρόσκαιρων θριάμβων της αστικής τάξης και των καθημερινά όλο και δυνατότερων λαϊκών αγώνων, νέες θεωρίες προκύπτουν από το εναλλακτικό κίνημα, διεκδικώντας την καθοδήγηση του πολιτικού και κοινωνικού κινήματος στη σύγχρονη πολιτική κατάσταση και θέτοντας διάφορους στόχους. Μερικές από αυτές τις θεωρίες ισχυρίζονται ότι «καινοτομούν» ή «ανακαλύπτουν» νέες ιδέες και έννοιες στο στρατόπεδο της κοινωνίας και καταφέρνουν να «αναθεωρούν» ή να ιδιοποιούνται ήδη υπαρκτές έννοιες.

Στη Λατινική Αμερική, η συζήτηση για το σοσιαλισμό ως διεξόδου από το σημερινό κοινωνικό σύστημα τίθεται εκ νέου στην ημερήσια διάταξη χάρη στην ώθηση των εργατολαϊκών, πολιτικών και κοινωνικών κινημάτων που αναπτύσσονται σε πολλές χώρες. Το κάλεσμα του προέδρου της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης και η αναγνώρισή του στο «Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα», συμβάλλει σε αυτή τη ζωντανή συζήτηση.

Ο Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα, θεωρία που αναπτύχθηκε από τον Χάινζ Ντίτριχ και στην οποία συμβάλλουν διάφοροι διανοούμενοι, είναι βασισμένη, κατ’ αυτόν, «στις νέες γνώσεις που έφεραν οι σύγχρονες επιστήμες», και εφαρμόζεται σε διάφορους τομείς: φιλοσοφικό, πολιτικό, οικονομικό.

Εμείς οι κολομβιανοί κομμουνιστές, ξεκινάμε εδώ την παρουσίαση των θέσεών μας σε αυτή τη συζήτηση για το σοσιαλισμό, αντιπαρατιθέμενοι με αρκετά από τα αξιώματα του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα». Δεδομένων των συμπερασμάτων στα οποία καταλήγει ο «Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα», που ανταποκρίνονται σε μια κοσμοαντίληψη και στους διάφορους τομείς στους οποίους παρεμβαίνει, οφείλουμε να εμβαθύνουμε στα φιλοσοφικά και ιδεολογικά αξιώματά του, ώστε να τον κατανοήσουμε καλύτερα.

 

Φιλοσοφικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις

 

Οι Μαρξ και Ένγκελς, και λογικά οι μαρξιστές κάθε τόπου και χρόνου, τοποθετούνται στο στρατόπεδο του υλισμού. Με άλλα λόγια, θεωρούν την ύλη ως πρωταρχική. Ο Λένιν ορίζει έτσι την ύλη: «Η ύλη είναι μια φιλοσοφική κατηγορία που χρησιμεύει στον ορισμό της αντικειμενικής πραγματικότητας, που δίνεται στον άνθρωπο από τις αισθήσεις του, που αντιγράφεται, φωτογραφίζεται, αντανακλάται από τις δικές μας αισθήσεις, μα υπάρχει ανεξάρτητα από αυτές (…) η μόνη «ιδιότητα» της ύλης, η αναγνώριση της οποίας βρίσκεται στη βάση του φιλοσοφικού υλισμού, είναι η ιδιότητα του ότι είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα, υπάρχει πέραν της δικής μας συνείδησης» (2). Με τον ίδιο τρόπο, χρειάζεται να ορίσουμε την ύλη στην χωρική και χρονική της διάσταση: η ύπαρξη της ύλης δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή έξω από τον χώρο και το χρόνο.

Η μορφή της ύπαρξης της ύλης είναι η κίνηση. «Κίνηση, με την πιο γενική έννοια, αντιληπτή δηλαδή ως τρόπος ύπαρξης, ως χαρακτηριστικό έμφυτο στην ύλη, περιλαμβάνει in se όλες τις αλλαγές και τα προτσές που έλαβαν χώρα στο σύμπαν, από την απλή αλλαγή θέσης ως τη σκέψη»(3) και όπως «η ύλη είναι αιώνια, μη καταστρέψιμη και μη δημιουργημένη, η κίνηση που της είναι έμφυτη είναι εξίσου αιώνια, μη καταστρέψιμη και μη δημιουργημένη»(4). Όπως η διαφορετικότητα της ύλης είναι απεριόριστη, το ίδιο είναι και η κίνηση. Εξίσου υπάρχει μια σχέση αδιάλυτη μεταξύ ύλης και κίνησης που καθορίζει την ύπαρξή της: η χημική κίνηση είναι έμφυτη στα χημικά στοιχεία και δεν ξαναβρίσκεται στα φωτόνια που είναι έμφυτα στις φυσικές κινήσεις: η κίνηση που αναγνωρίζουμε ως ζωή είναι έμφυτη μονάχα στα οργανικά σώματα. Από αυτό μπορούμε να συνάγουμε ότι εμείς δεν μπορούμε να εξετάσουμε την πολιτική και κοινωνική κίνηση ξεκινώντας, λόγου χάρη, από την χημική κίνηση. Ακόμα κι αν υπάρχουν πράγματι γενικοί νόμοι που εφαρμόζονται σε όλα τα φαινόμενα (ο νόμος της κίνησης της ύλης, π.χ.) κάθε μορφή κίνησης έχει τους ιδιαίτερους, συγκεκριμένους νόμους της.

Η μαρξιστική μέθοδος ανάλυσης είναι ο διαλεκτικός υλισμός. Αυτό σημαίνει ότι κάθε φαινόμενο πρέπει να μελετάται στην κίνησή του, στις αλλαγές του και την ανάπτυξή του (που πηγαίνει από το απλό στο σύνθετο, από το κατώτερο στο ανώτερο), σε στενή αλληλοσύνδεση με τα φαινόμενα που είναι γύρω του και το καθορίζουν.

Ένα προτσές ανάπτυξης δεν είναι γραμμικό. Είναι προτσές ενότητας και πάλης αντιθέτων. Αναφορικά με την ανάπτυξη του πολιτικού και κοινωνικού κινήματος, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι το τελευταίο προχωρά μα και υποχωρεί, ότι αυτό κατάγει νίκες μα και υφίσταται ήττες. Ωστόσο, παρά τις διάφορες στιγμές υποχωρήσεων και ηττών, η ανάπτυξη της  ιστορικής κίνησης της κοινωνίας δεν σταματά. Είναι ένα προτσές ποσοτικής συσσώρευσης που μετασχηματίζεται σε ποιοτικό άλμα ή επανάσταση, σε ένα φαινόμενο ποιοτικά διαφορετικό. Η εξέλιξη (ποσοτική συσσώρευση) κατ’ αρχήν του μετασχηματισμού (ποιοτικού άλματος ή επανάστασης) των ζώων έχει παράγει ζώα ποιοτικά διαφορετικά από τα προηγούμενα είδη: έτσι διάφοροι φυσικοί νόμοι συνεχίζουν να εφαρμόζονται σε αυτά, όπως για παράδειγμα η ζωή και ο θάνατος, ή κατά τη σύνθεσή του, το νερό συνεχίζει να κατέχει ένα συγκεκριμένο χώρο όπου η αλλαγή ουσίας συνεχίζει να είναι μια από τις ιδιότητές του.

Στο έργο του «Ο Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα» (5) ο Ντίτριχ ισχυρίζεται:

«1. Το σύμπαν έχει μόνο δύο τρόπους ύπαρξης: ως ουσίας (ύλης) και ως ενέργειας».

Ο Ντίτριχ διαχωρίζει την ενέργεια από την υλική της υποστήριξη. Με αυτό μπορεί να εξαλείψει την ύλη (αϋλότητα της κίνησης), και στο επόμενο κεφάλαιο, συνάγει την ύπαρξη της σκέψης ως αποσπασμένης από την ύλη.

«Η ενέργεια (6) δεν είναι άλλο παρά η έκφραση της έμφυτης στο υλικό αντικείμενο κίνησης: ξεχωρισμένη από την ύλη, αυτή δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει»(7). Το γεγονός ότι στα έργα τους, οι επιστήμονες κάνουν αφαίρεση της υλικής υποστήριξης της ενέργειας, δεν μπορεί να μας οδηγήσει στο να συνάγουμε την ύπαρξη της ενέργειας ως ανεξάρτητης της ύλης.

«2. Ό,τι υπάρχει είναι σε ασταμάτητη κίνηση, δηλαδή σε σταθερή εξέλιξη ή αλλαγή…Εξαιρουμένης της ουσίας και της ενέργειας, ό,τι εμείς παρατηρούμε στην ύλη και την κοινωνία είναι, συνεπώς, μεταβατικό ή προσωρινό».

Κάτι τέτοιο είναι προφανώς παράλογο. Αφού αν ό,τι υπάρχει, δηλαδή η ύλη, βρίσκεται σε κίνηση (μορφή ύπαρξης της ύλης), αυτό σημαίνει ότι όλα είναι μεταβατικά και προσωρινά.

«3. Οι κινήσεις και οι συμπεριφορές της πραγματικότητας μπορούν να περιγραφούν ως έννοιες μαθηματικές. Χρησιμοποιώντας αυτές τις έννοιες μπορούμε να περιγράψουμε την εξέλιξη με 5 διαφορετικές δυναμικές: α) τη γραμμική, β) τη μη γραμμική, γ) την πιθανοτική, δ) την χαοτική (μη προβλέψιμη) ή ε) ένα συνδυασμό των τεσσάρων. Οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων αναπτύσσονται, γενικά, βάσει ενός συνδυασμού αυτών των τεσσάρων δυναμικών συμπεριφοράς ή εξέλιξης. Είναι η δυναμική «δ» που εξηγεί αυτό που οι Μαρξ και Ένγκελς κατάλαβαν και ανάλυσαν ως διαλεκτικά προτσές και ποιοτικά άλματα στην εξέλιξη της κοινωνίας ή, σε πολιτικό επίπεδο, ως τη διαλεκτική της μεταρρύθμισης και της επανάστασης.

(…)Από αυτό προκύπτει: 1. ότι η αλλαγή στάτους είναι ένας νόμος καθολικός και όχι μόνο ανθρωπίνων κοινωνικών συστημάτων, όπως ισχυριζόταν προηγούμενα η ιδέα και η θεωρία της «επανάστασης», 2) ότι τα επαναστατικά προτσές ή τα ποιοτικά άλματα δεν είναι απαραίτητα μη αναστρέψιμα, όπως παρατηρούνται σε διάφορα προτσές της φύσης (νερό-ατμός- νερό), 3) ότι γνωρίζοντας τους όρους συμπεριφοράς του συστήματος, δηλαδή την «φυσιολογική» του εξέλιξη, οι περιστάσεις που θα προκαλέσουν ένα ποιοτικό άλμα στη συμπεριφορά του δεν είναι προβλέψιμες με μια συγκεκριμένη πιθανότητα, 4) ότι η αλλαγή στάτους του συστήματος (η επανάσταση) μπορεί να έχει διάφορους βαθμούς «ρήξης» και επομένως διάφορους βαθμούς συνέχειας».

Εμείς μπορούμε πιθανώς να προβλέψουμε και να προσαρμόσουμε την ανθρώπινη συμπεριφορά και την κοινωνική ανάπτυξη σε μια από τις 5 έννοιες, μα θα μπορούσε να είναι αυτή η κατάλληλη μέθοδος για τη μελέτη των σχέσεων μεταξύ ανθρώπων και της εξέλιξής τους ή της εξέλιξης ενός κοινωνικού συστήματος;

Είναι ακόμα λιγότερο λογικό να περιορίζει κανείς τη μαρξιστική διαλεκτική στην έννοια «δ» ή, ιδιαίτερα, να περιορίζει τις διαλεκτικές αρχές της ποσοτικής συσσώρευσης και του ποιοτικού άλματος σε μια χαοτική ανάπτυξη. Για τους μαρξιστές, κάθε προτσές συσσώρευσης ποσοτικής οδηγεί απαραιτήτως σε μια ποιοτική αλλαγή, και αυτό υποτάσσεται σε νόμους καθορισμένους (ανεξάρτητους από την ανθρώπινη θέληση). Αν εννοούμε ως «χαοτικό» ό,τι είναι μη συνεκτικό, αυτό δεν θα είχε νόημα, γιατί εμείς έχουμε να κάνουμε με ένα προτσές συνεκτικό, αφού ανταποκρίνεται στις συνθήκες στις οποίες αυτό αναπτύσσεται και στους νόμους που σε αυτούς υποτάσσεται. Αν το θεωρήσουμε ως αναρχικό, δίχως τάξη, συγκεχυμένο, πώς μπορούμε να προβλέψουμε τα αποτελέσματά του; Ποιοι πρέπει να είναι οι νόμοι στους οποίους υποτάσσεται; Πώς να αξιώνει κανείς επομένως, για παράδειγμα, να αναπτύσσει μια θεωρία που χρησιμεύει ως καθοδηγητική του πολιτικού και κοινωνικού κινήματος;

«4. Το σύμπαν είναι οργανωμένο σε συστήματα, σε σύνολα ή σε δίκτυα. Αυτή η ιδιότητα σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτα στην πραγματικότητα που δεν αποτελεί τμήμα ενός πιο μεγάλου συστήματος».

«5. Όλα τα στοιχεία που αποτελούν το σύμπαν έχουν μια ιδιαίτερη ιδιότητα…το ανθρώπινο ον έχει, πέραν από τις φυσικές και βιολογικές αποκλειστικές ιδιότητές του, μια πολιτιστική ιδιότητα (software) που του δίνει μια ιδιαιτερότητα ή ιδιότητα που λειτουργεί έτσι που δεν μπορεί κανείς να το μπερδέψει με άλλα ανθρώπινα όντα. Είναι αυτή η ανθρώπινη ιδιότητα- ιστορικά αναλυμένη στην πολιτική φιλοσοφία ως συνείδηση του υποκειμένου- που είναι ένα θεμέλιο βασικό κάθε ανθρώπινης πράξης και κάθε ιστορικού σχεδίου».

Για το μαρξισμό-λενινισμό, η ανθρώπινη σκέψη, προϊόν του μετασχηματισμού του ζώου σε άνθρωπο, είναι μια αντανάκλαση της πραγματικότητας που, με τη σειρά της, την καθορίζει. Η πραγματικότητα υπάρχει ανεξάρτητα από τη σκέψη ή τη συνείδηση. Η κοινωνική συνείδηση είναι μια αντανάκλαση του κοινωνικού είναι, είναι ένα προϊόν αυτού. Η συμπεριφορά κάθε ανθρώπινου όντος καθορίζεται από τις υλικές αντικειμενικές συνθήκες στις οποίες αυτό αναπτύσσεται:η κοινωνική πράξη καθορίζει την πράξη του υποκειμένου. Σε κάθε κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό αντιστοιχεί μια υπερδομή που ανταποκρίνεται στις συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες αυτή αναπτύσσεται. Σε μια κοινωνία χωρισμένη σε τάξεις, η κυρίαρχη ιδεολογία αντιστοιχεί στην ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης.

Τα «διαφορετικά συμβολικά συστήματα» που το ανθρώπινο ον χρησιμοποιεί «για να ερμηνεύσει την πραγματικότητα και να προσανατολιστεί σε αυτή, όπως η κοινή αίσθηση, η σκέψη η φανταστική, η αισθητική και η καλλιτεχνική, η φιλοσοφική και η θρησκευτική ιδιαίτερα» καθορίζονται από το κοινωνικό είναι, και δεν είναι «μετα-συστήματα» που τοποθετούνται εκτός του χώρου και του χρόνου στους οποίους κάθε κοινωνικό ον εξελίσσεται. Αν παρατηρήσουμε τους λαούς του κόσμου σήμερα, βρίσκουμε αναπόφευκτα διαφορές που αντιστοιχούν σε παράγοντες που παρεμβαίνουν στην ανάπτυξη κάθε κοινωνικού όντος, μα στην ουσία τους, αυτές οι διαφορές έχουν γενικές ιδιότητες, ή, καλύτερα, ελέγχονται από κοινούς κοινωνικούς νόμους που ξεφεύγουν από την ανθρώπινη θέληση. Παρά τις πολιτιστικές διαφορές και άλλες διαφορές που μπορεί να υπάρχουν μεταξύ της αμερικανικής και της νοτιοαφρικανικής κοινωνίας ή της κινέζικής, για παράδειγμα, αυτές είναι, στην ουσία τους, καπιταλιστικές: οι κοινωνικές σχέσεις στις οποίες υποτάσσονται, καθορίζονται από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, τη συσσώρευση κεφαλαίου, την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας.  Από αυτό, εμείς οι μαρξιστές-λενινιστές, συνάγουμε ότι είναι απαραίτητη η καταστροφή των υλικών συνθηκών στις οποίες στηρίζεται η καπιταλιστική κοινωνία και η οικοδόμηση επί των σταχτών τους της σοσιαλιστικής κοινωνίας και της υπερδομής η οποία της αντιστοιχεί.

Για εμάς, κάθε «ιστορικό σχέδιο» πρέπει να κατευθύνεται  προς την αλλαγή των υλικών συνθηκών στις οποίες αναπτύσσονται τα ανθρώπινα όντα, η δική μας «πράξις» είναι προσανατολισμένη προς αυτό το σκοπό. Εφαρμόζοντας τους νόμους που διέπουν την κοινωνική ανάπτυξη, και συγκεκριμένα αυτούς στους οποίους υποτάσσεται το καπιταλιστικό κοινωνικό σύστημα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι αυτό θα αντικατασταθεί από το σοσιαλισμό (που επιβεβαιώνεται ως αντικειμενική αναγκαιότητα). Εξάλλου, το μόνο «ιστορικό σχέδιο» που είναι πραγματικά εφικτό (και σε αυτό ασπαζόμαστε μερικώς την ανάλυση του Ντίτριχ) είναι ο σοσιαλισμός, και ακόμα περισσότερο, ο κομμουνισμός, του οποίου ο σοσιαλισμός είναι η αρχική φάση(8).

 

Οι αιτίες των κοινωνικών αλλαγών

 

Η κοινωνία βρίσκεται σε συνεχή αλλαγή. Η αιτία που καθορίζει τις αλλαγές στην κοινωνική ζωή βρίσκεται στην πρόοδο των παραγωγικών δυνάμεων. «Ο Λένιν ισχυριζόταν ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ήταν το βασικό κριτήριο της κοινωνικής προόδου»(9).

Οι παραγωγικές δυνάμεις αποτελούνται από εργαλεία παραγωγής και από τους ανθρώπους που τα χειρίζονται. Τα εργαλεία παραγωγής συνιστούν μια τεράστια και ισχυρή δύναμη, μα έχουν ανάγκη από έναν απαραίτητο όρο: τον άνθρωπο. Αφού είναι ο άνθρωπος, η καθοριστική και πρωταρχική δύναμη: «οι εργάτες, οι εργαζόμενοι, είναι η κύρια παραγωγική δύναμη της ανθρώπινης κοινωνίας»(10).

Ο καπιταλισμός προκύπτει σε μια δεδομένη στιγμή της εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτές συνιστούν το πιο δυναμικό τμήμα του τρόπου παραγωγής, είναι ένας παράγοντας σε σταθερή ανάπτυξη και η ανάπτυξή τους καθορίζει ταυτόχρονα την εξέλιξη και το χαρακτήρα των σχέσεων παραγωγής. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων βρίσκεται στη βάση του περάσματος από τον έναν τρόπο παραγωγής στον άλλο, για παράδειγμα, του περάσματος από το βιοτεχνικό και χειρωνακτικό τρόπο στη βιομηχανική παραγωγή: από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό.

Οι σχέσεις παραγωγής με τη σειρά τους παρεμβαίνουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων: επιτρέπουν ή καθυστερούν την ανάπτυξή τους. Η αναζήτηση κερδών ωθεί τους καπιταλιστές να αναπτύξουν την τεχνική και την επιστήμη. Με τη σειρά τους, η βιομηχανοποίηση και οι αναπτύξεις της παραγωγής δημιουργούν την κοινωνικοποίηση της παραγωγής. Ωστόσο, η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής (στον καπιταλισμό, η οποία επιδεινώνεται από τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, που μεταφράζονται σε μονοπώληση της παραγωγής και σε εμφάνιση του ιμπεριαλισμού στο τέλος του 19ου αιώνα), είναι ένας τύπος ιδιοκτησίας που μπλοκάρει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων: μια νέα μηχανή, μια νέα τεχνική ή ένα νέο προτσές, αναπτύσσονται μόνο στην περίπτωση που ο καπιταλιστής μπορεί να βγάλει από αυτά κέρδη. Αντιθέτως, ο καπιταλιστής θέτει εμπόδια στην ανάπτυξή τους αν αυτά προκαλούν μια μείωση των οικονομικών του κερδών.

Είναι από εκείνη τη στιγμή, κατά τη διάρκεια της οποίας η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (περιεχόμενο) καθυστερείται από τις σχέσεις παραγωγής (μορφή), που παράγεται ένα ανταγωνιστικό σοκ που ανοίγει τις πόρτες στις κοινωνικές αλλαγές (αντίθεση μεταξύ περιεχομένου και μορφής). Στον καπιταλισμό (που έχει γίνει ιμπεριαλισμός, στην τελευταία του φάση), η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής είναι σε βαθιά αντίθεση με τον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής.

Η επίλυση αυτής της μεγάλης αντίθεσης (και των άλλων αντιθέσεων που ο Λένιν όρισε ως αντιθέσεις της σύγχρονης εποχής) βρίσκεται στην επανάσταση (11).

Με άλλα λόγια, είναι στην εξελικτική στιγμή (ποσοτική συσσώρευση) των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής που έγκειται η πηγή των ποιοτικών αλμάτων (επανάσταση). Αντίθετα με το συσσωρευτικό προτσές που δεν αλλάζει την ουσία του καθεστώτος και αναπτύσσεται εντός του πλαισίου αυτού, η επανάσταση δεν διατηρεί αυτό το καθεστώς μα το καταστρέφει, μετασχηματίζοντάς το ριζικά, παράγοντας ένα καθεστώς ποιοτικά (στην ουσία του ή ουσιαστικά) διαφορετικό.

Ο επαναστατικός χαρακτηρισμός προκύπτει από τον επιδιωκόμενο σκοπό: της εγκαθίδρυσης ενός νέου οικονομικού και κοινωνικού καθεστώτος, ενός νέου τρόπου παραγωγής.  Η επανάσταση του Οκτώβρη του 1917 χαρακτηρίζεται τέτοια γιατί σηματοδοτεί ένα βήμα προς την καταστροφή του καπιταλιστικού καθεστώτος και την οικοδόμηση ενός άλλου: του σοσιαλισμού, πρωταρχικής φάσης του κομμουνισμού.

Αντίθετα, και παρόλη την ιστορική, πολιτική και κοινωνική σημασία που είχαν οι πόλεμοι ανεξαρτησίας των χωρών της Λατινικής Αμερικής την εποχή της αποικιοποίησης από τους Ισπανούς, αυτές δεν είχαν ως σκοπό την αλλαγή του συστήματος παραγωγής: ουσιαστικά, ο τρόπος παραγωγής διατηρήθηκε, και σε πολιτικό επίπεδο οι αλλαγές ήταν λίγες αριθμητικά (μερικές συνιστούν περισσότερο από κάθε άλλο μια προσαρμογή στο καπιταλιστικό σύστημα, που δεν είχε τότε παρά μερικά χρόνια ύπαρξης στον κόσμο).

Αυτοί οι πόλεμοι ανεξαρτησίας είχαν ως σκοπό την απόσπαση της πολιτικής εξουσίας από τους ευρωπαίους αποικιοκράτες και, για τους μαρξιστές-λενινιστές, δεν συνιστούν επαναστάσεις.

Κατά το Ντίτριχ «…όταν εξαντλείται η ιστορική ζωτικότητα (η ιστορικότητα) ενός σταθεροποιημένου κοινωνικού συστήματος, για παράδειγμα του δουλοκτητικού, της φεουδαρχίας, του καπιταλισμού, του σοβιετικού σοσιαλισμού, οι πόρτες ανοίγουν για μια ποιοτική αλλαγή στη συμπεριφορά τους, δηλαδή σε μια «αλλαγή στάτους» ή ποιοτικού άλματος, είτε μέσω της έκρηξης, όπως στην περίπτωση του σοβιετικού σοσιαλισμού, μέσω μιας εσωτερικής εξέλιξης, είτε μέσω της καταστροφής, εντός ενός παγκόσμιου πλαισίου».

Θέτουμε το ερώτημα: Ποιοι είναι οι παράγοντες που δρουν ώστε η κοινωνία να χάνει την υποστήριξη των πολιτών της ή να φτάνει στην εξάντληση της «ιστορικής ζωτικότητάς» της; Τι πράγμα καθορίζει τη «δομική και συγκυριακή σταθερότητα και αστάθεια» μιας κοινωνίας, την κατεύθυνση προς την εξέλιξή της; Οι διιμπεριαλιστικές αντιθέσεις δεν έχουν παίξει έναν καθοριστικό ρόλο στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας; Ποιο ρόλο έπαιξαν οι εσωτερικές  και οι εξωτερικές συνθήκες για την πτώση του ανατολικού μπλοκ; Ποιο είναι το σύστημα που πραγματικά έπεσε; Μπορούμε να δικαιολογήσουμε μια επίθεση εναντίον μιας χώρας γιατί αυτή δεν έχει την υποστήριξη των πολιτών της: αυτό δεν μας οδηγεί στο να δικαιολογούμε την επίθεση στο Ιράκ ή το Αφγανιστάν, ή επίσης το «δικαίωμα επέμβασης»; Τι απομένει από το δικαίωμα αυτοδιάθεσης; Υπάρχουν σήμερα χώρες στις οποίες οι συνθήκες αλλαγής έχουν συγκεντρωθεί; Και αν απαντούμε καταφατικά, γιατί η αλλαγή δεν προκύπτει; Ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων μπορούν να δημιουργήσουν την αλλαγή; Ποιο ρόλο παίζουν οι μάζες κλπ; Εν τέλει, αναρωτιόμαστε: η επιστήμη ή οι διανοούμενοι μπορούν να αρκούνται στη διαπίστωση των γεγονότων και να εμβαθύνουν στις ρίζες και τους νόμους που τα καθορίζουν, κυρίως όταν ισχυρίζονται ότι αναπτύσσουν μια νέα θεωρία για τη σωτηρία της ανθρωπότητας; Είναι προφανές πως όχι, και ο επιστημονικός σοσιαλισμός (μαρξισμός- λενινισμός) έχει απαντήσει σε όλα αυτά εδώ και καιρό.

Ο Ντίτριχ απαντά πως είναι «μόλις τώρα που εμείς έχουμε την ευκαιρία να γνωρίζουμε το ανθρώπινο γονιδίωμα και που οι αναπτύξεις της πληροφορικής μας επιτρέπουν πραγματικά να μπορούμε να θέσουμε το ζήτημα της αληθινής αλλαγής».

 

Για το κράτος

 

Σύμφωνα με το Ντίτριχ, κάθε ανθρώπινη κοινότητα έχει ανάγκη να οργανώσει με κοινό τρόπο τρεις μεγάλες λειτουργίες που δεν μπορούν να βρουν λύση σε ατομικά πλαίσια: «την εργασία, τον πόλεμο, και τη δημόσια τάξη(…) Αυτές οι τρεις μεγάλες διαδράσεις με τη φύση, με τις εξωτερικές ανθρώπινες συλλογικότητες και με τους πολίτες της ίδιας κοινότητας, είναι οι αιτίες που καθιστούν απαραίτητη τη θέσπιση ενός οποιουδήποτε τύπου συντονισμού και συλλογικής διοίκησης στο εσωτερικό της κοινότητας, δηλαδή στη δημιουργία μιας πολιτικής αρχής.

(…) Τα μέσα που αυτή η αρχή έχει στη διάθεσή της για να υλοποιήσει τις αποφάσεις της είναι ουσιαστικά δύο:

α) η ηθική αρχή ή η νομιμοποίηση που συνίσταται στην αναγνώριση της εντολής της για «διακυβέρνηση» εκ μέρους των κυβερνώμενων και που μεταφράζεται στον εθελοντικό σεβασμό των αποφάσεών της και

β) η χρήση και η απειλή χρήσης φυσικής βίας. (…)

Οι τρεις μεγάλες κοινωνικές διαδράσεις που γεννούν την αναγκαιότητα ενός συλλογικού- ή πέραν του ατομικού- συντονισμού, επιτρέπουν σε τέτοιες καταστάσεις και πάνω από ένα συγκεκριμένο επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας, την εκμετάλλευση και την κυριαρχία της φύσης και του ανθρώπινου όντος, προκαλώντας έτσι τη διάσπαση της κοινωνίας σε ανταγωνιστικές τάξεις και καθιστώντας συγκρουσιακή τη συγκατοίκηση των πολιτών αμέσως μετά τα προβλήματα τα ταξικά, της πατριαρχίας, του ρατσισμού και της οικολογικής καταστροφής.

Είναι η έννοια του ταξικού κράτους που ιστορικά έχει συσταθεί από το πρωτόγονο κράτος, 6000 περίπου χρόνια πριν, και που θα εξαφανιστεί με τη συμμετοχική δημοκρατία. Στη θέση του θα υπάρχει μια νέα δημόσια αρχή που θα αναζωογονεί τα γενικά συμφέροντα και θα χάσει την ταξική λειτουργία της και την κατασταλτική ιδιότητά της. Η έννοια της αντιπροσωπευτικότητας των κυβερνώντων που, στην αστική πλουτοκρατία, όντας ουσιαστικά δημαγωγική, θα ξαναβρεί τότε το αυθεντικό πολιτικό νόημά της στις δημόσιες λειτουργίες που επιζητούν αντιπροσώπευση».

Συνοψίζοντας, κατά το Ντίτριχ:

-Κάθε κοινωνία έχει ανάγκη από κράτος για να οργανώνεται η εργασία, η δημόσια τάξη και…ο πόλεμος! Συνεπώς, αυτό θα είναι πάντοτε αναγκαίο.

-Το κράτος δημιουργεί την χωρισμένη σε τάξεις κοινωνία όταν αυτό φτάνει σε ένα συγκεκριμένο σημείο ανάπτυξής του.

Για τους μαρξιστές-λενινιστές, «το κράτος δεν είναι σε καμία περίπτωση μια εξουσία που επιβάλλεται έξωθεν της κοινωνίας: δεν είναι ούτε «η πραγματικότητα της ηθικής ιδέας», ούτε «η εικόνα και η πραγματικότητα του λογικού» όπως ισχυρίζεται ο Χέγκελ. Είναι ακριβώς ένα προϊόν της κοινωνίας όταν αυτή φτάνει σε ένα συγκεκριμένο σημείο της ανάπτυξής της: είναι η ομολογία του γεγονότος ότι η κοινωνία έχει βυθιστεί σε μια αντίθεση ανεπίλυτη, ότι είναι χωρισμένη σε ασυμφιλίωτους ανταγωνισμούς, ότι είναι ανίκανη να τους συμφιλιώσει. Μα προκειμένου οι ανταγωνισμοί, οι τάξεις που από τα οικονομικά τους συμφέροντα είναι αντίθετες, να μην κατασπαραχθούν μεταξύ τους και να μην διαλύσουν την κοινωνία σε έναν στείρο αγώνα, χρειάζεται μια εξουσία που, εμφανιζόμενη ότι τίθεται πάνω από την κοινωνία, να μπορεί να περιορίζει τη σύγκρουση και να την διατηρεί εντός ορίων «Τάξης»: και αυτή η δύναμη, που προκύπτει από την κοινωνία μα «που βρίσκεται πάνω από την κοινωνία και αποξενώνεται όλο και πιο πολύ από την κοινωνία» είναι το κράτος.

Δηλαδή, για τους κομμουνιστές:

Το κράτος δεν υπάρχει ανέκαθεν: αυτό εμφανίζεται στην ανθρώπινη ιστορία τη στιγμή που η κοινωνία χωρίζεται σε τάξεις.

Το κράτος είναι το όργανο που χρησιμοποιεί μια τάξη για να κυριαρχεί επί μιας άλλης.

Η δικτατορία του προλεταριάτου επί των μειοψηφιών που αποτελούνται από τις ανατραπείσες από την πολιτική εξουσία εκμεταλλεύτριες τάξεις, η οργάνωση του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη, είναι το κράτος στο σοσιαλιστικό σύστημα, δηλαδή η τελευταία μορφή κράτους που θα γνωρίσει η ανθρωπότητα πριν τον κομμουνισμό.

Με την εξαφάνιση της χωρισμένης σε τάξεις κοινωνίας, το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου είναι το μόνο κράτος που δεν θα καταστραφεί μέσω μιας επανάστασης, μα θα εξαλειφθεί.

Απαντώντας στις εικασίες που θεωρούν το κράτος ως απαραίτητο, δεδομένης «της αυξανόμενης πολυπλοκότητας της κοινωνικής ζωής» και της «διαφοροποίησης των λειτουργιών», ο Λένιν έλεγε: «αυτές οι αναφορές φαίνονται «επιστημονικές» και αποκοιμίζουν εξαιρετικά το φιλισταίο, κρύβοντας το κύριο και βασικό ζήτημα: το χωρισμό της κοινωνίας σε τάξεις ασυμφιλίωτα εχθρικές»(12).

Ο ορισμός του κράτους και του ρόλου του έχει μια σημασία θεμελιώδη για την άνοδο του αγώνα της εργατικής τάξης και του λαού για την εξουσία και για την ανάπτυξη κάθε δράσης του κοινωνικού κινήματος, αφού αυτός καθορίζει τόσο τα μέσα όσο και τους σκοπούς.

Αυτοί μπορούν να συνοψισθούν σε δύο, ασυμφιλίωτους μεταξύ τους:

  1. Η ειρηνική κατάκτηση του καπιταλιστικού κράτους, ώστε, ξεκινώντας από αυτό και με αυτό, να αλλάξουμε το κοινωνικό σύστημα, όπως ισχυρίζεται η θεωρία του «σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» ή
  2. Η καταστροφή αυτού του μηχανισμού, όπως ισχυρίζονται οι μαρξιστές: «Θεωρητικά», δεν αρνούνται οι υπέρμαχοι του «σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» ότι το κράτος είναι το όργανο ταξικής κυριαρχίας, ούτε ότι οι ταξικές αντιθέσεις είναι ασυμφιλίωτες. Μα παρακάμπτεται ή αποκρύπτεται το εξής: αν το κράτος είναι το προϊόν του ασυμφιλίωτου χαρακτήρα των ταξικών αντιθέσεων, αν είναι μια δύναμη που βρίσκεται πάνω από την κοινωνία και «αποσπάται όλο και πιο πολύ από την κοινωνία», προκύπτει ξεκάθαρα ότι η απελευθέρωση της καταπιεζόμενης τάξης είναι αδύνατη, όχι μονάχα χωρίς βίαιη επανάσταση, αλλά και επίσης χωρίς την καταστροφή του μηχανισμού της κρατικής εξουσίας που δημιουργήθηκε από την κυρίαρχη τάξη και στον οποίο ενσαρκώνεται αυτή η «διάσπαση».

 

Για την έννοια του έθνους

 

Ο Ντίτριχ, αναφέροντας τον Peters, γράφει: «Εμείς εννοούμε ως «έθνος» μια κρατική οντότητα που έχει μεγαλώσει ιστορικά με τη δική της παράδοση και που έχει μια ηγεμονική κλίση: περιλαμβάνουμε επομένως όλες τις κοινότητες που ξεπερνούν το πλαίσιο της τοπικής αυτεπάρκειας και που διατηρήθηκαν μετά το σχηματισμό των πρώτων πόλεων-κρατών, με το χαρακτήρα τους και τη δομή τους, 5000 χρόνια πριν ως και σήμερα».

Στο άρθρο του «Το εθνικό ζήτημα και ο Λενινισμός», γραμμένο ως απάντηση σε ερωτήματα που του είχαν τεθεί, ο Ι. Στάλιν περιγράφει τις συνθήκες που, για τους μαρξιστές-λενινιστές, επιτρέπουν το χαρακτηρισμό κάποιου ως έθνους: στο άρθρο, υπάρχει επίσης η αποσαφήνιση της σύγχυσης μεταξύ έθνους και κράτους και η εμφάνιση αυτού πριν από τον καπιταλισμό, δηλαδή 5000 χρόνια πριν.

« (…) έθνος είναι η ιστορικά διαμορφωμένη σταθερή κοινότητα ανθρώπων, που γεννήθηκε πάνω στη βάση της κοινότητας τεσσάρων βασικών γνωρισμάτων, και συγκεκριμένα: στη βάση της κοινότητας της γλώσσας, της κοινότητας του εδάφους, της κοινότητας της οικονομικής ζωής και της κοινότητας της ψυχοσύνθεσης που εκδηλώνεται στην κοινότητα των ειδικών ιδιοτυπιών του εθνικού πολιτισμού.

(…)προτείνετε να προστεθεί στα τέσσερα γνωρίσματα του έθνους ένα πέμπτο γνώρισμα, και συγκεκριμένα η ύπαρξη δικού του, ιδιαίτερου ξεχωριστού εθνικού κράτους. (…) Σύμφωνα με το δικό σας σχήμα θα’ πρεπε να αναγνωριστούν σαν έθνη μονάχα τα έθνη εκείνα που έχουν δικό τους κράτος, ξεχωριστό απ’ τα άλλα, ενώ όλα τα καταπιεζόμενα έθνη τα στερημένα από ανεξάρτητη κρατική υπόσταση θα’πρεπε να σβηστούν από την κατηγορία των εθνών, θα’ πρεπε επίσης να αποκλεισθεί απ’ την έννοια «εθνικό κίνημα», «εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα» ο αγώνας των καταπιεζόμενων εθνών ενάντια στην εθνική καταπίεση, ο αγώνας των αποικιακών λαών ενάντια στον ιμπεριαλισμό.

(…)Εσείς ισχυρίζεστε ότι τα έθνη εμφανίστηκαν και υπήρξαν πριν ακόμα απ’ τον καπιταλισμό. Πώς όμως μπορούσαν να εμφανιστούν και να υπάρξουν έθνη πριν από τον καπιταλισμό στην περίοδο της φεουδαρχίας, τότε που οι χώρες ήταν τεμαχισμένες σε χωριστά αυτοτελή πριγκιπάτα, τα οποία όχι μόνο δεν ήταν συνδεδεμένα μεταξύ τους με εθνικούς δεσμούς, μα αρνούνταν αποφασιστικά την αναγκαιότητα τέτοιων δεσμών; Αντίθετα με τους λανθασμένους ισχυρισμούς σας, δεν υπήρξαν και δεν μπορούσαν να υπάρχουν έθνη στην προκαπιταλιστική περίοδο, επειδή δεν υπήρχαν ακόμα εθνικές αγορές, δεν υπήρχαν ούτε οικονομικά, ούτε πολιτιστικά εθνικά κέντρα, δηλαδή δεν υπήρχαν οι παράγοντες εκείνοι που εκμηδενίζουν τον οικονομικό τεμαχισμό του δοσμένου λαού και συνενώνουν τα απομονωμένα ίσαμε τότε τμήματα του λαού αυτού σε ένα εθνικό σύνολο» (13).

«Η απομόνωση και οι εθνικοί ανταγωνισμοί των λαών σιγά- σιγά εξαφανίζονται με την ανάπτυξη της αστικής τάξης, με την ελευθερία εμπορίου, με την παγκόσμια αγορά, με την ομοιομορφία της βιομηχανικής παραγωγής και με τις ανταποκρινόμενες σε αυτές συνθήκες διαβίωσης…Στο βαθμό που καταργείται η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, καταργείται η εκμετάλλευση έθνους από έθνος»(14).

 

Ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα

 

Η βάση του Νέου Ιστορικού Σχεδίου (ΝΙΣ) που προτείνει ο Ντίτριχ, βρίσκεται στην Συμμετοχική Δημοκρατία, στην Ισότιμη Οικονομία και στο υποκείμενο Λογικό- Ηθικό-Αισθητικό, «στο οποίο οι πλειοψηφίες επωφελούνται σε βαθμό μεγαλύτερο από αποφάσεις, ιστορικά εφικτές, στους οικονομικούς, πολιτικούς, πολιτιστικούς και στρατιωτικούς θεσμούς, οι οποίοι διαμορφώνουν τη ζωή τους» (15)

«Τρεις παράγοντες εμπόδισαν μια κοινωνία πιο δημοκρατική. 1) τα εκμεταλλευτικά συμφέροντα των ελίτ, 2) η έλλειψη παραγωγικής τεχνολογίας, 3) η μη γνώση των μεταβλητών που καθορίζουν την εξέλιξη της κοινωνίας. Η επίλυση του πρώτου παράγοντα, είναι το ζήτημα της εξουσίας, αυτή του δεύτερου, είναι, ουσιαστικά, ένα πρόβλημα που ανήκει στο παρελθόν, που έχει επιλυθεί από την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο, ενώ, αναφορικά με τον τρίτο, είναι σε φάση επίλυσης, τώρα που σιγά σιγά αυξάνεται η κατανόηση της κοινωνίας και του βασικού της στοιχείου, του ανθρώπινου όντος».

«Δεδομένων αυτών, σήμερα, μπορεί κανείς να φέρει σε πέρας το «καθήκον» της οικοδόμησης της κοινωνίας, με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, ρεαλισμό και αισιοδοξία από ό,τι στο παρελθόν, γιατί εμείς αρχίζουμε να κατανοούμε συστηματικά τα δύο στοιχεία- κλειδιά του ανθρώπινου αινίγματος: το γονιδίωμά του και το νευρωνικό του σύστημα».

 

Η συμμετοχική δημοκρατία

 

«Η έννοια της «συμμετοχικής δημοκρατίας» κάνει αναφορά στην πραγματική ικανότητα της πλειοψηφίας των πολιτών να πάρουν αποφάσεις επί των βασικών δημοσίων θεμάτων του έθνους. (…) Στη συμμετοχική δημοκρατία, αυτή η ικανότητα δεν θα είναι ούτε συγκυριακή, ούτε αποκλειστικά περιορισμένη στη σφαίρα της πολιτικής: θα είναι μόνιμη και θα αφορά όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής, από τα εργοστάσια και τα στρατόπεδα ως τα πανεπιστήμια και τα μέσα επικοινωνίας. Θα πρόκειται για το τέλος της αντιπροσωπευτικής- στην πραγματικότητα, αντικαταστατικής- δημοκρατίας και την υπέρβασή της από την άμεση δημοκρατία, η οποία βασίζεται στο δημοψήφισμα. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία ήταν ο απαραίτητος κρίκος στην εξέλιξη προς την άμεση δημοκρατία, όταν δεν υπήρχαν τα τεχνικά και πολιτιστικά μέσα που να επιτρέπουν τη συμμετοχή των μαζών. Αυτό το στάδιο έχει ξεπεραστεί. Σήμερα, οι τεχνολογικές και οικονομικές συνθήκες επιτρέπουν στους λαούς να ξαναπάρουν την πραγματική εξουσία της κυριαρχίας τους, την οποία σφετερίζονταν εδώ και 200 χρόνια οι ολιγαρχίες.

(…) Το μεταβατικό πρόγραμμα, το οποίο είναι το μέσο για την επίτευξη αυτού του σκοπού, προκύπτει από δύο στοιχεία: α) από τη σημερινή καπιταλιστική πραγματικότητα, και β) από την διεθνοποίηση της Συμμετοχικής Δημοκρατίας. Αυτό το πρόγραμμα πρέπει να έχει τα ακόλουθα στοιχεία:

1. Πρέπει να φέρει εναλλακτικές μετασχηματισμού για κάθε μια από τις 4 σχέσεις εκμετάλλευσης, κυριαρχίας και αλλοτρίωσης του συστήματος. 2. Πρέπει να ενοποιήσει-ολοκληρώσει τις εναλλακτικές του (ή «αντιθετικές σχέσεις») μέσω των βασικών θεσμών της Συμμετοχικής Δημοκρατίας. 3. Η τελική μορφή του προγράμματος και της οικοδόμησης του κινήματος πραγματοποιούνται από τα κάτω προς τα πάνω. 4. Οι διαστάσεις του προγράμματος και του κινήματος (τα δίκτυα) αναπτύσσονται από τη συνοικία ως την πιο παγκόσμια διάσταση. Με άλλα λόγια: το πρόγραμμα είναι ταυτόχρονα και εθνικό, και περιφερειακό και παγκόσμιο. 5. Δεν πρόκειται για το παλιό σχήμα της επανάστασης με στάδια- αρχικά η δημοκρατική επανάσταση, μετά η σοσιαλιστική- μα για μια πρόταση που ενοποιεί τους δύο προαναφερθέντες παράγοντες α και β. 6. Δεν πρόκειται για πολλούς λόγους να αναζητούμε τη μυθική εθνική αστική τάξη ή οποιοδήποτε άλλο προκαθορισμένο υποκείμενο απελευθέρωσης, μα να αναγνωρίζουμε ότι τα υποκείμενα απελευθέρωσης θα είναι πολυταξικά, πολυεθνικά και των δύο φύλων.

(…) Η συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών πρέπει να συμπληρωθεί από την κοινωνιολογική αρχή της ισορροπίας μεταξύ των κοινωνικών δυνάμεων. Με άλλα λόγια, κάθε εξουσία, νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική, πρέπει να αντιπροσωπεύει τις διαφορετικές τάξεις και στρώματα της κοινωνίας».

Έτσι, μπορεί κανείς να ορίσει τη συμμετοχική δημοκρατία με τον ακόλουθο τρόπο:

Δημοκρατία άμεση δημοψηφισματική, που σημαίνει πραγματική ικανότητα της πλειοψηφίας των πολιτών να παίρνουν τις αποφάσεις επί των κυρίων θεμάτων που αφορούν τα δημόσια πράγματα του έθνους.

–                     Το προνομοποιημένο μέσο για την άσκηση της συμμετοχικής δημοκρατίας είναι το Διαδίκτυο, όπως ισχυρίζεται ο Ντίτριχ στο βιβλίο του.

–                     Είναι ένας συνδυασμός της «σημερινής καπιταλιστικής πραγματικότητας» και της «διεθνοποίησης της Συμμετοχικής Δημοκρατίας», οι διάσημοι παράγοντες «α» και «β».

–                     Δεν υπάρχει ένα υποκείμενο απελευθέρωσης προκαθορισμένο, αλλά αυτό είναι, πάνω από όλα, από πολλές τάξεις.

–                     Το κράτος δεν πρέπει να εξαφανιστεί και πρέπει να εγγυάται μια κοινωνική ισορροπία.

Καταλήγουμε στη Συμμετοχική Δημοκρατία μέσω μιας ειρηνικής μετάβασης από το «παλιό θεσμικό σύστημα» προς το νέο (οι σημερινοί ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής θα είναι πρόσωπα πολύ ορθολογικά, «μεγάλες καρδιές» που θα αφεθούν να πειστούν, χάρη στην τεράστια αφέλειά τους, να παραιτηθούν των προνομίων τους και θα προσαρμοστούν στους «νέους θεσμούς», ακόμα κι αν η ιστορία και τα γεγονότα δεν παύουν να αποδεικνύουν το αντίθετο).

 

Η Ισότιμη Οικονομία

 

«Η αρχή της ισοτιμίας σημαίνει ότι οι ανταλλαγές αγαθών, υπηρεσιών και εργατικής δύναμης πραγματοποιούνται μέσω ίσων αξιών (και χρόνου εργασίας που χρειάστηκε για την παραγωγή τους)» (16).

Η ισότιμη οικονομία συνίσταται στο γεγονός ότι «ο μισθός έχει την ίδια αξία με τρόπο άμεσο και απόλυτο με το χρόνο εργασίας. Οι τιμές των αντικειμένων είναι ίσες με την αξία τους και δεν φέρουν τίποτε άλλο παρά την απευθείας ισοτιμία της εργασίας που αυτά περιέχουν…Κάθε ανθρώπινο ον εισπράττει την συνολική αξία αυτού που συναθροίζεται στα αγαθά και τις υπηρεσίες.

(…) Το εμπόριο περιορίζεται στη διανομή των αγαθών, τη μεταφορά τους και την αποθήκευσή τους: αυτές οι δραστηριότητες, ως δράσεις απαραίτητες σε έναν κόσμο όπου βασιλεύει ο καταμερισμός της εργασίας, θα μετατρέπονται σε μια ποσότητα αξίας που πρέπει να αποζημιώνεται όπως οποιοσδήποτε άλλος τύπος εργασίας, βάσει του απαραίτητου χρόνου εργασίας. Νόρμες παρόμοιες πρέπει να εφαρμοστούν στους ιδιοκτήτες των εταιριών που δεν ανήκουν στην εμπορική σφαίρα μα στη σφαίρα της παραγωγής. Όταν δεν θα υπάρχουν πια κέρδη, η δραστηριότητά τους ως επιχειρηματίες, ανεξαρτήτως τύπου εργασίας, ξαναμπαίνει στην αξία των αγαθών και πρέπει να αποζημιώνεται με ισότιμο τρόπο, για όσο η οικονομία γνωρίζει μια ιεραρχική δομή και, εξάλλου, συνεχίζει να διατηρεί μια στρατιωτική οργάνωση που την κάνει απαραίτητη.

(…) Η γη και οι φυσικές πηγές θα γίνουν κοινή ιδιοκτησία, όπως ήταν κατά το μεγαλύτερο τμήμα της εποχής της ισότιμης τοπικής οικονομίας. Μα όχι με τον ίδιο τρόπο, όταν αυτές οι πηγές ήταν διαθέσιμες και χωρίς όρια για όλους, όπως ο αέρας και το νερό, αλλά ως αγαθά μεγάλης αξίας ελεγχόμενα από το Κράτος.

Όλες οι δημόσιες δραστηριότητες που δεν δημιουργούν αξία (όπως η διδασκαλία, η ιατρική περίθαλψη, η διοίκηση) θα μπορούσαν να πληρώνονται από τους φόρους επί της βάσης του εργάσιμου χρόνου.

Η μετάβαση προς την ισότιμη οικονομία διευκολύνθηκε και ήδη υιοθετήθηκε χάρη στη χρησιμοποίηση της πληροφορικής στην οικονομία, στη διοίκηση και την ιδιωτική ζωή, δεδομένου ότι οι δεσμοί μεταξύ της παραγωγής, της διανομής, της κατανάλωσης και της προσφοράς υπηρεσιών μπορούν να εξασφαλιστούν από την προσφυγή στην πληροφορική και τον επεξεργαστή: ο παγκόσμιος έλεγχος των αναγκών (συμπεριλαμβανομένου του ορισμού των προτεραιοτήτων αναφορικά με τις ανάγκες), οι προσανατολισμοί αναφορικά με την παραγωγή (μεταξύ των οποίων οι αποφάσεις αναφορικά με την οικοδόμηση νέων εγκαταστάσεων παραγωγής) και η διανομή των αγαθών και των υπηρεσιών, θα μπορούσαν να είναι οργανωμένοι κατ’ αρχήν από τους επεξεργαστές, και αυτό, θα μπορούσε να ξεκινήσει ακόμα κι από σήμερα

(…) Οι μη βιομηχανοποιημένες χώρες του κόσμου, δεν είναι υπανάπτυκτες, απλώς, αυτές είναι αναπτυγμένες με άλλο τρόπο από ό,τι οι βιομηχανικές χώρες. Γι’ αυτό το λόγο, σήμερα, αυτές παράγουν λιγότερο, τεχνικά. Η βιομηχανοποίηση που διεκδικούν όλες οι χώρες του κόσμου, ανεξαρτήτως τιμήματος, είναι αδικαιολόγητη, από οικολογικής άποψης. Σε αρκετές χώρες, αυτή δεν θα είναι καθόλου απαραίτητη, τόσο γιατί η ύπαρξή τους θα είναι εξασφαλισμένη χωρίς την προσφυγή στη βιομηχανοποίηση όσο και επειδή αυτή θα είναι εγγυημένη από την παγκόσμια οικονομική δομή. Με αυτό τον τρόπο, θα μπορούσαμε να φτάσουμε σε έναν καταμερισμό εργασίας μεταξύ των κρατών, ώστε να παύσουν να ανταγωνίζεται το ένα το άλλο.

(…) Επομένως, (στην ισότιμη οικονομία), τα αγαθά δεν θα παράγονται παρά μόνο για την ικανοποίηση των αναγκών και θα καταναλώνονται από τον παραγωγό ή θα ανταλλάσσονται με την ίδια αξία (την ίδια βάση της διανομής στην ισότιμη οικονομία).

(…) Στο βαθμό που η ισότιμη οικονομία θα νικά την οικονομία της αγοράς, τα κέρδη και η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής δεν θα έχουν λόγο ύπαρξης και θα εξαφανιστούν από μόνα τους.

Στην ισότιμη οικονομία δεν θα υπάρχει πια αγορά, γιατί: α) η τιμή δεν θα είναι το αποτέλεσμα μεταξύ Προσφοράς και Ζήτησης, μα θα εξαρτάται αποκλειστικά από την αξία των παραγόμενων αγαθών και από το μισθό. β) η αποθήκευση, η μεταφορά και η διανομή των παραγόμενων αγαθών, θα γίνουν υπηρεσίες, η αξία των οποίων, όπως η αξία όλων των άλλων υπηρεσιών, θα ισούται σε αξία με τον απασχολούμενο χρόνο εργασίας, και έτσι θα είναι ένα τμήμα αξίας των διανεμόμενων αγαθών».

Όλα αυτά θέτουν, σε εμάς τους μαρξιστές-λενινιστές, αρκετά ερωτήματα: πώς καθορίζεται η αξία του εργάσιμου χρόνου, για παράδειγμα, μιας ώρας; Ποιοι είναι οι οικονομικοί νόμοι ή ποια είναι τα κριτήρια που μας επιτρέπουν να τον υπολογίσουμε; Τι είναι μισθός, κατά τον κ. Ντίτριχ; Πώς μπορούμε να υπολογίσουμε την «πλήρη αξία» που κάθε ανθρώπινο ον ενσωματώνει στα αγαθά και τις υπηρεσίες; Πώς υπολογίζεται η συναθροιστική αξία από άλλες δραστηριότητες, όπως για παράδειγμα, το εμπόριο («διανομή των αγαθών, μεταφορά και αποθήκευση») ή από τη διοίκηση;

Ας απλουστεύσουμε την πρόταση του Ντίτριχ, παίρνοντας ένα παράδειγμα (αποπειράμενοι να μιμηθούμε τον Ένγκελς, βλ. και «Αντι-Ντύρινγκ»). Ας υποθέσουμε ότι 1.000.000 εργαζόμενοι παράγουν αγαθά. Ότι αυτό το εκατομμύριο εργαζομένων έχει ενώσει σε κάθε παραγόμενο αγαθό, 8 ώρες εργασίας και ότι συνεπώς, καθένας έχει λάβει μια αποζημίωση 8 ορών εργασίας. Ας υποθέσουμε επίσης ότι καθένας πληρώνει ένα φόρο ίσο με την αξία 2 ωρών εργασίας. Ας υποθέσουμε τώρα ότι υπάρχει 1.000.000 ανθρώπων (ένας αριθμός στην πραγματικότητα περιορισμένος) που απασχολούνται στο εμπόριο, τη διοίκηση, τις υπηρεσίες, κλπ, δηλαδή, σε δραστηριότητες που δεν παράγουν άμεσα αγαθά. Ένας απλός υπολογισμός μας επιτρέπει να δούμε ότι οι 2 ώρες που  πληρώθηκαν υπό τη μορφή φόρου από τους πρώτους, δεν επιτρέπουν να πληρωθεί η αποζημίωση των δεύτερων, εκτός και αν αυτοί δεν έχουν άλλοι επιλογή από το να περιοριστούν στο να δουλεύουν 2 ώρες.

Ο Ντίτριχ έχει τη λύση σε αυτό το πρόβλημα: προσθέτει την αξία των 8 ωρών της δεύτερης ομάδας στην αξία των αγαθών. Σοφή λύση: ένας γρήγορος υπολογισμός μάς επιτρέπει έτσι να δούμε ότι η καταστροφή μεγάλων τομέων έχει τη λογική της στο «Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα». Από την άλλη πλευρά, μερικά ερωτήματα παραμένουν χωρίς απάντηση, όπως το πρόβλημα της παραγωγής μηχανών και αγαθών προορισμένων για την παραγωγή, ή αυτό της έρευνας, αυτό των συντάξεων, κλπ.

Στο παράλογο του όλου προτεινόμενου συστήματος, χρειάζεται να προστεθούν «θέσεις» όπως αυτή της δραστηριότητας των επιχειρηματιών, η οποία, «όπως κάθε εργασία, αποτελεί ένα τμήμα της αξίας των αγαθών», ή αυτή που ισχυρίζεται ότι η επίτευξη ενός μέγιστου οικονομικού κέρδους είναι «φυσικά» τμήμα των αγαθών και της εργασίας.

Χρειάζεται να αναρωτηθεί κανείς αν είναι σωστό να θεωρεί ότι οι επενδύσεις ή οι δραστηριότητες των καπιταλιστών στοχεύουν στην πραγματοποίηση των οικονομικών αγαθών ή αν χρειάζεται να σπεκουλάρει στο ζήτημα της «καλής τους καρδιάς».

 

Ο σοσιαλισμός σύμφωνα με τους μαρξιστές- λενινιστές

 

Ένας τεράστιος όγκος από άρθρα, βιβλία κλπ, είτε από τους Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Στάλιν, είτε από άλλους επιφανείς μαρξιστές-λενινιστές, θέτουν τις βάσεις του σοσιαλιστικού δόγματος και των περαιτέρω αναπτύξεών του. Καλούμε τον αναγνώστη να συμβουλευτεί σε αυτό το ζήτημα την άφθονη φιλολογία που υπάρχει: για να γνωρίσει τους οικονομικούς παράγοντες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην πρώην ΕΣΣΔ, που επέτρεψαν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της βελτίωσης σε σημαντικό βαθμό του βιοτικού επιπέδου των μαζών που ξέφυγαν από την εξαθλίωση και την καθυστέρηση, τον Οκτώβρη του 1917. Τον καλούμε να διαβάσει την έντυπη παραγωγή, προπαγάνδα κλπ των διαφόρων μελών της Διεθνούς Διάσκεψης Μαρξιστικών-Λενινιστικών Κομμάτων και Οργανώσεων.

Επιθυμούμε να εκθέσουμε εδώ διάφορες βασικές έννοιες για τους μαρξιστές-λενινιστές, που ιστορικά, αποτέλεσαν αντικείμενο συζητήσεων εντός του κοινωνικού κινήματος. Δεδομένου ότι δεν ισχυριζόμαστε ότι έχουμε βρει νέες θέσεις, θεωρίες κλπ, ας αναφέρουμε ευρέως τους προπάτορές μας:

«Η κομμουνιστική επανάσταση είναι η πιο ριζική ρήξη με τις παραδοσιακές σχέσεις παραγωγής: καμία έκπληξη, αν στη διάρκεια της ανάπτυξης έρθει η πιο ριζική ρήξη με τις παραδοσιακές ιδέες.

(…) το πρώτο βήμα στην εργατική επανάσταση συνίσταται στο ανέβασμα του προλεταριάτου στην θέση της ηγεμονικής τάξης, στην κατάκτηση της δημοκρατίας.

(…) Το προλεταριάτο θα χρησιμοποιήσει την πολιτική ανωτερότητά του για να αποσπάσει από την αστική τάξη, σιγά – σιγά όλο το κεφάλαιο, για να συγκεντρώσει όλα τα εργαλεία παραγωγής στα χέρια του κράτους, δηλαδή του ίδιου του προλεταριάτου του οργανωμένου ως κυρίαρχης τάξης, και για να αυξήσει, όσο το δυνατό γρηγορότερα, τη μάζα των παραγωγικών δυνάμεων.

(…) Αυτό δεν θα μπορεί φυσικά να γίνει, αρχικά, χωρίς δεσποτικές παρεμβάσεις στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και στις αστικές σχέσεις παραγωγής»(17).

«Θεωρητικά είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι μεταξύ του καπιταλισμού και του κομμουνισμού υπάρχει μια συγκεκριμένη περίοδος μετάβασης. Αυτή δεν μπορεί να μην περικλείει σε αυτό τα σημάδια ή τις ιδιαιτερότητες και των δύο αυτών μορφών κοινωνικής οικονομίας. Αυτή η περίοδος δεν μπορεί να μην είναι μια περίοδος αγώνα μεταξύ του ετοιμοθάνατου καπιταλισμού και του μόλις γεννημένου κομμουνισμού, ή με άλλα λόγια: μεταξύ του νικημένου, αλλά μη κατεστραμμένου, καπιταλισμού και του κομμουνισμού που έχει γεννηθεί, αλλά δεν είναι ακόμα αρκετά δυνατός»(18)

Το ζήτημα της δικτατορίας του προλεταριάτου είναι, πρώτ’ απ’ όλα, το ζήτημα του βασικού περιεχομένου της προλεταριακής επανάστασης. Η προλεταριακή επανάσταση, το κίνημά της, το εύρος της, οι κατακτήσεις της, δεν λαμβάνουν σάρκα και οστά παρά μέσω της δικτατορίας του προλεταριάτου. Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι το όργανο της προλεταριακής επανάστασης, το πιο σημαντικό σημείο στήριξής της, που δημιουργήθηκε αρχικά για την συντριβή των ηττημένων εκμεταλλευτών, και ακολούθως, για την διεξαγωγή, μέχρι τέλους, της προλεταριακής επανάστασης, για να την ωθήσει ως τον πλήρη θρίαμβο του σοσιαλισμού.

Μα στην πάλη για το σοσιαλισμό, δεδομένου του άνισου χαρακτήρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, υπάρχουν χώρες που δεν έχουν τις προϋποθέσεις για την τόσο γρήγορη εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού, αμέσως μετά το θρίαμβο της επανάστασης που αποσπά την εξουσία από την αστική τάξη και τον ιμπεριαλισμό. Γι’ αυτό το λόγο, κατ’ εφαρμογή των διδαγμάτων για την δικτατορία του προλεταριάτου και για την τέχνη της πάλης για την εξουσία, εμείς, οι μαρξιστές-λενινιστές της Κολομβίας, θέτουμε την αναγκαιότητα για μια δημοκρατική και αντι-ιμπεριαλιστική επανάσταση, στο δρόμο για το σοσιαλισμό: «Ο προσανατολισμός μας για τη λαϊκή εξουσία, τόσο σε επίπεδο τακτικής όσο και στρατηγικής, είναι στην υπηρεσία της οικοδόμησης μιας νέας κοινωνίας, της σοσιαλιστικής κοινωνίας για την έλευση, στο τέλος, της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Ο στόχος μας είναι η ανατροπή του αστικού φιλο-ιμπεριαλιστικού κράτους, και η επαναστατική αλλαγή των δομών που το υποστηρίζουν, η κατάργηση κάθε μορφής εξάρτησης, και η εφαρμογή του στρατηγικού προγράμματος της επανάστασης που εμβαθύνει την καταστροφή του καπιταλισμού και  που δημιουργεί ισχυρές βάσεις για τη σοσιαλιστική κοινωνία.

Εργαζόμαστε για μια λαϊκή επανάσταση ώστε να απελευθερωθούμε από το ζυγό του ιμπεριαλισμού και των τάξεων που βρίσκονται στην εξουσία, και για την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας. Πρόκειται για ένα ενιαίο και αδιάσπαστο επαναστατικό προτσές και όχι περί δύο διακριτών επαναστάσεων, ούτε για την εγκαθίδρυση αρχικά ενός δημοκρατικού σταδίου ως υποχρεωτικού και προκαταρκτικού περάσματος προς το σοσιαλισμό.

(…) Ο δρόμος προς το σοσιαλισμό και την οικοδόμησή του, στηρίζεται στο ρόλο του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος, της εργατικής τάξης και των μαζών: έχει ως βάση την επικαιρότητα της θεωρίας του προλεταριάτου, τις στρατηγικές πτυχές της οικονομικής βάσης που υποθέτουν την ένωση των άμεσων παραγωγών με τα μέσα παραγωγής και τις αλλαγές που προκύπτουν από αυτή στις σχέσεις παραγωγής. Η διατήρηση αυτού του προσανατολισμού μάς επιτρέπει καλύτερα να συνδέσουμε τη δημοκρατική και αντι-ιμπεριαλιστική επανάσταση με το σοσιαλισμό. Η περίοδος μετάβασης προς το σοσιαλισμό σημαδεύεται από μια έντονη πάλη μεταξύ των καπιταλιστικών και αστικών υπολειμμάτων, τόσο στην οικονομική βάση όσο και σε επίπεδο υπερδομής. Είναι σε αυτά τα υπολείμματα που έγκειται η πιθανότητα παλινόρθωσης του καπιταλισμού και στην ανατροπή του προτσές. Γι’ αυτό το λόγο, εμείς πρέπει να αποδίδουμε μια μεγάλη σημασία στην πάλη ενάντια σε αυτές τις επιβιώσεις, στο ρόλο του κόμματος, στον ταξικό χαρακτήρα του κράτους, στην εμβάθυνση και επιτυχία της ταξικής πάλης σε όλα τα πεδία, στον καθοδηγητικό ρόλο της εργατικής τάξης και των μαζών για την εγγύηση της επιτυχίας αυτής της μεταβατικής φάσης και της επίλυσης του ζητήματος-κλειδί, του να γνωρίζουμε «ποιος θα νικήσει ποιόν»» (Πολιτική Γραμμή, θέση 18, του Κομμουνιστικού Κόμματος Κολομβίας (Μαρξιστικού-Λενινιστικού), Φλεβάρης 2007).

Με αυτές τις σκέψεις, εμείς οι Μαρξιστές-Λενινιστές της Κολομβίας, εκθέτουμε τη θέση μας για τους δεσμούς και τις διαφορές μεταξύ των δημοκρατικών καθηκόντων που ο Ντίτριχ αποκαλεί «συμμετοχική δημοκρατία» και της πάλης για το σοσιαλισμό.

 

Οι συντελεστές της αλλαγής και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης

 

Ο Ντίτριχ ισχυρίζεται πως «η πολιτική βούληση» είναι «το μεγάλο εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσει το νέο υποκείμενο πραγματικού εκδημοκρατισμού». Ο χαρακτηρισμός «αυτού του απελευθερωτικού υποκειμένου αποτελείται από την κοινότητα των θυμάτων του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και όλων εκείνων που είναι αλληλέγγυοι με αυτά τα θύματα. Η εργατική τάξη θα συνεχίσει να είναι ένα βασικό τμήμα αυτής της κοινότητας θυμάτων, μα δεν θα είναι πιθανώς η ηγεμονική δύναμη. Η κοινότητα των θυμάτων είναι πολύ-πολιτιστική, πολύ-εθνική, πλουραλιστική σε όρους τάξεων, δύο φύλων και παγκόσμια. Αυτοί συγκεντρώνει όλους όσους ασπάζονται την ιδέα της αναγκαιότητας εκδημοκρατισμού της οικονομίας, της πολιτικής, της κουλτούρας και των συστημάτων άσκησης φυσικής βίας της παγκόσμιας κοινωνίας».

«(…) Τα πιθανά υποκείμενα που θα επιφέρουν εκδημοκρατισμό της παγκόσμιας κοινωνίας- τα επισφαλή στρώματα, οι ιθαγενείς, οι γυναίκες, οι κριτικοί διανοούμενοι, οι προοδευτικοί χριστιανοί, οι ανεξάρτητες ΜΚΟ, κλπ- δεν θα δεχτούν να τους επιβληθεί η καθοδήγησή τους από μια κοινωνιολογική οντότητα, η νομιμοποίηση της οποίας δεν θα προκύπτει από την απελευθερωτική της πράξη.

Μόνο αν καταφέρουμε να κινητοποιήσουμε τις ηθικές και υλικές διανοητικές εφεδρείες της παγκόσμιας κοινωνίας, υπέρ της μετα-καπιταλιστικής κοινωνίας, θα μπορέσουμε να νικήσουμε τις ελίτ που έχουν πάρει ως όμηρο την πραγματική δημοκρατία και την αληλλέγγυα οικονομία προς όφελος των εγωιστικών τους συμφερόντων. Με το Διαδίκτυο και τις ευκαιρίες που προσφέρονται από την ηλεκτρονική αλληλογραφία, είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας που εμείς διαθέτουμε τεχνολογικά μέσα για να οικοδομήσουμε το παγκόσμιο κίνημα της κατάργησης του καπιταλισμού».

Για το «Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα», οι συντελεστές στρατολογούνται από διάφορες κοινωνικές τάξεις και στρώματα. Έτσι, μπορούμε να αναρωτηθούμε αν, για παράδειγμα, τα συμφέροντα που ωθούν διάφορα στρώματα της μη μονοπωλιακής αστικής τάξης (θύματα και αυτά της χρηματιστικής αστικής τάξης), δηλαδή η υπεράσπιση των οικονομικών τους συμφερόντων (η επιβίωσή τους ως αστών που μπορεί ακόμα και να τους οδηγήσει στο να ασπαστούν θέσεις αντι-νεοφιλελεύθερες), μπορούν να οδηγήσουν σε μια συμμαχία με την εργατική τάξη και με άλλα λαϊκά στρώματα υπέρ ενός αγώνα ενάντια στο μονοπωλιακό κεφάλαιο, και αν αυτό μας επιτρέπει να κάνουμε αυτά τα μη μονοπωλιακά αστικά στρώματα έναν γνήσιο συντελεστή για την πάλη για το σοσιαλισμό. Η αστική τάξη θα μπορούσε ποτέ να είναι έτοιμη να παραιτηθεί των προνομίων της χωρίς αγώνα; Θα μπορούσε ποτέ να είναι εφικτή η ακύρωση ή αγνόηση των διαφορών μεταξύ μιας αστής γυναίκας και μιας εργάτριας, με το πρόσχημα ότι και οι δύο είναι γυναίκες, και κάνοντας έτσι την πρώτη ως «απελευθερωτικό υποκείμενο»; Χωρίς καμία αμφιβολία, η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα και σε όλα τα άλλα που προκύπτουν από την πρόταση του Ντίτριχ, είναι ένα ΟΧΙ, χωρίς παρερμηνείες. Είναι σε αυτό που εμείς αναφερόμαστε όταν λέμε ότι η σοσιαλδημοκρατία έχει αδειάσει αρκετές διεκδικήσεις από κάθε ταξικό περιεχόμενο.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς έχουν δώσει μια επιστημονική απάντηση στο ζήτημα των συντελεστών (δημιουργών) της σοσιαλιστικής οικοδόμησης:

«Η εποχή μας, εποχή της αστικής τάξης, ξεχωρίζει, ωστόσο, επειδή έχει απλοποιήσει τις αντιθέσεις μεταξύ των τάξεων. Ολόκληρη η κοινωνία βαδίζει προς τη διάσπαση σε δύο μεγάλα εχθρικά στρατόπεδα, σε δύο μεγάλες τάξεις άμεσα αντιτιθέμενες η μία με την άλλη: την αστική τάξη και το προλεταριάτο».

Ζούμε στην εποχή του ιμπεριαλισμού και των προλεταριακών επαναστάσεων, υποστηρίζει ο Λένιν στο, πάντα επίκαιρο, έργο του «Ιμπεριαλισμός: το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού».

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, σε ποιες συνθήκες το προλεταριάτο πρέπει να διεξάγει την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, ενάντια στην αστική τάξη και το κράτος της; Χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, με τρόπο ενιαίο και οργανωμένο σε τάξη, ενώνοντας και οργανώνοντας όλους τους καταπιεσμένους και εκμεταλλευόμενους από το κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό. Και γι’ αυτό, είναι απαραίτητη η δημιουργία ή η ανάπτυξη των μορφών οργάνωσης του προλεταριάτου και των συμμάχων του στο λαό:των συνδικάτων, των αγροτικών οργανώσεων, των οργανώσεων ιθαγενών, των γυναικών, του αντάρτικου κλπ. Μα αυτό δεν είναι αρκετό. Το προλεταριάτο πρέπει να ξέρει ποιος είναι ο στόχος των χτυπημάτων του: πρέπει να ορίσει συγκεκριμένους στόχους και να είναι ξεκάθαρος ο δρόμος που θα ακολουθήσει. Έχει ανάγκη από μια επαναστατική θεωρία και ένα κέντρο καθοδήγησης, ένα γενικό επιτελείο που το καθοδηγεί κατά τη σύγκρουσή του με το αντίπαλο στρατόπεδο: δηλαδή, αυτό που του επιτρέπει να πηγαίνει στη μάχη ως ένας άνθρωπος, ώστε οι προσπάθειες να μην αποτύχουν και τον εχθρό (που έχει μεγαλύτερη εμπειρία, μια καλύτερη οργάνωση και είναι καλύτερα εξοπλισμένος) να μπορεί να τον διασπάσει και να τον αποδιοργανώσει. Αυτό το κέντρο ή αυτό το γενικό επιτελείο, είναι ένα πολιτικό κόμμα, το επαναστατικό ταξικό κόμμα, το λενινιστικό κόμμα.

«(…) … το κόμμα πρέπει να είναι εξοπλισμένο με μια επαναστατική θεωρία, με τη γνώση των νόμων της κίνησης, των νόμων της επανάστασης…Το κόμμα πρέπει να βαδίζει μπροστά από την εργατική τάξη, πρέπει να βλέπει πιο μακριά από αυτή, πρέπει να παρασύρει το προλεταριάτο και να μη σύρεται από το αυθόρμητο κίνημα.(…) Μόνο ένα κόμμα που ανεβαίνει στο επίπεδο του οπτικού πεδίου του τμήματος εμπροσθοφυλακής του προλεταριάτου και που είναι ικανό να ανεβάσει τις μάζες στο επίπεδο της κατανόησης των ταξικών συμφερόντων του προλεταριάτου, μόνο ένα τέτοιο κόμμα είναι ικανό να απομακρύνει την εργατική τάξη από το δρόμο του τρεηντ-γιουνιονισμού και να την κάνει μια ανεξάρτητη πολιτική δύναμη.

Το κόμμα είναι ο πολιτικός αρχηγός της εργατικής τάξης. Χωρίς ένα επαναστατικό κόμμα, η εργατική τάξη είναι όπως ένας στρατός χωρίς γενικό επιτελείο».

 

Αντί επιλόγου

 

Θελήσαμε να εκθέσουμε σε αυτό το άρθρο μια σειρά μαρξιστικών εννοιών- κλειδιά, βασικών, πραγματικά ανταγωνιστικών και αντίθετων με την αντίληψη περί «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» του Ντίτριχ. Επ’ ουδενί δεν πρόκειται περί μιας μελέτης που εξαντλεί όλα τα θέματα: και στην πραγματικότητα, δεν επιδιώκει κάτι τέτοιο.

Είναι για αυτό το λόγο που το άρθρο αυτό δεν πραγματεύεται όλες τις διαφορές που εμείς έχουμε με το Ντίτριχ. Για παράδειγμα, δεν πραγματευόμαστε την κριτική του Ντίτριχ στην επανάσταση και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση (19), ή για τα περιφερειακά Μπλοκ Εξουσίας. Δεν απαντήσαμε ούτε σε διάφορες παρεκκλίσεις όπως τον ισχυρισμό ότι «στο σημερινό κόσμο, οι μη βιομηχανοποιημένες χώρες, δεν είναι υπανάπτυκτες, αφού αυτές είναι αναπτυγμένες με έναν διαφορετικό από τις βιομηχανοποιημένες χώρες τρόπο». Αφήσαμε κατά μέρους τις «αναφορές» και τις παρεκκλίσεις σχετικά με τις προτάσεις του Μαρξ εκ μέρους του Ντίτριχ. Ο σκοπός μας δεν ήταν να πραγματευτούμε μία προς μία, όλες τις διαφορές. Παρόμοιες αυτών έχουν γίνει αντικείμενο κριτικής σε διάφορα μαρξιστικά κείμενα και εκδόσεις. Χρειάζεται, ωστόσο, να επισημάνουμε ότι οι ιδέες του Ντίτριχ δεν είναι νέες για τους μαρξιστές. Ήδη από την εποχή του Μαρξ και του Ένγκελς, οι μαρξιστές αντιμετώπιζαν τέτοια θέματα, γι’ αυτό και δεν θα σταθούμε σε αυτά.

Ο «Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα» υποστηρίζεται από άλλους διανοούμενους, επίσης, που ισχυρίζονται ότι συμβάλλουν στο διάλογο, παράγουν «συμβολές» (συχνά ακόμα λιγότερο σχετικές) με τις οποίες δεν θα ασχοληθούμε εδώ. Για παράδειγμα, αυτή του Win Dierkxsens (20) που περιορίζει την αξία της κριτικής στον καπιταλισμό σε ένα πρόβλημα ποσότητας των παραγόμενων αγαθών, και το σοσιαλισμό σε πληρωμή αυτών των ίδιων αγαθών στην «αξία χρήσης» τους.

Ωστόσο πρέπει να δώσουμε προσοχή στο ακόλουθο γεγονός: η κύρια συμβολή που αναγνωρίζεται από το Ντίτριχ (και που αυτός αποδίδει στον Arno Peters) είναι αυτή της Ισότιμης Οικονομίας, και των σκέψεων για την αξία και τις τιμές, κλπ. Στο έργο του «Αντι- Ντύρινγκ», που εκδόθηκε την 8η δεκαετία του 19ου αιώνα, ο Ένγκελς είχε επικρίνει τη θεωρία του Ντύρινγκ που μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με τη θεωρία του Ντίτριχ. Παραπέμπουμε τον αναγνώστη σε αυτό το έργο, συγκεκριμένα στο 5ο κεφάλαιο του 2ου τμήματος (Θεωρία Αξίας) και στο 4ο κεφάλαιο του 3ου τμήματος (Διανομή) όπου ο συγγραφέας υποβάλλει την «Ισότιμη Οικονομία» σε αυστηρή κριτική.

Υποχρεωμένος να παραδεχτεί τα γεγονότα, ο Ντίτριχ καταλήγει αναγνωρίζοντας «…αν σε συγκεκριμένες περιστάσεις, οι πλειοψηφίες φτάνουν να εκλέξουν μια κυβέρνηση πραγματικά λαϊκή και δημοκρατική, η κυρίαρχη τάξη αγνοεί τους ίδιους της τους συνταγματικούς κανόνες και προβαίνει σε Πραξικόπημα». Μα η θεωρία του αγνοεί αυτό πλήρως.

 

Κομμουνιστικό Κόμμα Κολομβίας (Μαρξιστικό-Λενινιστικό),

Περιοδικό Ενότητα & Αγώνας, Νοέμβρης 2007

 

Σημειώσεις

 

1. (http:es.wikipedia.org). O Φουκουγιάμα «εμπνεόμενος από το Χέγκελ και από αρκετούς ερμηνευτές του στον 20ό αιώνα, όπως ο Alesandre Kojeve, ισχυρίζεται πως ο κινητήρας της ιστορίας, που είναι η  επιθυμία αναγνώρισης, ο πλατωνικός θυμός, βρίσκεται σήμερα ξανά παράλυτος εξαιτίας της αποτυχίας του κομμουνιστικού καθεστώτος, κάτι που αποδεικνύει ότι η μόνη επιλογή που επιδέχεται ανάπτυξης είναι η φιλελεύθερη δημοκρατία τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Δημιουργείται με αυτό τον τρόπο η λεγόμενη ενιαία σκέψη: οι ιδεολογίες δεν είναι πια απαραίτητες και αυτές έχουν φύγει από την οικονομία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, μπορούμε να πούμε ότι είναι η μόνη εφικτή πραγματοποίηση του μαρξιστικού ονείρου περί μιας αταξικής κοινωνίας…

Το τέλος της κοινωνίας σηματοδοτεί το τέλος των πολέμων και των αιματηρών επαναστάσεων, ικανοποιώντας τις ανάγκες των ανθρώπων μέσω της οικονομικής δραστηριότητας χωρίς να πρέπει να ρισκάρει κανείς τη ζωή του σε αυτό τον τύπο μαχών (…). Μα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρχουν πια ιστορικά γεγονότα γιατί, σύμφωνα με αυτό το συγγραφέα, η ιστορία γενικά καθορίζεται από την επιστήμη, και αυτή δεν έχει βρει ακόμα τα όριά της. Αντίθετα, ο Φουκουγιάμα πιστεύει πως σήμερα είναι η σειρά της βιολογίας: οι ανακαλύψεις που γίνονται σε αυτή την επιστήμη προσανατολίζουν σήμερα το μέλλον (…) Αυτός υπερασπίζεται επίσης τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, ισχυρίζεται ότι ένα διεθνές άνοιγμα (παγκοσμιοποίηση) είναι ζωτικό για την δημιουργία ανταγωνιστικότητας στην εσωτερική αγορά: εξάλλου, είναι βασικό να υπάρχουν πολιτικές ελευθερίες και ότι πρέπει να αποφεύγονται οι απολυταρχικές και καταπιεστικές κυβερνήσεις. Στον οικονομικό τομέα, το κράτος πρέπει να παίζει έναν ελάχιστο ρόλο, επιτρέποντας στο ιδιωτικό κεφάλαιο να κινείται με τη μέγιστη δυνατή νομική ελευθερία».

  1. Β.Ι. Λένιν, Υλισμός και Εμπειριοκριτισμός.
  2. Φ. Ένγκελς, Διαλεκτική της Φύσης.
  3. Κωνσταντίνοφ, Οι βάσεις της μαρξιστικής Φιλοσοφίας.
  4. Τα διάφορα αποσπάσματα του Ντίτριχ πάρθηκαν από το βιβλίο του «Ο Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα».
  5. «Η ενέργεια είναι το μέτρο της κίνησης… δεν δημιουργείται, ούτε καταστρέφεται, μα μετασχηματίζεται: αλλάζει απλώς μορφή και μεταδίδεται από ένα υλικό αντικείμενο, σε ένα άλλο», Κωνσταντίνοφ, ό.π.
  6. Κωνσταντίνοφ, ό.π.
  7. «Οι θεωρητικές προτάσεις των κομμουνιστών δεν βασίζονται καθόλου σε ιδέες, σε αρχές που εφευρέθηκαν ή ανακαλύφθηκαν από τούτον ή εκείνον τον αναμορφωτή του κόσμου. Αυτές οι ιδέες εκφράζουν συνολικά τις πραγματικές συνθήκες μιας υπαρκτής πάλης τάξεων, ενός ιστορικού κινήματος που εξελίσσεται μονάχο του μπρος στα μάτια μας.» Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος.
  8. Κωνσταντίνοφ, ό.π.
  9. Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, 19ος τόμος
  10. Πολιτική Γραμμή του Κομμουνιστικού Κόμματος Κολομβίας (Μαρξιστικού-Λενινιστικού
  11. Β.Ι. Λένιν, Κράτος και Επανάσταση
  12. Ι. Στάλιν, Άπαντα, Το Εθνικό Ζήτημα και ο Λενινισμός, 11ος τόμος
  13. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος
  14. Βλ. άρθρο «Από τη Βενεζουέλα, έχουν δημιουργηθεί οι συνθήκες για την οικοδόμηση του Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα», στην ιστοσελίδα www.rebelion.org
  15. Βλ. στην ιστοσελίδα www.rebelion.org το άρθρο «Η μετάβαση στον οικονομικό σοσιαλισμό και η εισαγωγή του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής στην παγκόσμια οικονομία»
  16. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος
  17. Β.Ι. Λένιν, Οικονομία και Πολιτική στην εποχή της Δικτατορίας του Προλεταριάτου
  18. Για παράδειγμα: «Η ΕΣΣΔ δεν έφτασε ποτέ στο να οικοδομήσει μια σοσιαλιστική οικονομία, με την έννοια της πολιτικής οικονομίας. Της έλειπε η συμμετοχική δημοκρατία, οι τεχνολογικές προϋποθέσεις και οι τρεις οικονομικά ικανές συνθήκες: α) η αξία, β) η ισοτιμία, γ) ο cyberνητικός μηχανισμός  για την αντικατάσταση των λειτουργιών της αξιοποίησης και της ανατροφοδότησης που πραγματοποιούνται από την αγοραία τιμή. Αντί να είναι το κράτος που καθορίζει την αξία των τιμών, η ΕΣΣΔ  έπρεπε να τις κοινωνικοποιήσει μέσω της αξίας της εργασίας (των ποσοτήτων χρόνου) για να φτάσει σε μια νέα σοσιαλιστική οικονομία. Δεδομένων αυτών, η ΕΣΣΔ δεν διέθετε τις αντικειμενικές προϋποθέσεις για να το κάνει, γιατί οι συνθήκες της ανάπτυξης της πληροφορικής δεν το επιτρέπανε. Αυτό είναι τμήμα της τραγωδίας ενός τρόπου παραγωγής που γεννήθηκε πριν να έρθει αντικειμενικά ή ώρα του. (…) Για να μπορεί να οικοδομηθεί μια σοσιαλιστική οικονομία θα έπρεπε να είχαν συγκεντρωθεί τρεις αντικειμενικές προϋποθέσεις: 1) Η ύπαρξη των μαθηματικών των Μητρών, όπως για παράδειγμα οι πίνακες Input-Output του Λεόντιεφ, 2) μια οικονομία πλήρως μηχανογραφημένη και 3) ένα δίκτυο πληροφορικής προχωρημένο που να συνδέει τις κύριες οικονομικές οντότητες»
  19. Win Dierckxsens, Η Μετάβαση προς τον  μετα-καπιταλισμό. Ο Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα.

Σημείωση: το άρθρο μεταφράστηκε από τα ιταλικά και αναρτήθηκε στο Athens Indymedia στις 02/04/2010.

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: