Προεισαγωγη για μια μαρξιστικη αναλυση των κοινωνικων ταξεων

Προεισαγωγή για μια μαρξιστική ανάλυση των κοινωνικών τάξεων

 

Στην καθημερινή πολιτική ορολογία, στα άρθρα των εφημερίδων, στις ειδήσεις και τις τηλεοπτικές εκπομπές, στις διακηρύξεις των συνδικαλιστικών ηγετών και των πολιτικών του λεγόμενου «συνταγματικού τόξου», δεν γίνεται λόγος πια για κοινωνικές τάξεις, αλλά για «κοινωνικές ομάδες». Όταν η κυβέρνηση θέλει να «ανοίξει έναν διάλογο» με την Confindustria (σ.σ. ιταλικός ΣΕΒ), την Confcommercio (σ.σ. ιταλική ΕΣΕΕ), με την CGIL (σ.σ. μια εκ των πολλών ιταλικών ΓΣΕΕ) και των άλλων θεσμικών συνδικάτων, καλεί τους «κοινωνικούς εταίρους». Ακόμα και ένας όρος παλιάς και ένδοξης παράδοσης, αυτός της «πάλης των τάξεων» έχει αποσυρθεί και αντικατασταθεί από την πιο ουδέτερη «κοινωνική σύγκρουση». Έχουμε φτάσει στο σημείο όπου, σε πολλές αναλύσεις, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι έχουν εξαφανιστεί ως τέτοιοι, και αποκαλούνται «ανθρώπινοι πόροι», σύμφωνα με την αποστειρωμένη ορολογία των επιχειρήσεων.

Έχουν, επομένως, εξαφανιστεί-στην αντικειμενική πραγματικότητα της καπιταλιστικής κοινωνίας- οι κοινωνικές τάξεις;

Φυσικά όχι, μα η ηγεμονία της αστικής ιδεολογίας έχει καταφέρει να εμφυσήσει αυτές τις απατηλές έννοιες στα μυαλά των ευρύτατων μαζών του πληθυσμού και να τις κάνουν να αποτελούν τμήμα του σύγχρονου «κοινού αισθήματος».

Είναι καθήκον των κομμουνιστών να αφομοιώσουν ξανά και ολοκληρωτικά τα θεμελιώδη θεωρητικά εργαλεία της μαρξιστικής ανάλυσης των κοινωνικών τάξεων, και να διεξάγουν μια συνεπή ιδεολογική διαπάλη για να επανεπιβεβαιώσουν την εγκυρότητά της επίσης, αλλά και ιδιαίτερα, στη σύγχρονη ιμπεριαλιστική και καπιταλιστική κοινωνία, ενάντια σε όλες τις απορρίψεις και διαστρεβλώσεις της από την αστική κοινωνιολογία και το ρεβιζιονισμό.

Το βασικό δίδαγμα του ιστορικού υλισμού είναι ότι οι κινητήριες δυνάμεις κάθε επανάστασης είναι ακριβώς οι κοινωνικές τάξεις. Στρατηγικός σκοπός των κομμουνιστικών κομμάτων είναι η προλεταριακή επανάσταση, και κάθε κομμουνιστικό κόμμα πρέπει να ξέρει να εντοπίζει, από άποψη ποιοτική και ποσοτική, ποιες είναι στην αντίστοιχη χώρα τους οι κινητήριες δυνάμεις της προλεταριακής επανάστασης: το προλεταριάτο και οι άλλες κοινωνικές τάξεις, ή τμήματα των τάξεων, που μπορούν να συμπλεύσουν ώστε να δημιουργήσουν το επαναστατικό κοινωνικό μπλοκ, υπό την καθοδήγηση του κόμματος της εργατικής τάξης.

«Εργατική τάξη» και «προλεταριάτο» δεν είναι κατηγορίες που είναι δυνατό να ανευρεθούν στην αστική κοινωνιολογία και τις αστικές στατιστικές. Η αστική κοινωνιολογία έχει αναπτύξει μια σειρά κριτηρίων (διαφορετικών και συχνά αντικρουόμενων μεταξύ τους) που της χρησιμεύουν αποκλειστικά για να στρωματοποιεί την κοινωνία. Για τους αστούς κοινωνιολόγους, οι τάξεις είναι απλώς κοινωνικά στρώματα, διαστρωματωμένα σύμφωνα με μια ολόκληρη σειρά παραμέτρων (εισόδημα, τρόπος ζωής, επίπεδο μόρφωσης, κοινωνικό κύρος, φιλίες και οικογενειακές σχέσεις, και άλλα πολλά), στη βάση των οποίων κατασκευάζεται μια κοινωνική ιεραρχία.

Έναν ιδιαίτερο ρόλο διαδραματίζει η κοινωνιολογία της εργασίας, η οποία- κυρίως μέσα στο συνδικαλιστικό περιβάλλον- έχει πάρει τη θέση της μαρξιστικής ανάλυσης των τάξεων. Αρκεί να σκεφτεί κανείς το διαστρεβλωτικό ρόλο μιας κατηγορίας όπως αυτή της «εξαρτημένης εργασίας», μέσα στη γενικότητα της οποίας σβήνονται όλες οι ταξικές διαφορές μεταξύ εργατών, υπαλλήλων, ενδιαμέσων, προϊσταμένων κλπ.

Σήμερα, από τους κοινωνιολόγους της εργασίας, γίνεται πολύς λόγος (σύμφωνα με το μότο «η εργασία που αλλάζει») για τους μεγάλους μετασχηματισμούς των οποίων γινόμαστε μάρτυρες.

Γίνεται λόγος για «τρεις μεγάλους μετασχηματισμούς»: 1ος βιομηχανική επανάσταση, 2ος   τεηλορισμός και φορντισμός (επιστημονική οργάνωση της εργασίας και αλυσίδα συναρμολόγησης), 3ος μεταφορντισμός (αποδιάρθρωση των επιχειρήσεων, just in time, εξωτερικοποίηση εργασιών, επισφάλεια εργασίας κλπ).

Παρατηρείται ότι ο παραγωγικός κύκλος έγινε πιο ευέλικτος, γιατί λειτουργεί σε απευθείας σύνδεση με την αγορά (παραγωγή just in time): ότι νέες τεχνολογίες έχουν αλλάξει την ποιότητα της εργασίας και τη σχέση ανθρώπου-μηχανής: και ότι γινόμαστε μάρτυρες μιας αυξανόμενης πληροφορικοποίησης των παραγωγικών προτσές.

Παρατηρείται ότι η αγορά εργασίας έχει διασπαστεί σε δύο διαφορετικές αγορές εργασίας: εκείνης των μόνιμων εργαζομένων, με συμβόλαια αορίστου χρόνου και δεδομένη συνδικαλιστική κάλυψη: και εκείνης (σταθερά αυξανόμενη) των ανασφαλώς εργαζομένων, με συμβόλαια ορισμένου χρόνου και χωρίς κάλυψη (το 85%). Λέγεται ότι η ποιότητα των εργαζομένων βελτιώνεται, από εργονομικής πλευράς και με την έννοια της επαγγελματικότητας. Λέγεται ότι η κούραση, η προσπάθεια, η μονοτονία, η πλήξη στη δουλειά μειώνεται: ότι τα περιεχόμενα της εργασίας γίνονται πιο σύνθετα, λιγότερο εκτελεστικά και πιο γνωσιακά.

Είναι όλα αυτά στοιχεία ανάλυσης (κάποια αληθινά, κάποια μερικώς αληθή, άλλα ψευδή) που μια υλιστική ανάλυση της κοινωνίας δεν μπορεί να αποκρύψει, μα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για επαναστατικούς σκοπούς μόνο διαλύοντας το ιδεολογικό περίβλημα  της αστικής κοινωνιολογίας μέσα στο οποίο έχουν περικλειστεί.

Χτυπά άμεσα στο μάτι το ότι λείπει σε αυτά κάθε αναφορά σε κοινωνικές σχέσεις παραγωγής και στην αντίθεση αυτών με τις αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις: βασικό κριτήριο του ιστορικού υλισμού, στη βάση του οποίου οι μαρξιστές-λενινιστές προέβαιναν πάντοτε στην ανάλυση των τάξεων.

Μπορούμε να έχουμε ως σημείο αναφοράς, για την αρχή της συζήτησης, δύο γνωστούς ορισμούς του Λένιν, που συχνά αναφέρονται, για την ακρίβεια και τον πλούτο από συμπεράσματα:

«Τάξεις ονομάζονται αυτές οι μεγάλες ομάδες ανθρώπων που ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τη θέση που έχουν μέσα στο ιστορικά καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, από τη σχέση τους (στο μεγαλύτερο μέρος κατοχυρωμένη και διατυπωμένη με νόμους), προς τα μέσα παραγωγής, από το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας και συνεπώς από τους τρόπους που ιδιοποιούνται τη μερίδα του κοινωνικού πλούτου που διαθέτουν και το μέγεθος αυτής της μερίδας. Τάξεις είναι οι ομάδες εκείνες ανθρώπων, που η μια μπορεί να ιδιοποιείται τη δουλιά της άλλης, χάρη στη διαφορά της θέσης που κατέχει μέσα στο καθορισμένο ιστορικά σύστημα της κοινωνικής παραγωγής» (Η Μεγάλη πρωτοβουλία, 1919, Διαλεχτά Έργα, Edizioni Riuniti, 5ος τόμος, σ. 356).

«Τι είναι οι τάξεις γενικά; Είναι αυτό που επιτρέπει σε ένα τμήμα της κοινωνίας να ιδιοποιείται την εργασία ενός άλλου τμήματος. Αν το ένα τμήμα της κοινωνίας ιδιοποιείται όλη τη γη, έχουμε τις τάξεις των μεγάλων γαιοκτημόνων και των αγροτών. Αν ένα τμήμα της κοινωνίας κατέχει τα εργοστάσια και τα γραφεία, τις μετοχές και τα κεφάλαια, και το άλλο τμήμα εργάζεται σε αυτά τα εργοστάσια, έχουμε τις τάξεις των κεφαλαιοκρατών και των προλεταρίων» (Τα καθήκοντα των νεολαιίστικων ενώσεων και των προλεταρίων, 1920, Διαλεχτά Έργα, Ε.R., 6ος τόμος, σ.σ.179-180).

Τρία είναι, επομένως, τα βασικά κριτήρια με τα οποία εντοπίζονται και διακρίνονται μεταξύ τους οι κοινωνικές τάξεις: το πρώτο ανήκει στη σφαίρα της παραγωγής, το δεύτερο στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, και το τρίτο στη σφαίρα της διανομής. Αυτά είναι αξεχώριστα και άμεσα συνδεδεμένα μεταξύ τους, αν και το τρίτο (σχετιζόμενο με το εισόδημα) είναι μια συνέπεια των δύο πρώτων.

Στη σφαίρα της παραγωγής, αυτό που- στην καπιταλιστική κοινωνία- διακρίνει και αντιπαραθέτει ανταγωνιστικά καπιταλιστές και προλετάριους είναι η σχέση με τα μέσα παραγωγής: αυτά είναι ιδιοκτησίας των καπιταλιστών, ενώ οι προλετάριοι δεν κατέχουν τέτοια, και κάτι τέτοιο επιτρέπει στους πρώτους να ιδιοποιούνται την εργασία των δεύτερων, σύμφωνα με μια καλά καθορισμένη σχέση εκμετάλλευσης που επιστημονικά αναλύθηκε από το Μαρξ στο Κεφάλαιο (και που θα εξετάσουμε πιο μετά).

Αλλά και ο ρόλος που διαδραματίζεται εντός του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας διακρίνει, στην καπιταλιστική κοινωνία, αυτούς που διεξάγουν μια διευθύνουσα εργασία (ελέγχου και εντολών) από εκείνους που διεξάγουν μια εργασία κυρίως εκτελεστική (και επαναληπτική). Κατά την άσκηση αυτού του ρόλου οι κεφαλαιοκράτες- και οι βοηθοί τους- αντιτίθενται ανταγωνιστικά, στην παραγωγική σφαίρα, στους προλετάριους. (Όπως θα δούμε, σε κοινωνικό επίπεδο, η διάκριση μεταξύ διοικητικής και εκτελεστικής εργασίας, και μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, έχει σημαντικές επιπτώσεις ακόμα και στη διάκριση μεταξύ προλεταριάτου και εργαζόμενης μικροαστικής τάξης).

Στη σφαίρα της διανομής, οι καπιταλιστές- ως συνέπεια της σχέσης εκμετάλλευσης και απόσπασης της υπεραξίας που προκύπτει στην παραγωγική σφαίρα- είναι σε θέση να ιδιοποιούνται τμήματα του κοινωνικού πλούτου απρόσιτα για τους προλετάριους. Η διαφορά μεταξύ αυτών των δύο τμημάτων εισοδήματος είναι η πιο αναγνωρίσιμη ένδειξη, στην επιφάνεια των κοινωνικών σχέσεων, της ύπαρξης των δύο βασικών –μεταξύ τους αντιτιθέμενων- τάξεων της καπιταλιστικής κοινωνίας: της αστικής τάξης και του προλεταριάτου.

***

Μιλώντας πιο συγκεκριμένα, η ανάλυσή μας θα ξεκινήσει- όπως είναι φυσικό- από το προλεταριάτο.

«Το βασικό στοιχείο του δόγματος του Καρλ Μαρξ», έγραφε ο Λένιν στις Ιστορικές Προοπτικές του Δόγματος του Καρλ Μαρξ, «είναι η ερμηνεία του παγκόσμιου ιστορικού ρόλου του προλεταριάτου ως δημιουργού της σοσιαλιστικής κοινωνίας» (Διαλεχτά Έργα, E.R. 2ος τόμος, σ. 136).

Ιστορικός ρόλος μιας διεθνούς τάξης, που, σε πλανητικό επίπεδο, όχι μόνο δεν έχει εξαφανιστεί, μα βρίσκεται σε συνεχή αύξηση και αριθμεί στις τάξεις της εκατοντάδες εκατομμύρια αντρών και γυναικών. Η πρώτη παρατήρηση από όλα αυτά είναι η εξής: η προλεταριακή τάξη έχει μια σύνθετη δομή, και δεν ταυτίζεται με το βιομηχανικό προλεταριάτο μονάχα (προλεταριάτο του εργοστασίου, παραδοσιακά αποκαλούμενο «εργατική τάξη»), αν και το τελευταίο αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό τμήμα του- και όπως θα δούμε μετά- θεμελιώδους σημασίας κατά τη  μαρξιστική-λενινιστική άποψη. Βιομηχανικό προλεταριάτο (βιομηχανία μεταποιητική, χημική, εξορυκτική κλπ), αγροτικό προλεταριάτο, οικοδομικό προλεταριάτο, προλεταριάτο των μεταφορών, των επικοινωνιών και των τηλεπικοινωνιών, προλεταριάτο του εμπορίου, προλεταριάτο των «υπηρεσιών» (τουρισμός, ξενοδοχειακή δραστηριότητα, αποκατάσταση, καθαρισμός, ενοικίαση οχημάτων, δραστηριότητες αναψυχής κλπ) αποτελούν όλα τμήματα αυτής της σύνθετης δομής.

Στις χώρες του πολύ ανεπτυγμένου καπιταλισμού (μεταξύ των οποίων και η Ιταλία), οι μετασχηματισμοί που ο μονοπωλιακός καπιταλισμός έχει υποστεί, και συνεχίζει να υφίσταται, κατά τη φάση της ιμπεριαλιστικής του κρίσης, έχουν μειώσει τον αριθμό των βιομηχανικών εργατών σε σχέση με τα άλλα στοιχεία που συναποτελούν το προλεταριάτο. Μερικοί χαρακτηριστικοί αριθμοί: στην Ιταλία το 1970, οι εργάτες (συμπεριλαμβανομένων των εργατών γης) ήταν 9.740.000. Το 1990 ήταν 8.230.000. Το 2005 είχαν πέσει στους 7.314.000. Στα εργοστάσια αμαξωμάτων Mirafiori υπήρχαν, τη δεκαετία του ’60, 60.000, ενώ σήμερα 6.000. Στα διυλιστήρια του Porto Marghera ήταν 35.000, ενώ σήμερα 3.000. Αυτοί οι αριθμοί προξενούν την «αποκάρδιωση», τη «σαστιμάρα» των μικροαστών «επαναστατών», που επιδίδονταν σε ειδωλολατρία της εργατικής τάξης (όταν, στα μάτια τους, φαινόταν πολύ δυνατή) και που σήμερα νιώθουν ορφανοί από «επαναστατικό υποκείμενο» (κατηγορία ανύπαρκτη στο μαρξισμό) και τείνουν ευήκοον ους στις πολυποίκιλες ρεβιζιονιστικές ψευτοθεωρίες που εντοπίζουν σε άλλα «υποκείμενα» τους πρωταγωνιστές της κοινωνικής αλλαγής.

Ενάντια σε αυτό τον εσφαλμένο περιορισμό της έννοιας «προλεταριάτο», είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε άμεσα, και πριν εμβαθύνουμε, ότι – σύμφωνα με την επιστημονική ανάλυση του Μαρξ- ανήκουν στο προλεταριάτο όλοι εκείνοι οι εργαζόμενοι που, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αυξάνουν την αξία του κεφαλαίου (σ.σ. το αξιοποιούν) γιατί υποβάλλονται σε μια καπιταλιστική εκμεταλλευτική σχέση. Οι αστικές στατιστικές κάνουν τα πάντα για να αποσπάσουν από το προλεταριάτο ένα μεγάλο αριθμό εργαζομένων που υπόκεινται στη σχέση του κεφαλαίου  και να τους αποδώσουν σε άλλες στατιστικές «κατηγορίες» (κυρίως εκείνου του «τριτογενούς» τομέα).

Μα είναι απαραίτητο να επικρίνουμε σε βάθος και την εσφαλμένη επέκταση της έννοιας «προλεταριάτο», τυπική σε διάφορες υπεραριστερές (και στην πραγματικότητα δεξιές) αναγωγές σε θεωρία. Η πιο διάσημη είναι εκείνη που στις δεκαετίες ’60 και ’70 είχε διατυπωθεί από τον καθηγητή Τόνι Νέγκρι, σύμφωνα με την οποία ολόκληρη η σύγχρονη κοινωνία είχε καταστεί ένα «τεράστιο εργοστάσιο», και όλοι οι εργαζόμενοι, συνεπώς, αποτελούσαν μέρος μιας μόνης τάξης: του λεγόμενου «κοινωνικού εργάτη».

Σήμερα, η επέκταση της έννοιας «εκμετάλλευση» (και του λεγόμενου «επαναστατικού υποκειμένου») λαμβάνει μορφές ακόμα πιο φανταστικές. Κάνοντας λόγο για εν εξελίξει «εκσυγχρονισμό» του καπιταλιστικού κόσμου, ο Φάουστο Μπερτινότι έχει δηλώσει: «Είμαστε μπροστά σε μια κρίση που έχει χαρακτηριστικά φοβερά και καταστροφικά για την ανθρωπότητα. Από πού προέρχεται αυτή η κρίση; Κατά την άποψή μου, ακριβώς από τη φύση αυτού του εκσυγχρονισμού. […] Σε αυτό τον εκσυγχρονισμό η έννοια της εκμετάλλευσης διευρύνεται πέρα από τα όρια που είχε θέσει ο  20ός  αιώνας, στα πρόσωπα και στη φύση. Διευρυμένη εκμετάλλευση, που περιλαμβάνει κοινωνικά υποκείμενα, άτομα, περιβάλλον, και προχωρά πέρα από κάθε όριο που μπορεί κανείς να φανταστεί»(Απάντηση του Φαουστο Μπερτινότι στον Adriano Sofri, L’Unità, 9/11/2003). Είναι αλήθεια, δεν υπάρχει όριο στη φαντασία αυτού του πρίγκιπα των οπορτουνιστών: και οι πρακτικές συνέπειες αυτού του «θεωρητικού παραληρήματος» ήδη εκδηλώνονται στην πολιτική γραμμή που έχει υιοθετήσει το πολιτικό του κόμμα.

Teoria & Prassi, τ.14, Σεπτέμβρης 2005

 

Στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, οι Μαρξ και  Ένγκελς, ορίζοντας τις δύο βασικές τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας, έγραφαν: «Η κοινωνία ολόκληρη διασπάται ολοένα σε δύο μεγάλα εχθρικά  στρατόπεδα, σε δύο μεγάλες τάξεις ευθέως αντιτιθέμενες η μία στην άλλη: την αστική τάξη και το προλεταριάτο».

Τι είναι, επομένως, το προλεταριάτο;

Ανήκουν στο προλεταριάτο όλοι και μόνο όσοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αυξάνουν την αξία του κεφαλαίου, δηλαδή παράγουν άμεσα μια υπεραξία στη σφαίρα της υλικής παραγωγής (βιομηχανικό και αγροτικό προλεταριάτο) ή, πάντως, υπόκεινται σε μια σχέση εκμετάλλευσης και λειτουργούν έτσι ώστε να προκύπτει κέρδος στον καπιταλιστή για τον οποίο εργάζονται ως μισθωτοί (προλεταριάτο εμπορικό, των υπηρεσιών, κλπ). Η εργάσιμη ημέρα των προλεταριάτων χωρίζεται σε ένα συγκεκριμένο αριθμό ωρών κατά τις οποίες αποζημιώνονται με το μισθό τους (αναγκαία εργασία) και σε άλλες ώρες, κατά τις οποίες αυτοί εργάζονται δωρεάν για τον καπιταλιστή (μη αποδιδόμενη σε αυτούς υπεραξία). Είναι αυτή η σχέση κεφαλαίου που ορίζει την ταξική τους θέση και τους διαχωρίζει από άλλους, μη προλετάριους, εργαζόμενους.

Ο μισθός για τον οποίο μιλάμε είναι εκείνος που, σε διάφορα σημεία στο Κεφάλαιο ο Μαρξ ορίζει ως «μισθό με την κυριολεκτική του έννοια» ή «μισθό με την επιστημονική έννοια», για να τον διακρίνει από εκείνες τις μορφές απολαβών που έχουν μόνο τη «μορφή» του μισθού, αλλά όχι το περιεχόμενό του, όπως, για παράδειγμα, όλες οι απολαβές του υπαλληλικού στρώματος στις δημόσιες υπηρεσίες, τους ημικρατικούς οργανισμούς, τις δημοτικές επιχειρήσεις κλπ. Στις καπιταλιστικές χώρες, οι υπάλληλοι των κατώτερων βαθμίδων λαμβάνουν, για την εργασία τους, κάτι αντίστοιχο (τις «αποδοχές»), που- όντας τόσο μικρό σε σχέση με τις ανάγκες τους- καθιστά αυτούς τους εργαζόμενους ως κοινωνικά υποκείμενα χαμηλού εισοδήματος, οι συνθήκες των οποίων προσεγγίζουν κατά πολύ αυτές των προλεταρίων. Μα ο οικονομικός και κοινωνικός τους ρόλος είναι εντελώς διαφορετικός από εκείνον του προλεταριάτου: αυτοί ανήκουν στην εργαζόμενη μικροαστική τάξη, και αυτό έχει βαθύτατες συνέπειες αναφορικά με τις ιδεολογικές τους τάσεις και τις πολιτικές τους επιλογές.

Σε αυτό το σημείο, κι άλλες αποσαφηνίσεις καθίστανται χρήσιμες.

Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ εξηγεί ότι, με το πέρασμα από τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής στον καπιταλιστικό, η παραγωγική εργασία σε μια επιχείρηση δεν πρέπει πλέον να αναφέρεται σε έναν ατομικό παραγωγό, μα σε εκείνο που ο Μαρξ αποκαλεί το «συλλογικό εργαζόμενο» (Gesamtarbeiter), του οποίου αποτελούν τμήμα, όχι μόνο οι εργάτες και οι διάφορες κατηγορίες τεχνικών, αλλά και τα στελέχη, οι μάνατζερ και οι προϊστάμενοι της επιχείρησης, οι οποίοι- από νομικής άποψης– είναι όλοι μισθωτοί της ίδιας επιχείρησης. Σημαίνει αυτό ότι είναι όλοι αυτοί προλετάριοι; Απολύτως όχι, γιατί πρέπει να δούμε ποιον ρόλο τα διάφορα μέλη του «συλλογικού εργαζόμενου» διαδραματίζουν στο πλαίσιο της κατανομής της εργασίας στην επιχείρηση και στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας (το δεύτερο βασικό κριτήριο που υπέδειξε ο Λένιν για τον ορισμό των τάξεων).

Κατά τη διάκριση μεταξύ διευθύνουσας και εκτελεστικής εργασίας, αυτοί ασκούν, σε διάφορα επίπεδα, μια εργασία ελέγχου και εντολών στην εργατική τάξη. Χωρίς την οργάνωση και την πειθαρχία που τα στελέχη και οι μάνατζερ επιβάλλουν, η εργάσιμη ημέρα του εργάτη δεν θα μπορούσε να ορίζεται με τρόπο ώστε, σε ένα (μη πληρωμένο) τμήμα των εργάσιμων ωρών της, αυτός να παρήγε μια υπεραξία.

Αναφορικά με τους μάνατζερ, είναι απαραίτητη μια επιπλέον διευκρίνιση, όσον αφορά το εισόδημα που αυτοί λαμβάνουν (το 3ο κριτήριο που θέτει ο Λένιν). Από νομικής- τυπικής πλευράς, όντας και αυτοί μισθωτοί της επιχείρησης, οι  απολαβές τους φαίνονται ως μισθός υψηλού επιπέδου. Μα, κατά πρώτον, μέσα στους αριθμούς που αποτελούν το μισθό τους κρύβεται ένα ευρύτατο ποσοστό του καπιταλιστικού κέρδους, δηλαδή υπεραξίας, που μεταμφιέζεται σε αυτή τη μορφή. Κατά δεύτερον, οι διευθυντές βιομηχανίας κερδίζουν ένα τμήμα ακόμα πιο μεγάλο από την υπεραξία μέσω των μετοχών, των ομολογιών, των μπόνους διαφόρων ειδών που απολαμβάνουν συμμετέχοντας στα Διοικητικά Συμβούλια των επιχειρήσεών τους, των holdings, των τραπεζών και των ασφαλιστικών οργανισμών κλπ. Σε αντίθεση με τους απλούς κατόχους μετοχών (που τσεπώνουν παθητικά την υπεραξία υπό μορφή τόκου στο επενδυμένο κεφάλαιο), αυτοί είναι ενεργοί καπιταλιστές, στα πρόσωπα των οποίων ενσαρκώνεται ευθέως η σχέση εκμετάλλευσης στην οποία υπόκειται η εργατική τάξη.

Το προλεταριάτο συναποτελούν επίσης οι κατ’ οίκον εργαζόμενοι που υπόκεινται σε μια σύγχρονη σχέση κεφαλαίου.

Η κατ’ οίκον εργασία, εφαρμοζόμενη «στις ιδιωτικές κατοικίες των εργατών ή σε μικρά γραφεία», έχει αναλυθεί από το Μαρξ στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου, 4ο τμήμα, 13ο Κεφάλαιο, ν.8 β. «Με την ανάπτυξη του συστήματος των φαμπρικών», παρατηρούσε, «αυτή η λεγόμενη σύγχρονη κατ’ οίκον βιομηχανία δεν έχει τίποτε το κοινό, πέραν του ονόματος, με την παλαιότερη», που εφαρμοζόταν από ανεξάρτητους βιοτέχνες της πόλης ή από αγροτικές οικογένειες στο πλαίσιο μιας αυτόνομης αγροτικής οικονομίας: «Τώρα η κατ’ οίκον βιομηχανία έχει μετατραπεί σε εξωτερικό τμήμα της φάμπρικας (…) Δίπλα στους εργάτες των φαμπρικών και των μανιφατούρων και στους βιοτέχνες που το κεφάλαιο συγκεντρώνει σε μεγάλες μάζες σε έναν δεδομένο χώρο και άμεσα διατάζει, κινεί με αόρατα νήματα έναν άλλο στρατό κατ’ οίκον εργατών, διάσπαρτο στις μεγάλες πόλεις και την επαρχία» (και φέρνει, ως παράδειγμα, μεταξύ πολλών άλλων, μιας ιρλανδικής φάμπρικας της εποχής του, που απασχολούσε «1.000 εργάτες στη φάμπρικα και 9.000 εργάτες κατ’ οίκον διάσπαρτους στην επαρχία»). Είναι επομένως ένας μύθος η σημερινή φήμη σύμφωνα με την οποία ο μαρξισμός δεν είχε μάτια παρά μόνο για τους «blue collars», για τους εργαζόμενους των μεγάλων καπιταλιστικών βιομηχανικών συνενώσεων.

Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική: και έχουμε την απόδειξη και στη μεγαλοφυή ανάλυση στην οποία προέβη ο Λένιν για την κατ’ οίκον εργασία στη Ρωσία στα τέλη του 19ου αιώνα (Η απογραφή των βιοτεχνών και τα γενικά προβλήματα της «βιοτεχνικής» βιομηχανίας, Άπαντα, 2ος τόμος) και στην Ανάπτυξη του Καπιταλισμού στη Ρωσία, 3ος τόμος, κεφ.6 «Η καπιταλιστική μανιφατούρα και η καπιταλιστική κατ’ οίκον εργασία»). Σε αυτά τα γραπτά, πλούσια σε διδάγματα ακόμα και για την ανάλυση αυτού που με σημερινούς όρους αποκαλείται «επαγωγική», ο Λένιν- μέσω μιας σχολαστικής μελέτης των κυβερνητικών στατιστικών της εποχής- καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι επίσημες στατιστικές συμπεριλάμβαναν ξανά στην κατηγορία των «βιοτεχνών» αυτούς που, στην πραγματικότητα, ήταν μια μεγάλη μάζα εργατών διασκορπισμένων στην επικράτεια, που ο ίδιος όριζε ως «εργάτες μισθωτούς, δηλαδή εργαζομένους με μισθό, ας πούμε, δεύτερου βαθμού».

Φαίνεται χτεσινή, μα είναι η πραγματικότητα του σήμερα. Τι άλλο κάνουν οι στατιστικές συγκεκριμένων ερευνητικών ιδρυμάτων όπως το Censis, το Eurispes και άλλα, τα οποία αποδίδουν τους εργάτες σε άλλες «κοινωνικές μορφές» (κυρίως του «τριτογενούς» τομέα); Είναι εύκολο, κατ’ αυτό τον τρόπο, σε αυτούς τους κυρίους και στην θορυβούσα αστική δημοσιογραφία να «αποδείξει» ότι η εργατική τάξη είναι «είδος υπό εξαφάνιση», ότι είμαστε σε «μεταβατική εποχή» και πάει λέγοντας.

Αλήθεια είναι ακριβώς το αντίθετο. Ο σύγχρονος καπιταλισμός αυξάνει τον αριθμό των προλεταρίων, εντάσσοντας σε αυτούς όλο και πιο πολλές κατηγορίες εργαζομένων ευρισκόμενων σε σχέσεις εκμετάλλευσης. Τεράστια ποσά, για παράδειγμα, επενδύθηκαν από το κεφάλαιο στον τομέα της μεγάλης εμπορικής διανομής (σουπερμάρκετ κλπ).

Στον 3ο Τόμο του Κεφαλαίου (4ο τμήμα, 16ο & 17ο κεφάλαιο) αναλύεται ο ρόλος του εμπορικού κεφαλαίου στον συνολικό κύκλο της καπιταλιστικής αναπαραγωγής.  Όπως ο Μαρξ ξεκάθαρα εξηγεί, γενικά (και όχι συγκεκριμένα) το εμπορικό κεφάλαιο θα μπορούσε και να μην υπάρχει: οι ίδιες λειτουργίες που επιτελούνται από τους καπιταλιστές του εμπορίου θα μπορούσαν (αφηρημένα) να ασκούνται από τους ίδιους τους κεφαλαιοκράτες της βιομηχανίας, αν αυτοί πωλούσαν απευθείας στην αγορά τα αγαθά που παρήχθησαν στις επιχειρήσεις τους: στην πραγματικότητα, αυτό το καθήκον αναλαμβάνεται συγκεκριμένα από άλλους καπιταλιστές, που ασκούν μονάχα την εμπορική λειτουργία.

Το κεφάλαιο για το εμπόριο διαχωρίζεται από το παραγωγικό κεφάλαιο και καθίσταται αυτόνομο, λειτουργώντας μονάχα στη σφαίρα της κυκλοφορίας, στην οποία δεν δημιουργείται καμία νέα αξία, και, συνεπώς, καμία νέα υπεραξία: οι λειτουργίες που το κεφάλαιο επιτελεί σε μια τέτοια σφαίρα χρησιμεύουν μονάχα στο να μετασχηματίσουν σε χρήμα τα ήδη παραχθέντα εμπορεύματα, δηλαδή να ρευστοποιήσουν την υπεραξία που δημιουργήθηκε κατά το παραγωγικό προτσές.

Για τη λειτουργία που πραγματοποιεί, ο κεφαλαιοκράτης του εμπορίου αποσπά ένα ποσοστό της συνολικής υπεραξίας που έχει παραχθεί στη σφαίρα της παραγωγής: αυτό το τμήμα το οποίο αποσπά, συνιστά το κέρδος του, το εμπορικό κέρδος (ενώ το άλλο τμήμα της συνολικής υπεραξίας πρόκειται να αποτελέσει το κέρδος του βιομηχανικού κεφαλαίου, και άλλα τμήματα πάνε ως τραπεζικοί τόκοι, για τα ενοίκια και τους φόρους).

Μα το κεφάλαιο για το εμπόριο δεν θα μπορούσε να επιτελέσει το ρόλο του χωρίς μισθωτούς εργαζομένους στις επιχειρήσεις του, οι οποίοι (όπως οι εργάτες του παραγωγικού τομέα) έχουν κι αυτοί μια εργάσιμη μέρα χωρισμένη σε ένα τμήμα πληρωμένο με το μισθό και ένα τμήμα απλήρωτο. Αυτοί οι εργαζόμενοι, αν και δεν παράγουν καμιά νέα αξία, καθιστούν εφικτή με την εργασία τους την απόκτηση κέρδους στο αφεντικό τους, με την παραπάνω έννοια: συμβάλλουν στη μείωση των δαπανών για την ρευστοποίηση της υπεραξίας, κατ’ αναλογία του γεγονότος ότι – σε ένα τμήμα της εργάσιμής τους ημέρας- ασκούν μια εργασία απλήρωτη.

Αυτά τα εκατομμύρια εργαζομένων στη σφαίρα της κυκλοφορίας εμπορευμάτων, συνεπώς, υπόκεινται και αυτοί στη σχέση κεφαλαίου, στην καπιταλιστική σχέση εκμετάλλευσης, και ως τέτοιοι, αποτελούν πλήρως τμήμα του προλεταριάτου.

Κι όχι μόνο αυτό. Σύμφωνα με τις αναλύσεις του Μαρξ στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου, στις Θεωρίες για την Υπεραξία και στο λεγόμενο 6ο ανέκδοτο Κεφάλαιο, ανήκουν στο προλεταριάτο και εργαζόμενοι η πνευματική εργασία των οποίων είναι διαφορετική από την παραγωγή υλικών αγαθών, μα οι οποίοι εμπλέκονται στη σχέση καπιταλιστικής παραγωγής. Φέρνει ως παράδειγμα τον «καλλιεργημένο- προλετάριο», δηλαδή τον συγγραφέα που γράφει βιβλία συνεχώς κατά παραγγελία του εκδότη-καπιταλιστή που τον προσλαμβάνει ως μισθωτό του, ή του καθηγητή που προσλαμβάνεται ως μισθωτός του ιδιωτικού ιδρύματος διδασκαλίας, το οποίο διοικείται σε καπιταλιστική βάση. Και οι δύο αυτοί είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης, είναι και οι δύο «εργαζόμενοι που παράγουν» υπεραξία για τα «αφεντικά» τους (αν και σπανίως το συνειδητοποιούν).

Η ανάλυσή μας θα προχωρήσει σε ένα από τα επόμενα τεύχη, μελετώντας το μη ενεργό τμήμα της εργατικής τάξης, τους άνεργους εργάτες, αυτή την «εφεδρική βιομηχανική στρατιά»- όπως ο Μαρξ αποκαλεί- που «είναι μια προϋπόθεση για την ύπαρξη του καπιταλιστικού συστήματος».

Teoria & Prassi, τ. 15, Φλεβάρης 2006

 

Ενεργή εργατική στρατιά και εφεδρική βιομηχανική στρατιά

 

Η ανάλυση της εργατικής ανεργίας στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής διεξάγεται από το Μαρξ στον 1ο Τόμο του Κεφαλαίου, κεφ.23 «Ο γενικός νόμος της καπιταλιστικής συσσώρευσης», παρ. 3 («Προοδευτική παραγωγή ενός σχετικού υπερπληθυσμού δηλαδή μιας εφεδρικής βιομηχανικής στρατιάς») και παρ.4 («Διαφορετικές μορφές ύπαρξης του σχετικού υπερπληθυσμού»).

Στις εναλλασσόμενες φάσεις του βιομηχανικού κύκλου, αποτελεί τμήμα της εφεδρικής βιομηχανικής στρατιάς κάθε εργάτης ο οποίος, αν και είναι- για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο- μόνο μερικώς ή και καθόλου απασχολούμενος, διατηρεί, ωστόσο, την πιθανότητα να προσληφθεί εκ νέου στην υπηρεσία του κεφαλαίου. Οι άνεργοι, κατά την μαρξιστική επιστημονική ανάλυση, είναι, επομένως, ακόμα και την περίοδο της καταναγκαστικής τους απραγίας- συστατικό τμήμα της εργατικής τάξης. Μα δεν είναι αυτός ο τρόπος με τον οποίο τους μεταχειρίζονται οι αστικές στατιστικές: Αυτές υπολογίζουν ως εργάτες μόνο τον αριθμό των τοποθετημένων στις επιχειρήσεις, δηλαδή μόνο των αριθμό των απασχολούμενων εργατών, και είναι εύκολο έτσι, για τους κοινωνιολόγους της αστικής τάξης, να ισχυρίζονται- όταν οι άνεργοι αριθμούν εκατομμύρια- ότι η εργατική τάξη συνεχίζει να ελαττώνεται.

Ο σχετικός εργατικός υπερπληθυσμός είναι μη εξαλείψιμος στον καπιταλισμό, είναι «μια προϋπόθεση για την ύπαρξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής». Όπως έχει αποδείξει, με τον πιο διαυγή τρόπο, η εμπειρία πολλών δεκαετιών, είναι απολύτως αδύνατο, μια καπιταλιστική οικονομία να φτάσει ποτέ με μόνιμο τρόπο σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης του εργατικού δυναμικού. Όσο μεγαλύτερος είναι ο κοινωνικός πλούτος, το ενεργό κεφάλαιο που βρίσκεται σε λειτουργία, ο όγκος της αύξησής του και, επομένως, και το απόλυτο μέγεθος του προλεταριάτου και η παραγωγικότητα της εργασίας του, τόσο μεγαλύτερη είναι η εφεδρική βιομηχανική στρατιά: σήμερα, στις πιο βιομηχανοποιημένες χώρες, φτάνουμε αριθμούς ρεκόρ δεκάδων εκατομμυρίων ανέργων.

Στις προαναφερθείσες παραγράφους του Κεφαλαίου, ο Μαρξ αναλύει με μεγάλη ακρίβεια τις διάφορες μορφές ύπαρξης του σχετικού υπερπληθυσμού:  κινούμενη, λανθάνουσα και στάσιμη.

Κινούμενη: Οφείλεται στο γεγονός ότι, στα παραγωγικά κέντρα, οι εργάτες άλλοτε προσλαμβάνονται άλλοτε απολύονται, ανάλογα με την κίνηση του κεφαλαίου, και αυτό καθορίζει την ταχύτατη αλληλοδιαδοχή των εργατικών γενεών.

Λανθάνουσα: Στον πρωτογενή τομέα της οικονομίας, δηλαδή στη γεωργία, ο αγροτικός πληθυσμός βρίσκεται πάντα στο σημείο να περάσει στις τάξεις του προλεταριάτου των πόλεων (δύο παραδείγματα έρχονται αμέσως κατά νου: η μαζική έξοδος από την ιταλική επαρχία, κυρίως του Νότου, κατά τις δεκαετίες του’50 και του ’60, και η γιγαντιαίων διαστάσεων μετανάστευση των κινέζων αγροτών προς τις νέες βιομηχανικές περιοχές της σύγχρονης, καπιταλιστικής Κίνας). Όπως παρατηρεί ο Μαρξ, αυτά τα φαινόμενα προϋποθέτουν την ύπαρξη, στην ύπαιθρο, ενός λανθάνοντος υπερπληθυσμού (που αποκαλύπτεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις), ο οποίος συμπιέζει το επίπεδο των μισθών των εργατών γης και τείνει, γενικά, να διατηρεί χαμηλά το εισόδημα του αγροτικού πληθυσμού.

Στάσιμη: Αποτελείται από εργάτες με μια απολύτως ακανόνιστη απασχόληση, που εκπροσωπούν ένα ανεξάντλητο απόθεμα, διαθέσιμου για το κεφάλαιο, εργατικού δυναμικού. Είναι το όλο και πιο εκτεινόμενο φαινόμενο της «μαύρης εργασίας» και της επισφαλούς εργασίας, που σήμερα παρουσιάζει μια φαινομενολογία εξαιρετικά σαφή, μέσω μορφών συμβάσεων όλο και πιο διαφορετικών και διαφοροποιούμενων, για την ανάλυση των οποίων έχει ανθίσει πια μια τεράστια «φιλολογία» εκ μέρους της «κοινωνιολογίας της εργασίας» και των συνδικάτων.

Από την πλευρά μας, ως κομμουνιστές, είναι σωστό να παρατηρούμε- όπως κάνουν πολλοί σύντροφοι- ότι η εργασία καθενός που ανήκει στην εργατική τάξη είναι όλο και πιο επισφαλής.

Αυτό είναι σωστό με την έννοια ότι, όπως ήδη υπενθυμίσαμε, δεν υπάρχει καμία σταθερή εγγύηση πλήρους απασχόλησης στην καπιταλιστική κοινωνία, κυρίως κατά την ιμπεριαλιστική και παρακμάζουσα φάση του καπιταλισμού: όπως ο Μαρξ παρατηρεί με σαρκαστικό τρόπο, το κεφάλαιο τείνει- εξαιτίας της ανάγκης του για αύξηση της αξίας του- να «απελευθερώσει εργάτες» από την παραγωγική εργασία (ακόμα κι αν αυτό εισέρχεται σε βαθύτατη αντίθεση με την αναγκαιότητα, για το κεφάλαιο, να αποσπά από την δουλειά του εργάτη την απόλυτη και σχετική υπεραξία!). Μα αν η παρατήρηση για τον επισφαλή χαρακτήρα της εργατικής απασχόλησης στον καπιταλισμό είναι αληθής, εμείς πιστεύουμε ότι πρέπει να διατηρείται αποφασιστικά, από επαναστατικής πλευράς, η μαρξιστική και λενινιστική διάκριση μεταξύ ενεργής εργατικής στρατιάς και εφεδρικής βιομηχανικής στρατιάς. Είναι μεταξύ των ανηκόντων στην ενεργή εργατική στρατιά που περιλαμβάνονται βασικά τα κομμουνιστικά πολιτικά στελέχη που είναι η ραχοκοκαλιά κάθε κομμουνιστικού κόμματος.

Το τελευταίο προϊόν του σχετικού υπερπληθυσμού αποτελείται, τέλος, από τη στρατιά των εξαθλιωμένων και ξεπεσμένων (πρόσωπα ανίκανα προς εργασία, πρόσωπα που τα ακινητοποίησε σε ορισμένους κλάδους και τα αχρήστευσε ο καταμερισμός της εργασίας, ακρωτηριασμένοι εργάτες και θύματα από τη βλαπτικότητα της βιομηχανικής εργασίας, ορφανά και παιδιά φτωχών, χρόνια ασθενών, κλπ): και στην παραδοσιακή φτώχια προστίθενται- στην σημερινή φάση της αγωνίας του ιμπεριαλισμού- οι «νεόπτωχοι» των πολύ αναπτυγμένων χωρών του καπιταλισμού και των θυμάτων της υπανάπτυξης και της κοινωνικής αποσύνθεσης σε τεράστιες ζώνες του πλανήτη (η λεγόμενη «παγκόσμια φτώχεια» για την οποία χύνουν υποκριτικά δάκρυα οι εκκλησίες και όλες οι «καλές ψυχές»).

Ο ρόλος ολόκληρης της εφεδρικής βιομηχανικής στρατιάς είναι να ασκεί αρνητική πίεση στο επίπεδο απασχόλησης και μισθών των απασχολούμενων εργαζόμενων.

Αναφέρουμε, επί τη ευκαιρία, μερικά αποσπάσματα του 23ου κεφ. του 1ου Τόμου του Κεφαλαίου, εξαιρετικής ευστοχίας και επικαιρότητας:

«Όσο πιο μεγάλη είναι αυτή η εφεδρική στρατιά σε σχέση με την ενεργή εργατική στρατιά, τόσο περισσότερος γίνεται ο σταθεροποιημένος υπερπληθυσμός, που η φτώχεια του βρίσκεται σε αντίστροφη σχέση με τον κόπο της δουλειάς του. […] Αυτός είναι ο απόλυτος, γενικός, νόμος της καπιταλιστικής συσσώρευσης».

«Στο βαθμό που το κεφάλαιο συσσωρεύεται, η κατάσταση του εργάτη, όποια και να είναι η αποζημίωσή του, ψηλή ή χαμηλή, πρέπει να χειροτερεύει. Ο νόμος, εν τέλει, που σταθερά εξισώνει το σχετικό υπερπληθυσμό, δηλαδή την εφεδρική βιομηχανική στρατιά από το ένα μέρος, και όγκο και ενέργεια της συσσώρευσης, από το άλλο, αλυσοδένει τον εργάτη στο κεφάλαιο πιο στέρεα απ’ όσο κρατούσαν οι σφήνες του Ηφαίστου τον Προμηθέα δεμένο στο βράχο του. Αυτός ο νόμος καθορίζει μια συσσώρευση εξαθλίωσης ανάλογη της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Η συσσώρευση πλούτου στον έναν πόλο είναι, επομένως, συσσώρευση εξαθλίωσης, κόπου εργασίας, σκλαβιάς, αμάθειας, βαρβαρότητας και ηθικής κατάπτωσης στον αντίθετο πόλο, δηλαδή στην τάξη εκείνη που παράγει το προϊόν της ως κεφάλαιο».

Αυτός ο βάρβαρος ανταγωνιστικός χαρακτήρας της καπιταλιστικής συσσώρευσης και η κοινωνική πόλωση που προκύπτει, βρίσκουν, στην καθημερινή πραγματικότητα του «παγκοσμιοποιημένου» καπιταλισμού, μια εντυπωσιακή επαλήθευση σε πλανητική κλίμακα.

Κλείνουμε με αυτή την αναφορά στην εφεδρική βιομηχανική στρατιά, την «Προεισαγωγή για μια μαρξιστική ανάλυση των κοινωνικών τάξεων» που αφιερώσαμε στο ρόλο του προλεταριάτου. Ακριβώς για την κατάσταση της τάξης από την εργασία της οποίας το κεφάλαιο αποσπά όλη την υπεραξία επί της οποίας οικοδομεί ολόκληρο τον καπιταλιστικό κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, το προλεταριάτο είναι η μόνη σε βάθος επαναστατική τάξη, η μόνη τάξη  που, υπό την καθοδήγηση του πολιτικού της κόμματος, του Κομμουνιστικού κόμματος, και με τη βοήθεια των άλλων ταξικών συμμάχων της, έχει την ικανότητα και τη δύναμη να συντρίψει τον καπιταλισμό και να οικοδομήσει την κομμουνιστική κοινωνία.

«Μόνο μια συγκεκριμένη τάξη» έλεγε ο Λένιν στη Μεγάλη Πρωτοβουλία (1919), «και συγκεκριμένα οι εργάτες των πόλεων, και γενικά, οι εργάτες των εργοστασίων και των γραφείων, οι βιομηχανικοί εργάτες, είναι σε θέση να καθοδηγήσουν ολόκληρη τη μάζα των εργαζομένων και των εκμεταλλευομένων στην πάλη για τη συντριβή του ζυγού του κεφαλαίου, να τους καθοδηγήσουν στον ίδιο δρόμο της συντριβής του, στον αγώνα για τη διατήρηση και την ισχυροποίηση της νίκης, στη δημιουργία ενός νέου κοινωνικού καθεστώτος, σε όλο τον αγώνα για την πλήρη εξάλειψη των τάξεων».

 

            Teoria & Prassi, τ. 16, Σεπτέμβρης 2006

Σημείωση: η σειρά αυτή άρθρων μεταφράστηκε από τα ιταλικά και αναρτήθηκε στο Athens Indymedia στις 23/11/2009.

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: