Α/συνεχεια: ανοιχτο γραμμα στους φιλους και τους ψηφοφορους της «Μαχομενης Αριστερας» 5-11/10/1993

ΑΝΟΙΚΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

σε όσους θεώρησαν ελπιδοφόρα, αναγκαία, έστω συμπαθητική, μη επιζήμια την δημιουργία της «μαχόμενης αριστεράς» (ΜΑ), σε όσους την ψήφισαν

Διαλέξαμε την μορφή της ανοικτής επιστολής γιατί νομίζουμε πως είναι αναγκαία και επιτακτική η επικοινωνία α­νάμεσα σε ένα δυναμικό που κατανοεί την ανάγκη διαλόγου, επαφής και κοινής δραστηριότητας. Επιθυμούμε δηλα­δή το άνοιγμα ενός διαλόγου, την δημιουργία ενός καναλιού επικοινωνίας με ένα διάχυτο αλλά υπαρκτό δυναμικό που οι καταβολές του, η ιστορία του, οι εμπειρίες του, οι ιδιαίτερες επιλογές είναι κατάβαση διαφορετικές. Γι’ αυτό και στο γράμμα αυτό θα προσπαθήσουμε να επικεντρώσουμε την συζήτηση στα ζητήματα που κατά την άποψη μας είναι τα σπουδαιότερα, με αφορμή ένα γεγονός, την δημιουργία και εκλογική καταγραφή ενός σχήματος, της «μα».

ΑΦΕΤΗΡΙΑΚΑ ΣΗΜΕΙΑ, ΑΝΑΓΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΧΕΣ

Στις σύγχρονες κοινωνίες υπάρχει ένα μεγάλο κενό. Τα υλικά, πολιτικά και ιδεολογικά συμφέροντα της εργατικής τάξης δεν εκπροσωπούνται από κάποια συγκροτημένη δύναμη. Επομένως λείπει ένα συγκροτημένο κομμουνιστικό κίνημα όπως λείπει επίσης μια πραγματική αριστερά, δηλαδή το κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο των εργαζομένων.

Η αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού συστήματος, η αστική απάντηση στην μεγαλύτερη κρίση όλων των εποχών, έχει περάσει στο στάδιο της «νέας τάξης πραγμάτων», που σημαίνει την εφαρμογή σε πλανητική κλίμακα της πιο βάρβαρης επίθεσης ενάντια στην εργατική τάξη, στους λαούς. Οπως είναι φυσικό, η καταπίεση δημιουργεί την αντί­σταση και σε όλο τον κόσμο πολλαπλασιάζονται οι μικροί και μεγάλοι αγώνες ενάντια στην αναδιάρθρωση και όλες τις μορφές που αυτή παίρνει από χώρο σε χώρο. Γίνονται όλο και συχνότερα εξεγέρσεις και ξεσπάσματα της λαϊκής δυσαρέσκειας και αγανάκτησης (από το Λ. Αντζελες ως την Μόσχα) που αναγκάζουν τις δυνάμεις του ιμπερια­λιστικού διευθυντηρίου να καταφεύγουν στην πιο ωμή βία για την αντιμετώπιση τους. Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την φάση αυτή από την σκοπιά του υποκειμένου, σαν φάση παθητικής αντίστασης.

Η κάλυψη του κενού δεν είναι μια εύκολη υπόθεση ούτε μπορεί να γίνει χωρίς να υπάρχουν σοβαρές απόψεις σχετικά με τα βασικά-κομβικά ζητήματα και διλλήμματα που έχουν τεθεί στην ημερήσια διάταξη, ούτε μπορεί να γίνει επαναλαμβάνοντας διαρκώς τα ίδια λάθη παλαιότερων αποπειρών κάλυψης του κενού. Γενικά μιλώντας δεν μπορεί να γίνει χωρίς την ουσιαστική αυτοκριτική του κομμουνιστικού κινήματος και χωρίς την οικοδόμηση του κομμουνι­στικού προγράμματος μετά από όσα έχουν συντελεστεί.

Χωρίς την αυτοκριτική και χωρίς το πρόγραμμα είναι αδύνατο το πέρασμα από την φάση της παθητικής αντίστα­σης σε μια επόμενη, στην οποία θα υπήρχαν διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά και θα μπορούσαμε να την ονο­μάσουμε φάση της ενεργητικής άμυνας. Το βασικό σ’ αυτήν την φάση θα είναι η ύπαρξη σε διεθνές επίπεδο ενός κινήματος με μαζική επιρροή, μια πραγματική δύναμη ενάντια στην ΝΤΠ με σαφείς στόχους, συντονισμό κινήσεων κλπ. Μπορούμε να ορίσουμε σαν στρατηγικό στόχο το πέρασμα από την φάση της παθητικής άμυνας στην φάση της ενεργητικής άμυνας. Επίτευξη του στρατηγικού στόχου θα σημαίνει να βγουν οι λαϊκές δυνάμεις από τη δύ­σκολη θέση που βρίσκονται, να μπορούν να διαδραματίζουν έναν ανεξάρτητο και μόνιμο ρόλο στις εξελίξεις.

Τό πόσο θα διαρκέσει το στάδιο της παθητικής άμυνας είναι κάτι που δεν μπορούμε να το απαντήσουμε. Είναι ό­μως σίγουρο ότι τα προχωρήματα θα γίνουν με ανισόμετρο τρόπο τόσο όσο αφορά την γεωγραφική θέση διαφόρων κινημάτων όσο και σχετικά με διάφορους τομείς (μαζική παρέμβαση, θεωρητική επεξεργασία, ενδιάμεσους στόχους κλπ). Ο δρόμος ή καλύτερα οι δρόμοι που θα διανυθούν ή θα ανοιχτούν προς την φάση της ενεργητικής άμυνας θα έχουν μια μεγάλη ποικιλομορφία, αλλά το ζήτημα είναι να αναρωτηθούμε για το αν μπορεί να προσεγγιστεί μέσω ε­νός σχεδίου και αν ναι, ποια θα είναι τα βασικά του στοιχεία.

Είναι λάθος να ταυτίσουμε το κομμουνιστικό κίνημα με την πραγματική αριστερά (ο δεύτερος όρος πάντα όριζε κάτι πιο πλατύ, ένα κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο) και έτσι σήμερα δεν πρέπει να μπερδέψουμε δύο επίπεδα: το κομμουνιστικό και αυτό ενός πλαπού αντινεοταξικού σχηματισμού. Το κομμουνιστικό επίπεδο μπορεί να καλύπτεται από οργανώσεις και κόμματα που πραγματικά προσπαθούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις που αυτό το επίπεδο έχει, ενώ ο αντινεοταξικός σχηματισμός θα μπορούσε να καλύπτεται από μαζικά πολιτικοσυνδικαλιστικά σχήματα καθώς και οργανώσεις. Σήμερα είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία αυτή η διάκριση των επιπέδων και είναι αναγκαία και τα δύο επίπεδα.

Ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα δύο επίπεδα, αυτό που καθιστά λειτουργική την συνύφανσή τους, την διαπλο­κή τους, είναι το πρόγραμμα. Το πρόγραμμα πρέπει να συμπυκνώνει τους βασικούς στόχους της πάλης, τα βασικά καθήκοντα, τις στρατηγικές επιδιώξεις. Και το κομμουνιστικό επίπεδο και ο αντινεοταξικός σχηματισμός οφείλουν να προβάλλουν στόχους και καθήκοντα που να εστιάζονται στην κύρια στατηγική επιδίωξη: το πέρασμα στην φάση της ενεργητικής άμυνας.

Τόσο η αυτοκριτική του κομμουνιστικού κινήματος όσο και το πρόγραμμα είναι φανερό πως δεν μπορούν να γεννηθούν στο επίπεδο του νεοταξικού σχηματισμού. Θα είναι έργο του κομμουνιστικού επιπέδου αν και πολλά στοιχεία δίνονται και θα δίνονται και από όλες τις σκόρπιες αυθόρμητες παρεμβολές του μαζικού παράγοντα.

Αν θεωρήσουμε όσα έχουμε πει ως τώρα σαν αφετηριακά σημεία, θα πρέπει να προσθέσουμε πως είναι καθήκο ντα που απαιτούν ορισμένες προδιαγραφές και μια ορισμένη μέθοδο.

Πρώτα από όλα είναι απαράδεκτο να αντιγράφουμε τον αστικό τρόπο πολιτικής δράσης. Από τον πιθηκισμό αυ­τόν μόνο αρνητικά μπορούν να προκύψουν και κυρίως να χρησιμοποιηθεί για άλλη μια φορά το ριζοσπαστικό κίνημα σαν εφαλτήριο ορισμένων σαλταδόρων προς τις ανώτερες ακαδημαϊκές και κρατικές θέσεις. Ακόμα η αντιγραφή της αστικής πολιτικής απομακρύνει από το βασικό καθήκον της σύνδεσης με τις μάζες και της προώθησης μιας με­τασχηματιστικής διαδικασίας.

Δεύτερο είναι εντελώς απαραίτητη η ανεξαρτησία από πολιτικά, οικονομικά και κρατικά κέντρα που συνδέονται με την αναδιάρθρωση.

Τρίτο πρέπει να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια ώστε να οικοδομείται μια άλλη επιρροή αντιθετική προς την κυ­ρίαρχη και να εξασφαλίζεται η διάδοση της.

Τέταρτο να υπάρχουν διαδικασίες τέτοιες που να επιτρέπεται ο έλεγχος, να προωθούνται απολογισμοί, να ελα­χιστοποιούνται οι αυθαιρεσίες των καθοδηγήσεων που πρέπει να δίνουν λογαριασμό για όσα κάνουν.

Πέμπτο πρέπει να καλλιεργείται μια ηθική και μια διαπαιδαγώγηση με βάση το ιδανικό του κομμουνισμού και της αριστεράς. Το στοιχείο της προσφοράς και της χωρίςί&ταλλάγματα υπηρέτησης της λαϊκής υπόθεσης πρέπει να αντιπαρατεθεί στον εγωιστικό ατομισμό της αστικής τάξης πραγμάτων.

Η πολιτική ομάδα Α/συνεχεια έχει κάνει τις επιλογές της: Προσπαθεί να οικοδομήσει έναν πολιτικό οργανισμό, μια κομμουνιστική οργάνωση που θα προσπαθήσει να συμβάλλει στην οικοδόμηση του κομμουνιστικού προγράμμα­τος. Παράλληλα πασχίζει να διαμορφώσει τους όρους για την ανάπτυξη ενός μαζικού κινήματος ενάντια στην νέα τάξη πραγμάτων και την δυαδική κοινωνία και θεωρεί πως είναι επιτακτική ανάγκη η εμφάνιση και δραστηριοποίηση ενός αντινεοταξικού σχηματισμού. Η δραστηριότητα της υπακούει σ’ αυτές τις ιεραρχήσεις και η κριτική της σε διά­φορες κινήσεις ή απόπειρες ξεκινά από το αν αυτές συμβάλουν ή όχι στην προώθηση των καθηκόντων αυτών. Αυ­τός είναι ο τρόπος που η πολιτική ομάδα Α/συνέχεια προσπαθεί να συμβάλλει στο πέρασμα από την φάση της πα­θητικής άμυνας στην φάση της ενεργητικής άμυνας.

Καιρός όμως να περάσουμε στην «ΜΑ».

ΜΠΟΡΕΙ Η «ΜΑ» ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΕΙ ΜΙΑ ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΚΕΝΟΥ;

 

Δυστυχώς, για πολλούς λόγους, η απάντηση είναι αρνητική. Θα προσπαθήσουμε να εκθέσουμε τους βασικότερους λόγους με τρόπο τέτοιο που να αποσαφηνίζεται η δικιά μας αντίληψη για το πως πρέπει κανείς να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της οικοδόμησης ή της κάλυψης του κενού.

Σχήματα – εκλογές – υποκατάστατα πραγματικών αναγκών

 

Ξεκινάμε με αυτό το ζήτημα για έναν απλό λόγο. Φτάνει μονάχα η πρόσφατη ιστορία, από το 1989 μέχρι σήμερα, για να υπενθυμίσει με κραυγαλέο τρόπο και στους πιο κακόπιστους ακόμα, πως είναι εντελώς αρνητική -για να μην πούμε δυσφημιστική- η εμπειρία που υπάρχει από την δημιουργία και την διάλυση σχημάτων που φτιάχνονται λίγο καιρό πριν από τις εκλογές και που διαλύονται αμέσως μετά.

Το σχέδιο που υιοθέτησαν διάφορες οργανώσεις και ομάδες ήταν απλά «σχέδιο». Δεν στηρίζονταν πουθενά» πριμοδοτούσε μια ευκαιριακή συγκόλληση» θεωρούσε περιοριστικό παράγοντα το ξεκαθάρισμα ορισμένων πολιτι­κών και ιδεολογικών ζητημάτων θεωρούσε υπεραρκετή μια αντικαπιταλιστική γενικολογία. Ετσι γεννήθηκαν εκλογι­κά σχήματα-συγκολλήσεις διαφόρων οργανώσεων που δοκίμασαν την τύχη τους. Τα πιο γνωστά είναι αυτό της ΕΑΣ τον Ιούνη του 1989 στο οποίο συμμετείχαν η ομάδα άκρας αριστεράς, η αριστερή πολιτική, ο Μαχητής, η ΟΚΔΕ, ένα κομμάτι από τις Θέσεις και ανένταχτοι και αυτό της Αριστερής Πρωτοβουλίας τον Νοέμβρη του 1989, η οποία αποτέλεσε ένωση της ΕΑΣ, του ΚΚΕεσ,ΑΑ και του ΕΚΚΕ, για να μην αναφερθούμε σε άλλες που προβλημάτισαν ένα ορισμένο δυναμικό (Μέτωπο Εργαζομένων και Άμεση Δημοκρατία πχ).

Πλάι σε αυτά τα εγχειρήματα, στην κυριολεξία καταναλώθηκαν με τα συνεχή εκλογικά κατεβάσματα διάφορες οργανώσεις που νόμιζαν ότι με την παρέμβαση στις εκλογές και την εμφάνιση στη ΤV θα έκαναν κάτι πολύ σοβαρό. Αναφερόμαστε στο ΚΚΕ(μ-λ), στο ΜΛΚΚΕ, στο ΕΑΜ, στην ΟΑΚΚΕ και στις εκλογές του 1990 την «Λαϊκή Αντιπολί­τευση» του ΝΑΡ καθώς και στην ανώμαλη προσγείωση τους. Αυτές οι καταγραφές δεν άνοιξαν κανένα δρόμο ούτε έδωσαν κάποια ώθηση σε ορισμένες θετικές διαδικασίες,

Η επιχειρηματολογία των συγκολλήσεων ήταν διαφορετική από την επιχειρηματολογία των οργανώσεων που κατέβαιναν μόνες τους στις εκλογές. Οι συγκολλήσεις αναφέρονταν σε πολλές κινηματικές διαδικασίες και θεω­ρούσαν την πρωτοβουλία τους σαν την πολιτική έκφραση διάφορων αγώνων που είχαν προηγηθεί και βεβαίως υπο­στήριζαν πως μέσα από την μετεκλογική διεύρυνση των πρωτοβουλιών αυτών θα πρόκυπτε και κάτι καλύτερο.

Τέλος είναι χρήσιμη η υπενθύμιση της εμπειρίας των οικολόγων, γιατί η απότομη αποπεριθωριοποίησή τους και η εκλογική τους επιτυχία δεν εμπόδισε την ουσιαστική διάλυση της ομοσπονδίας που είχαν συγκροτήσει.

Επομένως μπορούν να βγουν ορισμένα συμπεράσματα:

1.  Σε μια περίοδο που γίνονται σοβαρές αλλαγές -διεθνείς και εσωτερικές- δεν είναι δυνατή η βιωσιμότητα ορ­γανώσεων και μετωπικών σχημάτων χωρίς ξεκαθαρισμένες ορισμένες βασικές πολιτικές θέσεις και εκτιμήσεις, χω­ρίς να έχει αποσαφηνιστεί το πως σκοπεύει να κινηθεί ο καθένας για μια μακροπερίοδο. Μιλάμε για στοιχειώδη πράγματα κι όχι για «δύσκολα ιδεολογικά θέματα». Τότε την περίοδο 89-90 βασικό πρόβλημα ήταν η εκτίμηση της γκορμπατσωφικής πολιτικής, της στάσης απέναντι στην κίνηση μαζών στις Ανατολικές χώρες που υποστήριζε την αναδιάρθωοη καθώς και η εκτίμηση για το Κοινό Ευρωπαϊκό σπίτι αφού μια σύγκλιση με τον Μπανιά δεν γινόταν με παραίτηση του τελευταίου από τον φιλοεοκισμό του. Σήμερα το βασικό πρόβλημα είναι η στάση απένανπ στην Νέα Τάξη Πραγμάτων και την βαλκανική κρίση και συνακόλουθα την εκτίμηση του ρόλου της χώρας μας σ’ αυτήν. Αυτοί που σήμερα συνενώνονται έχουν διαφορετικές εκτιμήσεις για τα θέματα αυτά και τις συγκαλύπτουν (πχ είναι επιθε­τικός, ιμπεριαλιστικός ο ρόλος της Ελλάδας στα Βαλκάνια ή ο εξαρτημένος χαρακτήρας είναι το κύριο στοιχείο στην συμπεριφορά των ιθυνόντων μας, ο ρόλος του πασοκ, η εκτίμηση για το ΚΚΕ κλπ). Μιλάμε για την στοιχειώδη πολιτική θωράκιση ενός δυναμικού, για την βασική αίσθηση κάποιων πραγματικοτήτων κι όχι για άλλα πράγματα.

2. Πολλές από τις οργανώσεις και τα σχήματα που έπαιζαν έναν ρόλο στα 3-4 τελευταία χρόνια δεν υπάρχουν πια. Αλλες που ένοιωθαν επαρκείς στην «αυτοδυναμία» τους, που κορυφωνόταν με την εκλογική κατεβασιά, δεν αι­σθάνονται καθόλου καλά και προτιμούν να κρύψουν τα πραγματικά προβλήματα πίσω την δημιουργία ενός ακόμα σχήματος δηλώνοντας βαρύγδουπα πως «έτσι κι αλλιώς η «μα» θα συνεχίσει». Τα γεγονότα όμως είναι πεισματάρι-κα και δείχνουν μια προχωρημένη κρίση του εξωκοινοβουλευτικού χώρου που κανένα κατάβασμα στις εκλογές δεν μπορεί να θεραπεύσει.

3. Οποιος πραγματικά ήθελε να συμβάλει στην κάλυψη του κενού των σύγχρονων κοινωνιών, θα έπρεπε να εν­διαφέρεται για τους όρους και τις προϋποθέσεις ύπαρξης και εμφάνισης ενός αντινεοταξικού σχηματισμού και θα πρόσεχε να μην συνδέσει αυτό το εγχείρημα με γρήγορες, βεβιασμένες, ευκαιριακές, αμφίβολης ποιότητας εκλογι­κές συμπράξεις. Πολύ περισσότερο θα προσπαθούσε να διαφυλάξει την αξιοπιστία μιας τέτοιας κίνησης από την αρνητική πείρα που υπάρχει στον τομέα αυτόν.

Ορισμένοι κάνουν τους κουτούς: «και με τις εκλογές τι θα κάναμε;», «είναι μεγάλη ευκαιρία να μας γνωρίσει πλα­τύτερος κόσμος που αν δεν κατέβουμε θα χαθεί κλπ» για να μην αναφερθούμε σε εντελώς ηλίθια επιχειρήματα που κι(αυτά επιστρατεύτηκαν για να κινήσουν ένα δικαιολογημένα «μουδιασμένο» δυναμικό, θα ήταν πολύ προτιμότερο να είχε επιλεγεί ο δρόμος της πολιτικής και ιδεολογικής συγκρότησης ενός υπαρκτού διάχυτου δυναμικού με συζητήσεις-συσκέψεις σε όσες περισσότερες πόλεις της Ελλάδας με την ταυτόχρονη διεξαγωγή μιας καμπάνιας που στόχο θα είχε να πολιτικοποιηθεί η δυσαρέσκεια προς την αστική πολιτική και τα αστικά κόμματα ώστε πραγματικά να έπαιρνε ένα πιο συγκεκριμένο χρώμα η άρνηση ψήφου σε όλα τα αστικά και ψευτοαριστερά ψηφοδέλτια. Μια τέ­τοια επιλογή θα βοηθούσε σημαντικά στον εξοπλισμό ενός δυναμικού, θα το έφερνε σε επαφή και κοινή δράση και θα προπαγάνδιζε την ανάγκη δημιουργίας ενός πλατιού αντινεοταξικού σχηματισμού.

4. Το ερώτημα γιατί δεν σκέφτηκαν μια τέτοια επιλογή όσοι έχουν την πρωτοβουλία δημιουργίας αυτού του νέου σχήματος, παραπέμπει ασφαλώς στο επίπεδο ωριμότητας, στις αντιλήψεις καθώς και στον ειδικό σχεδιασμό κάθε δύναμης (ή έστω για όσες διαθέτουν τέτοιον).

Οπως γνωρίζουμε η «μα» δημιουργήθηκε από τις οργανώσεις ΝΑΡ, ΚΚΕ(μ-λ), ΕΚΚΕ. ΕΕΚ(τροτσκιστές) καθώς και μερικούς «ανένταχτους» πανεπιστημιακούς.

Δύο παρατηρήσεις σχετικά με την σύνθεση της νέας πρωτοβουλίας, πέρα από το χιλιοειπωμένο περί ετερογένειας. Η σύνθεση της «μα» δεν έχει πολλή σχέση ας πούμε με τη «χωρική» κατάσταση που πρωταγωνίστησε στην δεκαετία του 80. Για παράδειγμα η ΕΑΣ, σαν σύνθεση, ήταν μια λογική κατάληξη της πορείας που είχε προηγούμε­να διανυθεί από,κοινού με όσους την συγκρότησαν. Δεν συμβαίνει το ίδιο με την «μα». Αυτό το λέμε γιατί υπάρχει μια πλήρης αλλά σιωπηλή προσχώρηση στο «χωρικό μοντέλλο» πολλών «ντούρων» που φωνασκούσαν δρυμύτατα μια προηγούμενη περίοδο προς όλες τις κατευθύνσεις.

Η δεύτερη παρατήρηση σχετίζεται με το γεγονός πως συνέκλιναν δυνάμεις που δεν έχουν κάνει καμιά αυτοκρι­τική για την προηγούμενη και πρόσφατη στάση τους (ή δεν δικαιολογούν καθαρά την όποια αλλαγή της στάσης τους). Το ΝΑΡ, για παράδειγμα, μπορεί ανενόχλητο να διαστρέφει την ιστορία της μεταπολιτευτικής περιόδου εκθειάζοντας τον τοτινό ρόλο της ΚΝΕ, μπορεί ανενόχλητο, χωρίς ίχνος ντροπής να κατακεραυνώνει τον Γκορμπατσώφ ενώ αλλιώς εκτιμούσε την πολιτική του ένα παλιότερο διάστημα, μπορεί να φωνασκεί ενάντια στο Πασοκ ενώ επανηλειμμένα έχει κατηγορηθεί για φιλοπασοκικές θέσεις. Το ΚΚΕ(μ-λ) μετασχηματίζεται σε «χωρικό» σχήμα χωρίς να υπάρχει καμιά σοβαρή εξήγηση για την εγκατάληψη του βασικού λόγου ύπαρξης του την «ανασυγκρότηση της κομμουνιστικής οργάνωσης μέσα από την πάλη ενάντια στον λικβινταρισμό», ή ακόμα ενώ προσχωρεί ψυχή τε και σώματι στη «χωρική» κατάσταση, δεν αισθάνεται καμιά ανάγκη να προχωρήσει σε μια αυτοκριτική για την αδιέξοδη σεχταριστική του στάση και τις κατηγορίες που μοίραζε απλόχερα (πχ αναφορές για «μαύρο μέτωπο» των αριστε­ρών συσπειρώσεων κ.α.). Το ΕΚΚΕ δεν έχει κάνει καμιά αυτοκριτική για την έξαλη έως και αντικομμουνιστική του στάση στα χρόνια 75-78, για τον ακολουθηπσμό του απέναντι στους κινέζους ρεβιζιονιστές, για τον άκρατο φιλο-πασοκισμό του όταν το Πασοκ ήταν κυβέρνηση…

Η «δυστυχισμένη συνείδηση» προκάλυμμα της προχωρημένης αποιδεολογικοποίησης και του χλευασμού του προγράμματος.

Δεκαετίες ολόκληρες ο εκφυλισμός του κομμουνιστικού και αριστερού κινήματος στην χώρα μας προωθούνταν με την παράλληλη προβολή μιας «δυστυχισμένης συνείδησης». Σύμφωνα μ’ αυτήν, κατευθυνόμενα, ο μέσος αριστερός οδηγούνταν να ψελλίζει μια μίζερη ψυχολογία του στυλ «και τι θέλεις να κάνουμε;», «δεν βλέπεις πως είναι τα πράγ­ματα;», «είναι αναγκαίο να ξεφύγουμε από δογματικές προκαταλήψεις» κλπ. Μια ψυχολογία που ήταν έτοιμη να δι­καιολογήσει κάθε επιλογή που θα διαιώνιζε μια άσχημη κατάσταση με την παράλληλη σφοδρή κατακεραύνωση όποι­ας άποψης διατηρούσε κριτίκαρε την αμαρτωλή πορεία ή δεν ήθελε να πάρει μέρος σ’ αυτήν. Ολα τα επιφανή στε­λέχη της επίσημης αριστεράς έδωσαν το καλύτερο κομμάτι του εαυτού τους, όλη την «ώριμη ικμάδα» τους στο ά­κρως «πμιτικό» αγώνα για να ενσταλλαχτεί αυτή η ψυχολογία.

Υποστηρίζουμε πως τα τελευταία χρόνια πλάι στην «δυστυχισμένη συνείδηση» της επίσημης αριστεράς έχει κά­νει την εμφάνιση της και διαδίδεται η αντίστοιχη των εξοκοινοβουλευτικών κύκλων. Βασικά ρεφραίν αυτής της εκ­δοχής είναι τα ακόλουθα: Όλοι πορευτήκαμε και έχουμε κάνει λάθη ή ακόμα αποτύχαμε. Ολοι υποστηρίξαμε λαθε­μένες πολιτικές και προγράμματα. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω.» «Ο καθένας προσπάθησε να απαντήσει μόνος τα ζητήματα και απέτυχε. Οι καιροί είναι δύσκολοι και δεν μας παίρνει. Πρέπει να ενωθούμε σε έναν σχη­ματισμό και να δούμε από κοινού μήπως και προκύψει κάτι καλύτερο». Οταν κυριαρχεί μια τέτοια ψυχολογία άντε να ζητήσεις έναν σοβαρό απολογισμό ή και μια αυτοκριτική. Αντε να υποστηρίξεις ότι δεν αποδέχεσαι τα πορίσματα αυτής της ψυχολογίας και ότι την αντιμάχεσαι. Θα δεχτείς, είναι σίγουρο, τα συνδυασμένα πυρά όλων των φορέων της «δυστυχισμένης συνείδησης».

Να δύο καλά παραδείγματα της «δυστυχισμένης συνείδησης»:

«Αν στην πορεία μας δεν συναντήσαμε τα υπόγεια ρεύματα της εποχής μας. Αν δεν έγινε κατορθωτό να σφρα­γιστούν οι ταυτότητες, αν όχι του καιρού μας, τουλάχιστον της Αριστεράς και του κινήματος της. Αν δεν κάλπασαν οι δικοί μας σε ανοιχτούς ορίζοντες με αναπεπταμένες σημαίες. Αν κάποιες σημαίες παραμερίστηκαν διακριτικά, φυλάχτηκαν. Αν… Αν… Φταίξαν και φταίνε πολλά. Κι εμείς και τα ρεύματα. Κι οι άνθρωποι και οι συνθήκες. Τι να λέ­με τώρα!!!»». (Εφημερίδα ΠΡΙΝ στην στήλη «η τελευταία λέξη» του Θανάση Σκαμνάκη)

«Ομως η λογική που «εγκρίνει» λχ το ΝΑΡ και «απορρίπτει» το ΚΚΕ(μ-λ) ή το ΕΚΚΕ στην παρελθοντολογική βάση που προανέφερα, είναι απαράδεκτη. Αλήθεια, ποιος μέσα στην αριστερά -κοινοβουλευτική και μη- μπορεί να θεωρή­σει, μ’ αυτή τη λογική, αναμάρτητο τον εαυτό του. Όλοι δεν ήμασταν λχ «παιδιά» κάποιων φθοροποιών κομματικών μηχανισμών; Αυτό δεν είχε για χρόνια αντανάκλαση στην πολιτική πραχτική και τη συγκρότηση μας;»» (Κώστας Ευ­σταθίου, υποψήφιος Επικρατείας (!!) της «μα»» στην εφημερίδα ΠΡΙΝ 26/9/93)

Οι φορείς της «δυστυχισμένης συνείδησης» απεχθάνονται την ιστορία, απεχθάνονται την συγκεκριμένη συζήτη­ση σχετικά με το τι παίζονταν κάθε φορά και με το τι στάση έπαιρνε ο καθένας σε όλες τις στροφές της σύγχρονης ιστορίας. Για παράδειγμα στρογγυλεύεται η ιστορία -τουλάχιστον από το 74 μέχρι σήμερα- διαστρέφεται κατάφορα μια πραγματικότητα που έζησαν δεκάδες χιλιάδες άτομα που συγκρούονταν με την «καθεστωτική» αριστερά της πε­ριόδου κι όλα ερμηνεύονται με τις επιδράσεις των «φθοροποιών μηχανισμών»…

Υποστηρίζουμε πως η «δυστυχισμένη συνείδηση» είναι το αναγκαίο εργαλείο για την συγκάλυψη της αποϊδεολογικοποίηοης που έχει κάνει πολλά βήματα και στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Η αποϊδεολογικοποίηση οδηγεί αναπόφευκτα σε μια ελαστικότητα όταν κρίνονται θέσεις και συμπεριφορές και επιτρέπει το άνετο σνομπάρισμα ή και τον χλευασμό κάθε άποψης που υποσημειώνει την ζωτικότατη σημασία του προγράμματος στην δια­δικασία οικοδόμησης ενός κομμουνιστικού και γενικότερα αριστερού κινήματος.

Από μεριάς του ΝΑΡ η πολιτική και ιδεολογική ασάφεια δεν είναι ένα στοιχείο ανεπάρκειας ή έλλειψης εφοδίων. Αποτελεί μια ορισμένη στάση που διευκολύνουν τον ειδικό ταυ σχεδιασμό: Να εμφανιστεί σαν ο μοναδικός εκφρα­στής μιας διάχυτης αντίστασης και να χρησιμοποιήσει αυτήν την ιδιότητα για μια ανέλιξη στην επίσημη πολιτική σκηνή. Οι μέθοδες που χρησιμοποιεί πολλές φορές δεν διαφέρουν από τα τυπικά «καπελώματα» της χρυσής επο­χής της ΚΝΕ, ενώ η διπλότητά του και η ευελιξία του κυρίως στις επαφές με τον πασοκικό χώρο είναι γνωστές. Όπως είναι γνωστό ότι παρότι κατέφθασε πολύ πρόσφατα στον χώρο μιας διαφορετικής αριστεράς, ανοίχτηκε υ­πέρμετρα προς το τροτσκιστικό ρεύμα υιοθετώντας το σύνολο των αντιλήψεων του. [Πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα το ΝΑΡ δεν έχει βρει να πει τίποτα για τον ρόλο της Πολιτιστικής Επανάστασης και του Μάο σαν να επρό­κειτο για ζητήματα δευτερεύουσας ή και τριτεύουσας σημασίας. Αν μιλάμε για αυτοκριτική του κομμουνιστικού κινή­ματος και για κομμουνιστικό πρόγραμμα τότε α εκτιμήσεις και η αντίληψη για τις ειδικές και πολύ περισσότερο για τις κορυφαίες εκδηλώσεις του κομμουνιστικού κινήματος, αποκτούν μια ιδιαίτερη σημασία. Δεν είναι ζητήματα που προσπερνιούνται με την φράση «αναζητούμε μια σύγχρονη κομμουνιστική προοπτική που δεν θάχει τη μορφή ούτε του Γκορμπατσωφ ούτε του Τενγκ Χσιάο Πίνγκ». Η απέχθεια προς τα «ιδεολογικά ζητήματα» όπως τα αποκαλούν οι φορείς της «δυστυχισμένης συνείδησης», πηγαίνει πλάι-πλάι με την αστική απαίτηση να εξοστρακιστεί κάθε στοι­χείο ιδεολογίας από την κάθε δραστηριότητα]

Γι’ αυτό κατανοούμε πλήρως από την μεριά του ΝΑΡ μια τέτοια «τοποθέτηση» (ΠΡΙΝ 26/9/93): «Πράγματι έχει με­γάλη σπουδαιότητα αυτή η «ετερόκλητη» συνεύρεση: Δεν ξέρουμε πόσο θα τολμήσει να το αναγνωρίσει κανείς, ω­στόσο στην πραγματικότητα αυτοί που πρωτοστάτησαν σ’ αυτήν, σ’ ένα βαθμό αναιρούν τον καθορισμό τους με βά­ση την πολιτική τους προέλευση και παράδοση, και επιχειρούν να κατακτήσουν, μια νέα ταυτότητα αντίστοιχη της σημερινής κατάστασης και των αναγκών της.» (Προχωρόντας στην πρώτη μάχη ενός πολέμου, τις εκλογές (!!!) ό­πως λέει και ο μαχόμενος πανεπιστημιακός «Η τωρινή εκλογική μάχη είναι μια πρώτη σύγκρουση στον παρατετα­μένο πόλεμο που έχει ήδη κηρυχθεί»». Μαργαριτάρι παν/κού κύρους. ΠΡΙΝ 19/9 σελ 13 κάτω δεξιά)

Βέβαια το ΚΚΕ(μ-λ) δεν μπορεί ακόμα να σηκώσει τόσο «ριζοσπαστισμό», τόση αυτοαναίρεση. Απαντά λοιπόν: «Δεν θα μπούμε εδώ σε μια συζήτηση περί «πολιτικών γονιδίων», γιατί θεωρούμε πως για την ώρα προέχουν άλλα ζητήματα. Δηλώνουμε μονάχα πως για το μόνο που δεν αισθανόμαστε την ανάγκη να «απολογηθούμε» (το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει) είναι η «προέλευση» μας. Μόνο που να, μια και σ’ αυτή τη γειτονιά προερχόμαστε όλοι από «γνωστές οικογένειες», μας τρώει λίγο η περιέργεια να μάθουμε ποιοι τέλος πάντων θεωρούνται πως «κρατάνε από σόι».» (ΠΣ 2/10/93)

Αν ο σχεδιασμός του ΝΑΡ είναι αυτός που αναφέραμε, ο δεύτερος τη τάξη συμβαλλόμενος το ΚΚΕ(μ-λ), προ­σπαθεί να δώσει μια διέξοδο σε μια άσχημη εσωτερική κατάσταση, σε μια κατάσταση που τα περιθώρια στενεύουν ε­πικίνδυνα και αυτό γίνεται συνείδηση σε όλα τα μέλη αυτής της οργάνωσης. Η συμμετοχή τους στην «μα» έχει το χαρακτήρα μιας γενικότερης επιλογής κι όχι μιας κατ» αρχήν εκλογικής παρέμβασης. Ετσι θα παρατηρήσουμε μια σταδιακή «ελαστικοποίηση» της οργάνωσης αυτής που μπορεί να φτάσει ως το ξεχείλωμα, και σωστά έχει παρατηρηθεί πως ακολουθεί σχεδόν κατά γράμμα τις επιλογές της Αριστερής Πολιτικής μόνο που αυτές προηγήθηκαν κα­τά μία δεκαετία και ήταν αδιέξοδες. Να ένα παράδειγμα αυτής της ελαστικότητας που αναφέρουμε: «Απέναντι στις προτάσεις του ΝΑΡ είχαμε σοβαρές διαφωνίες σε πολλά ζητήματα, αλλά βλέπαμε, κάποια πράγματα θετικά: ότι τις όποιες προτάσεις του τις έβλεπε να πραγματοποιούνται κατά βάση στο επίπεδο του μαζικού κινήματος. Αυτού δη­λαδή που εμείς θεωρούσαμε και θεωρούμε ως το ασφαλέστερο «πεδίο δοκιμών» της ορθότητας των οποιονδήποτε απόψεων (δικών μας ή άλλων).» (ΠΣ18/9/93) Φυσικά δεν είδαμε καμμιά αναφορά στα θετικά του ΕΚΚΕ και του ΕΕΚ(τροτσκιστές) αλλά μάλλον και αυτοί μαζί με τους υπόλοιπους παν/κούς (να έχουμε και κάποιο κύρος βρε αδερ­φέ) θα έχουν το χάρισμα να επιθυμούν την επίλυση των σοβαρών διαφωνιών στο επίπεδο του μαζικού κινήματος…

Πρόκειται για μια διαστροφή της πραγματικότητας. Ούτε όσοι πήραν την πρωτοβουλία σχηματισμού της «μα» έ­δωσαν πραγματική σημασία στο μαζικό επίπεδο, απλά πήραν μια πρωτοβουλία που αποφάσισαν οι καθοδηγήσεις τους, αλλά και πολύ περισσότερο εμείς δεν έχουμε αντιληφθεί αυτήν αρετή του ΝΑΡ στους μαζικούς χώρους και στο μαζικό κίνημα και τούτη η παρατήρηση δεν αφορά την διάθεση του κόσμου που το ακολουθεί αλλά την πολιτική συμπεριφορά του ΝΑΡ.

Η αποϊδεολογικοποίηση προχωρά παράλληλα με την χαλάρωση στο πολιτικό επίπεδο και όλα δικαιολογούνται στο όνομα της κινηματικής διαδικασίας. Την στιγμή που όλοι ομιλούν περίπου για υπέρβαση από την άσχημη κατά­σταση της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, κάτι σαν το σαμαρικό «το χτες τελειώνει», την στιγμή που επιδίδονται σε ευγενικές αλληλοφρονήσεις και κομπλιμέντα οι συμμετάσχοντες, οι σοβαρές διαφωνίες, η ετερογένεια και το ε­τερόκλητο καλύπτονται από μια άκρως γενικόλογη διακήρυξη της «μα» (μοναδικό κείμενο που κυκλοφόρησε) απο­δεικνύοντας ότι «τα γράμματα μας δεν είναι ολίγα» σε τέτοιες περιπτώσεις. Δηλαδή γνωρίζουν μια χαρά να βολεύουν τις σοβαρές διαφωνίες κάτω από γενικολογίες. Αλλά δεν φτάνει μόνο η γενικολογία, επιστρατεύεται και η φρα­στική έπαρση: αριστερά της ανυπακοής, αντικαθεστωτική αριστερά, κοινωνικός πόλεμος και άλλα ηχηρά που χρησι­μεύουν να καλύψουν την κενότητα του αθροίσματος.

Στις εκλογές του 89-90 η αποϊδεολογικοποίηση στους χώρους της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς εκφράστηκε με δύο τρόπους. Πρώτα με την εύκολη συμπόρευση στο γενικό «να φύγουν οι κλέφτες του Πασοκ» που χωρίς δυ­σκολία μετασχηματίστηκε και πάλι σε φιλοπασοκισμό. Ανάλογη ήταν και η στάση της επίσημης αριστεράς. Δεύτερο, με το άνοιγμα στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς καθώς και σε όλες τις ιμιτασιόν καταστάσεις παντρέματος του «πράσινου με το κόκκινο». Το καθήκον της οικοδόμησης μιας πραγματικής αριστεράς ή ακόμα η συγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος δεν μπορεί να γίνει με τον συμφιλιωτισμό απέναντι, σε μια άποψη φιλοεοκική, σε μια άπο­ψη που υμνεί την θεσμολογία και την πολιτική των διαρθρωτικών αλλαγών.

Σήμερα στον χώρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς ο φιλοπασοκισμός έχει δυναμώσει και έχει δύο πτέρυ­γες: την ανοικτά και διακηρυγμένη φιλοπασοκική (ΟΣΕ και πρόσφατα το ΕΑΜ) και την καλυμμένη που διατηρεί τις επαφές και τις γέφυρες με τον χώρο αυτό (κυρίως ΝΑΡ). Ομως το καινούργιο στοιχείο είναι η αναβάθμιση της αναζήτησης επαφών και συνεργασιών με τμήματα της ανανεωτικής αριστεράς αλλά και της «καθεστωτικής» αριστεράς.

Ας δούμε ορισμένες τοποθετήσεις σχετικά με το θέμα αυτό. Στην συνέντευξη τύπου της «μα», στην οποία πα­ρουσιάστηκαν «οι προγραμματικές αρχές και οι στόχοι» της ο Γ. Γράψας είπε: «Η δική μας επιδίωξη ήταν από την αρχή να συνεργαστούμε και με το ΑΚΟΑ στη βάση κοινού προγράμματος. Οι σύντροφοι όμως του ΑΚΟΑ υιοθέτη­σαν την πρόταση για κοινή εκλογική κάθοδο όλης της Αριστεράς (δηλαδή και του ΚΚΕ και του ΣΥΝ) και όταν αυτό δεν καρποφόρησε (πράγμα που ήταν αναμενόμενο) προτίμησαν την αποχή από τις εκλογές. Εν πάση περιπτώσει, οι πόρτες μας θα είναι ανοικτές και μετά τις εκλογές, οπότε ολόκληρη η αριστερά θα μπει σε τροχιά σοβαρών ανα­κατατάξεων».

Στην ίδια συνέντευξη ο Ευτύχης Μπιτσάκης υποστήριξε: «Είναι αλήθεια ότι, σε συνεργασία με την κοινοβουλευ­τική αριστερά, ο χώρος μας θα μπορούσε να αποκτήσει εκπροσώπηση στη Βουλή. Κι αυτό καθόλου δεν το σνομπά­ρουμε. Ωστόσο, δεν είναι για μας η υπέρτατη επιδίωξη, στο βήμα της οποίας θα θυσιάσουμε όλα τα άλλα. Δυστυ­χώς, η ηγεσία του ΚΚΕ, με τον κομματικό σοβινισμό που τη διακατέχει, κάνει αδύνατη αυτή τη σπγμή την ενότητα. Ωστόσο τίποτα δεν είναι αιώνιο. Όλα τα σημερινά σχήματα είναι προσωρινά, μεταβατικά. Ο δρόμος είναι ανοικτός για σοβαρές ανακατατάξεις» (ΠΡΙΝ 26/9/93)

Παρόλο που ο παν/κός και φιλόσοφος Ε. Μπιτσάκης μας ξυπνά τον πειρασμό να σχολιάσουμε αυτό το μικρό «μνημείο», νομίζουμε ότι το κύριο και βασικό που αναδεικνύεται από τέτοιες τοποθετήσεις είναι και η προχωρημένη αποιδεολογικοποίηση αλλά και ο ιδιαίτερος σχεδιασμός του ΝΑΡ. (Αν αυτόν δεν τον κατάλαβαν οι άλλοι συμβαλλό­μενοι είναι πρόβλημα τους). Το ΝΑΡ είχε ανάγκη από ένα εκλογικό σχήμα για να μπορέσει στην συνέχεια να αρμενί­σει στους χώρους της μεγάλης Αριστεράς, να παίξει κάποιο ρόλο σε ψαξίματα και πλασαρίσματα. Γι’αυτό και όλες οι τοποθετήσεις τους έχουν τέτοια απεύθυνση και αυτόν τον τόνο. Άλλωστε έρχονται ευρωεκλογές και εκεί μάλ­λον θα γελάσουμε με τις νέες περιπέτειες…

Όμως η «δυστυχισμένη συνείδηση» χλευάζει κάθε σοβαρή αναφορά σε μια προγραμματική συμφωνία, σε κάθε προσπάθεια να οικοδομηθεί το πρόγραμμα. Η πιο διαδεδομένη άποψη είναι αυτή που θεωρεί το πρόγραμμα σαν υπόθεση ενός μακρινού μέλλοντος κι ότι κανείς σήμερα δεν μπορεί να πει κάτι σοβαρό σχετικά με το ζήτημα αυτό. Καλλιεργείται έτσι ένας αγνωστικισμός και μια ψυχολογία που σνομπάρει κάθε σοβαρή προσπάθεια απάντησης προγραμματικών σημείων. Στη θέση αυτής της ανάγκης πριμοδοτούνται κινήσεις σαν την «μα» θεωρώντας την ε­κλογική της διακήρυξη σαν το μάξιμουμ που μπορεί να επιτευχθεί. Άλλες φορές κοροϊδεύουν την απαίτηση για πιο συνολικές τοποθετήσεις και το πρόγραμμα με αυτόν τον τρόπο: «Όλοι (ή περίπου) θα συμφωνούσαν ότι «συνολική απάντηση» θα μπορούσε να δώσει μόνο ένα λαϊκό επαναστατικό κίνημα, αναπτυγμένο σε διεθνή κλίμακα» (ΠΣ 2/10/93). Δεν καταλαβαίνουν ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν πως οι αιτιάσεις για μια «συνολική απάντηση» αφο­ρούν τον στοιχειώδη, αναγκαίο, απαραίτητο πολιτικό και ιδεολογικό εξοπλισμό, την γνώση των διαχωριστικών γραμμών, την σοβαρή στόχευση και ιεράρχηση. Πρόκειται για το σχέδιο εκείνο που θα πασχίζει να περιγράφει το πέ­ρασμα από την κατάσταση της παθητικής άμυνας σε αυτή της ενεργητικής άμυνας. Αλλά συνεχίζουν μάλλον επηρεασμένοι από τον σνομπισμό των παν/κών κύκλων που τραβάνε για αλλού: «Απαντούν στο πρόβλημα τα διάφορα «προγράμματα» που κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότητας; Στο σύνολο τους αποτελούν σχεδιασμούς επί χάρτου με μηδενικό αντίκρυσμα στο πεδίο της ταξικής πάλης (κατά κανόνα «ξεχνιούνται» στα συρτάρια των ορ­γανώσεων» (Βασίλης Σαμαράς ΠΡΙΝ 2/10/93). Χρειάζεται να μείνουμε λίγο στην αντίληψη αυτή. Καλόπιστα θέλουμε να ζητήσουμε από τον συντάχτη να γίνει λίγο πιο συγκεκριμένος σχετικά με τα προγράμματα που είδαν το φως της δημοσιότητας, για να καταλάβουμε καλύτερα. Όσο μας αφορά δεν είδαμε κανένα πρόγραμμα να διατυπώνεται στην χώρα μας όλα αυτά τα χρόνια, ούτε φυσικά παρακολουθήσαμε μια εμπεριστατωμένη κριτική τέτοιων προγραμμά­των. Γι’ αυτό ας γίνει πιο σαφής. Πιθανά να αναφέρεται σε προγράμματα ξένων οργανώσεων που αφού τα μελέτησε, αποφάνθηκε ότι πρόκειται περί «ασκήσεων επί χάρτου με μηδενικό αντίκρυσμα στο πεδίο της ταξικής πάλης». Εκτός αν δικαιολογηθεί ότι αυτά τα προγράμματα δεν τα ξέρει γιατί ξεχάστηκαν σε κάποια συρτάρια.

Αν εκτιμήσει κανείς πως είναι απαραίτητο στοιχείο το πρόγραμμα ή οι προγραμματικές κατευθύνσεις, τότε είναι εντελώς απαράδεκτο να τοποθετείται με τον τρόπο που το κάνει ο Β. Σαμαράς. Ο τρόπος αυτός απλά εκθέτει…

Η αλήθεια είναι ότι όχι μόνο δεν έχει γίνει καμιά σοβαρή προσπάθεια διατύπωσης προγραμματικών κατευθύνσε­ων αλλά έχουμε το πέρασμα σε ένα ανώτερο επίπεδο να χλευάζεται αυτή η ανάγκη, να μην δίνεται καμιά σημασία στο θεωρητικό και πολιτικό τομέα, να καλλιεργείται ο πιο στείρος χειροτεχνισμός.

Όσο μας αφορά συνδέουμε την ίδια την ύπαρξη μας σαν πολιτικής ομάδας, σαν οργάνωσης, με το καθήκον της διατύπωσης και διάδοσης μιας προγραμματικής άποψης. Αυτό το καθήκον δεν μας εμποδίζει να έχουμε επαφή με την πραγματική κίνηση του κόσμου ούτε μας μπάζει στον χώρο του ακαδημαϊσμού. Ο ακαδημαϊσμός σήμερα προϋ­ποθέτει το προγραμματικό αλληθώρισμα και την υιοθέτηση ορισμένης νοοτροπίας και χούγιων. Ακόμα έχουμε δη­λώσει πως τη χρονιά αυτή με την συμπλήρωση 10 χρόνων οργανωμένης προσπάθειας της Α/συνεχεια θα προσπα­θήσουμε να δώσουμε μια ώθηση στην προγραμματική δουλειά και αυτό θα μπορέσει να γίνει αντιληπτό.

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

Από όσα εκθέσαμε μέχρι τώρα προκύπτει πως η «μα» δεν έχει να προσφέρει κάτι ουσιαστικό στο πρόβλημα που ό­λοι αντιμετωπίζουμε. Αν θα έπρεπε να την χαρακτηρίσουμε κάπως θα λέγαμε πως πρόκειται για μια ακόμη κίνηση περισπασμού από τα βασικά καθήκοντα, μια αδιέξοδη επιλογή που συνεχίζει στην δυσφημιστική τροχιά τόσων άλ­λων μέχρι σήμερα.

Αυτά σημαίνουν για όσους ακολούθησαν αυτήν την επιλογή (μιλάμε για τον κόσμο και όχι για τα επιτελεία) πως δεν μπορούν να περιμένουν πολλά και ουσιαστικά πράγματα από την «μα». Έχει όμως σημασία να μην απογοητευ­τούν από αυτή τη περιπέτεια αλλά να βγάλουν ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα για την παραπέρα πορεία τους.

Από όποια θέση κι αν βρίσκονται, εντός ή εκτός οργανωμένων δυνάμεων, μόνοι τους ή σε συνεργασία με άλ­λους συντρόφους να καταπολεμήσουν:        

                                                     

— την διπλότητα όπου αυτή εκδηλώνεται και όποιο μανδύα παίρνει

— την «δυστυχισμένη συνείδηση» στην θέση της να προβάλλουν ένα πνεύμα και μια αντίληψη που να είναι στο ύψος του στόχου που έχει τεθεί.

— την αποϊδεολογικοποίηση και κάθε απόπειρα να βρεθούν γέφυρες για την συνάντηση με την επίσημης αριστε­ράς. Δεν έχουμε να κερδίσουμε τίποτα από μια τέτοια αποπεριθωριοποίηση κάτι έχουν να κερδίσουν μόνο ορι­σμένα στελέχη.

— τον χλευασμό της ανάγκης προγράμματος ή έστω στέρεων προγραμματικών κατευθύνσεων.

Αν συμπεριφερθεί έτσι ένα ορισμένο δυναμικό είναι σίγουρο πως θα ανοίγει έναν δρόμο για μια ουσιαστική συνά­ντηση, και φυσικά θα συμβάλλει στην αντιμετώπιση του μεγαλύτερου εχθρού της εργατικής τάξης και των λαών, την Νέα Τάξη Πραγμάτων.

Η δημιουργία ενός αντινεοταξικού σχηματισμού περνά μέσα από την δημιουργία μιας «νέας συνείδησης» που θα μπορεί να εκφράζει την ανεξαρτησία της τόσο από την αστική πολιτική όσο και από τα εξοκοινοβουλευτικά κακέκτυπά της.

Ελπίζουμε αυτό το κείμενο να συμβάλλει σ1 αυτήν τη κατεύθυνση ή τουλάχιστον να προβληματίσει ορισμένος συντρόφους. Και βεβαίως είμαστε πρόθυμοι να συζητήσουμε με καθένα που θα επιθυμούσε σχετικά με τα ζητήματα αυτά.

πολιτική ομάδα Α/συνεχεια

5/10/93

ΥΓ 1. Το εκλογικό αποτέλεσμα της «μα» δείχνει αρκετά πράγματα. Το κυριότερο είναι ότι όχι μόνο δεν κατόρθωσε να συγκινή­σει ένα ευρύτερο δυναμικό που στάθηκε αδιάφορο απέναντι στην εμφάνιση της «μα» και επέμεινε στην επιλογή του ά­κυρου και του λευκού, αλλά δεν κατόρθωσε να «πειστεί» για το εγχείρημα αυτό ούτε η βάση, ούτε η επιρροή που είχε υποστηρίξει εκλογικά πριν τρία χρόνια τις διάφορες δυνάμεις που συγκρότησαν τη «μα». Το 1990 πχ το ΝΑΡ είχε συγκεντρώσει 14365 ψήφους, το ΚΚΕ(μ-λ) 2590, το δε ΕΚΚΕ 1350. Οι 8150 ψήφοι που συγκέντρωσε η «μα» υπολείπεται από τους 18300 που είχαν συγκεντρώσει οι συμβαλλόμενοι το 1990: δεν έπεισαν δηλαδή ούτε την άμεση επιρροή τους. Αυ­τό δεν είναι ούτε επιτυχία ούτε «αναμενόμενο» όπως συνηθίζουν να δηλώνουν εκ των υστέρων όσοι δεν πήγαν καλά…

ΥΓ2. Με δεδομένη την μη είσοδο του ΣΥΝ στην νέα βουλή, μάλλον θα παρακολουθήσουμε νέες περιπλανήσεις. Αφού οι πόρτες είναι ανοιχτές όπως λέει και ο Γ. Γράψας και οι ευρωεκλογές είναι προ των πυλών πιθανά να παρακολουθήσουμε νέες περιπλανήσεις.

11/10/93

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: