Α/συνεχεια: Δυαδικη κοινωνια-δεν υπαρχουν περιθωρια για «ησυχες συνειδησεις» (Μαης 1993)

ΔΥΑΔΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ:

Δεν υπάρχουν περιθώρια για «ήσυχες συνειδήσεις»

 

Ζούμε σε ένα κλίμα γενικής αταξίας και αβε­βαιότητας. Με τον πιο τραγικό τρόπο επι­βεβαιώνεται ότι η εποχή μας είναι η εποχή του ΠΟΛΕΜΟΥ, της ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ και της ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ περιοχών, πόλεων, χωρών, αν­θρώπων σε αντίθεση με όσα βροντοφώναζαν πριν λίγα χρόνια οι απανταχού πλανητάρχες (Γκορμπατσώφ, Μπους και οι Εοκικοί εταίροι), οι κοντυλοφόροι της 4ης εξουσίας, οι «επιστήμονες», οι γραφειοκράτες συνδικαλιστές, οι σωτήρες των συνασπισμένων ή μη της αριστεράς. Η ειρήνη, η δημοκρατία και η αγορά, τα τρία «καλά» που προανήγγειλαν πολυεθνικοί οργανισμοί (Μπους & Γκορμπατσώφ & ΣΙΑ) πριν λίγα χρόνια προετοί­μασαν το όλο έδαφος για να δημιουργήσουν αυτό το είδος της παγκόσμιας θλίψης, αυτό το κλίμα της γενικής απογοήτευσης.

Οι σύγχρονες εικόνες που δεν έρχονται πλέον μέσω της δορυφορικής εικόνας, αλλά τις συναντάμε δίπλα μας, πίσω μας, μπροστά μας, αποτυπώ­νουν μέσα μας ανάγλυφα την κατάσταση. Η μετα­κίνηση και το ξερίζωμα ολόκληρων πληθυσμών, η ανεργία, η υποαπασχόληση, οι νεόπτωχοι, οι επιβιώνοντες από τα συσσίτια διαφόρων φορέων, η μαύρη εργασία, οι δουλειές του ποδαριού, το κλεί­σιμο εργοστασίων, οι σύγχρονες βιομηχανικές χω­ματερές που καταδικάζουν χιλιάδες εργάτες στην ανεργία και την φτώχεια, οι απανταχού κύριοι συνδικαλιστές της γραβάτας και του γραφείου που ενδιαφέρονται για την ανάπτυξη της οικονομίας (βλέπε εκμετάλλευσης) και της πολιτικής τους κα­ριέρας, το εμπόριο των ανθρώπινων οργάνων, ο ρατσισμός, ο εθνικισμός, ο νεανικός συμμοριτισμός, τα ναρκωτικά και το πάσης φύσης νάρκωμα, οι παραγκουπόλεις στην περιφέρεια των μεγάλων πόλεων, η εγκατάλειψη περιοχών του κόσμου, πό­λεων και χωρών, όλα τα παραπάνω είναι που συν­θέτουν την πιο βάρβαρη, την πιο αναχρονιστική και τερατώδικη μορφή του σύγχρονου κόσμου. Και δεν μιλάμε βέβαια για περαστικές εικόνες. Μιλάμε για μόνιμες καταστάσεις που βρίσκονται μάλιστα σε αύξηση.

Οι εικόνες συμπληρώνονται όχι βέβαια με τα ωραία μοντέλα των διαφημιστών – που αφορούν μόνο ορισμένους λόγους – αλλά με τη «δικαιοσύ­νη» της διεθνούς κοινότητας των χωροφυλάκων του Κλίντον, του Κολ, των Εοκικών και των λοι­πών αυθαιρετούχων που βλέπουν σαν οικόπεδα τους περιοχές του πλανήτη και σαν σύγχρονους δούλους τους τους ανθρώπους που κατοικούν σ’ αυτές τις περιοχές.

Είναι η ανωτερότητα της νέας «άριας φυλής» που ηγείται και διευθύνει την «οικονομία- κόσμος». Αυτή η τάξη που το κοινό χαρακτηριστικό της βρίσκεται στο ότι συγκεντρώνει όλο τον κοι­νωνικό πλούτο ολοένα και περισσότερο στα χέρια της.

Και βέβαια δεν πρόκειται γι’αυτό που επιβλή­θηκε σαν γνωστό: «οι πλούσιοι πλουταίνουν και οι φτωχοί φτωχαίνουν». Πρόκειται για την ύπαρξη και τη σχεδίαση ενός ΜΟΝΤΕΛΟΥ ΚΟΙΝΩ­ΝΙΚΟΥ που προσπαθιέται να υλοποιηθεί απ’ αυτό που δεν κατήργησαν οι «πανανθρώπινοι» ηγέτες, το ΚΕΦΑΛΑΙΟ.

Αυτό το κύμα επίθεσης στο 90% του παγκόσμι­ου πληθυσμού και που στοχεύει στην απόρριψη και στον αποκλεισμό πολιτικό, κοινωνικό, οικο­νομικό, ακόμη και βιολογικό εξυπηρετεί τα σχέδια της τάξης του κεφαλαίου. Η ύπαρξη της ειδικής πολιτικής στην περίοδο της κρίσης, που δημιουρ­γεί και βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα στους «έχο­ντες» και στους «μη έχοντες» παγκόσμια και στο εσωτερικό κάθε χώρας, που δημιουργεί κατά κύ­ματα τους νεόπτωχους, τον διαχωρισμό σε δύο κοινωνίες – κατηγορίες ανθρώπων στην κοινωνία των 2/3 και του 1/3 όπως δηλώνουν ευθαρσώς αυ­τοί που την εφαρμόζουν, ομολογείται και ορίζεται από τους ίδιους σαν «δυαδική κοινωνία».

Ίσως πολλά από τα σύγχρονα τοπία να θυμί­ζουν τον πριν ένα αιώνα κόσμο, ίσως οι αυταπά­τες από την «κοινωνία της ευημερίας, της ανάπτυ­ξης και της κατανάλωσης» να ταλαιπωρούν, ίσως ακόμη είναι ζωντανοί οι χειροκροτούντες αυτές τις αλλαγές και να επηρεάζουν νεολαίους, εργαζό­μενους, κ.λ.π., ίσως τελικά να υπάρχουν ακόμη ε­μπόδια για να διαβάσουμε προσεκτικά την δια­δρομή της κοινωνικής εξέλιξης, να θυμηθούμε, να αναγνωρίσουμε, να εξηγήσουμε και τελικά να α­ντιδράσουμε.

Τρία στοιχεία είναι ικανά να απαντήσουν το ε­ρώτημα πως φθάσαμε σε αυτήν την νεοταξική βαρβαρότητα.

Η καπιταλιστική κρίση, ή καλύτερα η γενική κρίση του συστήματος κοινωνικών σχέσεων, η προσπάθεια για το ξεπέρασμα της και το περιβόη­το «τέλος» του κομμουνισμού.

Η παρατεταμένη οικονομική κάμψη, από τις αρχές της δεκαετίας του 70 αφορά το κεφάλαιο που έχει υπερσυσσωρευθεί και που δεν βρίσκει τους τρόπους για την επέκταση και επένδυση των κερδών του.

Δραστηριοποιείται σε όλες τις παρασιτικές διαδικασίες (χρηματιστήρια, κ.λ.π.), ενώ ταυτό­χρονα ψάχνει τους τρόπους συμπίεσης και διαχεί­ρισης της εργατικής δύναμης για να βρει διέξοδο η κερδοφορία του. Έτσι λοιπόν δεν αγοράζει εργα­τική δύναμη αν δεν τον συμφέρει, χρησιμοποιεί όλα τα «επιτεύγματα» του, αυτά της πληροφορι­κής των κομπιούτερς και της λεγόμενης επιστημονικοτεχνικής επανάστασης για να συμπιέσει, α­πορρίψει, αποκλείσει εργατική δύναμη και απα­σχολήσεις από τις παραγωγικές διαδικασίες. Κα­ταστρέφει παραγωγικές μονάδες, επειδή δεν το συμφέρουν στην επέκταση του, αποβιομηχανοποιεί περιοχές στον ανταγωνισμό και την κρίση του, κ.λ.π.

Η σύγχρονη λεηλασία της εργατικής τάξης με τις συνεχείς λιτότητες, τις αυξήσεις στην ανεργία, την καταστροφή περιοχών, κ.λ.π. έχει να κάνει με έναν και μόνο στόχο. Την αύξηση κερδών για να υπάρχει και να λειτουργεί προς όφελος του το κε­φάλαιο.

Αν σ’ αυτή του την κίνηση το μεγάλο του φάρ­μακο έμοιαζε να είναι η «επιστήμη» του με τη μορ­φή της πληροφορίας και της ουτοπίας των υπολο­γιστών και ρομπότ υπήρχε και το τρίτο στοιχείο, αυτό του προαναγγελθέντος «τέλους» του κομ­μουνισμού, που έστρωσε τον δρόμο για την τέτοια εξέλιξη.

Η δήθεν κατάρρευση (είχε χρόνια καταρρεύσει επί της ουσίας) της Σοβιετικής Ένωσης, η υποχώ­ρηση του κομμουνιστικού και εργατικού κινήμα­τος έδωσαν το πράσινο φως, έστρωσαν το έδαφος για την εξαπόλυση αυτής της καταστροφικής επέλασης-επίθεσης.

Οι απανταχού «Λούθηροι και «πατριάρχες»» του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος μπορεί σήμερα να ξεπλένουν τα χέρια τους σαν σύγχρονοι Πόντιοι Πιλάτοι και να φωνασκούν σαν απατημένες πόρνες, αλλά ήταν αυτοί που προετοίμασαν, χειραγώγησαν, οδήγησαν το εργα­τικό κίνημα και τους λαούς, όχι στην αναζήτηση μιας άλλης οργάνωσης κοινωνικής, οικονομικής, πολιτιστικής, αλλά στην υποταγή και τον εξανδραποδισμό του από την αναχρονιστική κοινωνική ορ­γάνωση που σαν σημαία της έχει τον πόλεμο, την εκμετάλλευση, την απόρριψη.

Δυστυχώς όμως για όλους αυτούς οι «ήσυχες συνειδήσεις» δεν έχουν άλλα περιθώρια. Αυταπα­τώνται όσοι νομίζουν ή ελπίζουν ότι η ικανότητα αυτής της κοινωνικής οργάνωσης είναι τέτοια που να επιτρέπει τους ρεαλισμούς και τους μονόδρο­μους της δυαδικής κοινωνίας.

Ο αντίπαλος δεν είναι άλλος από αυτούς που δέχονται το κύμα της βάρβαρης επίθεσης. Είναι ό­λοι οι εργαζόμενοι και η νεολαία που δέχονται στο πετσί τους καθημερινά σε όλους τους χώρους και τους τόπους τους καταναγκασμούς, τους απο­κλεισμούς και την εξαθλίωση. Είναι όλοι αυτοί που βρίσκονται στο Λ. Αντζελες, στην Σομαλία, στην Γιουγκοσλαβία, στην ΕΑΣ, στο Λαύριο, στην Σύρο, στα σχολεία…

 

Στην χώρα της εξάρτησης και του ραγιαδισμού, η δυαδική κοινωνία προωθείται

 

Αν μιλήσουμε για την πραγματικότητα που ζουν οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα σήμερα, πρέπει κατ’αρχήν να κάνουμε μια παρατήρηση. Υπάρχει μια «πραγματικότητα» που «φαίνεται», που είναι στην επικαιρότητα, που προβάλλεται από τα ΜΜΕ & μία άλλη πραγματικότητα, που ενώ τη βιώνουν όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι μοιάζει να καλύπτεται από ένα πέπλο, μια συνωμοσία σιωπής.

Αυτό που προβάλλεται είναι η άμεση & καθημερινή επίθεση της κυβέρνησης στα πορτοφόλια μας, το μακρύ χέρι του κράτους που έχει εγκατασταθεί μόνιμα στην τσέπη μας & φροντίζει να μας  παίρνει τον μισθό πριν καλά-καλά τον πάρουμε  στα χέρια μας. Αυτό που δείχνουν να μην καταλαβαίνουν όσοι μας μιλάνε καθημερινά για την «νεοδημοκρατική λαίλαπα», είναι ότι η επίθεση στο εισόδημα των εργαζομένων είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Και το παγόβουνο στην προκει­μένη περίπτωση είναι το συνολικό σχέδιο της δυα­δικής κοινωνίας που στηρίζεται στην μαζική, χω­ρίς προηγούμενο, απόρριψη εργαζομένων απ’ την παραγωγή αλλά & στην συστηματική αποψίλωση οποιασδήποτε οικονομικής, πολιτικής ή κοινωνι­κής κατάκτησης των εργαζομένων. Προφανώς δεν υπάρχουν δύο πραγματικότητες. Η πραγματικότη­τα είναι η δυαδική κοινωνία & έχει ιδιαίτερη ση­μασία το ότι «επίσημοι» πολιτικοί & ΜΜΕ, θέ­λουν να μην φαίνεται, φροντίζουν να προβάλλουν αποκλειστικά πλευρές της πραγματικότητας για να εμποδίσουν, όσο γίνεται, την πλειοψηφία του κόσμου να σχηματίσει μια σφαιρική εικόνα.

Αυτή η πραγματικότητα την οποία, είτε είναι στην «επικαιρότητα», είτε όχι, την βιώνουν όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι, έχει να κάνει με την κρίση της ελληνικής οικονομίας & τις προ­σπάθειες της άρχουσας τάξης να ξεπεράσει αυτήν την κρίση, φροντίζοντας φυσικά να φορτώσει τα βάρη αυτής της εξόδου στις πλάτες των εργαζομέ­νων.

Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας έχουμε την αλλαγή προσανατολισμού των «επενδυτών» που εγκαταλείπουν τις παραγωγικές δραστηριότη­τες, ως «μη κερδοφόρες», και στρέφονται σε μετα­πρατικές δραστηριότητες (εισαγωγές, διαμετακο­μιστικές δραστηριότητες, τουρισμό, ασφάλειες κά­θε είδους, γενικά υπηρεσίες). Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας έχουμε και την προσπάθεια να «απαλλαγεί» ο κρατικός προϋπολογισμός από «περιττά» βάρη, είτε αυτά προέρχονται από παραγωγικές δραστηριότητες (η μεγάλη επιχείρηση αποκρατικοποίησης ή ιδιωτικοποιήσεων), είτε προέρχονται από κοινωνικές παροχές όπως η κοινωνική ασφάλιση, η δωρεάν παιδεία κλπ. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας από το 1983 ως το 1992 έκλεισαν 49 εργοστάσια και απολύθηκαν 16.300 εργαζόμενοι (μόνο απ’ την Πειραϊκή-Πατραϊκή απολύθηκαν 4.920 εργαζόμενοι). Στον τομέα της βιομηχανίας μετάλλου τα τελευταία 4-5 χρόνια έκλεισαν 30 επιχειρήσεις και συρρικνώθηκαν θεαματικά 16, στον κλάδο είχαμε πάνω από 10.000 απολύσεις. Κι αυτά είναι μόνο ενδειχτικά στοιχεία.

Είναι πια γνωστό, και το παραδέχονται όλο όσο κι αν δεν θέλουν να το λένε, ότι απ’ το ’81 ως το ’89 οι εργαζόμενοι έχασαν το 30% του εισοδήματός τους και από το ’89 ως σήμερα το 50% ως 70%, στο όνομα της «σταθεροποίησης», μιας «σταθεροποιησης» που θα οδηγουσε, υποτίθεται, στην «ανάκαμψη» μια «ανάκαμψη» που όλο εξαγγέλεται και ποτέ δεν έρχεται.

Στα πλαίσια της ίδιας «ευγενούς», «εθνικής» κλπ προσπάθειας η ανεργία καλπάζει με ρυθμούς αύξησης 34.2% την τελευταία 3ετία. Μόνο το ’92 έγιναν 250.000 απολύσεις και ακόμα έχουμε «πο­λύ δρόμο μπροστά μας».

Η άλλη όψη του νομίσματος είναι η εγκατάλει­ψη και η καταδίκη στην απόλυτη εξαθλίωση ολό­κληρων περιοχών που δεν προσφέρονται για το είδος της οικονομικής δραστηριότητας που ανα­πτύσσεται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Το Λαύριο νέκρωσε, 2.642 απολύσεις και τα συσσίτια στην ημερήσια διάταξη. Στο Μαντούδι έγιναν 2.600 περίπου απολύσεις και η ανεργία πλησιάζει το 100%. Στην Ξάνθη και τη Ροδόπη η ανεργία ξε­πέρασε το 25% και πάνε για «εκκαθάριση» οι συνε­ταιριστικές επιχειρήσεις ΣΕΒΑΘ, ΣΕΠΕΚ, «ΡΟΔΟΠΗ», αλλά και η ΣΕΚΑΠ. Στη Θεσσαλονί­κη η ανεργία ξεπερνάει το 13% και το ΕΚΟ μιλάει για περισσότερους από 30.000 ανέργους. Στο νομό Κοζάνης έγιναν 1.200 απολύσεις μόνο από 4 μεγά­λα εργοστάσια και σύντομα υπολογίζεται να φτά­σουν τις 1.735. Στο νομό Μαγνησίας την τελευ­ταία 10ετία χάθηκαν 4.000 θέσεις εργασίας και οι άνεργοι ξεπερνούν τις 6.000. Το ίδιο χρονικό διά­στημα στο νομό Λάρισσας έκλεισαν 15 επιχειρή­σεις με 4.000 εργαζόμενους, ο συνολικός αριθμός των ανέργων είναι πάνω από 7.800.

Αν προσθέσουμε και τη βιομηχανική περιοχή της Πάτρας και τη Σύρο αρχίζουμε να σχηματίζουμε την εικόνα της πραγματικότητας για την ο­ποία μιλάγαμε.

Η εικόνα συμπληρώνεται με την επίθεση στα α­σφαλιστικά δικαιώματα των εργαζόμενων, επίθε­ση που επιμηκύνει τον χρόνο εργασίας μειώνο­ντας ταυτόχρονα τις ασφαλιστικές παροχές και τις συντάξεις και αναγκάζει όποιον μπορεί να στραφεί προς την ιδιωτική ασφάλιση. (Οποιος δεν μπορεί να πληρώσει τα ιδιωτικά ασφάλιστρα μπο­ρεί να «μας αδειάζει τη γωνιά» γιατί σήμερα αξί­ζει να ζουν μόνο όσοι μπορούν να πληρώνουν, αυτή είναι η λογική των εταιρειών αλλά και της κυβέρνησης).

Με τις νέες εργασιακές σχέσεις που επιβάλλονται, με τη μερική απασχόληση και την απελευθέ­ρωση του ωραρίου που αναγκάζει δεκάδες χιλιά­δες εργαζόμενους να ρυθμίζουν όλη τη ζωή τους σύμφωνα με τα συμφέροντα των εργοδοτών. Άλλο κομμάτι της εικόνας είναι και το κράτος των ΜΑΤ και του αστυνόμου που εγκαθιδρύει για τη «διατή­ρηση και επιβολή της τάξης».

Οι ιδεολογικές, πολιτικές και αστυνομικές επι­θέσεις ενάντια σ’ όποιον αντιστέκεται στην επιβο­λή αυτής της πολιτικής που αφορά και τη νεολαία όσο αφορά και τους εργαζόμενους.

Γι’ αυτό και όλα τα μέτρα που παίρνονται για την παιδεία την τελευταία 10ετία έχουν ένα και μοναδικό στόχο. Να σπρώξουν έξω απ’ την εκ­παιδευτική διαδικασία ουσιαστικά, αλλά και τυπι­κά ένα μεγάλο κομμάτι της νεολαίας, να κάνουν την εκπαίδευση «οικονομική επένδυση». («Πόσα λεφτά διαθέτεις για τη μόρφωση του παιδιού σου;» «Τόση μόρφωση θα πάρει»). Γι’ αυτό και η δωρεάν δημόσια εκπαίδευση, έστω και τυπικά, εί­ναι στο στόχαστρο.

Πρόκειται για μια ενιαία επίθεση με στόχο την απόρριψη μιας μεγάλης μάζας εργαζόμενων και νεολαίας, όχι μόνο απ’ την παραγωγική διαδικα­σία, αλλά και από την κοινωνική ζωή.

Πρόκειται για την εφαρμογή μιας πολιτικής που επιδιώκει να χτυπήσει, να περιθωριοποιήσει, να αποκλείσει όσους δεν είναι άμεσα χρήσιμοι στο κεφάλαιο. Να τους αφαιρέσει ουσιαστικά, αλλά και τυπικά όπου χρειάζεται, το δικαίωμα στην ερ­γασία, στην ασφάλιση, στην εκπαίδευση, στον πο­λιτισμό, στην πολιτική δραστηριότητα. Αυτό είναι που ορίζεται σαν δυαδική κοινωνία και αυτό είναι το κοινωνικό μοντέλο που προωθείται.

Και βέβαια αυτό το μοντέλο δεν είναι ελληνι­κή επινόηση. Είναι ο τρόπος με τον οποίο προ­σπαθούν οι καπιταλιστές να ξεπεράσουν την κρί­ση του συστήματος παγκόσμια, η μοντελοποίηση τέ­ρας που επιβάλλεται σ’ όλο τον πλανήτη και που στη γενίκευση της ακούει στο όνομα Νέα Τάξη Πραγμάτων. Κι όπως στην Ελλάδα εγκαταλείπο­νται, ερημώνονται ολόκληρες περιοχές, το ίδιο συμβαίνει και σε πλανητικό επίπεδο.

Η πολιτική των κυβερνήσεων στην Ελλάδα, έ­χει να κάνει με την προσπάθεια να μην βρεθεί η χώρα μεταξύ των εγκαταλειμμένων, με όποιο κό­στος. Ετσι οι ελληνικές κυβερνήσεις είναι από πολλά χρόνια απ’ τους πιο πειθήνιους εφαρμο­στές των ΕΟΚικών ντιρεχτίβων και των συνταγών του ΔΝΤ, αλλά και απ’ τους «πιστότερους σύμμαχους» της Δύσης, που αποδέχονται οτιδήποτε α­ποφασίζουν οι μεγάλες δυνάμεις για την περιοχή.

Οι προϋποθέσεις, αλλά κυρίως οι όροι ένταξης στην ΕΟΚ, η πορεία προς το ’92 και σήμερα η προσπάθεια σύγκλισης με τους στόχους του Μάαστριχτ κυριαρχούν στην ελληνική πραγματικότη­τα.

Η πορεία της Ελλάδας προς την Ευρώπη απο­τελεί τη σύγχρονη έκφραση της εξάρτησης της άρ­χουσας τάξης της χώρας μας, μιας εξάρτησης που δεν αμφισβητήθηκε από καμιά κυβέρνηση και που οδηγεί στην αποδοχή, απ’ τη μεριά των κυβερνώ­ντων της υποβάθμισης της θέσης της Ελλάδας στο σύγχρονο κόσμο και σ’ ότι συνεπάγεται αυτή. Αυ­τό τον «ευρωπαϊκό καταναγκασμό» εκφράζουν οι επισκέψεις και οι έλεγχοι των επιτροπών της ΕΟΚ, όπως η έπαρση των υπουργών μας για την ικανοποίηση της κοινότητας εκφράζει το ραγιαδι­σμό της άρχουσας τάξης της χώρας μας.

Τα τελευταία χρόνια είναι «της μόδας» να φορτώνουν όλοι, όλες τις συμφορές στον «καντέμη». Αυτή η ταχτική βολεύει ολόκληρο τον πολιτι­κό κόσμο γιατί επιτρέπει να εφαρμόζεται μια κοι­νά αποφασισμένη πολιτική χωρίς να αναλαμβά­νουν όλοι όσοι συμφώνησαν το «πολιτικό κό­στος». Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετι­κή. Χρειάστηκε μεγάλη και συντονισμένη προσπά­θεια απ’ όλο τον πολιτικό κόσμο για να ζούμε μια πραγματικότητα σαν τη σημερινή. Καταρχήν κα­μιά μεταπολιτευτική κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε το «ανήκομεν εις την Δύσιν» (Κ. Καραμανλής).

Είναι γνωστό ότι δεν υπάρχει κανένα κόμμα του κοινοβουλίου που να μην πήρε μέρος σε κυ­βέρνηση, όπως και δεν υπάρχει κόμμα της αντιπο­λίτευσης που στα λόγια να μην κατακεραύνωσε τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ, την ΕΟΚ, τα «ξένα κέντρα απο­φάσεων» κλπ. Το τι αξία είχανε οι διακηρύξεις και τα συνθήματα τους φάνηκε τόσο την 8ετία του ΠΑΣΟΚ όσο και την περίοδο της κυβέρνησης Τζανετάκη και της οικουμενικής κυβέρνησης, όποτε ακόμα και οι πιο «αδιάλλαχτοι πολέμιοι» της ΕΟΚ κάνανε το κορόιδο, ό,τι κι αν λένε σήμερα. Αυτό σημαίνει και ότι ποτέ δεν επιχειρήθηκε να α­κολουθηθεί μια πολιτική αυτοδύναμης ανάπτυξης της χώρας που θα επέτρεπε να αγνοηθούν οι ντιρεχτίβες και οι συνταγές των «ξένων κέντρων α­ποφάσεων». Ακόμα και η οικονομική πολιτική της σημερινής κυβέρνησης δεν είναι αποκλειστικό της «προνόμιο».

Ας θυμηθούμε:

α) Μόνο κατά την περίοδο ’85-’87 κατά τη διάρκεια του σταθεροποιητικού προγράμματος Σημίτη οι εργαζόμενοι έχασαν 560 δισ. δρχ. Στην 8ετία του ΠΑΣΟΚ χάθηκε για τους εργαζόμενους το 30% του εισοδήματος τους,

β) επί ΠΑΣΟΚ άρχισαν να λειτουργούν οι δη­μόσιες επιχειρήσεις και οργανισμοί με «ιδιωτικό-οικονομικά κριτήρια». Αυτό σήμαινε ότι έπαψαν να χρηματοδοτούνται τα χρέη τους και αναγκαστι­κά να δανείζονται απ’ τις Τράπεζες με «όρους α­γοράς». Με απλά λόγια υπερχρεώθηκαν οι δημό­σιες επιχειρήσεις και οργανισμοί (μεταξύ των ο­ποίων και τα ασφαλιστικά ταμεία) για να θησαυρίσουν οι τραπεζίτες,

γ) αφού το ΠΑΣΟΚ φρόντισε να υπερχρεώσει τα ασφαλιστικά ταμεία μετά φρόντισε για την «ε­ξυγίανση» τους αρχίζοντας περικοπές ασφαλιστι­κών δικαιωμάτων,

δ) στην ίδια λογική ετοιμάστηκε και ο κατάλο­γος των «υπό εκκαθάρισιν» «μη βιώσιμων» προβληματικών επιχειρήσεων απ’ τους Αρσένη – Παπαντωνίου, άσχετα αν οι «εκκαθαρίσεις» δεν προ­χώρησαν λόγων εκλογών,

ε) η κυβέρνηση Τζανετάκη και η οικουμενική προετοίμασαν ιδεολογικά και πολιτικά το έδαφος για τη «νεοδημοκρατική λαίλαπα» με τις συζητή­σεις στη Βουλή για τη κατάσταση της οικονομίας και τα ελλείμματα. Ήταν η περίοδος που όλα τα πολιτικά κόμματα συμφώνησαν πως πρέπει να βελ­τιωθούν, με κάθε κόστος, οι «οικονομικοί δείχτες» και αυτό ακριβώς έκανε και κάνει η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Όσο κι αν κάποιοι σήμερα θέλουν απεγνωσμέ­να να μην θυμούνται εκείνη την εποχή, υπήρξε και υπάρχουν και οι ευθύνες τους που δυστυχώς δεν σταματάνε εκεί.

Δεν υπάρχει μεταπολεμικά πιο αδύναμη και πιο σπαρασσόμενη από εσωτερικές αντιθέσεις κυ­βέρνηση απ’ τη σημερινή, που να μπορεί να εξαπο­λύει τέτοια επίθεση ενάντια στο 90% του ελληνι­κού λαού και να παραμένει στην εξουσία. Πέρα απ’ αυτό, τις «επιτυχίες» της ενάντια στους εργα­ζόμενους, η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν τις οφείλει μόνο στην αδιαλλαξία και τον κυνισμό της. Όσο αδίστακτη κι αν είναι, έχει ξεσηκώσει τέτοια κύματα οργής και αγανάχτησης που θα μπορούσαν να τη σαρώσουν πάνω από 3 φορές μέχρι σήμερα αν δεν είχε τη συνδρομή της αντιπολίτευσης που ήθελε και θέλει να την αφήσει να κάνει όλη τη «βρώμικη δουλειά». Αυτό είναι τόσο φανερό που ακόμα και στελέχη του ΠΑΣΟΚ έχουν μιλήσει για «ανυπαρξία αντιπολίτευσης». Τι άλλο να πουν ό­ταν για το ασφαλιστικό νομοσχέδιο της ΝΔ ο Σημίτης δήλωνε ότι «είναι στην σωστή κατεύθυνση» και όταν ο Γεννηματάς δήλωνε το καλοκαίρι, ενώ οι εργαζόμενοι της ΕΑΣ κινητοποιούνταν, ότι «θα πρέπει να παρθούν μέτρα για την εξυγίανση της ΕΑΣ» και στα μέτρα θα περιλαμβάνονταν αύξηση των εισιτηρίων και μείωση του προσωπικού.

Για να μην μιλήσουμε για την προσπάθεια πο­ρείας των απεργών της ΕΑΣ στη Θεσσαλονίκη ό­που δεν υπήρξε συνδικαλιστής, πολιτικός ή δημο­σιογράφος που να μην σπεύσει να διαχωρίσει τη θέση του απ’ τους «Κολλάδες» ή και να τους βρί­σει με το χειρότερο τρόπο. Και πέρα απ’ αυτά έ­χουμε και τη διαβεβαίωση της αντιπολίτεσυης ότι η πολιτική του Μητσοτάκη δεν έχει καμιά σχέση με το Μάαστριχτ, κι ας λένε το αντίθετο οι επίτρο­ποι της ΕΟΚ. Τέτοια προσπάθεια εξωραϊσμού της ΕΟΚ και του Μάαστριχτ, ούτε οι υπάλληλοι δη­μοσίων σχέσεων της κοινότητας δεν έχουν τολμή­σει.

Γιατί τα λέμε όλα αυτά; γιατί ξαναθυμηθήκαμε την 8ετία του ΠΑΣΟΚ και της κυβέρνησης του ’89; Γιατί οι εκλογές που πλησιάζουν και η αγανά­χτηση και οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων και της νεολαίας ενάντια στην πολιτική της κυβέρνη­σης αναγκάζουν και θα αναγκάσουν περισσότερο στο μέλλον την αντιπολίτευση να ανεβάσει τους τόνους της κριτικής της (στο λόγια βέβαια). Θα χρειαστεί η αντιπολίτευση, για να κρατήσει μια ε­παφή με τον κόσμο να χρησιμοποιήσει ακόμα και αριστερή φρασεολογία. Και τότε θα μας χρειαστεί η μνήμη μας, για να θυμόμαστε ότι η πολιτική που ακολουθιέται σήμερα είναι μονόδρομος για όλον τον επίσημο πολιτικό κόσμο και θα μας χρειαστεί καθαρό μυαλό για να αποκαλύψουμε την απάτη που προετοιμάζουν από σήμερα, δηλαδή να συνεχί­σουν την ίδια πολιτική με την συναίνεση μας μιας και θα έχουν παραλάβει «χάος» (έτσι συνηθίζε­ται).

 

Να μην επιτρέψουμε τον κατατεμαχισμό της ταξικής συνείδησης. Να αντισταθούμε συνολικά, ενιαία και συγκροτημένα στην δυαδική κοινωνία

 

Σήμερα οι «νέες ιδέες» πεθαίνουν γι’ αυτό και χρειάζονται καινούργιες «νέες ιδέες» για να συνεχίσουν το έργο των παλιών που ξεθωριάσανε. Πλήθος πολιτικών, που έχουν αντι­ληφθεί τα σημεία των καιρών, προετοιμάζουν τις διάδοχες καταστάσεις. Σαραντάρηδες από το Κλί­ντον (που οι δολοφονίες του είναι περισσότερες απ’ τις μέρες του) ως το «δοκιμασμένο νεαρό Α. Παπανδρέου, από τον Σαμαρά ως τον Εβερτ, κ.α. τρέχουν να μας πείσουν για τη διαφορετικότητα τους. Μια διαφορετικότητα που συνίσταται σε ά­φθονη επίδειξη κοινωνικής ευαισθησίας (που δεν κοστίζει και τίποτα) και συστηματική αποφυγή ο­ποιασδήποτε δέσμευσης για ανατροπή της πολιτι­κής που ακολουθιέται.

Και όταν λέμε ανατροπή εννοούμε να αλλά­ξουν οι βασικές κατευθύνσεις (πχ σταμάτημα της πολιτικής λιτότητας, εγγύηση του εισοδήματος των εργαζομένων, να ανοίξουν οι βιομηχανίες που έκλεισαν, να ακυρωθούν όλες οι ιδιωτικοποιήσεις,

να απαγορευτούν οι απολύσεις κλπ.) Αντίθετα αυτό που μας υπόσχονται και σ’ αυτό μπορούμε να τους πιστέψουμε, είναι συνέχιση της λιτότητας («σταθεροποίηση» το λένε τώρα) και των θυσιών λόγων του γνωστού… «χάους» που θα παραλη­φθεί. Και σε αντάλλαγμα της κοινωνικής ευαισθη­σίας που δείχνουν μας ζητάνε συναίνεση στην εξα­θλίωση που μας ετοιμάζουν. Και ταυτόχρονα ξα­ναθυμούνται το τροπάρι της ανάπτυξης που ΘΑ έρθει μετά τη «σταθεροποίηση» όταν ΘΑ έρθει, τό­τε ΘΑ… ΘΑ… ΘΑ…

Γεννιέται ένα ερώτημα: ποιος είναι ο λόγος αυτή της στροφής απ’ τον κυνισμό στην «κατα­νόηση» και την «ευαισθησία» και τι επιδιώκει. Ο λόγος γι’ αυτή την αλλαγή στην ίδια κατεύθυνση είναι κυρίως η ύπαρξη μιας αντίστασης στην πολι­τική που προωθείται. Μιας αντίστασης που παίρ­νει μονιμότερα χαραχτηριστικά, που εκφράζεται με μια όλο και εντονότερη πιο βαθειά και πιο πο­λιτική αγανάχτηση του κόσμου και που όταν ξε­σπάει ελέγχεται με μεγάλη δυσκολία, συχνά ξεπερ­νάει τα πολιτικά κόμματα και φτάνει να βάζει πο­λιτικά ζητήματα (όπως η απομάκρυνση της κυβέρ­νησης Μητσοτάκη). Έκφραση αυτής της αντίστα­σης ήταν πρόσφατα οι μαθητικές κινητοποιήσεις και η εργατική αναταραχή του καλοκαιριού. Αυτή την αντίσταση θα πρέπει να την χειριστούνε πριν γιγαντωθεί και απειλήσει την πολιτική τους. Οι τρόποι χειρισμού είναι βασικά δύο: το ματσούκι και ο αποπροσανατολισμός. Και τους χρησιμο­ποιούνε και τους δυο. Επιχειρούνε να αποπροσα­νατολίσουν τον κόσμο και όπου αυτό δεν είναι αρκετό υπάρχουν και τα ΜΑΤ, τα ΜΕΑ, οι ει σαγγελείς, τα δικαστήρια, οι φυλακές κλπ.

Ο αποπροσανατολισμός στηρίζεται βασικά σε 3 πράγματα: στο πολιτικό θέατρο, στην αντίληψη για την συνυπευθυνότητα λαού και άρχουσας τά­ξης για το ξεπέρασμα της κρίσης (η λεγόμενη εθνι­κή πολιτική) και στο διαχωρισμό στην προσπά­θεια κατακερματισμού των εργαζομένων και της νεολαίας και άρα και των αγώνων τους.

Για το πολιτικό θέατρο έχουμε μιλήσει αρκετά, είναι εξάλλου τόσο προφανές, που έχουν καταφέ­ρει να κάνουν τον όρο πολιτική συνώνυμο της ψευτιάς, της απάτης και της υποκρισίας. Η συνυ­πευθυνότητα για το ξεπέρασμα της κρίσης αφορά τη λογική της λεγόμενης «εθνική οικονομίας» η ο­ποία έχει προβλήματα και άρα οφείλει όλο το έθνος να υποστεί θυσίες για να ξεπεραστεί η κρίση.

Απάτη Νο 1: Οσο καιρό οι επιχειρήσεις άφη­ναν ικανοποιητικά κέρδη ήταν ιδιωτικές και σε κανένα δεν έπεφτε λόγος τι έκανε ο εργοδότης, τα κέρδη του. ΑΠ’ τον καιρό που άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα λόγω της κρίσης βαφτίστηκαν «εθνικής οικονομίας « και πρέπει όλοι να πληρώσουμε για να «εξυγιανθούν» και να ξανα­γίνουν ιδιωτικές.

Απάτη Νο 2: Είναι κοντά μια 20εταία που πλασάρεται η ιδέα της «εθνικής οικονομίας» και των συλλογικών θυσιών και μέχρι στιγμής οι μό­νοι που καλούνται να θυσιαστούν, και θυσιάζο­νται θέλουν δεν θέλουν, είναι οι εργαζόμενοι και η νεολαία που σπρώχνονται όλο και περισσότερο προς την εξαθλίωση και την απόρριψη. Και δεν φαίνεται και κανείς απ’ τους πολιτικούς (κυνι­κούς και ευαίσθητους) διατεθειμένος να βάλει τέρ­μα σ’ αυτή την κατάσταση. Εκτός κι αν…

Αυτό το «αν»… που δεν είναι άλλο απ’ την α­νάπτυξη της αντίστασης ενάντια στα σχέδια της άρχουσας τάξης, προσπαθούν να προλάβουν με το διαχωρισμό των εργαζομένων και της νεολαίας. Και σ’ αυτό τον τομέα βοηθάνε τα μέγιστα και οι υπεύθυνοι συνδικαλιστές. Στο συνδικαλιστικό κί­νημα εμφανίζονται δύο «τάσεις» οι εκσυγχρονι­στές και οι «ταξικοί» συνδικαλιστές. Οι μεν εκ­συγχρονιστές είναι φανατικοί υπέρμαχοι της με­τατροπής των συνδικάτων σε τεχνοκρατικά κέ­ντρα παραγωγής εποικοδομητικών προτάσεων για τη σωτηρία της «εθνικής οικονομίας». Και φυσι­κά το βασικότερο στοιχείο όλων των προτάσεων είναι «να δώσουν οι εργαζόμενοι…».

Οι άλλοι σκληροί και ντούροι είναι υπέρ των «αγώνων». Αλλά αγώνων υπεύθυνων, με σύνεση και αυτοσυγκράτηση, «με τις προτάσεις μας» και στα πλαίσια της νομιμότητας. «Ενότητα και πάλη με τα συνδικάτα» μόνο τα συνδικάτα, ούτε ενότη­τα δείχνουν στις κινητοποιήσεις, ούτε ουσιαστικά παλεύουν για την ανατροπή της δυαδικής κοινω­νίας. Γι’ αυτό και δεν μπορούν να εκφράσουν την αγανάχτηση του κόσμου, γι’ αυτό και αδυνατούν να συσπειρώσουν τους εργαζόμενους. Αντίθετα προωθούν το διαχωρισμό, τον κατακερματισμό και σ’ αυτό συμφωνούν εκσυγχρονιστές και «ταξικιστές».

Διαχωρισμός και αντίθεση. Ανάμεσα στους ερ­γαζομένους και τους άνεργους που «ρίχνουν τα μεροκάματα». Ανάμεσα στους έλληνες εργαζόμε­νους και άνεργους και στους ξένους που τους «παίρνουν τις δουλιές». Ανάμεσα στους εργαζόμε­νους στον ιδιωτικό τομέα και σ’ αυτούς του δη­μόσιου τομέα που «κάθονται και πληρώνονται τζάμπα».

Ανάμεσα στους «συνετούς και υπεύθυνους» εργαζόμενους που «ακούνε το συνδικάτο» και «αυτοσυγκρατούνται» και στα «ανεύθυνα στοιχεία που δεν ικανοποιούνται απ’ τις παραστάσεις στα υπουργεία και τις τυπικές έως ανούσιες «κι­νητοποιήσεις»…

Και οι διαχωρισμοί δεν έχουν τέλος. Κι ακρι­βώς αυτοί οι διαχωρισμοί που φέρνουν και τις α­ντιθέσεις δεν επιτρέπουν να ουνολικοποιηθεί η α­ντίδραση για να μπορεί να είναι αποτελεσματική.

Αυτή η αποτελεσματικότητα των κινητοποιήσειων είναι το ζητούμενο, είναι αυτό που θα ανα­γκάσει την αστική τάξη και τον πολιτικό κόσμο να αλλάξουν σχέδια και πολιτική. Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο η αντίσταση να είναι συνολική με δύο έννοιες. Πρώτο να αγκαλιάζει όσο το δυνατόν περισσότερους κλάδους εργαζομέ­νων και να οικοδομεί συμμαχίες με άλλα κοινωνι­κά στρώματα που θίγονται απ’ την εφαρμογή του σχεδίου της δυαδικής κοινωνίας και κύρια την νε­ολαία. Και δεύτερο να στρέφονται συνολικά ενά­ντια στην πολιτική της δυαδικοποίησης και όχι σε κάποιους επιμέρους στόχους με μερικά αιτήματα συντεχνιακού χαραχτήρα.

Αυτό σημαίνει ότι πρώτα απ’ όλα είναι απα­ραίτητο να σπάσει ο διαχωρισμός και ο ανταγωνι­σμός ανάμεσα στους εργαζόμενους να κατανοηθεί ότι μόνο η ουσιαστική αλληλεγγύη και η κοινή στάση απέναντι στον κοινό εχθρό δίνουν πραγμα­τικά διέξοδο.

 

πολιτική ομάδα Α/σννεχεια

Μάης 93

Advertisements

Tagged: , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: