ΕΝΑΛΛΑΧΤΙΚΟΙ, ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ (Νοεμβρης 1985)

ΕΝΑΛΛΑΧΤΙΚΟΙ, ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ

εκδόσεις  Α/συνέχεια

σειρά: κείμενα για την Αριστερά,  χρόνος έκδοσης: Νοέμβρης 85

 

enallaktikoi oikologoi kai kommounismos

Αυτή η σύντομη έκδοση είναι τμήμα μιας προσπάθειας που κάνουμε τον τελευταίο καιρό, εμβάθυνσης, διευκρίνησης και διατύπωσης μιας προβληματικής γύρω από ζητήματα που έχουν σχέση με την  αριστερά  και το  κομμουνιστικό κίνημα.

Η μορφή της μπροσούρας (σύντομα κείμενα, ευκολία στη διακίνηση) πιστεύουμε πως ανταποκρίνεται καλύτερα σ’ αυτή την προσπάθεια.

Η θεματολογία που διαλέξαμε, δηλαδή τα «κείμενα για την αριστερά» σχετίζεται με την ανάγκη να συνδιαστεί η όιτοια πραχτικη δραστηριότητα, η όποια νέα πολιτικοποίηση με τα ουσιαστικά προβλήματα που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει το  επαναστατικό  κίνημα στη δύσκολη  και   τραχιά   διαδρομή   του.

Ελπίζουμε σύντομα να συνεχίζουμε μια τέτοια παρουσία και με άλλη θεματολογία- Αυτό βέβαια εξαρτάται κι από την αντιμετώπιση που θα βρει αυτός ο     πειραματισμός μας.

Με την ευκαιρία, δεν παραλείπουμε να ευχαριστήσουμε ξανά και ξανά όλους όσους βοήθησαν σε αυτή την έκδοση.

εκδόσεις      Α/συνέχεια

 

ΕΝΑΛΛΑΧΤΙΚΟΙ, ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ

Καλύτερα λοιπόν, από τώρα κιόλας, να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας: Η οικολογική μάχη δεν είναι αυτοσκοπός, είναι ενδιάμεσο στάδιο. Μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες στον καπιταλισμό και να τον αναγκάσει να αλλάξει. ‘ Οταν όμως, έχον­τας για πολύ αντισταθεί με βία και πονηριά, υποχωρήσει τελικά, επειδή δεν θα μπορεί να αποφύγει το οικολογικό αδιέξοδο, θα αφομοιώσει αυτήν την επιταγή, όπως αφομοίωσε όλες τις άλλες.

Γι’αυτό ακριβώς, το ερώτημα πρέπει να τεθεί απροκάλυπτα: ‘ τι θέλουμε; ‘ Εναν καπιταλισμό που συμμορφώνεται με τις οικο­λογικές απαιτήσεις, ή μια οικονομική, κοινωνική και μορφωτική επανάσταση που καταργεί τις επιταγές του καπιταλισμού και, μ αυτόν τον τρόπο, καθιερώνει νέα σχέση των ανθρώπων με τη συλλογικότητα, το περιβάλλον και τη φύση; Μεταρρύθμιση ή επα­νάσταση;

(Andre Gorz :       Οικολογία και  Πολιτική)

 

Αν ο σημερινός κόσμος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δίχως προηγούμενο περιπλοκότητα καταστάσεων, άλλο τόσο σύνθετες, περίπλοκες, αντιφατικές, στους κύριους στόχους ή στις αποχρώσεις, είναι σι προσπάθειες λογιών-λογιών συλλογικοτήτων ή μεμονωμένων ερευνητών  να τον ερευνήσουν.

Η ποικιλία αυτών των αποπειρών οφείλει να απαντήσει και σε τελευταία ανάλυση κρίνεται, με βάση το αν επιχειρεί να βελτιώσει το υπαρκτό σύστημα κοινωνικών σχέσεων ή να το ανατρέψει. Και αν στόχος είναι η ανατροπή, οφείλει κανείς να απαντήσει και στο ποιο είναι το υποκείμενο αυτής της κοινωνικής ανατροπής κι ακόμα, στο τι απέγιναν όλες οι προσπάθειες κοινωνικής ανατροπής του τελευταίου αιώνα.

Προσπαθώντας κάποιος να καταπιαστεί με το εναλλακτικό-οικολογικό   κίνημα,  όπως   το  γνωρίσαμε  στην   Ευρώπη   την   τελευταία δεκαετία, βρίσκεται αντιμέτωπος με πλειάδες απόψεων που παρά τις κοινές αφετηρίες χαρακτηρίζονται από σημαντικές διαφοροποιήσεις στο θεωρητικό και στο πρακτικό επίπεδο. Οι διαφοροποιήσεις αυτές, περιπλοκοποιούν μια κριτική τοποθέτηση, καθώς είναι εύκολο για τον καθένα να έχει στο μυαλό του τη «μια πλευρά», να αποδέχεται την  «α’ ερμηνεία» και εύκολα να διαχωρίζεται, να διαφωνεί, να τα «ρίχνει» στην όποια »β’ άποψη», ανεξάρτητα από το αν όλοι στεγάζονται κάτω από τον ίδιο τίτλο   (την  ίδια οικολογική εναλλακτική πράσινη στέγη).

Το κείμενο που ακολουθεί, με δεδομένη αυτή την κατάσταση, δεν μπορεί παρά να είναι οριακό. Θα προσπαθήσουμε να κατα­πιαστούμε -με μερικές πλευρές, που όπως φαίνεται, αποτελούν βάσεις του εναλλακτικου-οικολογικού κινήματος. Χρειάζεται ακόμα να διευκρινήσουμε, ότι μας ενδιαφέρει εκείνη η «τάση» στο οικολογικό κίνημα, που -ας μας επιτραπεί η έκφραση-καθώς είναι πιο εξελιγμένη από άλλες, βάζει -έστω και με τρόπο νεφελώδη, σκοτεινό και μπερδεμένο- σαν στόχο το ξεπέ­ρασμα  της  σημερινής  τάξης πραγμάτων.

Μας ενδιαφέρει μια συζήτηση σε βάθος γύρω από τα σημεία που μας χωρίζουν ή μας ενώνουν, ακριβώς γιατί αναζητούμε τη διερεύνηση εκείνων των δρόμων που θα φέρουν συλλογικότητες ή διακριτές προσπάθειες πιο κοντά. Η ιδεολογική-πολιτική -πρακτική συζήτηση σε μια συνάντηση ενός διάσπαρτου δυναμι­κού απόψεων και κινήσεων είναι σήμερα επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε. Ανεξάρτητα λοιπόν από το αν όλες οι δυνάμεις δεν έχουν δείξει αμοιβαία πρόθεση για μια τέτοια προσπάθεια, εμείς θα επιμείνουμε. Αυτή η κριτική μας τοποθέτηση ας θεωρηθεί σαν επιμονή στην παραπάνω προσπάθεια.

 

ΜΕ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΗΝ  ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ  ΣΧΕΣΕΩΝ, ΔΥΣΗΣ ΚΑΙ  ΑΝΑΤΟΛΗΣ

 

Θα ξεκινήσουμε διατυπώνοντας μια θέση. Σήμερα σ’ «Ανατο­λή» και «Δύση» κυριαρχεί ένας ενιαίος τύπος κοινωνικών σχέσεων, που κυριαρχείται, παρ’ όλες τις διαφορετικές αποχρώ­σεις ή καθυστερήσεις, χαρακτηρίζεται από την ομοιότητα του στην εκμετάλλευση, την καταπίεση αλλά και την επανάσταση.

Επιβίωση  του  ενιαίου συστήματος  κοινωνικών  σχέσεων  σημαίνει πως οι τεχνικές της παραγωγής, η οργάνωση της εργασίας», ο τεχνικός καταμερισμός της εργασίας, οι παραγωγικές σχέσεις, ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, οι ιδεολογίες και οι θεσμοί με κυριότερο το κράτος, σημαδεύονται από την κίνηση της σχέσης κεφάλαιο, υποτάσσονται σ’ αυτήν.

Η διατύπωση μιας τέτοιας θέσης, σημαίνει ότι σ’ αυτό τον κόσμο που κυριαρχείται από διάφορα πολιτικά και οικονομικά συστήματα, σε αυτό τον κόσμο που το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων ζει μέσα στον πόνο, καθώς υφίσταται την εκμετάλ­λευση οργανωμένων κοινωνικών μειοψηφιών, αντιπαλεύουν-συγκρούονται κοινωνικές ομάδες με διαφορετικά συμφέροντα. Κεντρικό σημείο αυτής της σύγκρουσης είναι η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας.

Όλα εκείνα τα στοιχεία που κάνουν τον κόσμο να φαίνεται ανατριχιαστικός, η αθλιότητα  της εργασίας, ο  χαρακτήρας της εκπαίδευσης, η καταλήστευση-καταστροφή των φυσικών πόρων, η μιζέρια και το άγχος της μεγαλούπολης, το αλλοτριωμένο ά­τομο, οι αρρώστιες, ο πόλεμος, υπάρχουν σ’ ένα καθορισμένο σύ­στημα κοινωνικών σχέσεων, αποτελούν εκφράσεις της προσπάθει­ας επιβίωσης και αναπαραγωγής του.

Η διατύπωση μιας τέτοιας θέσης σημαίνει ότι η ενασχόληση, η αντιπαλότητα, η πρακτική στάση απέναντι   σε   κάποιες δευτερεύουσες πλευρές, απέναντι σε κάποια χαρακτηριστικά του σημερινού κόσμου, πρέπει να παίρνει   υπόψη της τη βασική αντίθεση, να προσπαθεί να την ανατρέψει, να απευθύνεται στο υποκείμενο εκείνο που έχει   και τη δύναμη και την ανάγκη να την ανατρέψει.

Τι λένε όμως οι φίλοι μας οι οικολόγοι γι’ αυτό;

Η ουτοπία δεν βρίσκεται σήμερα στην επιδίωξη της ευημερί­ας μέσω της μη-ανάπτυξης και στην ανατροπή του σύγχρονου τρόπου ζωής: η ουτοπία βρίσκεται στην πεποίθηση ότι η άνοδος της κοινωνικής παραγωγής μπορεί ακόμα να φέρει την ευημερία και ότι είναι πρακτικά δυνατή.

Ο καπιταλισμός της ανάπτυξης έχει πεθάνει. Ο σοσιαλισμός της ανάπτυξης, που του μοιάζει σαν αδερφός, μας δίνει την παραμορφωμένη εικόνα, όχι του μέλλοντος, αλλά του παρελθόν­τος μας.

(Andre Gorz: Οικολογία και Πολιτική)

Αλλά   απ’ τους   θεωρητικούς   της   οικολογίας  σκόπιμο   είναι   να ρίξουμε   τη   ματιά   μας   στους   ντόπιους   οικολόγους, που   απ’ ότι φαίνεται συμφωνούν  και εξειδικεύουν  το πιο πάνω απόσπασμα. «Ο σύγχρονος  κόσμος,  χωρισμένος  σε συνασπισμούς και ε­πίπεδα άνισης ανάπτυξης, χαρακτηρίζεται  από οτιδή­ποτε άλλο, από την προσπάθεια για τη συντομότερη οικονομική ανάπτυξη. Για τους ίδιους τους λαούς, η επιδίωξη αυτή έχει ταυτιστεί με την αύξηση της δυνατότητας τους για κατανάλω­ση«. (Από το δελτίο: «Εμείς οι  οικολόγοι», Αθήνα, Μάης ‘ 85. Κείμενο που υπογράφουν ομάδες που αποτελούν την  ΕΚΟ).

Η διατύπωση μιας τέτοιας θέσης περιορίζει τη δυνατότητα σύλληψης του σύγχρονου κόσμου γιατί καταπιάνεται με ένα μο­νάχα χαρακτηριστικό, αυτό της παραγωγής και της οικονομικής ανάπτυξης. Η τοποθέτηση της παραγωγής στην τροχιά της ανά­πτυξης δεν είναι ένα κοινωνικά ουδέτερο φαινόμενο. Σε «δύ­ση» και «ανατολή» η κλιμάκωση της παραγωγικής δραστηριό­τητας υπάγεται στην προσπάθεια αξιοποίησης του κεφαλαίου, στο κυνήγι του κέρδους. Τα οικονομικά προγράμματα και δρα­στηριότητες όλων των αρχουσών τάξεων και των επιτελείων τους είναι προσηλωμένα στη διεύρυνση, τη συσσώρευση του κε­φαλαίου. Έχουμε λοιπόν να αντιμετωπίσουμε μια ταξικά καθο­ρισμένη οικονομική   εξέλιξη που στηρίζεται σε μια ανεξέλεγκτη αύξηση της παραγωγής όχι για την κάλυψη των αναγκών της ανθρωπότητας, αλλά για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων και την κυριαρχία της τάξης που κατέχει τα μέσα παραγωγής, Αν ένα χαρακτηριστικό αυτής της παραγωγικής διαδικασίας είναι η ανεξέλεγκτη καταλήστευση του φυσικού πλούτου της γης, το κύριο χαρακτηριστικό είναι η εκμετάλλευση του μεγαλυτέρου μέρους των  ανθρώπων.

Μια εκμετάλλευση που μορφοποιείται με την υποκλοπή της εργατικής δύναμης (εξαγωγή υπεραξίας), με τη δημιουργία αλλοτριωμένης συνείδησης (μέσω των θεσμών του κράτους) και προχωρεί μέχρι τη διατήρηση-διαβίωση αυτής της στρατιάς των εργατών μέσα σε  άθλιες  συνθήκες.

Έχει σημασία στο σημείο αυτό να τονιστεί ότι είναι αυτά τα στρώματα των εργατών που πληρώνουν  στο μεγαλύτερο βαθμό την υποβάθμιση του περιβάλλοντος από την αλόγιστη καπιτα­λιστική παραγωγή. Αν στην Αθήνα του 1985 το σύννεφο είναι μια πραγματικότητα που αφορά το 1/3 του πληθυσμού της Ελλάδας, δεν μπορεί να μην ρίχνουμε τη ματιά μας σε συνοικίες σαν το Κερατσίνι, τη Δραπετσώνα, την Ελευσίνα, το Σκαραμα­γκά, με τη γνωστή κοινωνική σύνθεση των κατοίκων. Αν η Α­θήνα του 1985 είναι μια τοπική και χρονική αναφορά συγκε­κριμένη, έχει μεγάλη σημασία να δούμε ότι αυτή ακριβώς η ε­ξαθλίωση του ανθρώπου όπως εκφράζεται όχι μόνο με την δια­βίωση σ’ ένα υποβαθμισμένο περιβάλλον, αλλά και σε εργατι­κούς χώρους άθλιους από κάθε πλευρά, έχει μια δεδομένη ιστορία που σε άλλες εποχές ευαισθητοποίησε (θα ήταν περί­εργο αν δεν ευαισθητοποιούσε) αυτούς που αναφέρονταν στον κομμουνισμό.

Αν λοιπόν επιμένουμε τόσο στο να καταδείξουμε ότι αυτή η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι ταξικά ουδέτερη και ότι οι επιπτώσεις αυτής της ανάπτυξης βαραίνουν στο οικονομικο-πολιτικό-κοινωνικό επίπεδο μια συγκεκριμένη τάξη, είναι ακριβώς για να δείξουμε ότι η αντίθετη κίνηση αυτής της τάξης είναι εκείνη που μπορεί να βάλει τέρμα σε μια τέτοια πορεία. Μ’ αυ­τό δεν σημαίνει ότι κι άλλα κοινωνικά στρώματα ή ομάδες δεν μπορούν να συνειδητοποιηθούν με αφορμή κάποιες πλευρές του σημερινού συστήματος κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων. Αλλά μια   ερμηνεία του σύγχρονου κόσμου που δεν παίρνει υπ’ όψη της την κεντρικότητα της αντίθεσης εργασία- κεφάλαιο, που δεν μπορεί μέσα  απ’ αυτή  την αντίθεση  να συνδέσει όλες τις δευτερεύουσες  -σ’ ό,τι αφορά τα χαρακτηριστικά κι όχι τις εντάσεις που δημιουργούνται- πλευρές αυτού του συστήματος, μετατρέπεται σ’ ένα γενικόλογο κίνημα κοινωνικής κριτικής που απλά περιγράφει, αλλά δεν γενικεύει το πρόβλημα. Και κάποιες πλευρές, οι βασικότερες ίσως στο εναλλακτικό κίνημα είναι χρεωμένες μ’αυτή την αδυναμία. Γιατί η αντίθεση τους στη δοσμένη οικονομική ανάπτυξη μπορεί κάλλιστα να ερμηνεύσει το σημερινό αδιέξοδο από την πλευρά των οικολογικών επιπτώσεων, αδυνατεί όμως να προσδιορίσει με σαφήνεια την αιτία της αντίθεσης φύση-άνθρωπος και βασικά σνομπάρει,, περιφρονεί εκείνες τις δυνάμεις που έχουν και τη δύναμη και  την  ανάγκη να  ανατρέψουν μια τέτοια πορεία.

ΕΝΑ ΚΙΝΗΜΑ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ ΠΡΕΠΕΙ  ΝΑ  ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΛΟΥΤΟ ΤΩΝ ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ ΚΙΝΗΣΕΩΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Σε άλλες ευκαιρίες επιχειρήθηκε να δειχτούν κάποιες αιτίες που οδήγησαν τα μέχρι σήμερα κινήματα ανατροπής σε μια υποχώρηση – σε μια ήττα. Ένα από τα παράγωγα αυτής της ήττας ήταν η τροφοδότηση είτε μεμονωμένων διανοητών εί­τε λογιών-λογιών συλλογικοτήτων με τη βεβαιότητα ότι η ανα­τριχιαστική εικόνα του «υπαρκτού σοσιαλισμού»‘ ήταν αποτέλε­σμα της μαρξιστικής θεωρίας, αναπότρεπτο προϊόν της δράσης όλων των άλλων επιφανών  εκπροσώπων-θεμελιωτών της.

Αν λοιπόν μια από τις πλευρές που συνθέτουν τα πράγματα στο σημερινό κόσμο είναι μια άρνηση της επανάστασης -και στον ιδεολογικό και στον πρακτικό τομέα- εμείς έχουμε διαλέ­ξει σαν στάση -όσο μειοψηφικό, κουραστικό και «εκτός επο­χής» φαίνεται κάτι τέτοιο- το ξαναδιάβασμα του Μαρξ, την κατάδειξη της επικαιρότητας της μαρξιστικής θεωρίας σαν ακρογωνιαίο λίθο της κοινωνικής ανατροπής.

«Ο μαρξισμός, παρ’ όλο που παραμένει αναντικατάστα­τος ως εργαλείο ανάλυσης, έχει χάσει την προφητική του αξία. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, χάρη στην οποία η εργατική τάξη θα έσπαγε τις αλυσίδες της και θα θεμελίωνε την παγκόσμια ελευθερία, αφαίρεσε από τους εργάτες και τα τελευ­ταία υπολείμματα ανεξαρτησίας, σταθεροποίησε το διαχωρισμό της χειρωνακτικής από την πνευματική εργασία και κατέστρεψε τις υλικές και υπαρξιακές βάσεις για κάποια εξουσία των παραγω­γών

(Andre Gorz: Οικολογία και Πολιτική)

Η παραπάνω διατύπωση του Gorz είναι χαρακτηριστική για το σύνολο σχεδόν των εναλλακτικών αντιλήψεων. Διανθισμένη από πολλούς επιφανείς και μη εναλλακτικούς η παραπάνω άποψη, με μια αποσπασματική παρουσίαση κείμενων του Μαρξ5 επιχει­ρεί να δείξει την «αθλιότητα» του διαλεκτικού υλισμού. Στη καλύτερη περίπτωση η μαρξιστική θεωρία εκφυλίζεται σε ένα καλό «εργαλείο ανάλυσης» με τέτοια όμως λάθη που καθορίζουν τις όποιες απόπειρες εφαρμογής  της.

Είναι κάτι τέτοιο αλήθεια; Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τόσο στη Σοβιετική Ένωση όσο και στην Κίνα, από ένα ση­μείο κι ύστερα, ακολουθήθηκε μια τέτοια ερμηνεία του Μαρξ, που έδινε δηλ. προτεραιότητα στην ανάπτυξη της οικονομίας, είναι απαράδεκτο να αποσιωπάται η αντιπαλότητα που αναπτύ-χτηκε, ένα προηγούμενο διάστημα, ανάμεσα στη Σ.Ε.-Κίνα ακριβώς γι’αυτό το λόγο, για τις συνέπειες που απέρεαν από μια τέτοια ερμηνεία. Δεν είναι τυχαίο που επιφανείς αναλυτές όλων των τάσεων προσπαθούν να ξεχάσουν τον πλούτο της πο­λιτιστικής επανάστασης στην Κίνα, την κριτική των κινέζων κομμουνιστών στη θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων, όλη την κινέζικη εμπειρία όπως εκφράστηκε με το σύνθημα «η πολιτική στο τιμόνι».

«Πριν από το 9ο συνέδριο, ο Λιν Πιάο, σε συνεργασία με τον Τσεν Πο-τα, είχε συντάξει μία πολιτική εισήγηση. Αντιτι­θέμενος στη συνέχιση της επανάστασης στις συνθήκες δικτα­τορίας του προλεταριάτου, θεωρούσε πως, μετά το 9ο συνέ­δριο, το κυριότερο καθήκον ήταν η ανάπτυξη της παραγωγής. Πρόκειται εδώ για μια επανέκδοση, σε νέες συνθήκες, της παράλογης ρεβιζιονιστικής θέσης, που ο Λιου Σάο-σι και ο Τσεν Πο-τα πέρασαν έντεχνα στην απόφαση του 8ου συνε­δρίου και συμφωνά με την οποία, η κύρια αντίθεση στο εσωτε­ρικό της χώρας δεν είναι η αντίθεση ανάμεσα στο προλεταρι­άτο και την αστική τάξη, αλλά η αντίθεση ανάμεσα στο προωθημένο σοσιαλιστικό σύστημα και τις καθυστερημένες παραγωγικές δυνάμεις*. Φυσικά αυτή η πολιτική εισήγηση απορρίφθηκε»

Απόφαση του 10ου συνεδρίου του Κ.Κ.Κίνας, Αύγουστος  1973.

Το ζητούμενο όμως εδώ, είναι αν πράγματι ανήκει στο Μαρξ η αντίληψη ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι ο κινητήριος τροχός της ιστορίας. Ο Μαρξ έβλεπε ότι υ­πάρχει μια αλληλεξάρτηση ανάμεσα στις παραγωγικές σχέσεις κάι παραγωγικές δυνάμεις, ότι οι δυο όροι αποτελούν μια αντί­θεση που η μία καθορίζεται και καθορίζει την άλλη. Το να  αποδεχτείς ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αποτελεί μοχλό της ανθρώπινης ιστορίας είναι σαν να μετατρέπεις τη μαρξιστική θεωρία σε μια συναρμογή απλών αιτιοτήτων: ανά­πτυξη των παραγωγικών δυνάμεων —> μετασχηματισμός των πα­ραγωγικών σχέσεων —> μετασχηματισμός του εποικοδομήματος. Μια τέτοια αντίληψη υπακούει σε μια οικονομίστικη ερμηνεία της μαρξιστικής θε»θηα που θεωρεί την ανάπτυξη των παραγωγι­κών δυνάμεων -αυτό μπορεί να ειπωθεί αλλιώς τεχνική πρόοδος-σαν υπερβατικό   υποκείμενο   της    ιστορίας   με   την   παράλληλη εξαφάνιση του ρόλου του ανθρώπου στην κοινωνική εξέλιξη. Δεν χρειάζεται να κοπιάσει κανείς για να βρει τη σημασία που έδιναν ο Μαρξ και ο Ένγκελς στον ανθρώπινο παράγοντα, που μέσω της αστικής πάλης, διαμορφώνει, πλάθει, παράγει την ιστορία.

»Η   ιστορία   της   ανθρωπότητας   είναι   η   ιστορία   της   ταξικής πάλης»

Κ.Μάρξ   (Κομμουνιστικό  μανιφέστο)

«…Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ο καθοριστικός παράγοντας στην ιστορία είναι σε τελευταία ανάλυση η  παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Ούτε ο Μαρξ, ούτε εγώ ισχυριστήκαμε ποτέ τίποτα παραπάνω. Αν κάποιος τώρα το διαστρεβλώνει αυτό έτσι που να βγαίνει πως ο οικονομικός παράγοντας είναι ο μοναδικά καθοριστικός, τότε μετατρέπει εκείνη τη θέση σε αφηρημένη, παράλογη φράση, που δε λέει τίποτα».

Φ. Ενγκελς:  «Γράμμα στον  Μπλόχ».

Το ότι οι άνθρωποι κάνουν την  ιστορία δεν είναι ζήτημα μόνο συσχετισμού δυνάμεων. Η θέση της ταξικής πάλης σαν κι­νητήρια δύναμη της ιστορίας πρέπει να ενισχύεται και να ολοκληρώνεται με εκείνη της αντίθεσης παραγωγικές σχέσεις-παραγωγικές δυνάμεις. Η ταξική πάλη, ο ρόλος δηλ. του ανθρώπου σαν υποκείμενο της ιστορικής εξέλιξης, και η αντίθεση παραγω­γικές σχέσεις-παραγωγικές δυνάμεις σαν συνισταμένη αυτής της κίνησης είναι για το Μαρξ μια και η αυτή θέση, που η μια νοείται στο πεδίο της θεωρίας και η άλλη στο πεδίο της πράξης. Η ιστορία πραγματώνεται στην ταξική πάλη και κατα­νοείται στην οικονομική ανάλυση. Έτσι όπως η θεωρία είναι ταυτόχρονα κόρη και μάνα της πράξης, το ίδιο και η ταξική πάλη είναι ταυτόχρονα εξαγόμενο και γεννήτρια των παραγωγι­κών  σχέσεων. Για   τους   κινέζους κομμουνιστές η διαλεκτική αυτή   ενότητα  πήρε   την  εξής   μορφή: «η μέθοδος δράσης ο  τρόπος της πράξης είναι η πολιτική. Αλλά είναι η οικονομία που επιτρέπει τη σφυρηλάτηση αυτής της πολιτικής. Μια επανάστα­ση που δεν μεταφράζεται, σε μια αύξηση της παραγωγής είναι μια αποτυχημένη επανάσταση που δεν άλλαξε τίποτα και που γι’  αυτό οριστικά δεν είναι επανάσταση.  Αλλά ταυτόχρονα μονάχα η αύξηση της παραγωγής δεν μπορεί να παρθεί ούτε σαν δρόμος ούτε σα σκοπός της πραγματοποίησης. της επανά­στασης«.

Θέλουμε στο σημείο αυτό να επιμείνουμε σε μια έννοια. Σ αυτό που ο Μαρξ ονόμασε: πραγματική, υπαγωγή της εργασίας στο  κεφάλαιο.

«Με την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο συντελείται   μία πλήρης  (και  διαρκώς  συνεχιζόμενη και επαναλαμβανόμενη) επανάσταση στον ίδιο τον τρόπο παρα­γωγής, στην παραγωγικότητα της εργασίας και στη σχέση καπιταλιστή και εργάτη.

. Αναπτύσσονται οι κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας και με την εργασία σε μεγαλύτερη κλίμακα αναπτύσσεται η εφαρμογή επιστήμης και μηχανικού εξοπλισμού στην άμεση παραγωγή.

Το υλικό αποτέλεσμα της καπιταλιστικής παραγωγής εκτός από την ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίαςείναι η αύξηση μαζικής παραγωγής και ο πολλαπλασιασμός και η διαφοροποίηση των σφαιρών παραγωγής και των διακλαδώσεων τους, αντίστοιχα με τα οποία αναπτύσσεται κατ’ αρχήν, η ανταλλακτική αξία των προϊόντων- η σφαίρα, οπού αυτά ενεργούν σαν ανταλλακτική αξία ή πραγματοποιούνται.

«Παράγωγή για την παραγωγή» — παραγωγή σαν αυτοσκοπός.

Παραγωγή σε  αντίθεση  με  τον παραγωγό και χωρίς έννοια γι’ αυτόν. Ο πραγματικός παραγωγός σαν απλό μέσο παραγωγής, ο εμπράγματος πλούτος σαν αυτοσκοπός. Και επόμενα, η ανάπτυξη αυτού του εμπράγματου πλούτου σε αντίθεση προς και σε βάρος της ανθρώπινης ατομικότητας.

..  μόλις γίνει γενικά άμεσος στόχος της παραγωγής η παραγωγή όσο το δυνατόν μεγαλύτερης  και όσο το δυνατόν περισσότερης υπεραξίας, μόλις γενικά η ανταλλακτική αξία του προϊόντος γίνει ο αποφασιστικός» σκοπός. »

(Κ. Μαρξ: VI  ανέκδοτο κεφάλαιο)

Η αξία, η επικαιρότητα αυτής της αντίληψης βρίσκεται όχι μόνο στην επισήμανση, την περιγραφή της διαδικασίας της καπιταλιστικής παραγωγής, βρίσκεται όχι μόνο στη διερεύνηση της σχέσης της παραγωγής με την επιστήμη και την τεχνική πρόοδο (θέμα κεντρικό της σημερινής πολιτικής φιλολογίας), όχι μόνο στο βάρος που δίνει στην ανταλλακτική αξία και την υπεραξία που μετατρέπει τον παραγωγό σε μέσο παραγωγής και άρα εξαθλιώνει την  ανθρώπινη ατομικότητα.

Η επαναστατικότητα της μαρξιστικής αντίληψης έγκειται στην επισήμανση της σχέσης που έχει η παραγωγική   διαδικασία με τον άνθρωπο παραγωγό με διπλή έννοια. Πρώτα με την έν­νοια της κατάδειξης των επιπτώσεων που συσσωρεύει στην ανθρώπινη ατομικότητα η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που υπάγεται στην κίνηση του κεφαλαίου και δεύτερο στην κεντρικότητα του άνθρωπου- παραγωγού, ειδωμένου σαν κοινωνική ομάδα, να ανατρέψει αυτή την αντίθεση εργασίας-κεφαλαίου να απελευθερώσει τις παραγωγικές δυνάμεις έτσι ώστε αυτές στηριγμένες στη συλλογική παραγωγική ικανότητα και στην πρωτοβουλία των μαζών να μπορούν να εξυπηρετήσουν τις ανθρώπινες  ανάγκες.

Αλλά για να γυρίσουμε στο αρχικό   ερώτημα,  στο  VI   ανέκδοτο κεφάλαιο ανάμεσα στα άλλα ο Μαρξ  γράφει

«η κλίμακα της παραγωγής δεν καθορίζεται με βάση τις δεδομένες ανάγκες, αλλά ανάποδα, η μάζα του προϊόντος καθορίζεται μέσα από την κλίμακα της παραγωγής, που προδιαγράφε­ται από τον ίδιο τον τρόπο παραγωγής και διαρκώς αυξάνε­ται. Ο σκοπός της είναι, το καθένα προϊόν κλπ να περιέχει όσο το δυνατόν περισσότερο απλήρωτη εργασία και αυτό είναι κατορθωτό μόνο μέσα από παραγωγή για χάρη της παραγωγής.

Ο εργάτης είναι παραγωγικός, όταν επιτελεί παραγωγική εργασία και η εργασία είναι παραγωγική, όταν δημιουργεί άμεσα υπεραξία, δηλ. όταν αξιοποιεί το κεφάλαιο.

  Χρειάζεται όλη η αστική στενοκεφαλιά, που θεωρεί την καπιταλιστική μορφή της παραγωγής σαν την απόλυτη μορ­φή της, άρα σαν τη μοναδική φυσική μορφή της παραγωγής ώστε να μπερδέψει την ερώτηση, τι είναι παραγωγική εργα­σία και παραγωγικός εργάτης από την άποψη του κεφαλαίου, με την ερώτηση τι είναι παραγωγική εργασία γενικά και επό­μενα να ικανοποιηθεί με την ταυτολογική απάντηση, ότι κάθε εργασία είναι παραγωγική, όταν γενικά παράγει, όταν απολή­γει σε ένα προϊόν ή κάποια αξία χρήσης, γενικά σε ένα αποτέλεσμα.

Παράγει προϊόν και εμπόρευμα. Η εργασία παραμένει παραγωγική όσο αντικειμενοποιείται σε εμπορεύματα, σαν ενότητα αξίας χρήσης και ανταλλακτικής αξίας. Αλλά το προτσές εργασίας είναι μόνο ένα μέσο για το προτσές αξιοποίησης του κεφαλαίου.

Το ειδικό προϊόν του καπιταλιστικού προτσές_παραγωγής, η υπεραξία, δημιουργείται μόνο μέσα από την ανταλλαγή με την παραγωγική εργασία.

Αυτό που αποτελεί την ειδική της αξία χρήσης για το κεφάλαιο, δεν είναι ο καθορισμένος της χρήσιμος χαρακτήρας όπως επίσης δεν είναι και οι ιδιαίτερες χρήσιμες ιδιότητες του προϊόντος, όπου αυτή αντικειμενικοποιείται αλλά ο χαρακτήρας της σαν δημιουργικό στοιχείο της ανταλλακτι­κής αξίας (υπεραξίας).

Το καπιταλιστικό προτσές παραγωγής δεν είναι απλά η παραγωγή εμπορευμάτων. Είναι ένα προτσές, που απορροφά απλήρωτη εργασία, που κάνει τα μέσα παραγωγής μέσα απορρόφησης απλήρωτης εργασίας

 

Υπάρχει πλήθος ανάλογων τοποθετήσεων όπου σαφέστατα ο Μαρξ τονίζει τον ταξικό χαρακτήρα της παραγωγικής εργασίας σα μέσο  «αξιοποίησης του κεφαλαίου».

Στις μέρες μας μια τέτοια χρήση της εργασίας ή μ’ άλλα λόγια η υπαγωγή της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στην αξιοποίηση του κεφαλαίου (ιδιωτικού ή κρατικού) συντε­λείται και στη δόση και στην  ανατολή..

Από που λοιπόν πηγάζει η μανία να αποδοθεί στο Μαρξ η αντίληψη ότι «η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα έκα­νε την εργατική τάξη να σπάσει τις αλυσίδες της και θα θε­μελίωνε την παγκόσμια ελευθερία …» όπως λέει ο Gorz; Έ­χει σημασία εδώ να αναφέρουμε ότι ο συγκεκριμένος αναλυτής και γράμματα ξέρει και στο μαρξισμό είχε εντρυφήσει στο παρελθόν. Αν από ένα σημείο και πέρα ήθελε να ακολουθήσει μια άλλη πορεία ή διαφορετικά αν ο σοσιαλισμός πήρε τη σημε­ρινή μορφή και οι επαναστατικές ιδέες δέχονται μια ολόπλευρη πολυμέτωπη επίθεση, τέτοια που επιδρά και σε αυτό το υποκεί­μενο της επαναστατικής ανατροπής, για όλα αυτά τουλάχιστον δεν   φταίει   ο   Μαρξ.  Ας μη κάνει λοιπόν τον πολύξερο και αλλού   τον   ανήξερο   αποδίδοντας   στο   μαρξισμό   μια   οικονομίστικη αντίληψη   τέτοια   που   να   επιτρέπει    ένα   εύκολο   ξεμπέρδεμα   μ’ αυτόν.

Αν αναφέρονται όλα αυτά είναι για να δειχτεί ο πλούτος και η συνθετότητα των ζητημάτων που απασχόλησαν το μαρξι­σμό από τη σύλληψη του μέχρι τις απόπειρες εφαρμογής του. Επιχειρείται να δειχτεί ότι ο πλούτος των απόψεων, των αντι­λήψεων, των ερμηνειών που αποδόθηκαν στη μαρξιστική θεωρία πήγαζαν από την ανάγκη να απαντηθούν στο θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο άμεσα προβλήματα της μετάβασης στον κομ­μουνισμό. Αυτός ο μετασχηματισμός της πραγματικότητας που πυροδότησε συζητήσεις σε κύκλους του παγκόσμιου επαναστατι­κού κινήματος, ηττήθηκε και οπισθοχώρησε όχι γιατί δεν διε­ρεύνησε αυτές τις «δύσκολες» πλευρές, αλλά γιατί τελικά δεν μπόρεσε να τις ανατρέψει. Βασική συνισταμένη της αδυνα­μίας αυτής ήταν ακριβώς η ταξική πάλη που συνεχιζόταν στις συνθήκες μετάβασης με διαφορετικούς ίσως τρόπους και ρυθ­μούς.

Οι απλουστεύσεις λοιπόν που γίνονται από διάφορους «μελε­τητές» δεν βρίσκονται στην περιγραφή της αθλιότητας του ση­μερινού κόσμου αλλά ακριβώς στο ότι μένουν μόνο στην περι­γραφή. Η αδυναμία κατανόησης της αντίθεσης εργασία-κεφάλαιο είναι απλά λόγια της ταξικής πάλης δεν είναι μια νοητική ανεπάρκεια- Αντικειμενικά ξεκινά από τη δυσκολία που έχει η εξήγηση της δεδομένης πορείας των αποπειρών κοινωνικής ανα­τροπής, πυροδοτείται από τις επιπτώσεις της ήττας και στις πλατειές μάζες των ανθρώπων και στους επίδοξους αναλυτές του συγχρόνου κόσμου. Ακόμα αυτό το υποκειμενικό «σύνδρομο αναφυλαξίας» των εναλλακτικών απέναντι στο εργατικό κίνημα και την εργατική τάξη πηγάζει από την ελάχιστη σχέση που έχουν με τον κόσμο της εργασίας και ειδικότερα με τις «ε­πεξεργασίες» που δέχεται η ζωντανή εργασία μέσα στον ειδικό καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Να μην έχεις σχέση μ’ αυτόν τον κόσμο από μόνο του δεν είναι κακό. Το ζήτημα είναι πώς ορίζεις τις σχέσεις σου και φυσικά τι αντίληψη κουβαλάς για τον εαυτό σου;

Μια άρνηση της ιστορίας, μπορεί βέβαια να φέρνει το εναλλα­κτικό κίνημα σε «καλύτερη θέση» γιατί δεν χρεώνεται με τ’ αρνητικά αυτής της ιστορίας, δεν το απαλλάσσει όμως, στο βαθμό που θέλει νάναι ανατρεπτικό, από την υποχρέωση εξή­γησης του παρελθόντος ώστε να αποτραπεί η επανάληψη των ί­διων  λαθών  στο μέλλον.

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ;

Η εμφάνιση εναλλακτικών οικολογικών αντιλήψεων και η έ­κταση τους στο σημερινό κόσμο, η ύπαρξη ανθρώπων που ευαισ­θητοποιούνται σε μεγάλη κλίμακα σήμερα (και όχι χτες) για τις «μη αντιστρέψιμες διαταραχές» της σχέσης άνθρωπος-φύση εξαιτίας της δεδομένης ανάπτυξης, αποτελεί γεγονός και πει­στήριο μαζί της ωρίμανσης των αντικειμενικών όρων για το ξε­πέρασμα της «προϊστορίας του ανθρώπου», για την άρνηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Οι εναλλακτικές οικολογικές απόψεις που κινούνται και προσδιορίζονται σ’αυτό το αντικειμενικό «έδαφος» αν και δεν θα ήταν απαραίτητο, καθορίζονται από μια σημαντική μονομέ­ρεια που τις σφραγίζει  τελικά.

Αν για παράδειγμα εξηγείται   λογικά   η   ανάπτυξη   των «οικολογικών   απόψεων στην »καλοζωισμένη» δύση (και μάλιστα με έμφαση στην ειδική περίπτωση… της Δ. Γερμανίας), είναι θέμα άξιο προσοχής η παντελής έλλειψη τέτοιων αναφορών στην Λατινική Αμερική, στην Ασία, στην Αφρική, που επιμένουν πεισματικά να σπαράσσονται από άλλου είδους επαναστατικές διεργασίες αν και αποτελούν κατά κάποιο τρόπο κέντρο και βάση οικολογικών καταστροφών.

Η αξιοποίηση του κεφαλαίου όπως εκφράζεται σήμερα με το δόγμα της οικονομικής μεγέθυνσης, της αύξησης της παραγω­γής και της παραγωγικότητας, δεν καταστρέφει μόνο το πρά­σινο για να περάσει ένας δρόμος. Σημερινή τάση του ενιαίου συστήματος κοινωνικών τάσεων είναι η προώθηση των πιο ρυπο­γόνων τμημάτων της βιομηχανίας στις λεγόμενες χώρες της πε­ριφέρειας. Τέτοιες βιομηχανίες εκμεταλλεύονται τη φτηνή εργατική   δύναμη φτάνοντας μέχρι  τη φυσική εξόντωση της ζωντανής εργασίας  (π.χ  η  Union Garbide σκοτώνει και τυφλώνει χιλιάδες  στην Ινδία).

Με την έννοια αυτή, μας είναι παράλογη και παράδοξη η επιστροφή (έστω και με εναλλακτικό τρόπο) σε έναν ευρωποκεντρισμό που άλλωστε μας τον προτείνουν πολλές κατεστημένες δυνάμεις. Μας είναι παράλογη και παράδοξη επίσης η ανόρθω­ση σινικών  τειχών απέναντι σε κοινωνικές κατηγορίες  που   «παραδοσιακά» έπαιξαν το σημαντικότερο ρόλο στις απόπειρες κοινωνικής ανατροπής. Η ύπαρξη νέων στρωμάτων, αυτό που οι εναλλακτικοί ονομάζουν νέα υποκείμενα, που έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση στην πληροφόρηση και τη γνώση, φαίνεται να εξεγεί­ρονται στις σημερινές συνθήκες πιο γρήγορα. Όμως κάτι τέτοιο δεν δικαιολογεί από τη μεριά τους την περιφρόνηση στα πλατειά στρώματα των εργαζομένων   και της εργατικής τάξης γενικότερα.

Αλλά πριν μπούμε σε πιο συγκεκριμένους προσδιορισμούς, έ­χει σημασία να δούμε ότι η εμφάνιση οικολογικών αντιλήψεων με την έννοια της επισήμανσης της σχέσης φύση-άνθρωπος, πα­ραγωγική διαδικασία-επιπτώσεις στη φύση, έχει ιστορικό προη­γούμενο.

Το 18ο αιώνα, με ιστορικό πλαίσιο την -πρώτη βιομηχανική επανάσταση, εμφανίζεται με κέντρο τις αντιλήψεις των Ρουσσώ-Ντιντερό (που διέφεραν ωστόσο πολύ μεταξύ τους) μια κριτική στην πορεία του υπό διαμόρφωση πολιτικο-οικονομικού καθεστώ­τος.

Ο Ντιντερό μιλώντας για την αντίφαση «ανάμεσα στο δικό σου και δικό μου», την αντίθεση ανάμεσα «στην ατομική ωφέ­λεια και το γενικό καλό» και την υποταγή του «γενικού καλού στο ατομικό καλό», προχώρησε ακόμα περισσότερο τονί­ζοντας ότι οι αντιφάσεις αυτές οδηγούν στη δημιουργία περιτ­τών αναγκών», «φαντασιακών αγαθών» και «τεχνητών ανα­γκών». Σε συνάρτηση με την άποψή του αυτή ο Ντιντερό, προ­τείνει σαν λύση τον περιορισμό των αναγκών πράγμα που θα βοηθούσε τον άνθρωπο να λυτρωθεί από την εξαντλητική «πλήξη της δουλειάς».

Ο Ρουσσώ από την άλλη υποστήριζε πως ο πολιτισμός, είναι εκείνος που διαφθείρει τον άνθρωπο αποκόβοντας τον από τη φύση και εισάγοντας απ’ έξω όλα τα ελαττώματα που είναι «ξένα προς την ιδιοσυστασία του ανθρώπου», με αποτέλεσμα τον  αφανισμό  «της  αρχικής  αγαθότητας  του ανθρώπου».

Ο Μαρξ κριτικάροντας αυτές τις απόψεις, καταφέρνει όχι μόνο να μελετήσει τον χαρακτήρα του καπιταλισμού αλλά και να αναφερθεί σ’ένα ειδικό κοινωνικό κίνημα, θεωρούμενου σαν την «υλική βάση» που βρίσκονταν πίσω απ’το φιλοσοφικό του πρόγραμμα.

Στους σημερινούς καιρούς και με δεδομένο ιστορικό πλαίσιο την «τρίτη μεταβιομηχανική επανάσταση» ανθίζει πάλι μια ρο­μαντική στάση που κριτικάρει τις επιπτώσεις του σύγχρονου καπιταλισμού,  υποστηρίζει την «μηδενική αύξηση της κατανάλωσης φυσικών πόρων1»διακηρύσσει» μια άλλη στάση ζωής για όσους συμφωνούν» ανεξαρτήτως από το τι συμβαίνει στο σύνολο της κοινωνίας. Από τις διαφορές και τις ομοιότητες των ρευμάτων αυτών στις δυο διαφορετικές ιστορικές περιόδους, χρειάζεται να υποσημειώσουμε ετούτη: και τα δύο ρεύματα είναι αναγκασμένα σε κάποιο σημείο να   εγκαταλείψουν  το πραγματικό έδαφος της ιστορίας για να βρουν κάποια φανταστική λύση   στις αντιφάσεις που έχουν ίσως αντιληφτεί, αλλά  που δεν μπόρεσαν να θέσουν κάτω απ’ τον έλεγχο τους  ιδεολογικά και διανοητικά.

Αν οι αναλύσεις των Ντιντερό-Ρουσσώ είχαν ένα συγκεκρι­μένο περιεχόμενο τούτο καθορίζονταν όχι μόνο από τη δυσκολία σύλληψης της εποχής τους αλλά βασικά από την ταξική τους θέση στην τοτινή κοινωνία. Για τους σημερινούς οικολόγους και ειδικά για την τάση που αναφέραμε ότι μας ενδιαφέρει η απάντηση στο γιατί παρουσιάζουν αυτή την αδυναμία σύλληψης της σύγχρονης πραγματικότητας, είναι πιό περίπλοκη. Αν ο Εντσενσμπέργκερ δανείζεται από την ψυχολογία επιχειρήματα για να χαρακτηρίσει την νέα κίνηση, αν άλλοι χάριν ευκολίας επιμένουν στη βολική κατάδειξη του μικροαστικού της στοιχείου τουλάχιστον εμείς δεν μπορούμε να ικανοποιηθούμε με τέτοιες ερμηνείες. Θα   έπρεπε   λοιπόν   οι   ίδιοι   οι   οικολόγοι   να   αναρωτη­θούν  για  τούτη τη μονομέρεια  τους.

Το  κεντρικό  ερώτημα  λοιπόν  είναι:

ΦΕΡΝΕΙ ΤΟ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΤΙ ΝΕΟ;  

Το εναλλακτικό κίνημα, κάνοντας την εμφάνιση του στη γη­ραιά Ευρώπη φρόντισε να περιβάλλει τον εαυτό του με το μανδύα του νέου, του καινούργιου, του  αδοκίμαστου.

Ανεξάρτητα βέβαια από το αν μια  θεωρία  που θέλει να λέγεται νέα οφείλει να ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς της σε βάθος με ό,τι ήταν παλιό, (οι Μαρξ, Ενγκελς άφησαν για παράδειγμα ένα τεράστιο έργο κριτικάροντας και αφομοιώνοντας όλο το φιλοσοφικο-οικονομικο-πολιτικό έργο που είχε παραχτεί μέχρι εκείνη την εποχή), φαίνεται ότι οι σημερινοί οικολόγοι βρίσκονται αντιμέτωποι –αν και σε πολύ μικρότερη κλίμακα- με το ίδιο πρόβλημα που προσπάθησε να απαντήσει το εργατικό κίνημα τις τελευταίες δεκαετίες. Με το πώς δηλ. η πολιτική διαμεσολάβηση, οι πολιτικοί χειρισμοί δηλ. με βάση τη συγκυρία, δεν θα επιδράσουν με τρόπο καταλυτικό στους ίδιους τους διαμεσολαβητές.

Θα αναφερθούμε σε δυο παραδείγματα, τονίζοντας για άλλη μια φορά 1) τον περιορισμό που θέσαμε από τις πρώτες κιόλας γραμμές αυτού του κείμενου της ύπαρξης δηλ. πολλών διαφορετικών απόψεων που η κάθε μια κρατά για τον εαυτό της την ιδεολογική και πολιτική καθαρότητα συστεγαζόμενη παράλληλα  κάτω από τον  τίτλο  του νέου εναλλακτικού πράσινου ρεύματος για να αντλήσει κύρος από την ευρύτητα αυτού του ρεύματος και 2) την ελλειπή πληροφόρηση, σε απόψεις και ντοκουμέντα που κυκλοφορούν στην Ελλάδα, που πρόσφατα άλ­λωστε μπαίνει με καθυστερήσεις και ανεπάρκειες στη μεγάλη οικογένεια  της  «γηραιάς  ηπείρου».

Στο κρατίδιο της Έσσης στη Δ. Γερμανία μετά την εκλογι­κή επιτυχία των πράσινων υπογράφεται σύμφωνο συνεργασίας με τους σοσιαλδημοκράτες για κυβέρνηση συνασπισμού. Οι «πράσινοι» αναλαμβάνουν τα υπουργεία Ενέργειας-Προστασίας του περιβάλλοντος και Γυναικείων υποθέσεων. Οι βιομήχανοι της Έσσης απειλούν ότι θα σταματήσουν τις επενδύσεις στην περιοχή αυτή γιατί ο» «πράσινοι» έχουν δείξει ότι δεν είναι καθόλου συνεργάσιμοι στην εξεύρεση λύσεων τέτοιων που και η προστασία του περιβάλλοντος να επιτυγχάνεται και η απρό­σκοπτη λειτουργία  της βιομηχανίας  να προάγεται.

Οι σοσιαλδημοκράτες -όχι οι πράσινοι βέβαια- αναλαμβάνουν να πείσουν τους βιομηχάνους ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός θα δείξει την αρμόζουσα σοβαρότητα και θα ισχύσουν όλοι οι προηγούμενοι κανόνες στους όρους που πρέπει κάθε νέα βιομη­χανία  να  εκπληρεί ώστε  να προστατεύεται  η φύση.

Είναι ένα κλασσικό παράδειγμα όπου η αποπεριθωριοποίηση του περιθωρίου, οι περίεργοι δηλ. μουσάτοι που κυκλοφορούν με ποδήλατα και εισβάλουν στη βουλή με πανώ και λουλούδια, έχουν όλη τη διάθεση να δείξουν την πρέπουσα σοβαρότητα ώστε στο κρατίδιο της ‘Εσσης τουλάχιστον ο καπιταλισμός να είναι πιο ευπρεπής με διάλογο βέβαια και αμοιβαία κατανόηση. Η αναστάτωση που φέρνει η νέα ιδέα ίσως είναι υπαρκτή γιο την πολιτική  ζωή στην  Δ. Γερμανία  δεν μπορεί όμως να  συγκριθεί με τις αναστατώσεις που γνώρισε όχι μόνο η χώρα αυτή αλλά ολόκληρος ο κόσμος από τη μαχητικότητα του εργατικού επαναστατικού  κινήματος.

Αν η πολιτική των πράσινων  στη Δ. Γερμανία έχει να συ­γκρουστεί σ’ αυτή τη φάση με το πώς θα ρυθμιστεί μια άλλη σχέση ανάμεσα στην παραγωγική διαδικασία (και ανεξάρτητα από τα αναθέματα που πέφτουν στο καπιταλιστικό τρόπο παρα­γωγής) και τη  φυση-άνθρωπο το επαναστατικό εργατικό κίνημα τέθηκε αντιμέτωπο με προβλήματα που αφορούσαν πολιτικές-οικονομικές διεκδικήσεις πλατιών λαϊκών    στρωμάτων. Κάνοντας πολιτική, το   κομμουνιστικό   κίνημα δεν ήθελε να αποδείξει την «ωριμότητα του»  (τι αντίθεση βέβαια με τις μέρες μας) αλλά να διαπλάσει συνειδήσεις, να δείξει το μπλοκάρισμα του καπιταλισμου, να ανατρέψει βίαια την παλιά τάξη πραγμάτων. Και όπου αυτό έγινε δυνατό (στη Ρωσία, χώρα καθυστερημένη και μέσα σε πόλεμο) χρειάστηκε να επαναστατικοποιήσει τις παραγωγικές δυνάμεις, να πειραματιστεί σε νέες παραγωγικές σχέσεις  έτσι  ώστε  να  εξασφαλιστούν οι «υλικοί όροι» (με την «χυδαία» έννοια: φαγητό, θέρμανση,εργαλεία, παραγωγή) για την επιβίωση του υποκειμενικού  παράγοντα (ανθρώπινοδυναμικό) ώστε αυτή η προσπάθεια να συνεχιστεί.

Έτσι ερμηνεύεται για μας το γνωστό σύνθημα του Λένιν: «Σοσιαλισμός σήμερα σημαίνει εξηλεκτρισμός και σοβιέτ».

Για τις συνθήκες της νεαρής σοβιετικής δημοκρατίας αυτή η πολιτική είχε τεράστια σημασία, σήμαινε μια επαναστατικοποίηση στους όρους  ζωής  των πιο πλατειών  μαζών.

Έτσι ερμηνεύεται για μας η προσπάθεια των κινέζων κομ­μουνιστών να διδαχτούν από τη σοβιετική  εμπειρία, να αποφύγουν τα λάθη που έγιναν, να οικοδομηθούν μια νέα κοινωνία με αποκεντρωμένη-μικρή βιομηχανία που θα σέβεται τους φυσι­κούς πόρους, που δεν θα μολύνει, που θα εργάζεται για την εξυπηρέτηση των  αναγκών  των ανθρώπων.

Με τέτοια  καθήκοντα βρέθηκε αντιμέτωπο το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ανεξάρτητα από το ότι δεν   μπόρεσε να τα ανατρέψει αν και τα προώθησε έως ένα σημείο.  Παρήγαγε μια συλλογική κοινωνική εμπειρία, έναν  πλούτο ιδεών και αντιθέσεων που τάραζε βαθειά το κοινωνικο-πολιτικό στάτους της εποχής. Με ποιες απ’αυτές τις εμπειρίες αναμετριέται αλ­λά και μελετά ή έστω τουλάχιστον δεν απορρίπτει μετά «βδελυγμίας» το «νέο» ρεύμα;

Μιλούσαμε όμως για την καταγγελία της «κλασσικής πολιτι­κής» από τους εναλλακτικούς-οικολόγους για τη θριαμβευτική είσοδο της νέας πολιτικής. Ας περάσουμε στο δεύτερο παρά­δειγμα. Η περίφημη οργάνωση «πράσινη ειρήνη» (Green Peace) έχει αναστατώσει τη διεθνή ειδησεογραφία μετά τη βύθιση του πλοίου της από τις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες αλ­λά και την πεισματική-αταλάντευτη-ριψοκίνδυνη επιμονή της να καταγγέλλει και παρεμποδίζει τις γαλλικές πυρηνικές δοκι­μές.

Να διατυπώσουμε μερικά ερωτήματα: Γιατί η οργάνωση των Green Peace δεν έχει το ίδιο μένος στο προπαγανδιστικό και πρακτικό επίπεδο με τα πυρηνικά της Αγγλίας, της Γερμα­νίας, της Αμερικής, της Σοβιετικής Ένωσης; Και μάλιστα σε μια εποχή που τόση φασαρία γίνεται διεθνώς για τη μείωση της ισχύος του γαλλικού πυρηνικού οπλοστασίου; Είναι γνωστή η συνάντηση Μιτεράν-Γκορμπατσώφ- ουδέτερη στάση Ρήγκαν που θα ήθελε την Γαλλία εξαρτημένη στον  τομέα  των  όπλων.

Γιατί η Θάτσερ της Αγγλίας καταγγέλλει με πάθος τη βύ­θιση του πλοίου της και συμπαραστέκεται ηθικά στους Green Peace;

Γιατί η Ν. Ζηλανδία αναλαμβάνει να δώσει καινούργιο πλοίο στην οργάνωση για να συνεχίσει απερίσπαστη το έργο της;

Τρεις παρατηρήσεις: 1) Ζώντας σε κόσμο με τη δεδομένη συνθετότητα και περιπλοκότητα καταστάσεων-μεθοδεύσεων-χειρισμών της μιας δύναμης απέναντι στην άλλη, περιστατικά σαν αυτά των Green Peace αν δεν πρέπει να μας κάνουν ε­πιφυλακτικούς τουλάχιστον πρέπει να μας. προβληματίζουν για το νέο που φέρνουν, για τον εκστασιασμό που δημιουργούν σε κομμάτια της νεολαίας που αναφέρονται σε μια ριζοσπαστική κριτική του σημερινού συστήματος.

2)   Η καταγγελία της πολιτικής με την παλιά έννοια και η θριαμβολογία της «νέας πολιτικής» (με Π κεφαλαίο) όπως τη βλέπουμε σε ρεύματα εναλλακτικού κινήματος φαίνεται ότι δεν αποφεύγει να μπαίνει σε ένα κανάλι που θα εξυπη­ρετεί περισσότερο μια πλευρά -είτε αυτή είναι κράτος, συ­νασπισμός κρατών ή σύνολο οικονομικών-πολιτικών συμφερόντων-και θα βλάπτει την άλλη. Σε τελευταία ανάλυση θα συγκαλύ­πτει την απάτη του ενιαίου συστήματος κοινωνικών σχέσεων με τίμημα την επιβίωση της, τη συνέχιση της τέτοιας δραστηριό­τητας. Είναι σ’ αυτό το πλαίσιο που κινούνται και ορισμένες απόψεις που περίεργα έχουν φιλοσοβιετικό χαρακτήρα (πχ αντι­πολεμικό  κίνημα).

3)   Η πολιτική σύμφωνα με την οποία κάποιος ενδύεται το μανδύα του τιμωρού (Green Peace εμποδίζουν τις γαλλικές πυρηνικές δοκιμές, η Πέτρα Κέλυ εισβάλει με πέντε πράσινους βουλευτές στην γερμανική – πρεσβεία της Νότιας Αφρικής για να καταγγείλει το καθεστώς του απαρτχάιντ) και κάποιοι άλ­λοι μετατρέπονται σε χειροκροτητές των τολμηρών ρίσκων ή εκ­στασιάζονται περιμένοντας την ευκαιρία να γίνουν κι αυτοί «χαλίφηδες στη θέση ενός χαλίφη που δεν υπάρχει» προσφέρει τις χειρότερες υπηρεσίες στην κίνηση μιας πλατειάς συλλογικότητας των μαζών. Σε τελευταία ανάλυση περιφρονεί τις μάζες και  τα προβλήματα  τους.

Να  θέσουμε τώρα  ένα  άλλο  ερώτημα.

ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ   ΖΗΤΗΜΑ   Η   ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ Ή Η ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΥΤΗΣ.  ΤΗΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ ΜΕ   ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΚΑΠΟΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ;

Μπορεί κανένας να διατυπώσει γενικά ότι μια από τις αρχές του οικολογικού κινήματος δεν είναι μονό η καταγγελία των επιπτώσεων της οικονομικής μεγέθυνσης αλλά η έμπρακτη διαβίωση των οικολόγων με βάση τις αρχές τους. Μ’ αυτή την έννοια δημιουργούνται κοινόβια, τράπεζες που χρηματοδοτούν εναλλακτικές δραστηριότητες, καταστήματα υγιεινής διατροφής που τροφοδοτούνται από αγροκτήματα που εφαρμόζουν βιολογι­κές καλλιέργειες μέχρι και «εναλλακτική γκαλερί» διαβάσαμε σε πρόσφατη έκδοση του Κέντρου Οικολογικής Περιβαλλοντικής και  Εναλλακτικής  Πληροφόρησης στην  Ελλάδα.

Μια από τις τάσεις του ελληνικού οικολογικού κινήματος στο ΔΕΚΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΟΙΚΟΛΟΓΟΥ ανάμεσα σ’ άλλα δηλώνει:

»     2.   Δεν   τυγχάνω  παράρτημα   ή   ουρά   της   Αριστεράς.   Κάπου τα βρίσκω μαζί της στον αγώνα για μια κοινωνία χωρίς α­νταγωνισμούς, εμπορεύματα και τάξεις. Αρνούμαι όμως την ηλίθια λογική της επαναστατικής αυτοθυσίας και υποστηρίζω τη λογική της αυτο-έκφρασης των ανθρώπων και του κυνηγητού της απόλαυσης στο παρόν.

3. Ασκώ έμπραχτη αντιπολίτευση: Αρνούμαι την υπερκατανά­λωση, τη σπατάλη των φυσικών πόρων πρώτα απ’όλα από μένα τον ίδιο, υποστηρίζω κάθε συλλογική-συνεταιριστική προσπάθεια δίχως επιθετικά χαρακτηριστικά, υποστηρίζω τα κοινόβια, τον πολιτισμό της κοινωνίας και όχι των μεγαλοκαρχαριών του θεά­ματος«.                                          Οικολογική Εφημερίδα Νο 10

Μια άλλη τάση που εκφράζεται από την Ε.ΠΟΙ.ΖΩ (η πιο δεξιά-αντιδραστική κατά την γνώμη μας τάση) δηλώνει πιο κα­θαρά.

«Εξετάζοντας την ουσία των προβλημάτων που καταπιέζουν το σύγχρονο άνθρωπο καταφαίνεται πως δεν θίγονται οι άνθρω­ποι που είναι πολιτικά ενταγμένοι -στη δεξιά ή αριστερά- αλ­λά όλη η ανθρωπότητα ανεξάρτητα κομματικής ένταξης, σχεδόν ανεξάρτητα από την ταξική τοποθέτηση (υπογράμμιση δική μας).Πρέπει να αλλάξει το κριτήριο μας. Να γίνει κατανοητό πως η θέση του καθένα δεν ορίζεται από το τι ψηφίζει κάθε 4 χρόνια, αλλά. από το πώς συμπεριφέρεται στην καθημερινή ζωή, από το πώς αντιδρά στους θεσμούς του κατεστημένου τρόπου ζωής. Είναι γνωστό πως πολλές φορές ο δεξιός είναι πιο προοδευτικός από τον αριστερό…»

Η   Οικουμενικότητα   του   Οικολογικού   Κινήματος Οικ/κή εφημερίδα Νο 10

Η πιο έγκυρη τάση –ανεξάρτητα από τις περιπέτειες που πέρασε- με τον παλιό της τίτλο: για μια Πράσινη Εναλλακτική Κίνηση στη διακήρυξη της  δηλώνει:

«Δεν είναι τυχαίο που σήμερα γινόμαστε όλο και πιο ατομι­στές, χάνουμε τη δυνατότητα να είμαστε αυτόνομα άτομα, χά­νουμε τη δυνατότητα να σκεφτόμαστε σφαιρικά, να είμαστε μια ενιαία οντότητα,   αλληλέγγυοι μεταξύ μας.

Δεν μπορούμε να φτιάξουμε ένα χώρο πράσινου. Ζητάμε από το κράτος να το φτιάξει. Δεν οργανώνουν οι κοινότητες το δικό τους τρόπο ζωής, ζητάνε απ’ το κράτος να τον οργανω­θεί, να φέρει καθηγητές -γιατρούς -γεωπόνους κλπ«.

Στη συνέχεια μιλώντας για την «…Απελευθέρωση της καθημερινής ζωής» καταγγέλλουν το κράτος και το θεσμικό του πλαίσιο που δεν επιτρέπει την «αυτοέκφραση», τα βάζουν από το νόμο που απαγορεύει τις εκτρώσεις μέχρι το νόμο για το μαύρο ψωμί ολικής αλέσεως και το ιδιώνυμο που επιτρέπει στην αστυνομία να πυροβολεί.

Για του λόγου το αληθές:

«Απαιτούμε να σταματήσει το κράτος να επεμβαίνει στην προσωπική ζωη των πολιτών στο βαθμό που δεν είναι αυτή ενά­ντια στην ελευθερία των άλλων. Ζητάμε να καταργηθούν όλες οι σχετικές κατασταλτικές διατάξεις -νόμοι που εμποδίζουν τα ατομικά δικαιώματα (νόμοι ενάντια στη δυνατότητα της γυναί­κας για έκτρωση, ενάντια στην αυτοδιάθεση του σώματος, ε­νάντια στο δικαίωμα για καθαρό αέρα, ενάντια στην αυτοδιά­θεση της συνείδησης, χρήση μη τοξικών μη εξαρτητικών ουσιών, ενάντια στην παραγωγή και διακίνηση μη τοξικών προϊόντων πχ μαύρο ψωμί ολικής αλέσεως, νόμοι που δίνουν ιδιαίτερα προνό­μια και εξουσίες πχ ιδιώνυμο, δυνατότητα αστυνομίας να πυρο­βολεί, νόμοι που προωθούν τη ψυχιατρικοποίηση της κοινωνίας και της ανθρώπινης συμπεριφοράς).

Ζητάμε το οριστικό σταμάτημα πρακτικών και διατάξεων α­στυνόμευσης, φακελλώματος και υπαγωγής των πολιτών σε κατηγορίες.

Μπλοκάρισμα κάθε τεχνολογίας που στηρίζει και αναπτύσσει αυτόν  τον  έλεγχο«.

Οικολογική   Εφημερίδα Νο 12

 

… Και ο κατάλογος συνεχίζεται με αναρίθμητες αντιλήψεις και επισημάνσεις τέτοιες που σε κάνουν να αναρωτιέσαι ποια σκοπιμότητα κάνει όλες αυτές τις απόψεις να συστεγάζονται και να συνδραστηριοποιούνται.

Να διατυπώσουμε μερικές σκέψεις. Για μας η… » Απελευθέ­ρωση της καθημερινής ζωής» η όποια απελευθέρωση που βιώ­νεται εδώ και τώρα δεν σημαίνει αυτόματα και την υπέρβαση των ορίων της σημερινής τάξης πραγμάτων. Πετώντας «λουκουμόσκονη» ή τσαλαβουτώντας άλλοι δεξιά κι άλλοι αριστερά δεν ανατρέπεται το σημερινό σύστημα κοινωνικών σχέσεων. Κι αν ο μαρξισμός έδωσε μια απάντηση -που δεν σηκώνει πολλές ερμηνείες

 «Οι κομμουνιστές θεωρούν ανάξιο τους να κρύβουν τις απόψεις και τις προθέσεις τους. Δηλώνουν καθαρά ότι οι σκο­ποί τους μπορούν να πραγματοποιηθούν μονάχα με τη βίαιη ανατροπή_όλου του σημερινού κοινωνικού καθεστώτος. Ας τρέμουν οι κυρίαρχες τάξεις μπροστά σε μια κομμουνιστική επανάσταση. Οι προλετάριοι δεν  έχουν  να χάσουν  σ’ αυτή  τίποτε άλλο εκτός από τις αλυσίδες τους.  Έχουν να κερδίσουν  έναν  κό­σμο ολόκληρο.» (Κ. Μαρξ, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος).

Οι   οπαδοί   της   νέας   αντίληψης οφείλουν μια απάντηση   στο πώς δηλ. θα εφαρμοστούν οι απόψεις  τους.

Αλλά πέρα από τον τρόπο της μετάβασης, η «δημιουργία κοινοβίων» και η «θεοποίηση της αυτοέκφρασης» από μόνες τους συνιστούν συλλογική απάντηση στα αδιέξοδα που δημιουργεί ο σύγχρονος κόσμος; Ο σημερινός καπιταλισμός, περνώντας μια από τις βαθύτερες σε έκταση και διάρκεια  κρίσεις  του  επιχειρεί να την ξεπεράσει υιοθετώντας πολιτικές που γκετοποιουν, περιχαρακώνουν, βάζουν υγειονομικές ζώνες, απορρίπτουν κοινω­νικές κατηγορίες, χωρίζουν ένα τεράστιο ανθρώπινο δυναμικό σε ομάδες που άλλες θα έχουν μερίδιο από τον κοινωνικό πλούτο κι άλλες θα  απωθούνται στο περιθώριο.

Και η εναλλακτική αντίληψη θέλει κοινωνικές ομάδες που έχοντας αποδεχτεί μια δεδομένη συνείδηση, να αποσύρονται από τα «εγκόσμια», να δημιουργούν τη «δική τους» κοινωνία μέσα ή στο περιθώριο της άλλης κοινωνίας, να βιώνουν θεσμικά απελευθερωμένοι τη δύναμη, την ένταση της συλλογές τους αυτοέκφρασης. Αυτή η πρακτική δίνει βάρος στη συζήτηση και συνεργασία φωτισμένων-μεμονωμένων ανθρώπων που βρίσκουν το φως τους με την ανακάλυψη κάποιας συνείδησης (οικολογικής-βουδιστικής-συνείδηση Κρίσνα και πάει λέγοντας).

Ένα τέτοιο σκύψιμο στα σύγχρονα προβλήματα, μια τέτοια μέθοδος πρακτικής στάσης για ένα τουλάχιστον μπορεί να καμαρώνει ότι ούτε νέο είναι ούτε μπορεί να λογίζεται στην ουσία του σα θεωρία που αναφέρεται στην, οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας. Αλλά και διαφορετικά αν θεωρήσουμε ότι «ο καπιταλισμός σαν ιστορική διαμόρφωση και σαν σύστημα παραγω­γής είναι ένα σύστημα που περιλαμβάνει  τα πάντα, που προήλθε από ένα ορισμένο τρόπο της συσσώρευσης και της αναπαρα­γωγής που δημιούργησε ένα σύμπλεγμα σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους, που πολυπλοκότερο δεν έχει γνωρίσει η ανθρώπινη ιστορία…» τότε οραματιζόμενοι μια νέα κοινωνία πρέπει να αφήσουμε το νου μας να ταξιδέψει στην ουτοπία των «ροβισιονάδων», στη δημιουργία μιας απλουστευμένης ζωής που υπήρξε στο παρελθόν (σα συλλογική λύση και όχι σαν ατομική στάση) ή να οραματιστούμε μια κοινωνία που θα συνδυάζει το σύνολο του κοινωνικού πλούτου που έχει παραχτεί, που θα βά­ζει αυτό τον κοινωνικό πλούτο στην υπηρεσία μιας ανθρωπότη­τας χωρίς αντιθέσεις ανάμεσα σε τάξεις, χωρίς αντιθέσεις στη σχέση φύση- άνθρωπος;

Το οικολογικό  κίνημα  έχει  δώσει  κάποια   «δείγματα»   γραφής. , Πρόκειται   βέβαια   να   δώσει   κι   άλλες   εξετάσεις   όχι   μόνο  στη γηραιά   Ήπειρο   αλλά  πιθανόν   και   σε   άλλα   μήκη   και   πλάτη.   Η ιστορία τούτου του ρεύματος, όπως   κι   όλων   των   άλλων   θα  κρι­θεί   όχι   στη   βάση   κάποιων   μικρών    ή   μεγάλων   επιτυχιών    αλλά στο  πόσο   θα  προσεγγίσει   την   έννοια   ότι  η ανθρωπότητα   δεν κινδυνεύει   από   κάποιο   συγκεκριμένο   φονικό   όπλο,   από   κάποια ανακάλυψη, από  κάποιο τεχνολογικό επίτευγμα, αλλά από την επιβίωση  του  υπαρκτού  συστήματος κοινωνικών σχέσεων. Η εξάλειψη αυτού του συστήματος θα βάλει  τέλος, όχι  στην  ιστορία του   κόσμου, αλλά στην προϊστορία της ανθρωπότητας, θα εγκαινιάσει την απαρχή της πραγματικής ιστορίας.

Σημείωση: η μπροσούρα αναρτήθηκε στο Athens Indymedia στις 22/02/2013.

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: