ΟΙ ΟΡΚΟΙ, ΤΑ ΞΟΡΚΙΑ ΚΑΙ Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΛΠΙΔΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ-ΚΚΕ: ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΕΤΑΙΡΟΣ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ (1985)

ΟΙ ΟΡΚΟΙ, ΤΑ ΞΟΡΚΙΑ ΚΑΙ Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΛΠΙΔΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

ΚΚΕ: ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΕΤΑΙΡΟΣ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ

 Μεγάλη φιλολογία έχει αναπτυχθεί το τελευταίο διάστημα μέσα στις γραμμές του ΚΚΕ σχετικά με την «ποσότητα» της κριτικής απέναντι στην πολιτική και πραχτική του ΠΑΣΟΚ.

Η γενική και αόριστη θέση κριτικής του ΚΚΕ προς το ΠΑΣΟΚ, η αλλαγή κατά περιόδους του τόνου τους, η έλλειψη σαφήνειας στα ντοκουμέντα, δεν ικανοποιεί ούτε τα μέλη ούτε τους οπαδούς του.

Βρισκόμαστε με βάση τα τελευταία γεγονότα μπροστά σε μια στροφή του ΚΚΕ όσον αφορά τις σχέσεις του με το ΠΑΣΟΚ;

• Τι είναι το ενιαίο σύστημα κοινωνικών σχέσεων και ποια η σχέση του ΚΚΕ με αυτό; Ποιο το περιεχόμενο του «προγράμματος αλλαγής»; Ποιο το περιεχόμενο της «πραγματικής αλλαγής»; Ποια η ουσία της θετικής διεξόδου από την κρίση, που προτείνει το ΚΚΕ;

• Μονάχα αρνούμενη τον εαυτό της σαν μεταβλητό κεφάλαιο, η εργατική τάξη γίνεται τάξη για τον εαυτό της, γίνεται ανεξάρτητη απέναντι στα αστικά κόμματα, κοινωνική δύναμη που αντιπαρατίθεται στην κοινωνική δύναμη του κεφαλαίου. Κάτι τέτοιο ούτε το θέλει ούτε το μπορεί το ΚΚΕ. Κι όχι τυχαία…

ΟΙ ΟΡΚΟΙ, ΤΑ ΞΟΡΚΙΑ ΚΑΙ Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΛΠΙΔΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

ΚΚΕ: αριστερός εταίρος της αλλαγής

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΑΡΧΙΚΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΙΣ

α. Μεγάλη φιλολογία έχει αναπτυχθεί το τελευταίο διά­στημα μέσα στις γραμμές του ΚΚΕ σχετική με την «ποσότητα» της κριτικής απέναντι στην πολιτική και πραχτική του ΠΑΣΟΚ.

Τα αποτελέσματα των τελευταίων βουλευτικών εκλογών και ο εμφανώς περιορισμένος και υποτονικός χαρακτήρας όλων των κοινωνικών εκδηλώσεων οδηγούν σ’ αδιέξοδο ένα μεγάλο κομμάτι των οπαδών του, που δεν βλέπει τις προσπάθειες του να καρπώνονται, που διαισθάνεται την αυτοκατανάλωση του δυναμικού του.

Το ΚΚΕ τελικά δεν κατόρθωσε να πάρει ένα σεβαστό ποσοστό, ώστε να είναι βασικός συντελεστής στη ρύθμιση της σημερινής πολιτικής κατάστασης, αλλά ούτε κατορθώνει να ανα­πτύξει ένα μαζικό κίνημα -έστω κάτω από τις δικές του προδι­αγραφές- δυνατό να επηρεάσει τις εκάστοτε πολιτικές εξελί­ξεις.

Η γενική και αόριστη θέση κριτικής του ΚΚΕ προς το ΠΑΣΟΚ, η αλλαγή κατά περιόδους του τόνου της, η έλλειψη σαφήνειας στα ντοκουμέντα, δεν ικανοποιεί ούτε τα μέλη, ούτε τους οπαδούς του.

Η «γραμμή λάστιχο» (μικραίνει-μεγαλώνει κατά περιό­δους η κριτική) δεν τους καλύπτει. Έτσι άρχισαν οι πιέσεις για μια; ξεκάθαρη τοποθέτηση, όπως άλλωστε η ίδια η Κ.Ε. του ΚΚΕ παραδέχεται στην τελευταία της ολομέλεια:

«Ορισμένοι σ. ερμηνεύουν το εκλογικό αποτέλεσμα κυρίως από την ποσολογία της κριτικής μας προς το ΠΑ­ΣΟΚ, είτε με το ότι το κόμμα δεν έκανε από τον Οκτώ­βρη του’ 81 στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ τέτοια κριτική, σαν κι αυτή που έκανε τον τελευταίο χρόνο, είτε αντί­θετα με το ότι η κριτική που έκανε στη διάρκεια των εκλογών ήταν πολύ έντονη και φόβιζε«.

Κατά την άποψη μας μεγαλύτερες ήταν οι πιέσεις προς την κατεύθυνση διαχωρισμού, διαφοροποίησης, καταδίκης της κυβερνητικής πολιτικής.

Η ηγεσία του ΚΚΕ μπροστά σ’ αυτή την εσωκομματική αναταραχή, που σ’ ορισμένες περιπτώσεις πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις (πχ διαγραφές στην Πάτρα, στο Πολυτεχνείο) αλλά και μπροστά στην υπαρκτή πολιτική κατάσταση, θεώρησε σκό­πιμο να αποσαφηνίσει τη θέση της, να πάρει τις αποστάσεις της, να σπάσει σε ένα βαθμό το «μορατόριουμ».

Έτσι σ’ ένα πολιτικό επίπεδο το ΚΚΕ φαίνεται να χαρα­κτηρίζεται από μια στροφή του απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, μια στροφή που επιβεβαιώνεται και με τη δημοσίευση του τελευταίου ντοκουμέντου της ολομέλειας της Κ.Ε.

Το ντοκουμέντο αυτό έγινε από πολλούς δεκτό με ενθου­σιασμό, χαρακτηρίστηκε σαν «η πρώτη, καθαρή, δημόσια αυτο­κριτική του ΚΚΕ» και σαν ουσιαστική ένδειξη για την αλλαγή της πορείας του. Άρχισαν ήδη οι ομόφωνες αποδοχές του.

Στην πραγματικότητα -όπως θα δείξουμε- ήταν μια επι­φανειακή «αυτοκριτική» που διασκέδασε τις εντυπώσεις και καταλάγιασε για λίγο τουλάχιστον, τους υπάρχοντες (και αρκε­τά ακαθόριστους) αναβρασμούς στις γραμμές του.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο μέγεθος, στο «πολύ» ή «λίγο» κριτική στο ΠΑΣΟΚ. Ούτε μόνο στο σε ποια βάση στη­ρίζεται αυτή, από ποια σκοπιά γίνεται, ποιο στόχο εξυπηρετεί.

Υπάρχουν πολύ ουσιαστικότερα ζητήματα στα οποία θα πρέπει να πάρει μια ξεκάθαρη στάση ή καλύτερα να αποκαλύ­ψει τις αληθινές του προθέσεις το ΚΚΕ. Δεν είναι το μέγε­θος της κριτικής για το ΠΑΣΟΚ που θα καθορίσει τη συνολι­κότερη πολιτική του αλλά ακριβώς το αντίθετο. Τα γενικότερα πλαίσια της πολιτικής του ορίζουν τη στάση του απέναντι σε κάθε επιμέρους θέμα, τη στάση και την αντιμετώπιση προς το ΠΑΣΟΚ.

β. Θα πρέπει να κάνουμε μια διευκρίνηση: οι περισσότε­ρες από τις διαφωνίες των μελών του ΚΚΕ προς την ηγεσία τους, που προαναφέραμε, είναι στοιχειακές, αυθόρμητες, χωρίς κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Δεν ακολουθούνται από μια συνολική τεκμηριωμένη πολιτική άποψη. Η τελευταία στις περισσότερες περιπτώσεις είναι ανύπαρκτη.

Αντίδραση που πυροδοτείται από την έλλειψη αποτελεσμα­τικότητας λοιπόν. ‘Η καλύτερα αντίδραση γιατί δεν είναι διά­φανη η προοπτική.

Τα στελέχη του ΚΚΕ υπερμαχόμενα της ομοφωνίας και ενότητας στις τάξεις και στις γραμμές του κόμματος τους, αρνούνται και χαρακτηρίζουν σα συκοφαντικούς τους παραπάνω ισχυρισμούς για εσωκομματικές διεργασίες και αναβρασμούς. Πέρα απ’ αυτά όμως στις «κατ’ ιδίαν» συζητήσεις -και δω να σημειώσουμε ότι σ’ένα προσωπικό επίπεδο τα μέλη του ΚΚΕ διαφοροποιούνται ως ένα βαθμό από τις επίσημες θέσεις, λέ­γοντας κάτι παραπάνω, κάτι διαφορετικό , είτε γιατί θέλουν να φαίνονται «πλατιοί», «ανοιχτά μυαλά» κλπ, είτε γιατί α­δυνατούν να επιχειρηματολογήσουν- κάνουν αναφορά σε υπάρ­χουσες τάσεις, ρεύματα που κατά περιόδους εντείνεται ή ατο­νεί η παρουσία τους μέσα στο κόμμα. Τάσεις που είναι αρκετά πιο συγκροτημένες από τις προαναφερόμενες αυθόρμητες αντι­δράσεις, τάσεις που συνοδεύονται από κάποιο πολιτικό σκεφτικό και που άλλες φορές συγκλίνουν κι άλλες φορές αποκλίνουν, αλληλοσυνδυάζονται ή αλληλοαναιρούνται. Όμως κανένα από τα ρεύματα αυτά, ούτε η φαρακική πασοκική «αδιαλλαξία» αλλά ούτε οι ανδρουλακικές απόψεις για μια κοινωνική αριστε­ρά από μόνες τους δεν στέκουν αυτούσια, ολοκληρωμένα. Αυτές αν βρίσκουν κάποια ανταπόκριση αυτό γίνεται γιατί εκμεταλ­λεύονται και στηρίζονται στη στενοχώρια, την απόγνωση, την αγανάκτηση των μελών του κόμματος τους. Λίγοι είναι εκείνοι -και κύρια είναι αυτοί που βρίσκονται στο γραφειοκρατούμενο κομματικό μηχανισμό- που ακολουθούν κάποια απ’ αυτές με συνέπεια και με απόλυτη συνείδηση.

γ. Στην· τοποθέτηση που ακολουθεί θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια κριτική στο ΚΚΕ αναφερόμενοι και σχολιάζο­ντας κυρίως τη στάση του απέναντι στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και τη σημερινή πολιτική κατάσταση. Τις απόψεις που θα διατυπώσουμε θα προσπαθήσουμε να τις ερμηνεύσουμε στηριζό­μενοι σε μια γενικότερη γνώμη που έχουμε και φυσικά διαπερνά το κείμενο, για ολόκληρη την πολιτική του ΚΚΕ.

Εντελώς διευκρινιστικά θέλουμε να δηλώσουμε ότι όλα τα αποσπάσματα από θέσεις και τοποθετήσεις που παραθέτουμε είναι παρμένα από τα επίσημα υλικά του 11ου συνεδρίου και της τελευταίας ολομέλειας της Κ.Ε. Σαφώς η παράθεση που κάνουμε χρωματίζεται από την ιδιαίτερη μας άποψη. Απομένει στην κρίση του καθένα το άν παρερμηνεύουμε ή όχι την γραμμή του ΚΚΕ.

Η ΛΥΔΙΑ ΛΙΘΟΣ

«Γι’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι «λυδία λίθος» για την οριστική κατάληξη του ΠΑΣΟΚ θα είναι η στάση του απέναντι στο πρόβλημα της συνεργασίας με τις δυνάμεις της αλλαγής, η στάση του απέναντι στο ΚΚΕ» (από το 11ο συνέ­δριο του ΚΚΕ).

α. Κριτική στην …κριτική

Έντεκα χρόνια παρουσίας του ΠΑΣΟΚ, τέσσερα χρό­νια διακυβέρνησης της χώρας είναι υπεραρκετά για να σχημα­τίσει οποιοσδήποτε πολιτικός φορέας μια άποψη για το τι κόμ­μα είναι, τι περίπου εκφράζει, ποια συμφέροντα εξυπηρετεί.

Θεωρούμε το ΠΑΣΟΚ αστικό κόμμα, εκφραστή των συμφε­ρόντων ανερχόμενων τμημάτων της αστικής τάξης που ενώ ευνοήθηκαν και αναπτύχτηκαν σ’ όλη την προηγούμενη περίοδο δεν είχαν μια αυτόνομη πολιτική έκφραση.

Το ειδικό βάρος αυτών των μερίδων της αστικής τάξης ευνοήθηκε και ενισχύθηκε σταδιακά στην πορεία του ελληνικού καπιταλισμού τις τελευταίες δεκαετίες. Η άνοδος του στην εξουσία συντελέστηκε όταν τμήματα του μεγάλου κεφαλαίου «προείδαν» στην πολιτική τους έκφραση (το ΠΑΣΟΚ) τη δυνατότητα να διαχειριστεί καλύτερα το υπάρχον σύστημα. Σε μια τέτοια επιλογή βάρυνε ο προσεταιρισμός, από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ, λαϊκών στρωμάτων που είχαν μια σχέση με το α­ριστερό κίνημα και που ριζοσπαστικοττοιήθηκαν την περίοδο δια­κυβέρνησης Καραμανλή. Πολλοί οικονομικοί κύκλοι πίστευαν ότι αυτός ο συνδυασμός (έκφραση των αστικών συμφερόντων-προσεταιρισμός λαϊκών στρωμάτων) θα μπορούσε σε ένα κλίμα «συναινετικών διαδικασιών» να δώσει λύσεις στα οξυμένα οικονομικά προβλήματα της περιόδου.

Η διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αποτελεί μια τεχνοκρατι­κή-λαϊκίστικη απόπειρα διαχείρισης της κρίσης του καπιταλι­σμού έχοντας εξασφαλίσει την ουσιαστική συναίνεση της Αρι­στεράς. Η πολιτική του είχε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα λόγω των λαϊκίστικων χαρακτηριστικών του σε αντίθεση με τις αντίστοιχες πολιτικές της κλασσικής σοσιαλδημοκρατικής διαχεί­ρισης. Το τελευταίο διάστημα δείχνει ότι το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει να γίνει αποκλειστικός διαχειριστής του συστήματος, παίζο­ντας ένα πρωταγωνιστικό ρόλο σαν αυτόν που έπαιζε για σειρά χρόνων η Δεξιά.

Ο εκσυγχρονισμός του ΠΑΣΟΚ συναντιέται με βαθύτερες ανάγκες του κεφαλαίου στην Ελλάδα, χρησιμεύει στην εξέλιξη διάφορων αστικών μερίδων, δημιουργώντας σ’ ένα πρώτο στάδιο την επίφαση ικανοποίησης των λαϊκών στρωμάτων.

Η διπλή υφή του ΠΑΣΟΚ (εκφραστής μερίδας της αστι­κής τάξης συν λαϊκισμός) περικλείει την δυνατότητα διάσπα­σης του κάτω από καθορισμένες συνθήκες (γεγονός. που τον τελευταίο καιρό καλλιεργεί και εκμεταλλεύεται το ΚΚΕ).

Ποια είναι όμως η άποψη του ΚΚΕ για το ΠΑΣΟΚ;

«Το ΠΑΣΟΚ αποτελεί ένα ιδιότυπο ρεφορμιστικό κόμμα. Ιδιότυπο από τις κοινωνικές του βάσεις, την προέλευση του, τη δομή του, από την πολιτική του και γενικότερα από μια σειρά άλλες ιδιομορφίες της ελληνικής πραγματικότητας«.(Από το 11ο συνέδριο του ΚΚΕ)

Αυτή η «ταξική», «πολύπλευρη» και «πολυδιάστατη» ανάλυση είναι όλο κι όλο ότι έχει διατυπωθεί στο 11ο συνέ­δριο σχετικά με τη φυσιογνωμία του ΠΑΣΟΚ.

Η θέση αυτή επιτρέπει το εξής «διάβασμα»: Το ΠΑΣΟΚ είναι ένα κόμμα που εκφράζει κυρίως λαϊκές δυνάμεις και που ακολουθεί μια μεταρρυθμιστική πολιτική. Με μια ορισμέ­νη,» ιδιότυπη» πολιτική θα μπορούσε το ΚΚΕ ή το λαϊκό κίνη­μα να το τραβήξει σε θέσεις θετικές προς την αντιμονοπωλια­κή αλλαγή. Αυτή η πολιτική θα εκφράζονταν από το περί­φημο «ενότητα και πάλη» στη βάση της κυρίαρχης αντί­θεσης «μονοπώλια-εργαζόμενος λαός».

Η εξήγηση για την αποδοχή της -άποψης του «ιδιότυπου ρεφορμιστικού» από πλευράς του ΚΚΕ, νομίζουμε πως βρί­σκεται μέσα στις ίδιες τις θέσεις του συνεδρίου:

«Αλλά δεν πρέπει ν’ αποκλείσουμε ότι πολιτικές δυνάμεις γενικά ρεφορμιστικής κατεύθυνσης είναι δυνατό, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, σε. συγκεκριμένες συγκυρίες και κυρία κάτω από την ώ­θηση ενός ισχυρού λαϊκού κινήματος, ενός ισχυρού Κ.Κ. της ύπαρξης συνεργασιών κλπ, να συνεισφέρουν στην προώθηση αλλαγών που περικλείνουν έστω επιμέ­ρους ρήξεις με τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό«(Από το 11ο συνέδριο του ΚΚΕ). και λίγο πιο κάτω:

«Εμείς ποτέ δεν είπαμε ότι το ΠΑΣΟΚ από μόνο του μπορεί να φέρει μια πραγματική αλλαγή… αλλαγή δεν γίνεται χωρίς το ΚΚΕ«.

Παραγκωνίζουμε οποιαδήποτε ταξική μελέτη, οποιαδήποτε βαθιά, ουσιαστική τοποθέτηση πάνω στις εξελίξεις, αλλοιώνουμε τα χαρακτηριστικά και τη φυσιογνωμία των άλλων κομμάτων, βάζουμε-βγάζουμε ετικέτες (όπως «ρεφορμιστικό») αρκεί να εξυπηρετήσουμε απόλυτα την πολιτική μας γραμμή για συμμαχίες, την επιδίωξη μας για συμμετοχή μας στην κυ­βέρνηση.

Και δεν είναι ότι το ΚΚΕ «δεν μπορεί, έχει αδυναμία – όπως ισχυρίζονται πολλές φορές τα μέλη του – να αποφαν­θεί πολύπλευρα, να αποκτήσει μια ολοκληρωμένη άποψη για τη φυσιογνωμία του ΠΑΣΟΚ, μιας και του λείπει η απαραίτητη γνώση, το κατάλληλο στελεχικό δυναμικό». (Δεν χρειάζονται σπουδαίοι και μεγάλοι οικονομολόγοι, αρκούν μερικοί άνθρωποι που έχουν θέληση, κάποια σχέση με το μαρξισμό και το κυρι­ότερο δεν επιδιώκουν να τον διαστρεβλωθούν).

Ποιο στοιχείο σαγήνευσε τους θεωρητικούς του ΚΚΕ ώστε να φτάσουν στη θέση του «ιδιότυπου μικροαστικού κόμ­ματος»; Η ιδιότυπη κατάσταση που έχει επιβάλλει το «περι­βάλλον Καστρί» με την επί δεκαετίες παρεμβολή του στην πολιτική κατάσταση η οποία εκσυγχρονίστηκε επί ημερών Ανδρέα; Η άκρως φιλεργατική πολιτική των κινήτρων για τους βιομηχάνους; Ή μήπως η «ανακάλυψη» ότι το ΠΑΣΟΚ κινείται στα νατοϊκά πλαίσια;

Μήπως όμως όλα τα παραπάνω είναι συκοφαντίες; Αλήθεια, μήπως στέκει η τελευταία δήλωση του ΚΚΕ μέσω της ολομέλειας της Κ.Ε. ότι δηλ. η βασική του πρόθεση δεν ήταν η συμμετοχή στην κυβέρνηση, η συμμαχία με το ΠΑΣΟΚ;

Σ’ αυτό μας απαντά ο Χ. Φλωράκης:

«Ας πάρουμε την πρόταση για συνεργασία, όλων των προοδευτικών δυνάμεων και πριν απ’ όλα του ΚΚΕ και του ΠΑΣΟΚ. Η πρόταση αυτή δεν είναι καινούργια. Όμως σήμερα μπροστά στ’ αδιέξοδα που εμφανίζονται στο βάθαιμα της κρίσης και στην επίθεση της Δεξιάς, η πρόταση αυτή γίνεται εθνική ανάγκη» (από την αποκλειστική του συνέντευξη στα Νέα, 20/2/84)

Αν ακόμα εξακολουθούν να υπάρχουν επιφυλάξεις, ας ανατρέξουμε στα ντοκουμέντα του 11ου συνεδρίου του :

«Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η πρόσφα­τη πολιτική επιλογή της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ για μα­ταίωση της συνεργασίας των προοδευτικών δυνάμεων στις δημοτικές εκλογές παρά το γεγονός ότι το Κόμ­μα μας έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια και υποχώ­ρηση* για να υπάρξει αυτή η συνεργασία«(Η υπογράμμιση δική μας.)

Δηλ. όχι απλά εκδηλώνει κάποια πρόθεση, κάποια διά­θεση αλλά κάνει και κάθε δυνατή υποχώρηση!!! Και λίγο μετά, στα ντοκουμέντα, διαβάζουμε:

«Η άρχουσα τάξη (πιέζοντας το ΠΑΣΟΚ), επιδιώκει να αποκλείσει μια πολιτική συνεργασίας με τις πιο οργανωμένες και συνεπείς δυνάμεις της αλλαγής, τις δυνάμεις του ΚΚΕ«.

Όμως:

«Το κόμμα μας είχε και έχει τη θέληση και την ετοιμότητα ν’ ανταποκρίνεται θετικά σε κάθε δυνατό­τητα συνεργασίας-για επιμέρους στόχους ή και γενικότερα σε όλα τα επίπεδα με κάθε προοδευτική δύναμη και βέβαια και με το ΠΑΣΟΚ«.

Τα αποσπάσματα αυτά, δηλ. τα επίσημα κείμενα του 11ου συνεδρίου και οι συνεντεύξεις του Γ.Γ. που θεωρούνται επίσημες εξειδικεύσεις της γραμμής, δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας σε κανένα.

Αν το ΚΚΕ, το ‘ 74 έδωσε όλες τις αποζητουμενες εγγυήσεις, αποδέχτηκε όλους τους όρους και ήταν ένας από τους βασικούς συντελεστές στη σύμπραξη του «εθνικού συμ­βολαίου», από το’81 και για ένα μεγάλο διάστημα μετά, γίνεται στήριγμα και συγχρόνως ο ουραγός εκείνου του κομμα­τιού της αστικής τάξης που ανέλαβε την διαχείριση της κρίσης: της ηγετικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ. Με την ασάφεια του, με το φαινομενικό σκαμπανέβασμα της κριτικής του αλλά και με την επί της ουσίας συναίνεση του, δίνει την καλύτερη προσφορά στην αντιδεξιά τάση του κόμματος της αστικής τάξης.

Απ’ τη μια πλευρά ο οξύς τόνος της κριτικής – όποτε κι αν υπήρχε – και από την άλλη η επί της ουσίας συμπαρά­ταξη και υποστήριξη (σε ορισμένες περιπτώσεις το ΚΚΕ γινό­ταν βασιλικότερο του βασιλέως), δεν μπορεί νάχουν άλλο απο­τέλεσμα από το να μπερδεύουν και να εγκλωβίζουν περισσό­τερο τις αριστερές μάζες στο ΠΑΣΟΚ.

«Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η κοινοβουλευτική μας ομάδα δεν καταψήφισε τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης του ’81« (από την τελευταία ολομέλεια)

«Η κριτική που θα κάνουμε προς το ΠΑΣΟΚ πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα επιχειρήματα και δεδομένα, να δίνει συγκεκριμένες διεξόδους, να είναι μ’ άλλα λόγια εποικοδομητική«.

Γι’ αυτό ούτε οι υπαναχωρήσεις της κυβέρνησης, ούτε ο ηγεμονισμός και οι προκλήσεις του ΠΑΣΟΚ πρέπει να μας παρασέρνουν σε αρνητικές στάσεις ή σε βιαστικές και συναισθηματικές αντιδράσεις που θα μας ξέκοβαν απ’ αυτές τις δυνάμεις«. Φταίνε λοιπόν οι γενιές της αντίστασης αν «μπερδεύ­τηκαν» λίγο και τελικά ψήφισαν ΠΑΣΟΚ; Είναι μεγάλοι οι άνθρωποι και δεν τους είναι εύκολο να αντιλαμβάνονται την «ευαισθησία» και τη «λεπτότητα» της κριτικής.

Το ΚΚΕ λοιπόν δεν κατορθώνει να ξανακερδίσει τις μά­ζες του , τους οπαδούς του, που καρπώθηκε με το λαϊκίστικο και ριζοσπαστικό προσωπείο και εξακολουθεί να συγκρατεί το ΠΑΣΟΚ. Μειώνεται η δύναμη του στις τελευταίες βουλευ­τικές εκλογές, σε μια σειρά εργατικά και εργοστασιακά συνδι­κάτα (δηλ. σε βασικούς τόπους παρέμβασης των κομμουνιστών). Η ΠΑΣΚΕ δεν πήγαινε και άσχημα στο συνδικαλιστικό χώρο. (Ας μην επικαλεστούν στο σημείο αυτό, σαν απόδειξη της ορθής αρχειακής στάσης των συνδικαλιστών του ΚΚΕ το τμήμα που αποκολλήθηκε από το ΠΑΣΟΚ ,γιατί δεν έρχεται σε ρήξη μαζί του, αλλά μονάχα με ένα μέρος της πολιτικής του. Οι διαγραφέντες από το ΠΑΣΟΚ αποτελούσαν υψηλά ιστάμενα στελέχη της συνδικαλιστικής του γραφειοκρατίας. Πρέπει ακόμα να θυμήσουμε δύο γεγονότα: όταν ψηφίστηκε το άρθρο 4 αυτά τα ίδια στελέχη το στήριξαν και επίσης η ρήξη τους με το μηχανισμό του ΠΑΣΟΚ εκδηλώθηκε αφού δηλώθηκε κατηγορηματικά ότι η συνδικαλιστές δεν θα αναλά­βουν κυβερνητικές θέσεις).

Ποιο επιχείρημα μπορεί να μας αντιτάξει το ΚΚΕ; Ότι είμαστε αριστεριστές. Ότι δεν κατανοούμε τις αντιφάσεις που έχει το ΠΑΣΟΚ. Ότι δεν μας ενδιαφέρει και ούτε βέβαια μπορούμε να κάνουμε τίποτα για τον απεγκλωβισμό μαζών από το ΠΑΣΟΚ και να μας κάνει – να αισθανθούμε «λίγοι» όταν ρωτηθούμε με ποιο τρόπο θα επηρεάσει κανείς τον κόσμο που ακολουθεί το ΠΑΣΟΚ.

Ας απαντήσουμε: Πρόκειται για πραγματικό πρόβλημα που η επίλυση του απαιτεί πολλές προσπάθειες και ταχτικές τοποθετήσεις. Γι’ αυτό γνώμονας πρέπει, νάναι το αν οι ταχτικές τοποθετήσεις εναρμονίζονται με την ουσία της θέσης που έχουμε για το ΠΑΣΟΚ και με το αν πράγματι προωθούμε την αποδέσμευση μαζών ή ενι­σχύουμε την ηγετική αστική τάση στο ΠΑΣΟΚ.

Και επί του συγκεκριμένου το ΚΚΕ έχει δώσει καλές εξετάσεις. Ας αναρωτηθεί με την σειρά του το μέλος και ο οπαδός αυτού του κόμματος: Οι ταχτικοί χειρισμοί με αποκο­ρύφωμα αυτόν της υπερψήφισης του Σαρτζετάκη ποιόν οφέλησαν τελικά; Δόθηκε στην προκειμένη περίπτωση, σοβαρή χείρα βοηθείας στην ηγετική αστική τάση του ΠΑΣΟΚ στην προσπά­θεια της να καταστεί κυρίαρχη αστική δύναμη ή όχι;

Πόσο οφέλησε πραγματικά αυτή η εφαρμογή του «ενότη­τα και πάλη» για το κέρδισμα ενός κόσμου από το ΠΑΣΟΚ; Οι όποιες επιτυχίες, ήταν μόνο κορυφής (Ιντζές, Δρεττάκης, Παναγουλης κλπ, οι οποίοι όμως εξαργύρωσαν με το αζημίωτο τη συμπαράταξη τους).

Λησμονιέται όμως ένα καίριο πρόβλημα: με ποιο τρόπο κατόρθωσε το ΠΑΣΟΚ να εγκλωβίσει μια αριστερή μάζα; Πώς στρώθηκε το έδαφος σε μια τέτοια εξέλιξη; Έπαι­ξε κάποιο ρόλο σε αυτό η πολιτική του ΚΚΕ ή όχι; Πώς φτά­σαμε ν’ αντιστραφούν έτσι οι όροι και από κει που είχε πρό­βλημα η αστική τάξη (χρησιμοποιώντας ένα χοντροκομμένο -της δεξιάς- ή εκσυγχρονισμένο -του ΠΑΣΟΚ- αντικομμουνισμό) να καταστείλει ή να ενσωματώσει τον παρατηρούμενο στη δεκαετία του ’70 ριζοσπαστισμό; Αυτή την κίνηση μπορού­σε να κερδήσει πολιτικά η αριστερά; Κι όμως σήμερα βρισκό­μαστε στο σημείο να παραδεχόμαστε πως είναι πραγματικό ζήτημα το πρόβλημα της απεμπλοκής μαζών από την επιρροή του ΠΑΣΟΚ.

Για όλη αυτή την πορεία δεν έφταιγαν «οι γενικόλογες διατυπώσεις συνθημάτων», η «κακή επεξεργασία» και η «μη εκλαΐκευση των θέσεων», η «αδυναμία των στελεχών για ποιοτική καθοδήγηση», όπως υποστηρίζει η τελευταία ολομέλεια.

Ο ρόλος που έπαιζε το ΚΚΕ απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, η προσαρμογή στη συνθηματολογία της «αλλαγής» ήταν και είναι βασικές του επιλογές. Με ποιο τρόπο μέσα από το σύνθημα της «πραγματικής αλλαγής» υποδηλώνεται κάτι ουσιαστικά διαφορετικό από αυτό που διακηρύσσει το ΠΑΣΟΚ; Γιατί μια «πραγματική αλλαγή» και όχι μια «πράσινη» αλλαγή; Γιατί να μην έχει πέραση η λογική:»το ΚΚΕ είναι καλό σαν κόμμα, καλό σαν αριστερός πόλος αντίδρασης, αλλά μ ε το ΠΑΣΟΚ για να πραγματοποιήσουμε την αλλαγή, για να τραβήξουμε πιο αριστερά, για καλύτερες μέρες».

Απλά το ΚΚΕ και η «αριστερά» που αυτό πρεσβεύει, εισπράττουν το τίμημα της πολιτικής του «μικρότερου κακού» που μ’ αυτήν γαλούχησε για τρεις πάνω-κάτω δεκαετίες τον κόσμο της Αριστεράς.

Στη χώρα μας, έχει αποδειχθεί και ιστορικά, πως δεν έχει καμιά βιωσιμότητα μία ανεξάρτητη πολιτική γραμμή που να εκφράζει την εργατική τάξη, αν δεν έχει μια σαφή και καθαρή άποψη για την φύση και τον χαρακτήρα των ενδοαστικών αντιθέσεων. Γιατί δεν είναι πρώτη φορά που έξυπνα η αστική τάξη -που έχει ένα παρελθόν διχασμού- εγκλωβίζει τις μάζες και το λαϊκό κίνημα μαζί με τη δυναμική του σε μια εσωτερι­κή, δική της αντιπαράθεση, στην αναμέτρηση δύο αστικών μερίδων. Βενιζελικοί-Βασιλικοί πριν τον πόλεμο, Καραμανλής-Γέρος την περίοδο ’64,ΠΑΣΟΚ-Δεξιά στις μέρες μας.

Μεταπολεμικά ο χειρισμός της αριστερής μάζας κατά περιόδους δεν ήταν καθόλου εύκολος. Πέρασε μέσα από την Ε.Κ. το ‘ 64 με την συναινετική δεξιά πολιτική της ΕΔΑ που κατάφερε να μετατρέψει το 24% (του 1958) σ’ ένα 11%. Περνάει μέσα από το ΠΑΣΟΚ (αρκετά διαφορετικά και «περί­πλοκα μιας και οι συνθήκες έχουν μεταβληθεί) στις μέρες μας με την «πολιτική συνεργασιών» του ΚΚΕ.

Όσο κι αν ισχυρίζεται το ΚΚΕ ότι δεν επαναλαμβάνει το λάθος του ’64 (δεν φτάνει βέβαια μέχρι την ανοικτή κι εκλογική υποστήριξη που έδωσε τότε η αριστερά στην Ε.Κ.) επί της ουσίας δεν διαφοροποιείται από την αντίστοιχη τοτινή πολιτική του που έπαιρνε σάρκα και οστά μέσα από την ΕΔΑ.

Κι ευκαιριακά εδώ ας αναφέρουμε ότι όσο και αν οι εσωτερικοί και διεθνείς όροι έχουν τροποποιηθεί τις τελευταί­ες δεκαετίες που ήσαν πλούσιες σε γεγονότα και ανακατατάξεις, όσο κι αν είχαμε διαφοροποίηση της οικονομίας, ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, εξέλιξη της νέας τεχνολογίας, πολλαπλές πολιτικές μεταβολές (χούντα, περίοδος Καραμανλή, ΠΑΣΟΚ στην εξουσία κ.α.) οι θέσεις του ΚΚΕ έμειναν αμετάβλητες, εξακολουθούν να κινούνται στα ίδια πλαίσια με εκεί­να της περιόδου ‘64.0ι βασικοί πολιτικοί στόχοι έχουν μείνει σταθεροί. Κι εκείνες οι ελάχιστες παρεκκλίσεις, διαφοροποιήσεις που έγιναν ήσαν αυτές που συνήθως ακολουθούσαν μετά από ανάλογες ανακατατάξεις, εξελίξεις στην ηγεσία και αλλαγές στις θέσεις του ΚΚΣΕ. Διαβάζουμε:

«ωστόσο οι δημοκρατικές δυνάμεις μπορούν, πραγματοποιώντας τη σύμπραξη να ανατρέφουν τα σχέ­δια της ξενόδουλης δεξιάς, να σαρώσουν τις δυ­νάμεις της υποτέλειας, να αναδείξουν δημοκρατική πλειοψηφία στη βουλή και την κυβέρνηση που να εφαρμόσει δημοκρατική στροφή στην πορεία της χώρας».

«… Το ΚΚΕ διαφωτίζει τις μάζες και παλεύει υπέρ του προγράμματος της Εθνικής Δημοκρατικής Αλλαγής, θεωρεί σήμερα άμεσο πολιτικό καθήκον την ενότητα των δημοκρατικών δυνάμεων και κομμάτων, γύ­ρω από ένα μερικότερο πρόγραμμα, που θα αποβλέπει στην απομάκρυνση της κυβέρνησης και στην ανάδειξη μιας κυβέρνησης που θα αποκαταστήσει τη δημοκρατική ομαλότητα, θα εφαρμόσει φιλειρηνική πολιτική, πολι­τική περιφρούρησης του εθνικού πλούτου και ανακού­φισης των εργαζομένων.

«Η πάλη με την ενότητα των δημοκρατικών πατριωτικών δυνάμεων και την πραγματοποίηση δημο­κρατικής στροφής στην πορεία της χώρας θα είναι τόσο πιο αποτελεσματική όσο περισσότερο θα στηρίζε­ται στους λαϊκούς αγώνες.»

Όχι δεν πρόκειται για απόσπασμα από το 11ο συνέδριο. Είναι αποσπάσματα από το 8ο συνέδριο του ΚΚΕ που έγινε το 1961.

Νομίζουμε ότι αν αντικαταστήσουμε τις υπογραμμισμένες λέξεις (οι υπογραμμίσεις δικές μας) : «ξενόδουλη» με «αμερικανόδουλη» και «εθνική» με «πραγματική», έχουμε ένα ακριβές αντίγραφο των αποφάσεων του 11ου συνεδρίου που έγινε πριν δυο χρόνια.

Που βρίσκεται η στοιχειώδης πρόοδος; Πώς και πού υποδηλώνεται το διαφορετικό των καιρών μας; Πώς μπορεί μετά από μια 20ετία να υπάρχει μια τέτοια εμμονή, τέτοια καθήλωση σε θέσεις που δεν απέδειξαν με κανένα τρόπο την αποτελεσματικότητα τους;

Και ας μην πιστέψουμε στο αλάθητο της γραμμής. Η ζωή μάλλον το αντίθετο αποδεικνύει. Ούτε να αποδεχτούμετην εκδοχή της «παράλειψης», του »λάθους» ,της «αδυναμίας». Γιατί τα λάθη, οι παραλείψεις και οι αδυναμίες μέσα σε τόσα χρόνια επισημαίνονται και ξεπερνιούνται.

Η πολιτική αυτή αποτελεί συνειδητή, συνειδητότατη επιλογή. Και για να αντιλαμβανόμαστε την ουσία τέτοιων πολιτικών και το μέγεθος των συνεπειών τους,ας επισημάνου­με ότι το 8ο συνέδριο είναι αυτό που θεωρητικά κάλυψε όλο το πλαίσιο συνεργασίας της ΕΔΑ με την Ε.Κ. στις εκλογές του ‘ 64. Συνεργασία που χαντάκωσε και καθοριστικά εγκλώ­βισε το αριστερό κίνημα. Γεγονός που ως ένα βαθμό παραδέ­χεται και το ίδιο το ΚΚΕ.

Το τελευταίο διάστημα, για λόγους ταχτικής παρατηρεί­ται μια διαφορετική στάση του ΚΚΕ προς το ΠΑΣΟΚ. «Μια αλλαγή πλεύσης», μια αύξηση του τόνου και της κριτικής που μάλιστα έχει και άμεσο, πραχτικό αντίκτυπο (ΓΣΕΕ κ.λ.π.).

Δεν ισχύουν λοιπόν όλες οι παραπάνω αναλύσεις μας; Απεναντίας. Και τα τελευταία γεγονότα βρίσκονται μέσα στα πλαίσια της λογικής που προαναφέραμε. Για να εξα­σφαλιστεί η βιωσιμότητα του κόμματος χρειάζονται χειρισμοί, χρειάζονται αναπροσαρμογές.

Είναι φθορά για το ΚΚΕ η εμμονή του στη θέση για συ­νεργασία και υποστήριξη σ’ ένα επίπεδο ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ, όταν μάλιστα το τελευταίο αποκλείει επίσημα ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Έτσι διαφοροποιείται κι αλλάζει κατά κάποιο τρόπο άμεσους στόχους και κατευθύνσεις χωρίς όμως να ξε­φεύγει από τα προκαθορισμένα πλαίσια.

Από στελέχη του ΚΚΕ διατυπώνεται πλέον η άποψη ότι το κόμμα τους .δουλεύει προς την κατεύθυνση ωρίμανσης των συνθηκών ώστε να επέλθει μια τέτοια πολιτική λύση που θα ρίξει, θα αντικαταστήσει την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με μια κυβέρνηση συνεργασίας που θα στηρίζεται πάνω στη βάση της «πραγματικής αλλαγής». Αυτή θα αποτελείται από το ΚΚΕ, από κομμάτια και στελέχη του ΠΑΣΟΚ που είναι δυσαρεστημένα από την τωρινή πολιτική του κι από όλους τους άλλους συνε­πείς δημοκρατικούς φορείς και δυνάμεις της αλλαγής. Όλ’ αυ­τά βέβαια τα υπολογίζουν πιθανολογώντας σε μια διάσπαση ή μια μαζική αποχώρηση βασικών στελεχών του ΠΑΣΟΚ.

Αυτή η θέση έμμεσα διαφαίνεται και στην εισήγηση της τελευταίας ολομέλειας.

«Επιδιώκουμε το σχηματισμό μιας δημοκρατικής κυβέρνησης της αλλαγής. Με ποιους όμως θα γίνει; Στο ερώτημα αυτό απαντάμε: Από τις πολιτικές δυνά­μεις της αλλαγής που υπάρχουν και από άλλες που θα εμφανίζονται και θα διαφοροποιούνται στην πορεία. Ήδη έγινε ένα μικρό βήμα προς τη δημιουργία του μετώπου των πολιτικών δυνάμεων της αλλαγής. Σημειώ­νουμε ότι ο σημερινός πολιτικός χάρτης όχι μόνο δεν είναι σταθερός, αλλά έχει μπει και σε μια διαδι­κασία κρίσης«.

Βέβαια όπως όλες οι επίσημες διατυπώσεις του ΚΚΕ κι αυτή δεν είναι ξεκάθαρη. Πάντα κρατιέται η «πισινή». Μπορεί να θέλουν μια αλλαγή κυβέρνησης, αλλά αν είναι αυτή νάρθει ας έρθει ομαλά. Μια γενική αποσταθεροποίηση δεν ευνοεί ούτε το ΚΚΕ και τη φερεγγυότητα του, ούτε τους φίλους τους σοβιετικούς, σε αυτές τις συνθήκες.

Ας μην αποκλείουμε όμως και ένα πισωγύρισμα, έναν επαναπροσδιορισμό της συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ πάνω σε νέες βάσεις.

Μια από τις βασικές κατευθύνσεις του ΚΚΕ, όλο αυτό το διάστημα, ήταν να πιέζει το ΠΑΣΟΚ να κρατήσει μια τέ­τοια εξωτερική πολιτική που να εναρμονίζεται με τις αντίστοι­χες των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι πολλές αντιθέσεις και αντιφάσεις περικλείει ο συνδυασμός της στάσης του ΚΚΕ απέναντι στο ΠΑΣΟΚ με τις σχέσεις του κόμματος αυτού με τους σοβιετικούς.

Γιατί η αύξηση της επιρροής των ανατολικών δεν γίνεται μόνο μέσω των φιλοσοβιετικών κομμάτων, αλλά και με τη δημι­ουργία προσβάσεων στη μεγαλοαστική τάξη και τη διπλή εκμετάλλευση του ΠΑΣΟΚ σαν κυβερνητικό κόμμα και σαν αριστε­ρό κόμμα με το οποίο διατηρούν διμερείς σχέσεις.

Ένα σε κάποιο βαθμό αντιπολιτευόμενο ΚΚΕ, μια πλή­ρης υποστήριξη του ΠΑΣΟΚ από σοβιετικούς και άλλους ανα­τολικούς, μια προώθηση μονιμότερων δεσμών της ανατολής με τη μεγαλοαστική τάξη μέσα από κατάλληλους διαύλους, δεν αποτελούν αλληλοαναιρούμενα άλλα αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία μιας ενιαίας στρατηγικής. Η στρατηγική αυτή εξυπη­ρετήθηκε αρκετά καλά από μια κεντροαριστερή λύση τύπου ΠΑΣΟΚ, όπως αμοιβαία εξυπηρετήθηκε και το ΚΚΕ απ’ αυτή.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών που προαναφέρα­με, της υποστήριξης δηλ. των σοβιετικών προς το ΠΑΣΟΚ και της ως ένα βαθμό σύγχρονης αντιπολίτευσης του ΚΚΕ είναι οι δηλώσεις αμέριστης συμπαράστασης του ΚΚΣΕ και η πλή­ρης ταύτιση του με την εξωτερική πολιτική του ΠΑΣΟΚ που έγιναν στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, όταν εκείνο τον καιρό το ΚΚΕ ξεκινώντας μια έντονη περίοδο κριτικής ζητούσε την προσφυγή στις κάλπες. Ήταν όντως μια ατυχής συγκυρία.

β. Φώναζε αριστερά-Κινήσου δεξιά

Γενικά η χρεωκοπία των καπιταλιστικών μοντέλων ανά­πτυξης, η ανικανότητα των δυνάμεων του «αστισμού», που κυβέρνησαν και κυβερνούν, ακόμα να λύνουν βασικά προβλήματα στην ίδια τη δική. τους περιοχή, η διόγκωση κα» η συγκέ­ντρωση των αντιθέσεων, που έχε» πόρε» εκρηκτικό χαρακτήρα, νομίζουμε ότι δεν αφήνουν καμμιά αμφιβολία για την υπερωρίμανση γενικά των αντικειμενικών όρων για το πέρασμα σ’ άλ­λο κοινωνικό σύστημα, για την ανατροπή των υπαρχουσών κοι­νωνικών σχέσεων.

Αλλά και πιο συγκεκριμένα για την Ελλάδα, η πολιτική κρίση όλο και παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις (διάσπαση ΝΔ, διαγραφές ΠΑΣΟΚ), οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης αντι­μετωπίζονται με μέτρα καθαρά αντιλαϊκά, η αντιπαράθεση της »αλλαγής-απαλλαγής1‘ κάτω από άλλους όρους συνεχί­ζεται. Ένα υπαρκτό δυναμικό θα έπρεπε να ετοιμάζεται, να προσανατολίζεται ν’ αντιμετωπίσει τέτοιες καταστάσεις. Τέτοι­ες συνθήκες κάτω από κατάλληλες παρεμβάσεις ευνοούν ανακατατάξεις, κινήσεις, ακόμα κι εκρήξεις του λαϊκού παρά­γοντα. Για ένα επαναστατικό κόμμα η παρούσα κατάσταση δεν εμπεριέχει διλήμματα.

Το ΚΚΕ όμως που χρόνια τώρα στάθηκε ο κύριος εγγυη­τής της κοινωνικής ειρήνης και που μόλις πρόσφατα «ανακά­λυψε» το αληθινό πρόσωπο του ΠΑΣΟΚ, έχοντας σαν. βασικές του επιδιώξεις την αναβάθμιση της διαπραγματευτικής του ι­κανότητας και το να γίνει ένα αριστερός εθνικός «παράγο­ντας» και συγχρόνως έχοντας αφοπλίσει ιδεολογικά και πολι­τικά τις μάζες και συγκρατήσει το λαϊκό μαζικό κίνημα σ’ ένα καθαρά οικονομίστικο διεκδικητικό επίπεδο, αδυνατεί όχι μόνο να εκμεταλλευτεί αυτή την κατάσταση για να δημιουργή­σει ανατροπές κι αναταραχές -πράγμα που δεν επιδιώκει άλ­λωστε- αλλά αδυνατεί ακόμα και να στιγματίσει με τη δική του σφραγίδα τις τωρινές πολιτικές εξελίξεις.

Θέλει νάχει τις μάζες μαζί του, να τις ενεργοποιεί, να τις κατεβάζει σε πορείες, κινητοποιήσεις, σε απεργίες όποτε και όπου θέλει, αλλά ταυτόχρονα φοβάται τη δυναμική, που μπορούν αυτές να αποκτηθούν. Φοβάται τη διεύρυνση, το μεγάλωμα, το φούντωμα της λαϊκής αγανάκτησης, που 9α μπο­ρούσε να τραβήξει ένα δρόμο πιο πέρα και παρά τις δικές του επιλογές:… Θέλει να κρατά όλα τα νήματα, να ελέγχει την πορεία όλων των κοντραρισμάτων, ώστε να μην υπερβαί­νουν τα πλαίσια της πολιτικής σκηνής που έχει μάθει και που σ’αυτά θέλει να κινείται. Το ΚΚΕ άλλωστε έχει ρίξει γερή άγκυρα σ’ αυτό το σύστημα. Έχει κάνει τις επενδύσεις του, έχει μάθει να λειτουργεί και να κινείται μέσα σ’ αυτό, γίνε­ται οργανικό κομμάτι του. Δεν του είναι εύκολο και απλό να το «κλονίσει, να το ανατρέψει. Δεν ρισκάρει.

Το κυρίως παιχνίδι του δεν βρίσκεται στις αναμετρήσεις, δεν κρίνεται στις κινητοποιήσεις, στις συγκρούσεις. Το ΚΚΕ σ’ αυτή τη φάση προτιμά να μπεί στην πολιτική σκηνή της χώρας σαν ένας σεβαστός, κοινά αποδεκτός αντίπαλος απ’ όλα τα α­στικά υπάρχοντα κόμματα.* (* Δεν δίστασε ο Χ. Φλωράκης, μπρος στην εξυπηρέτηση αυτού του στόχου να παρακαθίσει και να συνομιλήσει με το Μητσοτάκη , και να δηλώσει μάλιστα ότι πέρα από τις γνωστές πρωταρχι­κές διαφωνίες των δυο κομμάτων τους, υπήρξε ταύτιση απόψεων.)

Χρησιμοποιεί το λαϊκό κίνημα μόνο σαν ένα μοχλό πίεσης για την εξάσκηση εκείνης πολιτικής, που αυτό θέλει. Δηλ. η ταξική πάλη από κινητήρια δύναμη γίνεται «αναγκαίο συμπλή­ρωμα» στην πίεση για την εφαρμογή της πολιτικής του. Έτσι στην ουσία διαστρέφει λοιπόν τις αγωνιστικές διαθέσεις, ε­γκλωβίζει τις αριστερές μάζες, που τις υπαλληλοποίησε και τις εξάρτησε.

Όλα αυτά όμως έρχεται να τα μπερδέψει μια επιφάνεια, ένα κάλυμμα, που σκόπιμα φορά το ΚΚΕ. Η επαναστατική φρα­σεολογία, η φαινομενική αδιαλλαξία, το «ντούρο» εργατίστικο στυλάκι των στελεχών του είναι αυτά που μας αποπροσα­νατολίζουν.

Αν κάποιος διάβαζε ριζοσπάστη και τις επίσημες προκη­ρύξεις του ΚΚΕ θα έβγαζε το συμπέρασμα, πως το κόμμα αυ­τό πολέμησε αδιάλλακτα κάθε συμβιβασμό, πως τα μέλη του είναι αποκλεισμένα από κάθε συμμετοχή στην οικονομική ζωή, στον κρατικό μηχανισμό αποτελούν αντικείμενα διωγμών. Η πραγματικότητα όμως πόσο φαντάζει διαφορετική!

Αν σκεφτούμε τη νοοτροπία και τη διαπαιδαγώγηση μόνο, που καλλιεργεί το ΚΚΕ, θα «νιώσουμε πόσο στις μέρες μας έχει πέραση η διπλότητα (φώναζε αριστερά-κινήσου δε­ξιά) και η υποκρισία. Πόσο έξυπνα και μετρημένα έχει μάθει να τοποθετείται, ώστε να συγκρατεί στο πολιτικό επίπεδο την επικείμενη έκρηξη, να περιορίζει τις εκδηλώσεις της κοινωνικής κρίσης σε ανεκτά όρια επιδεικνύοντας ταυτόχρονα μια αριστε­ρή επαναστατική καθαρότητα!!!

Αυτά που λέμε, ίσως φαίνονται υπερβολικά ακόμα και για εκείνους που είναι δυσαρεστημένοι με την πολιτική του κόμματος τους. Όχι όμως γιατί δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα αλλά γιατί το αντίκρισμα κατάφατσα αυτής της πραγματικότητας είναι μια οδυνηρή διαδικασία για όποιον την επιχειρήσει.

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο και όχι υπερβολή πως επί δεξιάς το ΚΚΕ έκανε μια κόσμια αντιπολίτευση, που σε πολ­λές περιπτώσεις ήταν πιο συντηρητική απ’ αυτήν του ΠΑΣΟΚ. Αλλά ποιος τα θυμάται αυτά τώρα; Ναι, αλλά αν κάθε φορά ξεχνάμε τέτοιες «λεπτομέρειες» της πολιτικής γραμ­μής και συμπεριφοράς ενός κόμματος σημαίνει πως δεν μας ενδιαφέρει μια αντικειμενική αντιμετώπιση.

Αλλά ας δούμε το «τώρα». Το ΚΚΕ ασκεί μια έντονη κριτική στο ΠΑΣΟΚ -χωρίς, όπως δείξαμε, να ξεχνάει τις θολές διατυπώσεις- φαίνεται να διερευνά την εγκατάλειψη του σχήματος δεξιά-αντιδεξιά (από την κοντόθωρη λογική του ‘ «δικομματισμού») κλπ κλπ. Μπαίνει το ερώτημα: Ως ποιο σημείο, σε ποιο βαθμό θα κοντραριστεί με το ΠΑΣΟΚ και την πολιτική του; Θα προσπαθήσει να δώσει στις κινητο­ποιήσεις σαφή αντικυβερνητικό χαρακτήρα; Θα καταγγελθεί το ΠΑΣΟΚ σαν αστικό κόμμα που μόνο η ρήξη μαζί του μπορεί να προσδιορίσει μιαν άλλη πολιτική;

Και πάλι σ’ αυτά τα ακανθώδη και όχι λεπτομερειακά ζητήματα το ΚΚΕ ακολουθεί σώφρονα πολιτική. Ο τόνος εί­ναι ανεβασμένος αλλά προσεκτικός. Ας πάρουμε ένα παράδει­γμα που ίσως επέλεγε και το ΚΚΕ για να αποδείξει το αντί­θετο: την εισοδηματική πολιτική του ΠΑΣΟΚ. Μέχρι σήμερα δεν έχει τεθεί καθαρά θέμα ανατροπής της εισοδηματικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ. Για παράδειγμα τα οικονομικά μέτρα που ανακοίνωσε και εφαρμόζει η κυβέρνηση (υποτίμηση, πάγω­μα μισθών κλπ) προετοιμάστηκαν από καιρό και είχαν προη­γηθεί συγκεκριμένα βήματα: αυξήσεις στα εισιτήρια, στα καύσιμα, ΔΕΗ κλπ.

Μ’ αυτές τις αυξήσεις που ήταν σημαντικότατες, η κυ­βέρνηση προετοίμαζε το έδαφος· αλλά και μετρούσε την αντί­δραση που θα υπήρχε. Αν και αυτά τα μέτρα ήταν δυνατόν στην πράξη να ανατραπούν (πχ εισιτήρια, ΔΕΗ κλπ) από με­ριάς του ΚΚΕ δεν υπήρξε καμμιά σοβαρή αντίδραση.

Ήταν επόμενο λοιπόν να φτάσουμε στα οικονομικά μέ­τρα που πήρε το ΠΑΣΟΚ. Εκτός από τις μάχες στην κορυφή της συνδικαλιστικής ηγεσίας^ δεν έχουν δοθεί δείγματα για μια πολιτική ανατροπής της οικονομικής πολιτικής του ΠΑ-ΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ παίρνοντας αυτά τα μέτρα οπωσδήποτε πε­ρίμενε αντιδράσεις. Συνεπώς το πρόβλημα βρίσκεται στο μέ­χρι που το τραβάμε άν θέλουμε να το τραβήξουμε κάπου τε­λικά. Εκτός κι αν μετά από ένα θερμό φθινόπωρο με ορισμέ­νες κινητοποιήσεις εργαζόμενων και νεολαίας, παραπεμφθεί η λύση στην αναμέτρηση των επερχόμενων δημοτικών εκλο­γών…

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΝΙΑΙΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΟΙΑ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ ΜΕ ΑΥΤΟ;

Πιο πάνω ασχοληθήκαμε με τη στάση του ΚΚΕ απέναντι, στις πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων χρόνων και ιδιαίτε­ρα μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Είδαμε ότι η αριστερά σήμερα πριμοδοτεί μια κεντροαριστερή λύση στην οποία θα έχει έναν αυξημένο ρόλο. Γι’ αυτό επιτείνει τη σύγχυση που υπάρχει γύρω από την έννοια «αλλαγή».

Νομίζουμε πως ωρίμασε στο σημείο αυτό ένα καίριο ερώτημα. Γιατί αυτή η στάση του ΚΚΕ; Πως εξηγείται; Που έχει τις ρίζες της; Πρόκειται για ένα λάθος γραμμής που μπορεί να διορθωθεί ή για κάτι σοβαρότερο; Ας επιχειρήσουμε μια απάντηση.

Θα είμασταν νομιμοποιημένοι να μιλήσουμε για ένα ενι­αίο σύστημα κοινωνικών σχέσεων σε Δύση κι Ανατολή; Δηλ. θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε με σοβαρότητα πως στην ουσία τα κοινωνικο-οικονομικά συστήματα σε Δύση κι Ανατολή έχουν περισσότερα κοινά στοιχεία παρά διαφο­ρές; Και πως τα κοινά αυτά στοιχεία αφορούν τις βασι­κές πλευρές των κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων ενώ οι διαφορές τις δευτερεύουσες; Απαντάμε θετικά σ’αυτά τα ε­ρωτήματα ξέροντας πως ήδη ο αναγνώστης που επηρεάζεται από το ΚΚΕ έχει αρχίσει να δυσφορεί κάπως: «Μα να μπαί­νουν στο ίδιο τσουβάλι οι καπιταλιστικές χώρες με τις σοσια­λιστικές χώρες;» Εντελώς συνειρμικά στο μυαλό του έρχε­ται το σύνθημα «Ο αντικομμουνισμός δεν θα περάσει». Και είναι κατανοητή αυτή η αντίδραση, αλλά δεν τη δικαιολογού­με και ούτε μας αλλάζει τη γνώμη που έχουμε.

Είναι αδύνατο στην εποχή μας οποιοδήποτε ουσιαστικό προχώρημα χωρίς ένα βαθύτερο κοινωνικό ορισμό της αντίθε­σης μας στη ζωή όπως αυτή διαμορφώνεται στο σημερινό κό­σμο.

Έχουμε κάθε λόγο να αντιστρατευτούμε όλες τις οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές σταυροφορίες των κυ­ρίαρχων τάξεων οι οποίες διαρθρώνονται με κάποια ιεραρχία -ανάλογα με την ισχύ. τους – το σύστημα των ενιαίων κοινω­νικών σχέσεων. Η κάθε πλευρά θέλει να παρουσιάζει διαφο­ρετικές, μη ενιαίες τις κοινωνικές σχέσεις, είτε αναφέρεται στον «ελεύθερο κόσμο» της Δόσης, είτε στον «υπαρκτό σο­σιαλισμό» της Ανατολής.

Στην προσπάθεια μας να δείξουμε το ενιαίο σύστημα κοινωνικών σχέσεων δεν ισοπεδώνουμε τις διάφορες μορφές με τις οποίες παρουσιάζεται. Ο γενικός τύπος κοινωνικών σχέσεων που κυριαρχεί δεν αποκλείει παραλλαγές με την εξής έννοια: οι παραλλαγές αυτές έχουν να κάνουν με μη ολοκληρωμένες μορφές κοινωνικών σχέσεων αναφορικά με ανα­πτυγμένα πρότυπα. Συγχρόνως δηλ. παραδεχόμαστε την υπαρξη αναπτυγμένων προτύπων. Πρότυπα-πιλότους που διευρύνουν και αναπαράγουν αυτές τις κοινωνικές σχέσεις, τις μοντελοποιούν, τις επιβάλλουν. Αυτό δεν σημαίνει διόλου αποδοχή της αντίληψης πως οι κοινωνικοί σχηματισμοί που υπολείπονται των αναπτυγμένων προτύπων θα ακολουθήσουν την ίδια πορεία, τα ίδια στάδια, τους ίδιους ρυθμούς. Η αποδοχή αυτής της αντίληψης -γραμμική αντιδιαλεκτικη αντίληψη που ακυρώνει την καθολικότητα της ταξικής πάλης- θα σήμαινε την αποδοχή αυτών των κοινωνικών σχέσεων. Ένα τέτοιο πα­ράδειγμα είναι η άποψη πως ενώ διαβλέπει σοβαρά προβλήμα­τα στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» θεωρεί αυτή τη μορφή κοινω­νίας σαν αντικειμενικό, αναπόφευκτο στάδιο της κοινωνικής απελευθέρωσης. Αναγκαστικά το επίπεδο κριτικής κινείται σε ανώδυνα επίπεδα έτσι που να μην διαταράσσονται οι διά­φορες «σιγουριές». Οι τριγμοί όμως του «υπαρκτού σοσιαλι­σμού» έχουν θέσει από καιρό ένα πολύ βαθύτερο πρόβλημα. Το να υποστηρίζεις πως επιβιώνει ένα ενιαίο σύστημα κοινωνικών σχέσεων σημαίνει πως οι τεχνικές της παραγωγής, η οργάνωση της εργασίας, ο τεχνικός καταμερισμός της εργασίας, οι σχέσεις της ιδιοκτησίας, οι παραγωγικές σχέσεις ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, οι ιδεολογίες και οι θεσμοί με κυριότερο το κράτος, σημαδεύονται από την κίνηση της σχέσης κεφάλαιο, υποτάσσονται σ’ αυτήν. Δηλ. μπορούμε να μιλά­με σήμερα, σε αντίθεση με το χτες, για παγκοσμιότητα της σχέσης κεφάλαιο σε Ανατολή και Δύση.

Σε αντίθεση με το χτες με δύο έννοιες:

Πρώτα-πρώτα η εικόνα του σύγχρονου κόσμου έχει αλλάξει σημαντικά απ’ αυτή των τελευταίων χρόνων του περασμένου αιώνα και των πρώτων χρόνων του 20ου. Δεν έ­χουμε πλέον να κάνουμε με ορισμένες καπιταλιστικά αναπτυ­γμένες χώρες της Ευρώπης ή της Β. Αμερικής και με τα 3/4 της παγκόσμιας επιφάνειας βουτηγμένα στα φεουδαρχικά υπολείμματα. Βέβαια και τότε τα τμήματα αυτά είχαν εμπλακεί στη σφαίρα του καπιταλισμού μέσω της παγκόσμιας αγοράς και του εμπορίου, αλλά δεν, μπορούμε να μιλήσουμε για παγκοσμιότητα της σχέσης κεφάλαιο-εργασία.

Η αύξηση της παραγωγικότητας, η ύπαρξη άφθονου υλικού πλούτου, η δυνατότητα του παραγωγικού μηχανισμού να απαντήσει στο πρόβλημα της σπανιότητας αγαθών, η τεράστια τεχνολογική ανάπτυξη, όλα αυτά πιστοποιούν πως θα ήταν δυνατό να εξασφαλιστεί η ικανοποίηση και διεύρυνση των αναγκών του ανθρώπου. Σήμερα, έχουν υπερωριμάσει οι αντικειμενικοί όροι ώστε η δυνατότητα αυτή να υλοποιηθεί.

Κι όμως πέντε στιγμιαίες εικόνες μας μπερδεύουν.

ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΩΤΗ : Τεράστιες ουρές ανέργων μπροστά σε γραφεία απασχόλησης κάπου στη Δύση.

ΕΙΚΟΝΑ ΔΕΥΤΕΡΗ : Βιβλική έξοδος εκατομμυρίων εργατών από τη Νιγηρία.

ΕΙΚΟΝΑ ΤΡΙΤΗ : Μεγάλες ουρές σε καταστήματα τροφίμων σε κάποια ανατολική χώρα.

ΕΙΚΟΝΑ ΤΕΤΑΡΤΗ : Περιθωριακός νέος δικαιολογεί με δική του διάλεκτο την άρνηση εργασίας.

ΕΙΚΟΝΑ ΠΕΜΠΤΗ : Ο Χομεϊνί ευλογεί χιλιάδες παιδιά πριν πάνε στο μέτωπο.

Έχουν κάποια σχέση αναμεταξύ τους οι εικόνες αυ­τές ή αποτελούν απλά ένα μοντάζ;

Ενώ οι αντικειμενικές συνθήκες μας επιτρέπουν λογικά να συμπεράνουμε πως αν ήταν άλλες οι επιλογές, άλλος ο προσανατολισμός θα υπήρχαν τεράστιες δυνατότητες για την οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας, η στυγνή πραγματικό­τητα του γενικού τύπου κοινωνικών σχέσεων κυνικά περιγε­λά τέτοια «λογικά συμπεράσματα».

Κατά δεύτερο λόγο, όπως λέγαμε, ήδη από τον περα­σμένο αιώνα ο κόσμος είχε εμπλακεί στις καπιταλιστικές σχέαεις. Με την Οκτωβριανή Επανάσταση συντελείται ένα» ρήγμα, υπάρχει μια διάσπαση με δυο έννοιες. Πρώτα με την εκτατική και ποσοτική γιατί αποσπάται μια μεγάλη περιοχή με τεράστιες δυνατότητες και δεύτερο με την μεγαλειώδη προσπάθεια και απόπειρα να οικοδομηθούν άλλες σχέσεις κοινωνικές και παραγωγικές στην περιοχή αυτή.

Στα νέα προβλήματα που ορθώθηκαν στο κομμουνιστικό κίνημα, δόθηκαν λύσεις, που ευνόησαν αντικειμενικά τη διαμόρφωση κοινωνικών δυνάμεων και κατ’ επέκταση πολιτικών ομάδων και ιδεολογικών τάσεων που μέσα από μια ορισμένη πορεία κυριάρχησαν και ακύρωσαν βασικές κατακτήσεις της επανάστασης. Μετάτρεψαν τις μεταβατικές κοινωνίες από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό σε μεταβατικές κοινωνίες από το σοσιαλισμό στον καπιταλισμό ενός ιδιαίτερου τύπου που χαρακτηρίζεται από τη συντριπτική κυριαρχία του κρατικού μηχανισμού σε όλους τους τομείς από την παγιοποίηση του κόμματος σαν εκτελεστικού οργάνου άσκησης της κυριαρχίας των νεοαστικών κοινωνικών στρωμάτων. Η αναγκαία εκλεκτική συγχώνευση δυο αντιτιθέμενων ιδεολογιών διευκολύνθηκε και επισφραγίστηκε από την έξαρση του εθνικισμού με όλες τις παραλλαγμένες μορφές του.

Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του ενιαίου συστήμα­τος κοινωνικών σχέσεων;

Θεωρούμε πως τέσσερα είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που συγκροτούν το γενικό τύπο κοινωνικών σχέσεων στον κόσμο:α) η παραγωγή για την παραγωγή, β) το κράτος, η σύγχρονη «γήινη θεότητα», γ) η διαιώνιση μιας τεράστιας καταστροφικής μηχανής, δ) το αλλοτριωμένο άτομο.

Θα σταθούμε στο πρώτο στοιχείο γιατί είναι το καθοριστικό . Η έκφραση «παραγωγή για την παραγωγή» δεν είναι δικιά μας. Τη δανειστήκαμε από ένα κείμενο του Μαρξ:

«παραγωγή για την παράγωγη» – παραγωγή σαν αυτοσκο­πός. ..παραγωγή σε αντίθεση με τον παραγωγό και χωρίς έννοια γι’ αυτόν. Ο πραγματικός παραγωγός σαν απλό μέσο παραγωγής, ο εμπράγματος πλούτος σαν αυτοσκο­πός» (Απόσπασμα από το «αποτελέσματα της άμεσης διαδικα­σίας παραγωγής», Κ. Μαρξ).

Φυσικά ο Μαρξ αναφέρεται στην καπιταλιστική παραγωγή, όπου η ανταλλαχτική αξία του προϊόντος γίνεται ο απο­φασιστικός σκοπός στην παραγωγή, που στόχο έχει την «όσο μεγαλύτερη και περισσότερη υπεραξία».

«Με την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο συντελείται μια πλήρης (και διαρκώς συνεχιζόμενη και επαναλαμβανόμενη) επανάσταση στον ίδιο τον τρόπο παραγωγής, στην παραγωγικότητα της εργασίας και στη σχέση καπιταλιστή και εργάτη.

Στην πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο εμφανίζονται όλες οι διαφορές στο προτσές εργασίας, που πιο πριν αναπτύξαμε. Αναπτύσσονται οι κοινωνι­κές παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας και με την εργασία σε μεγαλύτερη κλίμακα αναπτύσσεται η εφαρμογή επιστήμης και μηχανικού εξοπλισμού στην άμεση παραγωγή. Από τη μια πλευρά, ο καπιταλιστι­κός τρόπος παραγωγής, που τώρα διαμορφώνε­ται σαν ένας παραγωγικός τρόπος ιδιόρρυθμος, δημιουργεί μια μεταλλαγμένη μορφή της υλικής παραγωγής.» (Απόσπασμα από το «αποτελέσματα της άμεσης διαδικα­σίας παραγωγής», Κ. Μαρξ).

Που, πότε και με ποιο τρόπο ξεπεράστηκε στις χώρες του » υπαρκτού σοσιαλισμού» η πραγματική υπα­γωγή της εργασίας στο κεφάλαιο;

«Οι κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας ή οι παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας, κοινωνικοποιούνται και γίνονται άμεσα κοινωνικές (συλλογικές) μέσα από την συνεργασία, τον καταμερισμό της εργασίας μέσα στο εργαστήριο, τη χρησιμοποίηση μηχανολογικού εξοπλισμού και γενικά με τη μετατροπή του προτσές παραγωγής σε συνειδητή εφαρμογή των φυσικών επιστήμων, μηχανικής, χημείας κλπ για συγκεκριμένους σκοπούς, τεχνολογία κλπ, όπως και με την σε όλα αυτά αντίστοιχη εργασία σε μεγάλη κλίμακα κλπ… αυτή η ανάπτυξη της δύναμης παραγωγής της αντικειμενο­ποιημένης εργασίας σε αντίθεση με λιγότερο ή περισσότερο μεμονωμένη εργασία του καθενός σα μονάδα κλπ και μαζί μ’ αυτήν η εφαρμογή της επιστή­μης, αυτού του γενικού προϊόντος της κοινωνικής ανάπτυξης πάνω στο άμεσο προτσές παραγωγής, όλο αυτό παριστάνεται σαν παραγωγική δύναμη του κεφάλαιου, όχι σαν παραγωγική δύναμη της εργασίας ή μόνο σαν παραγωγική δύναμη της εργασίας, εφόσον αυτή ταυτίζεται με το κεφάλαιο και οπωσδήποτε όχι σαν παραγωγική δύναμη ούτε του κάθε εργάτη, ούτε των μέσα στο προτσές παράγωγης συνδυα­σμένων εργατών».(Απόσπασμα από το «αποτελέσματα της άμεσης διαδικα­σίας παράγωγης», Κ. Μαρξ).

Αυτό που υποστηρίζουμε είναι πως ο κοινωνικός και τεχνικός καταμερισμός της εργασίας σε δύση κι ανατολή δεν έχει σπάσει ούτε μορφικά, τα πλαίσια που καθορίζει αυτός ο τύπος κοινωνικών σχέσεων. Η ελεύθερη κοινωνική ένωση ανθρώπων που θα ελέγχει και συνειδητά θα σχεδιάζει το υλικό προτσές παραγωγής μοιάζει ακόμα μακρινή υπόθεση. Η παραγωγή και οι σχέσεις της συνεχίζουν να κυβερνούν τον άνθρωπο αντί να κυβερνιούνται απ’ αυτόν.

Είναι πάνω από τρεις δεκαετίες που όχι μόνο δικαιολογείται αλλά διακηρύσσεται ο κεντρικός ρόλος του κέρδους στις ανατολικές χώρες. «Ο αριθμός πωλήσεων των προϊ­όντων και το ποσοστό των κερδών, οι τελικές νόρμες της δραστηριότητας των επιχειρήσεων, βρίσκονται στην καρδιά του νέου συστήματος, οικονο­μικών κινήτρων«. » Προπαντός πρέπει να επωφελη­θούμε από τον παράγοντα που αποτελείται από το υλικό κί­νητρο«. «Το υλικό κίνητρο ενθαρρύνει την αύξηση της παραγωγής και αποτελεί έναν από τους αποφασιστικούς πα­ράγοντες για να κεντρίζεται η ανάπτυξη της παραγωγής«. (Η βάση του «νέου οικονομικού συστήματος» του ’65-’66 που εφαρμόστηκε στην ΕΣΣΔ και γενικεύτηκε σ’ όλη την ανατολική Ευρώπη, στηρίζονταν στο έργο «σχεδιοποίηση, κέρδη και πριμ» του θεωρητικού Λίμπερμαν που χρημάτισε μυστικοσύμβουλος των Χρουστσώφ-Μπρέζνιεφ.

Το Δεκέμβρη του ’75 πραγματοποιείται το πρώτο συνέδριο του Κ.Κ.Κούβας όπου υιοθέτησε το νέο «Σύστη­μα Διεύθυνσης και σχεδιοποίησης της οικονομίας» αποδεχό­μενο πλήρως το «κριτήριο του κέρδους». Υπάρχει μια «αυ­τοκριτική» του Φιντέλ Κάστρο στο συνέδριο που λέει: «Αν είμασταν πιο σεμνοί, αν δεν είμασταν τόσο παρορμητικοί θάχαμε εύκολα καταλάβει πως η επαναστατική θεωρία δεν αναπτύχθηκε επαρκώς στη χώρα μας και πως μας έλειπαν σοβαροί οικονομολόγοι και μελετητές του μαρξισμού για να δώσουν πραγματικά σημαντικές συνεισφορές στη θεωρία και την πρακτική της ανάπτυξης του σοσιαλισμού«. Και ο Φ.Κάστρο συνιστά τη σωστή εφαρμογή των καλυτέρων εμπει­ριών στον τομέα της οικονομικής διαχείρισης της ΕΣΣΔ.

Ποιες; «Τους νόμους της οικονομίας ( και ειδικά τον νόμο της αξίας ) που κυριαρχούν στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού» και «στο χρήμα, τις τιμές, την πίστη, τα ισοζύ­για, το κέρδος και άλλες οικονομικές κατηγορίες, που πρέπει να λειτουργήσουν σαν απαραίτητα εργαλεία …για να αποφα­σίσουμε ποια μεταβολή είναι πιο αποδοτική, ποια επιχείρη­ση, ποια μονάδα, ποια οργάνωση των εργαζόμενων λειτουργεί καλύτερα και ποια χειρότερα για να παρθούν τα κατάλληλα μέτρα«.

Παρακάτω παραθέτουμε πρόσφατη δήλωση ενός κορυφαίου σοβιετικού οικονομολόγου: «Στα πλαίσια του πειρά­ματος δόθηκε μεγαλύτερη αυτονομία και προσωπική ευθύνη στους διευθυντές εργοστασίων και μεγαλύτερα πριμ στους εργάτες. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές είναι αναγκαίες επειδή οι αυξανόμενες δυσκολίες στον εφοδιασμό της σοβιετικής .βιομηχανίας με πρώτες όλες, καθώς και η πτωτική τάση του ποσοστού επενδύσεων κεφαλαίου απειλούν τη σοβιετική οικονομία με ύφεση. Άρα πρέπει να αυξηθεί η παραγωγικό­τητα κατά 2,5-3% «. (Δήλωση στην εφημερίδα του σοβιετικού συνδικάτου ‘Τραντ’ του επικεφαλής του οικονομικού ινστιτούτου Νοβοσιμπιρσκ, κ. Ανγκαμπεκιάν, Ελευθεροτυπία 29/8/84).

Ακόμα και οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις που προωθεί ο Γκορμπατσώφ βρίσκονται σε αυτή την κατεύθυνση. Απ’ ό,τι φαίνεται προετοιμάζονται προχωρήματα σ’ αυτόν τον τομέα που θα χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη αυτονομία των επι­χειρήσεων, στην αναζήτηση του κέρδους.

Το ερώτημα είναι σε τι διαφέρει αυτός ο παραγωγι­κός μηχανισμός από τον καπιταλισμό; Είναι αρκετό το ότι είναι διαφορετική η μορφή της ιδιοκτησίας; Είναι δυνατόν μια άλλη τυπική μορφή ιδιοκτησίας να ανατρέψει τον κληρο­νομημένο υποδουλωτικό καταμερισμό της εργασίας; Αλλά όλα αυτά μαρτυρούν ένα βάθαιμα του καταμερισμού αυ­τού…

Το πρόβλημα που κληροδότησε στις μεταβατικές κοινωνίες, ο ειδικά καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και μαζί με αυτόν η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, είναι ο μετασχηματισμός των παραγωγικών σχέσεων που με τη σειρά του είναι αδύνατος χωρίς τη ριζική τροποποίηση της τεχνικο-οργανωτικής διάρθρωσης των παραγωγικών δυνάμεων. Η ιστορική πείρα έδειξε τα αδιέξοδα της ερμη­νείας εκείνης που θεωρούσε και θεωρεί θετική γενικά την ανάπτυξη των υλικών παραγωγικών δυνάμεων και την κοινω­νικοποίηση τους. Κατά συνέπεια ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δημιουργεί κι όλας στα πλαίσια του τα ετοιμο­παράδοτα «αποτελέσματα» που οδηγούν σε ένα νέο τύπο κοινωνίας. Είναι συνεπώς αρκετό να «απελευθερωθούν» τα αποτελέσματα από την καπιταλιστική μορφή τους. Ο τρόπος «απελευθέρωσης» σημαδεύει διαφορετικές αποχρώ­σεις αυτών των ερμηνειών. Σε τελευταία ανάλυση οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις θεωρούνται ένα είδος εξωτερικού αρνητικού φλοιού σε αντίθεση με το θετικό υλικό περιεχόμενο της καπιτα­λιστικής παραγωγής.

Πλησιάσαμε αρκετά νομίζουμε, το αποφασιστικό στοι­χείο. Είναι η σχέση που έχει το ΚΚΕ με το ενιαίο σύστημα κοινωνικών σχέσεων. Μια σχέση που του υπαγορεύει μια πολιτική γραμμή και συμπεριφορά η οποία επικροτεί μια τέ­τοια μορφή κοινωνίας όπου θα λείπει όπως τον γνωρίζουμε «ο καπιταλιστής που λειτουργεί αποκλειστικά σαν προσωποποιημένο κεφάλαιο, σαν το κεφάλαιο-πρόσωπο«, αλλά δεν θάχει ανατραπεί η ουσία. Γιατί «η κυριαρχία του καπιταλιστή πάνω στον εργάτη είναι λοιπόν η κυριαρχία του πράγματος πάνω στον άνθρωπο , της νεκρής εργασίας πάνω στη ζωντανή, του προϊόντος   πάνω στον παραγωγό του».

Σ΄ αυτή την κοινωνία, «επειδή η υπεραξία είναι το ειδικό προϊόν του προτσές παραγωγής, το προϊόν του δεν είναι μονάχα εμπόρευμα, αλλά κεφάλαιο«. Είμαστε ακόμα στην τροχιά του κεφαλαίου.

Όμως το κεφάλαιο είναι μια κοινωνική σχέση, στην οποία, κεφάλαιο είναι μόνο εκείνα τα πράγματα που χρησι­μοποιούν τον εργάτη και που επόμενα διαθέτουν στο πρόσω­πο του καπιταλιστή αυθυπαρξία, ίδια συνείδηση και ίδια θέληση «στην οποία όλος ο αντικειμενοποιημένος πλού­τος αντιπαρατίθεται στον εργάτη σαν ιδιοκτησία του κατόχου εμπορεύματος στην οποία ο αγοραστής ικανότητας εργασίας είναι μόνο η προσωποποίηση αντικειμενοποιημένης εργασίας».

Είναι παράλογο λοιπόν το ερώτημα που θέσαμε; Είναι δυνατόν οι παραγωγικές δυνάμεις διατηρώντας τον χαρακτήρα και τη μορφή του κεφαλαίου σαν  «προσωποποίηση αντικειμενοποιημένης εργασίας» να μη συμπίπτουν αναγκαστικά με τους «καπιταλιστές που δεν έχουν πια καμία κοινωνι­κή δραστηριότητα, εκτός από το να τσεπώνουν εισοδήματα, να κόβουν κουπόνια και να παίζουν στο χρηματιστήριο, όπου αλληλοαρπάζουν ο ένας το κεφάλαιο του άλλου». Και σε μια τέτοια περίπτωση και με δεδομένο πως η παλινόρθωση δεν συνοδεύτηκε ακριβώς με αποκατάσταση της ιδιοκτησίας (όπως στη δύση) ποια στρώματα αποτελούν την «προσωπο­ποίηση αντικειμενοποιημένης εργασίας»;

Το ερώτημα αυτό παραπέμπει σε σειρά από άλλα: ποιος ελέγχει τα μέσα παραγωγής, ποιος αποφασίζει και στη βάση ποιών αναγκών, σχετικά με τη χρησιμοποίηση τους;

Αν η χρησιμοποίηση της συγκεντρωτικής κρατικής εξουσίας ήταν ο μόνος δυνατός ιστορικός δρόμος για το σπάσιμο της ιδιοκτησίας της αστικής τάξης, είναι αδύνατο η προώθηση κρατικών μορφών με τη διαιώνιση και παγιοποίησή τους να μετασχηματίζει αρνητικά το σοσιαλισμό;

Κάτω από αυτό το πρίσμα και με δεδομένη την προσή­λωση του ΚΚΕ στο ενιαίο σύστημα κοινωνικών σχέσεων μπο­ρούμε να ερμηνεύσουμε τις σχέσεις και τις θέσεις του ΚΚΕ προς το κράτος, προς την παραγωγή και ως προς τις συμμαχίες.

Σχετικά με το κράτος: Ας υποθέσουμε έτσι για να κυλήσει η κουβέντα πως το κράτος του υπαρκτού σοσιαλισμού έχει τεράστιες και αν θέλετε ποιοτικές διαφορές με το καπιταλιστικό κράτος. Γνωρίζουμε όμως πως το ΚΚΕ είναι υπέρ της ενίσχυσης του κρατικού μηχανισμού, της ενίσχυσης του ρόλου του στην οικονομία. Μάλιστα σε όλες τις προτά­σεις του για την θετική διέξοδο από την κρίση υπερτονίζεται ο ρόλος και η σημασία της κρατικής, παρέμβασης. Το κράτος (το σημερινό αστικό κράτος) θεωρείται ένα όχημα, που με τις κατάλληλες επισκευές (εκδημοκρατισμός-εκσυγχρονισμός κλπ) μπορεί να οδηγήσει και να στηρίζει «μια άλλη πολιτική πραγματικής αλλαγής» κλπ κλπ. Θεωρητικά αλλά και πραχτικά η ενίσχυση του κράτους και της κρατικο­ποιημένης οικονομίας μας οδηγεί… στο σοσιαλισμό. Αρκεί μόνο μια πολιτική που να αποσπά την κρατική μηχανή από το ασφυκτικό αγκάλιασμα που δέχεται από τα «μονοπώλια και την ολιγαρχία».

Αλλά μήπως μια τέτοια τοποθέτηση του προβλήματος ομολογεί μια συνέχεια και οικονομικής διάρθρωσης και κρατικής διακυβέρνησης του συστήματος που ζούμε:

Αυτό μας επαγγέλλονται οι προτάσεις του κόμματος αυτού;

Αυτός ο εκφυλισμός της μαρξιστικής θεωρίας, αυτό το ξεδόντιασμα του κάθε επαναστατικού περιεχόμενου αναγκά­ζει να προσφύγουμε σε κείμενα των θεμελιωτών της.

«Όσες περισσότερες παραγωγικές δυνάμεις περιέχονται στην ιδιοκτησία του κράτους τόσο περισσότερο εκμεταλλεύ­εται τους πολίτες. Οι εργάτες παραμένουν μισθωτοί προλετάριοι. Η κεφαλαιοκρατική σχέση δεν καταργείται, αντίθετα ωθείται στο κορύφωμα της.» (Ένγκελς, Αντι-Ντυρινγκ)

«Η ουσία του ζητήματος είναι αν διατηρείται η παλιά κρατική μηχανή (που χιλιάδες νήματα την συνδέουν με την. αστική τάξη και που είναι πέρα για πέρα ποτισμένη με τη ρουτίνα και τον συντηρητισμό) ή καταστρέφεται και αντικαθίσταται με καινούργια;

Επανάσταση δεν θα πει να κυβερνά, να διοικεί η νέα τάξη με την καλιά κρατική μηχανή, παρά να τσακίσει αυτή τη μηχανή και να κυβερνά, να διοικεί με νέα μηχανή.» (Λένιν, «Κράτος και επανάσταση».)

Η κρατολαγνεία δεν έχει καμιά σχέση με τον επανα­στατικό μαρξισμό.

Αλλά βρισκόμαστε σε συγκυρία κρίσης. Όσοι πολιτεύ­ονται στη λογική του ενιαίου συστήματος κοινωνικών σχέσε­ων ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, δεν έχουν να επιδείξουν δια­φορετικές αλλά ενιαίες ως προς την ουσία της πολιτικής για το ξεπέρασμα της κρίσης. Για παράδειγμα όλοι γνωρί­ζουμε πως η αντιπαράθεση των νεοφιλελεύθερων αστικών δυνάμεων με τις σοσιαλδημοκρατικές, που σχηματικά κωδικο­ποιείται στο «περισσότερο ή λιγότερο κράτος», έχουν πολλές ομοιότητες. Στην πράξη η πολιτική που εφαρμόζεται χαρακτηρίζεται από την εγκατάλειψη του κενσιανισμου και την υιοθέτηση ανοιχτά μονεταριστικών λύσεων. Στις ανατολικές χώρες -που μαστίζονται και αυτές από την κρίση- υιοθετούνται μέτρα ανάλογης λιτότητας και κατα­βάλλονται προσπάθειες για την αύξηση της παραγωγικότη­τας, ενώ πρόσφατα επιχειρείται μια αναδιάρθρωση, όπου η οικονομία της αγοράς συμβάλλει στην αναζωογόνηση της παραγωγικής διαδικασίας (π.χ. Ουγγαρία, ΕΣΣΔ).

Σ’ αυτή τη λογική κινούνται και οι προτάσεις του ΚΚΕ που όπως φαίνεται εξειδικεύει για την ελληνική περίπτωση τη σοβιετική συνταγή.

Να ορισμένες ενδεικτικές προτάσεις διεξόδου:

«Ο δημόσιος τομέας μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στη λύση του προβλήματος της ανεργίας με την προώθηση νέων δημόσιων επενδύσεων σε παραγωγικούς και αποδοτικούς για τη χωρά μας τομείς, καθώς και νέες επενδύσεις στους τομείς της δημόσιας υγείας και παιδείας, της προστασίας του περιβάλλοντος, της επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας, του πολιτισμού.»

«Εμείς λέμε: να πάρουν δάνεια οι βιομήχανοι, αλλά δάνεια για να επενδύσουν, να αυξήσουν την παραγωγή και την απασχόληση, να εκσυγχρονιστούν, να γίνουν ανταγω­νιστικοί κλπ και όχι για να κάνουν βίλες, βαπόρια ή να εξάγουν συνάλλαγμα στο εξωτερικό. Να πάρουν δάνεια, αλλά όχι δανεικά κι αγύριστα. Σήμερα, πέρα από τα δάνεια τούς δίνονται και τέτοια κίνητρα που τους διασφαλί­ζουν τεράστια κέρδη και καταλήγουν να γίνονται αντικίνητρα για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη των επιχειρήσεων τους.»

«Στα πλαίσια της ανάπτυξης που προτείνουμε, δεν υπάρχουν χαριστικά προνόμια, αλλά συγκεκριμένες διευκο­λύνσεις για κείνες τις επιχειρήσεις που αποδειγμένα αυξάνουν την παραγωγή, την απασχόληση, μειώνουν την τεχνο­λογική μας εξάρτηση, επανεπενδύουν τα κέρδη τους, υπο­καθιστούν τις εισαγωγές, αυξάνουν δυναμικά τις εξαγωγές και συμβάλλουν στην ανάπτυξη και αναδιάρθρωση της οικονομίας, όπως θα προβλέπει ο προγραμματισμός.» (Από την αποκλειστική συνέντευξη του Χ. Φλωράκη στα ΝΕΑ 20/2/8Ί)

και πρόσφατα ο Γ.Φαράκος στη συνέντευξη με τους δημο­σιογράφους γιά το οικονομικά μέτρα, στην ΤV, είπε:

«Δεν θέλουμε να δημοσιοποιήσουμε ολόκληρη την οικονομία. Εμείς πιστεύουμε ότι ο βασικός μοχλός είναι ο δημόσιος τομέας. Δεν αρνούμαστε την ύπαρξη ιδιωτικού τομέα και νομίζουμε πως πρέπει να βοηθιέται, από το δημόσιο. Να επαναδιαπραγματευτούμε τους όρους των δανείων με τις ξένες τράπεζες».

Αυτές δεν είναι και τόσο ανατρεπτικές απόψεις. Μάλ­λον είναι εποικοδομητικές. Και η ουσία τους δεν αποτελεί κάτι διαφορετικό όσες δόσεις αντιμονοπωλιακής φρασεολο­γίας και αν παραθέτουν.

Ποιόν κοροϊδεύουν; Θετική διέξοδος από την κρίση για ποιόν; Για τους εργαζόμενους. Ε! τέτοια διέξοδος δεν είναι άλλη από την πάλη ενάντια στο καπιταλιστικό σύστη­μα, πάλη που αντικειμενικά πηγαίνει πέρα από τα πλαίσια του καπιταλισμού.

Οι προτάσεις αυτές σε ποιους απευθύνονται; Είναι σαφέστα­το πως απευθύνονται σε ένα τμήμα της αστικής τάξης, σε ένα τμήμα του καπιταλιστικού κόσμου που μάλλον για το ΚΚΕ δε συμπεριλαμβάνεται στην «ολιγαρχία» (αυτή η σκο­τεινή έννοια, η «ολιγαρχία», συμφωνά πάντα με το ΚΚΕ καλύπτει μερικές οικογένειες-τζάκια που συνδέονται κυρίως με την ιδιωτική οικονομία). Έτσι το ΚΚΕ εμφανίζεται να λέει: κύριος μοχλός θα είναι ο κρατικός τομέας της οικονο­μίας (αυτό ήδη ισχύει στη χώρα μας) που θα επιχειρήσει μια άλλη ανάπτυξη. Βέβαια αυτός ο τομέας δεν θα είναι ο μόνος. Θα υπάρχει και η ιδιωτική πρωτοβουλία (αυτή μάλλον θα είναι καπιταλιστική). Και επειδή θα εφαρμόζεται κυρίως από την κρατική σχεδιοποίηση και προγραμματισμό μια άλλη πολιτική, χωρίς ιδιαίτερο κόπο και αναστατώσεις, θα βγούμε από την κρίση… Μια τέτοια πολιτική αν εφα­ρμοστεί το μόνο απτό αποτέλεσμα που θα προκόψει από αυτή θα είναι η μεγαλύτερη διείσδυση του ΚΚΕ στο υπάρχον κοινωνικό σύστημα. Δεν θα υπάρξει ξεπέρασμα της κρίσης λες και οι αστοί δεν επιζητούν ξεπέρασμα της και περιμέ­νουν τάχα τις προτάσεις του ΚΚΕ. Ενώ γνωρίζουν και οι μεν και οι δε καλά πως τα γιατρικά που δοκιμάζουν για την αρρώστεια της» σε δύση και ανατολή είναι κοινά. Οι θέσεις του ΚΚΕ κινούνται στα πλαίσια του υπαρκτού συστήματος κοινωνικών σχέσεων.

Η υπαγωγή του ΚΚΕ στο ενιαίο σύστημα κοινωνικών σχέσεων, το οδηγεί να αντιμετωπίζει την παραγωγική διαδικασία σαν ουδέτερη. Για το ΚΚΕ στοιχείο που διαφοροποιεί τους τρόπους παραγωγής είναι πως ορισμένοι ικανοποιούν κοινωνικές ανάγκες και άλλοι όχι. Δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για το ποιες ανάγκες ικανοποιούνται και με ποιο τρόπο.

Αλλά γιατί να θεωρήσουμε όλη την πολιτική του ΚΚΕ ανταγωνιστική προς τον Κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό (Κ.Μ.Κ.) και όχι ουσιαστικά ενισχυτή του; Μπορεί να μοιά­ζει αριστερισμός αλλά είναι η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα:  Μονάχα αρνούμενη τον εαυτό της σαν μεταβλητό κεφάλαιο, η εργατική τάξη γίνεται τάξη για τον εαυτό της, γίνεται ανεξάρτητη απέναντι σε αστικά κόμματα, κοινωνική δύναμη που αντιπαρατίθεται στην κοινωνική δύναμη του κεφαλαί­ου. Κάτι τέτοιο ούτε το θέλει, ούτε το γράφει το ΚΚΕ κι όχι τυχαία.

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΙΣ

Παίρνοντας αφορμή απ’ αυτό το κείμενο θέλουμε να κάνουμε μερικές γενικότερες διευκρινήσεις σχετικές με τη στάση μας απέναντι στο ΚΚΕ.

Αν δίνουμε τόσο βάρος σε μια κριτική προς το ΚΚΕ δεν είναι γιατί με την «άρνηση» προσπαθούμε να δώσουμε, να δημιουργήσουμε μια δική μας φυσιογνωμία, ένα δικό μας στίγμα. Είναι γιατί το κόμμα αυτό φέρει τη βασική ευ­θύνη για την εξαπάτηση που έχει υποστεί το μεγαλύτερο κομμάτι της αριστεράς χρόνια τώρα. Η αντίληψη και η πρακτική του μέσου ανθρώπου που καλλιεργεί δεκαετίες τώρα έχει εξουδετερώσει όλη τη δυναμική των παλιών αριστερών κι έχει «μειώσει», έχει «χαμηλώσει» την αξία των ιδανικών του κομμουνισμού στο πρόσωπο των νέων.

Μας κατηγορούν ότι οριζόμαστε μόνο από την άρνηση. Αναγνωρίζουμε πως ένα κίνημα δεν μπορεί να ορίζεται μόνο από την άρνηση. Η σκιαγράφηση θέσεων είναι ανα­γκαία όσο ποτέ άλλοτε γιατί απαντάει με πιο πειστικό τρό­πο στη μεταβατική περίοδο που ζούμε στο ερώτημα αν είναι δυνατή η επανάσταση σήμερα χωρίς να καταλήξει κανείς σ’ αυτά που διαφημίζονται σαν σοσιαλισμός. Θα συ­νεχίσουμε όμως για καιρό να στηριζόμαστε στην άρνηση του παγκόσμιου συστήματος κοινωνικών σχέσεων. Επιμένουμε. πως  ό,τι   ζωντανό   και   ουσιαστικό   θα  προκύψει   στο   μέλλον θάχει τη σφραγίδα αυτής της άρνησης.

Αρνούμαστε λοιπόν τη ρεαλιστική υποταγή στους συσχετισμούς δυνάμεων την παρούσα στιγμή σε διεθνή και εσωτερική κλίμακα.

Γινόμαστε ρομαντικοί και λέμε: ο τέτοιος ρομαντι­σμός, ο ρομαντισμός μας και όχι ο προσαρμοστικός «ρεαλι­σμός» αποτελούν το βασικό στοιχείο, την ουσία κάθε μεγά­λης εξόρμησης για την συντριβή αυτού του συστήματος που συνθλίβει τα όνειρα και τις προσδοκίες του μεγαλύτερου κομματιού του παγκόσμιου πληθυσμού είτε ζει στον υπαρκτό σοσιαλισμό είτε στον καπιταλισμό.

Αν σήμερα θριαμβολογούν οι δυνάμεις σε δύση κι ανατολή, ας κοιτάξουμε στα βασίλεια τους ποιες προοπτικές προσφέρουν στο προλεταριάτο, στους εργαζόμενους, στη νεολαία.

Τέλος λοιπόν κατανοούμε και τις αρνήσεις που δεν συμμεριζόμαστε. Και πασχίζουμε όλες τις αρνήσεις αυτού του ζοφερού, μικρόχαρου κόσμου,  αυτής  της  υπαρκτής χαμοζωής να τις συνενώσουμε σ’ ένα ενιαίο ρεύμα που θα κατευθύνεται στην άρθρωση της πραγματικής θέσης: της θέσης της οικοδόμησης ενός πραγματικού κομμουνιστικού κι­νήματος που θα ενσαρκώσει όλα όσα πάσχισαν να πραγματώσουν οι πραγματικές επαναστατικές  εξορμήσεις.  Επιδιώ­κουμε όχι την μηχανική συγκόλληση των αρνήσεων αυτών αλλά την ενιαιοποίησή τους στη βάση μιας ενιαίας αντίλη­ψης γι’ αυτή την θέση. Η θέση αυτή είναι πως ο κομμουνισμός αποτελεί τη μοναδική διέξοδο για την ανθρωπότητα. Επομένως ο κομμουνισμός δεν είναι μια ουτοπία, αλλά μια επιτακτική ανάγκη και απαίτηση για την επιβίωση της ίδιας της ανθρωπότητας.

Σημείωση: η μπροσούρα αναρτήθηκε στο Athens Indymedia στις 30/01/2013.

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: