Η αβασταχτη ελαφροτητα της «ριζοσπαστικης» σκεψης: Η περιπτωση του Γ. Μηλιου και του περιοδικου «Θεσεις»

Η αβάσταχτη ελαφρότητα της «ριζοσπαστικής» σκέψης: Η περίπτωση του Γ. Μηλιού και του περιοδικού «Θέσεις»

 

Περιεχόμενα

Η άρνηση του λενινισμού από τις «Θ» και οι λαθροχειρίες του Γ. Μηλιού

1. Περί «σοβιετικού μαρξισμού»

Το φάντασμα του «σοβιετικού μαρξισμού» και του «σταλινισμού»

Η κληρονομιά του ρεβιζιονισμού στη «ριζοσπαστική» σκέψη

2. Περί «οικονοµισµού» και «καταστροφισµού»

Το χομπσιανό «παραστράτημα» του Λένιν και το σάπισμα του καπιταλισμού

Η εγκατάλειψη του μαρξισμού στο όνομα του αντι-«οικονομισμού»

«Ανάπτυξη» ή φρενάρισμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων;

3. Ο Ιμπεριαλισμός του Λένιν και η άρνηση του λενινισμού

Όταν οι καθυστερημένες σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις αναλαμβάνουν να… διορθώσουν το Λένιν

Όταν ο μη-«σοβιετικός μαρξισμός» συγκλίνει με τους σοβιετικούς ενάντια στο ΚΚ Κίνας

Άλλαξε ο Λένιν άποψη;

4. Η αλτουσερική κληρονοµιά της «µεθόδου»

5. Πίσω από τον αδιάλλακτο «αντικαπιταλισμό», ο δεξιός πραγματισμός

Η «κριτική υποστήριξη» προς το ΠΑΣΟΚ

Ο φιλο-γκορμπατσοφικός αλληθωρισμός

Η «επαναστατική» κάθοδος των «Θ» στο στίβο της… ταξικής πάλης

«Κριτικός ευρωπαϊσμός» και συστράτευση με το ‘Συνασπισμό’: το ανώτατο στάδιο του μη-«σοβιετικού μαρξισμού»

6. Αντί επιλόγου

 

 

«Συχνά αυτό που ο κόσμος ονομάζει ‘ευφυΐα’ δεν είναι παρά η ικανότητα να κατανοεί κανείς τις δευτερεύουσες αλήθειες παρανοώ­ντας τις θεμελιώδεις αλήθειες» (Μπερνασκόνι). Αυτή η ευφυΐα ονο­μάζεται επίσης «ταλέντο» γενικά και είναι φανερή σ’ εκείνη τη μορ­φή της επιφανειακής πολεμικής που υπαγορεύεται από την ματαιο­δοξία να φαίνεται κανείς ανεξάρτητος και να μη δέχεται το κύρος κανενός, σύμφωνα με την οποία ψάχνει να αντιπαραθέσει σαν α­ντιρρήσεις, σε μια θεμελιακή αλήθεια, μια ολόκληρη σειρά μερικών ή δευτερουσών αληθειών.

Α. Γκράμσι, Τετράδια της Φυλακής

 

Στο τ.70, το περιοδικό «Θέσεις» δημοσίευσε μια εκτενή επίθεση ενάντια στις «ομαδοποιήσεις της μ-λ αριστεράς στην Ελλάδα» και μαζί στην Α/συνεχεια, επίθεση -το λιγότερο- εμπαθή, χοντροκομμένη και αστοιχείωτη. Βασική θέση του συντάκτη Γ. Οικονομάκη είναι ότι εμπίπτουμε «στο πλαίσιο του λεγόμενου σταλινικού σοβιετικού μαρξισμού» που, σύμφωνα με το διευθυντή των «Θ» Γ. Μηλιό, χα­ρακτηρίζεται από την «εργαλειακή-μηχανιστική αντίληψη» για το μονοπωλιακό καπιταλισμό και το κράτος, από τον «καταστροφισμό» και από τον «οικονομισμό». Ο συντάκτης του άρθρου ταυτοποιεί αυτές τις αντιλήψεις στην Α/συνεχεια και συνεπώς, αφού έτσι ορίζουν τα κατά ΓΜ κριτήρια ταξινό­μησης μαρξισμών, η τελευταία εντάσσεται στο «σοβιετικό μαρξισμό» μαζί με ρεβιζιονιστικά κόμματα όπως πχ το ΚΚΕ. Παρακάτω δεν θα ασχοληθούμε άλλο με την αστεία αυτή «κριτική» (έχει σταλεί μια σύντομη σχετική απάντηση στις «Θ») αλλά με βασικές απόψεις του ίδιου του ΓΜ και του «θεωρητι­κού ρεύματος» των «Θ». Άλλωστε, ο συντάκτης αντιγράφει ουσιαστικά τις απόψεις του ΓΜ και, σύμ­φωνα με την ίδια τη συντακτική επιτροπή που «ενέκρινε» το άρθρο, «επιχειρεί να ανασυνθέσει τα βα­σικά στοιχεία του θεωρητικού ρεύματος στο οποίο εντάσσεται το περιοδικό, και να τα χρησιμοποιήσει για την κριτική της ‘μαρξιστικής-λενινιστικής εκδοχής’ του Μαρξισμού».

Στις συνθήκες που δημιουργήθηκαν από την υποχώρηση του μαρξισμού κατά την τελευταία εικο­σαετία, απόκτησαν περισσότερη «λάμψη» διάφορες εκδοχές της «ριζοσπαστικής» σκέψης, όπως είχαν πρόσκαιρα αποκτήσει και οι τροτσκιστικές ειδικά αντιλήψεις κατά την περίοδο της σύγχυσης από την περεστρόικα και την κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» (οι τελευταίες μάλι­στα απολάμβαναν τότε και την προβολή του αστικού Τύπου). Ο ΓΜ και οι «Θ» αποτελούν μια ξεχω­ριστή περίπτωση στα πλαίσια αυτής της εγχώριας «ριζοσπαστικής» σκέψης. Στη δεκαετία που πέρασε, κάποιες απόψεις τους έγιναν σημείο αναφοράς σε ορισμένους κύκλους της διανόησης της «ανανεωτι­κής» και «ριζοσπαστικής» Αριστεράς. Κύκλους που προέρχονταν από τον ευρωκομμουνισμό και την πάλαι ποτέ «ΕΟΚ των εργαζομένων», κύκλους που μέχρι πριν λίγα χρόνια φώναζαν το «ένας είναι ο εχθρός ο ιμπεριαλισμός» για να βρεθούν τώρα στο άλλο άκρο, μοναχικούς τροτσκιστές και άλλους. Το «κύρος» που απολαμβάνει ο ΓΜ σε τέτοιους κύκλους αποτέλεσε προφανώς και το κίνητρο για το Συ­νασπισμό να στελεχώσει το Ψηφοδέλτιο Επικρατείας του με το διευθυντή των «Θ».

Το «κύρος» αυτό του ΓΜ δεν οφείλεται σε κάποια έστω και ελάχιστη συμβολή στη γνώση μας για τον ελληνικό καπιταλισμό. Δεν οφείλεται στο ότι με τις θεωρητικές του απόψεις βοήθησε έστω και στο ελάχιστο να αποκαλυφτούν πλευρές της αστικής πολιτικής, να προβλεφτούν και να εκτιμηθούν σωστά κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις. Αντίθετα, όπως θα δείξουμε, κάθε φορά που οι «Θ» εγκαταλείπουν την πολύ «υψηλή» θεωρία για πιο «πεζές» εκτιμήσεις, αυτές είναι το λιγότερο άστοχες. Το «κύρος» πηγάζει από τη μοναδική -είναι αλήθεια- ιδιαιτερότητα των «Θ»: τη συστηματική πολεμική, χρόνια τώρα και από «αντικαπιταλιστική» πάντα αφετηρία, ενάντια στα «ιδεολογήματα» (όπως τα αποκα­λούν) της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, του ιμπεριαλισμού γενικά, του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Άλλωστε είναι οι ίδιες οι «Θ» που προβάλλουν αυτή την πολεμική σαν κύρια αποστολή και «επιτυχία» της Ι8χρονης παρουσίας τους.

Στη σύντομη απάντηση που στείλαμε στις «Θ», αναφερόμενοι στις θεωρητικές απόψεις του Γ. Μη­λιού υποστηρίζουμε ότι «δεν έχουν να προσφέρουν κάτι στη σύγχρονη μαρξιστική σκέψη στη χώρα μας. Προβάλλονται ως κάτι το πολύ σοβαρό και ‘επιστημονικό’ και έχουν υιοθετηθεί από το ‘θεωρητικό ρεύμα’ σας και το Γ. Οικονομάκη σχεδόν με θρησκευτική ευλάβεια. Στην πραγματικότητα, πρό­κειται για μια κακότεχνη θετικιστική γελοιογραφία ενός μαρξισμού σοσιαλδημοκρατικής απόχρωσης, που στηρίζεται σε αυθαίρετες θεωρητικές κατασκευές και ολοφάνερες λαθροχειρίες, απαράδεκτες –το λιγότερο- για κάποιον που θέλει να λέγεται διανοούμενος της Αριστεράς». Αυτά θα αποδείξουμε πα­ρακάτω:

Πρώτο, ότι ο «σοβιετικός μαρξισμός», έννοια θεμελιακή στην ιδεολογική αντίληψη του «ρεύμα­τος» των «Θ», είναι μια αυθαίρετη και φανταστική θεωρητική κατασκευή του ΓΜ, μια ψευτο-έννοια που είναι λογικά και ιστορικά διάτρητη.

Δεύτερο, ότι η κριτική του ΓΜ στον «οικονομισμό» γίνεται από θέσεις που δεν έχουν καμιά σχέση με το μαρξισμό, από θέσεις καθαρά ιδεαλιστικές.

Τρίτο, ότι οι απόψεις του ΓΜ για τον σύγχρονο καπιταλισμό όχι μόνο δεν έχουν καμία σχέση με τις αντιλήψεις του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό, αλλά αποτελούν πισωγύρισμα ειδικά σε εκείνες τις δεξιές αντιλήψεις της σοσιαλδημοκρατίας που ανέτρεψε ο Λένιν.

Τέταρτο, ότι η απόπειρα του ΓΜ να οικειοποιηθεί παρ’ όλα αυτά το Λένιν, δεν στηρίζεται σε κά­ποια παρεξήγηση ή ιδιαίτερη ανάγνωση του δεύτερου από τον πρώτο αλλά σε χοντροκομμένες λαθρο­χειρίες και στην ωμή διαστρέβλωση κειμένων.

Πέμπτο, ότι ο «καθαρός» αντικαπιταλισμός των «Θ» και του ΓΜ σε θεωρητικό επίπεδο, συνοδεύε­ται επί 18 χρόνια τώρα από έναν δεξιό πραγματισμό στο επίπεδο της «πολιτικής πρακτικής».

 

Η άρνηση του λενινισμού από τις «Θ» και οι λαθροχειρίες του Γ. Μηλιού

1. Περί «σοβιετικού μαρξισμού»

«Με την επικράτηση του σταλινισμού αρχίζει μια διαδικασία μετασχηματισμού της κυρίαρχης εκ­δοχής του μαρξισμού, διαδικασία η οποία έχει ουσιαστικά τις ρίζες της στον ‘ηττημένο’ μαρξισμό της Β’ Διεθνούς, και η οποία ολοκληρώνεται στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Η εκδοχή του μαρξισμού που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία, εκδοχή που εδώ σχηματικά ονομάζουμε σοβιετικό μαρξισμό, στηρίζεται σε τρία ιδεολογικά υποσύνολα»: την «εργαλειακή-μηχανιστική αντίληψη» για το μονοπω­λιακό καπιταλισμό και το κράτος, τον «καταστροφισμό» και τον «οικονομισμό».

Ο «οικονομισμός αντιλαμβάνεται την κοινωνική εξέλιξη ως το αποτέλεσμα της ανάπτυξης των πα­ραγωγικών δυνάμεων, ανάπτυξη η οποία (υποτίθεται ότι) έρχεται σε σύγκρουση με τις παραγωγικές σχέσεις και καθιστά έτσι αναπόφευκτο το μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων. Στα πλαίσια αυτής της αντίληψης υποτίθεται ότι οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής αποτελούν τροχοπέδη για τις παραγωγικές δυνάμεις». Πρόκειται για τη «‘θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων’ όπως αποκάλεσε τον οικονομισμό η κινέζικη Πολιτιστική Επανάσταση».

Ο «καταστροφισμός» είναι «μια σειρά θεωρητικές αντιλήψεις» που «ο σοβιετικός μαρξισμός στη­ρίχτηκε μετά το θάνατο του Λένιν, κατά την εποχή του σταλινισμού, […] οι οποίες υποστηρίζουν ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται σε μια φάση επιθανάτιας παρακμής, ‘σαπίσματος’ και αποσύνθεσης. Οι αντι­λήψεις αυτές μορφοποιήθηκαν για πρώτη φορά κατά τη δεκαετία του 1920 στη θεωρία της ‘γενικής κρίσης’ του καπιταλισμού», που «παρουσιάζει την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας στο εσωτερικό κάθε καπιταλιστικής χώρας ως υποκείμενη στις προτεραιότητες της (υποτιθέμενης) […] αντίθεσης ανάμεσα στα ‘δύο παγκόσμια συστήματα’», δηλ. τον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό.

Η «εργαλειακή-μηχανιστική αντίληψη για το αστικό κράτος και την άρχουσα τάξη […] προκύπτει από τη δογματική κωδικοποίηση, την παραποίηση και την εκλεκτικιστική ανάγνωση ορισμένων από τις απόψεις για τον ιμπεριαλισμό και την ‘κυριαρχία των μονοπωλίων’, που ο Λένιν είχε δανειστεί από το Hilferding και το Hοbson».

Η «μηχανιστική-εργαλειακή αντίληψη για το ‘μονοπωλιακό καπιταλισμό’, ο κλασσικός οικονομι­σμός και ο καταστροφισμός […] είναι η ‘πρώτη ύλη’ με βάση την οποία διαμορφώθηκε μετά τον Πό­λεμο η θεωρία του ‘κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού’ και της ‘επιστημονικής-τεχνολογικής επανάστασης’. […] Η όλη θεωρητική κατασκευή του ‘σοβιετικού μαρξισμού’ συμπληρώνεται και απολή­γει σε μια συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική: δεν είναι παρά ο ηττημένος (την εποχή του Bernstein) κυβερνητισμός-μεταρρυθμιτισμός. […] Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η στρατηγική αυτή κωδικο­ποιείται ως ‘αργό, σταδιακό και ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό’»1.

Ο σοβιετικός μαρξισμός ως όρος ανήκει στους προπάτορες της «ριζοσπαστικής» μαρξίζουσας δια­νόησης (Μαρκούζε κ.ά.). Ως περιεχόμενο, η τριάδα καταστροφισμός-οικονομισμός-μηχανικισμός έτσι όπως ορίζεται από το ΓΜ, είναι ένας αχταρμάς ιδεολογικών αντιλήψεων που αποδίδονται στο «σταλι­νισμό» αλλά που: πρώτο, οι μισές απ’ αυτές ανήκουν μονάχα στη μετά το Στάλιν περίοδο, αποτελούν δηλ. αντιλήψεις του σύγχρονου ρεβιζιονισμού και, δεύτερο, οι άλλες μισές υποστηρίζονταν πράγματι επί Στάλιν αλλά αποτελούν βασικές αντιλήψεις του Λένιν ή των ίδιων των θεμελιωτών του μαρξισμού. Ο σοβιετικός μαρξισμός δεν αντιστοιχεί σε μια προσέγγιση του ιστορικά συγκεκριμένου αλλά σε μια εκλεκτικιστική παράσταση της πραγματικής ιστορίας του μαρξισμού, δηλ. της ιστορίας του προλετα­ριακού κινήματος και της θεωρίας του. Πρόκειται για μια αυθαίρετη θεωρητική κατασκευή του ΓΜ που στοχεύει ταυτόχρονα σε δύο πράγματα: στην ανομολόγητη άρνηση του λενινισμού και βασικών πλευρών του μαρξισμού και, ακόμη χειρότερα, στην ταύτιση του λενινισμού με το ρεβιζιονισμό.

Ας δούμε πιο αναλυτικά τι υποστηρίζει ο ΓΜ. Καταρχήν ότι, η επικράτηση του σοβιετικού μαρξι­σμού ως κυρίαρχη «εκδοχή» του μαρξισμού συνδέεται με την επικράτηση του «σταλινισμού». Έτσι, «σημείο καμπής στην πορεία εξέλιξης του μαρξισμού στο Μεσοπόλεμο αποτέλεσε, χωρίς αμφιβολία, ο θάνατος του Λένιν». Ωστόσο, ο σταλινισμός επικρατεί «χοντρικά από τα τέλη της δεκαετίας του 1920». Μέχρι τότε η τριάδα «ήταν μία από τις έγκυρες εκδοχές μαρξισμού» αλλά δεν κυριαρχούσε. «Με την επικράτηση του σταλινισμού αρχίζει μια διαδικασία μετασχηματισμού της κυρίαρχης εκδοχής του μαρξισμού […] η οποία ολοκληρώνεται στα μέσα της δεκαετίας του 1930», οπότε «αποκρυσταλ­λώθηκε στο θεωρητικό σύστημα που αποκαλούμε ‘σοβιετικό μαρξισμό’». Αυτή η διαδικασία συντε­λούνταν εν μέσω «διαμάχης από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930 ανάμεσα στη σταλινική ηγεσία του ΚΚΣΕ και της Κομμουνιστικής Διεθνούς [ΚΔ] από τη μια και τις αντιπολιτευόμενες μαρξιστικές ομάδες και διανοούμενους από την άλλη, κυρίως γύρω από ζητήματα πολιτικής στρατηγικής και σοσιαλιστικής οικοδόμησης». «Σφραγίστηκε με το θάνατο και τον εξανα­γκασμό σε σιωπή χιλιάδων μαρξιστών και εκατοντάδων χιλιάδων κομμουνιστών»2. Είναι η περίοδος που στην ΕΣΣΔ στεριώνεται ο «κρατικός καπιταλισμός». «Τα βασικά χαρακτηριστικά του οικονομι­κού συστήματος που [] ονομάστηκε ‘υπαρκτός σοσιαλισμός’ διαμορφώθηκαν και αποκρυσταλλώ­θηκαν [] σχηματικά από το 1928 [με τη] βίαιη κολεκτιβοποίηση των αγροτών [και τη] ‘σχεδιασμένη εκβιομηχάνισημε βάση τη βαριά βιομηχανία (κατάστρωση του πρώτου πεντάχρονου οικονομικού πλάνου, που τέθηκε επίσημα σε τροχιά την άνοιξη του 1929), μετά την εγκατάλειψη από το ΚΚΣΕ της ‘Νέας οικονομικής πολιτικής’ (ΝΕΠ) της περιόδου 1921-1928»3 [δεν λεγόταν ΚΚΣΕ τότε].

«Η επικράτηση του σοβιετικού μαρξισμού μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα μετά την πολιτική νίκη του σταλινισμού στην ΕΣΣΔ δεν υπήρξε φυσικά αυτόματη», αλλά «συντελέστηκε σε δύο στάδια: α) «αντιφατική συνύπαρξη της κυρίαρχης ιδεολογικής τριάδας [] με τη μαρξιστική θεωρία της προηγούμενης περιόδου», β) «υποταγή των υπολειμμάτων της μαρξιστικής θεωρίας στην ιδεολογική τριάδα» και «διαμόρφωση [είμαστε ακόμα στο Μεσοπόλεμο] του μεταπολεμικού ‘σοβιετικού μαρξισμού’». Είναι μετά τον πόλεμο, σημειώνει ο ΓΜ, που με «πρώτη ύλη» την κυρίαρχη «ιδεολογική τριά­δα» που είχε επικρατήσει στο Μεσοπόλεμο, διαμορφώνεται η θεωρία του κρατικό μονοπωλιακού καπι­ταλισμού (ΚΜΚ) και της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης (ΕΤΕ). Είναι μετά τον πόλεμο που «η όλη θεωρητική κατασκευή του ‘σοβιετικού μαρξισμού’ συμπληρώνεται και απολήγει στο [] ‘αργό, σταδιακό και ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό’». Ταυτόχρονα, «ο σοβιετικός μαρξισμός αποτέλεσε την κυρίαρχη εκδοχή του μαρξισμού για τις δυνάμεις της [ελληνικής] παραδοσιακής Αριστεράς από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980», αλλά και στις υπόλοιπες ευ­ρωπαϊκές χώρες.

Μεσολαβεί η «εκπληκτική θεωρητική σταθεροποίηση του σοβιετικού μαρξισμού κατά τις δεκαετί­ες του 1940 και 1950, η οποία προέκυψε από τις τεράστιες πολιτικές επιτυχίες της ΕΣΣΔ και της παρα­δοσιακής Αριστεράς», που «ερμηνεύουν την ηγεμονική θέση του ‘σοβιετικού μαρξισμού’ ως ιδεολο­γίας μαζών». Ωστόσο, «παρά την εκπληκτική του σταθεροποίηση ο σοβιετικός μαρξισμός ουδέποτε υπήρξε η μοναδική εκδοχή του μαρξισμού», αφού «ο πλουραλισμός των μαρξιστικών ρευμάτων και οι μεταξύ τους αντιπαραθέσεις συνεχίστηκε και μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο». Τελικά, αυτή η «πολυ­μορφία του μαρξισμού» που συνυπήρχε όλα αυτά τα χρόνια στη σκιά του κυρίαρχου «σταλινισμού», ήρθε στην επιφάνεια στη δεκαετία του ’60 και «εκδηλώθηκε μέσα από ανακατατάξεις στο χώρο της Αριστεράς που συνδέθηκαν» με το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, τις επεμβάσεις του σοβιετικού στρατού, τα κινήματα της Δ. Ευρώπης, τα αντιαποικιακά κινήματα, την πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα και την αντιπαράθεση ΚΚΣΕ-ΚΚΚ. «Έτσι, από τις αρχές ήδη της δεκαετίας του 1960 [] άνθισαν στη Δύση ομάδες μαρξιστών διανοουμένων, μαρξιστικά θεωρητικά ρεύματα, αλλά και πολιτικές οργανώ­σεις της επαναστατικής αριστεράς» που διακήρυσσαν «τη ρήξη τους, είτε με το σοβιετικό μαρξισμό συνολικά, είτε με κάποιες πλευρές του, είτε (κι αυτή είναι η περίπτωση των περισσότερων κινεζόφιλων ‘μαρξιστικών-λενινιστικών’ ομάδων) με τη μετασταλινική εκδοχή του. Μάλιστα, ορισμένα κόμματα της δυτικής παραδοσιακής Αριστεράς, τα λεγόμενα ευρωκομμουνιστικά, έσπευσαν να διακηρύξουν τις αποστάσεις τους από τη σοβιετική πολιτική», αν και «στα κόμματα αυτά συνέχισε να κυριαρχεί η εκ­δοχή του μαρξισμού που ονομάζουμε ‘σοβιετικό μαρξισμό’».

Παρ’ όλα αυτά, «τα κόμματα που αναφέρονταν στο σοβιετικό μαρξισμό» διατήρησαν «την ισχύ τους στα εργατικά και λαϊκά κινήματα της Δυτικής Ευρώπης, αν και παντού η επιρροή τους υποσκελί­στηκε από εκείνη των [] σοσιαλιστικών κομμάτων», με τα οποία «συνέκλιναν παρά τις ιδεολογικές τους διαφορές». Ωστόσο, «μια υπόγεια διαδικασία [] λάμβανε χώρα στο εσωτερικό» τους, όπου ενώ «οι κομματικές αποφάσεις επέμεναν φραστικά στο ‘σοβιετικό μαρξισμό’ [] η πολιτική ‘πρακτική ιδεολογία’ των μελών και οπαδών μεταλλασσόταν ταχύτατα προς το [] σοσιαλίζοντα μεταρρυθμιτισμό, την αναπτυξιολογία, τον κυβερνητισμό». «Η διαδικασία αυτή εντάθηκε μετά τα μέσα της δεκαε­τίας του 1980», και «μια μερίδα των στελεχών [] επέλεξε τον πραγματισμό και ‘ρεαλισμό’ του κυ-βερνητισμού από την Όυτοπία’ κι αυτού ακόμα του μεταρρυθμιτισμού» 4.

Ο ΓΜ προσθέτει δύο ακόμα επισημάνσεις. Πρώτο, ότι «η υπερίσχυση του σταλινικού σοβιετικού μαρξισμού ευνοήθηκε ως ένα βαθμό και από το γεγονός ότι ο καταστροφισμός και ο οικονομισμός κυ­ριάρχησαν και στο εσωτερικό της κύριας, από τη δεκαετία το 30 και μετά, μαρξιστικής αντιπολιτευτι­κής κίνησης, της διεθνούς τροτσκιστικής αντιπολίτευσης. Είναι και αυτό ένα γεγονός που δείχνει ότι οι ρίζες του σοβιετικού μαρξισμού υπήρξαν πολύ βαθιές και μάλιστα πολύ καιρό πριν την τελική επικρά­τηση του σταλινισμού». Δεύτερο, ότι στην τριακονταετία (1930-60) μεσουρανήματος του σοβιετικού μαρξισμού, «η μόνη κατά τη γνώμη μου [ΓΜ] περίπτωση που ο ‘σοβιετικός μαρξισμός’ δεν κατάφερε να σταθεροποιήσει την κυριαρχία του είναι το κομμουνιστικό κίνημα της Κίνας (και αντίστοιχα ο μαρ­ξισμός στην Κίνα)» 5.

Όσοι γνωρίζουν λίγο τα γεγονότα -και μόνο- της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, μπορούν να αντιληφθούν ότι τα παραπάνω συνιστούν καρικατούρα άπο­ψης κι όχι άποψη.

 

Το φάντασμα του «σοβιετικού μαρξισμού» και του «σταλινισμού»

 

Καταρχήν, ο ΓΜ υποστηρίζει ότι η διαδικασία μετασχηματισμού της κυρίαρχης εκδοχής του μαρ­ξισμού αρχίζει μετά την επικράτηση του «σταλινισμού» στα τέλη της δεκαετίας του ‘20: «Με την επικράτηση του σταλινισμού αρχίζει μια διαδικασία σταδιακού μετασχηματισμού της κυρίαρχης εκ­δοχής του μαρξισμού»6. Συνεπώς, ο «σταλινισμός» είναι για το ΓΜ κάτι ξεχωριστό από το σοβιετικό μαρξισμό. Εδώ υπάρχει ένα εννοιολογικό πρόβλημα κι ένα έλλειμμα της αυστηρότητας που τόσο νοιά­ζει το «θεωρητικό ρεύμα» των «Θ»: τι ακριβώς είναι αυτό που επικρατεί το ‘28 και λέγεται «σταλινι­σμός» αν δεν είναι ο ίδιος ο σοβιετικός μαρξισμός; Αυτό δεν προσδιορίζεται πουθενά. Ύστερα, ο σο­βιετικός μαρξισμός σύμφωνα με το ΓΜ χρειάστηκε κάποια χρόνια να κυριαρχήσει (από το ‘28 και με­τά): ο «σταλινισμός» επικρατεί έτσι «ξαφνικά» το ‘28, χωρίς να προηγηθεί κάποια «διαδικασία», χωρίς σημείο εκκίνησης; Η τροτσκιστική αντίληψη έχει τουλάχιστον μια κάποια συνεκτικότητα. Ο «σταλινι­σμός» της είχε ένα πολιτικό πρόγραμμα («σοσιαλισμός σε μια χώρα» κλπ) που το παλεύει πριν ακόμα κυριαρχήσει το 1927-28, της επικράτησης του προηγείται η αυξανόμενη κυριαρχία της σταλινικής γραφειοκρατίας που προετοιμαζόταν πριν ακόμα το θάνατο του Λένιν κλπ. Ο «σταλινισμός» του ΓΜ είναι ένα μυστήριο πράγμα που δεν εντοπίζεται το ποιόν του, ούτε το πολιτικό του πρόγραμμα (παρά αφού επικρατήσει), ούτε η διαδικασία επικράτησης του: απλά επικρατεί, κάτι σαν… επικρατώ άρα υ­πάρχω.

Ο ΓΜ υποστηρίζει ότι ο σοβιετικός μαρξισμός, δηλ. η τριάδα, προϋπήρχε της επικράτησης του ως μια από τις «έγκυρες εκδοχές μαρξισμού». Ίσως αυτό να απαντάει στα παραπάνω. Για να απαντάει όμως, προϋποθέτει να εντοπιστεί συγκεκριμένα αυτή η τριάδα πριν το ‘28. Ένα πρώτο ερώτημα είναι πού και πώς εκφραζόταν αυτή η «εκδοχή» μέχρι το θάνατο του Λένιν: πώς και από ποιους εκφραζόταν στις πολλαπλές αντιπαραθέσεις στη ρώσικη σοσιαλδημοκρατία από το 1903 ως το 1917, στο μπολσε-βίκικο κόμμα από το 1917 ως το 1923; Να εκφραζόταν από το Στάλιν είναι δύσκολο, γιατί ακόμη κι οι εμπαθέστεροι πολέμιοι του δεν του καταλογίζουν κάποια σοβαρή αντίθεση με το Λένιν, ειδικά αν πι­στέψουμε την «αναδρομική» μνήμη του Τρότσκι ότι ο Στάλιν ευθυγραμμιζόταν από γραικυλισμό με το Λένιν (ο Μπετελέμ επιχειρώντας να «αποκαλύψει» το Στάλιν, του αφιερώνει αποκλειστικά ένα υποκε­φάλαιο με τον ανεπανάληπτο τίτλο… «Μη εκδηλωμένες αντιπολιτεύσεις 1921-23»7, για να περάσει έτσι στο «ελεύθερο σχέδιο», τέχνη που ζήλεψαν κατά καιρούς πολλοί ιστορικοί του «σταλινισμού»). Ο ί­διος ο ΓΜ αποδίδει γι’ αυτή την περίοδο στοιχεία της τριάδας σε όλους όσους αργότερα αποτέλεσαν αντιπολιτεύσεις του «σταλινισμού», αλλά και στον ίδιο το Λένιν, και συγκεκριμένα στο έργο του Ιμπε­ριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. Συνεπώς, αν ο ΓΜ ήταν πιο ευθύς, θα έπρεπε να διευκρι­νίσει ότι ο σοβιετικός μαρξισμός δεν ήταν απλά «μία» από τις έγκυρες εκδοχές μαρξισμού που εκφρα­ζόταν συγκεκριμένα από κάποια πτέρυγα πχ το Στάλιν, ούτε έχει τις ρίζες της μονάχα «στον ‘ηττημένο’ μαρξισμό της Β’ Διεθνούς» αλλά και στον ίδιο το μπολσεβικισμό, σε όλες λίγο-πολύ τις πτέρυγες του, ακόμη και στο Λένιν, και μάλιστα στο σημαντικότερο έργο του… Τι άλλο εννοεί ο ΓΜ, άλλωστε, όταν τονίζει ότι «οι ρίζες του σοβιετικού μαρξισμού υπήρξαν πολύ βαθιές και μάλιστα πολύ καιρό πριν την τελική επικράτηση του σταλινισμού»;

Τα πράγματα όμως γίνονται χειρότερα για την κατασκευή του ΓΜ στο διάστημα μετά το θάνατο του Λένιν. Αν ο σοβιετικός μαρξισμός είναι η ρίζα του κακού, αν αποτελεί το κόκκινο νήμα που συν­δέει τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» του Μπρέζνιεφ με τα πρώτα εκείνα χρόνια, αν αποτελεί την «κυριαρ­χία της αστικής ιδεολογίας πάνω στο μαρξισμό», θα περίμενε κανείς ότι στα χρόνια μετά το θάνατο του Λένιν η ανάπτυξη των αντιθέσεων θα έκανε ώστε να ξεχωρίσουν οι αντίπαλες πτέρυγες, ας πούμε οι «κατά βάση» «σοβιετομαρξιστές» «σταλινικοί» και οι «κατά βάση» πολέμιοι του σοβιετικού μαρξισμού «μπουχαρινικοί», τροτσκιστές κλπ ή κάτι τέτοιο. Μάταια… Πρώτα απ’ όλα, ο ΓΜ και οι «Θ» δεν ξεκαθαρίζουν σε κανένα βιβλίο ή άρθρο τους αν υπήρχαν και ποιοι ήταν οι συνεπείς πολέμιοι του σοβιετικού μαρξισμού στο διάστημα 23-28. Ύστερα, ο ΓΜ υποστηρίζει ότι ο «καταστροφισμός» και ο «οικονομισμός» τα δυο απ’ τα τρία συστατικά του σοβιετικού μαρξισμού κυριαρχούσαν και στον τροτσκισμό, την «κύρια από τη δεκαετία του 30 και μετά μαρξιστική αντιπολιτευτική κίνηση» σε διεθνές επίπεδο. Μάλιστα, αν ο ΓΜ ήταν πιο συνεπής με την άποψη του θα έπρεπε να διευκρινίσει ότι ο «οι­κονομισμός» και ο «καταστροφισμός» έτσι όπως τους ορίζει, ήταν πολλαπλάσια και πιο χοντροκομμέ­να παρόντες στον τροτσκισμό απ’ ότι στο «σταλινισμό». Δηλ. η «κύρια αντιπολίτευση» γινόταν από θέσεις που κατά τα «2/3» ήταν πιο «σοβιετομαρξιστικές» από το σοβιετικό μαρξισμό …

Μα τα πράγματα για την κατασκευή του ΓΜ είναι χειρότερα. Ο ΓΜ εντοπίζει την έναρξη της ε­μπέδωσης του «κρατικού καπιταλισμού» στην εγκατάλειψη της ΝΕΠ και τη στροφή του 1928-29, «κλείνοντας το μάτι» έτσι στο Μπουχάριν, αν και αυτό συνδυάζεται με ταυτόχρονη προτίμηση στον Τρότσκι σε μια σειρά ζητήματα. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι σ’ όλη την περίοδο ‘23-‘28, σε όλες τις σημαντικές αντιπαραθέσεις μέχρι τη στροφή του 1928-29 (σοσιαλισμός σε μια χώρα, κινέζικη επανά­σταση και γενικά εθνικό-αγροτικό ζήτημα στην ΚΔ, κλπ) οι «μπουχαρινικοί» ήταν συνασπισμένοι με τους «σταλινικούς». Αυτός είναι και ο λόγος που ο ΓΜ αναγκάζεται να εμφανίσει «ξαφνικά» το «στα­λινισμό» το ‘28. Ο ίδιος ο Μπουχάριν ήταν μέχρι τότε πρόεδρος της ΚΔ και, παρά τα διάφορα χαριτω­μένα ανιστόρητα που κυκλοφορούν, η αλήθεια είναι ότι ο Τρότσκι κι η «αριστερή αντιπολίτευση» κα­τηγορούσαν το Μπουχάριν για «δεξιά» και το Στάλιν για «κέντρο», χαρακτηρισμούς που συνέχισαν και μετά το ‘28 (πχ στο 14° Συνέδριο του ΚΚ το ‘25, ο Κάμενεφ δήλωνε ότι, «ο σ. Στάλιν είναι δέ­σμιος μιας πολιτικής γραμμής που δημιουργός και αυθεντικός εκπρόσωπος της είναι ο σ. Μπουχάριν», ενώ ο Τρότσκι προειδοποιούσε το ‘32 ακόμη απ’ την εξορία την αριστερή αντιπολίτευση, ότι το «Κά­τω ο Στάλιν» δεν ήταν δικό τους σύνθημα, και ότι μπορεί να συμμαχούσαν προσωρινά ακόμα και με το Στάλιν, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο «κύριος κίνδυνος» που σύμφωνα με τον Τρότσκι προερ­χόταν από τα δεξιά). Όχι μόνο αυτό αλλά, σύμφωνα με τα όσα γράφει ο ίδιος ο Μπετελέμ, ο Στάλιν ήταν μάλλον από τους εκφραστές αντι-«οικονομίστικων» πολιτικών μέχρι το 28, συγκριτικά με τη δε­ξιά και αριστερή αντιπολίτευση.

Πάμε παρακάτω. Ο μη καταλογισμός «μηχανικισμού» στον τροτσκισμό από το ΓΜ σε τι παραπέ­μπει; Παραπέμπει προφανώς σε ορισμένες κοντινές ή ταυτόσημες με το ΓΜ απόψεις του Τρότσκι που διαφοροποιούν τον τελευταίο από το «σοβιετικό μαρξισμό», για το ζήτημα γενικά του ιμπεριαλισμού και μονοπωλιακού καπιταλισμού, για το εθνικό-αγροτικό ζήτημα στην εποχή του ιμπεριαλισμού και την εξάρτηση, για το ζήτημα κατά συνέπεια της επανάστασης που την βλέπει παντού σοσιαλιστική (βασική συνέπεια της διαρκούς επανάστασης) ακόμη και στις καθυστερημένες χώρες όπως η Κίνα, και τέλος για την αντίθεση ανάμεσα στο «σοσιαλισμό σε μια χώρα» και τον καπιταλιστικό κόσμο. Πού βρίσκεται το πρόβλημα εδώ; Βρίσκεται στο ότι οι ακραιφνείς πολέμιοι της «μεγάλης στροφής» του 28-29 αλά Μπουχάριν βρίσκονταν στον αντίποδα της τροτσκιστικής άποψης στα περισσότερα απ’ τα ζη­τήματα αυτά, δηλ. ήταν… υπερ-«μηχανικιστές». Αν ο ΓΜ ήταν συνεπής με την άποψη του, θα έπρεπε να παραδεχτεί ότι και οι «μπουχαρινικοί» ήταν σε γενικές γραμμές κι αυτοί «σοβιετομαρξιστές». Δεν ήταν μόνο «μηχανικιστές». Σε επίπεδο θεωρητικής αντίληψης, όπως το παραδέχεται και ο Μπετελέμ, ήταν κι αυτοί «οικονομιστές» (ας μην συζητήσουμε εδώ ότι η αντιπαράθεση στη στροφή του 28-29 έγινε από θέσεις πέρα για πέρα οικονομίστικες και δεξιές), και απ’ την άλλη αποδέχονταν εξίσου με τους «σταλινικούς» τη γενική κρίση του καπιταλισμού. Ήταν δηλ. και «καταστροφιστές» (εκτός κι αν ο ΓΜ θεωρεί πετυχημένη «αντι-καταστροφολογική» διαφοροποίηση του Μπουχάριν την εμμονή του στη σταθεροποίηση του καπιταλισμού λίγο πριν την Μεγάλη Κρίση του 29).

Παραπέρα: η γραμμή του αντι-«μηχανικιστή» Τρότσκι πριν το ‘28 ήταν αντικειμενικά γραμμή ενί­σχυσης ή ανάσχεσης των στοιχείων που ο ΓΜ ορίζει ως «κρατικό καπιταλισμό»; Ήταν σαφέστατα υ­πέρ της ενίσχυσης τους, απ’ όπου και η κατηγορίες Μπουχάριν-Στάλιν στη δεκαετία του ‘20 για υπερ-βιομηχανισμό του Τρότσκι, που άλλωστε ήθελε την ανατροπή της ΝΕΠ πολύ πριν το ‘28 καθώς και πολλά άλλα που «ξεχάστηκαν» αργότερα, καθώς τα πυρά «έπρεπε» να είναι «κατά βάση» αντισταλινικά. Δηλ. η «κύρια αντιπολίτευση» στον «κρατικό καπιταλισμό» του «σταλινισμού» υπήρξε πιο «κρατικοκαπιταλιστική» από το «σταλινισμό»…

Όλα αυτά σημαίνουν ότι δυσκολευόμαστε να βρούμε μια μη-σοβιετομαρξιστική εκδοχή μετά το θάνατο του Λένιν, έτσι τουλάχιστον όπως ο ΓΜ ορίζει το σοβιετικό μαρξισμό. Μάλλον η παρουσία του σοβιετικού μαρξισμού στο μπολσεβικισμό γενικά και στις απόψεις του ίδιου του Λένιν ιδιαίτερα, ήταν μεγαλύτερη απ’ όσο παραδέχεται ευθέως ο ΓΜ. Απ’ την άλλη, δυσκολευόμαστε να βρούμε έστω τη συνέχεια μιας μη-σοβιετομαρξιστικής εκδοχής και σ’ όλη την περίοδο μετά το ‘28. Τα περί ανθιστάμενης «πολυμορφίας του μαρξισμού» όσο κυριαρχούσε ο «σταλινισμός», η «σιωπή» κι ο «θάνατος», ό­που στα πλαίσια αυτής της «πολυμορφίας» εκφραζόταν υποτίθεται ο μη-σοβιετικός μαρξισμός, είναι συγκινητικά αλλά πολύ γενικόλογα. Μετά την απομπουχαρινοποίηση, οι «μπουχαρινικοί»-«σοβιετομαρξιστές» έτσι κι αλλιώς όπως δείξαμε- στην πλειοψηφία τους παρέμειναν ή επανήλθαν στο κόμμα και στον κρατικό μηχανισμό με άφθονες αυτοκριτικές. Στον τροτσκισμό ο μη-σοβιετικός μαρ­ξισμός εκφραζόταν σύμφωνα με τον ίδιο το ΓΜ μόνο κατά «1/3», χώρια που και δω όλοι οι ηγέτες της αριστερής αντιπολίτευσης πλην Τρότσκι είχαν επιστρέψει (επίσης με άφθονες αυτοκριτικές). Πού τέ­λος πάντων εκφραζόταν αυτός ο μη-σοβιετικός μαρξισμός; Στον μπορντιγκισμό, στο Λούκατς, στον Κορς, στον Πάνεκουκ, στο ισπανικό ΡΟUΜ, σε κάποιο κομμάτι της σοσιαλδημοκρατίας, πού;

Μάλλον δεν υπάρχει απάντηση στο ερώτημα μας… Μάλλον το κατασκεύασμα του σοβιετικού μαρξισμού είναι καταρχήν «ολίγο» θεωρητικίστικο, εκλεκτικίστικο και απογειωμένο από την πεζή πραγματική ιστορία. Ανεξάρτητα από τη διαφωνία μας με την αντι-«τριαδική» τοποθέτηση του ΓΜ, κάναμε την υπόθεση ότι η έννοια του σοβιετικού μαρξισμού ξεχωρίζει, έστω, τις αντιμαχόμενες πλευ­ρές στο μεσοπόλεμο, και καταλήξαμε σε λογικές και ιστορικές αντιφάσεις. Με λίγα λόγια: Είτε το πρόβλημα βρισκόταν πράγματι στην «τριάδα» αλλά, όπως δείξαμε, η επικράτηση της δεν αφορούσε ειδικά τους «σταλινικούς», και συνεπώς ήταν προδιαγεγραμμένη ήδη από την εποχή του Λένιν. Με άλλα λόγια, είχαμε μια καταδικασμένη επανάσταση και ερχόμαστε έτσι στο «τελικόν συμπέρασμα» στο οποίο είχε προ πολλού καταλήξει το ανφάν-γκατέ της παγκόσμιας διανόησης, αλλά ποιος τους ά­κουγε… Σ’ αυτή την περίπτωση η εμμονή του ΓΜ να εντοπίζει η ρίζα του κακού ειδικά στο Στάλιν δεν δικαιολογείται και δεν δηλώνει παρά έναν μεταφυσικό συμπλεγματικό αντισταλινισμό. Είτε το πρό­βλημα βρίσκεται πράγματι στο «σταλινισμό» αλλά τότε το πρόβλημα αυτό δεν είναι η «τριάδα» αφού αυτή δεν ήταν αποκλειστικότητα των «σταλινικών». Το συμπέρασμα είναι ότι ο ΓΜ έχει κατασκευά­σει μια θεωρία που δεν έχει καμιά πρακτική εφαρμογή γιατί απλά δεν ερμηνεύει απολύτως τίποτα, ε­κτός κι αν αποκηρύξει ανοιχτά το μπολσεβικισμό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι θεμελιωτές του «θεωρητικού ρεύματος» των «Θ» κατέληξαν ακριβώς εκεί. Αυτοί τουλάχιστον έπαψαν να ταλαιπω­ρούν όσους τους παρακολουθούσαν με κριτικές από θέσεις που αποδείχτηκε ότι δεν πίστευαν ούτε οι ίδιοι: ο ΓΜ και οι «Θ» επιμένουν…

Ο ξαφνικός «σταλινισμός» και «κρατικός καπιταλισμός» του ΓΜ που αναδύεται από το πουθενά το ‘28 οφείλεται στην αυτοπαγίδευση των «Θ» στο έργο Ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ του Μπετελέμ. Είναι άλλωστε από αυτόν που δανείζονται αυτούσιες πολλές θέσεις για το σοσιαλισμό. Είναι ο ίδιος ο Μπετελέμ που τελειώνει το 2ο τόμο του έργου του (1923-30) με μια «ξαφνική» επίθεση στο Στάλιν για την εγκατάλειψη της ΝΕΠ και εμφανίζει απ’ το πουθενά ένα Στάλιν οικονομιστή, τεχνικιστή, εξελικτικιστή κλπ, κατηγορίες δηλ. που κάθε άλλο παρά προκύπτουν απ’ όσα αναφέρει ο ίδιος για το Στάλιν της περιόδου 23-28 σε διάκριση από τους άλλους ηγέτες. Προς… επίρρωση της ευθυκρισίας του, ο Μπετελέμ στον 3ο και 4ο τόμο «ολοκληρώνει» τη σκέψη του, θεωρεί πλέον τη «σταλινική επανάστα­ση» ολοκλήρωση της «καπιταλιστικής επανάστασης» που εγκαινιάζει ο… Οχτώβρης και ο Λένιν. «Η εξουσία που εγκαθιδρύθηκε τον Οκτώβρη του 1917 από τους μπολσεβίκους, εξουσία που αποκαλείται ‘δικτατορία του προλεταριάτου’, είναι στην πραγματικότητα μια δικτατορία στο όνομα του προλετα­ριάτου, η οποία τελικά ασκείται πάνω στην ίδια την εργατική τάξη. […] Το μπολσεβίκικο κόμμα άρχι­σε από την περίοδο της εξέγερσης του Οκτώβρη να αφαιρεί την εξουσία από τα σοβιέτ και το 2ο συνέ­δριο τους, την ίδια στιγμή που υποτίθεται ότι εγκαθίδρυε συμβολικά την εξουσία τους. […] Μέχρι το 1929 ωστόσο, αυτή η καπιταλιστική επανάσταση επιχειρεί να αφήσει μια θέση για την αγροτική επα­νάσταση, η οποία φαίνεται ότι μπορούσε να οδηγηθεί σε μια συνεταιριστική κατεύθυνση. Αυτή η προ­οπτική εγκαταλείπεται στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όταν το ξέσπασμα νέων πολιτικών και κοινω­νικών συγκρούσεων οδηγεί σε μια ‘δεύτερη επανάσταση’, τη ‘σταλινική επανάσταση’, που θα οδηγή­σει στην έσχατη της συνέπεια την εξάπλωση των σχέσεων εκμετάλλευσης. […] Η εξέγερση του Οκτώβρη ανοίγει το δρόμο σε δυο διαδοχικές επαναστάσεις. Η μία είναι αυτή που προσανατολίζεται προς ένα κρατικό καπιταλισμό, στα πλαίσια πάντα ενός συμβιβασμού με την αγροτιά, και η άλλη εκεί­νη που, από το 1929, θέτει τις βάσεις μιας ακραίας μορφής καπιταλισμού»8. Ο Μπετελέμ, λοιπόν, θε­ωρεί πλέον τον Οχτώβρη άρνηση της επαναστατικής διαδικασίας που ξεκίνησε το Φλεβάρη του 1917 και «ύστατο σπασμό» είχε την εξέγερση της Κροστάνδης. Πολιτικά το συμπέρασμα του κυμαίνεται κάπου ανάμεσα στις αποτιμήσεις του αστικού «δημοκρατισμού» (μενσεβίκοι, εσέροι, Κερένσκι) και του αναρχισμού: «δεν ξέρουμε ποια θα ήταν η μελλοντική κατάληξη της επαναστατικής διαδικασίας που βρισκόταν σε πλήρη ανάπτυξη από τον Φεβρουάριο του 1917, αν η κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους δεν το είχε διακόψει απότομα»!

Τουλάχιστον ο Μπετελέμ απέκτησε έτσι μεγαλύτερη συνοχή στην άποψη του (αφού την άλλαξε ρι­ζικά στη ιδεολογική του διαδρομή μονάχα… 4 φορές). Το ανέντιμο και έξω από κάθε λογική, είναι ότι οι «Ο» συνδυάζουν συλλογιστικές και συμπεράσματα των δύο πρώτων αλλά και των δυο τελευταίων τόμων, μετατοπίζοντας ωστόσο την «καπιταλιστική επανάσταση»… αυστηρά από το ‘28 και μετά, α­ποσιωπώντας ταυτόχρονα τις «ενοχλητικές» επισημάνσεις ακόμη και των πρώτων 2 τόμων (πχ για τον ίσο ή και μεγαλύτερο οικονομισμό της αντιπολίτευσης) για να απαλλάξουν έτσι ταχυδακτυλουργικά το Λένιν αλλά και την αντιπολίτευση μετά το ‘23. Αυτός είναι και ο λόγος που ο «σταλινισμός» του ΓΜ (έννοια που δεν μεταχειρίζεται ο Μπετελέμ μέχρι και το 2ο τόμο) μένει μετέωρος στην μπετελεμική κατασκευή του ΓΜ, αυτός είναι ο λόγος των περισσότερων αντιφάσεων. Και η πίτα γιομάτη και ο σκύλος χορτάτος: αυτό θα πει θεωρητική αυστηρότητα… Και το αστείο; Η μόνη ουσιαστικά ιστορική πηγή επιβεβαίωσης αυτών των απόψεων στη σχετική βιβλιογραφία που αναφέρουν οι -μελετηρότατοι κατά τα άλλα- συντάκτες των «Θ», είναι ο ίδιος ο Μπετελέμ.

Η κληρονομιά του ρεβιζιονισμού στη «ριζοσπαστική» σκέψη

Το καθεστώς «χαρακτηριζόταν από μια ιστορικά πρωτοφανή κρατική τρομοκρατία ενάντια στις λαϊκές τάξεις» με μορφές που «ιστορικά απαντώνται μόνο στη χιτλερική Γερμανία και σε ορισμένες στρατιωτικές δικτατορίες του Τρίτου Κόσμου». Έχουμε λοιπόν από το ‘28 σταλινισμό, έχουμε σε 4-5 χρόνια κυρίαρχο σοβιετικό μαρξισμό και κρατικό καπιταλισμό, έχουμε και εγκλήματα, πολλά εγκλή­ματα χιτλερικού τύπου (εδώ έχουμε και «υψηλές» επιδόσεις προλεταριακής κριτικής από το ΓΜ). Κι όμως! Στις δεκαετίες 1940 και 1950 έχουμε «τεράστιας εμβέλειας πολιτικές επιτυχίες», «εκπληκτική θεωρητική σταθεροποίηση του σοβιετικού μαρξισμού». Έχει απόλυτο δίκιο ο ΓΜ να αυτοεκπλήσσεται με όσα λέει. Πράγματι, πώς να εξηγηθούν αυτές οι επιτυχίες για ένα «κρατικοκαπιταλιστικό» καθε­στώς που ασκεί μια «χιτλερικού» τύπου «πρωτοφανή κρατική τρομοκρατία ενάντια στις λαϊκές τά­ξεις»;!! Κι αν ο «μαρξισμός» των Χρουστσόφ-Μπρέζνιεφ ήταν μια απλή μετεξέλιξη του μαρξισμού επί Στάλιν γιατί να μην έχουμε έστω μέτριες πολιτικές επιτυχίες στις επόμενες δεκαετίες; Να υποθέ­σουμε ότι και ο μαρξισμός της Παπαρήγα και του Ζουγκάνοφ είναι δυνατό να γνωρίσει επιτυχίες; Και γιατί αυτός ο εκλεκτικισμός των δεκαετιών ‘40-‘50: στη δεκαετία του ‘30 -ανεξάρτητα από το ποιόν και την έκβαση των λαϊκών μετώπων- δεν είχαν δυναμώσει σημαντικά τα «σταλινικά» κόμματα και η επιρροή τους;

Το πρόβλημα με την κατασκευή του ΓΜ είναι διπλό. Από τη μια «πρέπει» να αποσυνδέσει όσο εί­ναι δυνατό την τριάδα (θεωρητική μήτρα της αντεπανάστασης) από το Λένιν και τις αντιπολιτεύσεις και να τη χρεώσει ιδιαίτερα στο «σταλινισμό», και δείξαμε γιατί αυτό πάσχει από έλλειψη λογικής-ιστορικής συνοχής. Απ’ την άλλη, «πρέπει» να παρουσιάσει τον υπαρκτό σοσιαλισμό του Μπρέζνιεφ σαν μια συνέχεια από το ‘28 ίσαμε το ‘85, και το «μαρξισμό» αλά Σουσλόφ σαν απλή μετεξέλιξη του μαρξισμού επί Στάλιν. Είναι ειδικά στο σημείο αυτό που, εκτός των ουρανοκατέβατων «εκπληκτικών» επιτυχιών, η κατασκευή του ΓΜ έχει ανάγκη μια εκπληκτικών διαστάσεων διαστροφή της πραγματι­κότητας. Ο ΓΜ παρουσιάζει όλους σχεδόν τους μη μπρεζνιεφικούς «μαρξισμούς» της μετασταλινικής περιόδου σαν λίγο-πολύ θετικές απομακρύνσεις από το μαρξισμό του Στάλιν προς την ίδια κατεύθυνση (η διαλεκτική κατηγορία της ποιοτικής διαφοράς απουσιάζει συστηματικά από τις ιδεολογικές αντιλή­ψεις των «Θ», όπως και από το θετικισμό). Την ίδια στιγμή παρουσιάζει το μπρεζνιεφισμό σαν τη γνή­σια συνέχεια, τον κορμό του μετεξελισσόμενού σοβιετικού μαρξισμού. Για παράδειγμα, η κριτική προς τον ευρωκομμουνισμό είναι χοντρικά ότι απομακρύνθηκε μεν αλλά ασήμαντα από το σοβιετικό μαρξισμό. Στις «κινεζόφιλες ομάδες» ότι απομακρύνθηκαν μεν αλλά μόνο από τη μετασταλινική εκ­δοχή του. Στον τροτσκισμό ότι δεν ήταν εξαρχής 100% μη-σοβιετικός μαρξισμός αλλά κυριαρχούνταν από τα «2/3» του. Οι δε «μαρξιστές διανοούμενοι και μαρξιστικά θεωρητικά ρεύματα» που «άνθισαν στη Δύση διακηρύσσοντας τη ρήξη τους με το σοβιετικό μαρξισμό συνολικά» περιβάλλονται συλλή­βδην με τη στοργή του ΓΜ. Πρόκειται για λαθροχειρία πρώτου μεγέθους, που εξαφανίζει ταχυδακτυ­λουργικά τη ρεβιζιονιστική ανατροπή της δεκαετίας του ‘50 και την κρίσιμη αντιπαράθεση ρεβιζιονι-σμού-αντιρεβιζιονισμού, και ταυτόχρονα «βγάζει λάδι» κάθε είδους αντι-μαρξιστικές απόψεις.

Οι κινέζοι κομμουνιστές πράγματι ήρθαν σε σύγκρουση με το χρουστσοφικό «σοβιετικό μαρξι­σμό» αλλά στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση (αυτή την ποιοτική «λεπτομέρεια» ξεχνάει ο ΓΜ) από τις περισσότερες διαφοροποιήσεις που «άνθισαν στη Δύση», και ειδικά με τον ευρωκομμουνισμό. Ε­δώ, πριν καλά-καλά φουντώσει η δημόσια πολεμική του ΚΚ Κίνας με το ΚΚΣΕ του Χρουστσόφ, είχε ήδη φουντώσει η πολεμική του ΚΚΚ με τα μετέπειτα ευρωκομμουνιστικά ΚΚ Γαλλίας και Ιταλίας (Τορέζ, Τολιάτι) πάνω στα ίδια ζητήματα. Τα δυο τελευταία πρωτοστάτησαν στη σύγκρουση ΚΚΣΕ-ΚΚΚ και μάλιστα βασιλικότερα του βασιλέως. Αλλά η λαθροχειρία είναι απίθανα πιο ευφάνταστη. Ο ΓΜ θεωρεί το κομμουνιστικό κίνημα της Κίνας τη «μόνη κατά τη γνώμη του περίπτωση που ο σοβιε­τικός μαρξισμός δεν κατάφερε να σταθεροποιήσει την κυριαρχία του» και «ξεχνάει» να επισημάνει ότι το κινέζικο και συνολικά το μ-λ κίνημα ήταν ταυτόχρονα το κατεξοχήν κίνημα που υπεράσπιζε το Στάλιν απέναντι στη δεξιότατη «αποσταλινοποίηση» του ΚΚΣΕ, υπεράσπιζε το «σταλινικό» μαρξισμό από το Χρουστσόφ και το πλήθος των αντισταλινικών διαφοροποιήσεων από το «σοβιετικό μαρξι­σμό»! Αν ο «σοβιετικός μαρξισμός» συνδέεται με την επικράτηση του «σταλινισμού», είναι ένα μεγά­λο μυστήριο το πώς η «μόνη περίπτωση που ο σοβιετικός μαρξισμός δεν κατάφερε να σταθεροποιήσει την κυριαρχία του» αποδείχτηκε ταυτόχρονα το πλέον «φιλοσταλινικό» μαζικό κόμμα και κίνημα… [Ταυτόχρονα, το ΚΚΚ και προσωπικά ο Μάο ήταν ο μόνοι που άσκησαν κριτική από προλεταριακή κι όχι αστική-μικροαστική αφετηρία, και ακολούθησαν στην πράξη μια «άλλη μέθοδο». Ωστόσο, αυτή η κριτική και «άλλη μέθοδος» κάθε άλλο παρά ήταν άρνηση του «σοβιετικού μαρξισμού» με τη σημασία που ο ΓΜ δίνει στον όρο. Αυτό την ίδια στιγμή που το ΚΚΚ «τράβηξε» όχι λίγα από την ΚΔ, παράλ­ληλα με την τεράστια βοήθεια που πήρε]

Επί της ουσίας. Το ΚΚΚ στο επίπεδο του «καταστροφισμού» και «μηχανικισμού» (για τον «οικο­νομισμό» παρακάτω) δεν είχε διαφορετική άποψη από την τριτοδιεθνιστική, δηλ. τη «σταλινική». Μά­λιστα, ένα βασικό ζήτημα της αντιπαράθεσης ΚΚΚ-ΚΚΣΕ ήταν η χρουστσοφική ειρηνική συνύπαρξη με τον ιμπεριαλισμό, όπου στην κριτική και οπτική του ΚΚΚ η («υποτιθέμενη» κατά το ΓΜ) αντίθεση σοσιαλισμού-καπιταλισμού κάθε άλλο παρά ασήμαντη ήταν. Αν η «τριάδα» είναι το καθοριστικό κρι­τήριο «κατάταξης μαρξισμών», γιατί τόση επιείκεια και στοργή για το ΚΚΚ; Μήπως δεν ήταν κι αυτοί «σοβιετομαρξιστές» «σταλινικού» τύπου, και μάλιστα μαχόμενοι ενάντια στην αναθεώρηση του μαρ­ξισμού του Στάλιν; Ο ΓΜ «ξεχνά» κι αυτή ακόμη τηλεπτομέρεια πως ο σύγχρονος αναθεωρητισμός (ρεβιζιονισμός) σαν όρος, και η καταγγελία των σοβιετικών για αναθεωρητισμό, ανήκει στους κινέζους κομμουνιστές. Αναθεώρηση τίνος πράγματος; Του «σοβιετικού μαρξισμού»… [Προτείνουμε στον Γ. Οικονομάκη, που έχει μεγάλη ευχέρεια «κατάταξης μαρξισμών», να μελετήσει κείμενα του ΚΚΚ της περιόδου 35-55 και να μας διαφωτίσει πού ακριβώς εντοπίζεται η μη σταθεροποίηση της κυριαρχίας της «τριάδας» στη θεωρία]

Αντιφάσεων συνέχεια. Ο ΓΜ παρουσιάζει λίγο-πολύ την πολύμορφη πράγματι αριστερά που άνθι­σε στη δεκαετία του ‘60 κόντρα στους σοβιετικούς σαν ανάδυση της «πολυμορφίας του μαρξισμού» που καταπιεζόταν στα χρόνια του σταλινισμού. Δείξαμε γιατί αυτή η «πολυμορφία», με την έννοια (του μη-σοβιετικού μαρξισμού) που της δίνει ο ΓΜ μένει εντελώς απροσδιόριστη και μετέωρη, μια φανταστική παράσταση πραγματικότητας. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Στη δεκαετία αυτή άνθισαν πολλά λουλούδια και τέτοια κι αλλιώτικα, και πραγματικά αριστερά και δεξιά και υπεραριστερώς δεξιότατα. Ο ΓΜ εκφράζεται θετικά σχεδόν για οποιονδήποτε απομακρυνόταν από το «σοβιετικό μαρξι­σμό» και δω πέφτει σε νέες αντιφάσεις. Η άποψη του ΓΜ για το «μαρξισμό» των Χρουστσόφ και Μπρέζνιεφ είναι ότι αποτελεί μια μετεξέλιξη του σταλινικού μαρξισμού ακόμη πιο βαθιά στο βούρκο του «σοβιετικού μαρξισμού». Όμως η αντισταλινική «πολυμορφία» που προϋπήρχε, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων με πρώτο και καλύτερο τον τροτσκισμό είδε τότε με θετικό μάτι το συ­νέδριο του ‘56 στο ΚΚΣΕ και γενικά το χρουστσοφισμό. Το ίδιο και μια σειρά άλλων «μαρξισμών» που δεν συγκαταλέγονται στην παλιά «πολυμορφία» αλλά στην καινούργια που αναδύθηκε, και που ορισμένους άλλωστε εκφραστές της ειρωνευόταν ο ίδιος ο Αλτουσέρ για «απελευθέρωση» προς τα δε­ξιά (προς ένα αστικό ουμανισμό). Μα και ο Αλτουσέρ αντιμετώπιζε το σύγχρονο του ρεβιζιονισμό ως κάτι που απομακρύνθηκε μεν από το «σταλινισμό», δηλ. θετικό αυτό, αλλά ασήμαντα.

Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά: οι ίδιες οι «Θ» και ο ΓΜ όταν αναλύουν το πέρασμα από το «στα­λινισμό» στο «μετασταλινισμό» εντός κι εκτός ΕΣΣΔ, ο χρωματισμός μόνο αρνητικός δεν είναι. Όταν απορρίπτουν τον ευρωκομμουνισμό τον απορρίπτουν γιατί δεν απομακρύνθηκε σημαντικά από το «σοβιετικό μαρξισμό», θεωρώντας γενικά το «σταλινισμό» χειρότερο από τον ευρωκομμουνισμό, την ίδια στιγμή που ο «μηχανικισμός» κι ο «οικονομισμός» του ευρωκομμουνισμού με τα κριτήρια του ίδιου του ΓΜ ήταν δέκα φορές χειρότεροι! Την ίδια στιγμή που η «’πρακτική ιδεολογία’ των μελών και οπαδών μεταλλασσόταν ταχύτατα προς το [] σοσιαλίζοντα μεταρρυθμιτισμό, την αναπτυξιολογία, τον κυβερνητισμό», τότε κι όχι παλιότερα! Την ίδια στιγμή που το ρεύμα που απόληξε στον ευ­ρωκομμουνισμό ήταν ο πλέον πρωτοποριακά εξευτελισμένος ρεβιζιονισμός στη Δύση, με τον ιστορικό συμβιβασμό από το ΚΚΙ, με την κάλυψη των εγκλημάτων του γαλλικού ιμπεριαλισμού στην Αλγερία και την υπονόμευση του Μάη του 68 από το ΚΚΓ, και πολλά άλλα αίσχη που σε τίποτα δεν είχαν να ζηλέψουν από τα αίσχη της «κύριας» εκδοχής αντισταλινισμού, του σοβιετικού ρεβιζιονισμού. Είτε η «τριάδα» και η διαβάθμιση της σε κάθε μαρξισμό είναι πράγματι το ουσιαστικό κριτήριο, είτε ο σοβιε­τικός μαρξισμός είναι μια έννοια που κι ο ίδιος ο ΓΜ δεν πολυπιστεύει, την «ξεχνάει» όταν δεν συμφέ­ρει και ξεσκεπάζεται μόνος του… (Ο Αλτουσέρ είχε τουλάχιστον μεγαλύτερη συνέπεια στη συλλογι­στική και στάση του: δεν θεωρούσε τον οικονομισμό του ρεβιζιονισμού χειρότερο από τον «οικονομι­σμό» του Στάλιν όπως ο ΓΜ)

Η αρχική ομάδα των «Θ» φεύγοντας από το ευρωκομμουνισμό του ΚΚΕ εσ. ξέχασε στα μπαγκάζια της εκείνο που περισσότερο από κάθε άλλο έπρεπε να αφήσει χάρισμα στην παρέα του Κύρκου: όχι μόνο τον αντισταλινισμό γενικά μα και τη θετική στάση και «ψυχολογία» απέναντι στη δεξιά, δεξιότατη ρεβιζιονιστική στροφή της «αποσταλινοποίησης» στο ΚΚΣΕ αλλά και στο ΚΚΕ με την 6η ο­λομέλεια κλπ. Ο συνδυασμός αυτής της κληρονομημένης από τον ευρωκομμουνισμό «ψυχολογίας» με την απαίτηση μιας απ’ τα αριστερά κριτικής στην παραδοσιακή αριστερά είναι που γεννάει πλήθος α­ντιφάσεων και εξαναγκάζει σε λαθροχειρίες. Η δική μας άποψη είναι πως στη δεκαετία του ‘50, και όχι στο «28», βρίσκεται το κομβικό σημείο ανατροπής της σοσιαλιστικής μετάβασης, ριζικής αναθεώ­ρησης του επαναστατικού μαρξισμού και διάλυσης του κομμουνιστικού κινήματος. Ταυτόχρονα θεω­ρούμε ότι οι ρίζες αυτής της ανατροπής πρέπει να αναζητηθούν πίσω στην περίοδο Στάλιν (αλλά όχι στο «σταλινισμό» και την «τριάδα») τον οποίο όμως θεωρούμε μεγάλο επαναστάτη κομμουνιστή, πα­ρά τα σημαντικά λάθη. Είναι στη δική του καθοδήγηση στην κρίσιμη τριακονταετία 23-53 που αντι­κειμενικά πιστώνονται οι «τεράστιας εμβέλειας επιτυχίες». Σε απλά ελληνικά, πρόκειται για τη νικη­φόρα εκπλήρωση των στρατηγικών στόχων του τότε επαναστατικού και κομμουνιστικού κινήματος

εντός κι εκτός ΕΣΣΔ, τη θεωρητική και πρακτική ανάπτυξη του λενινισμού: αυτό αποτελεί μια (ενο­χλητική) πραγματικότητα, ανεξάρτητα από τις δευτερεύουσες αρνητικές πλευρές που σωρεύτηκαν σ’ αυτή την τιτάνια προσπάθεια, άλλες «αντικειμενικά» και άλλες από «υποκειμενική» στρέβλωση, και που μεταπολεμικά διορθώθηκαν ή -κυρίως- δεν διορθώθηκαν, ανοίγοντας το δρόμο στην ανατροπή τελικά και της κύριας πλευράς, στην κυριάρχηση του ρεβιζιονισμού. Η κριτική μας στην περίοδο αυτή, όπως και η κριτική που ασκεί ο Μάο, βρίσκεται στην αντίθετη μεριά απ’ αυτήν τόσο του τροτσκισμού όσο και του μπουχαρινισμού, ρεύματα που λίγα είχαν καταλάβει -ειδικά ο τροτσκισμός- από την τομή που έφερε ο λενινισμός στο μαρξισμό.

Αλλά ακόμα κι αν κάποιοι εντόπιζαν το σημείο αντιστροφής κάπου πριν το ‘50 θα έπρεπε τουλάχι­στον, δηλ. αν υπήρχε στοιχειώδης τιμιότητα, αν πραγματικά μιλούν στο όνομα της εργατικής τάξης και της επανάστασης, να αναγνωρίζουν 1) την καθοριστικής σημασίας δεξιά στροφή για την ΕΣΣΔ και το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα που συντελέστηκε στη δεκαετία του ‘50, και 2) την επίσης καθορι­στική για την έκβαση της ταξικής πάλης στον 20ο αιώνα αντιπαράθεση ανάμεσα στο ρεβιζιονισμό και στο μ-λ κίνημα που αντιπάλεψε αυτή τη στροφή, με πρώτο το ΚΚΚ. Κι όμως είναι αυτά ακριβώς που παραβλέπει (στην καλύτερη περίπτωση) η κληρονομημένη «ψυχολογία» των «Θ», όπως και όλοι σχε­δόν οι θιασώτες του αντισταλινισμού. Στην πράξη οι «αδιάλλακτες» και αρειμάνιες κριτικές που δεν αρκούνται στη «ρηχότητα» τάχα του μ-λ αντιρεβιζιονισμού και χρεώνουν το σοβιετικό ρεβιζιονισμό στο «σταλινισμό», ξεσκεπάζονται μόνες τους. Ξεσκεπάζονται με το να υιοθετούν τον αντισταλινισμό του ίδιου του ρεβιζιονισμού και της αστικής σκέψης και παράλληλα να «κατανοούν» τη δεξιότατη «α­ποσταλινοποίηση».

Ο ΓΜ κάνει την… παραχώρηση να επισημάνει ότι το οπλοστάσιο του μπρεζνιεφικού «μαρξισμού», δηλ. η ρεβιζιονιστική καρικατούρα του ΚΜΚ, η θεωρία της ΕΤΕ, το ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλι­σμό και ο κυβερνητισμός κλπ, «διαμορφώθηκε ως γνωστόν από το ΚΚΣΕ και τη δυτική ‘φιλοσοβιετική’ Αριστερά μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και ιδίως [sic] μετά το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ»9. Επι­σημαίνει επίσης πως το «στρατηγικό πλαίσιο» της ρεβιζιονιστικής παραδοσιακής Αριστεράς στη Δύση (αντιμονοπωλιακή αλλαγή κλπ) διαμορφώθηκε μετά το ‘56, το ίδιο και η «πρακτική ιδεολογία» [sic] του σοσιαλίζοντα μεταρρυθμιτισμού, της αναπτυξιολογίας, του κυβερνητισμού. Όλα αυτά όμως δεν του λένε απολύτως τίποτα… Όχι μόνο αυτό, αλλά «ξεχνάει» τη χρουστσοφικής έμπνευσης ειρηνική συνύπαρξη με τον ιμπεριαλισμό (το γιατί παρακάτω) και παρουσιάζει τη θεωρία του παλλαϊκού κρά­τους, τη θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων και την ρεβιζιονιστική εκδοχή της γενικής κρίσης του κα­πιταλισμού όπως διαμορφώθηκαν από τότε, σαν να είναι αυτούσια κληρονομημένα από τη «σταλινική» περίοδο, ούτε καν μετεξέλιξη. Αλλά έστω: αν και θεωρεί τα περί ΕΤΕ, ΚΜΚ, ειρηνικού περάσματος, κυβερνητισμού, αναπτυξισμού, αντιμονοπωλιακής αλλαγής κλπ ως ολοκλήρωση πλέον του «σταλινι­κού μαρξισμού», διαδικασία οπωσδήποτε δεξιόστροφη έστω και με τη εξελικτική λογική του ΓΜ, στην πράξη η στάση του απέναντι στη στροφή του 56 δείχνει άλλα πράγματα. Όσο αμείλικτος και αυστηρός είναι για αυτό που συντελέστηκε το ‘28-‘33 (αν και πουθενά συγκεκριμένος) άλλο τόσο προσπερνά τη στροφή του ‘56 σαν να… μην έγινε και τίποτα! Ο θάνατος του Λένιν αποτέλεσε καμπή, το 1928 είναι η αφετηρία του «κρατικού καπιταλισμού» μα στη δεκαετία του ‘50 δεν είχαμε παρά μια απλή… μεταρρύθμιση.

«Τα προβλήματα αυτά της σοβιετικής οικονομίας έγιναν αντιληπτά από την πολιτική ηγεσία της χώρας ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και αποτέλεσαν την αφορμή για την εκπόνηση μιας σειράς αλληλοδιάδοχων μέτρων και σχεδίων μεταρρύθμισης του οικονομικού συστήματος του ‘υπαρκτού σοσιαλισμού’. […] Η πρώτη σημαντική μεταρρύθμιση υιοθετήθηκε από το Κρουτσόφ […] ώστε να ξεπεραστούν οι τομεακές και κλαδικές ανισορροπίες του συστήματος. […] Η επόμενη μεταρρύθμι­ση, που θεωρείται και ως η περισσότερο ριζοσπαστική μέχρι την Περεστρόικα, υιοθετήθηκε το 1965»10. Ας δώσουμε τώρα το λόγο στον Γκορμπατσόφ: «Αν δεν υπήρχε η σταλινική ‘Θερμιδόρ’ στα μέσα της δεκαετίας του ’20, που εξαιτίας της προδόθηκαν και καταπατήθηκαν οι ιδέες της Μεγάλης Επανάστασης, πραγματικά λαϊκής και για το λαό, θα ήταν δυνατό να κατευθύνουμε τη χώρα στο δρό­μο της δημοκρατικής προόδου, της αναγέννησης και της οικονομικής ευημερίας. […] Θα ήταν καθαρή αυτοκτονία, αν και αυτή τη φορά -όπως στις δεκαετίες του ’50 και ‘60- διστάσουμε και σταματήσουμε στα μισά του δρόμου»11. Ο ΓΜ ξεσκεπάζεται μόνος του.

Να τι υποστηρίζουν οι κινέζοι κομμουνιστές και ο Μάο: «Από το γεγονός πως η Σοβιετική Ένωση ήταν η πρώτη χώρα την εποχή εκείνη που και η μοναδική που οικοδομούσε το σοσιαλισμό και δεν υ­πήρχε καμιά ξένη πείρα την οποία να επικαλεστεί, από το γεγονός επίσης πως ο Στάλιν απομακρύνθη­κε από τη μαρξιστική-λενινιστική διαλεκτική με την ερμηνεία που έδωσε στους νόμους της ταξικής πάλης στη σοσιαλιστική κοινωνία, διακήρυξε πρόωρα, μετά τη βασική πραγματοποίηση της κολεκτιβοποίησης της αγροτικής οικονομίας, πως στη Σοβιετική Ένωση ‘δεν υπάρχουν πια ανταγωνιστικές τάξεις’ και πως ‘αυτή (η σοβιετική κοινωνία) είναι απαλλαγμένη από ταξικές συγκρούσεις’. Τονίζο­ντας αποκλειστικά την ενότητα της σοσιαλιστικής κοινωνίας, παραμέλησε τις αντιθέσεις στους κόλ­πους της τελευταίας, δεν στηρίχθηκε στην εργατική τάξη και στις πλατιές μάζες στην πάλη εναντίον των καπιταλιστικών δυνάμεων και θεωρούσε πως η δυνατότητα της παλινόρθωσης του καπιταλισμού προερχόταν αποκλειστικά από την ένοπλη επίθεση του διεθνούς ιμπεριαλισμού. Αυτό αποτελούσε λά­θος, τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά. Ωστόσο, ο Στάλιν παραμένει ένα μεγάλος μαρξιστής-λενινιστής. Όταν καθοδηγούσε το κόμμα και το σοβιετικό κράτος, υπεράσπιζε σταθερά τη δικτατορία του προλεταριάτου και το σοσιαλιστικό προσανατολισμό, εφάρμοζε μια μαρξιστική-λενινιστική γραμ­μή και εξασφάλισε τη θριαμβευτική πορεία της Σοβιετικής Ένωσης στο δρόμο του σοσιαλισμού. Ο Χρουστσόφ, από τότε που άρπαξε την καθοδήγηση του κόμματος και του κράτους, εφάρμοσε μια σει­ρά από ρεβιζιονιστικά πολιτικά μέτρα, που ανέβασαν σημαντικά την ανάπτυξη των καπιταλιστικών δυνάμεων»12. Σε άλλο κείμενο υποστηρίζουν ότι «από τότε που ο Μαρξισμός έγινε κυρίαρχη ιδεολογία του εργατικού κινήματος, διεξήχθησαν μια σειρά αγώνες ανάμεσα στους Μαρξιστές από τη μια και στους ρεβιζιονιστές και οπορτουνιστές από την άλλη. Από τους αγώνες αυτούς δύο συζητήσεις είχαν τη μεγαλύτερη ιστορική σημασία. Και τώρα μια τρίτη έχει αρχίσει [ενάντια στο σύγχρονο ρεβιζιονισμό]. Η πρώτη ήταν η μεγάλη συζήτηση του Λένιν με τους Κάουτσκι, Μπέρνσταϊν και τους άλλους ρεβιζιονιστές και οπορτουνιστές της Β’ Διεθνούς. […] Η δεύτερη μεγάλη συζήτηση διεξήχθη από τους κομμουνιστές της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων χωρών με επικεφαλής το Στάλιν εναντίον των Τρότσκι, Μπουχάριν και άλλων ‘αριστερών’ τυχοδιωκτών και δεξιών οπορτουνιστών»13.

Όπως βλέπουμε, η διαφορά της κριτικής του ΚΚΚ με την κριτική του ΓΜ δεν είναι ποσοτική, δεν πρόκειται δηλ. για το ότι ο ΓΜ τα λέει πιο «τσουβαλάτα» από το Μάο, αλλά ότι οι δύο κριτικές γίνο­νται από αντίθετες κατευθύνσεις. Το ΚΚΚ κριτικάρει τα λάθη του Στάλιν «στην πάλη εναντίον των καπιταλιστικών δυνάμεων», ενώ αντίθετα καταγγέλλει το Χρουστσόφ ότι «ανέβασε σημαντικά την ανάπτυξη των καπιταλιστικών δυνάμεων». Ο ΓΜ αντίστροφα, χρεώνει στο Στάλιν τον «κρατικό καπι­ταλισμό» ενώ στο Χρουστσόφ μια… μεταρρύθμιση «ώστε να ξεπεραστούν οι τομεακές και κλαδικές ανισορροπίες του συστήματος». Επικαλείται το Μάο ασκώντας ο ίδιος κριτική από το έδαφος της α­στικής ή ρεβιζιονιστικής «σοβιετομαρξιστικής» σκέψης της οποίας, υποτίθεται, είναι πολέμιος. Παρά την «αυστηρότητα», δεν βλέπει παρά δευτερεύουσες διαφορές προσέγγισης εκεί που υπάρχουν αντίθε­τες ιδεολογικές αφετηρίες κριτικής. «Την άποψη ότι τα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης δεν ήταν σοσιαλιστικά, αλλά ότι στις χώρες αυτές είχε παλινορθωθεί ο καπιταλισμός υποστήριξαν στο παρελ­θόν το ΚΚ Κίνας, το ΚΚ Αλβανίας, […] αρκετοί μαρξιστές θεωρητικοί, μεταξύ των οποίων και ο Ch. Bettelheim», αλλά «την άποψη αυτή (η υπογ. δική μας) διατύπωσε για πρώτη φορά με θεωρητικό τρόπο ο Tony Cliff το 1948»!!! Τι κι αν ο Κλιφ τα έγραφε αυτά το 1948 ενάντια στο «σταλινισμό» και το ΚΚΚ στη δεκαετία του ‘60 ενάντια στην «αποσταλινοποίηση»… Για όσους δεν γνωρίζουν, ο Τόνι Κλιφ είναι θεωρητικός του βρετανικού Socialist Workers’ Party, και αντίστοιχα της εδώ ΟΣΕ (ΣΕΚ) κλπ. Από δω και ο όρος κρατικός καπιταλισμός. Η τροτσκοειδής απόρριψη του κομμουνιστικού κινή­ματος πλάι-πλάι με την κομμουνιστική αυτοκριτική του κινήματος από το Μάο, επειδή και οι δύο «υ­ποστήριξαν την άποψη ότι τα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης δεν ήταν σοσιαλιστικά», ή η θεω­ρητική χοντροκοπιά του ΓΜ σε όλο της το μεγαλείο: ο μπάτσος είναι όργανο, το μπουζούκι είναι όρ­γανο, άρα ο μπάτσος είναι μπουζούκι…

Οι «Ο» θέλουν να πατάνε ταυτόχρονα σε δυο βάρκες. Να παρουσιάζουν το «υπαρκτό σοσιαλισμό» και «μαρξισμό» των ρεβιζιονιστών σαν τέτοιους από το 1930, άρα να εξαφανίζουν την ανατροπή του ‘56 και τον αντιρεβιζιονιστικό αγώνα, και ταυτόχρονα να οικειοποιούνται την Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση, το Μάο και την αριστερά του ΚΚΚ των δεκαετιών ‘60-‘70. Για να γίνει αυ­τό πρέπει να αποσυνδέσουν ταχυδακτυλουργικά το μ-λ κίνημα (δηλ. το κίνημα ενάντια στη ρεβιζιονι-στική στροφή) από το… Μάο και την αριστερά του ΚΚΚ, και τελικά τη ΜΠΠΕ. Αν δεν το κάνουν και συνδεθεί η ΜΠΠΕ με το αντιρεβιζιονιστικό «φιλοσταλινικό» κίνημα, καταρρέει μεμιάς όλη η κατα­σκευή του σοβιετικού μαρξισμού. Έτσι πχ οι «κινεζόφιλες ομάδες», δηλ. οι «μαοϊκοί», πρέπει να πα­ρουσιάζονται από το ΓΜ «στην πλειοψηφία τους» ως αντίθετοι μεν στη «μετασταλινική εκδοχή σοβιε­τικού μαρξισμού» αλλά πάντως σοβιετομαρξιστές, ενώ ο Μάο ως μη-σοβιετομαρξιστής. Ο Γ. Οικονομάκης, εμφανώς ανυποψίαστος, ειρωνεύεται την Α/συνεχεια «ως προς την κινέζικη Πολιτιστική Επα­νάσταση που κατά κόρον επικαλούνται στα πλαίσια του ιστορικού φιλοσταλινικού αντιρεβιζιονισμού» ενώ «το επαναστατικό της μήνυμα βρίσκεται ακριβώς σε ρήξη με το μαρξισμό του οποίου είναι φο­ρείς», επιδεικνύοντας απίστευτη άγνοια για το ότι ο ίδιος ο ηγέτης της ΜΠΠΕ ήταν… κατά τύχη η ψυ­χή αυτού που ονομάζει «ιστορικό φιλοσταλινικό αντιρεβιζιονισμό», δηλ. του ιστορικού μ-λ κινήματος. Εντελώς αυθαίρετα διαχωρίζουν την ΜΠΠΕ από το τριτοδιεθνιστικό κομμουνιστικό και αργότερα μ-λ

κίνημα, λες και το ΚΚΚ ξεπήδησε από το πουθενά, λες και η ΜΠΠΕ δεν είχε καμιά σχέση με την α­ντιπαράθεση ρεβιζιονισμού-αντιρεβιζιονισμού (μια «ρηχή προσέγγιση» όπως λέει και ο Γ. Οικονομάκης). Και επειδή ο ΓΜ συνειδητοποιεί πως πράγματι δεν μπορεί το ΚΚΚ να ξεπήδησε από το πουθενά, επισημαίνει κάπου ξεκάρφωτα ότι «η μόνη κατά τη γνώμη μου περίπτωση που ο ‘σοβιετικός μαρξισμός’ δεν κατάφερε να σταθεροποιήσει την κυριαρχία του, τουλάχιστον κατά την εποχή που μας εν­διαφέρει εδώ [30-60] είναι το κομμουνιστικό κίνημα της Κίνας»… και καθάρισε! Τι λες βρε παιδί μου… Οποία θεωρητική αυστηρότης! (και τι κομψότητα: όχι «δεν κυριάρχησε» αλλά «δεν κατάφερε να σταθεροποιήσει την κυριαρχία του»: η υπέρτατη αυστηρότητα της γλώσσας στην υπηρεσία της ά­πειρης θολούρας του περιεχομένου). Αν έμπαινε και στον κόπο να μας εξηγήσει ο ΓΜ σε τι ακριβώς δεν σταθεροποιήθηκε μετά το ’30 ο σοβιετικός μαρξισμός στο ΚΚΚ, δηλ. ποιες ήταν συγκεκριμένα οι διαφορές στην «τριάδα»… Όλα αυτά δεν αποτελούν σοβαρή ανάλυση, είναι φτηνές κομπίνες για αδα­είς. [Η άποψη μας δεν είναι ότι το μ-λ κίνημα ήταν ενιαίο, ότι δεν υπήρχαν -όπως άλλωστε και μέσα στο ΚΚΚ- διαφορετικές γραμμές, ότι δεν υπήρχαν και πολλές καρικατούρες, κυρίως στην Ευρώπη, ανάμεσα σε όσα ξεπήδησαν μετά το ‘60 χωρίς ιθαγένεια με το ιστορικό κομμουνιστικό κίνημα. Απ’ το σημείο αυτό ως την αποσύνδεση του Μάο από το μ-λ κίνημα μεσολαβεί μια φτηνή κομπίνα]

Ο ΓΜ συνδυάζει ολίγη κριτική Μπουχάριν με ολίγη Τρότσκι κι ας ήταν από αντίθετες πλευρές, κι ύστερα προσθέτει και ολίγη Μάο κι ας ήταν αντίθετη και στου Μπουχάριν και στου Τρότσκι, και ολί­γον Αλτουσέρ, και χύμα Μπετελέμ της «λενινιστικής» και μαζί της αντι-λενινιστικής περιόδου, και ολίγον Τόνι Κλιφ γιατί «με τη θέση για το μη σοσιαλιστικό χαρακτήρα των ανατολικών καθεστώτων συμφωνούμε απόλυτα»: όλα μέσα κι ό,τι βγει, αρκεί το μίγμα να είναι αταλάντευτα αντισταλινικό, αντιτριτοδιεθνιστικό. Παρά την αρειμάνια αντι-«τριαδική» κριτική, ο πραγματικό στόχος του ΓΜ δεν είναι η τριάδα όπως διατείνεται: αυτή είναι απλώς η ανεπιτυχής απόπειρα να περιβληθεί με θεωρητικό κύρος ένας συμπλεγματικός αντι-τριτοδιεθνισμός, αντισταλινισμός. Πολλοί που διαχωρίζονται από τον «τριτοδιεθνισμό», αν και γνήσιοι εκφραστές της τριάδας ή πλευρών της, αντιμετωπίζονται από το ΓΜ με «κατανόηση». Στην πράξη η άποψη του ανήκει σε μια γκάμα από ριζοσπαστικές, μαρξίζουσες, τρο-τσκίζουσες κλπ απόψεις της οκάς, που με ένα μεταφυσικό τρόπο βλέπουν τα μετά το ’56 σαν συνέχεια του «σταλινισμού», τα πριν το ‘28 σαν γενέτειρα του «σταλινισμού», και κάθε προ-Στάλιν ή αντιτριτοδιεθνιστική άποψη σαν λίγο ή πολύ «καλοπροαίρετα» μαρξιστική, λαθεμένη ίσως, ίσως και εντε­λώς λαθεμένη, αλλά «καλοπροαίρετα» λαθεμένη αφού δεν είναι «σταλινική» κ.ο.κ.

Οι αλχημείες αυτές μόνο αυστηρή θεωρητικά προσέγγιση δεν είναι, και δεν είναι και τίμια. θα μπορούσαμε ίσως να χρησιμοποιούμε τον όρο σοβιετικός μαρξισμός για να διακρίνουμε το σοβιετικό ρεβιζιονισμό. θα μπορούσαμε αντίθετα να τον χρησιμοποιούμε για να διακρίνουμε την ανάπτυξη του λενινισμού από την ΚΔ, τις όποιες καθυστερήσεις, στρεβλώσεις και απλουστεύσεις που επέτρεψαν λί­γο ή πολύ τη ρεβιζιονιστική ανατροπή. Να χρησιμοποιούμε το σοβιετικό μαρξισμό για να «διακρίνου­με» τον αχταρμά του λενινισμού της ΚΔ και του ρεβιζιονισμού μαζί, από έναν άλλο αχταρμά όλων των άλλων, επαναστατικών και δεξιότατων ρευμάτων μαζί, γίνεται μια ψευτο-έννοια για τα σκουπίδια, μια έννοια που μπορεί να υπηρετεί μονάχα την αστική και «ριζοσπαστική» αντικομμουνιστική σκέψη (αυτά είναι τα σκουπίδια) κι όχι τον επαναστατικό μαρξισμό.

Αν παραμένουμε στο έδαφος του λενινισμού, δεν υπάρχει καλύτερη υπεράσπιση του «σοβιετικού μαρξισμού» της ΚΔ και του Στάλιν από το αντικειμενικό γεγονός ότι, όσοι αμφισβήτησαν «συνολικά» το έργο τους, δηλ. την κύρια πλευρά, αμφισβητούσαν ήδη ή κατέληξαν σχεδόν όλοι τους στην αμφι­σβήτηση του ίδιου του Λένιν αν όχι και του μαρξισμού συνολικά. Για όποιον θέλει να σκέφτεται, αυτό από μόνο του λέει πολλά. Απ’ την άλλη δεν σημαίνει, εννοείται, ότι όποιος δεν αμφισβητεί είναι αυ­τόματα λενινιστής, ή ότι δεν υπάρχουν σοβαρότατα ζητήματα κριτικής, κ.ο.κ.

[Κάποιο άλλο πρωτοκλασάτο στέλεχος της ριζοσπαστικής αριστεράς, σε εκδήλωση για τα 80χρονα της οχτωβριανής επανάστασης, είχε πει πως οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε ΕΣΣΔ, Κίνα, Αλβανία κλπ στη δεκαετία του 60 κλπ ήταν όλο κι όλο αντιπαραθέσεις σοσιαλισμών-σε-μια-μόνο-χώρα, αποτέλεσμα της «γνωστής» «σταλινικής» αντίληψης. Κάπως έτσι αντιλαμβάνονται κάποιοι την αυτοκριτική για το φιλοσοβιετικό παρελθόν τους. Κάπως έτσι νομίζουν ότι λύνεται το πρόβλημα… no problem. Άγρια ανα­τρεπτική σκέψη ή η αβάσταχτη ελαφρότητα της «επαναθεμελίωσης», «επανίδρυσης» κλπ. Γιατί με τέ­τοια φληναφήματα αναζητούν την «επαναστατική επαναθεμελίωση του μαρξισμού, της στρατηγικής και τακτικής του κομμουνιστικού κινήματος», της «θεωρίας και πρακτικής του σοσιαλισμού του 19ου και 20ου αιώνα» και άλλα τέτοια σεμνά]

2. Περί «οικονοµισµού» και «καταστροφισµού»

«Ο οικονομισμός αντιλαμβάνεται την κοινωνική εξέλιξη ως το αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, ανάπτυξη η οποία (υποτίθεται ότι) έρχεται σε σύγκρουση με τις παραγωγικές σχέσεις και καθιστά έτσι αναπόφευκτο το μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων. Στα πλαίσια αυτής της αντίληψης υποτίθεται ότι οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής αποτελούν τροχοπέδη για τις παραγωγικές δυνάμεις, ότι ο καπιταλισμός επομένως βρίσκεται στη φάση της παρακμιακής του στασι­μότητας»14. Αυτά ισχυρίζεται ο ΓΜ.

«Οι άνθρωποι, στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους, έρχονται σε σχέσεις καθορισμένες, ανα­γκαίες, ανεξάρτητες από τη θέληση τους, σε σχέσεις παραγωγικές που αντιστοιχούνε σε μια ορισμένη βαθμίδα όπου έχει φτάσει η ανάπτυξη των υλικών παραγωγικών δυνάμεων. [] Όταν φτάσει σένα ορισμένο βαθμό η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας, αυτές οι δυνάμεις έρχονται σε αντίφαση με τις παραγωγικές σχέσεις που υπάρχουν ή, για να χρησιμοποιήσουμε τη νομική γλώσ­σα, με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, που μέσα σ’ αυτές είχαν ως τα τότε κινηθεί. Αυτές οι σχέσεις από μορ­φές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων γίνονται τώρα φραγμοί τους. Τότε αρχίζει μια εποχή κοι­νωνικής επανάστασης»15. Αυτά γράφει ο Μαρξ.

«Ο σοβιετικός μαρξισμός στηρίχτηκε μετά το θάνατο του Λένιν, κατά την εποχή του σταλινισμού, σε μια σειρά θεωρητικές αντιλήψεις που σχηματικά θα ονομάσουμε καταστροφισμό, οι οποίες υποστη­ρίζουν ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται σε μια φάση επιθανάτιας παρακμής, “σαπίσματος” και αποσύν­θεσης». Αυτά ισχυρίζεται ο ΓΜ.

«Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα ιδιόμορφο ιστορικό στάδιο του καπιταλισμού. Η ιδιομορφία του αυτή είναι τριπλή: ο ιμπεριαλισμός είναι 1) μονοπωλιακός καπιταλισμός 2) παρασιτικός καπιταλισμός 3) καπιταλισμός που πεθαίνει»16. «Το καπιταλιστικό μονοπώλιο γεννάει αναπόφευκτα την τάση προς το σάπισμα, προς τη στασιμότητα. [] Τα μονοπώλια, η ολιγαρχία, η τάση προς την κυριαρχία στη θέση των τάσεων προς την ελευθερία, η εκμετάλλευση ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού εθνών από μια μι­κρή χούφτα πλουσιότατα ή ισχυρότατα έθνη, όλα αυτά [] μας αναγκάζουν να τον χαρακτηρίσουμε σαν παρασιτικό καπιταλισμό ή καπιταλισμό που σαπίζει. [] Θα ήταν λάθος να νομίζει κανείς ότι αυ­τή η τάση προς το σάπισμα αποκλείει τη γρήγορη ανάπτυξη του καπιταλισμού. [] Σαν σύνολο ο κα­πιταλισμός αναπτύσσεται ασύγκριτα πιο γρήγορα από προηγούμενα, αυτή όμως η ανάπτυξη γίνεται όχι μόνο πιο ανισόμετρη, αλλά η ανισομετρία εκδηλώνεται επίσης στο σάπισμα ειδικά των χωρών που εί­ναι πιο ισχυρές σε κεφάλαια. [] Γίνεται ολοφάνερο ότι έχουμε μπροστά μας μια κοινωνικοποίηση της παραγωγής [] ότι οι σχέσεις της ατομικής οικονομίας και της ατομικής ιδιοκτησίας αποτελούν ένα περίβλημα, που δεν ανταποκρίνεται πια στο περιεχόμενο, περίβλημα που αναπόφευκτα δεν μπορεί παρά να σαπίσει αν αναβληθεί τεχνητά ο παραμερισμός του, περίβλημα που μπορεί να παραμένει σε κατάσταση αποσύνθεσης ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, που αναπόφευκτα όμως θα παραμε­ριστεί»17. Αυτά γράφει ο Λένιν.

«Οι θέσεις που αντιλαμβάνονται τον ιμπεριαλισμό ως τον ‘καπιταλισμό που σαπίζει’ ή τον καπιτα­λισμό ‘στη φάση της επιθανάτιας αγωνίας του’ έχουν ελάχιστη σχέση τόσο με τη μαρξιστική θεωρία όσο και με την εμπειρική πραγματικότητα»18. Αυτά ισχυρίζεται ο ΓΜ.

«Μετά το Λένιν γνωρίζουμε ακόμα, ότι η αναπαραγωγή του καπιταλισμού πήρε, απ’ τα τέλη του 19ου αιώνα, την ιμπεριαλιστική της μορφή: [] δημιουργία του χρηματιστικού κεφαλαίου και άμεση υπερεκμετάλλευση του ‘υπόλοιπου κόσμου’ με αποικιακή μορφή, που προξένησε τους αποικιακούς πολέμους, αργότερα τους διιμπεριαλιστικούς, οι οποίοι και φανέρωσαν, σ’ όλο τον κόσμο, με τρόπο κατάδηλο, πως ο ιμπεριαλισμός μπήκε πια στο στάδιο της επιθανάτιας αγωνίας του»19. Αυτά γράφει ο Αλτουσέρ.

Ο τελευταίος αναφερόμενος σε ένα παράδειγμα του Λένιν, έλεγε πως για να επαναφέρει κανείς ένα λυγισμένο ραβδί πρέπει να το λυγίσει πρώτα ανάποδα, μα κατ’ αυτό τον τρόπο «διατρέχει πάντα τον κίνδυνο να μη βρει το σωστό μέτρο: είτε λυγίζοντας το ραβδί πολύ, είτε λυγίζοντας το πολύ λίγο, δια­κινδυνεύουμε πάντα να πέσουμε έξω»20. Η αναφορά αυτή είχε το χαρακτήρα αυτοκριτικής για υπερ­βολικό «αντι-λύγισμα» στην αντιπαράθεση με δεξιές αντιλήψεις της εποχής, αυτοκριτικής για λάθη που ορισμένα είχε αναγνωρίσει κι ο ίδιος στα Στοιχεία αυτοκριτικής. Οι εγχώριοι «αλτουσερικοί» των «Θ» δεν έχουν πάρει στα σοβαρά την αυτοκριτική του. Καταλήγουν φανατικότεροι του Αλτουσέρ, λυγίζουν το ραβδί περισσότερο στις πλευρές ίσα-ίσα εκείνες της άποψης του που ο ίδιος προειδοποιούσε για τον κίνδυνο να οδηγήσουν -στην πραγματικότητα οδηγούσαν ήδη- σε ένα «μαρξιστικό» θετικισμό, θεωρητικισμό.

Δεν είναι μόνο ότι οι απόψεις των «Θ» είναι λαθεμένες. Είναι ότι δεν έχουν την τιμιότητα να παρα­δεχτούν ότι έρχονται σε προφανή αντίθεση με τους Μαρξ και Λένιν (δικαίωμα τους θα ήταν). Αντί γι’ αυτό κατηγορούν άλλους για «σοβιετικό μαρξισμό» και «εκλεκτικίστικη ανάγνωση» των Μαρξ και Λένιν, αποδίδουν αυτούσιες απόψεις τους σε σταλινική τάχα διαστρέβλωση. Απ’ την άλλη, ταυτίζουν τη ρεβιζιονιστική θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων με τις απόψεις του Στάλιν, διαστρέφουν το Μάο σαν υπερασπιστή τάχα των απόψεων του ΓΜ.

Επί της ουσίας. Είναι άποψη των Μαρξ-Ένγκελς, Λένιν, Μάο ότι οι καπιταλιστικές σχέσεις παρα­γωγής έχουν γίνει φραγμός στην ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων, ναι ή όχι; Η άπο­ψη αυτή βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με την άρνηση του ΓΜ ότι «οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγω­γής αποτελούν τροχοπέδη για τις παραγωγικές δυνάμεις»; Είναι άποψη των Λένιν, Μάο ότι ο ιμπερια­λισμός ως ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού είναι ο καπιταλισμός που πεθαίνει, ότι είναι η παραμονή της κοινωνικής επανάστασης, ότι είναι ακριβώς ο παρασιτισμός και το σάπισμα του καπιταλισμού που χαρακτηρίζουν τον ιμπεριαλισμό, ναι ή όχι; Η άποψη αυτή βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με την άρνη­ση του ΓΜ ότι «ο καπιταλισμός βρίσκεται σε μια φάση επιθανάτιας παρακμής, ‘σαπίσματος’ και απο­σύνθεσης»;

Το χομπσιανό «παραστράτημα» του Λένιν και το σάπισμα του καπιταλισμού

Ας ξεκινήσουμε από το ‘σάπισμα’. Τι αντιπαραθέτει ο ΓΜ; Ότι ο Λένιν υιοθέτησε τα περί σαπί­σματος επηρεασμένος από το Ηobson. «Επηρεασμένος από τον Hobson, θα θεωρήσει ανεπαρκή την ανάλυση του Hilferding για την παρακμή του καπιταλισμού την εποχή του ιμπεριαλισμού. […] Στον Ιμπεριαλισμό μάλιστα ο Λένιν θα γράψει: ‘Μια από τις ελλείψεις του μαρξιστή Hilferding είναι έκανε εδώ ένα βήμα προς τα πίσω σε σύγκριση με το μη μαρξιστή Hοbson. Μιλάμε για τον παρασιτισμό που προσιδιάζει στον ιμπεριαλισμό’»21. Και καταλήγει ο ΓΜ: «Γίνεται νομίζω προφανές ότι οι διατυπώσεις του Λένιν σχετικά με το ‘σάπισμα’ του καπιταλισμού δεν αποσκοπούσαν κατά κανένα τρόπο στη θεω­ρητική πληρότητα αλλά πολύ περισσότερο στο να ενισχύσουν τις πολιτικές θέσεις των κομμουνιστών, με μέσο μια ‘τακτική συμμαχία’ στο ιδεολογικό επίπεδο με κάποιες εκλαϊκευτικές ριζοσπαστικές α­στικές απόψεις (Hοbson)». Πώς έγινε «προφανές» αυτό; Από το γεγονός ότι «τελικά, οι απόψεις για τη διατήρηση του ελεύθερου συναγωνισμού και τη συνέχιση της τεχνικής και οικονομικής ανάπτυξης θα υπερισχύσουν στον Ιμπεριαλισμό σε σχέση με τις απόψεις για το ‘σάπισμα’ και τη στασιμότητα του καπιταλισμού: ‘Θα ήταν λάθος να νομίζει κανείς ότι αυτή η τάση προς το σάπισμα αποκλείει τη γρή­γορη ανάπτυξη του καπιταλισμού. Όχι, διάφοροι κλάδοι της βιομηχανίας, διάφορα στρώματα της α­στικής τάξης, διάφορες χώρες εκδηλώνουν στην εποχή του ιμπεριαλισμού πότε τη μια και πότε την άλλη απ’ αυτές τις τάσεις. Σαν σύνολο ο καπιταλισμός αναπτύσσεται ασύγκριτα πιο γρήγορα από πριν. Ας συνοψίσουμε: Η μπροσούρα του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό καταφεύγει σε μια αναμφίβολα αντι­φατική επιχειρηματολογία. Από τη μια ο ιμπεριαλισμός παρουσιάζεται ως Ό καπιταλισμός που σαπίζει’, θέση που θα αποτελέσει έκτοτε το μότο του σοβιετικού μαρξισμού. Από την άλλη υποστηρίζεται ότι την εποχή του ιμπεριαλισμού ο καπιταλισμός ‘αναπτύσσεται ασύγκριτα πιο γρήγορα από πριν’».

Τι παραλείπει ο ΓΜ; Πού βρίσκεται η λαθροχειρία; Στο… υπόλοιπο της φράσης του Λένιν! «Σαν σύνολο ο καπιταλισμός αναπτύσσεται ασύγκριτα πιο γρήγορα από πριν [εδώ ο ΓΜ έβαλε μια ανύπαρ­κτη στο πρωτότυπο τελεία] αυτή όμως η ανάπτυξη γίνεται όχι μόνο πιο ανισόμετρη, αλλά η ανισομετρία εκδηλώνεται επίσης στο σάπισμα ειδικά των χωρών που είναι πιο ισχυρές σε κεφάλαια»22. Τι ση­μαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ο Λένιν είχε αναμφίβολα πλήρη συνείδηση αυτής της «αναμφίβολα αντιφα­τικής επιχειρηματολογίας», που δεν είναι παρά διαλεχτική αντίφαση. Μπορούμε να κατανοήσουμε την αδυναμία της αντιδιαλεχτικής, στρουκτουραλιστικής και χωρίς «κίνηση» σκέψης των επιγόνων του Αλτουσέρ. Δεν μπορούμε όμως να κατανοήσουμε λαθροχειρίες όπως την παραπάνω…

Ο ΓΜ επιμένει: «Το ότι η δεύτερη θέση (ο καπιταλισμός ‘αναπτύσσεται ασύγκριτα πιο γρήγορα από πριν’) αποτελεί όμως τον ισχυρό πόλο της επιχειρηματολογίας του Λένιν […] συνάγεται πολύ πε­ρισσότερο από το γεγονός ότι στα κατοπινά του κείμενα ο Λένιν είχε αρκετές φορές την ευκαιρία να ανασκευάσει τη δογματική προσκόλληση άλλων στελεχών του μπολσεβίκικου κόμματος στις χομπσιανές θέσεις για τον παρασιτισμό και το σάπισμα του καπιταλισμού». Αν και διαθέτουμε τα Άπα­ντα του Λένιν δεν έχουμε υπόψη μας αυτά τα «κατοπινά κείμενα» ούτε τις «αρκετές φορές» που ο Λέ­νιν «ανασκευάζει… κλπ». Θα βοηθούσε πολύ η συγκεκριμένη υπόδειξη του ΓΜ ποιανών στελεχών

ποια ακριβώς δογματική προσκόλληση σε ποια κατοπινά κείμενα την ανασκευάζει και μάλιστα αρκε­τές φορές, εκτός κι αν ο ΓΜ έχει στην κατοχή του ανέκδοτα κείμενα… Μην περιμένετε απάντηση, δεν υπάρχουν τέτοια «κατοπινά κείμενα»! Υπάρχει μονάχα η ανεντιμότητα και αυθαιρεσία του ΓΜ σά­μπως να απευθύνεται μονάχα σε άσχετους… Από τις «αρκετές φορές» και τα «κατοπινά κείμενα» ο ΓΜ βρήκε μονάχα ένα δήθεν «παράδειγμα» (γιατί δεν υπήρχε να βρει άλλο), την κριτική του Λένιν στο Μπουχάριν στο 8° Συνέδριο, μόνο που η κριτική αυτή… δεν αφορά το σάπισμα, δεν αφορά κάποια «χομπσιανή» άποψη του Μπουχάριν, κι αυτό ο ΓΜ το γνωρίζει πολύ καλά. Οι απόψεις του Μπουχάριν περί «καθαρού ιμπεριαλισμού», απόψεις που ξεχώριζαν τότε με αντιδιαλεχτικό τρόπο τον καπιταλισμό από τον ιμπεριαλισμό σαν δυο ολότελα ξεχωριστά πράγματα, αποτέλεσαν το πρόπλασμα μεταγενέστε­ρων απόψεων του για τον «κρατικό καπιταλισμό» στη Δύση που πλέον μπορούσε τάχα σε εθνικό επί­πεδο να αποφεύγει τις αντινομίες και την καπιταλιστική αναρχία με την οργάνωση. Αυτές οι απόψεις είναι πιο κοντά στον αντι-«καταστροφισμό» του ΓΜ παρά στον «καταστροφισμό» του Λένιν! Ο ΓΜ παρουσιάζει την κριτική αυτή σαν απόδειξη κάποιας μεταστροφής τάχα του Λένιν, σαν αυτοκριτική για το σάπισμα, αλλά η ίδια ακριβώς συζήτηση ενάντια στη φιλολογία περί «καθαρού ιμπεριαλισμού» έχει ξεκινήσει από το Λένιν πριν καν εκδοθεί η μπροσούρα για τον Ιμπεριαλισμό, κι αυτό επίσης το γνωρίζει πολύ καλά ο ΓΜ… Μήπως έχουμε κι εδώ μια ακόμα λαθροχειρία του ΓΜ;

Αν κάτι απαντά ο Λένιν στο Μπουχάριν στο 8° Συνέδριο για το θέμα που εδώ μας ενδιαφέρει, αυτό είναι ίσα-ίσα ότι ο ιμπεριαλισμός όχι μόνο δεν απαλλάσσεται από τις αντινομίες του καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού αλλά αυτές εντείνονται. Μάλιστα, λίγες αράδες παρακάτω, απαντώντας στο Μπουχάριν, λέει: «Στις αρχές του πολέμου οι σοσιαλπροδότες και οι οπορτουνιστές καυχησιολογούσαν για τη ζωτικότητα του καπιταλισμού και κορόιδευαν τους ‘φανατικούς ή τους μισοαναρχικούς’, όπως μας αποκαλούσαν. […] Και τώρα όχι μόνο στη Ρωσία […] αλλά και στις χώρες-νικήτριες αρχίζει ακριβώς μια τεράστια καταστροφή του σύγχρονου καπιταλισμού, που παραμερίζει εντελώς […] τον τεχνικό μηχανισμό και ξαναγεννά τον παλιό καπιταλισμό» (η υπογ. δική μας).

Το τελευταίο και φοβερό επιχείρημα του ΓΜ είναι ότι το Μάρτη 1919 στο ίδιο αυτό «8° Συνέδριο του ΚΚΡ (μπ.) και στη διαμόρφωση του οποίου ήταν καθοριστική η παρέμβαση του Λένιν, δεν θα βρούμε ούτε μια νύξη για το ‘σάπισμα’ του καπιταλισμού». Καταρχήν, «νύξη» όπως είδαμε υπάρχει. Και υπάρχουν και άλλες «νύξεις». Πχ, «η υπερπαραγωγή που εκδηλώνεται σε περισσότερο ή λιγότερο βαθιές κρίσεις, και τις οποίες ακολουθούν μεγαλύτερης ή μικρότερης διάρκειας περίοδοι βιομηχανικής στασιμότητας, αποτελεί την αναπόφευκτη συνέπεια της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στην αστική κοινωνία. Οι κρίσεις και οι περίοδοι βιομηχανικής στασιμότητας, με τη σειρά τους, κατα­στρέφουν ακόμη πιο πολύ τους μικρούς παραγωγούς… κλπ» (οι υπογ. δικές μας). Αλλά ας υποθέσου­με ότι δεν υπήρχαν «νύξεις» στο 8° Συνέδριο. Τι θα σήμαινε αυτό; Πρέπει στο πρόγραμμα ενός κόμ­ματος να εκτίθεται και όλη η ιδεολογική ανάλυση που το στηρίζει, αλλιώς το κόμμα απαρνείται την ιδεολογική του ανάλυση; Αν υποδείξουμε δηλ. στο ΓΜ κάποιο από τα «σταλινικά» συνέδρια όπου δεν γίνεται τέτοια «νύξη», θα βγάλει μήπως το συμπέρασμα ότι οι «σταλινικοί» είχαν εγκαταλείψει τον «καταστροφισμό»;

Παρά τη «θεωρητική αυστηρότητα», ο ΓΜ αδιαφορεί παντελώς για το ποια πραγματικά ήταν η α­ντίληψη του Λένιν, τον ενδιαφέρει μονάχα να «πείθει» όπως-όπως τον αναγνώστη, ακόμη κι αν πρέπει να πλάθει σενάρια. Εδώ το σενάριο είναι ότι το «σάπισμα» ήταν ένας πρόσκαιρος και επιφανειακός επηρεασμός του Λένιν από το Χόμπσον, και το στηρίζει πάνω στο φτηνό στοίχημα ότι δεν υπάρχει τά­χα παρόμοια τοποθέτηση του Λένιν σε κείμενο μεταγενέστερο από τον Ιμπεριαλισμό. Αυτό του αρκεί για να αποφανθεί ότι ο Λένιν άλλαξε άποψη! Αλλά έτσι σκάβει το λάκκο του… Λίγους μήνες μετά το 8° Συνέδριο, στο προσχέδιο της μπροσούρας Για τη διχτατορία του προλεταριάτου, ο Λένιν σημειώνει: «Ιμπεριαλισμός = εκτράχυνση του καπιταλισμού, σάπισμα του, στρατιωτική εξουσία πάνω στους κα­θυστερημένους. (Cf. Hobson και το δικό μου Ιμπεριαλισμό’)». Ο ΓΜ μπορούσε να το δει αυτό με μια απλή ματιά στο ευρετήριο των Απάντων του Λένιν.

Υπάρχει ωστόσο κάτι τελειωτικά αποστομωτικό για τα φληναφήματα του ΓΜ, μια «λεπτομέρεια» που του διέφυγε, κάτι που δεν μπορούσε να δει στο ευρετήριο των Απάντων… Το απόσπασμα που α­ναφέρει ο ΓΜ και εκθέσαμε λίγο παραπάνω, στο οποίο ο Λένιν κριτικάρει το Χίλφερντινγκ ότι έκανε «ένα βήμα προς τα πίσω» από το Χόμπσον υποτιμώντας τον παρασιτισμό, είναι από την μπροσούρα του Ιμπεριαλισμού, όπου ο Λένιν παραμένει ακόμα «επηρεασμένος» από το Χόμπσον. Υποτίθεται δηλ. ότι ακολούθησαν τα «κατοπινά κείμενα», οι «αρκετές φορές» που ο Λένιν «ανασκευάζει τη δογματική προσκόλληση στις χομπσιανές θέσεις», ακολούθησε το 8° Συνέδριο όπου «δεν θα βρούμε ούτε μια νύ­ξη για το σάπισμα» και όπου εκτίθεται η «αποκαλυπτική» κριτική στο Μπουχάριν κ.ο.κ. που αποδεί­χνουν τάχα το δίχως άλλο ότι ο Λένιν αυτοδιορθώθηκε. Ωστόσο, το παραπάνω απόσπασμα ενάντια στο Χίλφερντινγκ και υπέρ του Χόμπσον, επαναλαμβάνεται επαυξημένο από το Λένιν στον πρόλογο της μπροσούρας στη γερμανική και γαλλική έκδοση. Ο ΓΜ προτίμησε να παραθέσει την «ήπια» εκδο­χή μέσα από την κυρίως μπροσούρα. Δικαίωμα του. Του διέφυγε όμως η «λεπτομέρεια» ότι ο πρόλο­γος δεν γράφτηκε το 1916 μαζί με τη μπροσούρα αλλά το 1920, δηλ. 4 χρόνια μετά τον Ιμπεριαλισμό

και ένα χρόνο μετά το 8° Συνέδριο! Δημοσιεύτηκε μάλιστα το 1921 και στο περιοδικό της ΚΔ. Το όλο απόσπασμα έχει ως εξής: «Είναι ανάγκη να πούμε μερικά λόγια για το 8° κεφάλαιο: Ό παρασιτισμός και το σάπισμα του καπιταλισμού’. Όπως έχει τονιστεί στο κείμενο του βιβλίου, ο Χίλφερντινγκ […] έκανε στο ζήτημα αυτό ένα βήμα προς τα πίσω σε σύγκριση με τον άγγλο Χόμπσον, τον ανοιχτό πασι­φιστή και ρεφορμιστή. Τώρα έχει πια εκδηλωθεί ξεκάθαρα η διάσπαση όλου του εργατικού κινήματος σε διεθνή κλίμακα. […] Ποια είναι η οικονομική βάση αυτού του φαινομένου; Είναι ακριβώς ο παρασιτισμός και το σάπισμα του καπιταλισμού που χαρακτηρίζουν το ανώτατο ιστορικό του στάδιο, δηλ. τον ιμπεριαλισμό. Όπως αποδείχνεται σε τούτο το βιβλιαράκι, ο καπιταλισμός έχει ξε­χωρίσει τώρα μια χούφτα πολύ πλούσια και ισχυρά κράτη που ληστεύουν όλο τον κόσμο – ‘κουρεύοντας’ απλώς ‘κουπόνια’» (οι υπογ. δικές μας). Ο μπαγάσας ο Λένιν «ανασκευάζει τη δογματική προσκόλληση άλλων στελεχών του μπολσεβίκικου κόμματος στις χομπσιανές θέσεις», μα την ίδια στιγμή ο δικός του χομπσιανισμός αντί να υποχωρεί όσο πάει και μεγαλώνει! Και σα να μην φτάνει αυτό, διαδίδει διεθνώς τη δική του δογματική προσκόλληση στις χομπσιανές θέσεις μέσα από τα έντυ­πα της ΚΔ! Ντροπή σου Λένιν…

Στον ΓΜ δεν αρκεί να διαφωνεί με το Λένιν, μα τον θέλει ταυτόχρονα να… συμφωνεί μαζί του και όχι με όσους τον διαβάζουν «εκλεκτικίστικα». Έτσι, παρουσιάζει πρώτα το Λένιν να τελεί να σύγχυση, ύστερα τον «διορθώνει», και στο τέλος τον βάζει να… ομολογεί το λάθος του και να δηλώνει συμφω­νία με το ΓΜ. Μα δεν του φτάνει ούτε αυτό. Επειδή πρέπει να ξεχωρίσει το Λένιν από το «σοβιετικό μαρξισμό», το «σταλινισμό», δεν του φτάνει να «συμμορφώσει» το Λένιν προς την πλευρά του, πρέπει επιπλέον να διαστρεβλώσει τους «σταλινικούς» προς την αντίθετη πλευρά, να τους βάζει λόγια τέτοια ώστε αυτοί να φαίνεται ότι εκφράζουν μια άποψη τόσο γελοία και διαφορετική από του Λένιν που… να μην σηκώνει συζήτηση. Γράφει: «Οι επίγονοι του Λένιν, οι θεωρητικοί του σταλινισμού ταυτίζουν αρχικά την κοινωνική επανάσταση με την ‘κατάρρευση’ του καπιταλισμού, που υποτίθεται ότι θα προκύψει ως συνέπεια του «σαπίσματος» του μονοπωλιακού καπιταλισμού και της ανάσχεσης των πα­ραγωγικών του δυνάμεων». Πού τα είδε όλα αυτά ο ΓΜ;! Ας βρει έστω κι ένα απόσπασμα από το οποίο να βγαίνει ότι οι «θεωρητικοί του σταλινισμού ταυτίζουν την κοινωνική επανάσταση με την κα­τάρρευση του καπιταλισμού». Ας βρει έστω κι ένα απόσπασμα από το οποίο να βγαίνει ότι οι «θεωρη­τικοί του σταλινισμού» περίμεναν κάποιου είδους αυτόματη κατάρρευση του καπιταλισμού σαν απο­τέλεσμα του σαπίσματος και της «ανάσχεσης των παραγωγικών του δυνάμεων».

Παραπάνω δεν κατάφερε να βρει κανένα από τα «κατοπινά κείμενα» του Λένιν που «ανασκευά­ζουν τη δογματική προσκόλληση στις χομπσιανές θέσεις», παρά μόνο μια κριτική στο Μπουχάριν που ήταν άσχετη με το ζήτημα. Θα ήταν αδύνατο να βρει τέτοια κείμενα (εκτός κι αν ο Λένιν ήταν… σχι­ζοφρενής) για τον απλό λόγο πως αποδείχτηκαν αποκύημα της φαντασίας του ΓΜ. Εδώ έχουμε ένα νέο αποκύημα φαντασίας. Και ποιο είναι εδώ το φοβερό αποδεικτικό στοιχείο, το αντίστοιχο με την κριτική στο Μπουχάριν; Είναι το εξής απόσπασμα του Βάργκα: «Η σημαντικότερη μορφή του [σαπί­σματος] είναι ο συνειδητός περιορισμός της παραγωγής και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμε­ων». Αυτό υποτίθεται αποδείχνει τα περί κατάρρευσης! Αυτό είναι ό,τι πιο «ξεκάθαρο» μπορούσε να βρει ο ΓΜ που «ολοφάνερα» τον δικαιώνει! Γιατί αναμφίβολα αν είχε υπόψη του κάτι πιο ξεκάθαρο απ’ αυτό, δεν θα έχανε την ευκαιρία. Πότε γράφτηκε αυτό από τον Βάργκα; Γράφτηκε το 1931, δηλ. στο αποκορύφωμα της Μεγάλης Κρίσης του ‘29, όταν υπήρχε και παραϋπήρχε συνειδητός περιορι­σμός της παραγωγής, και μάλιστα με κρατική παρέμβαση! Σε τι ακριβώς διαφωνεί ο ΓΜ σ’ αυτό το απόσπασμα; Στο ότι υπήρχε περιορισμός της παραγωγής ή ότι αυτός ο περιορισμός αυτός αποτελούσε μια μορφή σαπίσματος; Θεωρεί ο ΓΜ ότι ο περιορισμός της παραγωγής αποτελεί σημείο ζωτικότητας και ικμάδας του καπιταλισμού, σφρίγους, ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων; Ο ΓΜ είναι ακατα­νόητος… Οι «θεωρητικοί του σταλινισμού» βρίσκονταν σε πολεμική με τις θεωρίες της «κατάρρευ­σης», κι αυτό το γνωρίζει πολύ καλά ο ΓΜ, γιατί είναι πασίγνωστο! Αν πραγματικά ήθελε να βρει καταστροφισμούς, γνωρίζει πολύ καλά ότι έπρεπε να ψάξει όχι στο «σταλινισμό» αλλά στην κατεύθυνση της Λούξεμπουργκ και του τροτσκισμού. Μα αυτοί, αλίμονο, δεν λογίζονται για «σοβιετομαρξιστές», «απλώς» λαθεύουν καλοπροαίρετα…

Ας δούμε τις απόψεις τριών «θεωρητικών του σταλινισμού». «Ο τροτσκισμός προσπαθεί να πα­ρουσιάσει τα πράγματα σαν να υπάρχει μια απόλυτη στασιμότητα της τεχνικής ανάπτυξης μέσα στον ιμπεριαλισμό, ένα τέλειο ‘μπούκωμα’ στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Μια τέτοια άποψη οδηγεί άμεσα στην προδοτική θεωρία της ‘αυτόματης κατάρρευσης του καπιταλισμού’». «Πάνω στη βάση της σύγκρουσης ανάμεσα στις νέες παραγωγικές δυνάμεις και στις παλιές παραγωγικές σχέσεις, πάνω στη βάση των νέων οικονομικών αναγκών της κοινωνίας, γεννιούνται οι νέες κοινωνικές ιδέες, οι νέες ιδέες οργανώνουν και κινητοποιούν τις μάζες, οι μάζες συνενώνονται σε μια νέα πολιτική στρατιά, δημιουργούν μια νέα επαναστατική εξουσία και τη χρησιμοποιούν για να εξαφανίσουν με τη βία την παλιά τάξη πραγμάτων στον τομέα των παραγωγικών σχέσεων και για να εγκαθιδρύσουν ένα νέο καθεστώς». «Η εποχή του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού είναι εποχή του ώριμου και υπερώριμου καπιταλισμού, που βρίσκεται στις παραμονές της κατάρρευσης του, που έγινε τόσο ώριμος, ώστε να παραχωρήσει τη θέση του στο σοσιαλισμό». Το πρώτο απόσπασμα είναι από την Πολιτική οικονομία του Λεόντιεφ, το δεύτερο είναι του Στάλιν, από το Διαλεκτικό και Ιστορικό Υλισμό, το τρίτο είναι του καταφανώς σοβιετομαρξιστή και ασκούμενου «θεωρητικού του σταλινισμού»… Λένιν.

Πασχίζοντας να χρεώσει την αντίληψη του σαπίσματος στον καθυστερημένο τάχα «σταλινισμό», κι απ’ την άλλη να απαλλάξει το Λένιν απ’ αυτή την ολοφάνερη τάχα καθυστέρηση, ο ΓΜ μεταχειρίζεται μια «μέθοδο», τη «μέθοδο» του ασυγκράτητου υποκειμενισμού, της αυθαιρεσίας, της προχειρότητας, της έλλειψης στοιχειώδους τιμιότητας απέναντι στον αναγνώστη. Το κακό είναι ότι αυτή δεν αποτελεί την εξαίρεση για το διανοούμενο ΓΜ, αλλά μια πάγια «μέθοδο» αντιμετώπισης των ζητημάτων.

Η εγκατάλειψη του μαρξισμού στο όνομα του αντι-«οικονομισμού»

Ας έρθουμε τώρα στις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις και το αν αυτές αποτελούν τροχοπέδη των παραγωγικών δυνάμεων. Σε ότι αφορά ειδικά το ‘σάπισμα’, ο ΓΜ είχε τουλάχιστον την «τιμιότη­τα» να παραδεχτεί πως ήταν άποψη του Λένιν, άλλο αν μετά, υποτίθεται, την «εγκατέλειψε». Γύρω από την ολοφάνερη διαφωνία του με τις απόψεις των Μαρξ-Ένγκελς για το γενικότερο ζήτημα της α­ντίθεσης παραγωγικών σχέσεων/δυνάμεων και την «τροχοπέδη», ο ΓΜ σφυρίζει αδιάφορα.

Στην πραγματικότητα ο ΓΜ και οι «Θ» τελούν σε μια αντιμαρξιστική σύγχυση. Σύμφωνα με το ΓΜ όποιος, 1) αντιλαμβάνεται την κοινωνική εξέλιξη ως το αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, 2) αντιλαμβάνεται αυτή την ανάπτυξη να έρχεται σε σύγκρουση με τις παραγωγικές σχέσεις και να καθιστά αναπόφευκτο το μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων, είναι οικονομιστής. Οι προσδιορισμοί αυτοί του οικονομισμού είναι πέρα για πέρα λαθεμένοι και ελλιπέστατοι. Η πρώτη πρό­ταση μπορεί να υποστηρίζεται τόσο από το μαρξισμό όσο και από το ρεβιζιονισμό. Από τον δεύτερο με τη σημασία μιας αυτοεξελικτικής και ανεξάρτητης από την ταξική πάλη ή και τις παραγωγικές σχέ­σεις «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων». Εδώ βρίσκεται η πρώτη σύγχυση του ΓΜ. Η δεύτερη πρόταση αποτελεί θεμελιώδη αντίληψη του ιστορικού υλισμού. Μπορεί να υποστηριχτεί και από το ρεβιζιονισμό με τη σημασία της αυτόματης, εξελικτικής αντιστοίχησης των παραγωγικών σχέσεων. Εδώ βρίσκεται η δεύτερη σύγχυση του ΓΜ.

Η ταξική πάλη είναι η κινητήρια δύναμη της μέχρι σήμερα ιστορίας. Ως εδώ συμφωνούμε. Αν πούμε ταυτόχρονα ότι η ιστορία «είναι το αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», οι «Θ» το θεωρούν αυτό αντιφατικό με το προηγούμενο, μυρίζονται οικονομισμό γιατί έτσι υποβαθμίζο­νται τάχα οι παραγωγικές σχέσεις και παραγκωνίζεται η ταξική πάλη. «Πρόκειται για την ιδεολογία [τον οικονομισμό] η οποία αποδίδει την προτεραιότητα της ιστορικής εξέλιξης στην ‘ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων’ και με τον τρόπο αυτό συσκοτίζει τόσο το ρόλο της ταξικής πάλης ως κινη­τήριας δύναμης της ιστορίας, όσο και την κυριαρχία των κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων εξουσίας πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις και την εξέλιξη τους». Προτεραιότητα έναντι τίνος πράγματος;! Στην περίπτωση που το ερώτημα είναι αν η προτεραιότητα στην αλλαγή των σχέσεων παραγωγής ανήκει στην ταξική πάλη ή την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, η απάντηση είναι σαφής: στην ταξική πάλη. Το αντίθετο είναι οικονομισμός, ρεβιζιονισμός κλπ. Είναι η ταξική πάλη που όχι μόνο ανατρέπει τις παλιές παραγωγικές σχέσεις αλλά καθορίζει και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Στην περίπτωση που το ερώτημα είναι αν η προτεραιότητα στην ιστορική εξέλιξη ανήκει γενικά στην εξέλι­ξη των παραγωγικών σχέσεων ή στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων, η απάντηση είναι εξίσου σαφής: στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων. Το αντίθετο θα ήταν είναι ιδεαλισμός.

Ο ΓΜ μπερδεύει δυο διαφορετικά ερωτήματα σαν να πρόκειται για το ίδιο πράγμα. Και αποκαλύ­πτεται μόνος του: «η πάλη των τάξεων αποτελεί την κινητήρια δύναμη της ιστορίας, επομένως η εξέ­λιξη των παραγωγικών σχέσεων έχει την πρωτοκαθεδρία (!!!) και καθορίζει συνακόλουθα την εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων»23. Τι μαργαριτάρι είναι τούτο; Αυτό αποτελεί ιδεαλιστικό εκχυδαϊσμό ακόμη και της αντίληψης του Αλτουσέρ (απ’ όσο γνωρίζουμε τα δημοσιευμένα του κείμενα, δεν έχει διατυπώσει μια τόσο ιδεαλιστική άποψη). Επειδή η ταξική πάλη, οι σχέσεις παραγωγής επενεργούν, καθορίζουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, έπεται από δω ότι η εξέλιξη των πρώτων έχει την πρωτοκαθεδρία στην ιστορική εξέλιξη; Αυτό είναι εντελώς παιδαριώδες για όσους θέλουν να λέ­γονται υλιστές. Οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους εξελίσσονται πάνω σε υλικούς όρους που δεν έχουν ακόμα δημιουργηθεί, και «συνακόλουθα» εξελίσσονται οι υλικοί όροι; Αυτό θα μπορούσε κάλ­λιστα να είναι ο ορισμός του ιδεαλισμού στην ιστορία! Αν παραμένουμε στο έδαφος του υλισμού, εί­ναι οι υλικοί όροι που ιστορικά καθορίζουν τις αναγκαίες σχέσεις στις οποίες έρχονταν μεταξύ τους οι άνθρωποι. Το γεγονός ότι οι παραγωγικές σχέσεις επενεργούν με τη σειρά τους, καθορίζουν την εξέλι­ξη των υλικών όρων, το γεγονός ότι είναι οι παραγωγικές σχέσεις που καθορίζουν το μέχρι πού και πώς αναπτύσσονται οι υλικοί όροι, το γεγονός ότι η ταξική πάλη κεντρίζει την ανάπτυξη των υλικών

όρων, όλα αυτά, δεν αναιρούν τη θέση ότι πρώτα εξελίσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις, ότι δεν είναι η εξέλιξη των σχέσεων παραγωγής που έχει την «πρωτοκαθεδρία» στην ιστορική εξέλιξη, ότι αυτές έπονται, αντιστοιχίζονται (επαναστατικά) ή μένουν πίσω και γίνονται βάρος στην ανάπτυξη των παρα­γωγικών δυνάμεων και την κοινωνική εξέλιξη. Αυτά μυρίζουν στο ΓΜ συσκοτισμό της ταξικής πάλης, εξελικτικισμό, «μηχανιστική και αφηρημένη υλικότητα των παραγωγικών δυνάμεων»; Παρά τις υψη­λές δόσεις «ταξικισμού» ο ΓΜ δεν τα πάει καθόλου καλά ούτε με τη διαλεχτική ούτε και με τον υλισμό.

Ο Αλτουσέρ θεωρούσε για μια περίοδο τον εαυτό του «μαοϊκό» και αναφερόταν ιδιαίτερα στο έργο Για τις αντιθέσεις του Μάο. Ο ΓΜ αναφέρεται κι αυτός στο Μάο, ειδικά στο συγκεκριμένο ζήτημα. Ας δούμε λοιπόν τι γράφει σ’ αυτό το έργο ο Μάο: «Στην αντίθεση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής, την κύρια πλευρά την αποτελούν οι παραγωγικές δυνάμεις, στην αντί­θεση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη την κύρια πλευρά την αποτελεί η πράξη, στην αντίθεση ανά­μεσα στην οικονομική βάση και το εποικοδόμημα την κύρια πλευρά την αντιπροσωπεύει η οικονομική βάση. […] Εννοείται, οι παραγωγικές δυνάμεις, η πράξη και η οικονομική βάση, παίζουν γενικά τον κύριο, τον αποφασιστικό ρόλο, κι όποιος το αρνείται αυτό δεν είναι υλιστής [οι υπογ. δικές μας]. Οφείλουμε, ωστόσο, να αναγνωρίσουμε, πως μέσα σε καθορισμένες συνθήκες, οι σχέσεις παραγωγής, όπως και η θεωρία ή το εποικοδόμημα, μπορούν με τη σειρά τους να παίξουν τον αποφασιστικό, τον κύριο ρόλο. Όταν χωρίς την αλλαγή των σχέσεων παραγωγής οι παραγωγικές δυνάμεις δεν μπορούν πια να αναπτυχθούν, η αλλαγή των σχέσεων παραγωγής παίζει τον κύριο, τον αποφασιστικό ρόλο. Ό­ταν το πολιτικό, πολιτιστικό κλπ εποικοδόμημα εμποδίζει την ανάπτυξη της οικονομικής βάσης, τότε οι πολιτικοί και πολιτιστικοί μετασχηματισμοί αποκτούν ουσιαστική, αποφασιστική σημασία. Μήπως οι θέσεις αυτές έρχονται σε αντίθεση με τον υλισμό; Όχι, γιατί ενώ παραδεχόμαστε πως στη γενική πορεία της ιστορικής ανάπτυξης, το υλικό καθορίζει το πνευματικό, το κοινωνικό είναι καθορίζει την κοινωνική συνείδηση, ταυτόχρονα αναγνωρίζουμε και θα αναγνωρίζουμε την αντίστροφη επενέργεια του πνευματικού στο υλικό, την αντίστροφη επενέργεια του πνευματικό στο υλικό, την αντίστροφη επενέργεια της κοινωνική συνείδηση στο κοινωνικό είναι, την αντίστροφη επενέργεια του εποικοδο­μήματος στην οικονομική βάση. Αντιμετωπίζοντας έτσι τα πράγματα δεν ερχόμαστε σε αντίθεση με τον υλισμό, ίσα-ίσα, με το να απορρίπτουμε το μηχανιστικό υλισμό, υπερασπιζόμαστε το διαλεκτικό υλισμό»24. Το πώς συμβιβάζεται αυτή η άποψη με την «πρωτοκαθεδρία» της εξέλιξης των παραγωγι­κών σχέσεων, μόνο ο ΓΜ το ξέρει. Ο ΓΜ δεν υπερασπίζεται το διαλεκτικό υλισμό, απορρίπτει το μη­χανιστικό υλισμό από ιδεαλιστικές θέσεις, τάση κυρίαρχη σήμερα στο χώρο του «πνεύματος» (επιστή­μες, φιλοσοφία κλπ). Λυγίζει το λυγισμένο από το μηχανιστικό υλισμό ραβδί μέχρι που φτάνει στον ιδεαλισμό.

Οι παραγωγικές σχέσεις του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού πρέπει να ανατραπούν, η αλλαγή αυτή παίζει τον κύριο, τον αποφασιστικό ρόλο. Εδώ ο οικονομισμός, η θεωρία των παραγω­γικών δυνάμεων, οι ρεβιζιονιστές, ενώ αναγνωρίζουν (όχι όλοι) τους «φραγμούς» που επισημαίνει ο Μαρξ, συνεχίζουν να μιλούν για την προτεραιότητα των παραγωγικών δυνάμεων, για την «ανάπτυξη» κλπ ξεχνώντας το κύριο, το αποφασιστικό, την επαναστατική ανατροπή. Οι «Θ» απ’ την άλλη, αρνού­νται την ίδια τη μαρξιστική θέση ότι οι σχέσεις παραγωγής έχουν γίνει φραγμός. Αρνούνται τάχα τον οικονομισμό αρνούμενες ταυτόχρονα τον μαρξισμό. Επειδή οι ρεβιζιονιστές επιδιώκουν στο όνομα των… «φραγμών» την παραπέρα «ανάπτυξη» κι όχι την επανάσταση, οι «Ο» αμφισβητούν μαζί με την «ανάπτυξη» και το πασιφανές γεγονός των «φραγμών». Καμώνονται ότι σιώνουν το ραβδί μα στην πραγματικότητα αμφισβητούν βασικές θέσεις του ιστορικού υλισμού και μάλιστα «σιωπηρά», και ταυ­τόχρονα κατηγορούν αδιάκριτα όσους μιλάνε για «φραγμούς» για οικονομισμό, σοβιετικό μαρξισμό, εκλεκτικίστικη ανάγνωση του Λένιν κλπ.

Οι Αλτουσέρ και Μπετελέμ, μέχρι να αναχωρήσουν και τυπικά από το μαρξισμό, διατηρούσαν μια κάποια «κομψότητα» κριτικής. Πχ, ο Αλτουσέρ σε κείμενο του 1962 χαρακτηρίζει τις Βάσεις του λενινισμού «κείμενα αξιόλογα από αρκετές πλευρές» στα οποία ο Στάλιν «συγκεφαλαίωσε με ιδιαίτερα καθαρούς όρους» απόψεις του Λένιν (άλλες εποχές τα χρόνια του 60). Ο ΓΜ δεν ανέχεται τέτοιες «α­βρότητες», είναι ασυγκράτητος, αδιάλλακτος πολέμιος του οικονομισμού. Αυτό που στους Αλτουσέρ και Μπετελέμ ήταν αντικείμενο κριτικής στη μονόπλευρη ανάπτυξη του, στο ΓΜ γίνεται αντικείμενο απόλυτης απαξίωσης. Αν, όπως θα έλεγε κι ο Αλτουσέρ, το να χαράξεις σε βάθος τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις σωστές και λαθεμένες ιδέες απαιτεί μια αυστηρότητα εννοιών, η υπέρτατη «θε­ωρητική αυστηρότητα» του ΓΜ είναι η μάσκα μιας ρηχότητας και υπεραπλούστευσης. Ο Γ. Οικονομάκης έμαθε να γράφει ενάντια μας με μια αφόρητα επιφανειακή «εμβρίθεια» γιατί πρώτος ο ΓΜ δι­δάσκει να «καθαρίζονται» σοβαρά ζητήματα με τρόπο ρηχό και όχι τίμιο αλλά με… περισσή «θεωρη­τική αυστηρότητα».

Γράφει ο ΓΜ: «Τα θεωρήματα του οικονομισμού της Τρίτης Διεθνούς έχουν διατυπωθεί με τον πιο ολοκληρωμένο και σαφή τρόπο από τον ίδιο το Στάλιν: ‘Πρώτα αλλάζουν και εξελίσσονται οι παρα­γωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, και ύστερα σε εξάρτηση από τις αλλαγές αυτές και σε αντιστοιχία μ’ αυτές, αλλάζουν οι παραγωγικές σχέσεις των ανθρώπων (…)· Ό,τι λογής είναι οι παραγωγικές δυνά­μεις, τέτοιες πρέπει να είναι και οι παραγωγικές σχέσεις’. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη οι (καπιτα­λιστικές) παραγωγικές σχέσεις φρενάρουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, και αυτή ακρι­βώς η αντίφαση είναι που καθιστά την κοινωνική αλλαγή αναπόφευκτη. […] Ο οικονομισμός βρίσκε­ται λοιπόν στον αντίποδα των θεωρητικών συμπερασμάτων της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, που θεμελίωσε ο Μαρξ. […] Η ιστορικά πρώτη κριτική στον σοβιετικό οικονομισμό διατυπώθηκε από τον Μάο Τσε Τουγκ: Ή επανάσταση πρέπει καταρχήν να ανατρέψει το παλιό εποικοδόμημα για να μπορούν να καταργηθούν οι παλιές σχέσεις παραγωγής (…) Έτσι χαράζεται ένας δρόμος στην ανάπτυ­ξη των παραγωγικών δυνάμεων της νέας κοινωνίας (…) Μια μεγάλη ανάπτυξη των παραγωγικών δυ­νάμεων είναι πάντοτε μεταγενέστερη από τον μετασχηματισμό των σχέσεων παραγωγής’. Η πιο ολο­κληρωμένη κριτική στον οικονομισμό διατυπώθηκε, όμως, αναμφίβολα από τον Αλτουσέρ και τους συνεργάτες του»25.

[Η πιο ολοκληρωμένη, από την πλευρά εννοείται του μαρξισμού, κριτική στον οικονομισμό της ΚΔ έγινε αναμφίβολα από τους Αλτουσέρ, Μπαλιμπάρ και Μπετελέμ, που λίγα χρόνια μετά… άνοιγαν ένας-ένας την πόρτα και αναμφίβολα αποχαιρετούσαν οι ίδιοι το μαρξισμό… Ας μην ανοίξουμε εδώ αυτή τη συζήτηση] Το παραπάνω απόσπασμα του Στάλιν αναφέρει πρώτος ο Μπετελέμ στους Ταξι­κούς αγώνες στην ΕΣΣΔ (αλλά χωρίς τα «ολοκληρωμένα» και «σαφή» του ΓΜ, και κυρίως χωρίς ο Μπετελέμ να αρνείται ότι οι παραγωγικές σχέσεις φρενάρουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνά­μεων: αυτό είναι «καινοτόμα» συμβολή του ΓΜ στην ανάπτυξη του μαρξισμού), επαναλαμβάνεται σε δύο βιβλία του ΓΜ μαζί με την υποτιθέμενη «κριτική» του Μάο, και τέλος τα ίδια δύο αποσπάσματα επαναλαμβάνει και ο Γ. Οικονομάκης στην κριτική του εναντίον μας. Ας δούμε λοιπόν τι το τόσο ση­μαντικό υπάρχει σ’ αυτό το εύρημα του Μπετελέμ που επαναλαμβάνουν επίμονα οι εγχώριοι μπετελεμικοί.

Γράφει ο Μαρξ: «Οι άνθρωποι, στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους, έρχονται σε σχέσεις κα­θορισμένες […] σε σχέσεις παραγωγικές που αντιστοιχούνε σε μια ορισμένη βαθμίδα όπου έχει φτάσει η ανάπτυξη των υλικών παραγωγικών δυνάμεων»26. «Οι κοινωνικές παραγωγικές σχέσεις αλλάζουν λοιπόν, μεταβάλλονται μαζί με την αλλαγή και την εξέλιξη των υλικών μέσων παραγωγής, των παρα­γωγικών δυνάμεων»27. «Υποθέστε ένα ορισμένο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων των ανθρώπων και θα έχετε μιαν αντίστοιχη μορφή ανταλλαγής και κατανάλωσης. […] Με την απόχτηση νέων παραγωγικών δυνάμεων οι άνθρωποι αλλάζουν τον τρόπο της παραγωγής τους, και με τον τρόπο παραγωγής αλλάζουν όλες οι οικονομικές σχέσεις. […] Ο κύριος Προυντόν, κυρίως από έλλειψη ιστο­ρικών γνώσεων, δεν πρόσεξε ότι οι άνθρωποι αναπτύσσοντας τις παραγωγικές τους δυνάμεις, δηλαδή ζώντας, αναπτύσσουν ορισμένες σχέσεις ανάμεσα τους και ότι το είδος αυτών των σχέσεων αλλάζει αναγκαστικά μαζί με τη μεταβολή και την ανάπτυξη αυτών των παραγωγικών δυνάμεων»28. Ο κύριος ΓΜ, αν και όχι από έλλειψη ιστορικών γνώσεων, δεν πρόσεξε ότι «τα θεωρήματα του οικονομισμού της Τρίτης Διεθνούς έχουν διατυπωθεί με τον πιο ολοκληρωμένο και σαφή τρόπο» πριν απ’ όλους από τον ίδιο το… Μαρξ. Και ο «οικονομισμός» αυτός του Μαρξ βρίσκεται προφανώς επίσης «στον αντί­ποδα των θεωρητικών συμπερασμάτων της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, που θεμελίωσε ο Μαρξ»… θα ήταν πιο απλά και τίμια τα πράγματα αν ο ΓΜ υποστήριζε πχ ότι η Κριτική της Πολιτι­κής Οικονομίας όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος έρχεται σε αντίθεση με τα όσα «οικονομίστικα» δια­τυπώνουν οι Μαρξ-Ένγκελς στον Πρόλογο στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας και πρέπει να «διορθωθούν», όπως «διόρθωσε» ο ΓΜ το «χομπσιανισμό» του Λένιν. Ο Μπετελέμ, πιο «κομψός», παραδέχεται τουλάχιστον ότι «μπορούμε βέβαια να βρούμε κείμενα του Μαρξ που υποβάλλουν μια παρόμοια [με του Στάλιν] προβληματική. […] Οι θέσεις του κειμένου ‘Διαλεκτικός και ιστορικός υλι-σμός’ [του Στάλιν] συγγενεύουν δίχως άλλο με ορισμένα κείμενα του Μαρξ»29. «Μπορούμε για παρά­δειγμα να αναφέρουμε ένα κείμενο που δεν εκφράζει τις κυρίαρχες ιδέες του Μαρξ, δηλαδή τον Πρό­λογο του 1859 στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας»30. Να σημειώσουμε ότι αυτή η «υποβαλλόμε­νη» προβληματική, αυτό το «κείμενο που δεν εκφράζει τις κυρίαρχες ιδέες του Μαρξ», είναι αυτό που ο ίδιος ο Μαρξ προλογίζει ότι αποτελεί το «γενικό συμπέρασμα που έφτασα και που μου χρησίμευσε κατοπινά, σαν οδηγός στις μελέτες μου»31, και ο Λένιν ότι «μας δίνει μια ολοκληρωμένη διατύπωση των βασικών θέσεων του υλισμού που τον επεκτείνει στην ανθρώπινη κοινωνία και στην ιστορία της»32· Όπως και να ‘χει το πράγμα, το ζήτημα εδώ είναι ότι τα «ολοκληρωμένα» και «σαφή» του ΓΜ απευθύνονται σε αδαείς.

Αυτό όμως που με τίποτα δεν αντιλαμβανόμαστε είναι η «ιστορικά πρώτη κριτική» που τάχα κρύ­βει το απόσπασμα του Μάο. Εννοεί ο ΓΜ πως ο Μάο υποστηρίζει ότι ιστορικά αλλάζουν πρώτα οι πα­ραγωγικές σχέσεις; Αυτό θα ήταν ένα μεγάλο Ψέμα. Αν όχι, η θέση ότι «μια μεγάλη ανάπτυξη των πα­ραγωγικών δυνάμεων είναι πάντοτε μεταγενέστερη από τον μετασχηματισμό των σχέσεων παραγω­γής» έρχεται μήπως σε αντίθεση με την «ολοκληρωμένη και σαφή» θέση ότι «πρώτα αλλάζουν και ε­ξελίσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις»; Ίσα-ίσα που η θέση του Μάο προϋποθέτει την αντίληψη ότι οι παλιωμένες παραγωγικές σχέσεις εμπόδιζαν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ότι δηλ. απο­τελούσαν φραγμό, πράγμα στο οποίο διαφωνεί ο ΓΜ κι όχι ο Στάλιν. Ολοκληρωμένη και σαφής είναι μάλλον η σύγχυση του ΓΜ.

Διαφορές ανάμεσα στους Στάλιν και Μάο υπήρχαν και δεν ήταν καθόλου ασήμαντες, όπως βέβαια απ’ την άλλη υπάρχει και η «τελική» τοποθέτηση του Στάλιν στα Οικονομικά προβλήματα στο σοσια­λισμό του 1952, που δείχνει άλλα πράγματα από την τοποθέτηση του για το Σύνταγμα του ‘36 και το 18ο Συνέδριο του ‘39. Σε ότι αφορά τη διαλεχτική της αντίθεσης παραγωγικών δυνάμεων/σχέσεων, ο Μάο δεν είχε γενικά διαφορετικές αντιλήψεις απ’ αυτές της ΚΔ και του Στάλιν, όπως άλλωστε δεν είχε ούτε ο Λένιν ούτε οι Μαρξ-Ένγκελς. Οι αντιλήψεις του Στάλιν στο ζήτημα αυτό, σε ότι αφορά ειδικά τη σοσιαλιστική μετάβαση στην ΕΣΣΔ, το πόσο διαλεχτικές ή όχι ήταν, και τι στην πράξη εφαρμοζό­ταν, θα πρέπει να κρίνονται χωρίς να «ξεχνιούνται» δύο πράγματα, που στην ουσία είναι το ίδιο. Το ένα είναι ποια ήταν η μέχρι τότε ανάπτυξη του μαρξισμού, ώστε να μην κρίνουμε ζητήματα που τότε τέθηκαν για πρώτη φορά σε μια πρωτόγνωρη προσπάθεια, με όρους που διαμορφώθηκαν ιστορικά εκ των υστέρων και διαμόρφωσαν το σύγχρονο επαναστατικό μαρξισμό. Το δεύτερο είναι ποια ήταν η κύρια πλευρά των τοποθετήσεων του Στάλιν ή -για να μιλήσουμε με αλτουσερικούς όρους- ποια ήταν τελικά η ταξική θέση που έπαιρνε ο ίδιος μέσα στην ταξική πάλη και τις αντιπαραθέσεις, δηλ. σε αντι­θετική ενότητα με την ταξική θέση που έπαιρναν αντίστοιχα οι αντιπολιτεύσεις. Είναι ιδιαίτερα αυτό το τελευταίο το οποίο συστηματικά «ξεχνιέται», δηλ. το τι συγκεκριμένα υποστήριζαν πολιτικά και εκ­φράζανε ταξικά οι διάφορες κατά καιρούς αντιπολιτεύσεις, αφήνοντας «μονάχη» στο πεδίο της κριτι­κής μια «σταλινική πολιτική» εκτός ιστορικού τόπου και χρόνου. Αυτό, εκτός των άλλων, βγάζει από το «παιχνίδι» την πραγματικότητα και έννοια του τι ήταν τότε ιστορικά δυνατό και ιστορικά ώριμο, α­πελευθερώνοντας το πεδίο σε κάθε είδους θεωρητικολογία και αεροκοπάνισμα. Το ζήτημα εδώ είναι αν η κριτική του ΓΜ έχει οποιαδήποτε σχέση με την κριτική του Μάο, αν έχει οποιαδήποτε σχέση με το μαρξισμό συνολικά ή γίνεται «διολισθαίνοντας» στην «αντίπερα όχθη», όπως συνήθως συμβαίνει με τέτοιου είδους κριτικές. Για παράδειγμα, αν ήθελε πραγματικά ο ΓΜ να ψάξει για πιο ολοκληρωμέ­νο και σαφή οικονομισμό, θα τον είχε αναδείξει πρώτα-πρώτα στις θεωρητικές αντιλήψεις του Τρότσκι και του Μπουχάριν (με ό,τι συνεπαγωγές έχει αυτό για την εκτίμηση της ταξικής θέσης που αυτοί έ­παιρναν) γεγονός που παραδέχεται ως ένα βαθμό ακόμη και ο Μπετελέμ αλλά αποσιωπά ο ΓΜ.

«Ανάπτυξη» ή φρενάρισμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων;

Η ταχύτητα της τεχνολογικής εξέλιξης είναι σήμερα μεγαλύτερη από ποτέ. Ταυτόχρονα, η αυτομα­τοποίηση δίνει αφάνταστες για το παρελθόν δυνατότητες αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας. Συνεπώς ακόμη και σήμερα, περίοδο παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο σύγχρονος καπιταλισμός «αναπτύσσει» τις παραγωγικές δυνάμεις πολύ πιο γρήγορα από το παρελθόν, αν και με μια έννοια ο­λοένα και πιο περιορισμένη, εξαιρετικά περιορισμένη. Αυτή η «ανάπτυξη» είναι ένα πράγμα. Ότι αυτό αναιρεί τάχα τα περί στασιμότητας, σαπίσματος, επιθανάτιας παρακμής κλπ είναι κάτι άλλο. Το αντί­θετο συμβαίνει. Επειδή ακριβώς οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν αναπτυχθεί πάρα πολύ και οι υλικοί όροι που διαμορφώθηκαν απ’ αυτό είναι υπερώριμοι για το πέρασμα σε ένα άλλο σύστημα κοινωνικών σχέσεων, επειδή ακριβώς οι παραγωγικές δυνάμεις τείνουν να αναπτύσσονται πολύ πιο γρήγορα από το παρελθόν (πράγμα που τελικά δεν συμβαίνει), γι’ αυτό ακριβώς έρχονται σε οξύτατη σύγκρουση με τις σχέσεις παραγωγής του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, που αποτελούν τροχοπέδη για τις πρώτες. Η παγκοσμιοποίηση σαν απόπειρα επίλυσης αυτής της αντίθεσης από τις δυνάμεις του κεφαλαίου, αντί να την λύνει τη γιγαντώνει και την οξύνει στο έπακρο, με αποτέλεσμα τα πρωτόγνωρα φαινόμενα σαπίσματος και καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων που ζούμε στην αυγή του νέου αιώ­να. Παραφράζοντας το Λένιν, το περίβλημα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού αναπόφευκτα δεν μπορεί παρά να σαπίζει όσο αναβάλλεται τεχνητά ο παραμερισμός του, περίβλημα που μπορεί να πα­ραμένει σε κατάσταση αποσύνθεσης ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχει γενικά «ανάπτυξη» ή η απόλυτη στασιμότητα, που θα ήταν βέβαια μια εντελώς χαζή και ανεδαφική άποψη. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι αν υπάρχει πρωτόγνωρων δια­στάσεων μπλοκάρισμα και διαστροφή αυτής της «ανάπτυξης», πιο συγκεκριμένα αν η κύρια πλευρά της αντίθεσης στο σύγχρονο κόσμο είναι ακριβώς η «ανάπτυξη» ή αντίθετα το σάπισμα, ο παρασιτι­σμός, η καταστροφή, η στασιμότητα, το μπλοκάρισμα της «ανάπτυξης». Οι «Θ» υποστηρίζουν ότι οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής δεν αποτελούν τροχοπέδη και συνεπώς υιοθετούν την άποψη ότι η κύρια πλευρά είναι η «ανάπτυξη». Δεύτερο, ταυτίζουν αυθαίρετα την αντίθετη άποψη με τη ρεβιζιονιστική θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων. Στην πραγματικότητα είναι οι «Θ» που συγκλίνουν με νεό­τερες ρεβιζιονιστικές θεωρίες που είτε διακηρύσσουν ανοιχτά ότι ο Λένιν είχε άδικο για τον «καπιτα­λισμό που πεθαίνει» είτε, σε κάθε περίπτωση, αποδίδουν στο σύγχρονο καπιταλισμό μαγικές ιδιότητες υπέρβασης των κρίσεων, αυτορύθμισης ή απεριόριστης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων κλπ.

Τι αντιπαραθέτει ο ΓΜ; Ότι «στον καπιταλισμό δεν παύει ποτέ να κυριαρχεί η τάση αύξησης της παραγωγικότητας»33. Ότι «σύμφωνα με το Μαρξ το κεφάλαιο αναπαράγεται ‘διαρκώς επαναστατικοποιώντας, ανατρέποντας όλα τα εμπόδια που εμποδίζουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, την διεύρυνση των αναγκών, την πολυπλοκότητα της παραγωγής και την εκμετάλλευσης των φυσικών και πνευματικών δυνάμεων’ (Grundrisse)». Ότι «η διαδικασία αυτή διακόπτεται μόνο προσωρινά από τις κρίσεις υπερσυσσώρευσης που εμφανίζονται κυκλικά. […] Το μακροπρόθεσμο κοινωνικό αποτέ­λεσμα της κεφαλαιακής σχέσης, είναι λοιπόν η τάση για αύξηση της παραγωγής και της παραγωγικό­τητας της εργασίας, τάση που αναστέλλεται μόνο προσωρινά από τις κυκλικές κρίσεις του καπιταλι­σμού, οι οποίες λειτουργούν έτσι κάθε φορά ως αφετηρίες για μια νέα περίοδο καπιταλιστικής συσσώ­ρευσης»34. Αυτά είναι όλα κι όλα τα αντεπιχειρήματα του ΓΜ, που υποστηρίζει ότι ο «καπιταλισμός ‘στη φάση της επιθανάτιας αγωνίας του’ έχει ελάχιστη σχέση τόσο με τη μαρξιστική θεωρία όσο και με την εμπειρική πραγματικότητα».

Ας ξεκινήσουμε από την «εμπειρική πραγματικότητα». Στον καπιταλισμό του 20ου αιώνα η «δια­δικασία αυτή» «διακοπτόταν» έτσι απλά από απλές «κυκλικές κρίσεις» και μάλιστα «μόνο προσωρι­νά» που επιπλέον έτσι απλά «λειτουργούν έτσι κάθε φορά ως αφετηρίες για μια νέα περίοδο καπιταλι­στικής συσσώρευσης»; Ο ΓΜ ή ζει σε άλλον πλανήτη ή ζει στα μέσα του 19ου αιώνα και σίγουρα όχι στις αρχές του 21ου αιώνα. Για την ακρίβεια, ακόμη κι οι Μαρξ-Ένγκελς, δηλ. στα μέσα ακόμα του 19ου αιώνα, αντιμετωπίζουν το ζήτημα με τρόπο πολύ διαφορετικό από τον «ειδυλλιακό» τόνο που δίνει ο ΓΜ. Πχ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο γράφουν: «Στις κρίσεις ξεσπά μια κοινωνική επιδημία που σε κάθε άλλη προηγούμενη εποχή θα φαινότανε σαν παραλογισμός, η επιδημία της υπερπαραγω­γής. Η κοινωνία ξαφνικά βρίσκεται πίσω σε κατάσταση στιγμιαίας βαρβαρότητας. Θάλεγε κανένας ότι ένας λιμός, ένας γενικός πόλεμος ερήμωσης της έκοψε όλα τα μέσα ύπαρξης. Η βιομηχανία, το εμπό­ριο φαίνονται εκμηδενισμένα. […] Οι αστικές σχέσεις παραγωγής έγιναν πάρα πολύ στενές για να πε­ριλάβουν τα πλούτη που δημιουργήθηκαν απ’ αυτές. Πώς ξεπερνά η αστική τάξη τις κρίσεις; Από το ένα μέρος καταστρέφοντας αναγκαστικά μάζες από παραγωγικές δυνάμεις. Από το άλλο, καταχτώντας καινούργιες αγορές και εκμεταλλευόμενη πιο βαθιά τις παλιές. Πώς λοιπόν; Προετοιμάζοντας πιο ο­λόπλευρες και πιο τεράστιες κρίσεις και ελαττώνοντας τα μέσα για να προλαβαίνει τις κρίσεις» (η υπογ. δική μας). Συγκρίνετε αυτά με όσα ισχυρίζεται παραπάνω ο ΓΜ. Συγκρίνετε τα με όσα υπο­στηρίζουν οι «Θ» μετά την ασιατική κρίση του ‘97, κρίση πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι μπορούσε να ζή­σει ο Μαρξ το 19° αιώνα: «Δεν πρόκειται όμως για πρωτοφανή σε έκταση και υφή κρίση, αλλά απλώς για το (μερικό) συντονισμό των οικονομικών κύκλων των βασικών καπιταλιστικών οικονομιών, που παράγει μια καθοδική πορεία των ρυθμών ανάπτυξης του παγκόσμιου ΑΕΠ. […] Είναι προφανές ότι το καπιταλιστικό σύστημα πολύ απέχει από την κατάρρευση, […ότι] η πραγματικότητα συνίσταται από ανταγωνιζόμενες καπιταλιστικές οικονομίες στην παγκόσμια αγορά, ότι η ενδεχόμενη ύφεση για ορισμένους μπορεί να αποτελέσει σημείο αναδιάταξης των ισορροπιών μεταξύ των βασικών καπιταλι­στικών χωρών, ότι τελικά κάθε κρίση του καπιταλισμού είναι και εφαλτήριο για παραπέρα ανέλιξη»35.

Κι όμως ο ίδιος ο ΓΜ το 1985 και 1988 έγραφε: «Πρέπει να τοποθετήσουμε μέσα στην ανάλυση [για τον ελληνικό καπιταλισμό] τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης κρίσης του καπιταλισμού. Η συσ­σώρευση του κεφαλαίου χαρακτηρίζεται από μεγάλες κρίσεις υπερσυσσώρευσης, μεγάλες δομικές κρίσεις που οδηγούν σε αναδιάρθρωση ολόκληρης της κοινωνίας όπως η περίοδος 1870-1914 και η περίοδος μετά το 1970»36. «Παρά τις επιμέρους περιόδους ύφεσης ή ανάκαμψης, η καπιταλιστική οικονομία βρίσκεται από τις αρχές της δεκαετίας του 70 σε μια φάση κρίσης υπερσυσσώρευσης. […] Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία δεν βρίσκεται μπροστά σε μια νέα ύφεση. Είτε με την αύξηση των επιτοκίων, είτε […], είτε […], η ύφεση (στα πλαίσια πάντα της συνεχιζόμενης κρίσης υπερσυσσώρευσης) φαίνεται αναπόφευκτη»37 (οι υπογ. δικές μας). Πότε είχαν δίκιο οι «Θ», το ‘85 και ‘88 ή το ‘98; Μεταβλήθηκε στο μεταξύ η «μαρξιστική θεωρία» ή η «εμπειρική πραγματικότητα»; Ξεπεράστηκε μήπως η «σύγχρονη κρίση του καπιταλισμού», η «κρίση υπερσυσσώ­ρευσης της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας»; Πότε ακριβώς εγκαταλείφθηκε μια γενικά σωστή θέση και αντικαταστάθηκε από τις εναλλασσόμενες υφέσεις ανταγωνιζόμενων οικονομιών που το πο-λύ-πολύ συντονίζονται… μερικά οι οικονομικοί τους κύκλοι; Όπως και να έχει, στη διάρκεια ενός τό­σο μακρόσυρτου… συντονισμού κρίσεων υπερσυσσώρευσης είχαμε φρενάρισμα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ή όχι;

Η «εμπειρική πραγματικότητα» του τελευταίου αιώνα δεν ήταν η πραγματικότητα της συσσώρευ­σης σε κάθε μια χώρα που «διακόπτεται μόνο προσωρινά από τις κρίσεις υπερσυσσώρευσης που εμ­φανίζονται κυκλικά», και που οι τέτοιες χωριστές κρίσεις συντονίζονται ή όχι. Θα χρειαζόταν εξαιρε­τικός υποκειμενισμός για να διαβαστεί με τέτοιον τρόπο η ιστορία του 20ου αιώνα, ή με άλλα λόγια, θα χρειαζόταν να αφαιρέσουμε ακριβώς αυτή την ιστορία και πραγματικότητα. Μετά τη «Μεγάλη Ύ­φεση» του 1873 και το πέρασμα στο μονοπωλιακό καπιταλισμό, είχαμε το ξέσπασμα του Α’ Παγκό­σμιου Πολέμου, απ’ όπου αναδείχτηκε μια ανταγωνιστική στον καπιταλισμό προλεταριακή εξουσία στη θέση ενός από τους προπολεμικούς ιμπεριαλιστικούς πόλους (την τσαρική Ρωσία). Είχαμε τη Με­γάλη Κρίση του ‘29 που δεν «λύθηκε» ουσιαστικά παρά με το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ απ’ αυτόν ο καπιταλισμός βγαίνει ακόμα πιο λαβωμένος με το ένα τρίτο του πληθυσμού της γης σε ανταγωνιστικές στον ιμπεριαλισμό αντι-εξουσίες. Τα «30 ένδοξα χρόνια» της μεταπολεμικής ανάπτυξης βασίστηκαν στην ανάσα που έδωσε στον καπιταλισμό η ρεβιζιονιστική ανατροπή στην ΕΣΣΔ και στο διεθνές κομ­μουνιστικό κίνημα και, παρά την τεράστια υποχώρηση του πόλου της επανάστασης, από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 βρισκόμαστε σε μια νέα παγκόσμια κρίση υπερσυσσώρευσης, την πιο βαθιά και πα­ρατεταμένη απ’ όλες. Αυτή η επιγραμματική «εμπειρική πραγματικότητα» και συνολικά η πρωτόγνω­ρη όξυνση της διεθνούς ταξικής πάλης και όλων των αντιθέσεων που γνώρισε ο 20ος αιώνας, αποτελούν καταρχήν μια επιβεβαίωση παρά μια διάψευση της αντίληψης της γενικής κρίσης του καπιταλισμού.

Η ρεβιζιονιστική φλυαρία για την κρίση του καπιταλισμού που εντελώς μεταφυσικά και συνεχώς βάθαινε, βάθαινε, βάθαινε … κ.ο.κ. όχι με στόχο μια νέα έφοδο αλλά ακριβώς για να διασκεδαστεί η κρίση του ίδιου του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και η συνθηκολόγηση των ρεβιζιονιστικών κομμάτων στη Δύση, παρουσιάζεται από το ΓΜ, όπως και σε άλλα ζητήματα, σαν μια συνέχεια τάχα κάποιας α­ντίστοιχης φλυαρίας της περιόδου της ΚΔ. Ωστόσο, στη διάρκεια της περιόδου της ΚΔ είχαμε πραγμα­τικά ένα σε κύματα βάθεμα της κρίσης του ιμπεριαλιστικού συστήματος: τι άλλο ήταν ο ίδιος ο Β’ Πα­γκόσμιος Πόλεμος και όλες οι «προετοιμασίες» (ναζιφασισμός κλπ) της δεκαετίας του ’30;! Στην αμέ­σως μεταπολεμική περίοδο οι όροι οι οποίοι διαγράφονταν για τον παγκόσμιο καπιταλισμό, με μια τε­ράστια περιοχή αποσπασμένη από την καπιταλιστική αγορά, με τις φλόγες των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων να ανάβουν δεξιά κι αριστερά, με ένα ισχυρό παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα και με δυναμωμένο το εργατικό και δημοκρατικό κίνημα μέσα στις ίδιες τις μητροπόλεις, ήταν «αντικειμενι­κά» όροι βαθέματος αυτής της γενικής κρίσης. Αλλά σ’ αυτό το «αντικειμενικά» βρίσκεται και όλη η ουσία του ζητήματος. Γιατί «αντικειμενικά» δεν σημαίνει αντικειμενίστικα. Η αντίληψη της γενικής κρίσης δεν ήταν μια αντικειμενίστικη εκτίμηση για το καπιταλισμό που η κρίση του τάχα θα βάθαινε έτσι κι αλλιώς ό,τι κι αν γινόταν: «περιλάμβανε» την προοπτική της ύπαρξης και δράσης μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες ενός κινήματος, δηλ. «περιλάμβανε» το «πρόγραμμα» του υποκειμενικού παράγοντα. Η αντιμετώπιση της κρίσης από την πλευρά του ίδιου του καπιταλισμού περιλάμβανε την αντιμετώπιση αυτού του υποκειμενικού παράγοντα στο άμεσα πολιτικό (κομμουνιστικό κίνημα) αλλά και το γεω-στρατηγικό ακόμα (Σ. Ένωση) επίπεδο. Από το γεγονός της επικράτησης του ρεβιζιονισμού και της υποχώρησης τελικά αυτού του υποκειμενικού παράγοντα, από το γεγονός ότι ο ιμπεριαλισμός βρέθηκε αρκετές δεκαετίες αργότερα σε μια πολύ ισχυρότερη θέση (στη σύγχρονη Νέα Τάξη Πραγμάτων), δεν συνάγεται «αυτόματα» ότι η αντίληψη της γενικής κρίσης και του βαθέματος της τότε ήταν μια έκφρα­ση «καταστροφισμού» και θεωρίας της κατάρρευσης: ένα τέτοιο «λογικό» συμπέρασμα είναι λογικός εμπειρισμός 100% και μια τεράστια αφαίρεση από την πραγματική ιστορία και διαστρέβλωση. Το α­ντιφατικό εδώ με τις «Θ» είναι ότι, ενώ δασκαλεύουν και δίνουν εμφατικά (αλλά μόνο… στη θεωρία) μια περίοπτη θέση στην ταξική πάλη, δηλ. στον υποκειμενικό παράγοντα στο πώς πρέπει αναλύουμε τους κοινωνικούς σχηματισμούς και την ανάπτυξη τους, όταν πρόκειται για την κριτική στον «καταστροφισμό» και ειδικά στην αντίληψη της γενικής κρίσης, η ταξική πάλη (που υπήρξε πραγματικά) «ε­ξαφανίζεται» και ο αντικειμενισμός θριαμβεύει!

Οι ίδιες οι «Θ», αναφερόμενες στην ασιατική κρίση του ’97, έγραφαν ότι «τελικά κάθε κρίση του καπιταλισμού είναι και εφαλτήριο για παραπέρα ανέλιξη εφόσον δεν υπάρξει ‘εξωτερική’ επίδραση επί των κομβικών στοιχείων της κρίσης, εφόσον δεν συνδεθούν τα στοιχεία της εσωτερικής κρίσης του συστήματος με τον κόμβο των κοινωνικών αντιφάσεων, από τον οποίο και μόνο μπορεί να υπάρξει ανατροπή (και όχι απλά αναμονή για την υποτιθέμενη κατάρρευση)»38. Το ερώτημα λοιπόν, για να μι­λήσουμε με τη γλώσσα των «Θ», είναι: μετά τον Οκτώβρη και με την ορμητική ανάπτυξη του κομμου­νιστικού κινήματος στην περίοδο της ΚΔ είχαμε ‘εξωτερική’ επίδραση επί των κομβικών στοιχείων της κρίσης και μάλιστα σε παγκόσμια κλίμακα; Είχαμε σύνδεση των στοιχείων της εσωτερικής κρίσης του συστήματος με τον κόμβο των κοινωνικών αντιφάσεων και μάλιστα σε παγκόσμια κλίμακα; Ή εί­χαμε απλά… αναμονή για την υποτιθέμενη κατάρρευση; Αν πραγματικά πιστεύουν οι «Ο» ότι κάθε κρίση του καπιταλισμού είναι και εφαλτήριο για παραπέρα ανέλιξη μονάχα εφόσον... κλπ, και αυτό το «εφόσον» δεν πληρούται για την περίοδο που συζητάμε και μάλιστα σε διεθνή κλίμακα, μήπως δεν σημαίνει ότι σ’ αυτή την περίπτωση η τότε κρίση του καπιταλισμού ήταν εφαλτήριο για παραπέρα… βάθεμα της κρίσης, δηλ. για μια «γενική κρίση»; Μήπως οι «Ο» έχουν προσχωρήσει χωρίς να το ξέ­ρουν στον «καταστροφισμό» του «σοβιετικού μαρξισμού» και απλώς αρνούνται να βγάλουν τα αντί­στοιχα συμπεράσματα;

Ο όρος γενική κρίση σαν όρος ανήκει στη μετά το Λένιν περίοδο, ωστόσο η αντίληψη αυτή δεν δέ­χτηκε τότε καμιά αμφισβήτηση, ακριβώς γιατί το περιεχόμενο της ήταν ταυτόσημο με τα λενινιστικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού στην εποχή του ιμπεριαλισμού και της προλεταριακής επανάστα­σης. Ήταν δηλ. ταυτόσημο με τον καπιταλισμό που πεθαίνει, με τον καπιταλισμό που αναπτύσσονται στο έπακρο όλες του οι αντιθέσεις. «Η γενική κρίση του καπιταλισμού άρχισε στην περίοδο του πρώ­του παγκόσμιου πολέμου και ξετυλίχθηκε ιδίως μετά την απόσπαση της Σοβιετικής Ένωσης από το κεφαλαιοκρατικό σύστημα. [] Η στο έπακρο όξυνση των αντιθέσεων στο στρατόπεδο του ιμπερια­λισμού, οι συγκρούσεις των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων, που καταλήγουν σε παγκόσμιους πολέμους, η συνένωση της ταξικής πάλης του προλεταριάτου των μητροπόλεων με τον εθνικοαπελευθερωτικό α­γώνα των λαών των αποικιών – όλα αυτά εξασθενούν πάρα πολύ το παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό σύ­στημα, προκαλούν σπασίματα της αλυσίδας του ιμπεριαλισμού και την επαναστατική απόσπαση ορι­σμένων χωρών από το κεφαλαιοκρατικό σύστημα. [] Γενική κρίση του καπιταλισμού είναι η ολό­πλευρη κρίση του παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος σαν σύνολο, κρίση που τη χαρακτηρί­ζουν πόλεμοι και επαναστάσεις, πάλη ανάμεσα στον καπιταλισμό που πεθαίνει και τον καπιταλισμό που αναπτύσσεται. [] Τα βασικά χαρακτηριστικά της γενικής κρίσης του καπιταλισμού είναι: η διά­σπαση του κόσμου σε δύο συστήματα – το κεφαλαιοκρατικό και το σοσιαλιστικό- και η πάλη ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο συστήματα, η κρίση του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού, η όξυνση του προβλήματος των αγορών και, σαν επακόλουθο, η εμφάνιση της χρόνιας υποαπασχόλησης των επιχει­ρήσεων και της χρόνιας μαζικής ανεργίας»39. Αν «αφαιρέσουμε» (χοντρικά μιλώντας) απ’ τα παραπά­νω χαρακτηριστικά τημικρά λεπτομέρεια του υποκειμενικού παράγοντα, δηλ. τις μεταβατικές κοι­νωνίες (κι αυτό δεν έγινε βέβαια το «89») και το διεθνές προλεταριακό κίνημα σε μητροπόλεις, εξαρ­τημένες χώρες αλλά και τις ίδιες τις μεταβατικές κοινωνίες, κίνημα που υποχώρησε σε τεράστια κλί­μακα, έχουμε… τη σημερινή κατάσταση.

Πρώτο, επειδή οι «Θ» αρνούνται τη θεμελιώδη θέση του Λένιν και δεν αναγνωρίζουν στον ιμπε­ριαλισμό κανένα καινούργιο στάδιο του καπιταλισμού άρα ούτε και τον «καπιταλισμό που πεθαίνει», που οξύνονται στο έπακρο όλες του οι αντιθέσεις, αυτό δεν σημαίνει ότι η αντίληψη της γενικής κρίσης του καπιταλισμού ανήκε σε κάποιο «σοβιετικό μαρξισμό» διαφορετικό από το μαρξισμό του Λένιν. Δεύτερο, επειδή οι «Ο» αποφεύγουν πλέον οτιδήποτε παραπέμπει σε «παγκόσμιο καπιταλισμό» (θα το δούμε παρακάτω), αρνούνται ότι υπήρξε ιστορικά διάσπαση ενός παγκόσμιου συστήματος αφού αυτό δεν υφίσταται καν με βάση τη λογική τους, και βέβαια θεωρούν ότι η γενική κρίση στερείται νοήματος: το απόγειο του θετικισμού! (Για το σύγχρονο θετικισμό οτιδήποτε κατατάσσεται στο «μη μετρήσιμο» είναι και μη υπαρκτό. Το τι ακριβώς θεωρείται «μετρήσιμο» και τι όχι, ειδικά στις «κοινωνικές επι­στήμες», νομιμοποιεί κάθε λογής υποκειμενισμό και υποκειμενική τύφλωση. Εδώ η τύφλωση είναι ότι στον 20ο αιώνα δεν συνέβη καμιά διάσπαση γιατί το «αντικείμενο προς διάσπαση» -ο παγκόσμιος κα­πιταλισμός- είναι μη-μετρήσιμο, ανύπαρκτο). Τρίτο, η παρούσα παγκόσμια οικονομική κρίση, όπως και κάθε καπιταλιστική κρίση, (θα συμφωνήσουμε με τις «Θ» ότι) μπορεί θεωρητικά να ξεπεραστεί και να δώσει τη θέση της σε μια νέα «εκτίναξη» του καπιταλισμού. Να που δεν είμαστε καταστροφιστές… Το ζήτημα είναι αν έχει γίνει συνείδηση το κόστος, οι προϋποθέσεις μιας τέτοιας «δυνατότη­τας», δηλ. η χωρίς προηγούμενο βαρβαρότητα που προδιαγράφει η σύγχρονη παγκόσμια καπιταλιστι­κή αναδιάρθρωση και Νέα Τάξη Πραγμάτων. Αυτά… «εφόσον δεν υπάρξει ‘εξωτερική’ επίδραση επί των κομβικών στοιχείων της κρίσης, εφόσον δεν συνδεθούν τα στοιχεία της εσωτερικής κρίσης του συστήματος με τον κόμβο των κοινωνικών αντιφάσεων». Οι «Θ», επειδή αποφεύγουν πλέον οτιδήποτε παραπέμπει σε «παγκόσμιο καπιταλισμό» άρα και σε «παγκόσμια κρίση», δεν έχουν προφανώς συνεί­δηση του κόστους και φλυαρούν για «καταστροφισμούς».

Τα περί «κυριαρχίας» της τάσης αύξησης της παραγωγικότητας είναι μια κοινοτυπία αντάξια του ΓΜ, μια κοινοτυπία για αδαείς που δεν λέει απολύτως τίποτα για το αν έχουμε ή όχι φρενάρισμα, στα­σιμότητα, σάπισμα κλπ. Η «κυριαρχία» αυτή υπήρχε πάντα αλλά δεν εμπόδιζε τους Μαρξ και Λένιν να μιλούν για φρενάρισμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, για σάπισμα ο δεύτερος κλπ. Ο λόγος είναι απλός. Καταρχήν, το να κυριαρχεί μια τάση δεν σημαίνει ότι «εξαφανίζει» την αντίθετη της. Κυρίως, όμως, η «κυριαρχία» της τάσης αύξησης της παραγωγικότητας, ότι το «μακροπρόθεσμο κοινωνικό αποτέλεσμα της κεφαλαιακής σχέσης είναι η τάση για αύξηση της παραγωγής και της πα­ραγωγικότητας», δεν σημαίνει καθόλου ότι κυριαρχεί η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η κα­πιταλιστική συσσώρευση οδηγεί νομοτελειακά στην αύξηση της παραγωγικότητας (δηλ. στην «ανά­πτυξη» των παραγωγικών δυνάμεων) μα ταυτόχρονα μέσα ακριβώς απ’ αυτό στις κρίσεις υπερσυσσώρευσης (δηλ. στη στασιμότητα, την καταστροφή και το φρενάρισμα παραγωγικών δυνάμεων), χώρια τη σχετική και απόλυτη εξαθλίωση του προλεταριάτου.

Πρόκειται για το «όριο» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που αναφέρει ο Μαρξ στον 3° τό­μο του Κεφάλαιου: «το αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο». Ή πιο αναλυτικά: «Η αντίφαση, εκφρασμένη στην πιο γενική της μορφή, συνίσταται στο ότι ο κεφαλαιο-κρατικός τρόπος παραγωγής περικλείνει μια τάση απόλυτης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων [] ενώ από την άλλη, έχει σκοπό τη διατήρηση της υπάρχουσας κεφαλαιακής αξίας και τη αξιοποίη­ση της στον ανώτατο βαθμό. [] Οι μέθοδες, με τις οποίες πετυχαίνεται αυτό, συνεπάγονται: [] την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας σε βάρος των παραγμένων ήδη παραγωγικών δυ­νάμεων. [] Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή τείνει πάντα να ξεπεράσει αυτά τα εσωτερικά της όρια, τα ξεπερνάει, όμως, μόνο με μέσα που της αντιτάσσουν εκ νέου και σε πιο τεράστια κλίμακα αυτά τα όρια. [] Τα όρια, μέσα στα οποία μόνο μπορούν να κινηθούν η διατήρηση και η αξιοποίηση της κε­φαλαιακής αξίας, οι οποίες βασίζονται στην απαλλοτρίωση και στην πτώχευση της μεγάλης μάζας των παραγωγών, τα όρια αυτά βρίσκονται γι’ αυτό διαρκώς σε αντίφαση με τις μέθοδες παραγωγής, που είναι υποχρεωμένο να χρησιμοποιήσει το κεφάλαιο για το σκοπό του και που τείνουν προς την απε­ριόριστη [] ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας. Το μέσο -απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας- έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με τον περιορισμένο σκοπό της αξιοποίησης του υπάρχοντος κεφαλαίου. Αν λοιπόν ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής είναι ένα μέσο ιστορικής σημασίας για την ανάπτυξη της υλικής παραγωγικής δύ­ναμης και για τη δημιουργία της αντίστοιχης σαυτήν παγκόσμιας αγοράς, αποτελεί ταυτόχρονα τη μόνιμη αντίφαση ανάμεσα σ’ αυτό το ιστορικό του καθήκον και στις αντίστοιχες του κοινωνικές σχέ­σεις παραγωγής» (οι υπογ. δικές μας).

Η «τάση απόλυτης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων» δεν ταυτίζεται με την «τάση αύξησης της παραγωγικότητας»: εδώ βρίσκεται η (ηθελημένη) σύγχυση του ΓΜ. Η πρώτη περικλείνει τη δεύ­τερη. Η δεύτερη πράγματι «κυριαρχεί» μακροπρόθεσμα, μα αυτό δεν συνεπάγεται αναγκαία ότι κυ­ριαρχεί και η πρώτη, ότι αντίθετα δεν κυριαρχεί η άλλη πλευρά της «μόνιμης αντίφασης», δηλ. οι πα­λιωμένες παραγωγικές σχέσεις, το φρενάρισμα της ανάπτυξης, η καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων. Η «τοπική» ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης από την αντικατάσταση ενός εργαστηρίου έντασης εργασίας με ένα υπεραυτοματοποιημένο εργαστήριο, παράδειγμα που κατά κόρο μεταχειρίζεται ιδεο­λογικά η αστική τάξη για την απόδειξη της ακμαιότητας του καπιταλισμού, δεν συνεπάγεται γενικά μια «ανάπτυξη παραγωγικών δυνάμεων» πριν εξετάσουμε το μέγεθος της καταστροφής παραγωγικών δυ­νάμεων που συνεπιφέρει αυτή η αυτοματοποίηση σε μεγαλύτερη κλίμακα (χώρια την απόρριψη του συγκεκριμένου εργατικού δυναμικού). Σε κάθε περίπτωση, ακόμα δηλ. και στις περίοδες που κυριαρ­χούσε η «ανάπτυξη», η άρνηση του ΓΜ ότι αυτή η «ανάπτυξη» έρχεται σε ολοένα και οξύτερη σύ­γκρουση με τις παραγωγικές σχέσεις, έρχεται έτσι κι αλλιώς σε ευθεία αντίθεση με τη διαλεχτική του Κεφάλαιου. Η «κυριαρχία» της τάσης αύξησης της παραγωγικότητας κάθε άλλο παρά αναιρεί αυτή τη σύγκρουση, την αντίφαση. Ο ΓΜ έχει μάθει διαβάζει το Κεφάλαιο μονόπλευρα, «επιστημονικά» με τη θετικιστική έννοια, μονάχα από την «αισιόδοξη» για το κεφάλαιο πλευρά, και αυτό μόνο αντι-μηχανικισμός δεν είναι…

Επανερχόμαστε στο ερώτημα μας για το ποια είναι η κύρια πλευρά της αντίθεσης παραγωγικών δυνάμεων/ παραγωγικών σχέσεων στο σύγχρονο κόσμο.

Πρώτο, συντελείται στις μέρες μας μια διαρκής και χωρίς προηγούμενο σε κλίμακα καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, με χτυπητά παραδείγματα τη βιομηχανική αποσάθρωση των πρώην ανατολι­κών χωρών και την οικονομική ανατίναξη μιας σειράς χωρών της περιφέρειας, μα πρώτα απ’ όλα με την πρωτόγνωρη και τεράστιας κλίμακας απόρριψη από την παραγωγική διαδικασία δισεκατομμυρίων

ανθρώπων στα πλαίσια των διαβόητων διαρθρωτικών προσαρμογών και του «μεταβιομηχανικού μο­ντέλου ανάπτυξης». Δίπλα σ’ αυτά, ο πόλεμος όχι μόνο δεν έπαψε να αποτελεί μια μορφή «εκτόνω­σης» της αντίθεσης, καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων, αλλά πήρε στην εποχή του ιμπεριαλισμού μια περίοπτη θέση, και ξαναεντείνεται στις μέρες μας σαν τέτοια μορφή. Ακόμη και μόνο γι’ αυτό, η φλυαρία για τάσεις που «διακόπτονται μόνο προσωρινά» δείχνει την ποιότητα της σχέσης των «Θ» με την «εμπειρική πραγματικότητα» και με το μαρξισμό.

Δεύτερο, όπως σωστά παραδέχεται και ο Μπετελέμ, «ο Όικονομισμός’ χαρακτηρίζεται από το γε­γονός ότι τείνει να ταυτίσει τις παραγωγικές δυνάμεις με τα υλικά μέσα παραγωγής, αρνούμενος έτσι, ότι η κύρια παραγωγική δύναμη αποτελείται από τους ίδιους τους παραγωγούς»40, δηλ. τον άνθρωπο. Ας ψάξουν να βρουν οι εγχώριοι οπαδοί του Μπετελέμ πώς συμβιβάζεται ο αρειμάνιος δήθεν αντι-οικονομισμός τους με τη θέση ότι δεν έχουμε τροχοπέδη των παραγωγικών δυνάμεων, στην εποχή της πιο μαζικής απόρριψης ανθρώπινου δυναμικού που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα! Αλλά δεν είναι μο­νάχα αυτό. Με την τυπική και πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο και ακόμη περισσότε­ρο με την τυπική και πραγματική υπαγωγή της επιστήμης στο κεφάλαιο και το συνδυασμένο αποτέλε­σμα της περιβόητης ΕΤΕ, ο εργαζόμενος υποβιβάζεται ολοένα και περισσότερο σε μια χειρωνακτική ή διανοητική «βίδα». Η επιδίωξη ανάπτυξης τεχνητής νοημοσύνης στη νεκρή εργασία συμβαδίζει με την τάση παραπέρα αχρήστευσης του νου της ζωντανής εργασίας, τάση βέβαια που δεν αποτελεί «αντικει­μενική» εξέλιξη της τεχνικής έξω, δηλαδή, από τις ταξικές σχέσεις μέσα στις οποίες αναπτύσσεται αυ­τή η τεχνική. Έτσι, οι τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων του ανθρώπου που ανοίγει η ρομποτική κλπ ακυρώνονται όχι μόνο από την υπερσυσσώρευση κεφαλαίου αλλά και από την πολλαπλάσια παραγωγική δύναμη του μυαλού και της δημιουργικότητας δισεκατομμυρίων εργαζόμενων που φυλακίζει αυτή η «ανάπτυξη» των παραγωγικών δυνάμεων. Η απόσταση (αποξένω­ση) ανάμεσα στο «ανθρώπινο» και το «τεχνικά αναγκαίο» έχει γίνει άβυσσος όχι γιατί αυτό ήταν τε­χνικά αναγκαίο αλλά λόγω των σχέσεων εκμετάλλευσης μέσα στις οποίες διαμορφώθηκε αυτή η τε­χνική. Τέλος, έχει ιδιαίτερη σημασία να επισημάνουμε πως, αν οι μπολσεβίκοι του 1920 υποχρεώνο­νταν να απαντήσουν στο δυτικό ταιηλορισμό με το «σοβιετικό ταιηλορισμό» αυτό δεν θα ήταν αντί­στοιχα το ίδιο αναγκαίο στις σημερινές συνθήκες.

Τρίτο, η λεγόμενη «έκρηξη τεχνολογίας» συμβαδίζει με την μεγαλύτερη από ποτέ στην ιστορία του καπιταλισμού συγκράτηση αυτής της τεχνολογικής εξέλιξης στα ασφυκτικά όρια της κριτηρίων της κερδοφορίας, της εμπορευματοποίησης, της αναπαραγωγής των σχέσεων εξουσίας. Κυρίως, αυτή η «έκρηξη» κάθε άλλο παρά απολήγει σε μια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ακριβώς λόγω των «κριτηρίων». Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σύγχρονη επισιτιστική (αγροτοβιομηχανική) παρα­γωγή: την ίδια στιγμή που η αντίστοιχη γνώση και τεχνολογία αποτελεί καμαρωτό τμήμα της «έκρη­ξης» και θα μπορούσε να δώσει λύση στο επισιτιστικό πρόβλημα του πλανήτη στο σύνολο του, η «έ­κρηξη» συμβαδίζει με τη χειροτέρευση του επισιτισμού όσο και της διατροφικής υγιεινής και τις απαι­τήσεις μιας οικολογικής αειφόρου ανάπτυξης. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο γιατί υπάρχει υπερπαραγωγή αλλά και γιατί η διαφοροποίηση των προϊόντων και οι διεθνείς ρυθμίσεις (GΑΤΤ κλπ) -κατά συνέπεια και η τεχνογνωσία και διαχείριση των γεωργικών πόρων- είναι αλλού προσανατολισμένες, και πάντως όχι στην ανάπτυξη (ποσοτικά και ποιοτικά) των επισιτιστικών παραγωγικών δυνάμεων. Πχ η προσαρ­μογή της ελληνικής γεωργίας στην ΚΑΠ, παρά την καπιταλιστικοποίηση και την αύξηση της παραγω­γικότητας (sic) καθόλου δεν σημαίνει μια «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» της ελληνικής γε­ωργίας, ίσα-ίσα συμβαδίζει με τη στασιμότητα της παραγωγής.

Τέταρτο, γύρω από την επιστήμη, έναν από τους κατεξοχήν δείκτες. Παρά τα επιφαινόμενα και υποβαλλόμενα για μαζική κατανάλωση, το σύγχρονο τέλμα της επιστήμης που η έναρξη του συμπίπτει πάνω κάτω με την υποχώρηση του επαναστατικού κινήματος και το ξέσπασμα της παρούσας κρίσης στη δεκαετία του ‘70, δεν έχει προηγούμενο τα τελευταία 100 χρόνια. Με εξαίρεση κυρίως τη γενετική βιολογία, η σύγχρονη τεχνολογική εξέλιξη βασίζεται σε καινοτομίες και επιστημονικά άλματα που συ­ντελέστηκαν μέχρι την πρώτη μεταπολεμική περίοδο (υπολογιστές και κυβερνητική, ημιαγωγοί, αερο­διαστημική, τηλεπικοινωνίες, λέιζερ, πυρηνική σχάση κλπ), ενώ η «βασική έρευνα» έχει βαλτώσει. Η πέραση που απέκτησαν ξανά ύστερα από έναν αιώνα θεωρίες όπως το «τέλος της Φυσικής» και η «Θεωρία των Πάντων» το πιστοποιεί απ’ την ανάποδη.

Πέμπτο, έχουν δίκιο οι «Θ» όταν ισχυρίζονται ότι το σάπισμα και ο παρασιτισμός που διατύπωνε ο Λένιν το 1916 δεν ισχύουν. Πράγματι… είναι χιλιάδες φορές πιο γιγαντωμένα συγκριτικά με το 1916! Το 98.5% των ημερήσιων παγκόσμιων συναλλαγών, περίπου 1.5 τρις δολ., αφορούν το «άυλο», τη φα­νταστική οικονομία. Το «καζίνο η παγκόσμια οικονομία!» ανήκει στο χομπσιανό και γνωστό καταστροφιστή… Ντελόρ. Η διεθνής χρεομηχανή σαν μηχανισμός ιδιοποίησης υπεραξίας έχει πάρει δια­στάσεις που ήταν αδιανόητες την εποχή του Λένιν. Το «κόψιμο κουπονιών», οι «ραντιέρηδες» και τα «κράτη-εισοδηματίες» που ήταν κάτι πρωτοφανέρωτο στην εποχή του, έχουν γίνει σήμερα η κυρίαρχη

πραγματικότητα της σύμφυσης τεράστιων πολυεθνικών, διεθνών χρηματοπιστωτικών και οικονομικών οργανισμών, και ιμπεριαλιστικών κρατών. Αυτό που φοβόταν ο Χόμπσον και «επηρέασε» το Λένιν κάνοντας τον να γράψει ότι «ο καπιταλισμός έχει ξεχωρίσει τώρα μια χούφτα πολύ πλούσια και ισχυρά κράτη που ληστεύουν όλο τον κόσμο – ‘κουρεύοντας’ απλώς ‘κουπόνια’», είναι η σύγχρονη ωμή πραγματικότητα. Χώρια την γιγαντωμένη (παρασιτικότατη) παραοικονομία, χώρια τη μαφιοποίηση ολόκληρων οικονομιών, και πολλά άλλα «καινοτόμα» παρασιτικά και σάπια που δεν πρόλαβε ο Λένιν. «Ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός που σβήνει, μα δεν έσβησε, που πεθαίνει, μα δεν πέθανε» (Λένιν). «Ό καπιταλισμός που πεθαίνει’ είναι ακριβώς ο καπιταλισμός που πρέπει να πεθάνει γιατί έχουν συσσωρευτεί όλοι οι αντικειμενικοί όροι γι’ αυτό» (Γ. Χοντζέας). Με άλλα λόγια οι αντιθέσεις που γεννάει πια είναι τόσες και τόσο ανταγωνιστικές που γίνεται ολοένα και πιο επιτακτικό να γκρεμι­στεί, ότι έχουν υπερωριμάσει οι υλικοί όροι γι’ αυτό, κι όχι βέβαια ότι θα πεθάνει μόνος του. Ακόμη κι αν δεν ζούσαμε σε εποχή παγκόσμιας κρίσης, το να αμφισβητείς ότι οι παραγωγικές δυνάμεις συ­γκρούονται με τις παραγωγικές σχέσεις, ότι οι τελευταίες αποτελούν τροχοπέδη για τις πρώτες, ότι κα­θίσταται έτσι αναπόφευκτος (δηλ. αναγκαίος) ο μετασχηματισμός των παραγωγικών σχέσεων, ότι υ­πάρχει και έχει γιγαντωθεί το σάπισμα και ο παρασιτισμός σε πρωτόγνωρο βαθμό, με άλλα λόγια το να διακηρύσσεις τη ζωτικότητα του καπιταλισμού στο όνομα του… πούρου αντικαπιταλισμού και να ξιφουλκείς ενάντια στον «καταστροφισμό», δεν σημαίνει μόνο ότι έχεις πάρει διαζύγιο από την «ε­μπειρική πραγματικότητα», ότι ο υποκειμενισμός της «θεωρίας» έχει φτάσει τα όρια της τύφλωσης. Σημαίνει ότι δεν κατάλαβες τίποτα από μαρξισμό και διαλεχτική, ότι άφησες να σου ξεφύγει ίσα-ίσα το πιο βασικό, ότι η «θεωρητική αυστηρότητα» έχει μετατραπεί στο αντίθετο της: στη διολίσθηση από «μαρξιστικό» δρόμο στο ιδεολόγημα της «ακμαιότητας» της αγοράς, του «παντοδύναμου» καπιταλι­σμού. Αν οι «Θ» φαντάζονται ότι με τέτοιες θεωρίες καταπολεμούνται τάχα οι μηχανιστικές αντιλή­ψεις, η «κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας στο μαρξισμό», να τους υπενθυμίσουμε το «Θεέ μου, φύλα­γε με από τους φίλους μου, από τους εχθρούς ξέρω να φυλάγομαι και μόνος μου»…

3. Ο Ιμπεριαλισμός του Λένιν και η άρνηση του λενινισμού

Το βασικό χαρακτηριστικό των αντιλήψεων που πρεσβεύουν οι «Θ» δεν είναι η συγγένεια με τον Αλτουσέρ, τον οποίο σε πολλά σημεία «ξεπερνούν» ή εκχυδάΐζουν, αλλά η άρνηση του λενινισμού, η άρνηση της ανάλυσης του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό απ’ τα «αριστερά». Οι ιδεολογικές αφετηρίες των «Θ» είναι ένα μίγμα από ορισμένες αντιλήψεις του Αλτουσέρ, από αντιλήψεις των δεξιών και «α­ριστερών» αντιπολιτεύσεων του κομμουνιστικού κινήματος του μεσοπολέμου, καθώς και την ιδιαίτερη αντίληψη για την παγκόσμια οικονομία που δανείζεται ο ΓΜ από ορισμένους ευρωπαίους διανοούμε­νους. Αυτή η τελευταία, όπως θα δούμε, δεν απέχει από το να χαρακτηριστεί σοσιαλ-ιμπεριαλιστική με την έννοια που ο Λένιν αποκαλούσε τους ηγέτες της Β’ Διεθνούς για τη στάση τους απέναντι στην ι­μπεριαλιστική εκμετάλλευση και καταπίεση.

Όπως έχει επιχειρηθεί αμέτρητες φορές η «υπέρβαση» του μαρξισμού, κι ακόμη «υπερβαίνεται», οι «υπερβάσεις» του λενινισμού χρονολογούνται από τα πρώτα ήδη χρόνια της οχτωβριανής επανάστα­σης. Κι όπως κάθε φορά οι «υπερβάσεις» του μαρξισμού σήμαιναν -δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς-αναπαραγωγή προ-μαρξιστικών φιλοσοφικών αντιλήψεων σε νέους συνδυασμούς και μανδύα, η «υ­πέρβαση» του λενινισμού ή «επαναθεμελίωση του μαρξισμού» ή κλπ σημαίνει κατά κανόνα πισωγύρι­σμα σε στοιχεία της δευτεροδιεθνιστικής μαρξιστικής σκέψης. Τι θα πει αυτό; Θα πει ότι παρά το νεω­τεριστικό τους μανδύα, οι τέτοιες υπερβάσεις, επαναθεμελιώσεις κλπ απολήγουν σε αντιλήψεις που επί της ουσίας είναι πιο πρωτόγονες και καθυστερημένες από την όποια, πραγματική ή φανταστική, καθυ­στέρηση επιχειρούν να υπερβούν.

Τι κρατούν οι «Θ» από το καινούργιο που έφερε ο Λένιν στο μαρξισμό, δηλ. από το λενινισμό; Κρατούν μια γελοιογραφία της αντίληψης για την ανισόμετρη ανάπτυξη, την ιμπεριαλιστική αλυσίδα και τον αδύνατο κρίκο. Απορρίπτουν όλες τις άλλες τομές του λενινισμού στο μέχρι τότε μαρξισμό, τομές που εντάσσονται στην «εκλεκτικίστικη ανάγνωση» του Λένιν, στο «σοβιετικό μαρξισμό» κλπ. Τι μένει από το Λένιν; Μένει ένας… τύπος, που είναι βέβαια ξεχωριστή φιγούρα στην ιστορία του μαρξισμού, σημαντικότερος ίσως από τον πρώιμο Κάουτσκι, τον πρώιμο Πλεχάνοφ ή τη Λούξεμπουργκ, που πιστώνεται μια μεγάλη επανάσταση και είναι ως εκ τούτου μέγας επαναστάτης, αλλά που στο ιδεολογικό πεδίο είπε απλά «κάποια» πράγματα. Αν δεν έγινε αντιληπτό, το ζήτημα δεν είναι η ακριβής εκτίμηση του Λένιν. Το ζήτημα είναι η άρνηση των «Θ» ότι ο καπιταλισμός πέρασε σε ένα νέο, ανώτερο στάδιο, το στάδιο του ιμπεριαλισμού, η άρνηση των συνεπειών που έχει αυτό για μια σειρά ζητήματα. Είναι αυτή η τεράστιας σημασίας εξέλιξη που συνδέεται άρρηκτα με όλες ανεξαί-ρετα τις καινοτομίες του Λένιν, είναι οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης που απαντούν οι καινοτομίες του Λένιν και τον καθιστούν έναν μεγάλο του μαρξισμού, τον επόμενο «κλασσικό» μετά τους Μαρξ-Ένγκελς, κι όχι μόνο τον ηγέτη του Οχτώβρη «σκέτα». Ο Στάλιν έλεγε ότι ο λενινισμός είναι ο μαρξι­σμός της εποχής του ιμπεριαλισμού και της προλεταριακής επανάστασης: η «ξύλινη» αυτή θέση ισχύει ή είναι μια σταλινική ανοησία; Υπάρχει λενινισμός, έχει ουσιαστικό νόημα και περιεχόμενο ή είναι το ιδεολογικό κάλυμμα του «σταλινισμού»; Λενινισμός ίσον αδιάλλακτος αντι-ρεφορμισμός και τελεία; Ίσον συνεπής επαναστατισμός «γενικώς»; Κ.ο.κ. Για την ιστορία, πριν τις διαλέξεις του Στάλιν για τις Βάσεις του Λενινισμού, ο όρος είχε ήδη πρωτοχρησιμοποιηθεί με θετικό πρόσημο (γιατί με αρνητικό προϋπήρχε) από το Ζηνόβιεφ μετά το θάνατο του Λένιν, αλλά χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Συνε­πώς, οι κάθε είδους «λενινισμοί» που αποτελούν επί της ουσίας δευτεροδιεθνισμό ή αντι-λενινισμό έ­χουν μια ιστορία που ξεκινάει το αργότερο με την κηδεία ήδη του Λένιν.

Όταν οι καθυστερημένες σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις αναλαμβάνουν να… διορθώσουν το Λένιν

Υπάρχουν απόψεις που «απελευθερώθηκαν» απ’ το λενινισμό ανακαλύπτοντας ακόμα νεότερα στάδια όπως τον νεοκαπιταλισμό, τον ύστερο καπιταλισμό, τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό κλπ. Άλ­λοι πάλι απορρίπτουν καθαρά και παστρικά το λενινισμό. Οι «Ο» ανήκουν σε μια άλλη κατηγορία ό­πως και ο κλασσικός τροτσκισμός: απ’ τη μια, δεν βλέπουν κανένα πέρασμα του καπιταλισμού σε κά­ποιο νέο στάδιο, μα απ’ την άλλη αποφεύγουν να τα «χαλάσουν» με το Λένιν, και σφυρίζουν αδιάφο­ρα. Απ’ τη μια, το πέρασμα στον ιμπεριαλισμό δεν τους λέει απολύτως τίποτα στο πώς αναλύουν τον καπιταλισμό του 19ου αιώνα ή το σύγχρονο καπιταλισμό, τη διεθνή οικονομία, τις εσωτερικές και διε­θνείς ταξικές σχέσεις, μα απ’ την άλλη θέλουν να οικειοποιούνται το Λένιν. Πχ ο Τρότσκι έφτασε στο σημείο να πασχίζει να αποδείξει ότι ο Λένιν είχε τελικά αναγνωρίσει το δίκιο της διαρκούς επανάστα­σης, μια θεωρία ολοφάνερα αντίθετη με το Λένιν σε όλη τη γραμμή της ανάλυσης για τον ιμπεριαλι­σμό, γιατί ο Γιοφέ είχε εξομολογηθεί στον Τρότσκι πως είχε ακούσει «με τα αυτιά του» τον ίδιο το Λένιν να το παραδέχεται αλλά ο Τρότσκι «έκανε το παν» για να αποτρέψει το Γιοφέ να το δημοσιοποιήσει και ο Γιοφέ του το ξανάγραψε σε γράμμα λίγο πριν αυτοκτονήσει, και άλλα τέτοια φαιδρά…

Να που ο ΓΜ δεν πρωτοτυπεί όταν θέλει να κάνει το Λένιν με το στανιό «δικό του», να συμφωνεί διαφωνώντας και να διαφωνεί συμφωνώντας. Είδαμε παραπάνω το πώς ακριβώς ο Λένιν «εγκατέλει­ψε» τη «χομπσιανή» άποψη του για τον καπιταλισμό που πεθαίνει. Αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά στις περίτεχνες ακροβασίες με το οποίες ο ΓΜ προσπερνά την μπροσούρα για τον Ιμπεριαλισμό του Λένιν στο σύνολο της. «Η μπροσούρα του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό δεν στόχευε να αποτελέσει μια θεω­ρητική παρέμβαση (το δηλώνει άλλωστε και ο υπότιτλος της: ‘εκλαϊκευτικό σκιαγράφημα’) αλλά μια παρέμβαση κυρίαρχα πολιτική, με στόχο να δείξει την αναγκαιότητα αλλά και τη δυνατότητα της προ­λεταριακής επανάστασης. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τα υπόλοιπα έργα του της περιόδου, μέχρι το θάνατο του [!!!]. […] Σ’ ότι αφορά το θέμα που εξετάσαμε εδώ, τη διεθνοποίηση της κεφαλαιακής σχέσης, δεν έχουμε να κάνουμε με μια θεωρητική ανάλυση των δομικών χαρακτηριστικών της ιμπερια­λιστικής αλυσίδας. Έχουμε να κάνουμε με τη διατύπωση των θεωρητικών και ιδεολογικών προϋποθέσε­ων που επιτρέπουν τη διατύπωση μιας τέτοιας θεωρητικής ανάλυσης (για το σύγχρονο ιμπεριαλισμό). […] Από κει και πέρα χρειάζεται να θυμάται κανείς ότι [όπως γράφει ο Λένιν] ‘η ολόπλευρη επιστη­μονική μελέτη του ιμπεριαλισμού (…) δεν έχει ουσιαστικά τέλος, όπως δεν έχει τέλος και η επιστήμη γενικά’ί1.

Τι να πρωτοπεί κανείς… Ότι η ταχυδακτυλουργία έχει γίνει από το ΓΜ επιστήμη;

Ο ίδιος ο Λένιν προλογίζει την μπροσούρα του ένα χρόνο μετά: «Την μπροσούρα την έγραψα έχο­ντας υπόψη την τσαρική λογοκρισία. Γι’ αυτό αναγκάστηκα, όχι μόνο να περιοριστώ αυστηρότατα σε μια αποκλειστικά θεωρητική -ιδίως οικονομική- ανάλυση, μα να διατυπώσω τις λίγες απαραίτη­τες παρατηρήσεις που αφορούν την πολιτική με τη μεγαλύτερη προσοχή. […] Ελπίζω ότι η μπρο­σούρα μου θα βοηθήσει να γίνει κατανοητό το βασικό οικονομικό πρόβλημα, που χωρίς τη μελέτη του δεν μπορεί να καταλάβει κανείς τίποτα από την εκτίμηση του σύγχρονου πολέμου και της σύγχρο­νης πολιτικής, και συγκεκριμένα: το πρόβλημα της οικονομικής ουσίας του ιμπεριαλισμού» (οι υπογ. δικές μας). Ο Λένιν βάλθηκε να κουκουλώσει αυτό που ο ΓΜ ξεσκέπασε, το οφθαλμοφανές, το ηλίου φαεινότερον: δεν πρόκειται για ανάλυση μα… απλούστατα για διατύπωση των προϋποθέσεων που επι­τρέπουν τη διατύπωση μιας ανάλυσης… Κι ύστερα αυτό το «φοβερό» επιχείρημα για τον υπότιτλο «ε­κλαϊκευτικό σκιαγράφημα»;

Ο Λένιν γράφει μια μπροσούρα, ύστερα από δουλιά περίπου ενός χρόνου. Η προπαρασκευαστική αυτή δουλιά, μια θεωρητική δουλιά, είναι συγκεντρωμένη στα Τετράδια για τον Ιμπεριαλισμό, ένα ο­λόκληρο τόμο χωρίς κανένα… υπότιτλο. Όσα εκτίθενται στην μπροσούρα, βρίσκονται ήδη στα Τετρά­δια για τον Ιμπεριαλισμό, βρίσκονται και σε πολλά άλλα από τα κείμενα της εποχής. Ακόμη κι ένας μαθητής λυκείου μπορεί να διαπιστώσει πως, η αντίληψη του μονοπωλιακού καπιταλισμού γενικά μα και οι αντιλήψεις χωριστά για κάθε ιδιαίτερο γνώρισμα του ιμπεριαλισμού (πχ το «σάπισμα») είναι κυριαρχικά στη σκέψη του Λένιν, δεν είναι ένας πρόχειρος «τρόπος του λέγειν» για τις τρέχουσες α­νάγκες μιας «πολιτικής παρέμβασης». Ο ΓΜ υποστηρίζει, σάμπως να απευθύνεται σε κρετίνους, ότι η μπροσούρα για τον Ιμπεριαλισμό ήταν μια «εκλαϊκευτική» παρέμβαση χωρίς θεωρητικές αξιώσεις, κά­ποιες «διατυπώσεις» προσωρινές που αργότερα ο Λένιν μισοδιόρθωσε κλπ. Κι όμως, τρία χρόνια μετά, ο Λένιν επιμένει ίσα-ίσα ότι «σκοπός του ήταν να γίνει κατανοητή η οικονομική ουσία του ιμπεριαλι­σμού». Το κυριότερο είναι ότι, οι βασικές θέσεις και αντιλήψεις της μπροσούρας επαναλαμβάνονται, διευκρινίζονται, αναλύονται παραπέρα σε κάθε ευκαιρία και πριν και μετά μέχρι το θάνατο του, σε δε­κάδες πολιτικά και «θεωρητικά» κείμενα και λόγους του Λένιν, αλλά και στο πρόγραμμα των μπολσε­βίκων και στα κομματικά ντοκουμέντα! Αυτό είναι ένα πραγματικό και πασίγνωστο γεγονός, ένα γε­γονός που μπορεί να το επιβεβαιώσει ο καθένας, κι όχι σαν τα… «κατοπινά κείμενα» του ΓΜ, τα ανύ­παρκτα. Να λες ότι ο Λένιν δεν ήθελε να πει ακριβώς αυτά ή ότι τα μισοδιόρθωσε αργότερα, είναι σα να λες κάτι αντίστοιχο για το Μαρξ και τη θεωρία της υπεραξίας: έχει και η θεωρητική απατεωνιά τα όρια της…

Υπάρχει κάτι καλό και κάτι ακόμη χειρότερο σ’ αυτό. Το καλό είναι πως ο ΓΜ αναγνωρίζει έμμε­σα ότι ο Λένιν ήταν ο θεμελιωτής, έστω από «προχειρότητα», έστω «άθελα» του, του «σοβιετικού μαρξισμού». Το χειρότερο είναι ότι αυτή η ταχυδακτυλουργία δεν είναι η μεγαλύτερη από όσες ακο­λουθούν…

Ο ΓΜ επιτίθεται στον πυρήνα της λενινιστικής ανάλυσης, στον ίδιο τον ορισμό του ιμπεριαλισμού, στην ουσία του. Για να το πούμε με τη γλώσσα του ΓΜ, επιτίθεται στη «διατύπωση των θεωρητικών και ιδεολογικών προϋποθέσεων που επιτρέπουν τη διατύπωση μιας τέτοιας θεωρητικής ανάλυσης»: όπως κι αν το πούμε η ουσία είναι ότι ο ΓΜ διαφωνεί με το Λένιν, όσο κι αν πασχίζει να υποβαθμίσει τη διαφωνία. Ο ΓΜ εντάσσει τον Ιμπεριαλισμό του Λένιν στις «κλασσικές θεωρίες για τον ιμπεριαλι­σμό» μαζί με αυτές του Χίλφερντινγκ, του (πρώιμου) Μπουχάριν, της Λούξεμπουργκ. Οι «κλασσικές θεωρίες» λοιπόν, μαζί κι αυτή του Λένιν, «περιέχουν όχι λίγες αντιφάσεις ή ανολοκλήρωτες (και ατεκ­μηρίωτες) θεωρητικές διατυπώσεις και, ακόμα, φλερτάρουν ως ένα βαθμό με την αστική ιδεολογία,

δηλ. εγκαταλείπουν κάποτε το θεωρητικό έδαφος της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Τα προβλή­ματα αυτά έχουν όλα αναπαραχθεί και στο εσωτερικό των σύγχρονων αντιλήψεων για τον ιμπεριαλι­σμό. Έτσι, συχνά, οι σύγχρονες θεωρίες δεν αποτελούν παρά εκλεκτικίστικες αναδιατυπώσεις της επι­χειρηματολογίας και των θέσεων των κλασσικών θεωριών για τον ιμπεριαλισμό». «Τη δυνατότητα για μια τέτοια ανάγνωση [εκλεκτικίστικη] παρέχει η ‘εκλαϊκευτική’ πολιτική πολεμική του Λένιν»42.

Ο ΓΜ πασχίζει να κρυφτεί πίσω από το δάχτυλο του. Ο λαμπρός αυτός θεωρητικός θα έπρεπε κα­ταρχήν να πάρει μια… απόφαση: η μπροσούρα του Λένιν απλά «παρέχει τη δυνατότητα για μια εκλε­κτικίστικη ανάγνωση» (τι χαριτωμένη έκφραση!) ή περιέχει η ίδια «όχι λίγες αντιφάσεις», «ανολοκλή­ρωτες και ατεκμηρίωτες θεωρητικές διατυπώσεις» που «φλερτάρουν ως ένα βαθμό με την αστική ιδε­ολογία» και «εγκαταλείπουν κάποτε το θεωρητικό έδαφος της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας»; Οι αντιλήψεις των λενινιστών για τον ιμπεριαλισμό είναι λαθεμένες επειδή «αναπαράγουν» αυτές τις αντιφάσεις, τα ατεκμηρίωτα, το φλερτ με την αστική ιδεολογία και την εγκατάλειψη του μαρξισμού, ή επειδή αποτελούν μια «εκλεκτικίστικη αναδιατύπωση» της επιχειρηματολογίας και των θέσεων του Λένιν; Αν συμβαίνουν και τα δύο, τότε τι ακριβώς νόημα έχει η «παροχή δυνατότητας για μια εκλεκτι­κίστικη ανάγνωση»; Ότι το αρχικό λάθος βρίσκεται μεν στη θεωρία του Λένιν, μα το ακόμα μεγαλύτε­ρο λάθος που κάνουν οι επίγονοι λενινιστές οφείλεται όχι στην ανάπτυξη του αρχικού λάθους αλλά στην εκλεκτικίστικη, δηλ. στη… λαθεμένη ανάγνωση του λάθους που, όμως, την ευθύνη γι’ αυτό την έχει η εκλαϊκευτική διατύπωση του αρχικού λάθους από τον ίδιο το Λένιν που «παρείχε» τη «δυνατό­τητα»; Αδικούμε σε κάτι το βάθος της θεωρητικής σκέψης του κ. ΓΜ; Μάλλον ο ΓΜ θέλει πολύ να πει κάτι μα ταυτόχρονα θέλει πολύ και να το κρύψει. Και περδουκλώνεται μόνος του…

Κεντρική σκέψη, βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης του Λένιν, είναι ότι ο καπιταλισμός έχει πε­ράσει σε ένα νέο, στο ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, τον μονοπωλιακό καπιταλισμό, τον ιμπερια­λισμό. Ο Λένιν παραθέτει σκόπιμα λεπτομερή στατιστικά στοιχεία ακόμη και στην «εκλαϊκευτική» μπροσούρα, για να αποδείξει και να τονίσει ότι δεν πρόκειται ακριβώς για κάποιες ποσοτικές αλ­λαγές αλλά για μια ποιοτική αλλαγή, για «το πέρασμα της ποσότητας σε ποιότητα, το πέρασμα του αναπτυγμένου καπιταλισμού στον ιμπεριαλισμό», ότι ο τελευταίος «αποτελεί χωρίς αμφιβολία ιδιαίτε­ρο στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού». Πέντε είναι τα βασικά γνωρίσματα της οικονομικής ουσίας του ιμπεριαλισμού, ο οικονομικός ορισμός του: «ο ιμπεριαλισμός είναι ο καπιταλισμός στο στάδιο ε­κείνο της ανάπτυξης, στο οποίο έχει διαμορφωθεί η κυριαρχία των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου, έχει αποκτήσει εξαιρετική σημασία η εξαγωγή κεφαλαίου, έχει αρχίσει το μοίρασμα του κόσμου από τα διεθνή τραστ κι έχει τελειώσει το μοίρασμα όλων των εδαφών της γης από τις μεγαλύ­τερες κεφαλαιοκρατικές χώρες». Σαν αποτέλεσμα της όξυνσης όλων των αντιθέσεων στην οποία οδη­γούν αυτά τα γνωρίσματα, ο ιμπεριαλισμός είναι ο καπιταλισμός που πεθαίνει, η παραμονή της προλε­ταριακής επανάστασης. Έχουμε μπει σε μια νέα ιστορική εποχή.

Ο ΓΜ διαφωνεί μ’ όλα αυτά. Δεν αποδέχεται ότι ο καπιταλισμός των μονοπωλίων και του χρημα­τιστικού κεφαλαίου οδήγησε σε μια νέα εποχή, ότι συνιστά μια νέα ποιότητα. Αποδέχεται μονάχα τη «διαμόρφωση της μερίδας του μεγάλου κεφαλαίου ως ηγεμονικής μερίδας στο εσωτερικό της αστικής τάξης». Δεν αποδέχεται τις «θεωρίες της εξάρτησης» χωρών από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Καμιάς χώρας! Δεν αποδέχεται ότι υπάρχει μοίρασμα (κυριαρχία) της παγκόσμιας αγοράς ανάμεσα στα πο­λυεθνικά πολυκλαδικά μονοπώλια και μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Υπάρχουν «σφαίρες επιρροής», «ηγεμονίες», «ιεραρχικές κλίμακες», «ανισοβαρείς διασυνδέσεις» (sic) κλπ αλλά «κυριαρχούμενοι κοινωνικοί σχηματισμοί» δεν υπάρχουν! (όπως είπαμε, η μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα απουσιάζει συστηματικά από τις ιδεολογικές αντιλήψεις των «Θ»). Εννοείται, για τον καπιταλισμό που πεθαίνει, για το σάπισμα και τον παρασιτισμό, δεν θέλει… να ακούει ούτε κουβέντα. Δεν αποδέχεται λοιπόν την «αντίληψη ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται σ’ ένα ιδιαίτερο ιστο­ρικό στάδιο της ανάπτυξης του». Την ειρωνεύεται: «βέβαια, τίποτα δεν μοιάζει πιο φυσικό απ’ αυτό: Ό ιμπεριαλισμός αποτελεί το σύγχρονο στάδιο του καπιταλισμού’, το κοινωνικό καθεστώς για την α­νατροπή του οποίου μάχεται η Αριστερά…».

Οι «Θ» δεν αποδέχονται συνολικά την ύπαρξη «παγκόσμιου καπιταλισμού», παρά μόνο τη «συ­νάρθρωση καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών». Είδαμε παραπάνω πώς ο ΓΜ τσουβαλιάζει Χίλφερντινγκ, Λούξεμπουργκ και Λένιν στις «κλασσικές θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό» ενώ είχαν ση­μαντικότατες διαφορές. Το ίδιο τσουβαλιάζει από Λένιν μέχρι Σαμίρ Αμίν, Σουήζι κλπ στις «θεωρίες του παγκόσμιου καπιταλισμού». Ο Ιμπεριαλισμός του Λένιν είναι εννοείται κι αυτός μια «θεωρία του παγκόσμιου καπιταλισμού», όπως και όλες οι «κλασσικές» και «σύγχρονες θεωρίες για τον ιμπεριαλι­σμό».

Συντελέστηκε λοιπόν κάποια σοβαρή ποιοτική αλλαγή του καπιταλισμού στους δυο προηγούμε­νους αιώνες; «Από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όλες οι χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού περνούν από το ιστορικό στάδιο του καπιταλισμού της απόλυτης υπεραξίας [επιμήκυνση της εργάσιμης μέρας, παιδική εργασία κλπ] στο ιστορικό στάδιο του καπι­ταλισμού της σχετικής υπεραξίας [αύξηση της παραγωγικότητας, επιστημονική οργάνωση κλπ]». «Ο καπιταλισμός της σχετικής υπεραξίας αποτελεί το στάδιο εκείνο εξέλιξης των καπιταλιστικών σχηματι­σμών που ιστορικά ονομάστηκε Ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού’ ή ‘μονοπωλιακός καπιταλισμός’. Πρόκειται για την αναδιοργάνωση, μέσα στην ιστορική διαδικασία της πάλης των τάξεων, των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας, η οποία διαπλέκεται [sic] με την ταυτόχρονη [sic] ιμπεριαλι­στική επέκταση του κεφαλαίου». Ο 20ος αιώνας, ο πρώτος αιώνας στην εποχή του ιμπεριαλισμού και της προλεταριακής επανάστασης, αιώνας πρωτοφανέρωτων παγκόσμιων οικονομικών κρίσεων και πο­λέμων, παγκόσμιων επαναστατικών θυελλών και αντεπαναστατικών επεμβάσεων, εθνικοαπελευθερω-τικών αγώνων και αποπειρών μετάβασης, όλα αυτά, δεν είναι προφανώς παρά… «συγκυρίες» της τα­ξικής πάλης που… «διαπλέχθηκαν» με τους αναπτυγμένους καπιταλισμούς που έχουν περάσει στο «στάδιο της σχετικής υπεραξίας»… Τι είναι η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση; Τίποτα το ιδιαίτερο… η παραπέρα διεθνοποίηση του κεφαλαίου, η παραπέρα επέκταση ανταγωνιζόμενων αναμεταξύ τους ε­θνικών κεφαλαίων όπως το αμερικάνικο… το ελληνικό κλπ. Να που η άποψη του ΓΜ συμπίπτει απ’ την ανάποδη με ορισμένες «μ-λ» δηλ. «σταλινικές σοβιετομαρξιστικές» απόψεις: πχ «ιμπεριαλισμό είχαμε πάντα, ιμπεριαλισμό έχουμε και τώρα», «παγκοσμιοποίηση με την έννοια του διεθνούς εμπορί­ου και της αποικιοκρατίας υπάρχει από το 16ο αιώνα» και άλλες τέτοιες σοφές παντοτινές μ-λ αλή­θειες…

Το βασικό πρόβλημα των «κλασσικών θεωριών για τον ιμπεριαλισμό» όπως του Λένιν, σύμφωνα με το ΓΜ, είναι ότι συγχέουν το σύγχρονο καπιταλισμό ο οποίος «μπορεί να ονομάζεται ‘μονοπωλιακός’», με την «οικονομική και πολιτική επέκταση του καπιταλισμού, τα φαινόμενα δηλαδή, τα οποία ονομάζονταν Ίμπεριαλισμός’ ήδη πριν από τη διατύπωση των μαρξιστικών θεωριών». Για τις θεωρίες αυτές «υφίσταται μια αιτιακή σχέση ανάμεσα στα δομικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου (‘μονοπωλιακού’) καπιταλισμού και στην ιμπεριαλιστική επέκταση του κεφαλαίου. Ο ιμπεριαλισμός είναι για τις θεωρίες αυτές το αναγκαστικό αποτέλεσμα της κυριαρχίας του μονοπωλιακού καπιταλισμού. […] Πρόκειται για τη σύγχυση ανάμεσα στα δύο αντικείμενα της θεωρίας (σύγχρονος καπιταλισμός – επέ­κταση του κεφαλαίου), ή ακόμα για την ταύτιση των δύο αυτών αντικειμένων. Αυτή η σύγχυση-ταύτιση αποτελεί κοινό τόπο για όλες τις κλασικές θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό. […] Ακόμα και στις αναλύσεις του Λένιν και του Ηΐ1ίεπΙΐη§ μπορούμε εύκολα να αναγνωρίσουμε μια ανάλογη σύγχυση. Στο σημείο αυτό είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικός ο ορισμός του Λένιν: [ακολουθεί ο ορισμός του Λέ­νιν που δώσαμε παραπάνω]. Αυτή η ταύτιση του ιμπεριαλισμού γενικά (τόσο σαν επέκταση του κεφα­λαίου, όσο και σαν ιμπεριαλιστική πολιτική) με την ‘κυριαρχία των μονοπωλίων και του χρηματιστι­κού κεφαλαίου’ υποβιβάζει την (ιμπεριαλιστική) πολιτική σε απλή αντανάκλαση της οικονομικής βά­σης».

Εδώ βρίσκεται όλη η ουσία της αντι-λενινιστικής άποψης του ΓΜ και των «Θ» για τον ιμπεριαλι­σμό. Η φλυαρία για «σύγχυση» και «ταύτιση» δεν υπογραμμίζει παρά το βασικό, ότι δηλ. ο ΓΜ αρνεί­ται πως «υφίσταται μια αιτιακή σχέση ανάμεσα στα δομικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου (‘μονοπωλιακού’) καπιταλισμού και στην ιμπεριαλιστική επέκταση του κεφαλαίου», αρνείται ότι «ο ιμπεριαλι­σμός είναι το αναγκαστικό αποτέλεσμα της κυριαρχίας του μονοπωλιακού καπιταλισμού» (θεμελιώδης θέση του Λένιν). Παρά την «αναδιοργάνωση των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας που διαπλέκεται με την ταυτόχρονη ιμπεριαλιστική επέκταση» και άλλα τέτοια χαριτωμένα, υπάρχει μια απλή αλήθεια που δεν μπορούν να κρύψουν ο ΓΜ και οι «Θ»: η άποψη τους αποτελεί επανέκδοση της εξαιρετικά καθυστερημένης και «πρωτόγονης» για το σήμερα αντίληψης της Β’ Διεθνούς για τον ιμπεριαλι­σμό, που ακριβώς ξεπέρασε ο Λένιν. Ποια ήταν η αντίληψη εκείνη; Ποιο ήταν ένα βασικό θεωρητικό ζήτημα αντιπαράθεσης ανάμεσα στο μπολσεβικισμό και τους εκπρόσωπους της Β’ Διεθνούς; Ήταν ακριβώς το αν η επέκταση και ο ιμπεριαλισμός ήταν απλά μια «πολιτική» των αναπτυγμένων καπιτα­λιστικών χωρών (απ’ όπου πρόκυπτε μια σοσιαλπασιφιστική κατεύθυνση για το εργατικό κίνημα) ή αν αντίθετα είναι κυρίαρχο χαρακτηριστικό, «δομικό» -όπως θα έλεγε και ο στρουκτουραλιστής ΓΜ- του καπιταλισμού στο ανώτερο του στάδιο, της οικονομικής ουσίας του ιμπεριαλισμού όπως ορίζεται από το Λένιν, του μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Γράφει ο Λένιν στον Ιμπεριαλισμό: «Ενάντια στις βασικές ιδέες που εκφράζονται στον ορισμό του ιμπεριαλισμού που δώσαμε εμείς αντιτάχθηκε ο Κάουτσκι με τον πιο αποφασιστικό τρόπο και το 1915, μα ακόμη και το Νοέμβρη του 1914, δηλώνοντας ότι με την έννοια ιμπεριαλισμός δεν πρέ­πει να εννοούμε μια ‘φάση’ ή βαθμίδα της οικονομίας, αλλά μια πολιτική, και μάλιστα τη συγκε­κριμένη πολιτική που ‘προτιμάει’ το χρηματιστικό κεφάλαιο, ότι ο ιμπεριαλισμός δεν πρέπει ‘να ταυτίζεται’ με το ‘σύγχρονο καπιταλισμό’, ότι αν με την έννοια ιμπεριαλισμός εννοούμε ‘όλα τα φαινόμενα του σύγχρονου καπιταλισμού’ -τα καρτέλ, τον προστατευτισμό, την κυριαρχία των χρημα­τιστών, την αποικιακή πολιτική- τότε το ζήτημα της ανάγκης του ιμπεριαλισμού για τον καπιταλισμό ανάγεται στην ‘πιο ρηχή ταυτολογία, γιατί τότε Ό ιμπεριαλισμός αποτελεί φυσικά ζωτική ανάγκη για

τον καπιταλισμό’ κλπ» (οι υπογ. δικές μας). Μήπως οι απόψεις του ΓΜ που δεν διαβάζει εκλεκτικίστι-κα το Λένιν σαν εμάς τους σοβιετο μαρξιστές, είναι λιγάκι καουτσκικές;

Και συνεχίζει ο ΓΜ: «Αυτό που δεν λαμβάνεται υπόψη είναι η σχετική αυτονομία του Πολιτικού, όπως πχ αυτό εκφράζεται στον ιστορικά διαμορφωμένο ανταγωνισμό ανάμεσα σε ορισμένα αστικά κράτη, στην εγγενή τάση επέκτασης των συνόρων κυριαρχίας του αστικού κράτους, ιδιαίτερα όταν παραμένουν ανοιχτά τα ‘εθνικά ζητήματα’ κλπ. Είναι μάλιστα κατά κανόνα οι εθνικιστικοί ανταγω­νισμοί ο παράγοντας που επικαθορίζει τις οικονομικές τάσεις εξέλιξης και οδηγεί στους ιμπεριαλι­στικούς πολέμους. […] Όταν, όμως υποτιμάται ο ρόλος του πολιτικού επιπέδου η θεωρητική ανάλυση τείνει αναγκαστικά προς τον οικονομισμό» (οι υπογ. δικές μας).

Συνεχίζει και ο Λένιν: «Ο ορισμός του Κάουτσκι λέει: Ό ιμπεριαλισμός είναι προϊόν του πολύ α­ναπτυγμένου βιομηχανικού καπιταλισμού. Συνίσταται στην τάση κάθε βιομηχανικού καπιταλιστικού έθνους να προσαρτά ή να υποτάσσει όλο και μεγαλύτερες αγροτικές περιοχές, άσχετα από το ποια έθνη τις κατοικούν’. Αυτός ο ορισμός δεν αξίζει απολύτως τίποτε, γιατί είναι μονόπλευρος, δηλ. ξε­χωρίζει αυθαίρετα μονάχα το εθνικό ζήτημα […]. Ο ιμπεριαλισμός είναι η τάση για προσαρτήσεις: να πού καταλήγει το πολιτικό μέρος του ορισμού του Κάουτσκι. Είναι σωστό αλλά στο έπακρο ατελές, γιατί πολιτικά ο ιμπεριαλισμός είναι γενικά η τάση προς τη βία και την αντίδραση. Εδώ όμως μας α­πασχολεί η οικονομική πλευρά της υπόθεσης. […] Ο ορισμός του Κάουτσκι δεν είναι μόνο λαθεμέ­νος και μη μαρξιστικός. Χρησιμεύει σαν βάση ενός ολόκληρου συστήματος απόψεων, που ξεκόβουν σε όλη τη γραμμή και με τη μαρξιστική θεωρία και με τη μαρξιστική πράξη. […] Δεν είναι καθόλου σοβαρή η συζήτηση που προκάλεσε ο Κάουτσκι γύρω από λέξεις: αν πρέπει να ονομαστεί η νεότατη βαθμίδα του καπιταλισμού ιμπεριαλισμός ή βαθμίδα του χρηματιστικού κεφαλαίου. Ονομάστε την όπως θέλετε, το ίδιο κάνει. Η ουσία του ζητήματος βρίσκεται στο ότι ο Κάουτσκι αποσπάει την πολιτική του ιμπεριαλισμού από την οικονομία του […]. Βγαίνει έτσι ότι τα μονοπώλια στην οικο­νομία μπορούν να συνυπάρχουν με ένα όχι μονοπωλιακό, όχι βίαιο, όχι αρπακτικό τρόπο δράσης στην πολιτική. Βγαίνει έτσι ότι το εδαφικό μοίρασμα της γης, που τελείωσε ακριβώς στην εποχή του χρημα­τιστικού κεφαλαίου και που αποτελεί τη βάση της ιδιομορφίας των σημερινών μορφών ανταγωνισμού ανάμεσα στα μεγαλύτερα καπιταλιστικά κράτη, μπορεί να συνυπάρχει με μια μη ιμπεριαλιστική πολι­τική» (οι υπογ. δικές μας).

Ο ΓΜ ερμηνεύει την επέκταση έχοντας μείνει -στην καλύτερη περίπτωση- στον καπιταλισμό του 19ου αιώνα και στο μαρξισμό του Κάουτσκι. Γράφει ο Λένιν: «Ο ιμπεριαλισμός είναι η άγρια πάλη των μεγάλων Δυνάμεων για το μοίρασμα και ξαναμοίρασμα του κόσμου»43, «η εποχή του ιμπεριαλι­σμού έκανε το σημερινό πόλεμο ιμπεριαλιστικό, γεννάει αναπόφευκτα νέους ιμπεριαλιστικούς πο­λέμους, έκανε πέρα για πέρα ιμπεριαλιστική την πολιτική των μεγάλων Δυνάμεων»44. Ο ΓΜ, αντί της άγριας πάλης ανάμεσα στο μεγάλο διεθνές μονοπωλιακό κεφάλαιο, ανάμεσα στις μεγάλες ιμπερια­λιστικές δυνάμεις, για το μοίρασμα και ξαναμοίρασμα του κόσμου (και μάλιστα το 1988 όχι το 1916!), βλέπει απλά «αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς» σε ανταγωνισμό, όπως τον αμερικάνικο, το γερμανικό αλλά από κοντά και τον… ελληνικό, τον ιρλανδικό κλπ, «εθνικιστικούς ανταγωνισμούς που επικαθορίζουν τις οικονομικές τάσεις εξέλιξης και οδηγούν στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους». Αντί για το μοίρασμα και ξαναμοίρασμα των αγορών ανάμεσα στις διεθνείς μονοπωλιακές ενώσεις του κεφαλαίου, αντί κατά συνέπεια για το μοίρασμα και ξαναμοίρασμα του κόσμου ανάμεσα τους ιμπε­ριαλιστές, μοίρασμα που γεννάει αναπόφευκτα τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, βλέπει απλά «εγγενή τάση επέκτασης των συνόρων κυριαρχίας του αστικού κράτους» των ανταγωνιζόμενων εθνικισμών, και μάλιστα «ιδιαίτερα όταν παραμένουν ανοιχτά τα ‘εθνικά ζητήματα’» (!!!), «ιστορικά διαμορφωμέ­νους ανταγωνισμούς ανάμεσα σε ορισμένα αστικά κράτη»: σούπερ-πρωτοποριακές, υπερσύγχρονες και μπροστά από την εποχή τους… σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις των αρχών του αιώνα και όχι σαν τις καθυστερημένες τις μ-λ…

Παρ’ όλα αυτά ο ΓΜ κατηγορεί όσους συμφωνούν στα παραπάνω με το Λένιν για «δογματική κω­δικοποίηση, παραποίηση και εκλεκτικιστική ανάγνωση ορισμένων από τις απόψεις για τον ιμπεριαλι­σμό και την ‘κυριαρχία των μονοπωλίων’, που ο Λένιν είχε δανειστεί από το Hilferding και το Hobson», και για τον εαυτό του κρατάει τον τίτλο του αυθεντικού ερμηνευτή των απόψεων του Λέ­νιν…

Μα δεν είναι μόνο αυτό. Σαν συνέπεια της παραπάνω αντίληψης, ο ΓΜ τσουβαλιάζει αδιάκριτα τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους με τους εθνικούς πολέμους γενικά, σάμπως να μην υπάρχουν στην ε­ποχή του ιμπεριαλισμού δίκαιοι εθνικοί πόλεμοι ενάντια στον ιμπεριαλισμό, όπως πχ ο πρόσφατος πό­λεμος που διεξήγε από τη δική της πλευρά η Σερβία ενάντια στους ιμπεριαλιστές του ΝΑΤΟ. Μιας και η μόνη κατά τη γνώμη του ΓΜ περίπτωση που ο σοβιετικός μαρξισμός δεν κατάφερε να σταθεροποιή­σει την κυριαρχία του είναι το ΚΚ Κίνας, παραθέτουμε το παρακάτω: «Κάνουμε διάκριση ανάμεσα τον καπιταλισμό’ κλπ» (οι υπογ. δικές μας). Μήπως οι απόψεις του ΓΜ που δεν διαβάζει εκλεκτικίστικα το Λένιν σαν εμάς τους σοβιετο μαρξιστές, είναι λιγάκι καουτσκικές;

Και συνεχίζει ο ΓΜ: «Αυτό που δεν λαμβάνεται υπόψη είναι η σχετική αυτονομία του Πολιτικού, όπως πχ αυτό εκφράζεται στον ιστορικά διαμορφωμένο ανταγωνισμό ανάμεσα σε ορισμένα αστικά κράτη, στην εγγενή τάση επέκτασης των συνόρων κυριαρχίας του αστικού κράτους, ιδιαίτερα όταν παραμένουν ανοιχτά τα ‘εθνικά ζητήματα’ κλπ. Είναι μάλιστα κατά κανόνα οι εθνικιστικοί ανταγω­νισμοί ο παράγοντας που επικαθορίζει τις οικονομικές τάσεις εξέλιξης και οδηγεί στους ιμπεριαλι­στικούς πολέμους. […] Όταν, όμως υποτιμάται ο ρόλος του πολιτικού επιπέδου η θεωρητική ανάλυση τείνει αναγκαστικά προς τον οικονομισμό» (οι υπογ. δικές μας).

Συνεχίζει και ο Λένιν: «Ο ορισμός του Κάουτσκι λέει: Ό ιμπεριαλισμός είναι προϊόν του πολύ α­ναπτυγμένου βιομηχανικού καπιταλισμού. Συνίσταται στην τάση κάθε βιομηχανικού καπιταλιστικού έθνους να προσαρτά ή να υποτάσσει όλο και μεγαλύτερες αγροτικές περιοχές, άσχετα από το ποια έθνη τις κατοικούν’. Αυτός ο ορισμός δεν αξίζει απολύτως τίποτε, γιατί είναι μονόπλευρος, δηλ. ξε­χωρίζει αυθαίρετα μονάχα το εθνικό ζήτημα […]. Ο ιμπεριαλισμός είναι η τάση για προσαρτήσεις: να πού καταλήγει το πολιτικό μέρος του ορισμού του Κάουτσκι. Είναι σωστό αλλά στο έπακρο ατελές, γιατί πολιτικά ο ιμπεριαλισμός είναι γενικά η τάση προς τη βία και την αντίδραση. Εδώ όμως μας α­πασχολεί η οικονομική πλευρά της υπόθεσης. […] Ο ορισμός του Κάουτσκι δεν είναι μόνο λαθεμέ­νος και μη μαρξιστικός. Χρησιμεύει σαν βάση ενός ολόκληρου συστήματος απόψεων, που ξεκόβουν σε όλη τη γραμμή και με τη μαρξιστική θεωρία και με τη μαρξιστική πράξη. […] Δεν είναι καθόλου σοβαρή η συζήτηση που προκάλεσε ο Κάουτσκι γύρω από λέξεις: αν πρέπει να ονομαστεί η νεότατη βαθμίδα του καπιταλισμού ιμπεριαλισμός ή βαθμίδα του χρηματιστικού κεφαλαίου. Ονομάστε την όπως θέλετε, το ίδιο κάνει. Η ουσία του ζητήματος βρίσκεται στο ότι ο Κάουτσκι αποσπάει την πολιτική του ιμπεριαλισμού από την οικονομία του […]. Βγαίνει έτσι ότι τα μονοπώλια στην οικο­νομία μπορούν να συνυπάρχουν με ένα όχι μονοπωλιακό, όχι βίαιο, όχι αρπακτικό τρόπο δράσης στην πολιτική. Βγαίνει έτσι ότι το εδαφικό μοίρασμα της γης, που τελείωσε ακριβώς στην εποχή του χρημα­τιστικού κεφαλαίου και που αποτελεί τη βάση της ιδιομορφίας των σημερινών μορφών ανταγωνισμού ανάμεσα στα μεγαλύτερα καπιταλιστικά κράτη, μπορεί να συνυπάρχει με μια μη ιμπεριαλιστική πολι­τική» (οι υπογ. δικές μας).

Ο ΓΜ ερμηνεύει την επέκταση έχοντας μείνει -στην καλύτερη περίπτωση- στον καπιταλισμό του 19ου αιώνα και στο μαρξισμό του Κάουτσκι. Γράφει ο Λένιν: «Ο ιμπεριαλισμός είναι η άγρια πάλη των μεγάλων Δυνάμεων για το μοίρασμα και ξαναμοίρασμα του κόσμου»43, «η εποχή του ιμπεριαλι­σμού έκανε το σημερινό πόλεμο ιμπεριαλιστικό, γεννάει αναπόφευκτα νέους ιμπεριαλιστικούς πο­λέμους, έκανε πέρα για πέρα ιμπεριαλιστική την πολιτική των μεγάλων Δυνάμεων»44. Ο ΓΜ, αντί της άγριας πάλης ανάμεσα στο μεγάλο διεθνές μονοπωλιακό κεφάλαιο, ανάμεσα στις μεγάλες ιμπερια­λιστικές δυνάμεις, για το μοίρασμα και ξαναμοίρασμα του κόσμου (και μάλιστα το 1988 όχι το 1916!), βλέπει απλά «αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς» σε ανταγωνισμό, όπως τον αμερικάνικο, το γερμανικό αλλά από κοντά και τον… ελληνικό, τον ιρλανδικό κλπ, «εθνικιστικούς ανταγωνισμούς που επικαθορίζουν τις οικονομικές τάσεις εξέλιξης και οδηγούν στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους». Αντί για το μοίρασμα και ξαναμοίρασμα των αγορών ανάμεσα στις διεθνείς μονοπωλιακές ενώσεις του κεφαλαίου, αντί κατά συνέπεια για το μοίρασμα και ξαναμοίρασμα του κόσμου ανάμεσα τους ιμπε­ριαλιστές, μοίρασμα που γεννάει αναπόφευκτα τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, βλέπει απλά «εγγενή τάση επέκτασης των συνόρων κυριαρχίας του αστικού κράτους» των ανταγωνιζόμενων εθνικισμών, και μάλιστα «ιδιαίτερα όταν παραμένουν ανοιχτά τα ‘εθνικά ζητήματα’» (!!!), «ιστορικά διαμορφωμέ­νους ανταγωνισμούς ανάμεσα σε ορισμένα αστικά κράτη»: σούπερ-πρωτοποριακές, υπερσύγχρονες και μπροστά από την εποχή τους… σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις των αρχών του αιώνα και όχι σαν τις καθυστερημένες τις μ-λ…

Παρ’ όλα αυτά ο ΓΜ κατηγορεί όσους συμφωνούν στα παραπάνω με το Λένιν για «δογματική κω­δικοποίηση, παραποίηση και εκλεκτικιστική ανάγνωση ορισμένων από τις απόψεις για τον ιμπεριαλι­σμό και την ‘κυριαρχία των μονοπωλίων’, που ο Λένιν είχε δανειστεί από το Hilferding και το Ηοbson», και για τον εαυτό του κρατάει τον τίτλο του αυθεντικού ερμηνευτή των απόψεων του Λέ­νιν…

Μα δεν είναι μόνο αυτό. Σαν συνέπεια της παραπάνω αντίληψης, ο ΓΜ τσουβαλιάζει αδιάκριτα τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους με τους εθνικούς πολέμους γενικά, σάμπως να μην υπάρχουν στην ε­ποχή του ιμπεριαλισμού δίκαιοι εθνικοί πόλεμοι ενάντια στον ιμπεριαλισμό, όπως πχ ο πρόσφατος πό­λεμος που διεξήγε από τη δική της πλευρά η Σερβία ενάντια στους ιμπεριαλιστές του ΝΑΤΟ. Μιας και η μόνη κατά τη γνώμη του ΓΜ περίπτωση που ο σοβιετικός μαρξισμός δεν κατάφερε να σταθεροποιή­σει την κυριαρχία του είναι το ΚΚ Κίνας, παραθέτουμε το παρακάτω: «Κάνουμε διάκριση ανάμεσα στις εθνικιστικές χώρες που απόκτησαν πρόσφατα την ανεξαρτησία τους και στις ιμπεριαλιστικές χώ­ρες. Με βάση το κοινωνικό-πολιτικό τους σύστημα, οι εθνικιστικές χώρες έχουν βαθιές διαφορές σε σχέση με τις σοσιαλιστικές χώρες. Αλλά βαθιές αντιθέσεις τις αντιπαραθέτουν στον ιμπεριαλισμό. Στον αγώνα εναντίον του ιμπεριαλισμού και για την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας και της πα­γκόσμιας ειρήνης, τα συμφέροντα τους ταυτίζονται με εκείνα των σοσιαλιστικών χωρών».

Όταν ο μη-«σοβιετικός μαρξισμός» συγκλίνει με τους σοβιετικούς ενάντια στο ΚΚ Κίνας

Η παραπάνω τοποθέτηση του ΚΚΚ Για την ειρηνική συνύπαρξη το 1963, έκανε πολεμική με το χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό. Ήταν ακριβώς ο ρεβιζιονισμός που με την «αποσταλινοποίηση» ανα­βίωσε πολλές από τις αντιλήψεις της Β’ Διεθνούς και μαζί του Κάουτσκι. Οι ρεβιζιονιστές υπο­στήριζαν ότι ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός δεν ανήκε πλέον στις βασικές αντιθέσεις του πα­γκόσμιου καπιταλισμού, ότι ήταν πλέον δυνατή μια ιμπεριαλιστική «συλλογική αποικιοκρατία» και «πολιτική» συνεννόηση που θα απέτρεπε το ξαναμοίρασμα του κόσμου, ότι οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι δεν ήταν πλέον αναπόφευκτοι αν οι «συγκυρίες» στο επίπεδο της πολιτικής το επέτρεπαν, και άλλα πολλά, προφανώς αντι-«οικονομίστικα» σε σχέση με την περίοδο Στάλιν αν ακολουθήσουμε τη συλ­λογιστική του ΓΜ.

Δεύτερο, ήταν οι ρεβιζιονιστές που υποστήριξαν σε αντίθεση με τους μέχρι τότε «θεωρητικούς το σταλινισμού», ότι το πρόβλημα του αποικισμού και της εθνικής ανεξαρτησίας «είχε εξαλειφθεί ή βρισκόταν κοντά στην εξάλειψη του». Το ΚΚΚ στην αντιρεβιζιονιστική του πολεμική υποστήριζε ότι: «Υπάρχει εδώ μια ολόκληρη ομάδα από χώρες που ανακηρύχθηκε η ανεξαρτησία τους. Αλλά πολ­λές από τις χώρες αυτές δεν έχουν απαλλαγεί εντελώς από τον έλεγχο και την υποδούλωση των ιμπε­ριαλιστών και αποικιστών, υφίστανται πάντα την ιμπεριαλιστική καταλήστευση και επίθεση. [] Η πολιτική της καθοδήγησης του ΚΚΣΕ στο εθνικό και αποικιακό ζήτημα δεν είναι άλλη απ’ αυτή της χρεοκοπημένης 2ης Διεθνούς. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι τελευταίοι υπηρέτησαν τον παλιό αποικισμό των ιμπεριαλιστών, ενώ η πολιτική των σύγχρονων ρεβιζιονιστών εξυπηρετεί το νεοαποικισμό των ι­μπεριαλιστών. [] Οι ήρωες της 2ης Διεθνούς, που εκπροσωπούνταν από τους Μπερνστάιν και Κάου­τσκι, ήταν υπερασπιστές της παλιάς αποικιακής κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού»45. Ο ΓΜ γράφει: «Η ‘εξάρτηση’ γίνεται αντιληπτή ως σχέση ανάμεσα σε κυρίαρχους και κυριαρχούμενους κοινωνικούς σχηματισμούς. Οι εξαρτημένοι κοινωνικοί σχηματισμοί ταυτίζονται με τους υπανάπτυκτους ή έστω και τους ανάπτυσσαμενους’ καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, στους τελευταίους κατα­τάσσονται φυσικά και οι ‘νέες βιομηχανικές χώρες’. Και οι δύο αυτές θέσεις είναι όμως ιδιαίτερα σχη­ματικές και σε μεγάλο βαθμό αυθαίρετες. Οι σχέσεις ανάμεσα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώ­ρες και πάρα πολλές υπανάπτυκτες χώρες του Τρίτου Κόσμου έχασαν σταδιακά, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τη σημασία τους» (οι υπογ. δικές μας). Συνεχίζει το ΚΚΚ: «Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, ο ιμπεριαλισμός με κανένα τρόπο δεν απαρνήθηκε τον αποικισμό, υιοθέτησε πε­ρισσότερο μια νέα μορφή, τη μορφή του νέο-αποικισμού. [] Πραγματικά το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα μπήκε σε μια νέα φάση. Αυτή όμως δεν είναι καθόλου μια ‘νέα φάση’ η οποία έχει σαν άξονα της οικονομικά καθήκοντα, όπως ισχυρίζεται η καθοδήγηση του ΚΚΣΕ. Στη νέα αυτή φάση, οι λαοί της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής βρίσκονται σ’ ένα ξεσήκωμα χωρίς προηγούμενο, το επαναστατικό κίνημα γνωρίζει μια ανάπτυξη, όσο ποτέ άλλοτε ορμητική και απαιτούν επιτακτικά την ολοκληρωτική εξάλειψη των δυνάμεων του ιμπεριαλισμού και των λακέδων του από τις χώρες τους, έτσι ώστε να κατακτήσουν την πλήρη ανεξαρτησία, τόσο την πολιτική όσο και την οικονομική. Το πρώτο, το πιο επείγον καθήκον που τίθεται σ’ αυτές τις χώρες παραμένει η ακόμα μεγαλύτερη ανά­πτυξη του αγώνα εναντίον του ιμπεριαλισμού, του αποικισμού, του νέο-αποικισμού και των λακέδων τους». Ο ΓΜ όμως διερωτάται: «Γιατί, δηλαδή, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι η ‘εξάρτηση’ του Μπα-γκλαντές ή του Καμερούν από τις ΗΠΑ και τις άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες είναι αποφασιστικότερης σημασίας από την ‘εξάρτηση’ του Καναδά ή του Βελγίου από το αμερικάνικο κεφάλαιο ή το αμερικά­νικο κράτος; [] Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η ένταξη ενός κοινωνικού σχηματισμού στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα προσλαμβάνει μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις τη μορφή της άμεσης υπαγωγής σε έναν άλλο (ή άλλους) κοινωνικό σχηματισμό» (η υπογ. δική μας).

Τρίτο, ήταν οι ρεβιζιονιστές που σε αντίθεση με τους «θεωρητικούς το σταλινισμού», δεν θεωρού­σαν πλέον ούτε την αντίθεση καπιταλισμού-σοσιαλισμού μια από τις βασικές αντιθέσεις του κόσμου, βάζοντας στη θέση της την «ειρηνική συνύπαρξη». Ο ΓΜ δεν δηλώνει βέβαια ανοιχτά υποστηρικτής της ειρηνικής συνύπαρξης αλλά «ξεχνά» να επισημάνει αυτή την ξεκάθαρα δεξιά πολιτική με το πέρα­σμα στο χρουστσοφισμό, και αντίθετα αποκαλεί «υποτιθέμενη» την «αντίθεση ανάμεσα στα ‘δύο πα­γκόσμια συστήματα’», τη θεωρεί μια σταλινική επινόηση. «Σύμφωνα με τη θεωρία της ‘γενικής κρί σης’, η δημιουργία της Σοβιετικής Ένωσης και του ‘σοσιαλιστικού στρατοπέδου’ σημαίνει ‘ότι ο καπι­ταλισμός δεν αποτελεί πλέον ένα ενιαίο σύστημα της παγκόσμιας οικονομίας, που περικλείει τα πάντα, ότι δίπλα στο καπιταλιστικό σύστημα υπάρχει το σοσιαλιστικό σύστημα, το οποίο αναπτύσσεται, ωρι­μάζει, αντιπαρατίθεται στο καπιταλιστικό σύστημα και το οποίο απλώς μέσα από το γεγονός της ύπαρ­ξης του δηλώνει το σάπισμα του καπιταλισμού και κλονίζει τα θεμέλια του’ (Στάλιν, Πολιτική Εισή­γηση της ΚΕ στο 16ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ). [] Η θεωρία της ‘γενικής κρίσης’ [] παρουσιάζει την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας στο εσωτερικό κάθε καπιταλιστικής χώρας ως υποκείμενη στις προτε­ραιότητες της (υποτιθέμενης) αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας σε παγκόσμιο επίπεδο, δηλαδή της αντί­θεσης ανάμεσα στα ‘δύο παγκόσμια συστήματα’»46. Το «υποκείμενη στις προτεραιότητες» είναι φλυαρία που δεν ενισχύει παρά τη βασική θέση του ΓΜ: δεν αναγνωρίζει την αντίθεση ανάμεσα σε δύο συστήματα ως μια από τις βασικές αντιθέσεις που ανέδειξε ο Οχτώβρης.

Γράφουν οι κινέζοι κομμουνιστές: «Μερικές φορές, ο Χρουστσόφ μιλάει, επίσης, για αγώνα ανά­μεσα στα δύο διαφορετικά κοινωνικά συστήματα. Αλλά πώς τον εννοεί; Λέει: Επιβάλλεται να εντεί­νουμε τις προσπάθειες μας για να μετατρέψουμε τον αναπόφευκτο αγώνα ανάμεσα στα δύο συστήμα­τα, σε ένα αγώνα ανάμεσα σε δύο ιδεολογίες…’. Εδώ, κατά τρόπο ταχυδακτυλουργικό ο πολιτικός αγώνας εξαφανίστηκε! [] Σαν άνθρωπος που καλλιεργεί αυταπάτες, ο Χρουστσόφ χρησιμοποιώντας κάθε είδους ταχυδακτυλουργίες, μετατρέπει τα μεγάλα πράγματα σε μικρά και μηδενίζει τα μικρά. Ε­ξαλείφει το βασικό ανταγωνισμό ανάμεσα στο σοσιαλιστικό και στο καπιταλιστικό σύστημα καθώς και τις βασικές αντιθέσεις ανάμεσα στο σοσιαλιστικό και στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, διαγράφει τον ταξικό αγώνα σε διεθνή κλίμακα»47. Πιο πριν, ο Λένιν, γράφοντας ενάντια στο σύνθημα των «Ε­νωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» του Τρότσκι, υποστήριζε ότι «είναι δυνατή η νίκη του σοσιαλισμού στην αρχή σε λίγες ή ακόμη και σε μια μονάχα, χωριστά παρμένη καπιταλιστική χώρα. Το νικηφόρο προλεταριάτο αυτής της χώρας, απαλλοτριώνοντας τους καπιταλιστές και οργανώνοντας στη χώρα του τη σοσιαλιστική παραγωγή, θα ορθωνόταν ενάντια στον υπόλοιπο κόσμο, τον καπιταλιστικό κόσμο, παίρνοντας μαζί του τις καταπιεζόμενες τάξεις των άλλων χωρών, ξεσηκώνοντας στις χώρες αυτές ε­ξεγέρσεις ενάντια στους καπιταλιστές, δρώντας σε περίπτωση ανάγκης ακόμη και με στρατιωτική δύ­ναμη ενάντια στις εκμεταλλεύτριες τάξεις και τα κράτη τους. [] Δεν είναι δυνατή η ελεύθερη ένωση των εθνών στο σοσιαλισμό χωρίς μια λίγο-πολύ μακρόχρονη, επίμονη πάλη των σοσιαλιστικών δημο­κρατιών ενάντια στα οπισθοδρομικά κράτη»48. Μετά τον Οχτώβρη θα πει: «Είμαστε έξω από τα δεσμά της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, ξεδιπλώσαμε μπροστά σε όλο τον κόσμο τη σημαία της πάλης για την ολοκληρωτική ανατροπή του ιμπεριαλισμού»49.

Συμπερασματικά. Το ΚΚΚ στην πολεμική του με τον Τολιάτι αναφερόταν στις «αντιθέσεις μετα­ξύ του σοσιαλιστικού και καπιταλιστικού στρατοπέδου, μεταξύ αυτών των ίδιων των ιμπεριαλιστικών χωρών, μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών και των καταπιεζόμενων εθνών, και, μέσα στις καπιταλι­στικές χώρες, τις αντιθέσεις ανάμεσα στην αστική τάξη από τη μια πλευρά, και το προλεταριάτο, τον εργαζόμενο λαό από την άλλη, ανάμεσα στις διάφορες μονοπωλιακές ομάδες, ανάμεσα στη μονοπω­λιακή αστική τάξη και στη μικρή και μεσαία αστική τάξη, κλπ». Κατηγορούσε το ΚΚ Ιταλίας και τον Τολιάτι ότι «αφήνουν να εννοηθεί, ότι οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις τείνουν να εξαφανιστούν σε διε­θνή κλίμακα και πως οι ανταγωνιστικές κοινωνικές δυνάμεις τείνουν να συγχωνευτούν. Πχ, ανταγωνι­στικές δυνάμεις, όπως είναι το σοσιαλιστικό καθεστώς και το καπιταλιστικό καθεστώς, το σοσιαλιστι­κό και το καπιταλιστικό στρατόπεδο, οι διάφορες ιμπεριαλιστικές χώρες, οι ιμπεριαλιστικές χώρες και τα καταπιεζόμενα έθνη, η αστική τάξη και το προλεταριάτο ή άλλα στρώματα του εργαζόμενου λαού των καπιταλιστικών χωρών, καθώς και οι διάφορες ομάδες μονοπωλιστών των ιμπεριαλιστικών χω­ρών, κλπ συγχωνεύονται ή θα συγχωνευτούν. Μας είναι δύσκολο να δούμε σε τι διαφέρουν οι νέες α­πόψεις του Τολιάτι και των άλλων συντρόφων, από τους αντιμαρξιστικούς-αντιλενινιστικούς παραλο­γισμούς του θλιβερού προγράμματος της κλίκας του Τίτο»50. Για τους ρεβιζιονιστές, τόσο τους μετέ­πειτα μπρεζνιεφικούς όσο και τους μετέπειτα ευρωκομμουνιστές, η μόνη ανταγωνιστική αντίθεση που ουσιαστικά απέμενε ήταν ανάμεσα στα μεγάλα μονοπώλια απ’ τη μια και «όλο το λαό» απ’ την άλλη, όπου χωρούσαν σχεδόν οι πάντες μα κυρίως το ίδιο το κράτος! Έτσι, σε ότι αφορά και αυτή την αντί­θεση, οι εθνικοποιήσεις, ο προγραμματισμός, η συμμετοχή των εργαζόμενων στη διοίκηση του κρά­τους, η παρέμβαση του κράτους στην οικονομική ζωή και άλλα τέτοια χαριτωμένα, μπορούσαν «να γίνουν ένα μέσο πάλης κατά της εξουσίας του μεγάλου κεφαλαίου για χτυπήσουν, να περιορίσουν, και να συντρίψουν την επικράτηση των μεγάλων μονοπωλιακών ομάδων»51. Σε τέτοιες μπουρδολογίες στηριζόταν και στηρίζεται όλη η ρεβιζιονιστική αντίληψη του ΚΜΚ. Σε ότι αφορά τις υπόλοιπες αντι­θέσεις, με τα αντιμονοπωλιακά μέτωπα στο εσωτερικό των καπιταλιστικών χωρών, με τους μη καπιτα­λιστικούς δρόμους ανάπτυξης στις καθυστερημένες χώρες (αντίληψη που συγκάλυπτε αργότερα το μπρεζνιεφικό σοσιαλ-ιμπεριαλισμό), με την ειρηνική συνύπαρξη ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές απ’ τη μια και το σοσιαλιστικό στρατόπεδο και τα καταπιεζόμενα έθνη από την άλλη, τέλος, με τις «διεθνείς συμφωνίες» ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές, μια νέα έκδοση του υπεριμπεριαλισμού του Κάουτσκι, μπορούσαν υποτίθεται να ξεπεραστούν όλες οι άλλες αντιθέσεις, είχαν άρα πάψει να θεωρούνται α­νταγωνιστικές.

Ο ΓΜ δεν ταυτίζεται στο συμπέρασμα με τους ρεβιζιονιστές, αλλά βρίσκεται ξεκάθαρα στην ίδια πλευρά της αντιπαράθεσης του ρεβιζιονισμού με τους «μαοϊκούς», «εξτρεμιστές» κλπ, κληρονομώντας από τον ευρωκομμουνισμό από τον οποίο προέρχεται την «εξάλειψη» όλων σχεδόν των αντιθέσεων του σύγχρονου κόσμου. Η διαφορά του με τους ρεβιζιονιστές είναι στο τι ακριβώς εξαλείφει: αντί της αντίθεσης ανάμεσα στα μονοπώλια και «όλο το λαό» αφήνει στη θέση της την «καθάρια» αντίθεση αστική τάξη-εργατική τάξη στο εσωτερικό κάθε χώρας και… τελεία! Αυτό είναι όλο! Αυτές είναι όλες κι όλες οι αντιθέσεις του σύγχρονου κόσμου! Για την ακρίβεια, υπάρχουν ακόμα και οι «εθνικιστικοί ανταγωνισμοί» ανάμεσα στους «αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς» (πχ ΗΠΑ, Γερμανία, …Ελλάδα, Ιρλανδία κλπ) που όμως αφού δεν «υφίσταται μια αιτιακή σχέση ανάμεσα στα δομικά χα­ρακτηριστικά του σύγχρονου (‘μονοπωλιακού’) καπιταλισμού και στην ιμπεριαλιστική επέκταση του κεφαλαίου», αφού δεν ισχύει ότι «ο ιμπεριαλισμός είναι το αναγκαστικό αποτέλεσμα της κυριαρχίας του μονοπωλιακού καπιταλισμού», δεν πρόκειται ούτε εδώ για μια ανταγωνιστική αντίθεση. Είναι προφανές ότι έχουμε κι εδώ να κάνουμε με μια σούπερ-πρωτοποριακή, υπερσύγχρονη και μπροστά από την εποχή της αντίληψη. Μόνο που αυτή η αντίληψη είναι πιο πίσω ακόμα κι από τις αντιλήψεις του Μαρξ, η «εμπειρική πραγματικότητα» που επικαλείται είναι τόσο απλοϊκή και μηχανιστική που δεν υπήρξε ούτε καν στην εποχή του Μαρξ… Στράφι πήγαν οι εγκωμιαστικές αναφορές του Αλτουσέρ στο έργο του Μάο Για τις αντιθέσεις, στη διάκριση ανάμεσα σε κύριες και δευτερεύουσες αντιθέσεις, σε ανταγωνιστικές και μη αντιθέσεις κλπ. Η αντίληψη αυτή που ο ΓΜ εισάγει από ευρωπαίους «συνα­δέλφους» του, ταιριάζει μια χαρά σαν μια υπεραριστερή επανέκδοση δεξιότατων σοσιαλ-ιμπεριαλιστικών απόψεων της Β’ Διεθνούς…

Ο ΓΜ χρεώνει στο «σταλινικό μαρξισμό» όχι μόνο την εκλεκτικίστικη τάχα ανάγνωση του Λένιν, αλλά «πολύ περισσότερο έναν ποιοτικό μετασχηματισμό συγκεκριμένων θέσεων του Λένιν στο έδα­φος των ιδεολογιών του οικονομισμού και του καταστροφισμού»52. Σ’ αυτόν τον «εκλεκτικισμό» ή τους «μετασχηματισμούς», εντάσσει τα περί κυριαρχίας των μονοπωλίων και την «ταύτιση» του σύγ­χρονου καπιταλισμού με τον ιμπεριαλισμό, τη «θεωρία του παγκόσμιου καπιταλισμού», την αντίληψη της γενικής κρίσης του καπιταλισμού, τη «θεωρία της εξάρτησης» κλπ, αλλά είδαμε πως είναι ο ΓΜ που διαφωνεί με το Λένιν, και μάλιστα ανοιχτά. Ισχυρίζεται ότι η επικράτηση του «σταλινικού μαρξι­σμού», «έχει ουσιαστικά τις ρίζες της στον ‘ηττημένο’ μαρξισμό της Β’ Διεθνούς», τον ηττημένο εν­νοείται από τους μπολσεβίκους και το Λένιν, αλλά είδαμε ότι είναι οι ρεβιζιονιστές και ο ΓΜ που «α­ναβιώνουν» τον Κάουτσκι και αντιλήψεις της Β’ Διεθνούς, ενώ «οι θεωρητικοί του σταλινισμού» δεν έκαναν άλλο παρά να «αναπαράγουν» τη «σύγχυση-ταύτιση», τις «αντιφάσεις» και γενικά το «φλερτ» του Λένιν με την αστική ιδεολογία…. Ο ΓΜ κάνει πολύ φασαρία για το «σοβιετικό μαρξισμό» και ταυ­τόχρονα η μόνη κατά τη γνώμη του περίπτωση που αυτός δεν κατάφερε να σταθεροποιήσει την κυ­ριαρχία του είναι το ΚΚ Κίνας, αλλά είδαμε πως ο ΓΜ βρίσκεται ακριβώς πιο κοντά στο «σοβιετικό μαρξισμό» των ρεβιζιονιστών ειδικά στα σημεία εκείνα που επικεντρώθηκε η αντιπαράθεση ΚΚΚ-ΚΚΣΕ και η υπεράσπιση των Λένιν και Στάλιν από το ΚΚΚ ενάντια στη ρεβιζιονιστική «αποσταλινο-ποίηση», ενάντια στη «δημιουργική ανάπτυξη του λενινισμού» από τους Χρουστσόφ και Μπρέζνιεφ, ενάντια στο σοσιαλ-ιμπεριαλισμό.

Άλλαξε ο Λένιν άποψη;

Όπως και με το «σάπισμα», ο ΓΜ επιχειρεί κι εδώ να ξεγελάσει τον αναγνώστη που δεν γνωρίζει, να τον πείσει με φτηνά επιχειρήματα ότι ο Λένιν άλλαξε τάχα άποψη για αυτό που ο ίδιος αυθαίρετα αποκαλεί «θεωρία του παγκόσμιου καπιταλισμού».

«Η αντίληψη για τον καπιταλισμό ως ενοποιημένη παγκόσμια κοινωνικοοικονομική δομή είναι κυ­ρίαρχη στο εσωτερικό του επαναστατικού μαρξιστικού ρεύματος κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1910. Την αντίληψη αυτή φαίνεται να υιοθετεί αρχικά και ο Λένιν. Προλογίζοντας το βιβλίο του Μπουχάριν για τον ιμπεριαλισμό [Ιμπεριαλισμός και παγκόσμια οικονομία] ο Λένιν θα γράψει το Δε­κέμβριο του 1915: Ή επιστημονική σημασία της εργασίας του Μπουχάριν βρίσκεται κυρίως στο ότι εξετάζει τα βασικά γεγονότα της παγκόσμιας οικονομίας που αφορούν τον ιμπεριαλισμό σαν σύνολο, σαν συγκεκριμένη βαθμίδα ανάπτυξης ενός πάρα πολύ αναπτυγμένου καπιταλισμού’»53. Ακόμα, α­πορρίπτοντας τον υπεριμπεριαλισμό του Κάουτσκι, «ο Λένιν εδώ ακολουθεί και πάλι την επιχειρημα­τολογία του Hilferding, ο οποίος υποστήριζε ότι ένα ‘γενικό καρτέλ’ είναι Όικονομικά νοητό’, αλλά ‘κοινωνικά και πολιτικά αδύνατο’».

Πώς ο Λένιν «φαίνεται» ότι άλλαξε άποψη; Πρώτο, με την υποστήριξη του δικαιώματος αυτοδιά­θεσης των εθνών, την αντίθεση του έτσι στην άποψη της Λούξεμπουργκ για το δήθεν ξεπερασμένο ι­στορικά αίτημα της εθνικής ανεξαρτησίας, την αντίθεση του γενικά στις αντιλήψεις του ιμπεριαλιστι­κού οικονομισμού της «πολωνικής αίρεσης», των μποζιστών (Μπουχάριν, Πιατακόφ, Μπος) και άλ­λων. «Απέναντι στην πολιτική αυτή στρατηγική αντιτάχτηκε, όπως είναι γνωστό, ο Λένιν, πράγμα που τον οδήγησε τελικά στην ρήξη με τη θεωρία του ‘παγκόσμιου καπιταλισμού’ και στη διατύπωση για την αντίληψη της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής αλυσίδας». Δεύτερο, με την αντίληψη της επανάστασης «ως συνολικό αποτέλεσμα-συμπύκνωση των κοινωνικών ανταγωνισμών και συγκρούσεων στο εσωτε­ρικό ενός κοινωνικού σχηματισμού», που «ήδη το 1915 διατυπώνει» και «θα διατυπώσει […] τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο 1917, στο Κράτος και Επανάσταση. […] Με αφετηρία αυτές τις θέσεις [για το έ­θνος και το κράτος] ο Λένιν θα χλευάσει την αντίληψη ότι ο ιμπεριαλισμός ταυτίζεται νομοτελειακά με την εξαφάνιση και ‘καταβρόχθιση’ των εθνών. […] Η αντιπαράθεση του Λένιν με τον Ιμπεριαλι­στικό οικονομισμό’ στο ζήτημα της αυτοδιάθεσης των εθνών, δηλαδή η εμμονή του στη μαρξιστική θεωρία του κράτους και της εξουσίας, θα τον οδηγήσουν στο να διαφοροποιηθεί από την κυρίαρχη α­ντίληψη για τον ιμπεριαλισμό ως ενοποιημένη, παγκόσμια, κοινωνικοοικονομική δομή. Ο Λένιν θα διατυπώσει τώρα τη θεωρία της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής αλυσίδας». Αυτό «οδηγεί στη διατύπωση του ‘νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης’» και «τώρα πλέον ο Λένιν θα αναπτύξει μια εντελώς νέα προ­βληματική» στην μπροσούρα για τον Ιμπεριαλισμό: «απορρίπτει πλέον ο Λένιν κατηγορηματικά την αντίληψη ότι ‘από καθαρά οικονομική άποψη’ είναι νοητό ένα ‘ενιαίο παγκόσμιο τραστ που καταβρο­χθίζει όλα χωρίς εξαίρεση τα κράτη’».

Ο κυνισμός του ΓΜ να πλέκει σενάρια και θεωρητικά παραμύθια ξεπερνά κάθε όριο.

Πρώτο, γύρω από τον υπεριμπεριαλισμό και την «ανάπτυξη» μιας «εντελώς νέας προβληματικής». Ο ΓΜ παρουσιάζει το Λένιν να υποστηρίζει στον πρόλογο της μπροσούρας του Μπουχάριν ότι «ένα ‘γενικό καρτέλ’ είναι Όικονομικά νοητό’, αλλά ‘κοινωνικά και πολιτικά αδύνατο’» ενώ στον Ιμπερια­λισμό τάχα «απορρίπτει πλέον κατηγορηματικά την αντίληψη ότι ‘από καθαρά οικονομική άποψη’ εί­ναι νοητό ένα ‘ενιαίο παγκόσμιο τραστ που καταβροχθίζει όλα χωρίς εξαίρεση τα κράτη’». Πρόκειται για μια ακόμη ωμή λαθροχειρία: οι τοποθετήσεις του Λένιν στα δύο κείμενα είναι πανομοιότυπες! Κα­ταρχήν, το πρώτο γράφεται Δεκέμβριο του 15 και η προετοιμασία του δεύτερου είχε ξεκινήσει ήδη από το καλοκαίρι του 15 και κράτησε ως την άνοιξη του 16: εκτός κι αν ο Λένιν ήταν… διχασμένη προσω­πικότητα, δεν ήταν και πρακτικά-χρονολογικά δυνατό να «αναπτύσσει μια εντελώς νέα προβληματι­κή» απ’ αυτή που εκτίθεται στον πρόλογο του Μπουχάριν.

Αλλά ας πάμε στην ουσία. Ο ΓΜ παραθέτει το εξής απόσπασμα του Λένιν από το πρώτο κείμενο: «Δεν χωράει αμφιβολία ότι η εξέλιξη γίνεται με κατεύθυνση προς ένα ενιαίο παγκόσμιο τραστ, που κα­ταβροχθίζει όλες χωρίς εξαίρεση τις επιχειρήσεις και όλα χωρίς εξαίρεση τα κράτη. Η εξέλιξη όμως προχωρεί προς αυτή την κατεύθυνση κάτω από τέτοιες συνθήκες, με τέτοιο ρυθμό, μέσα σε τέτοιες α­ντιθέσεις συγκρούσεις και κλονισμούς (…) έτσι που οπωσδήποτε πριν φτάσουν τα πράγματα σε ένα παγκόσμιο τραστ, πριν την ‘υπεριμπεριαλιστική’ παγκόσμια ένωση των εθνικών χρηματιστικών κεφα­λαίων, ο ιμπεριαλισμός θα σκάσει αναπόφευκτα, ο καπιταλισμός θα μετατραπεί στην αντίθεση του». Και σχολιάζει ο ΓΜ: «Ο Λένιν εδώ ακολουθεί και πάλι την επιχειρηματολογία του Hilferding, ο οποί­ος υποστήριζε ότι ένα ‘γενικό καρτέλ’ είναι Όικονομικά νοητό’, αλλά ‘κοινωνικά και πολιτικά αδύνα­το’». Ο ΓΜ «παρέλειψε» να παραθέσει τα αμέσως προηγούμενα στο ίδιο κείμενο: «Ο Κάουτσκι αυτό ακριβώς λέει, ότι δηλ. μια ‘παρόμοια (υπεριμπεριαλιστική) νέα φάση του καπιταλισμού είναι πάντως νοητή’, αλλά ‘δεν υπάρχουν ακόμη αρκετές προϋποθέσεις, για να λυθεί το ζήτημα αν είναι πραγματοποιήσιμη’. Δεν υπάρχει ούτε κόκκος μαρξισμού σ’ αυτή την τάση για απαλλαγή από τον υπαρκτό ιμπεριαλισμό και για καταφύγιο σε ονειροπολήματα για τον ‘υπεριμπεριαλισμό’, που είναι άγνωστο αν θα πραγματοποιηθεί. […] Μπορεί, ωστόσο, να φέρει κανείς αντίρρηση ότι αφηρημένα ‘είναι νοητή’ μια νέα φάση του καπιταλισμού ύστερα από τον ιμπεριαλισμό, και συγκεκριμένα: ο υπεριμπεριαλισμός; Όχι. Αφηρημένα μπορεί να νοηθεί μια παρόμοια φάση» (οι υπογ. δικές μας).

Ο ΓΜ παραθέτει από το δεύτερο κείμενο όπου ο Λένιν αναπτύσσει τάχα μια εντελώς νέα προβλη­ματική το εξής απόσπασμα: «Είναι πιθανός ‘από καθαρά οικονομική άποψη’ ο ‘υπεριμπεριαλισμός’ ή πρόκειται για υπερανοησία; (…) Αν μιλάμε για ‘καθαρά οικονομικές’ συνθήκες της εποχής του χρη­ματιστικού κεφαλαίου τότε η καλύτερη απάντηση στις νεκρές αφαιρέσεις του ‘υπεριμπεριαλισμού’ είναι να αντιπαραθέσουμε τη συγκεκριμένη οικονομική πραγματικότητα της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας». Ο ΓΜ «παρέλειψε» κι εδώ να παραθέσει το αμέσως προηγούμενο απόσπασμα στο ίδιο κείμενο: « Αν, λέγοντας καθαρά οικονομική άποψη, εννοούμε μια «καθαρά» αφηρημένη έννοια, τότε όλα όσα μπορούμε να πούμε καταλήγουν στη θέση: η ανάπτυξη οδηγεί προς τα μονοπώλια, συνεπώς προς ένα παγκόσμιο μονοπώλιο, προς ένα παγκόσμιο τραστ. Αυτό είναι αναμφισβήτητο, μα και από­λυτα χωρίς κανένα περιεχόμενο» (η υπογ. δική μας).

Όπως βλέπουμε οι τοποθετήσεις στα δυο κείμενα είναι επί της ουσίας πανομοιότυπες! Στον Ιμπε­ριαλισμό, ο Λένιν καθόλου δεν «απορρίπτει κατηγορηματικά την αντίληψη ότι από καθαρά οικονομική άποψη είναι νοητό ένα ενιαίο παγκόσμιο τραστ», ή δεν την απορρίπτει σε τίποτα περισσότερο απ’ όσο την απορρίπτει ήδη στον πρόλογο του Μπουχάριν. Δεν «αναπτύσσεται» λοιπόν καμιά «εντελώς νέα προβληματική» του Λένιν. «Αναπτύσσεται» μονάχα ο «εντελώς» απίστευτος κυνισμός του ΓΜ να ε­φευρίσκει από το κεφάλι του σενάρια, «αναπτύσσεται» μονάχα το «εντελώς» χυδαίο παραμύθιασμα του ανυποψίαστου αναγνώστη. «Εντελώς νέα» και «προβληματική» είναι η ηθική του ΓΜ ως διανο­ούμενου…

Δεύτερο, γύρω από την εγκατάλειψη τάχα της «θεωρίας του παγκόσμιου καπιταλισμού» από το Λένιν. Καταρχήν δεν υπάρχει καμιά τέτοια «θεωρία». Πρόκειται για ένα θεωρητικίστικο και αυθαίρετο κατασκεύασμα. Υπάρχει απ’ τη μεριά η «θεωρία του παγκόσμιου καπιταλισμού» που τσουβαλιάζει σχεδόν όλες τις άλλες, τις πιο διαφορετικές θεωρίες, κι απ’ την άλλη μεριά η… θεωρία του ΓΜ! Είναι σαν τον οπαδό της Παλαιάς Διαθήκης και της Δημιουργίας που αποκαλεί όλες μαζί τις πιο διαφορετι­κές επιστημονικές θεωρίες εξελικτικής βιολογίας ως «Θεωρία της Εξέλιξης». Όποιος δεν συμφωνεί με το ΓΜ στη δική του καθυστερημένη, μηχανιστική και υπεραπλοϊκή εικόνα του σύγχρονου κόσμου εί­ναι αυτόματα οπαδός της «θεωρίας του παγκόσμιου καπιταλισμού». Όποιος δεν αντιλαμβάνεται το σύγχρονο κόσμο σαν να αποτελείται τάχα από οικονομίες-κράτη σε απλή «συνάρθρωση», χωρίς να υπάρχουν δηλ. σχέσεις κυρίαρχων/κυριαρχούμενων, χωρίς ιμπεριαλιστική καταλήστευση και κυριαρ­χία, παρά μόνο «καθαροί» και «ξέχωροι» καπιταλισμοί που αλληλοεπεκτείνονται, είναι οπαδός της «θεωρίας του παγκόσμιου καπιταλισμού». Όποιος δεν βλέπει την παγκόσμια οικονομία σαν «άθροισμα [!!!] διαφορετικών εθνικών σφαιρών κυκλοφορίας που οροθετούνται μεταξύ τους»54, σαν παράταξη «συναρθρωμένων» και μηχανιστικά «διαπλεκόμένων» κοινωνικών σχηματισμών, αλλά σαν παγκόσμια δομή με την ουσιώδη έννοια, με διεθνή καταμερισμό εργασίας συγκεκριμένο, δηλ. ποιοτικό και επι­βαλλόμενο με οικονομικούς και όχι μόνο όρους, όποιος κάνει λόγο για εξάρτηση, αυτός είναι οπαδός της «θεωρίας του παγκόσμιου καπιταλισμού».

Ποιος δεν είναι οπαδός αυτής της «θεωρίας» σήμερα; Μονάχα ο ΓΜ και η παρέα του στις «Θ» και μια χούφτα διανοούμενοι σε όλο τον κόσμο! Αυτό το αναγνωρίζει και ο ίδιος: «Αντίθετα [από τους οπαδούς του «παγκόσμιου καπιταλισμού» όπου κατατάσσει εκεί σχεδόν τους πάντες] είναι αριθμητι­κά περιορισμένες οι θεωρητικές προσεγγίσεις του ιμπεριαλισμού που στηρίζονται στη θέση ότι ο κα­πιταλιστικός τρόπος παραγωγής κυριαρχεί στις επαρκείς μορφές του (μέσα στις οποίες περιλαμβάνεται και το αστικό κράτος) μόνο στο επίπεδο του εθνικού κοινωνικού σχηματισμού, και ότι επομένως η πα­γκόσμια καπιταλιστική οικονομία δεν αποτελεί μια ενοποιημένη ταξική δομή, αλλά προκύπτει από τη συνάρθρωση-διαπλοκή των διακριτών καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών (Πουλαντζάς, Busch, Busch – Grunert-Tobergte)».

Απ’ αυτή τη μοναξιά θέλει να ξεφύγει ο ΓΜ, παίρνοντας μαζί του το Λένιν… δηλ. το θεμελιωτή της άποψης ότι ο καπιταλισμός πέρασε σε ένα νέο στάδιο, αυτό του ιμπεριαλισμού, της πιο γνωστής «θεωρίας παγκόσμιου καπιταλισμού»! Συγκεκριμένα, ο ΓΜ οικειοποιείται το Λένιν που «αυτοδιορθώθηκε» όπως και με το… σάπισμα, οικειοποιείται τους μπολσεβίκους μέχρι την επικράτηση (ποιου άλ­λου;) του «σταλινισμού». Αυτή την τέχνη τη γνωρίζει καλά…

Τι ισχυρίζεται ο ΓΜ; Ότι η αντιπαράθεση του Λένιν με τον ιμπεριαλιστικό οικονομισμό και η θέση του για την αυτοδιάθεση των εθνών και για το κράτος «τον οδήγησε τελικά στην ρήξη με τη θεωρία του παγκόσμιου καπιταλισμού», ότι «θα τον οδηγήσουν στο να διαφοροποιηθεί από την κυρίαρχη α­ντίληψη για τον ιμπεριαλισμό ως ενοποιημένη, παγκόσμια, κοινωνικοοικονομική δομή». Έχουμε εδώ άλλη μια ευφάνταστη και χοντροκομμένη μυθοπλασία του διανοούμενου ΓΜ και τίποτα παραπάνω.

Πρώτα απ’ όλα η αντίληψη του Λένιν για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών είχε διαμορφωθεί πριν «υιοθετήσει» αυτό που ο ΓΜ αποκαλεί «θεωρία του παγκόσμιου καπιταλισμού». Ο Λένιν δεν «υιοθετεί αρχικά» τη «θεωρία του παγκόσμιου καπιταλισμού» αλλά σε ενότητα με την ήδη διαμορφω­μένη άποψη του για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης και τον ιμπεριαλιστικό οικονομισμό. Το πώς είναι δυ­νατό αντιλήψεις που ο Λένιν υποστήριζε ήδη προπολεμικά να «τον οδηγήσουν τελικά στην ρήξη…», να «τον οδηγήσουν στο να διαφοροποιηθεί…» από αντιλήψεις που «υιοθέτησε» μεταγενέστερα, αυτό το γνωρίζει μονάχα ο ΓΜ! Ο ιμπεριαλιστικός οικονομισμός, σαν όρος, χρησιμοποιείται για πρώτη φορά από το Λένιν το 1916, αλλά η ουσία των δυο αντιμαχόμενων απόψεων, η αντιπαράθεση στην ουσία της, έχει ξεκινήσει καιρό πριν. Για ότι αφορά στο δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών, είναι κατατοπι­στικότατη η ομώνυμη μπροσούρα του Λένιν που γράφτηκε το 1914 ενάντια, ακριβώς, στις αντιλήψεις της Λούξεμπουργκ. Για ότι αφορά στον ιμπεριαλιστικό οικονομισμό γενικά, η πρώτη αντιπαράθεση ανάμεσα στο Λένιν και τους μποζιστές είχε γίνει ήδη στη Συνδιάσκεψη εξωτερικού των μπολσεβίκων στη Βέρνη, το Φλεβάρη του 1915, όπου τους δεύτερους εκπροσωπούσε ο Μπουχάριν, ενώ το Γενάρη του 1916 (δηλ. ούτε ένα μήνα μετά τη μπροσούρα του Μπουχάριν όπου ο Λένιν «φαίνεται να υιοθετεί αρχικά» τη «θεωρία του παγκόσμιου καπιταλισμού») γράφονταν ήδη οι Θέσεις του ίδιου του μπολσε-βίκικου κόμματος στο άρθρο Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών, όπου υπάρχει αναλυτική κριτική του ιμπεριαλιστικού οικονομισμού. Η μυθοπλασία του ΓΜ είναι τόσο χοντροκομμένη που καταρρέει πριν καν μπούμε στην ουσία των όσων ισχυρίζεται...

Να πάμε όμως στην ουσία. Ο ΓΜ ισχυρίζεται ότι ο ιμπεριαλιστικός οικονομισμός και η άρνηση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των εθνών «πήγαζαν κατευθείαν από τη θεωρία του ‘παγκόσμιου καπιταλισμού’. [] Η θεωρία του ‘παγκόσμιου καπιταλισμού’ συνδέεται, λοιπόν, με μια αντίστοιχη θεω­ρητική αντίληψη για το (αστικό) κράτος και τη (σοσιαλιστική) επανάσταση». Ταυτόχρονα, ισχυρίζεται ότι επειδή ο Λένιν δεν συμφωνεί με τη Λούξεμπουργκ και τους μποζιστές, αυτό σημαίνει τάχα αυτα­πόδεικτα ότι απαρνήθηκε τη «θεωρία του παγκόσμιου καπιταλισμού» που είχε «υιοθετήσει», ότι θα «τον οδηγήσει τελικά στην ρήξη», θα «τον οδηγήσει στο να διαφοροποιηθεί» κλπ. Τι λέει με άλλα λό­για ο ΓΜ; Ότι όποιος υποστηρίζει τη «θεωρία του παγκόσμιου καπιταλισμού», υποστηρίζει αναγκαία και κάποια παραλλαγή των απόψεων της Λούξεμπουργκ, των μποζιστών κλπ για το αίτημα της εθνικής ανεξαρτησίας στον ιμπεριαλισμό, και αντίστροφα όποιος δεν συμμερίζεται τις απόψεις των τελευταίων αρνείται αναγκαία αυτό που ο ΓΜ αποκαλεί «θεωρία του παγκόσμιου καπιταλισμού», υποστηρίζει κά­τι παραπλήσιο των μοναδικών -αλήθεια!- απόψεων του ΓΜ. Δυσκολευόμαστε να βρούμε μεγαλύτερη αυθαιρεσία απ’ αυτή τη «συλλογιστική»… Το κομμουνιστικό κίνημα (ΚΔ και αργότερα μ-λ κίνημα) που υποστήριζε τη «θεωρία του παγκόσμιου καπιταλισμού» όπως εκτίθεται στον Ιμπεριαλισμό του Λέ­νιν και ταυτόχρονα τις απόψεις του τελευταίου για το εθνικό ζήτημα, τελούσε προφανώς σε μια παρα­τεταμένη αντίφαση μέχρι να μας το αποκαλύψει ο ΓΜ.

Στο άρθρο Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού, το πιο συνεκτικό και μεταγενέστερο κείμενο για τον ίδιο τον ιμπεριαλιστικό οικονομισμό, ο Λένιν επαναλαμβάνει ενάντια στον Κίεβσκι (Πιατακόφ) την κριτική του στις αντιλήψεις του Κάουτσκι (και του ΓΜ) για τον ιμπεριαλισμό:

«Το σπουδαίο είναι ότι ο Κίεβσκι ανακηρύσσει τον ιμπεριαλισμό ‘ σύστημα εξωτερικής πολιτικής’. Πρώτο, αυτό είναι μια λαθεμένη επανάληψη μιας λαθεμένης ιδέας του Κάουτσκι. Δεύτερο, αυτό είναι ένας καθαρά πολιτικός, μόνο πολιτικός ορισμός του ιμπεριαλισμού σαν ‘συστήματος πολιτικής’ ο Κίεβσκι θέλει να ξεφύγει από την οικονομική ανάλυση. [] Ο Κά­ουτσκι στη διαμάχη του με τους αριστερούς δήλωνε ότι ο ιμπεριαλισμός είναι ‘μόνο σύστημα εξωτερικής πολιτικής’, ότι δεν μπορούμε να ονομάζουμε τον ιμπεριαλισμό ορισμένο οικονο­μικό στάδιο, βαθμίδα ανάπτυξης του καπιταλισμού. Ο Κάουτσκι δεν έχει δίκιο. [] Ο ιμπε­ριαλισμός οικονομικά (ή η ‘εποχή’ του χρηματιστικού κεφαλαίου, δεν πρόκειται εδώ για τη λέξη) είναι η ανώτατη βαθμίδα ανάπτυξης του καπιταλισμού και συγκεκριμένα εκείνη η βαθ­μίδα όπου η παραγωγή έχει γίνει τόσο μεγάλη και μέγιστη, που την ελευθερία του συναγωνι­σμού την αντικαθιστά το μονοπώλιο. Αυτού βρίσκεται η οικονομική ουσία του ιμπεριαλι­σμού. [] Στο οικονομικό μονοπώλιο βρίσκεται όλη η υπόθεση». Πώς να ονομάσουμε το παραπάνω; «Θεωρία του παγκόσμιου καπιταλισμού» ή απλώς «κλασσική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό»; Ή μήπως έχουμε κι εδώ τηδιατύπωση προϋποθέσεων που επιτρέ­πουν τη διατύπωση μιας ανάλυσης κι όχι μια ξεκάθαρη αντίληψη; Όπως κι αν το ονομάσουμε δεν έχει στο ελάχιστο να κάνει με την αντίληψη του ΓΜ για τον ιμπεριαλισμό και την παγκόσμια οικονομία! Και βέβαια δεν υπάρχει σ’ αυτό ούτε ίχνος «ρήξης» ή «διαφοροποίησης» του Λένιν με όσα υποστήριζε προηγούμενα. Η αντιπαράθεση στον ιμπεριαλιστικό οικονομισμό έγινε από θέσεις που κάθε άλλο πα­ρά βρίσκονταν έξω από αυτό που ο ΓΜ αποκαλεί «θεωρίες του παγκόσμιου καπιταλισμού».

Τι ισχυρίζονταν η Λούξεμπουργκ, οι μποζιστές κλπ; Ας δώσουμε καταρχήν το λόγο στο ΓΜ: «Πρώτον, ότι η αυτοδιάθεση των εθνών, η δημιουργία εθνικών κρατών, έχει καταστεί αδύνατη την ε­ποχή του ιμπεριαλισμού και δεύτερον, ότι η σοσιαλιστική επανάσταση τείνει αναγκαστικά προς την εγκαθίδρυση ενός παγκόσμιου ή έστω ενός πολυεθνικού σοσιαλιστικού καθεστώτος, πορεία που επο­μένως δεν συμβιβάζεται με το αίτημα της εθνικής αυτοδιάθεσης». Οι απόψεις αυτές όχι μόνο θεωρού­σαν το αίτημα της εθνικής αυτοδιάθεσης καθυστερημένο ιστορικά και πολιτικά αντιδραστικό, αλλά και «απραγματοποίητο» στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Θεωρούσαν ακόμα ότι στην εποχή αυτή δεν μπορούσαν πια να υπάρξουν εθνικοί πόλεμοι παρά μόνο ιμπεριαλιστικοί απ’ όλες τις πλευρές. Να ση­μειώσουμε καταρχήν πως, ειδικά στο συμπέρασμα αυτό ο ΓΜ ταυτίζεται με τους μποζιστές κλπ και όχι με την «εντελώς νέα προβληματική του Λένιν». Παρακάτω. Ο ΓΜ παρουσιάζει ένα Λένιν που κρι­τικάρει την θέση αυτή από την άποψη τάχα ότι ο ιμπεριαλισμός δεν έχει την τάση να καταπιέζει και να εκμεταλλεύεται άλλα έθνη, να εξαρτά τις λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες, να προσαρτά κράτη. «Με αφετηρία τις θέσεις αυτές [ενάντια στον ιμπεριαλιστικό οικονομισμό] Λένιν θα χλευάσει την αντίλη­ψη ότι ο ιμπεριαλισμός ταυτίζεται νομοτελειακά με την εξαφάνιση και ‘καταβρόχθιση’ των εθνών». Ας αφήσουμε τον πονηρό προσδιορισμό «νομοτελειακά» στην άκρη: η «καταβρόχθιση» που ο ΓΜ βά­ζει σε ειρωνικά εισαγωγικά είναι όρος του ίδιου του Λένιν στο απόσπασμα που παραθέσαμε από τον πρόλογο στον Μπουχάριν, όταν ακόμα ο Λένιν «ακολουθούσε την επιχειρηματολογία του Hilferding» (ΓΜ) και υποστήριζε πως «δεν χωράει αμφιβολία ότι η εξέλιξη γίνεται με κατεύθυνση προς ένα ενιαίο παγκόσμιο τραστ, που καταβροχθίζει όλες χωρίς εξαίρεση τις επιχειρήσεις και όλα χωρίς εξαίρεση τα κράτη» (Λένιν).

Πού ακριβώς ο Λένιν «χλευάζει» αργότερα αυτή τη δική του (!) άποψή; Πού ακριβώς τη «χλευάζει» περισσότερο απ’ όσο την «χλευάζει» ήδη τότε, προσθέτοντας δηλ. ότι «οπωσδήποτε πριν φτάσουν τα πράγματα σε ένα παγκόσμιο τραστ… ο ιμπεριαλισμός θα σκάσει αναπόφευκτα»; Όπως θα φανεί, δεν υπάρχει πουθενά κανένας τέτοιος «χλευασμός»! Σαν να μην φτάνει αυτό, ο ΓΜ υποστη­ρίζει σε μια υποσημείωση ότι ναι μεν «ο Λένιν τονίζει επανειλημμένα ότι τόσο οι αποικίες, όσο και οι μικρές χώρες γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τις ιμπεριαλιστικές χώρες», ωστόσο οι «διατυ­πώσεις στον Ιμπεριαλισμό σχετικά με τις σχέσεις ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές και τις μικρές ανεξάρ­τητες χώρες αποτελούν περισσότερο εμπειρικές-περιγραφικές προσεγγίσεις και λιγότερο θεωρητικές-επιστημονικές διατυπώσεις». Είχαμε την ανάλυση που δεν είναι ανάλυση αλλά διατύπωση προϋποθέ­σεων που επιτρέπουν τη διατύπωση μιας ανάλυσης, μαθαίνουμε λοιπόν ότι κι αυτές ακόμα οι διατυ­πώσεις δεν είναι διατυπώσεις αλλά περιγραφικές προσεγγίσεις… Αν υπάρχει κάποιος χλευασμός αυτός είναι μάλλον ο χλευασμός της νοημοσύνης του αναγνώστη από το «διανοούμενο» ΓΜ. Ας δούμε πώς και τι ακριβώς «χλευάζει» ο Λένιν:

«Ο ιμπεριαλισμός είναι το ανώτατο στάδιο της ανάπτυξης του καπιταλισμού. Το κεφάλαιο στις προηγμένες χώρες ξεπέρασε τα πλαίσια των εθνικών κρατών, έβαλε στη θέση του συνα­γωνισμού το μονοπώλιο και δημιούργησε έτσι όλες τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που κα­θιστούν δυνατή την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού. […] Θα ήταν βασικό λάθος να νομι­στεί ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία μπορεί να αποσπάσει το προλεταριάτο από τη σοσιαλι­στική επανάσταση ή να τη φέρει σε δεύτερη μοίρα, να την επισκιάσει κλπ. […] Δεν θα ήταν μικρότερο λάθος, αν αφαιρούσαμε ένα από τα άρθρα του δημοκρατικού προγράμματος, λχ το άρθρο για την αυτοδιάθεση των εθνών, με τη δικαιολογία ότι αυτή είναι δήθεν ‘απραγματοποίητη’, ή ότι αποτελεί ‘αυταπάτη’ μέσα στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού. […]

Το δυνάμωμα της εθνικής καταπίεσης στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού επιβάλλει στη σοσιαλδημοκρατία όχι να εγκαταλείπει την Όυτοπική’, όπως τη λέει η αστική τάξη, πάλη για την ελευθερία αποχωρισμού των εθνών, αλλά αντίθετα να χρησιμοποιεί εντατικά τις συ­γκρούσεις που προκύπτουν πάνω και σ’ αυτό το έδαφος, σαν αφορμές για μαζική δράση και επαναστατικές ενέργειες ενάντια στην αστική τάξη»55.

Η ουσία των συλλογισμών των αντιπάλων της αυτοδιάθεσης είναι ότι επικαλούνται το ‘ α­πραγματοποίητο’ της στις συνθήκες του καπιταλισμού γενικά, ή στις συνθήκες του ιμπεριαλι­σμού. […] Με την έννοια του πολιτικά δυσκολοπραγματοποίητου ή απραγματοποίητου όλες οι διεκδικήσεις της δημοκρατίας είναι ‘απραγματοποίητες’ στον ιμπεριαλισμό χωρίς μια σει­ρά επαναστάσεις. Το να μιλάει κανείς για απραγματοποίητο της αυτοδιάθεσης, με την έννοια του οικονομικά αδύνατου, είναι ριζικά λαθεμένο. Αυτή ήταν η θέση μας. Εδώ βρίσκεται η ουσία της θεωρητικής διαφωνίας [… ]

Ο ιμπεριαλισμός, όντας ‘άρνηση’ της δημοκρατίας, ‘αρνείται’ επίσης και τη δημοκρατία στον εθνικό ζήτημα (δηλ. την αυτοδιάθεση των εθνών): δηλ. τείνει ‘επίσης’ να την παραβιά­σει. Η πραγματοποίηση της είναι ακριβώς τόσο και με την ίδια έννοια δυσκολότερη στις συν­θήκες του ιμπεριαλισμού, όσο δυσκολότερη είναι στον ιμπεριαλισμό (σε σύγκριση με τον προμονοπωλιακό καπιταλισμό) η πραγματοποίηση της δημοκρατίας, της πολιτοφυλακής, της εκλογής των δημοσίων υπαλλήλων από το λαό κλπ. Για Όικονομικό’ απραγματοποίητο δεν μπορεί ούτε λόγος να γίνει. [… ]

Αυτοδιάθεση των εθνών ονομάζεται η πολιτική ανεξαρτησία τους. Ο ιμπεριαλισμός τείνει να την παραβιάσει, γιατί σε συνθήκες πολιτικής προσάρτησης η οικονομική προσάρτηση εί­ναι συχνά βολικότερη, φτηνότερη (είναι ευκολότερο να εξαγοράσει κανείς τους υπαλλήλους, να πετύχει εκχωρήσεις, να περάσει ένα ευνοϊκό νόμο κλπ), ευκολότερη, ησυχότερη -έτσι α­κριβώς όπως ο ιμπεριαλισμός τείνει ν’ αντικαταστήσει τη δημοκρατία γενικά με την ολιγαρ χία. Το να μιλάει όμως κανείς για οικονομικό ‘ απραγματοποίητο’ της αυτοδιάθεσης στις συν­θήκες του ιμπεριαλισμού είναι απλώς κουραφέξαλα. []

Ο εθνικός αγώνας, η εθνική εξέγερση, ο εθνικός αποχωρισμός είναι πέρα για πέρα ‘πραγματοποιήσιμα’ και στην πράξη παρατηρούνται στον ιμπεριαλισμό και μάλιστα εντείνονται, επειδή ο ιμπεριαλισμός δεν σταματά την εξέλιξη του καπιταλισμού και την ανάπτυξη των δη­μοκρατικών τάσεων στη μάζα του πληθυσμού, αλλά οξύνει τον ανταγωνισμό ανάμεσα σ’ αυ­τές τις δημοκρατικές επιδιώξεις και στην αντιδημοκρατική τάση των τραστ»56. Γίνεται φανερό ότι το συμπέρασμα του πως «ο Λένιν θα χλευάσει την αντίληψη ότι ο ιμπεριαλι­σμός ταυτίζεται νομοτελειακά  με την εξαφάνιση και ‘καταβρόχθιση’ των εθνών» είναι μια ωμή δια­στρέβλωση. Ο Λένιν καθόλου δεν αμφισβητεί την τάση του ιμπεριαλισμού για πολιτική και οικονο­μική προσάρτηση χωρών, ή για οικονομική και πολιτική εξάρτηση, για «καταβρόχθιση». Μιλάει ίσα-ίσα για το δυνάμωμα της «εθνικής καταπίεσης στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού».

«Το χρηματιστικό κεφάλαιο στην τάση του για επέκταση θα αγοράσει και θα διαφθείρει ‘ελεύθερα’ την πιο δημοκρατική και ρεμπουπλικανική κυβέρνηση και τους αιρετούς υπαλλή­λους οποιασδήποτε, έστω και ‘ανεξάρτητης’ χώρας. Η κυριαρχία του χρηματιστικού κεφα­λαίου, όπως και του κεφαλαίου γενικά, δεν μπορεί να εξαλειφθεί με κανέναν μετασχηματισμό στον τομέα της πολιτικής δημοκρατίας, και η αυτοδιάθεση ανήκει ολοκληρωτικά και απο­κλειστικά σ’ αυτό τον τομέα. Αυτή όμως η κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου δεν εκ­μηδενίζει καθόλου τη σημασία της πολιτικής δημοκρατίας []

Όλες οι διεκδικήσεις της πολιτικής δημοκρατίας, μαζί και η διεκδίκηση της αυτοδιάθεσης, είναι πολιτικά συμβατικές κι έχουν ταξικό περιεχόμενο. [] Είναι ανάγκη να γίνεται διάκρι­ση ανάμεσα στα συγκεκριμένα καθήκοντα των σοσιαλδημοκρατών των εθνών που καταπιέ­ζουν και των σοσιαλδημοκρατών των εθνών που καταπιέζονται»57.

«Ο πόλεμος απόμερους των καταπιεζομένων (λχ των αποικιακών λαών) ενάντια στις ι­μπεριαλιστικές, δηλ. στις καταπιεστικές Δυνάμεις είναι πραγματικά εθνικός πόλεμος. Αυτός είναι δυνατός και τώρα. Η ‘υπεράσπιση της πατρίδας’ απόμερους της εθνικά καταπιεζόμενης χώρας ενάντια στην εθνικά καταπιέζουσα δεν είναι απάτη, και οι σοσιαλιστές δεν είναι διόλου ενάντια στην ‘υπεράσπιση της πατρίδας’ σ’ ένα τέτοιο πόλεμο. Η αυτοδιάθεση των εθνών εί­ναι το ίδιο με τον αγώνα για πλήρη εθνική απελευθέρωση, για πλήρη ανεξαρτησία, ενάντια στις προσαρτήσεις, και οι σοσιαλιστές δεν μπορούν να παραιτηθούν από τέτοιο αγώνα -όποια μορφή κι αν πάρει, μέχρι και την εξέγερση ή τον πόλεμο- χωρίς να πάψουν να είναι σοσιαλιστές,’8.

Ο Λένιν δεν θεωρεί την αντίθεση των εθνών που καταπιέζουν και των εθνών που καταπιέζονται σαν μη ανταγωνιστική, και κάθε άλλο παρά θεωρεί ότι οι τότε σοσιαλδημοκράτες έπρεπε να απέχουν από την ανάπτυξη αυτών των αντιθέσεων θεωρώντας τις τάχα ξεπερασμένες ή αδιάφορες για το προ­λεταριάτο. Θεωρεί αντίθετα ότι οι τέτοιες διεκδικήσεις «έχουν ταξικό περιεχόμενο. Είναι ανάγκη να γίνεται διάκριση ανάμεσα στα συγκεκριμένα καθήκοντα των σοσιαλδημοκρατών των εθνών που κατα­πιέζουν και των σοσιαλδημοκρατών των εθνών που καταπιέζονται».

Ο Λένιν αναπτύσσει όλη του την επιχειρηματολογία ενάντια στον ιμπεριαλιστικό οικονομισμό των μποζιστών για να αναδείξει αυτή ακριβώς τη διάκριση που δεν αντιλαμβάνονται οι τελευταίοι. Ο ΓΜ αναπτύσσει όλη του την επιχειρηματολογία ενάντια στη «θεωρία του παγκόσμιου καπιταλισμού» γενι­κά, για να εξαφανίσει αυτή τη διάκριση] Οι μποζιστές δεν αντιλαμβάνονταν αυτή τη διάκριση επειδή από τη διαπίστωση ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει την τάση να «καταβροχθίζει» (που είναι σωστή) έβγαζαν το λαθεμένο συμπέρασμα ότι ο «αγώνας για πλήρη εθνική απελευθέρωση, για πλήρη ανεξαρ­τησία» είναι τάχα αντιδραστικός και καθυστερημένος ιστορικά. Ο ΓΜ αμφισβητεί αυτή τη διάκριση θεωρώντας ότι ο ιμπεριαλισμός δεν έχει καν την τάση να «καταβροχθίζει», πράγμα που είναι λάθος. Έτσι από αντίθετη αφετηρία ταυτίζεται με τον ιμπεριαλιστικό οικονομισμό στο πολιτικό συμπέρασμα: στη γενική περίπτωση που δεν έχουμε πολιτική προσάρτηση (αποικίες κλπ) ο ΓΜ θεωρεί το ζήτημα της πολιτικής και οικονομικής ανεξαρτησίας ξεπερασμένο ιστορικά. Αν οι μποζιστές απέχουν μια φο­ρά από την άποψη του Λένιν, ο ΓΜ απέχει διπλά.

Ο Λένιν ειρωνεύεται το «οικονομικό απραγματοποίητο» της τυπικής πολιτικής ανεξαρτησίας όχι γιατί υποστηρίζει τάχα ότι ο ιμπεριαλισμός δεν έχει την τάση να «καταβροχθίζει» οικονομικά και πο­λιτικά όπως αυθαίρετα ισχυρίζεται ο ΓΜ, αλλά γιατί υποστηρίζει, αντίθετα, πως ακόμη κι αν επιτευ­χθεί η τυπική πολιτική ανεξαρτησία αυτό δεν θίγει αναγκαία τις βάσεις της οικονομικής εξάρτησης που στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού εντείνεται και βαθαίνει. Είναι γι’ αυτό ακριβώς που συμπεραίνει πως «το να μιλάει όμως κανείς για οικονομικό ‘απραγματοποίητο’ της αυτοδιάθεσης στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού είναι απλώς κουραφέξαλα». Εδώ βρίσκεται και όλη η ουσία της καθυστέρησης των αντιλήψεων που πρεσβεύουν οι «Θ», αντιλήψεων που αποτελούν παραλλαγή παλιότερων και σύγχρο­νων αντιλήψεων της σοσιαλδημοκρατίας. Οι ίδιοι (οι σοσιαλδημοκράτες) που θεωρούσαν την αποι­κιοκρατία «εκπολιτισμό» των καθυστερημένων εθνών, θεωρούσαν αργότερα, όταν επιτεύχθηκε η τυ­πική πολιτική ανεξαρτησία μιας σειράς χωρών, ότι δεν υπήρχε πλέον ζήτημα ανεξαρτησίας. Σχετικά είναι και όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για την αντιπαράθεση ΚΚΚ-ΚΚΣΕ. Η άποψη του ΓΜ είναι ότι στο βαθμό που δεν υφίσταται άμεση πολιτική προσάρτηση δεν υφίσταται και ζήτημα κυρίαρχων και κυριαρχούμενων «κοινωνικών σχηματισμών», δεν υφίσταται ζήτημα εξάρτησης: «η εμβέλεια των διε­θνών σχέσεων δεν μπορεί να ξεπεράσει ορισμένα όρια: τα όρια που τίθενται από τα συμφέροντα της εθνικά-κρατικά οργανωμένης ταξικής εξουσίας. Πέρα από αυτά τα όρια υπάρχει μόνο η πολιτικοστρα-τιωτική βία, ο πόλεμος και οι προσαρτήσεις ξένων εδαφών»59. Το ανέντιμο εδώ είναι ότι ο ΓΜ επικα­λείται γι’ αυτή τη σοσιαλδημοκρατική στην ουσία της άποψη το Λένιν, στην αντιπαράθεση του με τον ιμπεριαλιστικό οικονομισμό. Κι όμως είναι σ’ αυτήν ακριβώς την αντιπαράθεση που ο Λένιν αποσα­φηνίζει αυτό ακριβώς το ζήτημα ενάντια στον Κιέβσκι:

«Ο ιμπεριαλισμός είναι οικονομικά μονοπωλιακός καπιταλισμός. Για να είναι το μονοπώ­λιο ολοκληρωτικό, πρέπει να εκτοπιστούν οι ανταγωνιστές όχι μόνο από την εσωτερική αγο­ρά αλλά και από την εξωτερική, από όλο τον κόσμο. Υπάρχει άραγε η οικονομική δυνατότητα ‘στην εποχή του χρηματιστικού κεφαλαίου’ να εκτοπιστεί ο συναγωνισμός ακόμη και σε ένα ξένο κράτος; Και βέβαια υπάρχει: το μέσο είναι η χρηματιστική εξάρτηση και η ιδιοποίηση των πηγών πρώτων υλών και σε συνέχεια και όλων των επιχειρήσεων του ανταγωνιστή. [] Το μεγάλο χρηματιστικό κεφάλαιο μιας χώρας μπορεί πάντα να εξαγοράσει τις επιχειρήσεις των ανταγωνιστών και μιας ξένης, πολιτικά ανεξάρτητης, χώρας και πάντα το κάνει αυτό. Οι­κονομικά τούτο είναι πέρα για πέρα Πραγματοποιήσιμο’. Η οικονομική ‘προσάρτηση’ είναι πέρα για πέρα Πραγματοποιήσιμη’ χωρίς την πολιτική και συναντιέται συνεχώς. Στη βιβλιο­γραφία τη σχετική με τον ιμπεριαλισμό θα συναντήσετε σε κάθε βήμα μαρτυρίες λχ σαν κι αυτές, ότι η Αργεντινή είναι στην πραγματικότητα ‘ εμπορική αποικία’ της Αγγλίας, ότι η Πορτογαλία είναι στην πράξη ‘υποτελής’ της Αγγλίας κλπ. Αυτό είναι σωστό: η οικονομική εξάρτηση από τις αγγλικές τράπεζες, τα χρέη προς την Αγγλία, η αγορά τοπικών σιδηροδρό­μων, ορυχείων, γαιών κλπ απόμερους της Αγγλίας, όλα αυτά κάνουν τις προαναφερόμενες χώρες ‘προσαρτήματα’ της Αγγλίας από οικονομική άποψη, χωρίς την παραβίαση της πολιτι­κής ανεξαρτησίας των χωρών.

Πώς συμβιβάζεται ο καπιταλισμός με τη δημοκρατία; Με την έμμεση εφαρμογή της πα­ντοκρατορίας του κεφαλαίου! Τα οικονομικά μέσα για το σκοπό αυτό είναι δυο: 1) άμεση ε­ξαγορά 2) συμμαχία της κυβέρνησης με το Χρηματιστήριο. [] Γεννιέται το ερώτημα: τι αλ­λάζει, από την άποψη που εξετάζουμε, με την αντικατάσταση του καπιταλισμού από τον ι­μπεριαλισμό, δηλ. του προ μονοπωλιακού καπιταλισμού από τον μονοπωλιακό; Μόνο που η εξουσία του χρηματιστηρίου δυναμώνει! Επειδή το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι το μέγιστο βιομηχανικό κεφάλαιο το οποίο αναπτύχθηκε σε μονοπώλιο και συγχωνεύτηκε με το τραπεζι­κό κεφάλαιο. Οι μεγάλες τράπεζες συγχωνεύονται με το Χρηματιστήριο καταβροχθίζοντας το. Παρακάτω. Αν για τον ‘πλούτο’ γενικά αποδείχνεται ολότελα πραγματοποιήσιμη η κυ­ριαρχία πάνω σε οποιαδήποτε ρεμπουπλικανική δημοκρατία μέσω της εξαγοράς και του Χρηματιστηρίου, τότε πώς μπορεί ο Π. Κίεβσκι να ισχυρίζεται, χωρίς να πέφτει σε ‘λογική αντίφαση’, ότι ο τεράστιος πλούτος των τραστ και των τραπεζών που διαχειρίζονται δισεκα­τομμύρια δεν μπορεί να πραγματοποιήσει την εξουσία του χρηματιστικού κεφαλαίου πάνω σε μια ξένη, δηλ. πολιτικά ανεξάρτητη, δημοκρατία; Λοιπόν; Η εξαγορά των δημοσίων υπαλλήλων είναι ‘απραγματοποίητη’ σε ξένο κράτος; Ή ‘η συμμαχία της κυβέρνησης με το Χρημα­τιστήριο’ είναι μόνο συμμαχία με τη δική του κυβέρνηση; []

Οποιαδήποτε πολιτική μορφή κι αν έχει η Πολωνία, αδιάφορο αν θα είναι κομματάκι της τσαρικής Ρωσίας ή της Γερμανίας, ή αυτόνομη περιοχή ή πολιτικά ανεξάρτητο κράτος, δεν είναι δυνατό ούτε να απαγορευτεί, ούτε να καταργηθεί η εξάρτηση της από το χρηματιστικό κεφάλαιο των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων, η αγορά των μετοχών των επιχειρήσεων της από­μερους αυτού του κεφαλαίου. Το 1905 ‘πραγματοποιήθηκε’ μόνο η πολιτική ανεξαρτησία της Νορβηγίας. Αυτή δεν σκόπευε και δεν μπορούσε να θίξει την οικονομική εξάρτηση. [] Με μια τέτοια έκβαση του σημερινού πολέμου είναι απόλυτα ‘πραγματοποιήσιμος’ ο σχηματι­σμός νέων κρατών στην Ευρώπη, πολωνικού, φιλανδικού κλπ, χωρίς την παραμικρότερη πα­ραβίαση των όρων ανάπτυξης του ιμπεριαλισμού και της δύναμης του -αντίθετα: με ενίσχυση της επιρροής, των δεσμών και της πίεσης του χρηματιστικού κεφαλαίου»60.

Ίσως αυτά να αποτελούν περισσότερο εμπειρικές-περιγραφικές προσεγγίσεις και λιγότερο θεωρη-τικές-επιστημονικές διατυπώσεις, ίσως να μην είναι ανάλυση αλλά διατύπωση των προϋποθέσεων που επιτρέπουν τη διατύπωση μιας ανάλυσης… Όπως και να ‘χει, αν η αντίληψη της εξάρτησης και οι «θεωρίες της εξάρτησης», αν η αντίληψη της τάσης του ιμπεριαλισμού να «καταβροχθίζει» έθνη οικο­νομικά και πολιτικά, αποτελούν γνωρίσματα των «κλασσικών θεωριών για των ιμπεριαλισμό» και των «θεωριών του παγκόσμιου καπιταλισμού», τότε έγινε φανερό απ’ τα παραπάνω ότι ο Λένιν καθόλου δεν εγκατέλειψε αυτή τη «θεωρία» με την κριτική του στον ιμπεριαλιστικό οικονομισμό, όπως αυθαί­ρετα ισχυρίζεται ο ΓΜ.

3. Η αλτουσερική κληρονοµιά της «µεθόδου»

«Τότε, δεν υπήρχε αντικειμενικά άλλη μορφή δυνατής πολιτικής παρέμβασης στο εσωτερικό του Κόμματος εκτός από την αυστηρώς θεωρητική και μάλιστα μόνο αν στηριζόταν κανείς στην υπάρχουσα και αναγνωρισμένη επισήμως θεωρία, για να τη στρέψει εναντίον του τρόπου με τον οποίο την χρησι­μοποιούσε το Κόμμα. Και όπως η επίσημη θεωρία δεν είχε πλέον να κάνει με το Μαρξ, αλλά ευθυ­γραμμιζόταν με τις πολύ επικίνδυνες μωρολογίες του σοβιετικού διαλεκτικού υλισμού, δηλαδή του σταλινικού, έπρεπε και ήταν η μόνη οδός, να επιστρέψει κανείς στον Μαρξ, σ’ αυτή την ανεπιφύλακτα παραδεκτή πολιτική σκέψη, καθόσον ιεροποιημένη, και να αποδείξει ότι ο κατά Στάλιν διαλεκτικός υλισμός, με όλες τις θεωρητικές, φιλοσοφικές, ιδεολογικές και πολιτικές συνέπειες, ήταν ολοκληρωτι­κά παραλογισμός»61· «Ήθελα να παρέμβω στο Γαλλικό Κομμουνιστικό κόμμα, του οποίου υπήρξα μέ­λος από το 1948, για να αγωνισθώ εναντίον του θριαμβεύοντος τότε σταλινισμού και των καταστροφι­κών για την πολιτική του κόμματος μου συνεπειών. Όμως τότε δεν είχα άλλη επιλογή: αν επενέβαινα δημόσια στην πολιτική του Κόμματος, το οποίο αρνούνταν να δημοσιεύσει ακόμη και φιλοσοφικά μου κείμενα (για το Μαρξ) γιατί θεωρούνταν αιρετικά και επικίνδυνα, θα είχα πάραυτα διαγραφεί, τουλά­χιστον ως την εποχή του 1970, θα είχα περιθωριοποιηθεί, χωρίς ν’ αποκτήσω καμιά επιρροή μέσα στο Κόμμα. Δεν μου έμενε λοιπόν παρά ένας και μόνον τρόπος να παρέμβω πολιτικά στο Κόμμα: δια της καθαρής θεωρίας, δηλαδή της φιλοσοφίας» 62.

«Στο σημείο αυτό νομίζω ότι κατά κάποιον τρόπο χάσαμε το στόχο, στο βαθμό που δεν μπορέσαμε να αποδώσουμε στον Μαρξ τη φιλοσοφία που καλύτερα ταίριαζε στο έργο του: Του αποδώσαμε μια φιλοσοφία κυριαρχούμενη από την ατμόσφαιρα της εποχής, στρουκτουραλιστικής και μπασελαριανής έμπνευσης, η οποία, όσο κι αν παίρνει υπόψη της ορισμένες πλευρές της σκέψης του Μαρξ, ωστόσο δεν νομίζω ότι μπορεί να ονομαστεί μαρξιστική φιλοσοφία»63. «Για χίλιους λόγους, που κάποτε θα ε­ξηγήσω, ποτέ δεν θεώρησα, όπως ο Σαρτρ, ότι ο μαρξισμός είναι ‘η αξεπέραστη φιλοσοφία της εποχής μας’, και για κάποιο σοβαρό λόγο διατηρώ ακόμη αυτή την άποψη. […] Πολλοί σπεσιαλίστες αλλά και αγωνιστές είχαν το αίσθημα ότι κατασκεύασα έναν δικό μου Μαρξ, ότι έφτιαχνα έναν φανταστικό μαρξισμό. Το αναγνωρίζω ευχαρίστως, διότι στην πραγματικότητα αφαιρούσα από το Μαρξ όχι μόνο ό,τι θεωρούσα ασυμβίβαστο προς τις υλιστικές του αρχές, αλλά επίσης ξεχώριζα τα ιδεολογικά στοι­χεία που επιβίωναν στο έργο του, και πάνω απ’ όλα τις απολογητικές κατηγορίες της ‘διαλεκτικής’, την ίδια τη διαλεκτική δηλαδή»64. Ο υλισμός «που αποδίδεται στον Μαρξ, τον Ένγκελς, το Λένιν, ο οποί­ος, όπως κάθε υλισμός της ορθολογικής παράδοσης, είναι ένας υλισμός της αναγκαιότητας και της τε­λεολογίας, μια μορφή δηλαδή μεταμφιεσμένου ιδεαλισμού»65.

«Ανακάλυψα καταρχήν μια εκπληκτική αντίφαση: ο άνθρωπος αυτός που συλλογίζεται με more geometrico (με γεωμετρικό τρόπο), με ορισμούς, αξιώματα θεωρήματα, πορίσματα, λήμματα και συ-νεπαγωγές, συνεπώς με τον πιο ‘δογματικό’ τρόπο του κόσμου, στην πραγματικότητα ήταν απαράμιλ­λος απελευθερωτής του πνεύματος»66. «Θεωρούσα πως κάθε φιλοσοφία είναι δογματική από τη φύση της, έτσι όπως ορίζεται από τις θέσεις που διατυπώνει χωρίς καμιά δυνατότητα πειραματικής επαλή­θευσης»67. «Συνεπικουρούμενοι απ’ όλες τις δυνατές ενδείξεις φύγαμε για την κατάκτηση, δηλαδή την ανακάλυψη και την επεξεργασία αυτής της μεγάλης απούσας: της φιλοσοφίας του Μαρξ. Και του κα­τασκευάσαμε μια φιλοσοφία που του έλειπε· αυτή την ορθολογική και συνεκτική φιλοσοφία. Αυτή η συνεκτική και ορθολογική φιλοσοφία ‘ερωτοτρόπησε’ με τη στρουκτουραλιστική ιδεολογία, ζωντανή μέσα στη γλωσσολογία, στην εθνολογία, στην ιστορία της φιλοσοφίας (Σωσύρ κλπ, Λεβί-Στρως κλπ, Γκερού κλπ)»68.

«Μέσα σε πλήρη ευφορία είχα μόλις δημοσιεύσει το Για το Μαρξ και το διαβάζοντας ‘Το Κεφά­λαιο ’, που είχαν εμφανιστεί τον Οκτώβριο. Ένας απίστευτος τρόμος με κατέλαβε τότε. Στην ιδέα ότι τα κείμενα θα με έδειχναν ολόγυμνο μπροστά στο ευρύτερο κοινό με κατέλαβε ένας απίστευτος τρό­μος. Ολόγυμνο, όπως ήμουν δηλαδή, ένα ον όλο τεχνάσματα κι απάτες και τίποτα άλλο. Ένας φιλόσο­φος που δεν ήξερε σχεδόν τίποτα από ιστορία της φιλοσοφίας και σχεδόν τίποτα από Μαρξ (του οποί­ου τα νεανικά έργα είχα βέβαια μελετήσει επισταμένως, αλλά στα σοβαρά μόνο το το Ι Βιβλίο του Κε­φαλαίου, εκείνη τη χρονιά, το 1964, στη διάρκεια του σεμιναρίου που θα κατέληγε στο διαβάζοντας ‘Το Κεφάλαιο’). Ένιωθα σαν ‘φιλόσοφος’ που ρίχτηκε σε αυθαίρετη κατασκευή, εντελώς ξένη προς τον ίδιο το Μαρξ. Ο Ραϊμόν Αρον δεν είχε εντελώς άδικο όταν, αναφερόμενος στην αφεντιά μου ή στο Σαρτρ, μιλούσε για ‘κατά φαντασίαν μαρξισμό’. […] Είχα ωστόσο μιαν άλλη, πολύ δική μου, ικανότη­τα. Ξεκινώντας από μια απλή διατύπωση αισθανόμουν ικανός (τι αυταπάτη!) να ανασυνθέσω, αν όχι τη σκέψη, τουλάχιστον την τάση και τον προσανατολισμό ενός συγγραφέα ή ενός βιβλίου, που ωστό­σο δεν είχα διαβάσει. […] Επιτέλους έφθασα στις κορυφές της επιθυμίας μου: να έχω δίκιο, μόνος ε­ναντίον όλων/

«Ο Πασκάλ, μιλώντας για τις νέες εμπειρίες που έρχονται σε αντίθεση προς εκείνες των παλαιών, εκφέρει την ακόλουθη φράση: «Ετσι, χωρίς να αντιλέγουμε (στους παλαιούς), μπορούμε να προτεί­νουμε το αντίθετο απ’ ότι εκείνοι έλεγαν’! […] Ποτέ δεν έπαψα να σκέφτομαι αυτή τη φράση, αφά­νταστα πιο βαθυστόχαστη απ’ όλα όσα οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού μπόρεσαν να πουν για την ι­στορία. […] Αυτό που με γοήτευσε επίσης στο Σπινόζα ήταν η φιλοσοφική του στρατηγική. […] Άρχι­ζε από το Θεό! Εκκινούσε από το Θεό και στο βάθος ήταν άθεος. Έξοχος χειριστής της στρατηγικής, εκκινούσε πολιορκώντας την ανώτατη ισχυρή θέση του αντιπάλου του, ή μάλλον εγκαθίσταται σ’ αυ­τήν σαν να μην ήταν ο ίδιος ο αντίπαλος του, και επαναδιατάσσει το θεωρητικό κάστρο του αντιπάλου με τρόπο ώστε να το στρέψει εναντίον του, όπως στρέφουμε τα κανόνια εναντίον του κατόχου τους. […] Αναμφίβολα αυτή η στρατηγική με βόλευε στην προσωπική μου πολιτική και φιλοσοφική στρα­τηγική: να περικυκλώσει κανείς από τα μέσα το Κόμμα με τις δικές του τις θέσεις.. .»70.

Στα Στοιχεία αυτοκριτικής που γράφτηκαν το 1972, δηλ. μόλις λίγα χρόνια πριν λεχθούν τα παρα­πάνω, ο Αλτουσέρ έγραφε ότι «μπορεί να τάσσεται κάποιος στο πλευρό της μαρξιστικής θεωρίας, αλ­λά να την υπερασπίζεται από θεωρησιακές, δηλαδή μη μαρξιστικές θέσειςΒι και, το ίδιο επίσης, μπο­ρεί να τάσσεται στο πλευρό της μαρξιστικής επιστήμης, αλλά να την υπερασπίζεται από θετικιστικές, δηλαδή μη μαρξιστικές, θέσεις -με όλα τα συνακόλουθα αποτελέσματα. Τη μαρξιστική θεωρία και ε­πιστήμη μπορείς να την υπερασπίζεσαι μόνον από θέσεις υλιστικές-διαλεκτικές». Αυτά μάλιστα γρά­φονταν ως αυτοκριτική και «επιστροφή» στον υλισμό και τη διαλεκτική… Στην Υποστήριξη της Αμιένης τρία χρόνια μετά, επιχειρηματολογώντας την (εμπειρίστικη στην ουσία της) διάκριση ανάμεσα στο πραγματικό αντικείμενο και το αντικείμενο της γνώσης, ο Αλτουσέρ υποστήριζε ότι: «βέβαια, αν αυτή η αναγκαία διάκριση δεν επιχειρηματολογηθεί στέρεα, μπορεί να οδηγήσει στο νομιναλισμό, δηλαδή στον ιδεαλισμό». Λίγο αργότερα, στα πιο πάνω κείμενα που είναι συγκεντρωμένα στα Φιλοσοφικά και στο Το μέλλον διαρκεί πολύ, θα υποστηρίξει πως: «Δεν γνωρίζω καμιά πιο καθαρή μορφή υλισμού από τον νομιναλισμό»71. Στην ερώτηση αν «ο Μαρξ δεν διακήρυξε ότι ο νομιναλισμός είναι ο προθάλαμος του υλισμού;», η απάντηση του πλέον είναι: «Ακριβώς, και θα πήγαινα πιο μακριά. Θα έλεγα ότι δεν είναι μόνο ο προθάλαμος αλλά ότι είναι ο ίδιος ο υλισμός». «Είχα διαβάσει στο Μαρξ ότι ο νομιναλισμός ήταν η βασιλική οδός προς τον υλισμό [αυτό που έγραψαν οι Μαρξ-Ενγκελς στην Αγία Οικογέ­νεια αναφερόμενοι στο Σπινόζα είναι ότι «ο νομιναλισμός είναι η πρώτη έκφραση του υλισμού»]. Για να πούμε την αλήθεια ο νομιναλισμός δεν είναι βασιλική οδός προς τον υλισμό αλλά ο μόνος νοητός στον κόσμο υλισμός»72.

Τα παραπάνω δεν αναφέρονται εν είδει επιγραμματικής κριτικής, αν και μια κριτική στον Αλτου­σέρ θα είχε περισσότερο ενδιαφέρον και ουσία από την κριτική στο ΓΜ και τις «Θ». Αναφέρονται για­τί βοηθούν να γίνει πιο κατανοητή η «ηθική» και «μέθοδος» του ΓΜ. Γιατί όπως υπάρχει η ηθική της πράξης υπάρχει και η «ηθική» της σκέψης. Γιατί συμβαίνει πολλές φορές η υιοθέτηση ιδεολογικών-πολιτικών αντιλήψεων να συνοδεύεται ή να προϋποθέτει και την υιοθέτηση της «ηθικής» της σκέψης του «δασκάλου» που τις παρήγαγε. Γιατί, τέλος, απ’ όσο φαίνεται ορισμένοι από τους εγχώριους «αλτουσερικούς» κληρονόμησαν ό,τι χειρότερο από τον Αλτουσέρ («μια ολόκληρη μερίδα από τους ανα­γνώστες μας προσκολλήθηκε σε αυτόν τον όρο [Επιστημολογία], ενισχύοντας μέσα τους, με τις δικές τους φιλοσοφικές κλίσεις, τη θεωρητικιστική τάση των δοκιμίων μας»73).

Ο Αλτουσέρ ήθελε -ανομολόγητα αρχικά αλλά το παραδέχεται αργότερα καθαρά- να απαλλάξει το μαρξισμό από την ασθένεια του διαλεκτικού υλισμού. Η ασθένεια θεραπεύτηκε ο δε ασθενής απεβίω­σε… «Απαλλάχτηκε» από τον υλισμό υιοθετώντας το νομιναλισμό, μια προμαρξιστική μορφή υλισμού (εμπειρισμού). Και «απαλλάχτηκε» από τη διαλεκτική και τους «νόμους» και τις «νομοτέλειες» της υιοθετώντας τον «υλισμό του αστάθμητου». Επανέκδοση μιας επίσης προ μαρξιστικής φιλοσοφικής αντίληψης που ανάγεται στον Επίκουρο και έχει γίνει τώρα τελευταία πολύ της μόδας κυρίως λόγω των απόψεων του Πριγκοζίν και των λεγόμενων θεωριών του Χάους (και ο Μαρξ εκτιμούσε τη συμ­βολή του Επίκουρου όπως και κάθε διαλεκτικός υλιστής, αφιέρωσε μάλιστα τη διδακτορική του δια­τριβή στη μελέτη του, αλλά έφτασε από κει στο μαρξιστικό υλισμό και διαλεκτική και όχι το αντί στροφό…)· Η μόδα αυτή σχετίζεται με όσα λέγαμε παραπάνω για την άρνηση τάχα του μηχανιστικού υλισμού από θέσεις ιδεαλιστικές. Με άλλα λόγια, επιβεβαιώνονται και στην περίπτωση του Αλτουσέρ τα όσα γράφαμε παραπάνω για τις «υπερβάσεις» του μαρξισμού που απολήγουν σε πιο πρωτόγονες και καθυστερημένες αντιλήψεις.

Ο άκρατος υποκειμενισμός και οι αυθαίρετες θεωρητικές κατασκευές του ΓΜ, ο «μαρξιστικός» θετικισμός-θεωρητικισμός του, αποτελούν «μέθοδες» που δεν μπορούν βέβαια να χρεωθούν αυτούσιες στον Αλτουσέρ, αλλά σαν στοιχεία προέρχονται από κει. Η ίδια η σιωπή των «Θ» γύρω απ’ αυτές τις πλευρές διανοητικής «ηθικής» του Αλτουσέρ, που ορισμένες ομολογεί ο ίδιος ανοιχτά όπως φαίνεται και παραπάνω, μάλλον πιστοποιεί αυτή την ίδια «ηθική» και «μέθοδο» που επέλεξαν να κληρονομή­σουν οι «Θ». Σε κάθε περίπτωση, δεν αντιλαμβανόμαστε τη σιωπή των -πολυγραφότατων κατά τα άλλα- συντακτών των «Θ» γύρω απ’ τις νέες απόψεις που διατυπώνει ο Αλτουσέρ στα «ύστερα» κείμενα του, αν και έχουν γραφεί αρκετά άρθρα για τον ίδιο, κι όταν μάλιστα ο Αλτουσέρ θεωρείται «ο άνθρω­πος που παρήγαγε ό,τι πιο ζωντανό έχει να επιδείξει ο μαρξισμός των τελευταίων δεκαετιών»74.

Η ιδιαίτερη διαμόρφωση των «Θ» στο πλαίσιο όσων αποχώρησαν από το πάλαι ποτέ ΚΚΕ εσ. με τη Β’ Πανελλαδική, παρουσιάζει μια σημαντική ομοιότητα με τη διάσπαση του ΝΑΡ από τον άλλο φορέα του ελλαδικού ρεβιζιονισμού, μια δεκαετία αργότερα. Η «αυτοκριτική» που επιλέγεται για την πολύχρονη θητεία στο ρεβιζιονισμό είναι τέτοια ώστε τα πυρά της να είναι ταυτόχρονα πυρά κριτικής και για όσους την ίδια περίοδο δεν κινούνταν στο χώρο του αντιρεβιζιονισμού. Περιγραφικά: ο ρεβιζιονισμός (εδώ ΚΚΕ εσ.) και η θητεία μας σ’ αυτόν αποτελούσε μια δεξιά τοποθέτηση, ένα λάθος, ω­στόσο το λάθος αυτό δεν αφορά ειδικά εμάς και το ρεβιζιονισμό αλλά κάτι πολύ ευρύτερο, αφορά ό­λους όσους δεν αντιλήφθηκαν αυτό που εμείς αντιληφθήκαμε τώρα: το σοβιετικό μαρξισμό. Ναι, υπη­ρετήσαμε το σοβιετικό μαρξισμό της επίσημης Αριστεράς, αλλά τον υπηρέτησαν και άλλοι από διαφο­ρετικές θέσεις και μάλιστα συνεχίζουν να τον υπηρετούν άρα το δικό τους αμάρτημα είναι και μεγαλύ­τερο. Ο σοβιετικός μαρξισμός θα είναι στο εξής το αμαρτωλό τσουβάλι που χωρά πολύ περισσότερους από το ρεβιζιονισμό στα πλαίσια της ελλαδικής Αριστεράς. Ταυτόχρονα, ακόμα κι αυτή η ίδια η θη­τεία στη ρεφορμιστική Αριστερά δεν χρεώνεται σαν κάτι χειρότερο απ’ όσους δεν τον υπηρετούσαν την ίδια περίοδο. Ίσως να ήταν και ό,τι καλύτερο μπορούσε να επιλέξει κανείς στις δοσμένες συνθή­κες… Και τότε «ωραίοι» ήμασταν και σήμερα ακόμα πιο «ωραίοι». Κάπως έτσι «λύνεται» το πρόβλη­μα της αυτοκριτικής… Κάπως έτσι θα «λυνόταν» και από τη σημαντικότερη διάσπαση προς τα αρι­στερά του άλλου φορέα του ρεβιζιονισμού 11 χρόνια αργότερα.

Παρακάτω, σε αναλογία με την οριοθέτηση και αφετηρία εκκίνησης του αλτουσεριανού έργου κό­ντρα στο διαλεκτικό υλισμό, οι «Θ» θα ορίσουν την ιδεολογική τους «αποστολή» σε αναφορά με την κριτική του «σοβιετικού μαρξισμού». Ωστόσο, θα δείξουν ιδιαίτερη «ευαισθησία» σε μια πολύ συγκε­κριμένη θέση που, υποτίθεται, τον ταυτοποιεί: τη θέση της εξάρτησης. Το 1986, με τη συμπλήρωση 4 χρόνων από την έκδοση του πρώτου τεύχους θα γράψουν: «Οι Θέσεις αποτελούν λοιπόν, πρώτα απ’ όλα, μόνιμο βήμα κριτικής και ιδεολογικής-θεωρητικής αντίστασης ενάντια στις κυρίαρχες σήμερα, σ’ όλο το φάσμα της Αριστεράς, θεωρίες της ‘εξάρτησης’ και της ‘υπανάπτυξης’»75. Το 1988, στα 6 χρό­νια από το πρώτο τεύχος: «Οι αντιλήψεις και οι αναλύσεις που διατυπώθηκαν στις Θέσεις, αν και δεν υπήρξαν πάντοτε ταυτόσημες, αν και ορισμένες φορές οδηγήθηκαν στη θεωρητική αντιπαράθεση με­ταξύ τους από τις στήλες του περιοδικού, εντούτοις βρίσκονται πάντα στον αντίποδα των κυρίαρχων αντιλήψεων: Στον αντίποδα των αντιλήψεων (‘αριστερών’ ή μη) που στρατεύονται στην υπηρεσία της ‘αυτοδύναμης’ ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού και γι’ αυτό εξωραΐζουν την καπιταλιστική εξουσία στο εσωτερικό της κοινωνίας, προσπαθώντας να μας πείσουν ότι οι ‘κακές’ και ‘στρεβλές’ ‘μορφές’ αυτής της ταξικής βίας και εκμετάλλευσης πηγάζουν από την ‘εξάρτηση’ της χώρας από το εξωτερικό. Οι Θέσεις αντιπαρατέθηκαν έτσι τόσο στον επίσημο ιδεολογικό λόγο της παραδοσιακής Αριστεράς, όσο και στις απόψεις των ‘νεομαρξιστών’ θεωρητικών της ‘εξάρτησης’, τείνοντας να απο­τελέσουν παρά τις όποιες ελλείψεις ή ατέλειες, ένα ιδιαίτερο θεωρητικό ρεύμα στο χώρο της ελληνικής Αριστεράς. Προς αυτή την κατεύθυνση σκοπεύουμε να συνεχίσουμε την προσπάθεια μας και στο μέλ­λον»76.

Στα 10χρονα: «Οι ‘έμμονες ιδέες’ μας, δηλαδή τα ζητήματα που κυρίως απασχόλησαν το πε­ριοδικό κατά την πρώτη δεκαετία της ζωής του μπορούν να συνοψισθούν στις ακόλουθες ενότητες» με πρώτη την «κριτική στις ‘αριστερές’ ιδεολογικές κατασκευές περί ‘εξάρτησης’ και ‘υπανάπτυξης’ του ελληνικού καπιταλισμού, που αποτελούσαν ακριβώς, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, την ιδιαί­τερη μορφή που προσλάμβανε στη χώρα μας η κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας στο εσωτερικό της Αριστεράς», και δεύτερη ενότητα, την «κριτική στην κρατική ιδεολογία των χωρών του Ανατολικού Συνασπισμού, που μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 παρουσιαζόταν ως η ‘επίσημη εκδοχή’ του μαρξισμού (ο περίφημος [sic] σοβιετικός ‘μαρξισμός’)»77.

Τα παραπάνω δεν μπορούσαν να είναι πιο ξεκάθαρα. Η ιδιαιτερότητα των «Θ», όπως οι ίδιες υπο­στηρίζουν και παραδέχονται, είναι η στράτευση τους ενάντια στις «κυρίαρχες» αντιλήψεις της εξάρτη­σης και της αυτοδύναμης ανάπτυξης, αυτό είναι που τις καθιστά ένα «ιδιαίτερο θεωρητικό ρεύμα στο χώρο της ελληνικής Αριστεράς». Υπάρχει μια αναμφίβολη συνέπεια ανάμεσα στην παραπάνω διακή­ρυξη στόχων από τις «Θ» και στις συνεργασίες του περιοδικού. Έχουν παρελάσει σχεδόν όλες οι από­ψεις εκτός από τις «σοβιετο μαρξιστικές» και ειδικά όσες υποστηρίζουν τη θέση ότι η Ελλάδα είναι μια εξαρτημένη χώρα. Διανοούμενοι που κινούνται στα πλαίσια της σοσιαλδημοκρατίας, μεταμελημένοι προς τα δεξιά ρεβιζιονιστές, καθαρόαιμοι τροτσκιστές, ο Μπαλιμπάρ στη «μετα-μαρξιστική» του φά­ση και άλλοι πολλοί, μα πάντως όχι απόψεις που θέτουν το ζήτημα της εξάρτησης ή είναι «χαρακτηρι­σμένοι» «σοβιετομαρξιστές». Αυτό αποτελεί πράγματι μια ορισμένη «ιδιαιτερότητα» των «Θ». Η «ι­διαιτερότητα» δεν έγκειται στην απουσία απόψεων που θέτουν το ζήτημα της εξάρτησης (αυτό είναι πια κανόνας κι όχι ιδιαιτερότητα) αλλά ότι την ίδια στιγμή είναι παρούσες σχεδόν όλες οι άλλες. Αυτό θυμίζει τη «δίαιτα του ανανά»: τρώμε τα πάντα εκτός από ανανά…

Από πού κι ως πού «κυρίαρχες» οι αντιλήψεις περί εξάρτησης έστω και το 1988, αυτό είναι μια άλ­λη ιστορία. Σήμερα πάντως σίγουρα δεν είναι! Για τον αστισμό και όλες του τις πτέρυγες, για το ΠΑ-ΣΟΚ και το Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου, που άλλωστε τιμήθηκε και με τη συμμετοχή του ΓΜ στο ψηφοδέλτιο επικρατείας, περιττεύει να μιλήσουμε. Για το ΚΚΕ, η «επανακομμουνιστικοποίηση» μετά το ’91 και τη ρήξη με το ΣΥΝ δεν επανέφερε στην «πρώτη γραμμή» τα περί εξάρτησης, αντίθετα προχώρησε στη διατύπωση της θέσης για «μικροϊμπεριαλιστική» Ελλάδα με βάση ένα σκεφτικό που δεν διαφέρει στον πυρήνα του από την προβληματική του ΓΜ (πας μονοπω­λιακός καπιταλιστικός κοιν. σχηματισμός ίσον ιμπεριαλιστικός σχηματισμός). Αφήνουμε εδώ κατά μέρος ότι και τότε που ήταν στην «πρώτη γραμμή», ήταν ουσιαστικά μια κούφια γραμμή, αφήνουμε κατά μέρος ότι η θέση για την αυτοδύναμη ανάπτυξη (όχι του καπιταλισμού!) έχει εγκαταλειφθεί από τη δεκαετία του ’60: αυτά για τις «Θ» είναι έτσι κι αλλιώς ψιλά γράμματα… Τέλος, στο «χώρο» της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς… συνετελέσθη και εδώ πρόοδος ραγδαία. Το μεσουράνημα του ΝΑΡ στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας συνοδευόταν ή προϋπόθετε την υποχώρηση των αντιλήψεων της εξάρτησης στο «χώρο» αυτό. Άλλωστε, οι ίδιες οι «Θ» προσδιορίζουν «μέχρι τα μέσα της δεκαετί­ας του 1980» το χρονικό όριο που οι «ιδεολογικές κατασκευές περί ‘εξάρτησης’ και ‘υπανάπτυξης’ του ελληνικού καπιταλισμού αποτελούσαν ακριβώς την ιδιαίτερη μορφή που προσλάμβανε στη χώρα μας η κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας στο εσωτερικό της Αριστεράς».

Ο στόχος λοιπόν επιτεύχθηκε, το μεγαλόπνοο αυτό σχέδιο πραγματοποιήθηκε, η Αριστερά «θερα­πεύτηκε», μόνο που η «θεραπεία» της ταυτίζεται με μια δεξιότατη μετατόπιση… Σε κάθε περίπτωση, γιατί αυτή η εμμονή και σήμερα ακόμα ενάντια στην «εξαρτησιολογία»; Σε ποιόν μένει να απευθύνε­ται η πολεμική αυτή ενάντια στις «κυρίαρχες αντιλήψεις»; Και ποια είναι σήμερα η «ιδιαίτερη μορφή που προσλαμβάνει στη χώρα μας η κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας στο εσωτερικό της Αριστεράς»; Τα υπολείμματα ενός κούφιου αντι-ιμπεριαλισμού του ΚΚΕ; Ο «πατριωτισμός»;

Η ανοιχτή υποστήριξη του ΣΥΝ από το διευθυντή των «Θ» όπως και η υποστήριξη από μια άλλη μερίδα προς τις επιλογές της Κομμουνιστικής Ανανέωσης (ΚΚΕ) στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, αποκαλύπτει μάλλον την κατεύθυνση και ποιότητα της «κάθαρσης» της Αριστεράς, που επιχειρούσαν τόσα χρόνια οι «Θ», από το «σοβιετικό μαρξισμό»…

5. Πίσω από τον αδιάλλακτο «αντικαπιταλισμό», ο δεξιός πραγματισμός

Οι «Θ», αν και «θεωρητικό ρεύμα», εμπλάκηκαν άμεσα ή έμμεσα με την «πολιτική πραχτική» σε διάφορες στιγμές. Θα περιοριστούμε σε κάποιες απ’ αυτές ενδεικτικά για την ποιότητα του εγχώριου «αντικαπιταλισμού».

Η «κριτική υποστήριξη» προς το ΠΑΣΟΚ

Η πρώτη ήταν λίγο πριν την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας το ’85 και τις βουλευτικές εκλογές που ακολούθησαν, όταν ο Α. Παπανδρέου είχε μπλοφάρει επανεκλογή Καραμανλή. Οι «Θ» τότε, όπως και πολλοί άλλοι του «χώρου», δεν είχαν μόνο προεξοφλήσει την επανεκλογή αυτή, αλλά και πρότει­ναν την «εναντίωση στην επανεκλογή του Καραμανλή ως επιβεβαίωση μιας στρατηγικής που δεν αρ­κείται στα όρια του ‘συνταγματικού δρόμου’»78 προς τοσοσιαλισμό. Η ανεξαρτησία από μια ενδο-αστική στην ουσία της διαμάχη λίγους συγκινούσε τότε και όταν ο Α. Παπανδρέου αιφνιδίασε με Σαρ­τζετάκη, οι περισσότεροι απλώς βρέθηκαν στον «αέρα».

Οι «Θ» έκριναν τότε ότι η μη επανεκλογή Καραμανλή «έστω και με τρόπο στρεβλό, καταγράφει τη δυναμική του λαϊκού παράγοντα που αναγνωρίζει τον εαυτό του στην Αλλαγή’. Και ήταν αυτή τη δυ­ναμική που είχαμε υποτιμήσει στις προηγούμενες αναλύσεις μας»79. Την ίδια στιγμή που έκριναν επι­φανειακή την «εξήγηση που ανάγει τα πάντα στην ‘αποφασιστική πίεση’ των δυνάμεων της ‘πραγματικής αλλαγής’ (ΚΚΕ)», υποστήριζαν ότι την επανεκλογή Καραμανλή «ακύρωσε η αντίθεση των λαϊ­κών δυνάμεων που αναγνωρίζονται στην ‘Αλλαγή’». «Στο επίπεδο των κοινωνικών συσχετισμών η βασική τροποποίηση συνίσταται στην ενίσχυση των θέσεων των λαϊκών δυνάμεων, παράλληλα με την οικοδόμηση μιας νέου τύπου συναίνεσης. [] Δεν είναι λοιπόν απλά μια ‘άλλη κυβέρνηση’ σε σχέση με τη Δεξιά, ή ακόμα περισσότερο ένας νέος τρόπος ‘εξαπάτησης’ των λαϊκών τάξεων. Δεν πρόκειται για δύο παραπλήσια κόμματα που η εναλλαγή τους στην εξουσία απλά νομιμοποιεί το αστι­κό πολιτικό παιχνίδι. Η ‘Αλλαγή’ αποτελεί μια διαφορετική, ‘αριστερή’, διαχείριση της εξουσίας που αναδιοργανώνει τις σχέσεις εξουσίας – λαϊκών τάξεων, δηλαδή που διαχειρίζεται τη δυναμική τη του λαϊκού κινήματος και επιχειρεί να την εντάξει στην προοπτική ανάκαμψης του ελληνικού καπιταλι­σμού, με μέσο τη διασφάλιση κάποιων άμεσων λαϊκών συμφερόντων και κατακτήσεων. Έχουμε επο­μένως να κάνουμε με μια υπαρκτή (όσο κι αν είναι στρεβλή, γιατί δεν προωθεί τα μακροπρόθεσμα λαϊκά συμφέροντα) σχέση εκπροσώπησης και ‘αυτοαναγνώρισης’ του λαϊκού κινήματος στη στρατηγι­κή της ‘Αλλαγής’» (η υπογ. δική μας). Όπως είναι φανερό, προκειμένου να διορθωθεί το πρώτο λάθος συντελείται ένα ακόμη μεγαλύτερο ατόπημα με εκτιμήσεις για το ΠΑΣΟΚ και την πολιτική του που είναι το λιγότερο άστοχες: λίγους μόνο μήνες μετά ακολουθεί το σταθεροποιητικό πρόγραμμα Σημίτη του ‘85-’87 και «η νεοφιλελεύθερη μεταστροφή της κυβερνητικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ που σημα­τοδοτήθηκε από τα οικονομικά μέτρα του Οκτωβρίου ‘85»80.

Περισσότερο κρατάμε από τα παραπάνω το «βάθος» των εκτιμήσεων όσο οι «Θ» κατεβαίνουν από την υψηλή θεωρία στην πεζή «πολιτική πραχτική», και ειδικά το συνδυασμό του αρειμάνιου «αντικα­πιταλισμού» μ’ αυτό το αλληθώρισμα προς στη σοσιαλδημοκρατία, δηλ. την «κριτική υποστήριξη» μιας πτέρυγας του αστισμού μπροστά στις βουλευτικές εκλογές του ‘85, δείγμα της πολιτικής ποιότη­τας αυτού του «αντικαπιταλισμού». Να σημειωθεί ότι η εκτίμηση της φύσης και του χαρακτήρα του ΠΑΣΟΚ αποτελούσε κομβικό ζήτημα για τον προσανατολισμό της Αριστεράς στη δεκαετία του ’80. Παρά τον εξίσου αρειμάνιο αντι-«σοβιετομαρξισμό», ένα χρόνο μετά, στις δημοτικές εκλογές του ’86, η «κριτική υποστήριξη» θα στραφεί προς την τότε Συμπαράταξη της Αριστεράς.

Ο φιλο-γκορμπατσοφικός αλληθωρισμός

Στο μεταξύ έχει ανατείλει το άστρο του Γκόρμπυ και η περεστρόικα βρίσκεται σε εξέλιξη. Ξανά παρά τον αντι-«σοβιετομαρξισμό» ή μάλλον… εξαιτίας αυτού, η καταρχήν τοποθέτηση των «Ο» αν και επισημαίνει ότι το «κεντρικό νόημα» του 27ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ είναι η «επιστημονικό-τεχνική επιτάχυνση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης», θεωρεί το χαρακτήρα της «κοινωνικό, πραγματικά μεταρρυθμιστικό» και ότι το κύριο πρόβλημα είναι ότι αυτός είναι «μονομερώς καθορισμένος από τα μεσαία και ανώτερα στρώματα της ιεραρχικής κοινωνικής γραφειοκρατίας. [] Δεν είναι δηλαδή οι εργατικές-κοινωνικές οργανώσεις που προσδιορίζουν σε πανενωσιακό επίπεδο τον κεντρικό πολιτικό προγραμματισμό, και αναλαμβάνουν δια μέσου των άμεσων και αντιπροσωπευτικών αιρετών τους ορ­γάνων την πραγματοποίηση του, αλλά τα ανώτερα στρώματα της κοινωνικής γραφειοκρατίας. [] Κατά συνέπεια, η σύγχρονη σοβιετική μεταρρύθμιση στην οποία παραπέμπει ο επανακαθορισμός της φυσιογνωμίας και τακτικής του ΚΚΕ, δεν συνιστά μια ριζοσπαστική τομή στις κοινωνικές-παραγωγικές σχέσεις στην κατεύθυνση σοσιαλιστικοποίησής τους, αναπαράγει τον τεχνοκρατικό οικο­νομισμό, και την ταξική επικυριαρχία (πολιτική, κοινωνική, μορφωτική) των ανώτερων κλιμακίων της πυραμίδας του ιεραρχικού καταμερισμού της εργασίας πάνω στην εργατική τάξη και την αγροτιά, παρ’ όλο που είναι αντικειμενικά υποχρεωμένη, με την προσφυγή της στη λαϊκή συμμετοχή-ενεργοποίηση, να δημιουργεί δευτερογενώς ευνοϊκότερους όρους για τους ίδιους τους εργαζόμενους»81.

Ακόμη και το 1988, όταν ο δεξιός χαρακτήρας της περεστρόικα και της «νέας σκέψης» θα είναι κάτι παραπάνω από οφθαλμοφανής, οι «Θ» που τόσο κατηγορηματικά ξεμπερδεύουν με το «σοβιετικό μαρξισμό» της δεκαετίας του ’30, τον «μ-λ», το δικό μας κλπ, θα βρεθούν τώρα σε περισυλλογή και έντονο σκεπτικισμό, αλλά και θαυμασμό που δεν κρύβεται, για τα τεκταινόμενα. «Το πρώτο εντυπω­σιακό στοιχείο που αξίζει να επισημάνουμε είναι ότι από τα κείμενα του Μ. Γκορμπατσόφ, τόσο την Περεστρόικα όσο και τις εισηγήσεις του στα όργανα του ΚΚΣΕ, απουσιάζει συστηματικά η καθιερω­μένη ορολογία του ‘σοβιετικού μαρξισμού’. Ο δυτικός καπιταλισμός για παράδειγμα ονομάζεται σχε­δόν σε όλες τις περιπτώσεις ‘ αναπτυγμένος καπιταλισμός’, με αποτέλεσμα να έχει εκτοπιστεί ο όρος ‘κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός’, ακόμα και ο όρος ‘μονοπωλιακός καπιταλισμός’. [] Υπάρ­χουν στα κείμενα του Γκορμπατσόφ, αλλά και στις αποφάσεις του 27ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ όλα ε­κείνα τα στοιχεία που μας πείθουν ότι η κυρίαρχη σήμερα πτέρυγα της σοβιετικής ηγεσίας έχει εγκα­ταλείψει τα στοιχεία εκείνα της θεωρίας της που στα προηγούμενα περιγράψαμε ως ‘καταστροφισμό’ και ‘κλασσικό οικονομισμό’. [] Πρόκειται για το ξεκίνημα μιας ‘τομής’ που επιτρέπει περισσότερο παρά ποτέ στο παρελθόν να γίνει αντιληπτή η χρεοκοπία των θεωρητικών σχημάτων του οικονομισμού και του καταστροφισμού. [] Οι μετασχηματισμοί που προωθούνται σήμερα από την κυρίαρχη ιδεο­λογικοπολιτική τάση του ΚΚΣΕ δεν έχουν προηγούμενο []: ούτε το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, ούτε πολύ περισσότερο ο επίσημος Ευρωκομμουνισμός δεν αμφισβήτησε ποτέ τις θεωρητικές συντεταγμέ­νες του καταστροφισμού και της ‘θεωρίας των παραγωγικών δυνάμεων’ που είχαν διαμορφωθεί από το σταλινισμό»82. Είναι τέτοια η υποκειμενική τύφλωση του αντι-«σοβιετο μαρξισμού», αντισταλινισμού κλπ των «Θ» που ενώ επισημαίνουν και οι ίδιοι ότι «η συνολική διαδικασία μετασχηματισμού του ‘σοβιετικού μαρξισμού’ κατά κανένα τρόπο δεν έχει ως κύρια πλευρά της την ‘επιστροφή στο μαρξισμό’», ότι «στα κείμενα του Γκορμπατσόφ δεν υπάρχει ούτε μία νύξη για την ύπαρξη ταξικών αντιθέ­σεων στην ΕΣΣΔ», εντούτοις θεωρούσαν ότι «το μέλλον και οι γενικότερες συνέπειες αυτών των με­τασχηματισμών τόσο στο ΚΚΣΕ όσο και πολύ περισσότερο στο εσωτερικό της δυτικής Αριστεράς δεν μπορούν σήμερα να εκτιμηθούν»! Αυτά δεν μπορούσαν τάχα να εκτιμηθούν μα αντίθετα μπορούσε να εκτιμηθεί και τους ήταν «σαφές ότι η υποχώρηση του καταστροφισμού και του κλασσικού οικονομι­σμού φέρνει στην επιφάνεια ορισμένες από τις μαρξιστικές θέσεις που ο σοβιετικός ρεβιζιονισμός είχε μέχρι πρόσφατα εκτοπίσει (πχ η προτεραιότητα της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας και της πάλης των τάξεων στο εσωτερικό κάθε κοινωνικού σχηματισμού)»…

Η σοσιαλδημοκρατία, ο ρεβιζιονισμός σε όλες του εκδοχές, ο τροτσκισμός, και κάπου ανάμεσα τους και οι «Θ», δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν τότε να κρύψουν το θαυμασμό ή την ελπίδα τους για τα τεκταινόμενα στην ΕΣΣΔ. Αν υπάρχει κάτι που θα έπρεπε να προβληματίσει τους θιασώτες των «δη­μοκρατικών», αντισταλινικών, αντι-«σοβιετομαρξιστικών» κλπ προσεγγίσεων, αυτό είναι η τότε ομό­νοια «συναισθημάτων» για την περεστρόικα των τέτοιων προσεγγίσεων με τους ίδιους τους φιλοσο-βιετικούς ρεβιζιονιστές! Το πράγμα ήταν απλό: αφού το κυρίως πρόβλημα ήταν το «υπόλοιπον» στα­λινισμού (ή «σοβιετικού μαρξισμού») των καθεστώτων αυτών η «εκκαθάριση» του «υπολοίπου» δεν αποτελούσε παρά μια θετική εξέλιξη… Μ’ άλλα λόγια η λαθεμένη εκτίμηση ήταν πρώτιστα ζήτημα ιδεολογικής αντίληψης και εννοιών κι όχι μιας συγκυριακής «αστοχίας» ή «συναισθηματισμού». Αν και δεν ανήκαμε σε όσους ανακάλυψαν τη μη-σοσιαλιστική φύση των καθεστώτων αυτών και το ρεβιζιονισμό του «σοβιετικού μαρξισμού» το ’89 ή το ’78, τα «συναισθήματα» μας ήταν διαφορετικά και η τοποθέτηση μας σαφής. «Η περεστρόικα δεν είναι μια ελπίδα για την εργατική τάξη και το σοσιαλι­σμό. Αποτελεί μια νέα περίοδο αναστατώσεων και ανακατατάξεων στις μεταβατικές κοινωνίες προς την κατεύθυνση μιας ιδιότυπης δυτικοποίησής τους. Ακόμα περισσότερο, ανοίγει μια νέα φάση που ευνοεί περισσότερο την ταξική διαφοροποίηση στις ανατολικές χώρες προς όφελος μιας αστικής τάξης νέου τύπου. Σηματοδοτεί την χωρίς προσκόμματα εφαρμογή όλων των καπιταλιστικών ‘φαρμάκων’ για την έξοδο από την κρίση εγκαινιάζοντας έτσι μια παραπέρα επίθεση στις δυνάμεις της ζωντανής εργασίας. Και βέβαια βοηθά στη σταθεροποίηση της Δύσης. Προσφέρει επίσης νέα επιχειρήματα στο ιδεολογικό οπλοστάσιο της αστικής τάξης αφού η ίδια γκρεμίζει όλα τα σταθερά σημεία του κομμουνιστικού κινήματος και ευνοεί την αποϊδεολογικοποίηση σ’ όλους τους τομείς. Σ’ αυτές τις εκτιμήσεις στηρίζεται η αρνητική μας στάση απέναντι στην περεστρόικα»83.

Η «επαναστατική» κάθοδος των «Θ» στο στίβο της… ταξικής πάλης

Μεσούσης της πολιτικής κρίσης του 1989 και του σκανδάλου Κοσκωτά, το μεγαλύτερο κομμάτι του «χώρου», μαζί και οι «Θ», είχαν υιοθετήσει την «επαναστατική» γραμμή «να πέσει το ΠΑΣΟΚ με όρους κινήματος». Ξανά, η στάση της ανεξαρτησίας από μια ενδοαστική στην ουσία της διαμάχη, ό­που μάλιστα ο «επιτιθέμενος» ήταν η δεξιότατη λογική της δήθεν «κάθαρσης», λίγους συγκινούσε τό­τε. Ανεξαρτησία δεν σημαίνει αδιαφορώ, δεν παίρνω θέση, δεν παρεμβαίνω, δεν εκμεταλλεύομαι τη συγκυρία ακόμη και μιας ενδοαστικής αντιπαράθεσης κλπ: κάθε άλλο! Το ζήτημα είναι σε ποια κατεύ­θυνση, με ποια γραμμή. Τα όσα ακολούθησαν με τις κυβερνήσεις Τζανετάκη και Ζολώτα που ουσια­στικά προετοίμασαν τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα Μητσοτάκη που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, «μάλλον» απέδειξαν ότι άλλη έπρεπε να είναι τότε η γραμμή κι ο προσανατολισμός από το «να πέσει το ΠΑΣΟΚ με όρους κινήματος».··

Οι «Ο» το ’85 θεωρούσαν «λανθασμένη μια προβληματική που αντιλαμβάνεται τη σύγκρουση Δεξιά-ΠΑΣΟΚ […] σαν αντανάκλαση μιας σύγκρουσης ανάμεσα σε δύο αστικές μερίδες», και ότι «η πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ [εκλογή Σαρτζετάκη] δεν άνοιξε το δρόμο για κάποια ‘πολιτική κρίση’»84. Τώρα, το ’89, αποδέχονταν πλέον ότι υφίσταται πολιτική κρίση, παραδέχονταν πια οι ίδιοι μια «ανοι­κτή αντίθεση και ορισμένων κεφαλαιακών μερίδων στην πολιτική»85 του ΠΑΣΟΚ, αν και φραστικά επέμεναν να αντιτίθενται στη… γνωστή εργαλειακή-μηχανιστική άποψη για το κράτος, ότι δηλ. «η πο­λιτική κρίση ανάγεται στη διαμάχη κάποιων αστικών μερίδων». Ωστόσο, αν υπήρχε «ανοικτή αντίθε­ση» «ορισμένων κεφαλαιακών μερίδων» στο ΠΑΣΟΚ και το ΠΑΣΟΚ στηριζόταν και στήριζε κάποιες άλλες «ορισμένες κεφαλαιακές μερίδες» (πχ Κοσκωτάς), μήπως αυτό δεν σημαίνει ότι είχαμε «διαμά­χη αστικών μερίδων»; Έστω και δειλά πρόκειται για μια… αδικαιολόγητη παραχώρηση στο «σοβιετι­κό μαρξισμό» που όπως φαίνεται είχε παρεισφρήσει στις «Θ»… Η ερμηνεία βέβαια που δινόταν σ’ αυτή την «εργαλειακή» εκτίμηση ήταν το λιγότερο πρωτότυπη: «το ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση θέλησε να θέσει σε λειτουργία το πλεονάζον (κερδοσκοπικό) κεφάλαιο σε μια ‘ κατεύθυνα μένη συσσώρευση’ που ερχόταν σε αντίθεση με τις τάσεις που αναδεικνύει η κρίση υπερσυσσώρευσης. Η αντίδραση του κε­φαλαίου που καταγράφουμε» ήταν «απάντηση στην παραβίαση από τη μεριά της κυβέρνησης των ιε­ρών κανόνων της κεφαλαιακής συσσώρευσης και της λειτουργίας του κράτους»…

Αποφάσισαν λοιπόν τότε οι «Ο» ότι, χρειαζόταν «μια παρέμβαση που θα στοχεύει να απελευθερώ­σει την επαναστατική πρωτοβουλία των εργαζόμενων μαζών. […] Αυτή είναι η πολιτική πρόταση και η στρατηγική του ‘ΜΕΤΩΠΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ’, ενός πολιτικού φορέα που συγκροτήθηκε από στρατευμένους αγωνιστές του εργατικού κινήματος στις 10 Δεκέμβρη 1988. […] Η Συντακτική Επι­τροπή των ‘θέσεων’ αποφάσισε όχι μόνο να υποστηρίξει την προσπάθεια αυτή, αλλά και να στρατευ­θεί πολιτικά στην υπόθεση της αυτόνομης πολιτικής εκπροσώπησης των εργαζομένων στο ‘ΜΕΤΩΠΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ’»86. Αυτοί οι «στρατευμένοι αγωνιστές του εργατικού κινήματος» ήταν πρώην δυ­σαρεστημένοι συνδικαλιστές της ΠΑΣΚΕ που είχαν συγκροτήσει το ΣΣΕΚ, ανάμεσα τους και η «επώ­νυμη» ηγεσία του (Πιπεριάς, Μπακιρτζής κλπ) που επανέκαμψε λίγο μετά στο ΠΑΣΟΚ σε όχι ασήμα­ντες θέσεις. Την περίοδο εκείνη πολλοί πασόκοι δοκίμαζαν την τύχη τους εκτός ΠΑΣΟΚ (ο Αρσένης με το Ελληνικό Σοσιαλιστικό Κίνημα, ο Τρίτσης με το Ελληνικό Ριζοσπαστικό Κίνημα κλπ). Ο κό­σμος της βάσης του ΣΣΕΚ, που είχε αποσπαστεί από τον «κορμό» του πασοκισμού νωρίτερα, δεν ανή­κε βέβαια σ’ αυτό το συρφετό, αλλά τα δείγματα γραφής της ηγεσίας του ήταν σαφή, για όποιον του­λάχιστον το κύριο πρόβλημα που μάστιζε το κίνημα δεν ήταν ο… «σοβιετικός μαρξισμός».

Την ίδια περίοδο που συγκροτείται το Μέτωπο Εργαζομένων και παίρνει μέρος στην ευρύτερη Αντικαπιταλιστική Κοινωνική Παρέμβαση που συγκροτεί ο «χώρος», ο Μπακιρτζής και η ηγεσία του ΣΣΕΚ συμμετείχαν κανονικότατα σε όλα τα παιχνίδια στη ΓΣΕΕ γύρω από τη διαμάχη για τη διορι­σμένη από το πρωτοδικείο Διοίκηση. Το Μέτωπο Εργαζομένων, που γρήγορα «μετασχηματίζεται» σε Εργατικό Κόμμα συμπεριλαμβανομένων των «Θ», θα διαπραγματευτεί με το Συνασπισμό, με τον Τρίτση (!) και άλλους, πριν τα βρει τελικά με το Μ. Γλέζο και αλλάξει για τρίτη φορά όνομα σε Άμεση Δημοκρατία και να κατέβει στις εκλογές του Ιούνη του ‘89… Κάπου εδώ το ΣΣΕΚ είχε πάψει μάλλον να υπηρετεί «μια παρέμβαση που στοχεύει να απελευθερώσει την επαναστατική πρωτοβουλία των ερ­γαζόμενων μαζών», αν κρίνουμε από το ότι οι «Ο» είχαν στο μεταξύ αποχωρήσει από το Εργατικό Κόμμα. Μαζί με άλλους του «χώρου» θα «μετασχηματιστούν» στην Εναλλακτική Αντικαπιταλιστική Συσπείρωση (είναι περίοδος που το πράσινο-εναλλακτικό είναι της μόδας) που επίσης θα κατέβει στις εκλογές. Όλα αυτά μέσα σε 5-6 μήνες...

Το ΣΣΕΚ τότε δεν έβγαινε ούτε κατά μια τρίχα έξω από τα όρια του ρεφορμισμού και των ιδεολο­γικών αντιλήψεων του ευρύτερου πασοκισμού, πράγμα που χρειαζόταν υψηλή δόση υποκειμενισμού για να μην το βλέπει κανείς και να μιλάει για απελευθερώσεις της «επαναστατικής πρωτοβουλίας των εργαζόμενων μαζών». Ωστόσο ο Μπακιρτζής και η παρέα του ίσως και να μην συγκαταλέγονταν κατά τα ΓΜ κριτήρια στους «σοβιετομαρξιστές»… Ίσως να πληρούται συνεπώς κι εδώ το κριτήριο της «δί­αιτας του ανανά»...

«Κριτικός ευρωπαϊσμός» και συστράτευση με το ‘Συνασπισμό’: το ανώτατο στάδιο του μη-«σοβιετικού μαρξισμού»

Πολιτικά, ο αρειμάνιος θεωρητικός «αντικαπιταλισμός», «αντι-αστισμός» του ΓΜ και των «Θ» έ­χει αναλάβει να σηκώσει το βάρος ενός απ’ τα πολύ αριστερά… ευρωπαϊσμού. Φευ, ενός «κριτικού» ευρωπαϊσμού: «Η δική μας θέση δεν συμμερίζεται ούτε την εθνική αναδίπλωση ούτε τον άκριτο ευρω­παϊσμό»87. Η αντίληψη που είναι κατά το ΓΜ «οπισθοδρομική γιατί ζητάει την εθνικιστική αναδίπλω­ση», εντοπίζεται στο αίτημα της αποδέσμευσης της χώρας μας από την ιμπεριαλιστική ΕΕ και της διά­λυσης της ΕΕ. «Ο διεθνισμός των εργαζόμενων τάξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης» μπορεί να εκφρα­στεί λοιπόν, κατά το ΓΜ, από κάποιον όχι «άκριτο ευρωπαϊσμό», δηλ. από έναν κριτικό ευρωπαϊσμό στα πλαίσια της ΕΕ. Αφήνουμε εδώ το ζήτημα κατά πόσο η άρνηση από το ΓΜ του αιτήματος -ειδικά-για τη διάλυση της ΕΕ συμβαδίζει ακόμη και με τα όσα ο ίδιος ο ΓΜ υποστηρίζει «θεωρητικά» για την ΕΕ, ως «στρατηγική συμμαχία εθνικών κοινωνικών κεφαλαίων στα πλαίσια του παγκόσμιου ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού»88.

Για να μην υπάρχουν αμφιβολίες περί της πολιτικής ουσίας, «αντικαπιταλιστικότητας» και διεθνι­σμού αυτού του «κριτικού ευρωπαϊσμού», ο διευθυντής των «Θ» συμμετείχε στις πρόσφατες βουλευ­τικές εκλογές στο ψηφοδέλτιο επικρατείας του ΣΥΝ. Ταυτόχρονα, κάποιοι άλλοι νυν ή πρώην συντά­κτες των «Θ» βρέθηκαν γύρω από την ‘Κομμουνιστική Ανανέωση’ και τη συνεργασία της με το ΚΚΕ.

Ο ΓΜ αιτιολογώντας τη δική του επιλογή θα μιλήσει για την ανάγκη μιας τρίτης στρατηγικής απέ­ναντι στις συμπληρωματικές στρατηγικές του εκσυγχρονισμού και του εθνικισμού. «Η ηγεμονία των δυνάμεων του κεφαλαίου οργανώνεται έτσι και δημιουργεί συμμαχίες στήριξης της με μορφή Ιανού, ως μια σύγκρουση που διαπερνά ολόκληρη την πολιτική σκηνή, διασχίζοντας κυρίως τα δύο μεγάλα κόμματα: Ως η σύγκρουση ανάμεσα στον ‘εκσυγχρονισμό’ που κυριαρχεί, και τον ‘πατριωτισμό’ που τον αντιπολιτεύεται. Παρά τη φαινομενική τους αντιπαλότητα, τόσο ο κυρίαρχος ‘εκσυγχρονισμός’, που δεν είναι παρά η συντηρητική στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού διανθισμένη με δόσεις κοινω­νικής φιλανθρωπίας, όσο και ο αντιπολιτευτικός ‘πατριωτισμός’, που δεν είναι παρά ο πάγιος συντη­ρητικός εθνικισμός, κατατείνουν σε συμπληρωματικές μεταξύ τους πολιτικές: Προβάλλουν τη στρατη­γική του κεφαλαίου για ενίσχυση των θέσεών του στο εσωτερικό και το εξωτερικό ως κοινό-εθνικό στόχο ολόκληρης της κοινωνίας. Εξαφανίζουν έτσι από το προσκήνιο τα ιδιαίτερα συμφέροντα και τους στό­χους των εργαζόμενων τάξεων. [] Η εναλλακτική πολιτική στρατηγική για τις κοινωνικές δυνάμεις της εργασίας μπορεί μόνο να αρχίσει να διαμορφώνεται από την ενότητα των δυνάμεων της ριζοσπα­στικής και ανανεωτικής [διάβαζε ΣΥΝ] Αριστεράς, που παρά τις διαφορές τους, τοποθετούνται με σα­φήνεια στον αντίποδα των συμπληρωματικών αστικών στρατηγικών του ‘εκσυγχρονισμού’ και του ε­θνικισμού. Των δυνάμεων που μπορούν επομένως να συγκλίνουν σε μια στρατηγική ρήξης με το κυρί­αρχο σήμερα πολιτικό σύστημα, στην προοπτική του κοινωνικού μετασχηματισμού»89. «Η συνάντηση του ΣΥΝ, της ΑΚΟΑ, δυνάμεων της ριζοσπαστικής Οικολογίας και προσωπικοτήτων της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς αποτελεί την πρώτη σημαντική ρήξη με την παγιωμένη από χρόνια πολι­τική κακοδαιμονία της Αριστεράς»90.

Στο επόμενο τεύχος των «Θ» (τ. 71) η συντακτική επιτροπή σιώπησε γύρω απ’ τη συστράτευση του διευθυντή τους με το ΣΥΝ. Αν και είναι πολυγραφότατοι στο να κρίνουν τα λάθη και τις παραλεί­ψεις της «ριζοσπαστικής Αριστεράς», αν και είχαν να σχολιάσουν για «την υποστήριξη προς το ΚΚΕ που υιοθέτησαν ορισμένοι σύντροφοι»91 τους, για την επιλογή του διευθυντή τους «δεν είχαν» να σχο­λιάσουν τίποτα. Είναι κι αυτή μια ορισμένη στάσηΈμμεσα βέβαια κάτι έγραψαν: «Ενώ κάθε εκδοχή

της Άριστεράς’ δείχνει να είναι ολοκληρωτικά απαξιωμένη ως στρατηγική […] αυτό δεν συνεπάγεται βέβαια [sic] ότι δεν είναι επιλέξιμες ως αφετηρία για μια αναδιάρθρωση της συγκυρίας, ως σημείο εγ­γραφής στις τάσεις και τις αντιφάσεις της». Δηλ. σε τελευταία ανάλυση, τα πάντα είναι «βέβαια» «επι­λέξιμα» ως «αφετηρία για μια αναδιάρθρωση της συγκυρίας» και «σημείο εγγραφής στις αντιφάσεις»: αν δεν κάνουμε λάθος, αυτό θα μπορούσε να είναι ένας πρωτότυπος ορισμός του χυδαίου πραγματι­σμού… Μάθαμε επίσης πως ο ΣΥΝ «πραγματοποιεί αυτή την περίοδο τη στροφή προς τα ριζοσπαστι­κά αριστερά αιτήματα», αν και «δυστυχώς [sic] η στροφή αυτή πραγματοποιείται με διατήρηση των εκσυγχρονιστικών και διαδικασιολογικών θέσεων»…

Τι πιο απλό θα ήταν από ένα σχόλιο (έστω) για την εκλογική στάση του ΓΜ, από τον ίδιο ή τη σύ­νταξη; Σε μια «σοβιετομαρξιστική» κλπ οργάνωση θα ήταν αδιανόητο να μην αποτελέσει ένα τέτοιο ρεσάλτο αντικείμενο δημόσιας κριτικής ή αυτοκριτικής.

Δύο σχόλια μόνο. Ύστερα από 18 χρόνια παρέμβασης των «Θ» στο επίπεδο της «θεωρητικής πραχτικής», ύστερα από 18 χρόνια παρέμβασης στην κρίση της Αριστεράς και κριτικής της για τα θεωρη­τικά της κενά, τον ελλιπή αντικαπιταλισμό της και τη συγγένεια της με το «σοβιετικό μαρξισμό», ο μεν «πάπας» του εγχώριου «αντικαπιταλισμού» ΓΜ μας δείχνει τώρα το ΣΥΝ, ενώ ένα άλλο τμήμα μας δείχνει το ΚΚΕ… Να βγάλουμε απ’ αυτό συμπέρασμα για το τι ακριβώς «έδειχναν» τόσα χρόνια θεωρητικά και πολιτικά, ή θα ήταν κι αυτό εκδήλωση της «σοβιετομαρξιστικής» λογικής μας;

Δεύτερο. Ο ΣΥΝ ή έστω κάποιο τμήμα του «τοποθετείται με σαφήνεια» στον αντίποδα του εκσυγ­χρονισμού;!! «Τοποθετείται με σαφήνεια» στον αντίποδα της πολιτικής που θέλει να προβάλλει τη στρατηγική του κεφαλαίου «ως κοινό-εθνικό στόχο ολόκληρης της κοινωνίας»;!! Συγκαταλέγεται στις δυνάμεις εκείνες που έστω και στο ελάχιστο επανεμφανίζουν στο «προσκήνιο τα ιδιαίτερα συμφέρο­ντα και τους στόχους των εργαζόμενων τάξεων» που εξαφανίζουν οι δυο «συμπληρωματικές πολιτι­κές»;!! Ο κατοχυρωμένος κυβερνητισμός-μεταρρυθμιτισμός, ο αναπτυξισμός, η λατρεία της ΕΤΕ κλπ -ισχυρές εκδηλώσεις του «σοβιετικού μαρξισμού» στο απόγειο του, αν δεν κάνουμε λάθος- και πάνω απ’ όλα η επαίσχυντη ανοιχτή υποστήριξη της ΟΝΕ από το ΣΥΝ, αποτελούν μικρότερο κακό από την «εξαρτησιολογία»; Προκύπτει κάτι τέτοιο από τις εκτενείς αναλύσεις του ΓΜ περί «σοβιετικού μαρξι­σμού» και δεν το πήραμε χαμπάρι; Υπάρχει έστω κι ένας αριστερός αγωνιστής που να πιστεύει ότι η νέα αυτή μεταμφίεση του ΣΥΝ «αποτελεί την πρώτη σημαντική ρήξη με την παγιωμένη από χρόνια πολιτική κακοδαιμονία της Αριστεράς»;!! Εδώ ακόμη κι ο Μπανιάς τη χαρακτήρισε απλώς ένα «θετι­κό βήμα» και η Εποχή, αναφερόμενη στην εισήγηση του Κωνσταντόπουλου στο πρόσφατο 3ο Συνέ­δριο του ΣΥΝ, αναρωτιέται «κατά πόσο μπορεί να είσαι [καν] αριστερό κόμμα» όταν «δεν θέλεις να έχεις καθόλου ταξικές αναφορές»92

Αυτά στη γλώσσα του «σοβιετικού μαρξισμού», στην καλύτερη περίπτωση χαρακτηρίζονται ως εθελοντικός υποκειμενισμός ή αλληθωρισμός, και στη συνήθη περίπτωση χαρακτηρίζονται τυχοδιω­κτισμός, δημοσιοσχεσιτισμός και πολιτική έξω από αρχές. Και είναι ενδεικτικότατα για την ποιότητα και την πολιτική ουσία ενός ορισμένου «αντικαπιταλισμού» που ένα κομμάτι του -όχι μόνο ο ΓΜ και οι «Θ»- οσμώνεται τώρα τελευταία μπροστά στα αδιέξοδα της πολιτικής τους διαδρομής, με ό,τι πιο δεξιό έχει αναδείξει ο εγχώριος ρεβιζιονισμός στη μια ή την άλλη εκδοχή του (ΚΚΕ, ΣΥΝ).

Ίσως πάλι να είμαστε εμείς που υποτιμάμε το γεγονός ότι ειδικά ο ΣΥΝ είναι η μόνη «Αριστερά» που έχει ξεκόψει αποφασιστικά, χρόνια τώρα, με ορισμένες πλευρές του «σοβιετικού μαρξισμού», του «σταλινισμού», των «θεωριών της εξάρτησης» κλπ. Ίσως…

5. Αντί επιλόγου

Στον αιώνα που έφυγε γεννήθηκε και έδρασε ένα πραγματικά επαναστατικό και διεθνές κίνημα, που άλλαξε την ιστορία αυτού του αιώνα. Στο ενεργητικό του κομμουνιστικού κινήματος δεν κατα­γράφτηκαν μόνο τιτάνιες επιτυχίες αλλά και σοβαρότατα λάθη και αδυναμίες, «ελεεινότητες» όπως θα έλεγε ο Μαρξ. Στα σπλάχνα του, επίσης, γεννήθηκε και «έδρασε» ο ρεβιζιονισμός που δυσφήμησε και συνεχίζει να δυσφημεί το κομμουνιστικό κίνημα όσο δεν το κατάφερε η λύσσα της αστικής τάξης, α­κριβώς γιατί μπορούσε να εμφανίζεται σαν συνέχεια του κομμουνιστικού κινήματος, να καπηλεύεται την ιστορία του. Τέλος, η αντιπαράθεση με το ρεβιζιονισμό και η προσπάθεια ανασύνταξης του κομ­μουνιστικού κινήματος στα πλαίσια του αντιρεβιζιονιστικού ή μ-λ κινήματος, διέγραψε μια ανολοκλή­ρωτη τροχιά στις δεκαετίες ‘60-’70, αφήνοντας πίσω του σημαντικές παρακαταθήκες και κληρονομώ­ντας στο σημερινό κόσμο πολλά από τα σημαντικότερα σύγχρονα επαναστατικά κινήματα. Και μόνο το γεγονός αυτής της αναμφισβήτητης κληρονομιάς αρκεί για να επιβεβαιώσει την ιστορική ανάγκη που πάσχισε να καλύψει αυτό το κίνημα. Δεν υπάρχει καμιά τέτοια κληρονομιά απ’ όλα τα άλλα ρεύ­ματα που αναφέρονται στο μαρξισμό: το σοβιετικό ρεβιζιονισμό, τον ευρωκομμουνισμό, τον τροτσκισμό, τις ποικιλίες της ευρωπαϊκής «ριζοσπαστικής Αριστεράς» κλπ, κλπ.

Αν η αναγέννηση ενός σύγχρονου κομμουνιστικού κινήματος αποτελεί αντικειμενική απαίτηση της πραγματικότητας, η πορεία αυτή θα αναμετρηθεί και αναμετριέται αναγκαστικά με το παρελθόν του, θεωρητικά και πρακτικά. Ήταν και είναι «αντικειμενικό» σ’ αυτή την πορεία να εμφανιστεί η τάση να πετιέται και το μωρό μαζί με τα βρώμικα νερά. Είναι «αντικειμενικό» γιατί αποτελεί μια εύκολη, βολι­κή στάση. Η τάση αυτή στη χώρα μας κυριάρχησε και έγινε μόδα ιδιαίτερα για τμήματα που αποσπά­στηκαν από το ρεφορμισμό. Η πλέρια αποδόμηση του μαρξισμού στο όνομα της «διόρθωσης» του και η ουσιαστική απάρνηση του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος στο όνομα της πολεμικής με το ρε­βιζιονισμό, αποτελεί την πιο αρνητική υπηρεσία που μπορούσαν να προσφέρουν στην υπόθεση ενός σύγχρονου επαναστατικού μαρξισμού, και σε τελική ανάλυση ένα δώρο στον ίδιο το ρεβιζιονισμό, και συγκεκριμένα το ΚΚΕ. Όχι μόνο το τελευταίο καπηλεύεται έτσι μια ιστορία που δεν του ανήκει, αλλά αφήνεται ελεύθερο να ελίσσεται σε ολόκληρα μέτωπα της ταξικής πάλης. Κυρίως η τέτοια μόδα συνέ­βαλε τα μέγιστα στον παραπέρα ιδεολογικό αφοπλισμό και αποπροσανατολισμό ενός δυναμικού.

Απ’ την άλλη, η ιδεολογική καθυστέρηση ή οι αρνητικές υπηρεσίες που για άλλους λόγους έχουν προσφέρει οργανώσεις που κατάγονται από το ιστορικό μ-λ κίνημα, ούτε στο ελάχιστο δεν μειώνει τα παραπάνω. Δεν αποτελεί άλλοθι για τη «μόδα» που περιγράψαμε. Η διαμόρφωση ενός σύγχρονου ε­παναστατικού μαρξισμού, δηλ η καταπολέμηση της ιδεολογικής καθυστέρησης, δεν σημαίνει ένα ταλμουδισμό απέναντι στις «Γραφές» αλλά και δεν απαντιέται με «απελευθέρωση» από τις «Γραφές». Αν στην αποκάλυψη της απίστευτης θεωρητικής προχειρότητας του «διανοούμενου» ΓΜ χρησιμοποιήθη­καν εκτεταμένα αποσπάσματα των Λένιν, Μαρξ κλπ, αυτό δεν έγινε γιατί θεωρούμε ότι αυτοί αρκούν για να δοθούν πλήρεις απαντήσεις στα σύγχρονα ζητήματα που απαιτούν τη δική τους σύγχρονη μελέ­τη (και που σαν Α/συνεχεια προσπαθούμε χρόνια τώρα να ανταποκριθούμε). Δείχνουν όμως το βάθος και την ποιότητα των τέτοιων «απελευθερώσεων» και «διορθώσεων» του μαρξισμού στο 99% των πε­ριπτώσεων, ιδιαίτερα στα πλαίσια του «ακαδημαϊκού μαρξισμού».

Ο «ακαδημαϊκός μαρξισμός» και μόνο σαν όρος αποτελεί μια αντίφαση. Πρώτο, γιατί μαρξισμός σημαίνει θεωρία της επανάστασης κι αυτό από μόνο του είναι -το λιγότερο- αντιφατικό με τον ακαδη­μαϊσμό γενικά, κι ακόμη χειρότερα με μαρξιστικά διδακτορικά, δημοσιεύσεις, καθηγητικές έδρες κλπ που σημαίνουν συνήθως την ενσωμάτωση και αποστέωση του μαρξισμού από το επαναστατικό του περιεχόμενο. Αυτό θα έπρεπε να το αντιλαμβάνονται ιδιαίτερα όσοι μιλούν για ιδεολογικούς μηχανι­σμούς του αστικού κράτους -εκτός κι αν η ακαδημαϊκή προσέγγιση των επιστημών δεν εντάσσεται στους μηχανισμούς αυτούς. Δεύτερο, γιατί ο μαρξισμός σαν επαναστατική θεωρία σημαίνει καθοδή­γηση για δράση, όχι καθοδήγηση για δράση των άλλων… Παρ’ όλα αυτά δεν είναι πως δεν έχουν υ­πάρξει και δεν υπάρχουν «θεωρητικοί» του μαρξισμού που υπηρετούν την υπόθεση της δράσης. Το όλο ζήτημα είναι ακριβώς αν πασχίζουν έστω κι έτσι να υπηρετούν αυτή την υπόθεση ή να τη «διορ­θώνουν» από καθέδρας, να την «κρίνουν» αφ’ υψηλού κλπ. Αν ισχύει ότι τη μεγαλοφυία από τη μεγά­λη βλακεία τη χωρίζει ένα μικρό βήμα, ο κίνδυνος είναι διπλός και τρίδιπλος για όσους επιλέγουν τον εγκλεισμό στους πύργους της «θεωρητικής πραχτικής», ακριβώς γιατί απουσιάζει το κριτήριο της πρά­ξης. Όσοι μιλούν για κομμουνισμό πρέπει να ξεχωρίζουν το σωστό και λάθος μιας άποψης μονάχα κρίνοντας απ’ την ίδια την άποψη, αλλά ισχύει το ίδιο ότι πρέπει να ξεχωρίζουν το λάθος εκείνου που δοκιμάζει την άποψη του στην πράξη απ’ το λάθος εκείνου που μονάχα «θεωρητικολογεί». Αυτό απο­τελεί μια «ηθική» που δεν αλλάζει όπως κι αν ονομάσουμε τη θεωρία (πχ «θεωρητική πραχτική») και οδηγεί σε μια διαφορετική στάση απέναντι σε τυχοδιώκτες στυλ Καστοριάδη και απέναντι σε αγωνι­στές που λαθεύουν και συνήθως πληρώνουν για τα λάθη τους ακριβώς γιατί αγωνίζονται στην πράξη κι όχι στη… θεωρία.

Οι «Θ» είναι από τους κατεξοχήν θιασώτες του «ακαδημαϊκού μαρξισμού» στη χώρα μας. Όπως δείξαμε στην περίπτωση του ΓΜ, αυτή η «ειδίκευση» στη «θεωρητική πραχτική» δεν συνοδεύεται από μια μεγαλύτερη ακρίβεια και βάθος της θεωρητικής σκέψης όπως ίσως θα περίμενε κανείς, αλλά μάλ­λον από τον έντονο υποκειμενισμό, την αυθαιρεσία και ανεντιμότητα, και μια πασαλειμματική στην ουσία αλλά… αυστηρότατη στη μορφή αντιμετώπιση ζητημάτων. Πολλές από τις θεωρητικές αναλύ­σεις των «Θ» στη μορφή και τη μέθοδο (ξέκομα απ’ τη διαλεκτική και αποθέωση της Τυπικής Λογι­κής, φορμαλιστικός υποκειμενισμός, γραμμική επιχειρηματολογία δομημένη με «αξιώματα» και «θε­ωρήματα» κλπ) περισσότερη σχέση έχουν με τις «αυστηρές απαιτήσεις» των πανεπιστημιακών δημο­σιεύσεων παρά με την όποια «φιλολογική» παράδοση ή ανάγκες του κινήματος. Η πολεμική Αλτουσέρ ενάντια στη διάκριση των «δύο επιστημών» (αστική/προλεταριακή) έχει μεταφραστεί στην πράξη από διάφορους «επίγονους» στην υιοθέτηση μιας θετικιστικής προσέγγισης της μαρξιστικής θεωρίας, μια «επιστημονικοποίηση» και κοπτοραπτική του μαρξισμού στα πρότυπα της καθεστωτικής επιστήμης.

Στα 18 χρόνια ύπαρξης των «Θ» έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί και αξιόλογα άρθρα, μεταφρά­σεις κλπ. Στα θετικά αυτής της ομάδας αξιολογούμε τη στάση της -έστω στα λόγια- απέναντι στον αναπτυξισμό, την ΕΤΕ, την καπιταλιστική αναδιάρθρωση (αν και την τελευταία δεκαετία τη θέση της έχει πάρει ο «νεοφιλελευθερισμός» που σαν μέτωπο είναι πολύ «λίγο»), τέλος τη θετική της στάση α­πέναντι στην πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα (διάφορα τμήματα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστε­ράς δεν έχουν άποψη ή έχουν μια δεξιά, ρεβιζιονιστική άποψη γι’ όλα αυτά). Την ίδια στιγμή, η κύρια πλευρά της «συμβολής» των «Θ» όλα αυτά τα χρόνια χρωματίζεται καθοριστικά από αυτή τη σχεδόν συμπλεγματική εμμονή «κάθαρσης» της Αριστεράς από το λενινισμό, δηλ. την «εξαρτησιολογία», τον αντι-ιμπεριαλισμό, το «σοβιετικό μαρξισμό», χρωματίζεται από τον έντονο φιλοευρωπαϊσμό και γενι­κότερα από ένα δεξιό πολιτικό πραγματισμό. Στο «έργο» αυτό προστέθηκε πρόσφατα μια εμπαθής και αυθαίρετη στο μεγαλύτερο μέρος επίθεση στην Α/συνεχεια και την «μ-λ Αριστερά» ως θιασώτες τάχα κάποιου ανύπαρκτου «σοβιετικού μαρξισμού» που υπάρχει μονάχα στη φαντασία του ΓΜ, την ίδια στιγμή που ο διευθυντής των «Θ» υποδεικνύει ψήφο στο ΣΥΝ κι ένα άλλο κομμάτι τους υποδεικνύει ΚΚΕ.

Μήπως οι φίλοι των «Θ» πρέπει να επανεξετάσουν ορισμένες πλευρές της όλης ιδεολογικής και πολιτικής διαδρομής του θεωρητικού τους «ρεύματος»;

Παραπομπές

1.ΓΜ, Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, 1996

2.ΓΜ, Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, 1996

3.ΓΜ, Κρατικός σχεδιασμός και επιχείρηση στην ΕΣΣΔ, «Θ» τ.33, 1990

4.ΓΜ, Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, 1996

5.Στο ίδιο

6.Στο ίδιο

7.Μπετελέμ, Ταξικοί Αγώνες στην ΕΣΣΔ, 1977

8.Εισαγωγή στον 3ο τόμο των Ταξικών Αγώνων στην ΕΣΣΔ, «Αντιθέσεις» τ.18, 1984

9.ΓΜ-Τ. Κυπριανίδης, Η «περεστρόικα», ο μαρξισμός και η Αριστερά, «Θ» τ.23-24, 1988

10.ΓΜ, Κρατικός σχεδιασμός και επιχείρηση στην ΕΣΣΔ, «Θ» τ.33, 1990

11.Γκορμπατσόφ, Το πραξικόπημα του Αυγούστου, 1991

12.ΚΚΚ, Ο χρουστσοφικός ψευτοκομμουνισμός, 1964

13.ΚΚΚ, Ακόμα μια φορά πάνω στις διαφορές μας με το σύντροφο Τολιάτι, 1963

14.ΓΜ, Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, 1996

15.Μαρξ, Πρόλογος στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, 1859

16.Λένιν, Ο ιμπεριαλισμός και η διάσπαση του σοσιαλισμού, 1916

17.Λένιν, Ο ιμπεριαλισμός, 1916

18.ΓΜ, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, 1988

19.Αλτουσέρ, Πώς να διαβάζουμε «Το Κεφάλαιο», 1969

20.Αλτουσέρ, Υποστήριξη της Αμιένης, 1975

21.ΓΜ, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, 1988

22.Λένιν, στο ίδιο

23.ΓΜ, Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, 1996

24.Μάο, Για τις αντιθέσεις, 1937

25.ΓΜ, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, 1988

26.Μαρξ, Πρόλογος στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, 1859

27.Μαρξ, Μισθωτή εργασία και Κεφάλαιο, 1847

28.Μαρξ, Γράμμα στον Αννένκοβ, 1846

29.Μπετελέμ, Ταξικοί Αγώνες στην ΕΣΣΔ, 1977

30.Bettelheim Class Struggles in the USSR, Third Period, 1930-1941

31.Μαρξ, Πρόλογος στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, 1859 32.Λένιν, Καρλ Μαρξ, 1914

33.ΓΜ, Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, 1996

34.ΓΜ, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, 1988

35.«Θ», τ. 65, 1998

36.Η. Ιωακείμογλου-ΓΜ, Κρίση και λιτότητα, «Θ», τ. 14, 1985

37.Η. Ιωακείμογλου-ΓΜ, Καπιταλιστική κρίση και χρηματιστήριο, «Θ», τ. 22, 1988

38.«Θ», τ. 65, 1998

39.Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Εγχειρίδιο πολιτικής οικονομίας, 1954

40.Μπετελέμ, Ταξικοί Αγώνες στην ΕΣΣΔ, 1977

41.ΓΜ, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, 1988

42.ΓΜ, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, 1988

43.Λένιν, Το στρατιωτικό πρόγραμμα της προλεταριακής επανάστασης, 1916

44.Λένιν, Για την μπροσούρα του Γιούνιους [Λούξεμπουργκ], 1916

45.ΚΚΚ, Οι απολογητές του νεοαποικισμού, 1963

46.ΓΜ, Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, 1996

47.ΚΚΚ, Για την ειρηνική συνύπαρξη, 1963

48.Λένιν, Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, 1915

49.Λένιν, Γράμμα προς τους αμερικανούς εργάτες, 1918

50.ΚΚΚ, Ακόμη μια φορά πάνω στις διαφορές μας με το σύντροφο Τολιάτι, 1963

51.ΚΚΙ, 10ο Συνέδριο, 1962

52.ΓΜ, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, 1988

53.Στο ίδιο

54. Όρος του Κ. Βusch από το ΓΜ, Θεωρίες για τον παγκόσμιο καπιταλισμό, 1997

55.Λένιν, Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών – Θέσεις, 1916

56. Λένιν, Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού, 1916

57.Λένιν, Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών – Θέσεις, 1916

58.Λένιν, Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού, 1916

59.ΓΜ, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, 1988

60.Λένιν, Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού, 1916

61.Αλτουσέρ, Το μέλλον διαρκεί πολύ, 1985

62.Αλτουσέρ, Φιλοσοφικά

63.Αλτουσέρ, Φιλοσοφικά

64.Αλτουσέρ, Το μέλλον διαρκεί πολύ, 1985

65.Αλτουσέρ, Φιλοσοφικά

66.Αλτουσέρ, Φιλοσοφικά

67.Αλτουσέρ, Το μέλλον διαρκεί πολύ, 1985

68.Αλτουσέρ, Φιλοσοφικά

69.Το μέλλον διαρκεί πολύ, 1985

70.Αλτουσέρ, Φιλοσοφικά

71.Αλτουσέρ, Το μέλλον διαρκεί πολύ, 1985

72.Αλτουσέρ, Φιλοσοφικά

73.Αλτουσέρ, Στοιχεία αυτοκριτικής, 1972

74.Τ. Κυπριανίδης, Αποσπασματικές σκέψεις για το έργο του Λ. Αλτουσέρ, «Θ» τ. 34 1991

75.Της Σύνταξης, «Θ» τ. 17 1986

76.Της Σύνταξης, «Θ» τ. 23-24 1988

77.Της Σύνταξης, «Θ» τ. 40 1992

78.ΓΜ-Μάκης Σπαθής, Κυπριακό, προεδρικές εκλογές, εκλογικός νόμος, «Θ» τ. 10 1985

79.ΓΜ-Μάκης Σπαθής, Η πολιτική εξουσία μετά την απομάκρυνση Καραμανλή, «Θ» τ. 11 1985 Α.

80.Ταρπάγκος, Η ενότητα της Αριστεράς, «Θ» τ. 16 1986

81.Α. Ταρπάγκος, Η ενότητα της Αριστεράς, «Θ» τ. 16 1986

82. ΓΜ-Τ. Κυπριανίδης, Η «Περεστρόικα», ο μαρξισμός και η Αριστερά, «Θ» τ. 23-24 1988

83.Πολιτικό Δελτίο Α/συνεχεια, φ.4 1989

84.ΓΜ-Μάκης Σπαθής, Η πολιτική εξουσία μετά την απομάκρυνση Καραμανλή, «Θ» τ.11 1985

85.Της Σύνταξης, «Θ» τ. 26 1989

86.Στο ίδιο

87. Από κείμενο 12 οικονομολόγων που υπογράφει και ο ΓΜ, Εποχή 3/7/2000

88.ΓΜ, Θεωρίες για τον παγκόσμιο καπιταλισμό, 1997

89.ΓΜ, Εποχή, 27/2/2000

90.ΓΜ, Εποχή, 9/4/2000

91.Της Σύνταξης, «Θ» τ. 71 2000

92. Β. Κωτούλας, Σε αναζήτηση σταθερής φυσιογνωμίας και στρατηγικής, Εποχή 3/7/2000

Σημείωση: το κείμενο πάρθηκε από την τροποποιημένη εκδοχή που υπήρχε σε μορφή pdf στην ιστοσελίδα της Α/συνέχειας www.arister.gr . To πρωτότυπο βρίσκεται στο θεωρητικό και πολιτικό όργανο Α/συνέχεια ( τεύχος 6, Ιούλης- Σεπτέμβρης 2000, περίοδος β’). H A/συνέχεια το Γενάρη του 2003 μετεξελίχτηκε στην Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας (ΚΟΕ-www.koel.gr)

 

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: