Α/συνεχεια: ΠΡΟΤΑΣΗ για ενα Αντι-Ρευμα εναντια στην καπιταλιστικη αναδιαρθρωση (Ιουνης ’88)

Πρόταση για τη δημιουργία ενός αντι-ρεύματος στις ελλαδικές συνθήκες που να αγωνίζεται ενάντια στο κύριο ρεύμα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης

Ιούνης ‘88

Στις 2-6-88 η Α/συνέχεια παρουσίασε μια πρόταση που στοχεύει στη σύγκλιση δυνάμεων στη βάση μιας συμφωνίας στα βασικότερα ζητήματα που αφορούν την νεοελληνική κοινωνία. Την πρόταση αυτή, κωδικοποιημένη σε 8 σημεία, μπορείτε να διαβάσετε στο τέλος αυτού του φυλλαδίου. Η κωδικοποίηση μιας πρότασης-σε ορισμένα σημεία- είναι πιθανό να αφήνει ορισμένα κενά είτε για τα ξεχωριστά σημεία είτε για τα νήματα που συνδέουν μεταξύ τους τα διάφορα σημεία. Η εσωτερική ουσία μιας πρότασης σπάνια μπορεί να δοθεί σε κωδικοποιημένη μορφή. Γι’ αυτό κρίναμε σκόπιμο πέρα από την παρουσίαση ενός μέρους των εισηγήσεων που παρουσιάστηκαν στην εκδήλωση εκείνη (Αθήνα-αίθουσα ΟΤΟΕ) να κάνουμε ορισμένες αναγκαίες διευκρινήσεις.

1.   «Η ΚΕΝΤΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ»

Το ενδιαφέρον μας για την κρίση δεν είναι ακαδημαϊκό. Ενδιαφερόμαστε για την κρίση γιατί την θεωρούμε ίσως τη σημαντικότερη κοινωνικο-οικονομική διεργασία των τελευταίων 15-20 χρόνων, στην οποία είναι μπλεγμένες όλες οι πλευρές της δραστηριότητας των ανθρώπων, των τάξεων, των κρατών και των υπερεθνικών συνασπισμών. Είναι στο έδαφος της κρίσης που αναδεικνύονται νέες πολιτικές, νέοι χειριστικοί μηχανισμοί, νέες πολιτιστικές αξίες και πρότυπα, νέες ιδέες-πιλότοι για την έξοδο απ’ αυτήν.

Στη δίνη της κρίσης δοκιμάζονται όλοι και όλα. Οικονομικοί κολοσσοί καταρρέουν, νέες χρηματιστικές αυτοκρατορίες ξεπροβάλλουν, λυσσασμένοι ανταγωνισμοί-μέσα από νέους μηχανισμούς- ταράζουν τα τοπία των «30 ένδοξων χρόνων», προωθώντας ολομέτωπη επίθεση ενάντια στη ζωντανή εργασία κατά τα πρότυπα της κοινωνικής καινοτομίας: του ιαπωνικού μοντέλου.

Βορράς, Νότος, κομπιουτοπία, τέταρτος κόσμος, δυαδική κοινωνία, τριτοποίηση, κοινωνία της πληροφορίας, μεταβιομηχανικό μοντέλο, αλληλεξάρτηση, σφαιρικοποίηση: ορισμένες μόνο λέξεις, που υπογραμμίζουν την ανασύνθεση που πραγματοποιείται.

Το ενδιαφέρον μας για την κρίση λοιπόν, πηγάζει από την ‘κεντρικότητα της κρίσης». Η «κεντρικότητα της κρίσης», κατά συνέπεια, η κατανόηση του τί παίζεται κοινωνικά, τί κρίνεται ιστορικά, αλλά και τί προβάλλει σαν αναγκαιότητα, είναι ένα «νέο» σημαντικό «εργαλείο» για όποιους θεωρούν οτι η πάλη των τάξεων κινεί τον τροχό της ιστορίας και αρνούνται όλες τις φλυαρίες για τροποποίηση του ρόλου της ταξικής πάλης(1).

2.ΚΡΙΣΗ-ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ-ΣΤΑΣΙΜΟΤΗΤΑ-ΠΕΡΕΣΤΡΟΪΚΑ

Ο σύγχρονος κόσμος οικονομικά και κοινωνικά είναι ενιαίος αλλά ταυτόχρονα και διασπασμένος. Η ενότητα του έγκειται, στην παρούσα περίοδο, στην ουσιαστική ταυτότητα στόχων και μέσων για την υπέρβαση της κρίσης ή της «στασιμότητας». Διασπασμένος οριζόντια και κάθετα, παρά την ισχυρή αλληλεξάρτηση που αναπτύσσεται «αυθόρμητα», από την αδιάκοπη και ολοένα εντεινόμενη αναδιάρθρωση που προβαίνουν οι πιο ισχυρές καπιταλιστικές οικονομίες, αλλά και από τη «συνειδητή» προγραμματισμένη προσπάθεια (περεστρόικα) για την ανάθεση σ» αυτόν τον αυθορμητισμό του έργου της υπερνίκησης της στασιμότητας.

Τα βασικότερα από τα ταυτόσημα μέσα είναι η συμπίεση της ζωντανής εργασίας. Στην περιοχή της «αναδιάρθρωσης» καλούν τη ζωντανή εργασία να θυσιάσει το παρόν για ένα καλύτερο μέλλον, όταν οι αναδιαρθρώσεις θα φέρουν νέα προϊόντα που θα δημιουργήσουν τους όρους για μια νέα περίοδο παρόμοια με εκείνη των «30 ένδοξων χρόνων». Στην περιοχή της «περεστρόικα» καλούνται οι εργαζόμενα να υποστούν τις συνέπειες της αναδιάρθρωσης με υπόσχεση την άνοδο του βιοτικού επιπέδου μετά το 1990.

Η ουσιαστική ταυτότητα στόχων και μέσων εντοπίζεται και στα υποσύνολα του σύγχρονου κόσμου (Ιαπωνία, ΕΟΚ, «περιφέρεια») αλλά και στις ειδικές περιπτώσεις της άλλης περιοχής (Κίνα, Κούβα, Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία κλπ). Αυτή η ταυτότητα ενώ από τη μια πλευρά ωθεί την κίνηση «προς τα πίσω» στο γενικό επίπεδο, δημιουργεί αντικειμενικά όρους μιας σε βάθος και πλάτος αναδιάρθρωσης του μετώπου που να αγκαλιάζει όλη την επιφάνεια του πλανήτη με κέντρο τη ζωντανή εργασία. Αυτή είναι η πραγματική πρόκληση του 1990 και του 2000.

Ο διασπασμένος αλλά ταυτόχρονα αλληλεξαρτώμενος οικονομικός χώρος χαρακτηρίζεται πέρα από τα άλλα στοιχεία, από μια αναδίπλωση κα επέκταση. Αναδίπλωση με την έννοια της υπερσυγκέντρωσης και υπερσυγκεντροποίησης μέσα από την διαρκή αναδιάρθρωση. Το κραχ του Οκτώβρη ’87 αντί να επιβραδύνει αυτή τη διαδικασία, την επιταχύνει αδιάκοπα. Επέκταση με την έννοια της αδιάκοπης πορείας για τη συντριβή των φραγμών που ορθώνει το ένα υποσύνολο απέναντι στο άλλο στο όνομα της απόκτησης «ελεδύθερων χώρων». Αναδίπλωση με την έννοια της ολοένα και μεγαλύτερης υποαπασχόλησης του παραγωγικού δυναμικού και ταυτόχρονη επέκταση με την ξέφρενη αναζήτηση της καινοτομίας για προώθηση στο «σύγχρονο οικονομικό πόλεμο».

Αυτό ισχύει και στην άλλη περιοχή, με τις υποχρεωτικές ιστορικά ιδιαιτερότητες της. Αναδίπλωση με την «προγραμματισμένη» επιβολή κατάργησης της 100% απασχόλησης του παραγωγικού δυναμικού (που αποτελούσε βασικό όρο της σχεδιοποιημένης οικονομίας), στο όνομα της ορθολογικοποίησης, επομένως προγραμματισμένη επιδίωξη αποκατάστασης του οικονομικού κύκλου με όλες τις συνέπειες. Επέκταση- αναδίπλωση στην υπερνίκηση της «δικής μας» στασιμότητας και αντικατάσταση της διαλεκτικής της ταξικής πάλης σε παγκόσμια κλίμακα με τη διαλεκτική της αλληλεξάρτησης (2).

3. ΤΟ ΜΕΤΑΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΚΑΙ Η «ΔΥΑΔΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ»

Το πρότυπο που προβάλλεται γενικά για τις σημαντικές προθεσμίες (1992-2000) είναι εκείνο της «μεταβιομηχανικής κοινωνίας » . Οι υποστηρικτές του επιστρατεύουν στατιστικά στοιχεία: αφού το 60% της δραστηριότητας στις ΗΠΑ και πολύ εντονότερα στην Ιαπωνία είναι υπηρεσίες (άρα πληροφορίες), το 30% «κλασσική» σε παρακμή βιομηχανία και το 10% γεωργία, ιδού η ‘νέα κοινωνία». Βέβαια η ιδανική κατάσταση για το μοντέλλο αυτό είναι εκείνη που με ένα 10% της συνολικής ζωντανής εργασίας να εξασφαλίζεται η αναπαραγωγή σε όλο κα πιό διευρυμένη βάση των αγαθών και να υπάρχει ένας τεράστιος όσο ποτέ άλλοτε εφεδρικός στρατός εργασίας που να είναι διαβαθμισμένος σε περιχαρακωμένα και μη «διαμερίσματα».

Δεν πρόκειται μονάχα για μια ιδεολογική προετοιμασία αλλά έχει μια ορισμένη σχέση με την πραγματική μοντελλοποίηση που επιχειρείται

Ας δούμε μερικά στοιχεία από το παράδειγμα των ΗΠΑ: Στη χώρα αυτή η μάζα των νέων απασχολήσεων εμφανίζεται στον τριτογενή τομέα που κατέχει τώρα το 75% της εργατικής δύναμης (απέναντι στο 62% το 1960 και το 67% το 1970). Ανάμεσα στο 1982 και το δεύτερο τρίμηνο του 1987 στις 13.100.000 νέες θέσεις που δημιουργήθηκαν, 11.200.000 είναι στις υπηρεσίες, δηλαδή 6 απασχολήσεις στις 7. Παράλληλα σημειώθηκε μια απότομη πτώση στις παραδοσιακές βιομηχανίες (-2,6 εκατ. θέσεις ανάμεσα στο 82 κα το 86) κύρια στη σιδηρουργία, στα ανθρακωρυχεία, το χαλκό κα την υφαντουργία και παρά την ανάπτυξη σε άλλους βιομηχανικούς τομείς (μεταφορές, ηλεκτρονικά, εκδόσεις και κύρια οικοδομές), το ποσοστό της βιομηχανικής απασχόλησης εξακολουθεί να μειώνεται Σημειώνονται επίσης δύο άλλες τάσεις: α) Αυξάνετα η αναλογία των γυναικών που εργάζοντα από 40,5% το 1982, πέρασε το 42% το 1987 κα θα ξεπεράσει το 50% πριν το τέλος του αιώνα, β) η αύξηση της εργασίας σε μερικό χρόνο (ραΛ Ιιγτιθ) που ξεπέρασε το 18% το 1982 κα αναπτύσσετα ταχύτατα. Ενα σημαντικό τμήμα των απασχολήσεων στις υπηρεσίες είναι πρόσκαιρες, δίχως ελπίδα προώθησης, κα εξασφαλίζονται από νέους και γυναίκες που πληρώνοντα λίγο. Οι μισθοί της βιομηχανίας παραμένουν υψηλότεροι από αυτούς των υπηρεσιών. Τέλος στους τομείς που δημιουργούντα περισσότερες απασχολήσεις πυροδοτείται μια τεχνολογική μεταβολή για να βελτιωθεί η παραγωγικότητα (κάτι που ήδη συμβαίνει στις τράπεζες κα στις χρηματιστικές δραστηριότητες) που προδιαγράφει μια κρίση της τριτογενούς απασχόλησης συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρούμε στη βιομηχανική απασχόληση.

Ομως η εικόνα δεν συμπληρώθηκε. Πάντα με στοιχεία των ΗΠΑ υπάρχουν στη χώρα αυτή 32 εκατομ. νεόπτωχοι,δηλαδή άνδρες και γυναΚες που τα εισοδήματα τους είναι κάτω από το επίσημο κατώφλι της φτώχειας. Στους νεόπτωχους περιλαμβάνοντα τα 6 εκατομ. που παραιτήθηκαν από την αναζήτηση εργασίας που κατανέμονται έτσι: 67% γυναίκες, 72% λευκοί και 25% μαύροι. 26% από 16-19 χρόνων, 50% από 25-29 χρονών και 8% από 60 και πάνω. Περικλείνουν επίσης 18 εκατομ. άντρες κα γυναίκες που «κυμαίνονται» ανάμεσα στο ένα και το άλλο επάγγελμα με πλήρες ή μερικό χρόνο για λιγότερο από ένα 6μηνο, για ένα ετήσιο μισθό κάτω από το κατώφλι της φτώχειας. Αποτελούν το 17% του ενεργού πληθυσμού και ο αριθμός τους θα αυξηθεί.

Ο στόχος του μεταβιομηχανικού αυτού μοντέλλου είναι και στενά οικονομικός (μείωση του κόστους με συμπίεση ή και «εξάλειψη» της ζωντανής εργασίας) αλλά και κανωνικο-πολιτικός, να περιορίσει και να «αδειάσει» τα εργαστήρια από μια ομογενοποιημένη εργατική δύναμη στους τομείς αιχμής. Ο στόχος είναι υπερφύαλος, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν προωθείται αδιάκοπα.

Ομως όλες οι απολογητικές υπέρ της μεταβιομηχανικής κοινωνίας λησμονούν τι γίνετα σε πλανητική κλίμακα κα ειδικά στις περιοχές της Ασίας της Αφρικής κα της Λατινικής Αμερικής. Η χρέωση, η στυγνή εκμετάλλευση, ο θάνατος από πείνα, η μεταφορά στις περιοχές αυτές όλων των αποβλήτων του σύγχρονου κόσμου, η απόλυτη εξαθλίωση της σύγχρονης πολεοποίησης με το φαινόμενο των τενεκεδουπόλεων, α «ανόητοι” αλλά άκρως κερδοφόροι πόλεμοι κλπ, κλπ, είναι ένα ακόμη τίμημα του σύγχρονου παραλογισμού του κεφαλαίου.

Στη βάση αυτή ορθώνοντα α νέες αυτοκρατορίες των χρηματιστικών ομίλων που δίνουν μια νέα διάσταση στη ζούγκλα του ανταγωνισμού μέσα από το γιγαντισμό κα τη σφαρκοπαηση.

Η τάση «αποβιομηχάνισης», που παρατηρείται στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, είνα εκδήλωση της αναδιάρθρωσης που γίνετα στον παραγωγικό τομέα όπου ευνοούνται τομείς αχμής με υψηλή τεχνολογία, αυτοματισμούς κλπ, με ιδιαίτερη έμφαση στο «ευλύγιστο εργαστήρι”, ενώ πολλές από τις λειτουργίες που γίνονταν στα πλαίσια του χτεσινού εργοστασίου περνάνε στον τομέα των υπηρεσιών. Είνα εκδήλωση μιας παραγωγικής αποκέντρωσης προς επιλεγμένες χώρες του τρίτου κόσμου. Είναι εκδήλωση και της έντονα παρασιτικής-κερδοσκοπικής διαδικασίας του χρηματιστικού τζόγου στον οποίο επιδίδονται με το αζημίωτο όλα α χρηματιστικοί όμιλο.

Για τριάντα χρόνια (1950-1980) είχαμε την «Βιομηχανική κοινωνία», την «κοινωνία της αφθονίας», την «καταναλωτική κοινωνία», που υποσχονταν την αδιάκοπη αύξηση και την πλήρη απασχόληση. Τώρα πρέπει να προσγειωθούμε στη μεταβιομηχανική κοινωνία, στην κοινωνία της πληροφορίας που σημαίνει αναγκαστικά ανεργία κα ελαστικοποίηση.

Έχει μηδαμινή σημασία για όσους γοητεύονται από ένα τέτοιο περιβάλλον οτι το τίμημα αλλά και η προϋπόθεση για ένα εγχείρημα του είδους είναι η τρομακτική επέκταση της ανεργίας, της εξαθλίωσης, η αφαίρεση όλων των κατακτήσεων, κοινωνικών παροχών, συντάξεων κλπ, η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων δηλαδή η επικράτηση των συμβάσεων περιορισμένου χρόνου, της πρόσκαιρης εργασίας, της μαύρης εργασίας, του παρτ-τάιμ, της τροποποίησης όλου του νομοθετικού πλαισίου που θα καλύπτει κάθε εργοδοτική απαίτηση κλπ. κλπ. Μια ματιά στην «καρδιά» του προτύπου δηλαδή στις ΗΠΑ κα την Δ. Ευρώπη δείχνει τις συνέπειες. Άνεργοι, νεόφτωχοι, εξαθλιωμένοι σε πρωτοφανέρωτους αριθμούς. Η γκεττοποίηση, η περιθωριοποίηση και ο ρατσισμός δεν είναι τυχαία συστατικά των σύγχρονων κοινωνιών. Όλα αυτά αποτελούν το πραχτικό αποτέλεσμα μιας ορισμένης πολιτικής που ακολουθούν τα τελευταία χρόνια οι άρχουσες τάξεις. Αυτή την πολιτική, η οποία πλέον ομολογείται ανοιχτά οτι αποτέλεσε συγκεκριμένη επιλογή των αστών από την δεκαετία του 70 (3), ονομάζουμε πολιτική της «δυαδικής κοινωνίας». Το «μεταβιομηχανικό μοντέλο», η «κοινωνία της πληροφορίας» πάνε πλάι πλάι με την προώθηση του σχεδίου της «δυαδικής κοινωνίας».

4. ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΡΥΒΕΙ Η ΑΛΛΗΛΕΞΑΡΤΗΣΗ

Η «αλληλεξάρτηση» με τη φόρτιση που δίνουν οι ανατολικοί στον όρο αυτό και ειδικά ο Γκορμπατσώφ, εκφράζει ένα νέο διεθνές πλαίσιο για τις σχέσεις ανάμεσα στις βασικές δυνάμεις. Πλαίσιο που προνομοποιεί τις διαδικασίες της αναδιάρθρωσης και της ανασυγκρότησης στο εσωτερικό των δύο μπλοκ.

Είναι γεγονός πως στα πλαίσια της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης αναπτύσσονται ολοένα και ισχυρότερες σχέσεις αλληλεξάρτησης ανάμεσα στα μικρότερα ή μεγαλύτερα οικονομικά υποσύνολα του σύγχρονου κόσμου. Όμως αυτό δεν είναι ένα αποτέλεσμα μιας «αυθόρμητης» και ‘αντκεμενικής’ διαδικασίας. Αντίθετα, η αλληλεξάρτηση είναι έκφραση και αποτέλεσμα της σχέσης αναδίπλωση-επέκταση που χαρακτηρίζει την παρούσα αναδιάρθρωση σε Δύση και Ανατολή.

Συνήθως, όταν μιλάνε για αλληλεξάρτηση τονίζουν την οριζόντια μορφή της, δηλαδή την αλληλεξάρτηση ανάμεσα σε διάφορες εθνικές οικονομίες. Υπάρχει όμως και η κάθετη μορφή που παίζει και τον βασικότερο ρόλο, δηλαδή η αλληλεξάρτηση που υπάρχει ανάμεσα στους διάφορους τομείς της οικονομίας (βιομηχανία, εμπόριο, υπηρεσίες κλπ). Η κάθετη μορφή είναι η καθοριστική γιατί αναφέρεται στις τροποποιήσεις που γίνονται στην ίδια τη δομή του κεφαλαίου. Η «οριζόντια» μορφή αλληλεξάρτησης ανάμεσα σης διάφορες εθνικές οικονομίες είναι το αποτέλεσμα των τροποποιήσεων που γίνονται στη δομή του κεφαλαίου, είναι το αποτέλεσμα της «κάθετης» μορφής αλληλεξάρτησης.

Προσδιορίζοντας λοιπόν την αλληλεξάρτηση σαν αποτέλεσμα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, αυτή η ίδια χαρακτηρίζεται από την σύμφυτη με το κεφάλαιο σχέση της ανισομετρίας. Και αυτή η ανισομετρία της αλληλεξάρτησης έχει σαν αποτέλεσμα τον ενιαίο αλλά και τον διασπασμένο ταυτόχρονα σύγχρονο οικονομικό κόσμο.

Γι αυτό το τρίπτυχο «διεθνοποίηση, αλληλεξάρτηση, διεθνής καταμερισμός εργασίας” μπορεί να κάνει δυνατή τη συναίνεση των πάντων όταν δεν ξεκαθαρίζεται το ειδικό περιεχόμενο που παίρνουν οι μεταβολές μέσα στο δοσμένο χώρο κα χρόνο.

Η ανατολική πλευρά προσπαθώντας κι αυτή να αναδιαρθρωθεί, ρίχνει και τα τελευταία προσχήματα Καταργεί την καθολική απασχόληση του παραγωγικού δυναμικού, προσπαθεί να αποκαταστήσει την «αλήθεια των τιμών” μέσα σ’ ένα αλληλεξαρτώμενο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, όπου οι τιμές των παραγόμενων αξιών εμφανίζονται σαν καθοριζόμενες «αυθόρμητα” από τις δυνάμεις της αγοράς, κα γενικά, προσπαθεί να αναβαθμίσει τη θέση της στο «διεθνή καταμερισμό εργασίας».

Άλλωστε το λένε καθαρά, ντυμένο βέβαια με τα απαραίτητα ιδεολογικά παρασκευάσματα Έτσι, η διαλεκτική της ταξικής πάλης αντικαταστιέται με τη διαλεκτική της αλληλεξάρτησης που θεωρείται σαν κάτι ουδέτερο, αταξικό, αντικειμενικό και αμοιβαία επωφελές για τα κράτη και τους λαούς του κόσμου.

Έτσι, ο στόχος τους είναι το κέρδισμα καλύτερων θέσεων στον ΔΚΕ (Διεθνή Καταμερισμό Εργασίας) κα η αξιοποίηση των δυνατοτήτων που παρέχονται για οικονομικά και επιστημονοτεχνκά οφέλη στο οικονομικό πεδίο’ και ‘η αμοιβαία συνεργασία’ και «αλληλοκατανόηση των κρατών» για τη διατήρηση της ειρήνης και τη «δημιουργία ενός καθολικού συστήματος διεθνούς ασφάλειας”.

Το μόνο εμπόδιο για την απρόσκοπτη συνεργασία και συνεννόηση είναι ‘η επιθετική κα τυχοδιωχτική πολιτική του ιμπεριαλισμού” που «μεταφράζει την άμιλλα των δύο συστημάτων στη γλώσσα της στρατιωτικής αντιπαράθεσης» (27ο συνέδριο). (Μα δυο συστήματα ιστορικά αντίθετα δεν αμιλλώνται, αντιπαλεύουν).

Από πολλούς παρουσιάζεται μια αντίθεση ανάμεσα στις έννοιες εξάρτηση και αλληλεξάρτηση. Είναι προφανές οτι κάτι τέτοιο δεν ισχύει Η ίδια η ανισομετρία της αλληλεξάρτησης το αποδείχνει. Σε κάθε σχέση έχουμε μια κύρια πλευρά που την καθορίζει και μια δεσπόζουσα που κυριαρχεί. Συνεπώς σε μια σχέση αλληλεξάρτησης θα υπάρχει καθαρή εξάρτηση από το κυρίαρχο μέρος της σχέσης. Και φυσικά αυτό ισχύει και πολιτικά. Μια χώρα οικονομικά εξαρτημένη ή «αλληλεξαρτημένη» δεν μπορεί να είναι πολιτικά ανεξάρτητη. Η πολιτική της υπαγορεύεται από το μέρος ή τα μέρη από τα οποία εξαρτάται

Τέλος πρέπει να ειπωθεί οτι η αλληλεξάρτηση δεν εξαλείφει αλλά επιτείνει το δυναμισμό αποπειρών «εκτροπής» από τη μοντελοποίηση που επιχειρεί να επιβάλλει Ο ενιαίος κα διασπασμένος οικονομικός και κοινωνικός χώρος σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε δημιουργεί τους όρους για έναν ταυτόχρονα ενιαίο αλλά κα διασπασμένο πόλο της ανατροπής. Η απειλή απόρριψης τεράστιων μαζών έξω από την παραγωγική διαδικασία δημιουργεί αντικειμενικά τις προϋποθέσεις συγκρότησης ενός διεθνούς μετώπου αντιπαράθεσης των δυνάμεων της ζωντανής εργασίας ενάντια στη «νεκρή εργασία”. Επομένως είναι καθήκον όσων θέλουν να εντάσσονται στον πόλο της ανατροπής να αποκαλύπτουν και να καταδείχνουν τη σημασία και τα αποτελέσματα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και της αλληλεξάρτησης που αυτή συνεπάγεται, κα να προετοιμάζουν τους όρους για τη συγκρότηση αυτού του μετώπου.

5. Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ

Από όλες τις επίσημες πολιτικές παρατάξεις άλλα και από όλους τους έγκυρους και υπεύθυνους οικονομικούς, πολιτικούς, επιστήμονες και παράγοντες τονίζεται στη διαπασών πως δεν έχουμε καμμια τύχη έξω από τη μεγάλη οικογένεια της Ευρώπης. Ο μανικός αριθμός 1992 λανσάρεται από όλους σαν το ερέθισμα που θα είχε τη δυνατότητα να δημιουργεί εκείνα τα εξαρτημένα αντανακλαστικά, ώστε «όλοι μαζί» να υποδεχτούμε όπως πρέπει την πρόκληση του 1992, δηλαδή μια φάση της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης. Όπως γνωρίζουμε ο πραγματικός μαραθώνιος της Ενωμένης Ευρώπης, οι σταθμοί, οι καθυστερήσεις και οι περιπέτειες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είχαν τις ρίζες τους στις υπαρκτές αντιθέσεις των πρωταγωνιστών και όχι τόσο στις διαφορές ανάμεσα στον προωθημένο ευρωπαϊκό «βορρά” και τον καθυστερημένο ευρωπαϊκό ‘νότο’. Αυτό σημαίνει πως δεν είναι σίγουρο οτι το 1992 θα έχουν επιτευχθεί όσα προβλέπονται από το «πακέτο Ντελόρ” και τις αποφάσεις του Συμβουλίου του Φλεβάρη του ’87. Σημαίνει ακόμα οτι είναι πιθανό να μην επιθυμεί-με τον ίδιο τρόπο και με τους ίδιους ρυθμούς-κάθε συμβαλλόμενη πλευρά του ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου (Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία) την επίτευξη των συμφωνηθέντων.

Το μαγικό τοπίο του 1992 θα καθοριστεί βασικά από την πορεία της κρίσης-αναδιαρθρωσης και των συσχετισμών που θα δημιουργηθούν ανάμεσα στις βασικές τάξεις, ανάμεσα στις διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Από την άποψη αυτή το «όλοι μαζί να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις της εποχής μας” είναι τουλάχιστον γελοίο.

Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με το σταθμό του 1992, όπου θα «απελευθερωθούν” κεφάλαια, εμπορεύματα και εργαζόμενοι ώστε να μπορούν να κινούνται «ελεύθερα» μέσα στην ενιαία αγορά, σημαίνει μια ορισμένη οικονομική και κοινωνική αναπροσαρμογή σύμφωνα με το σχέδιο της ‘δυαδικής κοινωνίας”. Γιατί απλούστατα βασικός όρος της επιτυχίας της συντελούμενης αναδιάρθρωσης είναι το χτύπημα της εργατικής τάξης και των εργαζομένων, που συντελείται μ’ έναν ειδικό τρόπο. Άλλωστε ο θαυμασμός προς την Ιαπωνία, που συνδύασε τις επιδόσεις στους τομείς αιχμής με έναν ορισμένο τύπο κοινωνικών σχέσεων (συνδυασμό που την κατέστησε μια πρωταγωνιστική δύναμη αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά την παρουσία του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης), αποτελεί μια ανοικτή ομολογία των προθέσεων και των επιδιώξεων που έχουν οι ιθύνοντες κύκλοι

Γιατί ακόμα η παρούσα φάση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης πρέπει να περάσει μέσα από τις συμπληγάδες της κρίσης, στο νέο περιβάλλον της «αλληλεξάρτησης» και ιδιαίτερα στο κορύφωμα του οικονομικού ανταγωνισμού. Οι ισορροπίες, οι συμμαχίες, οι πειρασμοί, οι δεσμεύσεις, οι ενδοευρωπαϊκές αντιθέσεις κα οι κάθε λογής ευκαιρίες θα δοκιμαστούν από κάθε πλευρά.

Όμως ακόμα κα στους υπερεθνικούς οργανισμούς η ανισομετρία αποτελεί την κύρια πλευρά. Είναι εντελώς ψεύτικος ο ισχυρισμός οτι στόχος της ΕΟΚ είναι η εξάλειψη των ανισοτήτων που υπάρχουν ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς εταίρους, και πραγματικά χρειάζεται απόδειξη ο ισχυρισμός οτι η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αποτελεί το μοναδικό δρόμο για μια χώρα σαν την Ελλάδα.

6. Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ

Τα δυσδιάκριτα όρια κι οι δεσμοί μεταξύ εθνικού-διεθνικού κλπ. οδηγούν πληθώρα τοποθετήσεων στην προνομοποίηση της ανάλυσης του διεθνικού ή εθνικού κα αντίστροφα αλλά στο τέλος τα συμπεράσματα αφορούν τα πάντα. Έτσι, παρακάμπτεται ένα πραγματικό κάθε φορά πρόβλημα που αφορά τη διαπλοκή, τους τρόπους, τα νήματα, τη σύνδεση που χαρακτηρίζει την προώθηση διεθνώς της αναδιάρθρωσης-ανασυγκρότησης με τα εξελισσόμενα στη χώρα μας.

Έτσι δεν φαίνεται κι η διαπλοκή των χτεσινών κληρονομημένων ειδικών ιστορικών-οικονομικών-κοινωνικών κα πολιτικών καταστάσεων με την προσπάθεια μετακύλησης οικονομικών δραστηριοτήτων, «αναβάθμισης της πολιτικής”, ανταπόκρισης στις προκλήσεις κλπ.

Έτσι, η πρόκληση του 1992 προβάλλεται σαν η μοναδική ευκαιρία συμμετοχής στη ‘νέα εξόρμηση” που πραγματοποιείται σε Δύση και Ανατολή, για την επιβίβαση στα τραίνα της νέας τεχνολογίας κα της οικονομικής-κοινωνικής αναδιοργάνωσης.

Οι διαφοροποιήσεις στη στάση αυτή από πολιτική άποψη βρίσκονται στην παραπάνω ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ. Όλα τα αντι-εοκικά, αντι-καπιταλιστικά, αντι-ιμπεριαλιστικά μανιφέστα, κι όλα τα μέχρι χθες «οράματα» της αυτοδύναμης ανάπτυξης, της ανεξαρτησίας κλπ, αντικαθίστανται από θριαμβολογίες ή στην καλύτερη περίπτωση μοιρολατρείες κα προσαρμογή στα συντελεσμένα.

Όλες οι σειρήνες μηνούν μονότονα για την ευκαιρία εξασφάλισης μιας θέσης (ή πολλών θέσεων, ανάλογα με- την αισιοδοξία του θεωρητικού) στις πλούσιες υπεργολαβίες που υπόσχεται αυτή η «γιγαντιαία” εξόρμηση. Η γεωγραφική θέση της χώρας, οι δεσμοί, οι παραδόσεις, η ιστορία κα πολλά άλλα δικαιολογούν άλλωστε το ρόλο μιας «οριζόντιας» κα «κάθετης» διαμεσολάβησης προς τις δύο ηπείρους από την ήπειρο «κέντρο».

Πίσω απ’ όλα αυτά βέβαια στέκεται η τυπικά νεόπλουτη «αρπακτική» στάση του παλιού κα νέου αστικού κόσμου, που προσδοκά στο άμεσο τουλάχιστον μέλλον, όπως παντού, να επιβιβαστεί άνετα και άκοπα όπως πάντα, στο τραίνο των παχιών αγελάδων, που του αποδίδουν ήδη κατά μεγάλο μέρος οι επιδοτήσεις κα τα άλλα μεταβατικά προγράμματα της ΕΟΚ, μαζί με την ευκαιρία μεγαλύτερου

τζόγου που θα του προσφέρει η, πριν το 1992 άλλωστε, ανάφλεξη των χρηματιστικών αγορών. Γι’ αυτό άλλωστε, ιδιαίτερα τελευταία, οι εξαγορές, συμμετοχές δίνουν και παίρνουν, και όχι μόνο από εταρείες προέλευσης χωρών της ΕΟΚ, αλλά και από Ιαπωνικές και Αμερικάνικες εταιρείες. Το «εθνικό κεφάλαιο” της Ελλάδας, παλιό και νέο αρματώνεται γερά για να βρεθεί σε αναπαυτική θέση στο «τραίνο” του άμεσου μέλλοντος. Εκσυγχρονισμένος μεταπρατισμός. Το «μεταβιομηχανικό μοντέλο» εξειδικεύεται για τις ελληνικές συνθήκες, στις οποίες υπηρεσίες μπορούν να αναπτυχθούν κάλλιστα προς ορισμένους τομείς. Η σύγχρονη αλήθεια της «αλληλεξάρτησης» μπορεί να χρησιμεύσει στην αποδοχή της πολυεξάρτησης και του αναπόφευκτου της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η «δυαδική κοινωνία» να αποτελέσει νήμα για την επιτακτική τροποποίηση των εργασιακών σχέσεων.

7. Ο ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΜΕΤΑΠΡΑΤΙΣΜΟΣ

Αλλά καλύτερα να δώσουμε το λόγο σε ένα μεγάλο σκαπανέα της ελληνικής οικονομίας, τον κύριο Αδαμάντιο Πεπελάση (ΒΗΜΑ 27/3/88):

«ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ αυτή η ελληνική οικονομία περνάει σε ένα άλλο επίπεδο ισορροπίας και, όπως σε κάθε ανάλογη περίπτωση όπου η συνολική λειτουργία της οικονομίας αλλάζει, μια νέα δέσμη ευκαιριών αναδύεται και ένας νέος δυναμισμός διαμορφώνεται. Και αυτή είναι η θέση μου και αυτό είναι το επιχείρημα μου όταν προσπαθώ να ενημερώσω τους ξένους οικονομικούς παράγοντες.

Είμαστε μια μικρή χώρα, αναγκασμένοι τώρα, και από τις αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία και από τη θέση μας στην Ευρώπη, να διευρύνουμε την εξωστρέφεια μας. Η ικανότητά μας να υπηρετήσουμε τα οικονομικά μας συμφέροντα θα συναρτάται με τον βαθμό διεθνοποίησης της οικονομικής μας δραστηριότητας. Και προς τα εκεί βέβαια βαδίζουμε.

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ, και σαν παράδειγμα μόνο. θα μπορούσε να προωθηθεί η δημιουργία, ελεύθερων τελωνειακών ζωνών διακίνησης εμπορευμάτων υπό διαμετακόμιση και τροφοδοσίας πλοίων σία μεγάλα λιμάνια μας. Η διακίνηση θα γίνεται προς το εξωτερικό ή σε υπερπόντια πλοία με καθεστώς ελεύθερο. Οι πληρωμές και εισπράξεις θα είναι σε συνάλλαγμα. Τα κέρδη των εταιρειών θα φορολογούνται με ένα μικρό συντελεστή εφόσον εκπληρούν τους ειδικούς όρους λειτουργίας των εταιρειών «διεθνούς εμπορίου»

Οι Ευρωπαίοι θα στρέφονται όλο και περισσότερο προς τα εδώ, όχι τόσο για να παράγουν για την ευρωπαϊκή αγορά αλλά για τις τρίτες χώρες. Οι Ιάπωνες, οι «Νοτιοανατολικοί Αστατες» και οι Βορειοαμερικανοί, ακριβώς επειδή είμαστε «newcomers», θα προσπαθήσουν να εκμεταλλευθούν το δικό μας νέο οικονομικό «terrain» για την ευρωπαϊκή αγορά. Όσο καιρό, και μπορεί να είναι πολύς, η Τουρκία θα παραμένει εκτός ΕΟΚ, εμείς πάλι κάτω από ορισμένες υποθέσεις για τις πολιτικές μας και άλλες σχέσεις με τη χώρα αυτή, θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε νέα «συγκριτικά πλεονεκτήματα» από κάποιας μορφής συνεργασία με την Τουρκία. Αρκεί η επιχειρηματική μας τάξη να δράσει με φαντασία και ευθύνη.

Ακόμη, με τη μετατόπιση της λεκάνης της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό και τις ακτές της Ιαπωνίας και πιο κάτω, βρισκόμαστε ως ακρότατο σημείο από την άλλη πλευρά πιο κοντά τώρα σε αυτή τη νέα κυψέλη οικονομικής δημιουργίας. Αποτελούμε ένα νέο σημείο επαφής. Μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο ένας άλλος παραγωγικός και διαμετακομιστικός ρόλος ανοίγεται για την ελληνική οικονομία.

Η οικονομική εξειδίκευση όμως θα γίνει επιλεκτικά. Από την κλωστοϋφαντουργία, που τώρα έχει άνοιξη νέες προοπτικές για μας, ως τις υπηρεσίες (τραπεζικές, ασφαλιστικές, τηλεπικοινωνιακές, ενός νέου τύπου ναυτιλιακής δραστηριότητας όπου συνδυάζονται brokerage κλπ.).

Η ΕΛΛΑΔΑ ακόμα θα μπορούσε να γίνει κέντρο «υψηλής διαμονής», για έξι μήνες το χρόνο για μεγάλες επαγγελματικές και κοινωνικές κατηγορίες από την Ιαπωνία ως τη Βόρεια Ευρώπη. (Ακόμη, παγκόσμιο κέντρο συνεδρίων, κέντρο σχολών για υποθαλάσσιες έρευνες και υποθαλάσσια ψυχαγωγία κ.λπ)

Ακόμα και πέρα από αυτές τις νέες δραστηριότητες, με τη διεθνοποίηση των παραγωγικών διαδικασιών μπορούμε να επεκτείνουμε π.χ την υπεργολαβική μας δραστηριότητα σε τομείς όπως, ενδεικτικώς, επεξεργασία μετάλλων, ηλεκτρολογικά και ηλεκτρονικά (τυπωμένα κυκλώματα), ηλεκτρονικά φίλτρα, εξαρτήματα για άρδευση-ύδρευση, ή να επεχτείνουμε την ειδίκευσή μας σε κοσμήματα, σκάφη αναψυχής, παιχνίδια, σιδηρούχα μέταλλα.

Το μέγα κοινωνικό πρόβλημα στις επόμενες δεκαετίες θα είναι η ανεργία. Ανεργία αχό τη Σοβιετική Ένωση ως την Ισπανία, κι από την Ισπανία ως τη Γερμανία. (Ο Αγκαμπεκιαν υπολογίζει ότι τουλάχιστον 16 εκατομ. εργαζομένων «τη Σοβιετική Ένωση θα πρέπει να αλλάξουν απασχόληση μέσα σε λίγα χρόνια). Ενώ ένα μικρό σχετικά ποσοστό του εργατικού δυναμικού (που μπορεί να είναι μόνο το 10-15%) θα είναι αρκετό για να καλύπτει όλες τις ανάγκες μας στις βιομηχανικές κοινωνίες και την παραγωγή όλων των σύνθετων πληροφοριών. Ένας άλλος κόσμος και μια αλλιώτικη κοινωνία έχουν ήδη αναδυθεί. Η Ελλάδα, με τα σημερινό δεδομένα, θα πιεσθεί στην απασχόληση περισσότερο από πολλές άλλες χώρες ακριβώς λόγω του σχετικά μεγάλου ρόλου που παίζει ακόμα η γεωργική δραστηριότητα.»

Πιο σαφή, ρεαλιστική και κατατοπιστική παρουσίαση της κατεύθυνσης και του προσανατολισμού που δίνουν στην οικονομική δραστηριότητα τα διάφορα επιτελεία δεν γίνεται. Αυτήν την κατεύθυνση χαρακτηρίζουμε σαν εκσυγχρονισμένο μεταπρατισμό.

Όπως βλέπετε, έχουμε και εγχώριους υποστηρικτές του μεταβιομηχανικού μοντέλου. Η Ελλάδα παράδεισος και προνομιακός χώρος των υπηρεσιών και των μεσολαβήσεων. Ε, θα αντιμετωπίσουμε κι εμείς ανεργία, αλλά τί να γίνει Εδώ αντιμετωπίζει πρόβλημα ανεργίας ολόκληρος ο πλανήτης, οικουμενικό, πανανθρώπινο πρόβλημα.. Στην Ελλαδική περίπτωση τα πράγματα θα είναι ίσως πιο δύσκολα γιατί ακόμα η γεωργική δραστηριότητα παίζει σημαντικό ρόλο…

Όμως πιο σημαντικό-πολιτικό-σημείο είναι αυτό που αναγνωρίζει την ιδιαίτερη αξιοποίηση του «newcomer» για την προώθηση των συμφερόντων ΗΠΑ και Ιαπωνίας στον ευρωπαϊκό χώρο. Γίνεται δηλαδή κάποια «χρήση» του νέου οικονομικού μας «terrain». Οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία λοιπόν είναι παρούσες στην Ευρώπη. Διεισδύουν ακόμα περισσότερο χρησιμοποιώντας τους ‘newcomers’. Με πιο απλά λόγια, η χώρα μας γίνεται πεδίο άγριου ανταγωνισμού ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και προώθησης θέσεων των μεγαλύτερων πολυεθνικών. Να που η πορεία προς το 1992 μας Βρίσκει πιο «ενωμένους» με τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία κλπ. Οι τομείς που γίνεται η μεγαλύτερη διείσδυση είναι αυτοί των τραπεζών, των ασφαλιστικών οργανισμών και της υγείας.

8. Η ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ ΕΥΡΩΠΟΠΟΙΗΣΗ

Στα χρόνια της μεταπολίτευσης και ειδικότερα μετά το 1981, η «εξευρωποποίηση» της οικονομίας και η ιδιότυπη ευρωποποίηση της κοινωνίας, πέρασαν σε ένα νέο στάδιο. Η τυπική πράξη της ένταξης στην ΕΟΚ το 1979 ολοκλήρωσε μετά την επάνοδο στο ΝΑΤΟ μια πορεία ευρωποποίησης που είχε ήδη πρωθηθεί τα προηγούμενα χρόνια. Το Σύνταγμα του 1975 άλλωστε είχε κατά μεγάλο μέρος καταγράψει αυτή την πορεία. Στο πολιτικό επίπεδο η θεσμοποίηοη των πολιτικών κομμάτων, με τις σχετικές βέβαια προδιαγραφές, κατοχύρωνε τους συσχετισμούς δυνάμεων και τις αμοιβαίες υποχρεώσεις όπως απαιτούσε η «ευρωπαϊκή ενότητα» και «αλληλεγγύη».

Η «αλληλεξάρτηση» της οικονομίας της χώρας μας με τον ευρωπαϊκό οικονομικό χώρο, αφού αποτέλεσε για κάμποσα χρόνια μετά το 1950 μέχρι τη δικτατορία του 1967 μια από τις αιτίες και αφορμές των αλληλοδιάδοχων συγκρούσεων στον πολιτικό κ.α. τομείς, προωθήθηκε κάτω από την ευνοϊκή στάση εκείνων που αποτέλεσαν τη σιδερένια αντιευρωπαϊκή ασπίδα στα προηγούμενα χρόνια (Στρατοκρατικές κλίκες που αποτέλεσαν το απριλιανό καθεστώς). Αυτό βοήθησε την αναντιστοιχία ανάμεσα σε αυτούς που κρατούσαν την πολιτική εξουσία και σ’ εκείνους που αποχτούσαν ή μεγαλύτερη ακόμα δύναμη ή ανέβαιναν και αποχτούσαν δύναμη στο οικονομικό πεδίο.

Το πρόβλημα ήταν ποιος θα επιτηρούσε την προώθηση της «ευρωποποίησης» και ποιες ομάδες θα καρπώνονταν από την προώθηση αυτή. Έτσι, η αναντιστοιχία αυτή άρθηκε αρκετά μετά το 1974. Όμως, στα κέντρα οικονομικής δύναμης προστέθηκαν κι αυτοί που αναπτύχθηκαν στη θερμουργό θαλπωρή της δικτατορίας. Στο κοινωνικό επίπεδο η ‘ευρωποποίηση’ όπως ήταν επόμενο επιταχύνθηκε μετά τη μεταπολίτευση. Το πρότυπο του τρόπου ζωής που ονομάστηκε «καταναλωτική κοινωνία» με τις ρωμέικες δραστηριότητες προβλήθηκε βέβαια και προωθήθηκε η διάδοση του στα χρόνια της δικτατορίας. Αλλά επιταχύνθηκε η διάδοση του στα χρόνια της μεταπολίτευσης, χάρη σε ευνοϊκές συγκυρίες για τις κοινωνικές ομάδες που αποτέλεσαν τον κύριο αποδέκτη.

Συνολικά, τα αστικά στρώματα, παλιά και νέα, είχαν συγκριτικά πλεονεκτήματα πρώτα απ’ όλα από τις ευνοϊκές (για την ανάπτυξη κάθε είδους) εμπορικές και μεσολαβητικές δραστηριότητες από τις διαδοχικές κρίσεις στη Μ. Ανατολή (κλείσιμο Σουέζ, πόλεμος Αιγύπτου-Ισραήλ 1973, Λίβανος 1975), ενώ για τις συνολικές τους δραστηριότητες, χάρη στη δικτατορία, όχι μονάχα δεν βρέθηκαν στη θέση των αστικών τάξεων όλων σχεδόν των ευρωπαϊκών χωρών, που υποχρεώθηκαν στην περίοδο των θυελλών (1968-1970) να κάνουν παραχωρήσεις, αλλά αντίθετα απόλαυσαν τη συμπίεση του κόστους εργασίας χάρη στη δικτατορία, και μια σειρά από οφελήματα από την διείσδυση του δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου (και όχι μονάχα του δυτικο-ευρωπαϊκού) κατά την ίδια περίοδο.

Η «μεταπολίτευση» που συνέπεσε με την αποκορύφωση της πρώτης φάσης της διεθνούς κρίσης, λειτούργησε σαν ασφαλιστική δικλείδα προς όφελος αυτών των αστικών ομάδων, με την κρατικοποίηση εκτεταμένων τομέων και την ανάληψη του κόστους της υπερθερμαντικής φάσης (1970-1973) από το σύνολο των εργαζόμενων (κόστος εξαγοράς επιχειρήσεων, κόστος λειτουργίας τους κλπ).

Έτσι η εικόνα του «αντιεπιχειρηματικού κλίματος» που καλλιεργήθηκε σαν άλλοθι για τις διαδοχικές μετατοπίσεις της δραστηριότητας σε άλλους «χώρους- και που διευκολύνεται και από την επίκληση των «διεθνών εξελίξεων», είναι απόλυτα αβάσιμη. Η «αλληλεξάρτηση» που εντάθηκε, έφερε την αστική τάξη της Ελλάδας στη ζηλευτή θέση να παριστάνει και το θύμα, αλλά και να απολαμβάνει συγκριτικά πλεονεκτήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα, τέτοια που δεν απόλαυσαν ίσως ομόλογοί της σε άλλες χώρες. Ο κοσμοπολιτισμός, η μη ανάληψη κινδύνων, ο επαρχιώτικος νεοπλουτισμός αποτέλεσαν κοινά χαρακτηριστικά κα των παλιών και των νέων ανερχόμενων αστικών ομάδων. Η δυσαναλογία ανάμεσα στον πραγματικό πλούτο που απολαμβάνει και σ’ αυτόν που εμφανίζεται στη «νομική» επιχειρηματική εγχώρια δραστηριότητα ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ, και «παλιά» και «νέα τζάκια» -παρά την εναλασσόμενη αδιάκοπα «τριβή» και τους «εναγκαλισμούς» με την πραγματική πολιτική μεσολάβηση- αξιοποίησαν μετά τη μπουρδολογία του αντικαπιταλισμού των πρώτων πασοκικών χρόνων την πολιτική της ενισχυμένης λιτότητας της τελευταίας τριετίας, παρά την περισσότερο ευνοϊκή μεταχείριση των «νέων τζακιών».

Αποτέλεσμα της «ευρωποποίησης» είναι και η επέκταση της μισθωτοποίησης στον ιδιωτικό τομέα. Οι ιδιωτικοί και κρατικοί μισθωτοί μάνατζερς αυξήθηκαν σε δυσανάλογες για την πραγματική δραστηριότητα κλίμακες και εναλλάσσονται σε ρόλους ή χρησιμοποιούν το πέρασμα από τον κρατικό τομέα σαν εφαλτήριο για την πρόσβαση στον ιδιωτικό και αντίστροφα. Η τεχνοκρατία εκσυγχρονίστηκε αφού ενεργεί άμεσα σαν πλασιέ ξένων συγκροτημάτων «κυκλωμάτων». Από τις κρατικές επιχειρήσεις μέχρι τα ΑΕΙ κα τη λεγόμενη έρευνα, όλες οι αδιάκοπες μετακινήσεις, συγκρούσεις, αποκαλύψεις κλπ. έχουν σαν πηγή τους αντιθετικά συμφέροντα που επιχειρούν να προωθήσουν. Όπως λένε, στον ετρύτερο χώρο που πρόκειται να ενσωματωθούμε 100%, τα σκάνδαλα, η αντιπροσώπευση και προώθηση «κυκλωμάτων» κλπ. αποτελούν φαινόμενα πολιτισμού και οικονομικής, επιχειρηματικής αναβάθμισης. Εξάλλου η αναβάθμιση αυτή έχει συντελεστεί σε όλη την κλίμακα της πολιτικής, πολιτιστικής, με την ευρύτερη έννοια, δραστηριότητας.

Ολόκληρος ο πολιτισμένος κόσμος από τις ΗΠΑ μέχρι την Ιταλία ή τη Γαλλία παρουσιάζει αυτά τα φαινόμενα πολιτισμού με αρκετά ζηλευτή κανονικότητα.

9. ΕΥΡΩΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Την παλιότερη και την πιο πρόσφατη ιστορία της χώρας σφράγισαν οι καταστάσεις εκείνες που είχαν ονομαστεί καταστάσεις «Διχασμού». Η διάσπαση δηλαδή των κυρίαρχων τάξεων (ένα τμήμα της ανερχόμενης αστικής τάξης και η παλιά αριστοκρατία που μετατράπηκε στη συνέχεια σε μεσιτο-τραπεζική-χρηματιστική ολιγαρχία με ένα άλλο τμήμα της παλιότερης αστικής τάξης), που

συνδέονται ή πρακτόρευαν ανοιχτά ξένα συμφέροντα. Η ενότητα που συνομολόγησαν απέναντι στον κοινό εχθρό, το λαϊκό κίνημα, δεν εξάλειψε τις διαστάσεις, που εκδηλώθηκαν με αυξανόμενη οξύτητα αμέσως μετά τον εμφύλιο πόλεμο και κάτω από την οξύτατη σύγκρουση των παλιών και νέων ξένων κυρίαρχων. Οι συγκρούσεις αυτές έπαιξαν το ρόλο τους στη μετεμφυλιακή περίοδο και αποκορυφώθηκαν στην περίοδο 1965-66. Η κρίση της αμερικάνικης ηγεμονίας ευρύτερα και ειδικότερα στην περιοχή της Μεσογείου το 1973-74 επισφράγισε το τέλος μιας εποχής σε οτι αφορά τη μονόπλευρη πολιτική εξάρτηση της Ελλλάδας.

Τότε έχουμε την ουσιαστική πολιτική «ευρωποποίηση» της Ελλάδας. Οι πανουργίες της ιστορίας οδήγησαν σε δύο «παράδοξα”. Ο Γ. Παπανδρέου, ο άνθρωπος που πρακτόρευσε την ανοιχτή ένοπλη καταστολή του λαϊκού-απελευθερωτικού κινήματος το 1944 συνδέθηκε με την οξύτερη φάση της ‘ευρωποποίησης” το 1963-67 και ο Κ. Καραμανλής, ο άνθρωπος που η αμερικάνικη πολιτική ποντάρησε για να διαιωνιστεί η εύθραυστη ενότητα της αστικής τάξης το 1956 και κύρια η αμερικανοκρατία, να είναι επικεφαλής της συναινετικής παρέμβασης το 1974, επικεφαλής ενός δυτικο-ευρωποκεντρικού συνασπισμού που καθιέρωσε τους νέους όρους του παιχνιδιού, στα πλαίσια της ‘ευρωποποίησης’ επικυρώνοντας μια νέα υπερατλαντικο-ευρωπαϊκή ισορροπία για τη χώρα μας.

Η τέτοια ισορροπία απέτρεψε επαναλήψεις ανοιχτών συγκρούσεων μέσα στην αστική τάξη σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο, θα ήταν δύσκολη αν όχι αδύνατη μια τέτοια εξέλιξη των πραγμάτων, δίχως τα διαδοχικά κύματα του αντυμπεριαλισπκού-αντικαπιταλιοτικού ριζοσπαστισμού της περιόδου της δεκαετίας 1970 από τη μια πλευρά, αλλά και από την άλλη δίχως την ενεργητική υποστήριξη και ένταξη του συνασπισμού του 1974 και σε συνέχεια, την δίχως όρους αποδοχή των νέων κανόνων του παιχνιδιού από εκείνους που μέσα από μια περίπλοκη διαδικασία εμφανίστηκαν σαν εκπρόσωποι του λαϊκού κινήματος. Αυτό όμως συνδέεται με όλη την πορεία του λαϊκού κινήματος μετά τη λήξη του εμφύλιου πόλεμου σε συνδυασμό με τη γενικότερη πορεία των πραγμάτων στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα.

Η «ευρωπαϊκή πρόκληση» του 1992 αποτέλεσμα της παρατεταμένης κρίσης και αναδιάρθρωσης του παγκόσμιου καπιταλισμού επαναφέρει βασικά προβλήματα στην ημερήσια διάταξη και προσθέτει και νέα. Οι επιτυχίες των μεταπολιτευτικών χειρισμών δεν εγγυούνται μέσα σ’ ένα μεταβαλλόμενο κόσμο νέες επιτυχίες, σ’ αυτή τη φάση που ήδη δίνοντας διαφορετικά περιεχόμενα, πολλοί επισημαίνουν σαν το «τέλος της μεταπολίτευσης».

10. ΣΕ ΠΟΙΟ ΒΑΘΜΟ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ Ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ:

Παρουσιάζοντας την απόφαση της πρόσφατης ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ σε κομματικά στελέχη ο Γρ. Φαράκος είπε και τα εξής: Ό καθένας θα αποδείξει σε ποιο βαθμό είναι πράγματι αριστερός από τη στάση του στο ζήτημα του συνασπισμού”.

Νομίζουμε οτι τέτοιου είδους επιχειρηματολογίες δεν βοηθούν καθόλου, γιατί ποιοτικά είναι εφάμιλλες της περίφημης ‘λυδίας λίθου” που θα καθόριζε το χαρακτήρα του ΠΑΣΟΚ (4) αλλά και η συνεχής επανάληψη του όρου «συνασπισμός” θυμίζει έντονα την παλιότερη επανάληψη του 17%.

Γιατί σε ποιο βαθμό θα είναι αριστερός ο Γ. Αρσένης αν τελικά σταθεί θετικά απέναντι στο ζήτημα του συνασπισμού; Τέλος πάντων.

Το πραγματικό ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι το ακόλουθο: σε ποιο βαθμό είναι πράγματι αριστερός ο συνασπισμός; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να δοθεί από το αν κανένα κόμμα δεν θα έχει την αυτοδυναμία οπότε πιθανά η επίσημη αριστερά να αναβαθμίσει τη θέση της κυρίως μέσα στο επίσημο πολιτικό παιχνίδι αλλά και από το αν και κατά πόσο το γενικό πλαίσιο, η πλατφόρμα ας πούμε ενός τέτοιου συνασπισμού καθώς και ο τρόπος με τον οποίο προωθείται απαντούν στα κύρια και βασικά ζητήματα που η διεθνής και η ελλαδική εξέλιξη θέτουν. Και σίγουρα οι απαντήσεις που δίνονται δεν οδηγούν την Αριστερά-σαν δύναμη ανεξάρτητη και ανταγωνιστική προς τον αστικό κόσμο-να «οργανώσει την έφοδο της προς τους ουρανούς του άμεσου μέλλοντος» και να «γίνει η δεκαετία του 90, δεκαετία της Αριστεράς» (5) .

Υπάρχουν μερικά μεγάλα, βασικά ζητήματα τα οποία επιτρέπουν και δικαιολογούν την επιφύλαξη απέναντι στον «συνασπισμό». Αυτά είναι: η στάση απέναντι στην κρίση, κατά συνέπεια αν επιλέγεται μια γραμμή συνολικής αντιπαράθεσης προς την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, η στάση απέναντι στην ευρωποποίηση της χώρας και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, η στάση απέναντι σ» ένα τμήμα της αστικής τάξης που μέχρι σήμερα εκφράζονταν από το ΠΑΣΟΚ (πριν από μερικά χρόνια από την Ένωση Κέντρου” αύριο πιθανά από νέα μορφώματα).

Όπως βλέπετε δεν αναφερθήκαμε σε στρατηγικά ζητήματα για να καταλήξουμε στο να μη συμφωνήσουμε σε τυχόν προτάσεις. Επικαλεστήκαμε τρία τρέχοντα ζητήματα-μέτωπα που ζητούν επίμονα απάντηση. Που είναι ώριμα, υπερώριμα.

Ποια είναι η απάντηση του συνασπισμού στα ζητήματα αυτά; Παρόλο που α επαφές για την πλατφόρμα του συνασπισμού (εννοούμε την επιστολή που έστειλε το ΚΚΕ σε άλλα κόμματα) δεν γίνονται προς το παρόν δημόσια (για μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη συζήτηση και προς αποφυγή μπλοκαρισμάτων που τυχόν θα δημιουργούσε η δημοσιότητα, όπως δικαιολόγησε το ΚΚΕ) μπορούμε ωστόσο από τις γενικές θέσεις και την συμπεριφορά κάθε κόμματος να βγάλουμε ορισμένα συμπεράσματα.

Συνολικά οι περί τον «συνασπισμό» συνομιλούντες ανακαλύπτοντας κάπως αργά στην Ελλάδα τις «προτάσεις εξουσίας», τις «συμμαχικές φόρμουλες», τα «κοινά προγράμματα», τη νέα διεθνή πραγματικότητα της «διεθνοποίησης» και της «αλληλεξάρτησης», οδηγούνται να πολιτεύονται «εντός της κρίσης», αναζητώντας κι αυτοί μια θετική διέξοδο απ’ αυτήν. Οι προτάσεις που θα οδηγούσαν προς την κατεύθυνση αυτή για μεν την ΕΑΡ είναι καθαρά ο «Αριστερός Δημοκρατικός Εκσυγχρονισμός» για δε το ΚΚΕ μια «νέου τύπου οικονομική ανάπτυξη», δηλαδή μια «αναπτυξιακή κατεύθυνση για την έξοδο απ’ την κρίση προς όφελος του λαού και το άνοιγμα για’ βαθύτερες οικονομικοκοινωνικές αλλαγές (6) . Αλλά και στην πραχτική τους δεν έκαναν τίποτα για να οικοδομηθεί ένα κίνημα συνολικά ενάντια στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Όσον αφορά την «ευρωπαϊκή» πλέον διάσταση της χώρας μας αυτό πλέον για όλους αποτελεί ένα τετελεσμένο. Πριν λίγο καιρό, τα όσα ανακοίνωσε για το 1992 ο Γρ. Φαράκος, δεν αφήνουν καμμιά αμφιβολία για την προσαρμογή του ΚΚΕ στις νέες συνθήκες (7). Αλλά και στην πραχτική του το κόμμα αυτό από καιρό έχει αποδεχτεί πολλές εοκικές ρυθμίσεις, αφήνοντας σε πολλές περιπτώσεις έκθετους μέλη και οπαδούς του που «ορκίζονταν» ενάντια στα εοκικά προγράμματα.

Πολλοί από τους ομιλούντες για τον συνασπισμό δεν έχουν καθαρή θέση απέναντι στο Πασόκ. Η ΕΑΡ και οι δύο πτέρυγες της ΕΔΑ το θεωρούν δύναμη της Αριστεράς και επιθυμούν τον διάλογο με αυτό… Αλλά κα το ΚΚΕ από οτι ξέρουμε δεν έχει αλλάξει θέση για το ΠΑΣΟΚ. Αυτό κατά την άποψη του ΚΚΕ αποτελεί ένα ιδιότυπο ρεφορμιστικό μικροαστικό κόμμα. Συνεπώς, θεωρητικά (αλλά κα πραχτικά) δεν αποκλείεται μια συμμαχία μαζί του ή με τμήματα του. Οι όρκοι για την αποτροπή της αυτοδυναμίας και για την «φοβερή» πάλη ενάντια στο «δικομματισμό» δεν μπορούν να παρθούν στα σοβαρά όταν μέχρι σήμερα κρατήθηκε μια στάση εποικοδομητική απέναντι στο Πασοκ. Όταν, όποτε χρειάστηκε μια χείρα βοηθείας στην αντιπαράθεση του με την Δεξιά του δόθηκε χωρίς πολλά προσχήματα. Όταν η εξωτερική πολιτική του Πασοκ κρίνεται θετική, όταν στηρίζεται ο ελληνο-τουρκικός «διάλογος», όταν γίνεται αποδεκτό το σχέδιο Κουεγιάρ στην Κύπρο κλπ. Ακόμα όταν η «περεστρόικα» και γενικά η σοβιετική πολιτική προσπαθεί να άρει το χάσμα που χώριζε τα κομμουνιστικά κόμματα από τη Β’ Διεθνή και προκρίνει την συνεργασία κομμουνιστικών και σοσιαλιστικών κομμάτων. Όταν είναι γνωστή η θετική στάση των Σοβιετικών απέναντι στο κόμμα της Αλλαγής και του Αντρέα (βλ. δηλώσεις Στουκάλιν, επιστολή Γκορμπατσώφ). Ας υποθέσουμε πως κανένα κόμμα δεν συγκεντρώνει αυτοδυναμία: προς ποια πτέρυγα θα απευθυνθούν οι προτάσεις για μετεκλογική συνεργασία; Λόγοι σκοπιμότητας κυρίως προεκλογικής αφήνουν αναπάντητο το ερώτημα αυτό, ενώ ταυτόχρονα κρατιέται πισινή για την περίπτωση που νικήσει η δεξιά στις εκλογές.

Άμεσος στόχος όλων των ομιλούντων για τον «συνασπισμό» είναι η με κάθε τρόπο αναβάθμιση τους μέσα στο τραχύ περιβάλλον της πολιτικής ανασύνθεσης που συντελείται Αυτό σημαίνει πως οι εκλογικές προτεραιότητες θα παίξουν σημαντικό ρόλο. Όμως γενικότερα στόχος όλων των δυνάμεων που κινούνται στην κατεύθυνση ‘μιας νέας πλειοψηφίας” είναι να πιεστούν δυνάμεις σαν το Πασοκ-ή τμήματα του- να γίνουν πιο ‘συνεπή» και να αλλάξουν πορεία και παράλληλα να προωθηθούν «νέες» δυνάμεις στο μπλοκ εξουσίας. Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα βρεθεί ένα πρόγραμμα που να εκφράζει την «πραγματική αλλαγή» αυτήν δηλαδή που «λησμόνησε» το Πασοκ, θα προωθηθεί το αίτημα της απλής αναλογικής (8)  γύρω από το οποίο συνωστίζονται πλέον πολλές δυνάμεις, θα διατηρούνται επαφές και γέφυρες με το Πασοκ-άμεσες ή έμμεσες.

Θα γίνει πραγματικότητα ο συνασπισμός; Το ΚΚΕ απαντά πως θα προχωρήσει με όσους δέχονται στη δημιουργία του. Η ΕΑΡ δηλώνει οτι δεν είναι ακόμα ώριμος ο συνασπισμός, πάντως το συζητάει όπως συζητάει και με το Πασοκ. Οι Αρσένης, Δρετάκης, Φίλιας, Παναγούλης, Νάσης κλπ. είναι πάντα στη θέση τους. Μοναδική απουσία αυτή του απίθανου Μίκη… Σε λίγο καιρό θα ξέρουμε τί απέδωσαν όλα αυτά.

Η θέση μας είναι καθαρή: Σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι επιβεβλημένη η παρουσία μιας πραγματικής Αριστεράς που θα αντιπαλεύει την καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι επιβεβλημένες οι «διαδικασίες εκείνες που θα απελευθερώνουν την κοινωνική δυναμική και δεν θα την εγκλωβίζουν σε ανώδυνες προτεραιότητες. Σήμερα περισσότερο από ποτέ οι ίδιες οι συνθήκες πιέζουν προς ένα άλλο συνασπισμό που θα έχει σαν κέντρο βάρους πραγματικά προς τα αριστερά κι όχι σε μια ψεύτικη παναριστερά. Αυτές τις ανάγκες νομίζουμε πως σε ένα βαθμό τις καλύπτει η πρόταση των 8 σημείων που παρουσιάζουμε και που αποτελεί και ένα μέτρο σύγκρισης όσον αφορά το περιεχόμενο που πρέπει να δοθεί

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΡΕΥΜΑ

Μπορούμε να συνοψίσουμε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου που διερχόμαστε στα παρακάτω:

1)   Μια σε βάθος κα έκταση ιδιότυπη αναδιάρθρωση της οικονομίας της χώρας, που συντελείται στη βάση της «ευρωποποίησης» της χώρας: εξαγορές, συγχωνεύσεις, κατάκτηση «κενών χώρων”, μέσα σε ένα πλαίσιο που διευκολύνει η «σταθεροποιητική» πολιτική του ΠΑΣΟΚ εσωτερικά, αλλά και ο εντεινόμενος οικονομικός πόλεμος ανάμεσα στα κυριότερα καπιταλιστικά κέντρα.

Η διαδικασία αυτή θα ενταθεί όχι μονάχα εν όψει της φάσης του 1992 αλλά και των διεργασιών που συντελούνται για την κατάκτηση θέσεων στην αναδιανομή αγορών μέσα σε ένα ολοένα και πιο οξυμένο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.

Η παραπάνω διαδικασία συναντιέται με την προώθηση της διαδικασίας ένταξης της οικονομίας των ανατολικών χωρών στις Βασικές τάσεις της σύγχρονης οικονομικής δυναμικής, όπως το διατρανώνουν η περεστρόικα και η θεωρώ και η πράξη της αλληλεξάρτησης.

Τα τμήματα του διεθνούς πολυεθνικού κεφαλαίου επιδιώκουν να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα που παρέχει η θέση της Ελλάδας, όχι μονάχα σαν πάγια θέση συνάντησης «τριών ηπείρων”, αλλά και σαν βάση που βρίσκεται κοντά στη ζώνη των θυελλών της Μέσης Ανατολής κοντά ακόμα και προς τη βαλκανική ενδοχώρα, σε περίοδο μετασχηματισμών που παρέχουν ευκαιρίες κάθε είδους.

2)   Η διαχείριση της κρίσης από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στα χρόνια που πέρασαν επέτρεψε την αποσόβηση σοβαρών τρανταγμών που θα έθεταν σε κίνδυνο την οικονομική-πολιτική μεταπολιτευτική ισορροπία. Ταυτόχρονα όμως συσσώρευσε προβλήματα που η αναβλητικότητα-σα μέσο χειρισμού των αντιθέσεων που θα προκαλούσε η απόπειρα λύσης τους-αγγίζει πλέον όρια που δεν μπορούν να μετακινηθούν. Τέτοια προβλήματα είναι: η ευθυγράμμιση της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής με εκείνη των κέντρων της ΕΟΚ, τα ελληνο-τουρκικά, το κυπριακό, οι σχέσεις με τις Η ΠΑ και η αναδιάρθρωση της μεταπολιτευτικής ισορροπίας. Από την άποψη αυτή η επιφανειακή και υπόγεια κινητικότητα που εμφανίζονται σε όλους τους τομείς, ενώ συνδυάζονται, εμφανίζουν μια ορισμένη αναντιστοιχία. Οι κάθε είδους εμπλοκές και αιφνιδιασμοί στην επιφάνεια επικαλύπτουν βαθύτερες διεργασίες, που τις συσκοτίζουν ή τις απωθούν. Τέτοιου είδους εμπλοκές είναι εκείνες που έχουν να κάνουν με τα σκάνδαλα και τη σκανδαλολογία, με την αντι-συντεχνιακή φιλολογία, με τα Νταβός και τα αντι-Νταβός, με την φιλολογία για το «τέλος της μεταπολίτευσης», τους «κλεφτοπόλεμους» που γίνονται εντός και εκτός των «κομμάτων εξουσίας».

Η τακτική «αφήνω να σαπίζουν» τα προβλήματα για να έχω τακτικά πλεονεκτήματα είναι κοινή στάση όλων, παρά τις διαφορές τους.

3)   Η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος, τρίτη κατά σειρά στην περίοδο της πασοκικής διακυβέρνησης, υπαγορεύει συμπεριφορές με βάση την εκλογική προοπτική και απόρριψη σε δεύτερο και τρίτο επίπεδο των «μη επίκαιρων προβλημάτων”. Συμπίπτει με διεργασίες διεθνείς και εσωτερικές. που ο τέτοιος ή αλλιώτικος χειρισμός βοηθάει στον αποπροσανατολισμό και στην παγίδευση των μαζών σε εσκεμμένες από τα πάνω επιλογές. Έτσι θα ενταθούν οι «προκλήσεις και η προκλησιολογία», το «νέο κλίμα στις διεθνείς σχέσεις” και τα παρόμοια, όπως και η αδιάκοπη μικροπολιτική γενικά και ειδικά στους μαζικούς χώρους.

Από κει και πέρα αφθονεί η φιλολογία για «ηθικές αξίες» που χάθηκαν, για ευδαιμονίστικό εκτραχηλισμό και συντεχνιασμό, από εκείνους που έχουν πρωτοστατήσει στην τέτοια συμπεριφορά και που σε μεγάλο βαθμό δεν είναι άσχετοι με τις υπόγειες διεργασίες που συντελούνται.

Αλλά και «σοβαρότερες» πλευρές, αφού ανακάλυψαν την «κοινωνία των πολιτών» και την κοινωνία γενικά, αναμασούν συστηματικά τα ίδια πράγματα για τους εξαχρειωμένους φοιτητές και μαθητές, τους κοπανατζήδες εργαζόμενους, τους διπλοθεσίτες και τριπλοθεσίτες υπαλλήλους.

Από την πλευρά τους οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, παρατάξεις, κινήσεις όλων των κατηγοριών, προσανατολισμένες αποκλειστικά στο να μην «χάνουν την επαφή με τη βάση», κινούνται μέσα σε μια στρουθοκαμηλική λογική, από «μέρα σε μέρα», δίχως προοπτική και αντισχέδιο.

Το επαγγελματικό συνδικαλιστικό στελεχικό στρώμα αποχτάει όλο και περισσότερο χαρακτηριστικά ιδιαίτερης κοινωνικής κατηγορίας που συντελεί σε μια επιθυμητή ιδιότυπη ευρωποποίησή του σαν όργανο μεσολάβησης ανάμεσα στις «κορυφές» και τη «βάση».

Αφού τα διάφορα συστατικά μέρη της «κοινωνίας των πολιτών» επί χρόνια έζησαν την ευφορία της «αλλαγής» και τα θαύματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, αφού παραδόθηκαν στο τετελεσμένο της ανεξάρτητης, αυτοδύναμης ανάπτυξης και οι διαφορές τοποθετήθηκαν στη δοσολογία της ανάπτυξης ή της αύξησης, αφού η θεσμολογική κοσμογονία αποδείχθηκε τώρα πια αστική διαχείριση, ή σκέτα διαχείριση της κρίσης, προσγειώθηκαν τώρα στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα και στις ρεαλιστικές εκπτώσεις των πιο πάνω οραμάτων. Έτσι, η πρόκληση του 1992 ή του 2000, με ενδιάμεση την πρόκληση των Ολυμπιακών αγώνων του ’96, αποτελούν κοινά σημεία αναφοράς.

4)   Στο επίπεδο των πολιτικών κέντρων το πρόβλημα μπορεί να συνοψιστεί μ’αυτόν τον τρόπο: ποιος θα καταφέρει να πείσει, στη βάση της διαμόρφωσης των απαραίτητων συσχετισμών, πως είναι ο καταλληλότερος να εφαρμόσει την αναδιάρθρωση στον ελληνικό χώρο με τέτοιες ιδιαιτερότητες που να ευνοούν τις πιο διαφορετικές συμμαχίες. Το πρόβλημα δεν έχει λυθεί ακριβώς γιατί οι κινήσεις στο πολιτικό, οικονομικο-κοινωνικό επίπεδο βρίσκονται σε μια ανάλογη φάση και διεθνώς.

Πέρα από τις όποιες αρχές και δεσμεύσεις, καμμιά συμμαχία ή στήριγμα δεν πρέπει να αποκλείεται. Γι’ αυτό τα περί ελληνικότητας ή μη, που προβάλλονται από τις κυρίαρχες παρατάξεις ή άλλα κέντρα, μονάχα σαν ευφυολογήματα μπορούν να θεωρηθούν.

Οι εκλογικοί αιφνιδιασμοί, οι απρόβλεπτες εκρήξεις ή ανακατατάξεις οτο πολιτικό πεδίο, ο αγώνας για την κατάκτηση θέσεων στα κυκλώματα που διαχέονται σε όλο το φάσμα της οικονομίας και της κοινωνίας, υπηρετούν τις προσπάθειες για ανασύνταξη, «αναδόμηση» κυριαρχικών σχημάτων, ή μάλλον οχημάτων, της αναδιάρθρωσης.

θα ήταν έξω από το χαρακτήρα αυτής της τοποθέτησης αν προχωράγαμε άμεσα στη διατύπωση προοπτικών του είδους που κυριαρχούν -αλλά και αναπαράγονται για κατανάλωση- στους μεγάλους κόσμους της επίσημης πολιτικής σκηνής και στους μικρόκοσμους διάφορων «χώρων». «Ποιος κρατάει τα χαρτιά» ή «ποιος έχει το πάνω χέρι» κλπ. Γιατί όπως έχει δείξει το κοντινό παρελθόν οι αιφνιδιασμοί των γεγονότων γίνονται πολύ οδυνηροί, ανεξάρτητα αν δεν βγαίνουν τα επιβαλλόμενα συμπεράσματα όπως συνήθως.

Η τοποθέτηση που κάνουμε δεν γίνεται με αφορμή μια ορισμένη «ευκαιρία-ορόσημο» του τύπου «έρχονται εκλογές:. ας κάνουμε κάτι» αλλά με βάση εκτιμήσεις που επιχειρούν να αγκαλιάσουν μια πιο μακροπρόθεσμη προοπτική.

Επειδή όμως ζουμε σε μια πραγματική κατάσταση οφείλουμε να μην αγνοήσουμε ή νά αδιαφορήσουμε γι’ αυτήν την «ευκαιρία-ορόσημο». αλλά να συμβάλλουμε να αξιοποιηθεί για την έναρξη μιας αντίστροφης πορείας. .Από αυτήν την άποψη, το πρόβλημα της παρέμβασης στη γενικότερη πορεία αναδιάρθρωσης θα πρέπει να τεθεί στο κέντρο της οποιασδήποτε αντιμετώπισης της «ευκαιρίας-ορόσημο».

5) Στο πολιτικό πεδίο οι προεκλογικές και μετεκλογικές στιγμές είναι ξεκάθαρες αν θέλει κανείς να πάει πιο πέρα από το κλίμα των εντυπωσιασμών. Γενικά, το πρόβλημα για όλους είναι ο χειρισμός των προσδοκιών που καλλιεργούν. Προεκλογικά φουλάρουμε προς την κατεύθυνση παράκαμψης και αγνόησης των ουσιαστικών προβλημάτων. Μετεκλογικά προβάλλουμε με δραματικό τρόπο αυτά τα προβλήματα. Ετσι η προκλησιολογία δείχνει ένα προεκλογικό πρόσωπο ενώ μετεκλογικά δείχνει ένα άλλο. Αυτά προς τα «κάτω». «Προς τα πάνω» η ανίχνευση, η αναζήτηση των διαμορφούμενων τάσεων, σε όλα τα επίπεδα λήψης αποφάσεων γίνεται πιο εντατική και αγωνιώδικη από άλλοτε. Οι προθεσμίες και οι αιφνιδιασμοί δια-τρέχουν τους ίδιους κινδύνους. Και από δω απορρέουν οι «κλεφτοπόλεμοι», οι παραπλανητικές κινήσεις και οι αντιπερισπασμοί, αλλά κύρια το «σάπισμα». Όλα αυτά βλέπονται σαν τακτικές κινήσεις που έχουν σαν στόχο το «πλεονέκτημα», ή όπως συνηθίζεται να λέγεται το «πάνω χέρι». Όμως είναι κάτι περισσότερο από αυτό.

Οι «δημογέροντες» και οι νέοι της πολιτικής σα μια μορφή «κλεφτοπολέμου», μπορεί σε μια άλλη φάση να στραφεί ενάντια σε όλους εκείνους που πειραματίζονται με αυτή την ανανέωση και τη νεανικοποίηση του ηγετικού πολιτικού προσωπικού. Άλλωστε, στη φάση αυτή ανάλογες διεργασίες με επίδοση σε έναν τέτοιο κλεφτοπόλεμο, γίνονται και στα επίπεδα της πιο παραγωγικής τάξης κατά την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, δηλ. τους βιομηχάνους (βλέπε νέα ηγεσία  του ΣΕΒ).

Αν η «ανανέωση» πάρει πραγματικό χαρακτήρα τώρα, σημαίνει αναγκαστικά αναδιάταξη των κυριότερων πολιτικών δυνάμεων, πράγμα επιθυμητό στο έπακρο βέβαια, αλλά που φαίνεται οτι δεν έχει «ωριμάσει» πρακτικά. Ίσως οι «δημογέροντες- να παίξουν-όχι ηθελημένα βέβαια-το ρόλο καταλύτη. Κι αυτό θα αποτελούσε μια ασφαλιστική δικλείδα για τη μετάβαση σε ένα νέο «μεταπολιτευτικό” στάδιο.

Η άλλη προοπτική είναι η μάχη των «γερόντων” να οδηγήσει σε μια αντιπαράθεση που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια τέτοια αλληλο-εξουδετέρωση ανάμεσα στους δημογέροντες (και απ’ αυτούς δεν εξαιρείται κανείς από τους εν ενεργεία ή σε αδράνεια αρχηγούς) που κάποια άλλη πλευρά να επωφεληθεί και να εμφανιστεί σαν ανανεωτής της διαχείρησης της κρίσης-αναδιάρθρωσης. Για την ώρα η τακτική του κλεφτοπόλεμου και του «σαπίσματος» είναι εκείνη που θα διατράξει το έτσι κι αλλοιώς αναμενόμενο ανδρε’ικό «σόου” κατά τη διάρκεια της προεδρίας της ΕΟΚ ή λίγο μετά, που θα είναι τόσο ανανεωτικό όσο και το σόου του Μάρτη του 1985, ή άλλες καταλήξεις διαδικασιών του είδους που περιγράγηκαν, οπότε ίσως έχουμε και σόου και αντισόου…

6) Έχουμε λοιπόν μια οικονομική-κοινωνική αναδιάρθρωση που συνοδεύεται, υπηρετείται, ενισχύεται από μια ανασύνθεση του πολιτικού πεδίου. Η πορεία είναι αντιφατική και σημαδεύεται από πολλές αναντιστοιχίες. Το ερώτημα που προβάλλει είναι: ποια η κατάσταση πνευμάτων σ’ αυτούς που καλούνται να υπομείνουν και τελικά να πληρώσουν το βάρος της αναδιάρθρωσης, ή καλύτερα να γίνουν το καύσιμο για το προχώρημα διάφορων οχημάτων; Ποια η κατάσταση στο λαϊκό κίνημα;

Οι ηγετικοί κύκλοι της οικονομίας και της πολιτικής στηρίζουν μέρος της σχετικής αισιοδοξίας στα σημάδια «εξευρωπαϊσμού» που φάνηκαν ιδιαίτερα στις δημοτικές εκλογές (στις οποίες πρωταγωνίστησαν οι δεξιοί δήμαρχοι ώστε να επικρατήσει ένα άλλο πνεύμα). Σύμφωνα με αυτούς τους κύκλους «υπάρχει μια μεταστροφή στη νοοτροπία μας με βαθύτερες συνέπειες για το μέλλον, μια διαφορετική στάση απέναντι στο οικονομικό πρόβλημα. Έτσι μόνο μπορούμε να εξηγήσουμε και τη σχετικά μεγάλη ανοχή και την εργασιακή ειρήνη και την ουσιαστική αποδοχή της εισοδηματικής πολιτικής. Ακόμα-διαπιστώνουν-μια ποιοτική αλλαγή πέραν των μεγεθών: η έννοια του κέρδους περιεβλήθη με τον πιο επίσημο τρόπο με κοινωνική νομιμοποίηση, αναγνωρίστηκε το κέρδος και η κοινωνική του αξία».

Επιπλέον, όλοι ανεξαίρετα οι κύκλοι επικαλούνται οτι πάνω από το 80% του ελληνικού λαού επιθυμεί την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και άρα δεν μπορούμε να ασχολούμαστε με προβλήματα που τίθενται μέσα από μια λογική απομονωτισμού και επαρχιωτισμού…

Το πρόσφατο απεργιακό κύμα που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη δείχνει βεβαίως μια άλλη εικόνα που δεν δικαιολογεί αισιοδοξία στον αστικό-πολιτικό και οικονομικό- κόσμο.

Αυτό το απεργιακό κύμα που όλοι παραδέχονται οτι ξεκίνησε από τα κάτω αφού κιόλας αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς τας υποδείξεις κομματικών και συνδικαλιστικών παρατάξεων, έχει τη ρίζα του σε μια βαθειά δυσαρέσκεια που οφείλεται στην οικονομική λιτότητα και σε μια αγανάκτηση προς όλες τις μορφές κοροϊδίας και εμπαιγμού.

Κοντά σ’ αυτά κρίνεται πλέον άξιον προσοχής-από τους «έγκυρους» παρατηρητές-ένα φαινόμενο μη συμμόρφωσης προς τις κομματικές υποδείξεις. Άκυρα, λευκά, αναποφάσιστοι πιστοποιούν μια συγκεκριμένη χαλάρωση των δεσμών ανάμεσα στα κόμματα και τις μάζες (η Γαλλία «διδάσκει» με πολλούς τρόπους (αποχή 34,6%). Γι» αυτό επιστρατεύονται διάφοροι μηχανισμοί ώστε να διαμορφώσουν το «αναποφάσιστο» κοινό σύμφωνα με τις ιδιαίτερες επιδιώξεις τους).

Ο στόχος της παθητικοποίησης των μαζών και επομένως το εύκολο πέρασμα της αναδιάρθρωσης δεν επιτυγχάνονται μέχρι τώρα Αντίθετα, παρατηρούνται μαζικές κινήσεις που έχουν διάρκεια, ζωντάνια, δύναμη, ενάντια στις επιπτώσεις που έχει η καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Βέβαια, δεν μπορούμε να μιλάμε ακόμα για ένα αντιρεύμα αλλά δεν σημαίνει οτι δεν υπάρχουν οι όροι για κάτι τέτοιο.

Υπάρχουν όμως τα περιθώρια στην αναδιαρθρωτική κίνηση να εγκλωβίσει και να χειριστεί πλατειά στρώματα εργαζομένων; Αυτά τα περιθώρια υπάρχουν και μπορούν να αυξηθούν μέσα από το προεκλογικό «μπλέξιμο» και τις εξελίξεις που έτσι κι αλλοιώς έρχονται

Το πρόβλημα είναι και στην ποιότητα της ανάλυσης που κάνει κανείς. Το ζήτημα της ταξικής πάλης στη χωρά μας είναι απλά συνάρτηση της παλίνδρομης κίνησης ριζοσπαστικοποίησης-συντηρητικοποίησης του νεφελώματος των μεσοστρωμάτων, ή κάτι σοβαρότερο και ουσιαστικότερο;

Η κατάσταση είναι αντιφατική: έχουμε φαινόμενα που δείχνουν περίτρανα την ανεπάρκεια μιας γενικής εκτίμησης για συντηρητικοποίηση των πάντων στην χώρα μας. Έχουμε και φαινόμενα που δείχνουν οτι το χειριστικό οπλοστάσιο μπορεί να έχει αποτελέσματα.

Αυτή η περιπλεγμένη πραγματικότητα απαιτεί μια πιο πλούσια κίνηση, τέτοια που θα συνυπολογίζει όλες τις ενεργούσες τάσεις αλλά κυρίως κίνηση που να ξέρει τί ζητά και τί θέλει να πετύχει

7) Τα όσα εκτέθηκαν μέχρι εδώ βάζουν με οξύτητα το ερώτημα: Ποια παρέμβαση θα ήταν δυνατή σης συνθήκες αυτές έξω και πέρα από το αδιάκοπο μικροπολιτικό παιχνίδι και π είδους παρέμβαση θα έπρεπε να είναι; Υπάρχουν δυο απαντήσεις. Η πρώτη συνοψίζεται στο «κάτι πρέπει να γίνει» για τις εκλογές. Άλλωστε και στη Γαλλία κάτι βγήκε με τις προεδρικές. Ο Ζυκέν, δεν έχει σημασία αν το 68 ήταν επικεφαλής της νεολαίας του Μαρσαί και πολέμησε το Μάη, κάτι μάζεψε. Γιατί όχι και εδώ; Μπορεί να δημιουργηθούν όροι νια να μαζευτεί κόσμος και από τον κόσμο του «εσωτερικού» γενικά και να τσιμπήσουμε και από αλλού. Αυτή είναι η στάση «ευκαιρία-ορόσημο», οι εκλογές. Η βάση της συγκέντρωσης θα είναι 3-4 πράγματα, με το γνωστό κατά, κατά, κατά, υπέρ. Ένα πλαίσιο που να μινιμάρει, να «εκφράζει τέλος πάντων αυτά που θέτουν τα κινήματα της τρέχουσας περιόδου», να «απαντά στην ανάγκη συντονισμού σκόρπιων αλλά υπαρκτών δυνάμεων».

Η άλλη απάντηση ξεκινάει «ανάποδα», από το ποια είναι ή πρέπει να είναι τα στοιχεία συγκέντρωσης από τώρα. Εντοπισμός πρώτα αυτών των σημείων, αναζήτηση αν είναι δυνατή η σύγκλιση, καταρτισμός προγράμματος δράσης άμεσα και ένταξη της τάσης ή της πρωτοβουλίας που αφορά τις εκλογές μέσα στα πλαίσια αυτής της σύγκλισης. Όπως βλέπετε φτάσαμε στο ζήτημα της πρότασης. Από την πλευρά μας προκρίνουμε μια διαδικασία σύγκλισης όσων δυνάμεων είναι δυνατό, στη βάση ορισμένων σημείων που θα αναπτύξουμε πιο κάτω. Σύγκλιση δυνάμεων δεν σημαίνει απαραίτητα οργανωμένων δυνάμεων, ούτε τις αποκλείει Όμως αναφερόμαστε κυρίως σε μια διαδικασία που οφείλει να εμπλέξει πραγματικά από τα κάτω ένα ορισμένο δυναμικό. Αλλά ας τα δούμε λίγο πιο αναλυτικά.

Μας ενδιαφέρει ένα αντι-ρεύμα στις ελλαδικές συνθήκες που θα αγωνίζεται ενάντια στο κύριο ρεύμα αυτής της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Είναι εφικτός ένας τέτοιος στόχος; Το ερωτημα αυτό μπορεί να απαντηθεί με πολλούς τρόπους. Πρώτη απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι δεν υπάρχει κανένας θεωρητικός περιορισμός για την αρνητική απάντηση στο ερώτημα. Αυτό όμως μπορεί να μην λέει πολλά για μερικούς. Δεύτερη απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι αν είναι αναγκαίο ένα τέτοιο αντι-ρεύμα, αν θα απαντούσε σε υπαρκτά προβλήματα και ανάγκες, τότε είναι και εφικτός σαν στόχος. Παρόλο που πλησιάσαμε περισσότερο στην ουσία του προβλήματος, δεν λύσαμε καθόλου το ζήτημα της απόστασης που μας χωρίζει από τον στόχο. Δεν επιτρέπεται να μας διακατέχει ένας ορισμένος ρεαλισμός σε εισαγωγικά, όταν θέτουμε διάφορους στόχους. Ο στόχος που αναφέραμε είναι ρεαλιστικός γιατί: συμβάλει στην ανατροπή του πιο τερατώδικου αναδιαρθρωτικού εγχειρήματος του διεθνούς κεφαλαίου. Σε συνέχεια γιατί στον σύγχρονο κόσμο, ακριβώς εξαιτίας των εγχειρημάτων αυτών, τα ρήγματα και οι συγκρούσεις σε διάφορα επίπεδα είναι αναπόφευκτα ανάμεσα και στους πρωταγωνιστές και σε δευτερεύουσες δυνάμεις. Κι επομένως θα υπάρχουν προσωρινοί σύμμαχοι ή και καταστάσεις αντικειμενικής αδυναμίας να υπερνικηθούν οι εστίες αντιπαράθεσης. Τρίτο η τέτοια συγκεντρωποίηση και συγκέντρωση επιτείνοντας την ανισομετρία στα διάφορα συστατικά της σχέσης-κεφάλαιο, εκτατικά και δομικά, αφήνει στη βάση των παραπάνω διόδους προσπέλασης. Τέταρτο, η ομολογημένη πρόθεση κατάτμησης της παγκόσμιας εργατικής δύναμης και κατά συνέπεια η απειλή απόρριψης έξω από την παραγωγική διαδικασία τεράστιων μαζών, δημιουργεί αντικειμενικά τις προϋποθέσεις συγκρότησης ενός διεθνούς μετώπου αντιπαράθεσης των δυνάμεων της ζωντανής εργασίας ενάντια στη νεκρή εργασία. Αυτές είναι ορισμένες αντικειμενικές πλευρές που συγκροτούν μια πραγματικά ρεαλιστική βάση για τον πιο πάνω στόχο. Είναι αν θέλετε οι «υλικές» του προϋποθέσεις. Μιλάμε όμως για τις ελλαδικές συνθήκες. Ο παραπάνω στόχος πρέπει να εξειδικευτεί για τις ιδιομορφίες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Χωρίς να επεκταθούμε θα αναφέρουμε απλά ορισμένες ιδέες-κλειδιά για την προσέγγιση μας. Αυτές αφορούν την εκμετάλλευση της θέσης της Ελλάδας, την ασυμετρία πολιτικής και οικονομικής δύναμης, την στήριξη στο εθνικό-διεθνικό ενάντια στο εθνικιστικό και μεγαλοδυναμικό, την προβολή αλλά και την επιχειρηματολόγηση της αυτοδύναμης ανάπτυξης βασισμένη σε μια νέα πολιτική εξουσία και τα κοινωνικά της στηρίγματα. Στο σημείο αυτό θέλουμε να επισημάνουμε πως ο γενικόλογος αντιαστισμός ή και γενικόλογος αντιιμπεριαλισμός χρόνια τώρα δεν τροφοδότησαν με απόψεις και αναλύσεις που να πλησιάζουν τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο σε αστικές και ρεφορμιστικές δυνάμεις να αλωνίζουν.

Κατά την άποψη μας, η προσπάθεια, η πορεία αυτού του αντιρεύματος θα κριθεί από τρεις παράγοντες: πρώτο, από την ικανότητα συνολικοποίησης και την στήριξη του σε μια συνολική άποψη. Αυτό σημαίνει πως δεν έχει τίποτε να κερδίσει από μια ευκαιριακή, τυχάρπαστη, ασύνδετη και μη ιεραρχημένη παρέμβαση σε διάφορα μέτωπα που κάθε φορά έρχονται στην επικαιρότητα» δεύτερο από την κατανόηση της σημασίας αλλά και της ανάγκης ταχτικών  και μεταβατικών στόχων, αν φυσικά ενδιαφέρει η άσκηση μιας άλλης επιρροής, και τρίτο από το βαθμό εμπλοκής με την υπάρχουσα κοινωνική δυσαρέσκεια Λέμε και επιμένουμε πως αυτά τα τρία στη σημερινή φάση πρέπει να πάνε μαζί Μας ενδιαφέρει να βρεθούμε και να προσπαθήσουμε με όσους κατανοούν αυτήν την ανάγκη και δεν αφήνοντα στα μερικά και ευκαιριακά ούτε έχουν κάνει αρχή τους τους ταχτικούς εναγκαλισμούς με δυνάμεις ενδιάμεσες πλην όμως σαφώς τοποθετημένες υπέρ της αναδιάρθρωσης, ούτε αγωνιούν μονάχα για μια συνδικαλιστική παρουσία, αδιαφορώντας για το σύνολο του προβλήματος.

Είπαμε ότι σήμερα είναι γεγονός ότι κινείται περισσότερος κόσμος από ότι πριν 3-4 χρόνια Κινείται όμως περίεργα σε διαφορετικές ράγες και τροχιές, σπρωγμένος από τις ίδιες αιτίες. Η πιο σημαντική κίνηση, αυτή των αυθόρμητων μαζικών κινημάτων ενάντια στις συνέπειες της κρίσης, έχει δικούς της ρυθμούς και χαρακτηριστικά. Στα κόμματα της επίσημης αριστεράς και ειδικά στο ΚΚΕ υποβόσκει μια κρίση που πλευρά της εκδηλώνεται με τη δυσαρέσκεια προς την κομματική γραμμή στα θέματα που αφορούν την εοκ, το πασοκ, την Συμπαράταξη, Στη βάρη της γενικότερης κίνησης τροφοδοτούνται και διάφοροι κύκλοι, οργανώσεις και συλλογικότητες που σιγά σιγά περιχαρακώνονται νομίζοντας ότι έκλεισε μια περίοδος διάλυσης και αποσύνθεσης και ότι άρχισε μια άλλη και ξαναεφορμοϋν δυστυχώς με άγαρμπο τρόπο. Τέλος υπάρχει και η «χωρική» κατάσταση που πλέον πολιτογραφείται στο «κάτι να κάνουμε- με ροπή στην ευκολία και στην άρνηση ουσιαστικών συμφωνιών.

Αναφερθήκαμε στον κόσμο που κινείται εντός ή εκτός κομμάτων για να δείξουμε πως χρειάζεται μια πιο συνολική απεύθυνση και όχι περιχαράκωση σε έναν από τους «κόσμους» που ορίζουν αυτές τις κατηγορίες. Επίσης επιμένουμε ότι δεν είναι αρκετή για αυτήν την απευθυνση η κωδικοποίηση των στοιχείων που θέτουν ορισμένα κινήματα, γιατί τότε υποτιμάμε την ανάγκη μιας συνολικής

άποψης, αλλά βασικά δεν κατανοούμε τη φύση της περιόδου που ήδη διανύουμε.

Σε ποια σημεία είναι απαραίτητη σήμερα η σύγκλιση δυνάμεων; Αναφέρουμε τα ουσιαστικά:  στη  γραμμή  συνολικής  αντιπαράθεσης  στην  καπιταλιστική «αναδιάρθρωση, στην άρνηση της δυαδικής κοινωνίας, στο ζήτημα της ΕΟΚ και της ευρωποποίησης και της ειδικής μοντελλοποίησης που επιβάλλουν στη χώρα μας, στα λεγόμενα  ειδικά προβλήματα», δηλ. βάσεις, ελληνοτουρκικά, κυπριακό, στην αναμόρφωση του πολιτικού σκηνικού,στα ζητήματα της παναριστεράς και της συμπαράταξης, στα ανεξάρτητα αριστερά σχήματα.

Όσοι τάσσονται υπέρ μιας τέτοιας σύγκλισης οφείλουν να συναντηθούν και να εξαντλήσουν τις δυνατότητες σύγκλισης και στον εντοπισμό των στοιχείων συσπείρωσης δυνάμεων από τώρα. Αυτό σημαίνει πραχτικά απόπειρα επεξεργασίας κοινής πολιτικής. Μια τέτοια διαδικασία, άσχετα από τα άμεσα αποτελέσματα της, θα χρησίμευε σημαντικά στην πολιτικοποίηση ιδιαίτερα ενός νέου δυναμικού που έχει συσπειρωθεί

Εμείς προβάλλουμε ένα ορισμένο υλικό σαν βάση. Ας γίνει το ίδιο από ατομικές ή συλλογικές πλευρές.

Δεν χωρά αμφιβολία πως μια τέτοια πρόταση σύγκλισης δυνάμεων στη βάση μιας πολιτικής συμφωνίας είναι εκτός μόδας. Δεν απαντά «εύκολα», «άνετα» στο «κάτι να γίνει». Μα δεν είναι καν μια εκλογική πρόταση…

Είπαμε όμως πως θέλουμε να βαδίσουμε ενάντια στο ρεύμα και το σκοπεύουμε Θα προσπαθήσουμε με όσες δυνάμεις έχουμε να συμβάλλουμε στην προώθηση τέτοιων διεργασιών.

Α/συνέχεια

Μάης-Ιούνης 88

 

ΠΡΟΤΑΣΗ

ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΝΟΣ ΑΝΤΙ-ΡΕΥΜΑΤΟΣ

ΣΤΙΣ ΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΟΥ ΝΑ ΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΚΥΡΙΟ ΡΕΥΜΑ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ

 

8 ΣΗΜΕΙΑ ΣΥΓΚΛΙΣΗΣ

ΣΗΜΕΙΟ ΠΡΩΤΟ:

Γραμμή συνολικής αντιπαράθεσης στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση

Η προσπάθεια να αλληλεξαρτήσουν οι εργαζόμενοι την τύχη τους από τη βιωσιμότητα του κεφαλαίου -κατά συνέπεια από τις αναγκαίες γι’ αυτό αναδιαρθρώσεις, που συμπυκνώνεται στα ορόσημα 1992 και 2000- δεν αποτελεί τη μοναδική δυνατότητα της εποχής μας.

Η στάση μας δε μπορεί να χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια αξιοποίησης των «προκλήσεων και από το διαχωρισμό θετικών-αντικειμενικών πλευρών και αρνητικών.

Η απάντηση στην πρόκληση του ιμπεριαλισμού και του καπιταλισμού είναι η χρεωκοπία της αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου.

ΣΗΜΕΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ:

Το σχέδιο της δυαδικής κοινωνίας πρέπει να αποτύχει.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στην τροποποίηση των εργασιακών σχέσεων σύμφωνα με τις απαιτήσεις του μετα-βιομηχανικού μοντέλου και του ιαπωνικού θαύματος. Όχι στην ανεργία, το παρτ-τάιμ, τη μερική απασχόληση, τις συμβάσεις περιορισμένου χρόνου, το συντεχνιακό πνεύμα, τον κατατεμαχισμό, το ρατσισμό. Όχι στη ζούγκλα της ανταγωνιστικότητας.

Κοινή κατεύθυνση και σύγκλιση του αγώνα, όχι μονάχα για προώθηση άμεσων κλαδικών διεκδικήσεων, αλλά για την αντιμετώπιση των συνεπειών από την ευρωποποίηση και ιαπωνοποίηοη της αγοράς εργασίας.

Ενάντια στην εξαθλίωση, το φτώχαιμα της κοινωνικής εμπειρίας και την απονάρκωση, τη γκετοποίηση και την περιθωριοποίηση.

Ενάντια στην καταστολή σε όλες τις μορφές της.

Ενάντια στο χωρισμό των πολιτών σε δύο κατηγορίες με

κριτήρια απασχόλησης, ηλικίας, φύλου, ράτσας, κουλτούρας κλπ.

ΣΗΜΕΙΟ ΤΡΙΤΟ:

Απάντηση στις «προκλήσεις» του 1992 και στην ευρωποποίηση

Αγώνας για την πλήρη αποδέσμευση της Ελλάδας από την ΕΟΚ

Ενάντια στους ρεαλισμούς των τετελεσμένων σε ο,τι αφορά την ΕΟΚ

Ενάντια στον ορισμένο αντιεοκισμό που εξαντλεί τον αντικαπιταλιστικό αγώνα στη βελτίωση των συντελεσμένων

Ενάντια στη μοντελοποίηση που επιβάλλει η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση

Όχι στον εκσυγχρονισμένο μεταπρατισμό που αυτή συνεπάγεται,

ΣΗΜΕΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ:

Ενάντια στην εξάρτηση-αλληλεξάρτηση-πολυεξάρτηση κλπ.

Ενάντια στην αλληλεξάρτηση σαν πλαίσιο μιας νέας διεθνούς πραγματικότητας που συμπυκνώνει την αναδιάρθρωση, επιβάλλει ρυθμούς και εκβιασμούς, γενικεύει τον εμπορικό και οικονομικό πόλεμο, δημιουργεί και εντείνει τη ζούγκλα της ανταγωνιστικότητας

Να πάψει η Ελλάδα να είναι πεδίο αντιπαράθεσης ιμπεριαλιστικών συμφερόντων.

Έξω από συνασπισμούς και σύμφωνα, ολοκληρώσεις υπερεθνικές, χωρίς βάσεις, πυρηνικά και στόλους

ΣΗΜΕΙΟ ΠΕΜΠΤΟ:

Ειρήνη διεθνισμός ανεξαρτησία

Ο αγώνας για την ειρήνη είναι αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Η ειρήνη δεν είναι υπόθεση συμφωνιών και διακανονισμών των μεγάλων. Όχι στο μιλιταρισμό και τον πόλεμο.

Ενάντια στην υπόθαλψη εθνικιστικών, θρησκευτικών και σωβινιστικών επιβουλών

Ενάντια στα πλαίσια ΗΠΑ-ΕΟΚ για τη διευθέτηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων

Κύπρος ενιαία κυρίαρχη ανεξάρτητη, χωρίς στρατούς κατοχής ή προστασίας, έξω από τις διευθετήσεις και τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων

Διεθνιστική αλληλεγγύη προς όλα τα επαναστατικά κινήματα του κόσμου.

ΣΗΜΕΙΟ ΕΚΤΟ:

Ούτε δικομματισμός ούτε τρικομματισμός.

Ούτε αυτοδυναμίες, ούτε συγκολλήσεις-οχήματα της αναδιάρθρωσης

Το δίλημμα Δεξιά-δημοκρατικές δυνάμεις αφορά τον ανταγωνισμό δύο αστικών δυνάμεων

Το νεφέλωμα γύρω από το ΠΑΣΟΚ και την «Αλλαγή» στοχεύει σε μιαν «αριστερή» εκδοχή διαχείρισης της κρίσης

Ανεξαρτησία από την αναμόρφωση του πολιτικού σκηνικού που στοχεύει στην άρση αναντιστοιχιών για την καλύτερη προώθηση της αναδιάρθρωσης

Να σπάσουν όλες οι υγειονομικές ζώνες, όλες οι διακρίσεις που στηρίζονται στην οικονομική και άλλη δύναμη

Ενάντια στη μικροπολιτική και την πολιτική χειραγώγηση

Ναι σε ένα ανεξάρτητο πολιτικό ρεύμα που θα αγωνίζεται ενάντια στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση

Για μια πολιτική που να ελευθερώνει την κοινωνική δυναμική

ΣΗΜΕΙΟ ΕΒΔΟΜΟ:

Ναι στην Αριστερά, όχι στην ψεύτικη «παν-αριστερά’

Η «μεγάλη αριστερά» δεν μπορεί να προκύψει μέσα από συγκολλήσεις κορυφής που μάλιστα υποτάσσονται σε εκλογικές σκοπιμότητες

Η δεκαετία του 90 δεν μπορεί να ανήκει στην Αριστερά αν αυτή δεν αντιπαλέψει την αναδιάρθρωση, αν στην πράξη δεν δείξει την ανεξαρτησία της από τον κόσμο του κέρδους, της επιχείρησης, αν δηλαδή δεν υπερασπιστεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Η εφαρμογή της «συμπαράταξης» αποσκοπεί στην αναβάθμιση όσων την συγκροτούν και μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στη βάση μιας δεξιάς πλατφόρμας

Η υπόθεση της Αριστεράς έχει ανάγκη από ένα νέο κοινωνικό βολονταρισμό που θα κάνει τους λογαριασμούς του με το χτες, θα αντιμετωπίζει το σήμερα και θα ανοίγει κόσμους για το αύριο

Η πρόκληση του 1992 και του 2000 πρέπει να είναι η πρόκληση της Επανάστασης και όχι της Αντεπανάστασης

ΣΗΜΕΙΟ ΟΓΔΟΟ

Ανεξάρτητα αριστερά σχήματα

Ναι σε ανεξάρτητα αριστερά σχήματα τοπικά, κλαδικά, πανελλαδικά, τέτοια που να προωθούν την πάλη ενάντια στην αναδιάρθρωση

Για την εμπλοκή με τη δυσαρέσκεια και τη μετατροπή της σε κίνημα

Κύτταρα και φορείς μιας «απ» τα κάτω» ενεργοποίησης του κόσμου

Για τη δημιουργία ενός αντι-ρεύματος στις ελλαδικές συνθήκες.

Α/συνέχεια, Μάης 1988

1.Αυτό ακριβώς είναι και η καινοτομία της κατάστασης, αυτή είναι η νέα αλήθεια. Απ’ ό,τι φαίνεται δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί αμέσως. Για παράδειγμα είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε αμέσως τέτοιες καινούργιες νομοτέλειες, όπως είναι η εξάλειψη της σχέσης μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος, μεταξύ του πολέμου και της επανάστασης, καθώς και η εμφάνιση ενός αντικειμενικού ορίου για την ταξική αντιπαράθεση στον διεθνή στίβο. Η Ευρώπη συνδέεται βαθειά με τα προβλήματα που εδώ και πολύ καιρό αποκαλούνται πανανθρώπινα. Τέτοια προβλήματα είναι η αύξηση του πληθυσμού, η αστυφιλία, η προστασία και η ανάπτυξη των ενεργειακών πηγών, οι κοινωνικές και ηθικές επιπτώσεις των επιστημονικών και τεχνολογικών διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων της βιογενετικής, της βιοτεχνολογίας, της ιατρικής και της επίδρασης της έκρηξης της πληροφορικής τεχνολογίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητας (περιοδικό ‘Νέοι Καιροί», ελληνική έκδοση 1988).

 

2. Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που το ΚΚΕ υπερασπίζεται την «περεστρόικα». Γενικόλογη γη την ανανεωτική δύναμη του σοσιαλισμού, επίμονη άρνηση να τοποθετηθεί στην ουσία των κροκών που γίνονται αχ. σχετικά με το ρόλο του κέρδους κα τον πολλαπλασιασμό των μέτρων που παίρνονται γη την επίτευξη του. Φαίνεται οτι ασπάζεται χωρίς ενδοιασμούς την αρχή του εφικτού και της αποτελεσματικότητας, όπως την διατυπώνει ο σοβιετικός οικονομολόγος Ν. Σμελέφ: ‘ό,τι είναι οικονομικά ανέφικτο είναι ανήθικο, ό,τι είναι εφικτό είναι ηθικό. Αυτή πρέπει να είναι η νέα οικονομική φιλοσοφία μας’. Αν κατά τη γνώμη των υπεύθυνων του ΚΚΕ είναι τόσο προφανής η τεράστια διαφορά που έχουν τα μέτρα της ·περεστρόικα» από αυτά της αναδιάρθρωσης γιατί νοιώθουν συχνά σε κάθε ευκαιρία την ανάγκη να καταγγέλλουν όσους «χρησιμοποιούν μηχανιστικά λέξεις, έννοιες όπως ανασυγκρότηση, παραγωγικότητα και προσπαθούν να ισχυριστούν οτι είναι κοινά τα προβλήματα του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού», όσους «επιχειρούν να συσκοτίσουν τα πράγματα με ένα πέπλο ‘γκορμπατσοφισμού’ όπως λέγεται», (Χ. Φλωράκης, «Ριζοσπάστης» 17/6) για να μην αναφερθούμε στην σειρά άρθρων του Ν. Κοτζιά που σε όλα τα κακά του καπιταλισμού αναφέρεται για να μην πει τίποτα για την ουσία της περεστρόικα;

 

3.Υπήρξε και υπάρχει ή όχι ένα συγκεκριμένο σχέδιο από τα επιτελεία όσον αφορά τη «δυαδική κοινωνία»;

Να τι απαντάει ο ΟΟΣΑ (οικονομικές προοπτικές του ΟΟΣΑ, Δεκέμβρης 87)

‘Οι αριθμοί αυτοί της ανεργίας πρέπει να αντικρίζονται στο πλαίσιο της μεσοπρόθεσμης στρατηγικής που υιοθετήθηκε από την πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χαρών στις αρχές της παρούσας δεκαετίας»…’ήταν προβλέψιμο από την αρχή πως η εφαρμογή αυτής της μεσοπρόθεσμης στρατηγικής θα μεταφράζονταν σε μια συγκράτηση της αύξησης της απασχόλησης κα με μη αύξηση της ανεργίας». «…οι εξελίξεις αχπέ<; στάθηκαν πιο σημαντικές κα πιο διαρκείς από οτι προβλέπονταν…» ‘Το ποσοστό της ανεργίας στην Ευρώπη είναι πολύ ψηλό κα θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο…»

 

4. Ο συνασπισμός πρέπει να οικοδομηθεί μέσα σε ένα ‘κενό ιστορίας». Άς λησμονηθούν όλα. Να κυττάξουμε μόνο μπροστά. Να απαντήσουμε στα νέα ζητήματα που Βάζει η ζωή. Κυρίως να μην κάνουμε καμμη συζήτηση για την πολιτική γραμμή που ακολουθήθηκε. Να μιλάμε μονό γι αυτήν που θα πρέπει να ακολουθήσουμε, όλα Τ άλλα είναι γκρίνια». Κάπως έτσι σκέφτονται και συμπεριφέρονται οι υπεύθυνοι της επίσημης αριστεράς. Για ουσιαστικούς λόγους θα ακολουθήσουμε διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης. Γι’ αυτό θα τους θυμίσουμε ορισμένα δικά τους : 11ο συνέδριο, Δεκέμβρης 82, σελ. 42-43: Εμείς ποτέ δεν είπαμε οτι το ΠΑΣΟΚ από μόνο του μπορεί να φέρει μια πραγματική αλλαγή, ακόμα και όταν αυτό είχε έντονο ριζοσπαστισμό. Πολύ περισσότερο δεν μπορούμε να το πούμε σήμερα με τις εξελίξεις στην πολιτική και στη φυαοφνωμία του.

Εμείς σύντροφοι ταχθήκαμε αποφασιστσικά ενάντια στην αντίληψη της αυτοδυναμίας. Αυτό εκφράζει και το σύνθημα μας ‘αλλαγή δεν γίνεται χωρίς το ΚΚΕ’. Αυτό εκφράζει και η πρόταση μας για μια δημοκρατική κυβέρνηση που θα στηρίζεται σε όλες τις δυνάμεις που ενδιαφέρονται για την αλλαγή. Γνωρίζουμε οτι κόμματα τέτοιου τύπου, όταν βαδίζουν μόνα τους, εξαντλούν γρήγορα τις προωθητικές τους δυνατότητες και εγκλωβίζονται στα πλαίσια του συστήματος.

Αλλά επίσης δεν πρέπει να αποκλείσουμε οτι πολιτικές δυνάμεις γενικά ρεφορμιστικής κατεύθυνσης είναι δυνατό, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις και κύρη κάτω από τις ωθήσεις ενός ισχυρού λαϊκού κινήματος, ενός ισχυρού ΚΚ, της ύπαρξης συνεργασιών κτλ, να συνεισφέρουν στην προώθηση αλλαγών που περικλεΐνουν έστω επιμέρους ρήξεις με τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό. Γι’ αυτό μπορούμε να πούμε οτι ‘λυδκι λίθος» για την οριστική κατάληξη του ΠΑΣΟΚ θα είναι η στάση του απέναντι στο πρόβλημα της συνεργασίας με τις δυνάμεις της αλλαγής, η στάση του απέναντι στο ΚΚΕ’.

 

5.Από φινάλε άρθρου του Π. Τσίμα στο Ριζοσπάστη της 24 Μάη με αφορμή τη συνάντηση Φλωράκη-Κύρκου…

6.Από το 12ο συνέδριο (Φλεβάρης 87) όπου προτείνεται η «αλλαγή με κατεύθυνση τον σοσιαλισμό”. Η τέτοια αλλαγή έχει ορισμένες προϋποθέσεις, όπως την κατάκτηση μιας ‘νεας λαϊκής πλειοψηφίας ικανής να αναδείξει και να στηρίξει μια κυβέρνηση της αλλαγής” που θα προωθεί ένα δυναμικό σύνολο αλλαγών.

«Πρόκειται για ένα σύνολο ουσιαστικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων με εσωτερική συνοχή και ιεράρχηση, που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας και έρχονται σε αντίθεση με τη λογική του συστήματος του εξαρτημένου καρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού. Με τις αλλαγές αυτές προωθείται μια εθνικά ανεξάρτητη θέση της Ελλάδας στο σύγχρονο κόσμο. Ξεκινά η δημιουργία νέων θεσμών «<· βασικούς τομείς της οικονομικής, κοινωνικής και δημόσιας ζωής, με κριτήρια που βρίσκονται οβ ανταγωνιστική αντίθεση με τα κριτήρια του μονοπωλιακού υπερκέρδους και, γενικότερα, τα κριτήρια των κρατκομονοπωλιακων μηχανισμών και προωθούν μια νέου τύπου ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας. Οι αλλαγές αυτές υπηρετούν τα συμφέροντα των κοινωνικών δυνάμεων της αλλαγής, έρχονται σε ρήξη, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, με τη μονοπωλιακή ολιγαρχία και τον ιμπεριαλισμό, προωθούν την κοινωνική και πολιτική αποδυνάμωση τους» (12ο συνέδριο, σελ. 67). Προσέξτε αυτό το ‘στον ένα ή τον άλλο βαθμό” γιατί έχει κάποια σημααΐα, απλούστατα γιατί δεν θα έχει «ανατραπεί το καθεστώς των μονοπωλίων και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης”, θα είναι όμως ουσιαστικές αλλαγές που περικλείουν ρήξεις με τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό… Μίλησε κανείς για ρεφορμισμό, μεταρρυθμισμό, μεταρρυθμισμό, μπερνσταϊνισμό; Γνωρίζουμε και το αντεπιχείρημα «δεν έχετε εμπιστοσύνη στις λαϊκές δυνάμεις κλπ, κλπ..Υπομονή.

 

7. Από το 12ο συνέδριο, σελ. 70:

Ταυτόχρονα, το ΚΚΕ είναι έτοιμο να συνεργαστεί με δυνάμεις της Αριστεράς και της προόδου, που δεν αντιτίθενται στην ένταξη στην Κοινή Αγορά. Με σεβασμό στις διαφορετικές απόψεις στο θέμα αυτό και με εμμονή σε ένα ανοικτό, δημοκρατικό διάλογο με αυτές, επιδιώκει την άμεση προώθηση μιας ενεργούς πολιτικής, που θα αποβλέπει στην από κοινού απόκρουση των αρνητικών συνεπειών από την ένταξη στην ΕΟΚ, στη συγκεκριμένη παρέμβαση-διεκδίκηοη για μη σειρά ζητήματα που προκύπτουν από την πολιτική της ΕΟΚ, στην υπεράσπιση του αναπτυξιακού προγράμματος και, γενικότερα, του προγράμματος της αλλαγής από τις δεσμεύσεις και επιβουλές της ΕΟΚ. Το ΚΚΕ επιδιώκει τη συμπαράταξη με τις δυνάμεις του εργατικού και λαϊκού κινήματος των χωρών της ΕΟΚ για την προώθηση συγκεκριμένων διεκδικήσεων και θέσεων ενάντια στους στόχους των πολυεθνικών μονοπωλίων και των κυβερνήσεων που τα υπηρετούν”.

 

8.Έχει ενδιαφέρον να παραθέσουμε ένα επιχείρημα του Χ. Φλωράκη σχετικά με τις συμμαχικές κυβερνήσεις και την απλή αναλογική (Ριζοσπάστης 17/6, σελ. 7).

‘Και στη Δυτ. Γερμανία συμμαχική κυβέρνηση και στη Γαλλία συμμαχική κυβέρνηση. Η Ιταλία έχει την απλή αναλογική. Κι όλα αυτά τα χρόνια έχα κυβερνήσεις συνασπισμού. Πήγε άσχημα η Ιταλία; Ξέρετε οτι κατέχει σήμερα την πρώτη θέση στην Ευρώπη από την άποψη της οικονομικής ανάπτυξης;» Σε ποιόν απευθύνεται ο Χ. Φλωράκης με το παράδειγμα της Ιταλίας; Από ό,τι ξέρουμε το σύγχρονο ιταλικό ‘θαυμα’ έγινε πραγματικότητα μέσα από μια άγρια εργοδοτική πολιτική ενάντια στο εργατικό κίνημα και τις καταχτήσεις του καθώς και μέσα από τη νομοθεσία έκτακτης ανάγκης που ψήφισε και το ΚΚΙ. Αλλά ακόμα, όλες οι συμμαχικές κυβερνήσεις στην Ιταλία στηρίχτηκαν χάρη στην ανοχή ή αποχή που έκανε στη Βουλή το ΚΚΙ κάθε φορά που έμπαινε θέμα υπερψήφισης μιας συμμαχικής κυβέρνησης. Το ιταλικό ‘θαυμα’ είναι η προώθηση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης συνολικά και σε ειδικούς τομείς αιχμής Η Ιταλία είναι πρώτη στην Ευρώπη από την άποψη της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Λεπτομέρειες που ξεφεύγουν από τον γραμματέα…

 

 

Advertisements

Tagged: ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: