Α/συνεχεια- «γιατι δεν ψηφίζουμε κανένα-γιατί δεν ξεχνάμε τίποτα» (Ομιλία στις 18/4/1989)

γιατί ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ ΚΑΝΕΝΑ- γιατί ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΤΙΠΟΤΑ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ 18 ΑΠΡΙΛΗ 1989

«Στον πολιτικό αγώνα, δεν πρέπει να πιθηκίζουμε με τις μεθόδους αγώνα των κυρίαρχων τάξεων, αν δεν θέλουμε να πέφτουμε σε εύκολες ενέδρες.»

Α. Γκράμσι

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ 18 ΑΠΡΙΛΗ

 

Φίλοι και σύντροφοι, Η σημερινή συνάντηση γίνεται για δυο κυρίως λόγους: Ο πρώτος, για να εκθέσουμε με σαφήνεια τους λόγους που μας οδηγούν στην επιλογή του «δεν ψηφίζουμε κανένα-δεν ξεχνάμε τίποτα». Ο δεύτερος, για να βάλουμε με πιο καθαρό τρόπο τους όρους μιας ενεργηηκότερης και μονιμότερης συνεργασίας όσων μέχρι τώρα έχουν δείξει να συμφωνούν με τις βασικές μας επιλογές.

Για να φτάσουμε στη σημερινή συνάντηση έχουν προηγηθεί μια σειρά από εκδηλώσεις σ’ άλλες πόλεις όπως στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στην Ξάνθη, στο Μεσολόγγι, στο Αγρίνιο, σης οποίες εκτέθηκαν με αναλυτικό τρόπο οι επιλογές της πολιτικής ομάδας Α/συνέχεια για τα βασικά καθήκο­ντα της περιόδου. Απόψε, εδώ ανάμεσα μας βρίσκονται σύντροφοι από άλλες πόλεις οι οποίοι και θα δώσουν με τις ομιλίες τους αρκετά στοιχεία για το κλίμα σ’ άλλες περιοχές. Επίσης προηγήθηκε και η μηνιαία έκδοση του πολιτικού δελτίου η οποία με τα 3 τεύχη που ήδη κυκλοφόρησαν ξεπέρασε σε επιτυχία τους αρχικούς μας σχεδιασμούς.

Προκαταβολικά θέλουμε να ευχαριστήσουμε όλους όσους είναι σήμε­ρα μαζί μας, όλους όσους έχουν βοηθήσει για την πραγματοποίηση της συνάντησης αυτής, γενικά όλους όσους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στηρίζουν την προσπάθεια μας.

* * *

Μας χωρίζουν 61 μέρες από τις εκλογές του Ιούνη. Με μια έννοια έχουμε μπει στην τελική ευθεία, δηλαδή στην περίοδο που καταρτίζονται συνδυασμοί αρχίζουν οι προεκλογικές συγκεντρώσεις, ανεμίζουν οι πλα­στικές σημαίες, κορυφώνονται οι υποσχέσεις, ξεχνιούνται εσκεμμένα τα προβλήματα που θα συναντήσουμε την επαύριο των εκλογών. Κι όμως κοντά σ’ αυτά τα κλασσικά πλέον χαρακτηριστικά κάθε προεκλογικής περιόδου, υπάρχουν ορισμένα άλλα που μας επιτρέπουν να πούμε πως η τωρινή προεκλογική περίοδος διαφέρει από ης προηγούμενες. Οι αποκα­λύψεις, τα σκάνδαλα, οι προφυλακίσεις, οι κασέτες, οι ανθρωποθυσίες χτεσινών συνεργατών στο βωμό μιας αμφίβολης κάθαρσης, τα συντροφικά μαχαιρώματα και ο κλεφτοπόλεμος που διεξάγεται στο εσωτερικό όλων ανεξαίρετα των κομμάτων, είναι μερικές πλευρές της οξύτατης πολιτικής κρίσης που εδώ και μήνες πλανιέται και χρωματίζει την πολιτική ζωή της χώρας. Η ύπαρξη μιας πολιτικής κρίσης είναι ο πρώτος λόγος που κάνει να διαφέρει η προεκλογική περίοδος που διανύουμε από όσες έχουμε γνωρίσει στην μεταπολιτευπκή ιστορία μας. Ο δεύτερος λόγος, σχετίζεται με την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού που θα συντελεστεί έτσι κι αλλιώς σε συντομότατο χρονικό διάστημα. Αυτή η αναμενόμενη αλλαγή επιβάλλει σε όλους τους ενεργητικούς παράγοντες να επανεξετάσουν την ταχτική τους, ης συμμαχίες τους, τα διεθνή στηρίγματα τους.

Για κάθε σοβαρή πολιτική κίνηση που θέλει να αναμετρηθεί με τις «προκλήσεις της εποχής» σης ελλαδικές συνθήκες, πρέπει να έχει καθαρή άποψη για το τι παίζεται την περίοδο αυτή, δηλαδή την φύση και τον χαρακτήρα της πολιτικής κρίσης, τι πρόκειται από αυτά να λύσουν ή να τροποποιήσουν οι εκλογές και το κυριότερο να σκιαγραφηθεί η νέα περίοδος που θα ανοίξει σης 19 Ιούνη, δηλαδή ποια τα χαρακτηριστικά της και ποια καθήκοντα θα τεθούν στο λαϊκό κίνημα.

Από τον Γενάρη έχουμε διατυπώσει την εξής άποψη για τις εκλογές:

•    Να εκφραστεί μαζικά η διαμαρτυρία στις κάλπες με άκυρο ή λευκό.

•    Δεν ψηφίζουμε κανέναν-δεν ξεχνάμε τίποτα.

•    Να οικοδομήσουμε το συνασπισμό των αγώνων και της αλληλεγγύης.

•    Να οικοδομήσουμε ένα αντιρεύμα ενάντια στην καπιταλιστική αναδιάρ­θρωση και το 1992.

Αυτά τα 4 σημεία που αποτελούν μια θέση στηρίζονται σης παρακάτω εκτιμήσεις:

α) Υπάρχει πολύς κόσμος που δεν εκφράζεται από τα κόμματα που του ζητούν την ψήφο του, που είναι αγανακτισμένος με τον εμπαιγμό που υφίσταται. Είναι θετικό αυτός ο κόσμος να διαμαρτυρηθεί και με την ψήφο του ρίχνοντας άκυρο ή λευκό.

β) Πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί ένας κόσμος ενάντια στη λογική του μικρότερου κακού και της χαμένης ψήφου. Τι πιο σωστό από τη στιγμή που κανένας δεν με εκφράζει να μην ψηφίζω κανέναν;

γ) Μπροστά στα ψεύτικα διλήμματα πρέπει να αντιπαρατεθεί η ιστορική μνήμη των δρώντων ανθρώπων. Δεν θέλουμε, δεν πρέπει, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε -και πολύ καλά κάνουμε- γιατί, συν τοις άλλοις, ζούμε σε μια χώρα με μια πολυτάραχη ιστορία και δεν επιτρέπεται να αφήνονται οι εκπρόσωποι της αστικής τάξης να γράφουν όπως αυτοί θέλουν την ιστορία.

δ) Αρνιόμαστε τους δεξιόστροφους συνασπισμούς κορυφής που είναι πρόθυμοι ανά πάσα στιγμή να στηρίξουν την «ομαλότητα» του κέρδους, της ΕΟΚ κλπ.

ε) Είναι επιτακπκή η ανάγκη ενός ανπρεύματος στην ελληνική κοινωνία που να εκφράζει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και της νεολαίας ενάντια στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση και το 1992, και στ) Σήμερα δεν υπάρχουν οι υποκειμενικοί όροι και οι δυνατότητες για ένα κατέβασμα σης εκλογές. Μια τέτοια απόπειρα θα ήταν σπατάλη δυνάμεων, χρημάτων, και κυρίως θα γινόταν για άλλη μια φορά σε Βάρος της πολιτικής, ιδεολογικής και οργανωτικής προετοιμασίας του δυναμικού που θα αντιμετωπίσει μια νέα κατάσταση μετά τις εκλογές.

Σ’ ένα ερωτηματολόγιο που κυκλοφόρησε στους σπουδαστικούς χώ­ρους, στην ερώτηση «π γνώμη έχεις για την άποψη μας» μεταξύ των άλλων απαντήσεων πήραμε και τις ακόλουθες:

1.       Δυστυχώς η άποψη σας θα αποτελέσει αντικείμενο εκμετάλλευσης.

2.       Άποψη που με εκφράζει, αλλά δεν έχω καταλάβει τον τρόπο με τον οποίο θα επιτευχθούν οι παραπάνω στόχοι, ούτε τον έχω βρει εγώ αυτό τον τρόπο.

3.       Σαν άποψη είναι οπωσδήποτε σωστή με όλες τις ευθύνες της, αλλά θα πρέπει να συνεχιστεί η διαδικασία ώστε να μην μείνει άποψη και να γίνει πράξη. Χρειάζεται πιο δυναμική και ουσιαστική παρέμβαση.

4.       Πιθανόν να την στηρίξω, αλλά δεν πιστεύω ότι θα έχει ουσιαστικά αποτελέσματα.

5.   Καλά όλα αυτά, αλλά ποια είναι η λύση που δίνουν; Μήπως είναι απλώς μια άρνηση;

6.       Ελπιδοφόρο και ασαφές.

7.      Αυτά είναι μόνο λόγια. Στην πράξη τα πάντα γίνονται διαφορεηκα απογοητεύοντας έτσι τους υποστηρικτές.

8.      Μια θεωρία χωρίς βιωμένη πρακτική εμένα δεν μου λέει τίποτα. Μπορεί όμως και να αξίζει.

9.   Συμφωνώ με τα δυο πρώτα, για τα υπόλοιπα θέλω περισσότερες
εξηγήσεις.

Παραθέσαμε επίτηδες μερικές από τις απαντήσεις για να δείξουμε μια ορισμένη κατάσταση πνευμάτων που ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο εκφράζεται, αγγίζει τα ουσιαστικά προβλήματα, δηλαδή τους όρους και τις προϋποθέσεις μιας αποτελεσματικής πράξης σης σημερινές συν­θήκες.

Τα ουσιαστικά ζητήματα ποτέ δεν απαντήθηκαν εύκολα. Άρα η απάντη­ση δεν θα προκύψει έτσι απλά χωρίς προσπάθεια. Υπάρχει ασάφεια, χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις, χρειάζεται πράξη που να απορρέει από ης εκτιμήσεις, έτσι ώστε να μην απογοητεύονται οι υποστηρικτές. Αν λοιπόν είναι κατ’ αρχάς ελπιδοφόρα η άποψη μας, αν εκφράζει έστω και μέσα από την ασάφεια τεσσάρων προτάσεων ένα δυναμικό, πρέπει όλα τα επόμενα βήματα να βελτιώνουν την εικόνα μας να δίνουν με περισσότερη σαφήνεια τους στόχους που θέτουμε και τα βήματα που κάνουμε.

Πρώτα απ’ όλα θέλουμε να καταγραφεί με σοβαρότητα, άρα πειστικότη­τα, στην ελληνική κοινωνία πως ένα τμήμα της -όσο μικρό κι αν είναι-κάνει μια τελείως διαφορετική επιλογή. Αρνείται να δώσει την ψήφο του  στα κόμματα που αναμετριούνται. Αυτό πρώτο. Δεύτερο, αυτό το μικρό κομμάτι της κοινωνίας προσπαθεί να έχει την δική του άποψη για όσα συμβαίνουν. Δεν εξουσιοδοτεί κανέναν να μιλά και να πράττει στο όνομα του. Από τώρα προετοιμάζεται για τη νέα περίοδο που ανοίγει.

Το κομμάτι αυτό της κοινωνίας, αρνείται να δώσει την ψήφο του στα τρία κόμματα που την ζητούν με κάποιες αξιώσεις.

Δεν μας συγκινεί ο λόγος, τα οράματα, η πράξη και το παρελθόν της δεξιάς σε όλες τις παραλλαγές της. Ο νεοφιλελευθερισμός της είναι επικίνδυνος για τους εργαζόμενους και τη νεολαία. Γνωρίζουμε την εξαθλίωση και την ανεργία που έχει επιβάλλει όπου έχει δοκιμαστεί. Ο Θατσερισμός και ο Ρηγκανισμός τόσα χρόνια τι απολογισμούς έχουν να επιδείξουν για τους εργαζόμενους: λιτότητα, ανεργία, εξαθλίωση, καταστο­λή σε πρωτοφανή επίπεδα.

Ο κ. Μητσοτάκης παραμένει ο γνωστός Μητσοτάκης, παρά τα λιβανίσματα του κύριου Μίκη Θεοδωράκη όπως και τα αλληθωρίσματα άλλων επιφανών ηγετών της επίσημης αριστεράς. Ο κ. Μητσοτάκης λοιπόν, αυτός που χαρακτηριζόταν ο καλύτερος υπουργός του ΠΑΣΟΚ με την έννοια ότι με αυτόν επικεφαλής ήταν αδύνατον να νικούσε η δεξιά τον Α. Παπαν­δρέου, να που σήμερα έχει πλησιάσει αρκετά την πρωθυπουργική πολυ­θρόνα. Και τι έχει αρχίσει να λέει;

«Οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να διεκδικούν τα δίκια τους από μια χρεωκοπημένη κυβέρνηση γιατί έτσι θα ξεχαρβαλωθεί κι άλλο η οικονομία» και άρα όταν θα έρθει στην εξουσία θα χρειαστούν μεγάλες θυσίες φυσικά από τους εργαζόμενους. Διαφωνεί με ης ρυθμίσεις του εκλογικού νόμου που αφορούν τα μικρά κόμματα «γιατί επιτρέπουν σε επικίνδυνες μειοψηφίες να τορπιλίζουν την πολιτική ζωή του τόπου». Όταν ο Μητσοτάκης μιλάει για επικίνδυνες μειοψηφίες πρέπει να προσέχουμε πολύ. Να θυμηθούμε όλες τις δηλώσεις του κάθε φορά που υπήρχε μια σύγκρουση με τις κατασταλτι­κές δυνάμεις;

Ο Μητσοτάκης προ των πυλών κελεύει: Θυσίες και πάταξη των «μειοψη­φιών» που έχουν αντίθετη γνώμη.

Όσες προσπάθειες κι αν κάνει το ΠΑΣΟΚ να δείξει τώρα τις διαφορές του από τη δεξιά δεν μας αλλάζει γνώμη, γιατί 8 χρόνια είναι αρκετά για να πειστούμε πως τίποτα θετικό δεν μπορεί να προκύψει για τον λαό και τον τόπο αν υποστηριχτεί η μία από ης δύο πτέρυγες της αστικής τάξης της χώρας. Η περίφημη «δημοκρατική παράταξη», όπως αρέσκεται να αυτοα­ποκαλείται η μια πτέρυγα της αστικής τάξης, είναι υπεύθυνη όχι για την κακή λειτουργία του συστήματος της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και της εξάρτησης, αλλά ακριβώς για ης τεράστιες υπηρεσίες που προσέφερε σ’ αυτό το σύστημα. Και είναι υπόλογη για δυο λόγους: Πρώτο, γιατί στήριξε αυτό το σύστημα σε συνθήκες γενικά δύσκολες, οικονομικής κρίσης, επιτρέποντας σ’ αυτούς που «έχουν» να αρπάξουν ακόμα περισσότερα. Δεύτερο, γιατί ποδοπάτησε με τον πιο κυνικό τρόπο τις ελπίδες του λαού για καλύτερες μέρες. Βέβαια όπου νάναι θα εισπράξει το αντίτιμο αλλά η  ζημιά είναι πολλή μεγαλύτερη από το χάσιμο της αυτοδυναμίας και των εκλογών. Απ’ αυτή την άποψη οι άνθρωποι του συστήματος δεν έχουν παρά να τρίβουν τα χέρια τους με ικανοποίηση γιατί πράγματι το ΠΑΣΟΚ του Αντρέα (το άτιμο αλλά και το έντιμο) προσέφεραν πλείστα όσα που ακόμα δεν έχουν αποτιμηθεί επ’ ακριβώς.

Ομως αν μπόρεσε να κάνει αυτή τη ζημιά το ΠΑΣΟΚ, σίγουρα κάποιος του το επέτρεψε. Μιλάμε για την αμαρτωλή επίσημη αριστερά που έκανε ότι μπορούσε για να λιβανίζει τον προοδευτικό ρόλο του ΠΑΣΟΚ και του Α. Παπανδρέου προσωπικά για πάνω από μια 20ετία. Πόση σύγχυση δεν προκάλεσε με τη στάση της απέναντι στο κόμμα της αλλαγής; Πόσες φορές δεν αποδέχτηκε το ρόλο του καρπαζοεισπράκτορα σης αλαζονικές και ηγεμονικές βλέψεις του ΠΑΣΟΚ; Αλλά και τώρα μήπως έβαλε μυαλό; Οι περισσότερες ζυμώσεις και συζητήσεις στο εσωτερικό του Συνασπισμού αφορούν την ανάγκη μετεκλογικής συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ, άντε το έντιμο ΠΑΣΟΚ.

Αλλά δεν είναι μόνο κριτήριο η στάση της επίσημης αριστεράς απέναντι στο ΠΑΣΟΚ που την καθιστά εντελώς αναξιόπιστη. Είναι ο τρόπος που πολιτεύτηκε τα τελευταία 15 χρόνια, η στάση της απέναντι στο πολιτικό και κοινωνικό συμβόλαιο, η εναντίωσή της σ’ όλους τους αγώνες που στρέφο­νταν ακριβώς ενάντια στο συμβόλαιο που είχε συναφθεί με τη συμμετοχή της. Τα παραδείγματα δεν είναι καθόλου λίγα.

Το τρίπτυχο του Συνασπισμού, είναι ακριβώς αυτό που οι καιροί επιβάλλουν: ομαλές εξελίξεις για τις οποίες δικαιολογείται συνεργασία μέχρι και με το διάβολο, απλή αναλογική και φυσικά, κάθαρση. Ομαλές εξελίξεις-απλή αναλογική-κάθαρση: ο επαναστατικός λόγος, η ανατρεπτική φωνή, που εκφράζει τους πόθους και τους αγώνες όλων των κατατρεγμέ­νων στην ελληνική επικράτεια. Σκληρό, αμείλικτο, αποφασιστικό σφυροκόπημα του συστήματος της εξάρτησης, της υποτέλειας και προπαντός του δικομματισμού. Μέσα απ’ αυτό το τρίπτυχο ενωμένες πλέον οι δυνάμεις μιας πολύπαθους και βασανισμένης αριστεράς ανοίγουν έναν φωτεινό δρόμο εφάμιλλο του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ, της μεγάλης ΕΔΑ του ’58 (και φτάνει) και φυσικά για να θυμηθούμε ορισμένα παλαιοκομμουνισπκά δεν έχουν να χάσουν τίποτα με ένα τέτοιο σύνθημα. Τις αλυσίδες που πήγε ο νους σας δεν τις  χάνουν γιατί αυτές τους συνδέουν με το σημερινό σύστημα. Σε άλλες εποχές ο Μάο έλεγε ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τα όπλα και τις κακουχίες αλλά τις «οβίδες τις τυλιγμένες με ζάχαρη». Ακριβώς τέτοιες οβίδες ζαχαρωμένες με όλα τα αστικά πρότυπα και συνήθειες είναι που καθήλωσαν την επίσημη αριστερά στον άχαρο ρόλο του ουσιαστικού στηρίγματος αυτού του συστήματος.

Κάτω από άλλες προϋποθέσεις δεν θα υπήρχαν πιο κατάλληλες συνθήκες για την εξαπόλυση ενός αυθεντικού λαϊκού κινήματος που θα είχε αιχμή όλες τις αστικές δυνάμεις και τις εφεδρείες τους, που θα είχε σαν αντικειμενικό στόχο την ανάδειξη της εργατικής τάξης σε πρωτοπόρο και καθοδηγήτρια τάξη που άμεσα και με συνέπεια θα προωθούσε έναν ανειρήνευτο αγώνα για τη ματαίωση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, για την υπεράσπιση του βιοτικού επίπεδου του λαού, για το χτύπημα κάθε ιμπεριαλιστικής πλεκτάνης, για την ακύρωση κάθε σταθεροποιητικού προ­γράμματος.

Ενα κίνημα που θα φώναζε προς όλους πως δεν έχουμε ανάγκη απ’ αυτή τη μεγαλοαστική τάξη, τα προγράμματα της, τη δικαιοσύνη της, το κράτος της, την οικονομία της, τους μηχανισμούς καταστολής της. Ενα κίνημα που θα έδειχνε τον ιστορικά ξεπερασμένο ρόλο της αστικής τάξης. Γνωρίζουμε πως κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εύκολο, αλλά θα έδινε τεράστια διέξοδο στη λαϊκή δυσαρέσκεια και οργή που υπάρχει, θα ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία μετά από δεκαετίες να αποσπαστούν σημαντικότατα τμήματα του εργαζόμενου λαού από την αστική επιρροή.

Στην πρόσφατη συζήτηση για την πρόταση μομφής που κατέθεσε η ΝΔ, ο Χ. Φλωράκης απαντώντας στις κατηγορίες του ΠΑΣΟΚ για συμπόρευση της αριστεράς με τη δεξιά σε αντίθεση με το ’65 είπε: «η αριστερά είναι ίδια, δεν άλλαξε». Αυτή η πρόταση περιέχει συμπυκνωμένες πολλές αλήθειες και δεν είναι τόσο γενικόλογη όπως άλλες σοφίες του Χαρίλαου (πχ «οι νύχτες είναι γκαστρωμένες»). Έτσι είναι, η αριστερά δεν έχει αλλάξει, ακολουθεί πιοτά τα χνάρια της ΕΔΑ της δεκαετίας του ’60. Γιατί και τότε παζάρευε μια αναγόρευση της σε «εθνική δύναμη» προβάλλοντας το πρόγραμμα της ενιαίας δημοκρατικής αλλαγής, μετατρέποντας το λαϊκό κίνημα σε ουρά μιας αστικής δύναμης, της ΕΚ του πατέρα Παπανδρέου. Και τούτα σε συνθήκες που αμερικάνοι και παλάτι οργάνωναν τις συνομω­σίες και τις πλεκτάνες τους. Η σημερινή καθοδήγηση της συνασπισμένης αριστεράς ήταν και τότε καθοδήγηση της ΕΔΑ. Οι διαφωνίες που σκαρώ­θηκαν μετά τον Φλεβάρη του ’68 ανάμεσα στα δυο κλιμάκια δεν αφορού­σαν την ουσία της πολιτικής που ακολουθούνταν από την ΕΔΑ στην Ελλάδα. Ολοι οι σημερινοί ηγέτες της συνασπισμένης αριστεράς έχουν σημαντικότατες ευθύνες και για κείνη την περίοδο. Το σκάλισμα των γεγονότων του ’65 είναι και γι’ αυτούς ενοχλητικό γιατί θα φέρει σίγουρα στην επιφάνεια και ης ευθύνες εκείνων που, ενώ πάσχιζαν με κάθε τρόπο για την νομιμοποίηση τους, άφηναν όλο το λαϊκό κίνημα ιδεολογικά και οργανωτι­κά απροετοίμαστο. Το πραξικόπημα της 21-4-67 βρήκε πάρα πολλούς με τις πυτζάμες…

Οταν λοιπόν ο Χ. Φλωράκης δηλώνει ότι η αριστερά δεν άλλαξε, άθελα του παραδέχεται πως αυτή η αριστερά συνεχίζει περίπου μετά από δυο δεκαετίες -αφού εκτοξεύτηκαν φοβέρες για το σύστημα, αλλά και φοβερές αλληλοκατηγορίες ανάμεσα σε φλωρακικούς και κυρκικούς— να κινείται στην ίδια τροχιά. «Δεν αλλάξαμε κύριε Παπανδρέου εμείς, συνεχίζουμε όπως και τότε να αναζητούμε τη συμμαχία με μια αστική πτέρυγα, άντε κάτω από την ηγεμονία της, αφού από καιρό έχουμε παραιτηθεί από την ιδέα της ριζικής ανατροπής του συστήματος στην Ελλάδα. Επιθυμούμε πάντοτε και διακαώς μια κεντροαριστερή λύση που όπως λένε οι αποφάσεις των συνεδρίων μας, καθώς και το πόρισμα του συνασπισμού, θα κινείται μέσα στα νέα διεθνή πλαίσια που βρίσκεται η χώρα μας, αφού κι εμείς κι εσείς αποδεχόμαστε την Ευρώπη σαν το κοινό μας σπίτι. Είστε εσείς όμως που με τα σκάνδαλα σας και τις χοντροκοπιές σας δυσκολεύετε τη συνάντηση των δυνάμεων της αλλαγής».

Η συνασπισμένη αριστερά στεναχωρήθηκε και το έδειξε με έντονο τρόπο από την πρόταση μομφής της ΝΔ. Είδε με συναισθήματα λύπης την κίνηση του Κ. Μητσοτάκη γιατί θα επανασυσπείρωνε τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ σε μια περίοδο που γίνονταν έντονες διεργασίες στο ΠΑΣΟΚ. Δεν καταλάβαμε καλά; Ποιον κόσμο; Μα ασφαλώς ορισμένους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ που είχαν εκδηλωθεί και υπέρ της απλής αναλογικής κι ακόμα, αν δεν καταλάβατε, του τίμιου και ηθικού ΠΑΣΟΚ, αυτού που τόσα χρόνια δίνει μια μάχη μέσα στα κάστρα του δικομματισμού. Κι όμως κάτι τέτοια τα λένε σοβαρά και απ» αυτά υπαγορεύεται η στάση τους. Εδώ μέχρι το Νοέμβρη ο πολύς Μίμης (ο Μίμαρος, όπως τον λένε πολλοί), ναι αυτός που δεν θέλει ν’ ακούσει για ΠΑΣΟΚ, έλεγε πως ο Α. Παπανδρέου είναι κακά πληροφορημένος από τους συμβουλάτορές του…

Να σωθεί λοιπόν το «τίμιο» ΠΑΣΟΚ. Να το σώσουμε προσφέροντας σε κάθε μέχρι χτες σφουγγοκολάριο της ΠΑΣΟΚικής διακυβέρνησης εύσημα ηθικότητας και αριστερούς τίτλους. Και όλα αυτά στο όνομα μιας στρατηγι­κής: η δεκαετία του ’90 θα ανήκει στη Μεγάλη και Σύγχρονη Ευρωπαϊκή Αριστερά. Η στρατηγική αυτή υπηρετείται από μια ταχτική που εφαρμόζεται στις σημερινές συνθήκες: αναβάθμιση και ρίζωμα των πολιτικών φορέων της επίσημης αριστεράς σε όλα» τα κέντρα, οικονομικά, κρατικά και πολιτικά, της ζωής της χώρας. Μετατροπή των οργανώσεων και της λειτουργίας τους σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα: επαγγελματοποίηση και εξάρτηση ενός μηχανισμού που αποκλειστική του λειτουργία θα είναι η διατήρηση της εκλογικής δύναμης, στελέχωση των γραφειοκρατικών συνδικαλιστικών πόστων. Χρειάζεται και στα ζητήματα αυτά να περάσει μια αποϊδεολογικοποίηση και τέλος πάντων πρέπει να καλύψουμε την απόστα­ση που μας χωρίζει από τους Ιταλούς, του Γάλλους, τους Κύπριους συναδέλφους μας…

Το πλησίασμα προς το «τίμιο» ΠΑΣΟΚ είναι ότι πρέπει και για την αναβάθμιση στο πολιτικό επίπεδο, αλλά και για τον «εκσυγχρονισμό» της αριστεράς με την έννοια που περιγράψαμε πιο πάνω. Εμείς θέλουμε αποδέσμευση από την ΕΟΚ, αλλά δεν θέλουν οι σύμμαχοι μας κι έτσι δεχόμαστε τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Εμείς είμαστε υπέρ των άμεσων λαϊκών κινητοποιήσεων, αλλά δυνάμεις που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ δεν θεωρούν πως έφτασε η ώρα -κάτι ξέρουν αυτοί. Εμείς δεν μπορούμε κατηγορηματικά να αρνηθούμε οποιαδήποτε εκλογική συνερ­γασία με το ΠΑΣΟΚ, αφού όπως γνωρίζετε στο συνασπισμό μετέχουν και δυνάμεις που έχουν διαφορετική άποψη κλπ κλπ. Αυτό είναι το μοτίβο των απαντήσεων που δίνει ο Ριζοσπάστης και τα στελέχη του ΚΚΕ σε κάθε κριτική και απορία της βάσης. Η ουσία είναι ότι πράγματι αυτή η αριστερά δεν άλλαξε.

Οταν λοιπόν η επίσημη αριστερά μιλάει για κάθαρση και απλή αναλογι­κή εννοεί πως πρέπει να τεθεί ένα ορισμένο όριο στο ξεζούμισμα των εργαζομένων, να τεθεί υπό έλεγχο η ασυδοσία του μεγάλου κεφαλαίου. Εννοεί, και το δείχνει έμπρακτα, ότι δεν ξεφεύγει από τα αστικά πλαίσια και ότι θα βοηθήσει να νομιμοποιηθεί και εξαγνιστεί η εύρυθμη λειτουργία του συστήματος φτάνει να αναβαθμίσει (μέσω της απλής αναλογικής) τη θέση της. «Είμαι μέσα στο παιχνίδι, αποφεύγω τις ακρότητες (δείτε και την στάση μου στη ΓΣΕΕ, δεν υπάρχουν αγεφύρωτες διαφορές), αλλά μη νομίζετε ότι θα μ’ έχετε στην πάντα».

Η κοσμιωτάτη διαγωγή της συνασπισμένης αριστεράς φάνηκε και στο ότι δεν την πάτησε με τον «αντιαμερικανισμό» του Ανδρέα. Δεν την πάτησε τώρα, ενώ φρόνησε να την πατάει τόσες και τόσες φορές στο παρελθόν που μόνο θετικά έβρισκε στην εξωτερική πολιτική του ΠΑΣΟΚ. Ο φραστικός αντιαμερικανισμός και τότε και τώρα δεν αποτελεί πρόβλημα ουσιαστικό για τους εκπροσώπους του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού. Χρησιμεύει πολλές φορές σε διάφορους χειρισμούς και ο Α. Παπανδρέου επωφελή­θηκε όσο μπορούσε από τον αντιαμερικανισμό της φράσης της επίσημης αριστεράς. Όμως σήμερα που οξύνεται η πολιτική κρίση ενεργοποιούνται διάφορα κέντρα, ανταγωνίζονται διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και εξυφαίνονται πλεκτάνες, μήπως ακριβώς σήμερα έπρεπε να δυναμώσει η αντιιμπεριαλισπκή πλευρά του ζητήματος που θα δυσκόλευε όλους τους μηχανορράφους; Γιατί είναι πολύ σοβαρή η γραμμή «ναι υπάρχουν ιμπεριαλιστικές μηχανορραφίες, ο Α. Π. παίζει θέατρο, γι’ αυτό προέχουν οι εκλογές με απλή». Θαυμάσιος προσανατολισμός του κινήματος για όσα διαδραματίζονται!

Αλλά είναι καιρός για αντιαμερικανισμούς στην Ελλάδα, την εποχή που το αμερικανο-σοβιετικό ειδύλλιο φουντώνει, την ώρα που βρίσκεται μια καταπληκτική γλώσσα συνεννόησης ακόμα και για ζητήματα που ούτε η πιο νοσηρή φαντασία δεν μπορούσε να συλλάβει πριν λίγο καιρό; Στη νέα εποχή που ανατέλλει, των διεθνών σχέσεων, της διεθνοποίησης, της αλληλεξάρτησης, της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης, η έννοια αντιι-μπεριαλισμός είναι ένα φάλτσο που ακόμα κι αν ορισμένα αφτιά έχουν συνηθίσει το φάλτσο θα «γιατρευτούν» κι αυτά. Πού καιρός τώρα να ασχοληθούμε στα σοβαρά με το η συμβαίνει στον υπαρκτό σοσιαλισμό. Ακούμε πως γίνονται μεταρρυθμίσεις, αναλαμβανόμαστε ότι τα πράγματα προχωρούν γρήγορα, τι να πούμε κι εμείς, έλληνες είμαστε, δηλώνουμε γκορμπατσοφικοί και βλέπουμε… Αμ δεν είναι έτσι απλά: και ο μπρεζνιεφισμός και ο γκορμπατσοφισμός βγήκαν απ’ την ίδια μήτρα, το ρεβιζιονισμό. Ο πρώτος ήρθε για να συγκρατήσει ένα ολόκληρο οικοδόμημα σε συνθήκες επαναστατικών θυελλών του ’60 και διασυρμού που είχε επιφέ­ρει ο Χρουτσώφ. Ο δεύτερος ήρθε για να προλάβει τις εκρήξεις που εξαπολύονταν από τη συσσώρευση τόσων αναθέσεων. Και οι δυο λειτουρ­γούν σαν σανίδα σωτηρίας για τις νέες αστικές δυνάμεις που γεννήθηκαν μέσα από τους κόλπους των μεταβατικών κοινωνιών. Αυτά τα περάσματα από τη μια φάση στην άλλη δεν μπόρεσαν να τα παρακολουθήσουν χωρίς κλυδωνισμούς τα αριστερά κόμματα. Η νέα στροφή επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις ακόμα και για τους ζητωκραυγαστές.

Κι όμως παρόλη τη συνενοχή όλου του πολιτικού κόσμου εδώ στην Ελλάδα, υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός κινήματος που να εκφράζει την εργατική τάξη και τη νεολαία. Είναι αυτή μας η πεποίθηση που μας εξοπλίζει στην προσπάθεια που κάνουμε για να δημιουργηθεί ένα αντιρεύμα που θα αγωνιστεί ενάντια στα κυρίαρχα ρεύματα της εποχής.

Αρνιόμαστε λοιπόν να δώσουμε την ψήφο μας στα τρία αυτά κόμματα. Πα όσους σκέφτονται να ψηφίσουν τον Συνασπισμό τους λέμε απλά όπ δεν πρέπει να περιμένουν και πολλά πράγματα από κει.

Μήπως όμως είναι μόνο τρία τα κόμματα που διεκδικούν την ψήφο του ελληνικού λαού; Βεβαίως όχι, αλλά τρία είναι τα κύρια κόμματα. Οι λοιπές δυνάμεις λειτούργησαν και λειτουργούν δορυφορικά προς τα τρία κόμμα­τα. Απλώς τώρα που έχει οξυνθεί η πολιτική κρίση και ο εκλογικός νόμος ξεγελά κάποιους, προτιμούν μια καταγραφή τους. Η άρνηση μας αφορά κι όλους αυτούς τους σχηματισμούς.

Τέλος, υπάρχουν και κάποιοι σχηματισμοί που είτε δημιουργήθηκαν για ης εκλογές είτε προϋπήρχαν και νομίζουν ότι κάτι κάνουν με μια εκλογική κάθοδο. Εκτιμάμε πως θα είναι εντελώς απογοητευτική η εικόνα που θα δώσουν όλοι αυτοί οι σχηματισμοί. Αλήθεια, έχει καταμετρήσει κανείς πόσοι τέτοιοι σχηματισμοί θα διεκδικήσουν μερικές ψήφους; Ο αριθμός και μόνο δίνει μια γεύση της εικόνας που θα δοθεί από την «άλλη αριστερά» που αρέσκεται σε πιθηκισμούς. Αλλά ας είναι. Αυτά όπως και πολλά άλλα δεν εξαρτώνται από τη θέληση μας. Μοιάζουν με «θεϊκά» πράγματα…

* * *

Υπάρχει λοιπόν ένα κομμάτι στην ελληνική κοινωνία που δεν ψηφίζει κανέναν, αλλά και που προετοιμάζεται για τη νέα κατάσταση που έρχεται. Πα να δούμε τα Βασικά της χαρακτηριστικά.

Τι είναι αυτό που θα αλλάξει έτσι κι αλλιώς μετά ης εκλογές; Είναι η ΠΑΣΟΚική περίοδος έτσι όπως την γνωρίσαμε μέσα από την αυτοδύναμη εκδοχή της εδώ και 8 συναπτά έτη. Αυτή η περίοδος έφτασε οριστικά στο τέρμα της. Το τέρμα αυτό μπορεί να δώσει ζωή σε δυο πιθανές διάδοχες καταστάσεις: Η πρώτη, να μην έχει κανένα κόμμα αυτοδυναμία οπότε θα έχουμε παράταση της πολιτικής κρίσης και έντονες διεργασίες προς την κατεύθυνση της πολιτικής αναμόρφωσης εντός και εκτός των κομμάτων, οπότε οι εκλογές για τον πρόεδρο το 1990 ενδέχεται να δώσουν μια κάποια λύση. Στην περίπτωση αυτή θα γίνουν αλλαγές μέσα στα κόμματα, θα υπάρξουν απόπειρες για να σταθεί μια συνεργασία των δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων με κύρια αιχμή το σχηματισμό από τη μεριά τους ενός βιώσιμου κυβερνητικού σχήματος. Σε μια τέτοια περίπτωση η δεξιά που θα είναι ο σχετικά κερδισμένος από ης εκλογές (πρώτο κόμμα) δεν θα κάτσει με σταυρωμένα τα χέρια. Θα επιζητά με όλους τους τρόπους μια νέα εκλογική αναμέτρηση που να ξεκαθαρίζει το ζήτημα χωρίς αναβολές. Ομως και στο εσωτερικό της μπορεί να σημειωθούν αλλαγές μιας και η προεδρία αφορά έτσι κι αλλιώς την καραμανλική πτέρυγα. Δεν αποκλείεται να έχουμε μια άμεση ανάμιξη του Καραμανλή στα πολιτικά πράγματα.

Η δεύτερη εκδοχή είναι να εξασφαλίσει από τώρα μάλιστα μιαν αυτοδυναμία η δεξιά υπό τον Κ. Μητσοτάκη, οπότε θα έχουμε ραγδαίες εξελίξεις στους κόλπους της δημοκρατικής πρόταξης που μπορεί να πάρουν το χαρακτήρα της αποπομπής του Ανδρέα, της δημιουργίας ενός προσωρι­νού διευθυντηρίου μέχρις ότου ξεκαθαρίσει η κατάσταση και υπερισχύσει κάποιος πολιτικός άντρας. Ακόμα, μπορεί να δούμε μια πολυδιάσπαση της δημοκρατικής παράταξης που είναι άλλωστε συνηθισμένη κατάσταση ιστορικά στον χώρο αυτόν.

Πέρα από τις ραγδαίες εξελίξεις στον χώρο της δημοκρατικής παράτα­ξης στην περίπτωση που η δεξιά είναι σε θέση να δημιουργήσει κυβέρνηση την επαυριο των εκλογών, θα πρέπει να αναμένονται πλησιάσματα κά­ποιων τμημάτων του ΠΑΣΟΚ και του Συνασπισμού προς την κατεύθυνση της δημιουργίας μιας «δημοκρατικής αντιπολίτευσης». Κοντά σ’ αυτά θα πρέπει να αναμένεται σε κάθε περίπτωση μια ανεκτική στάση προς την δεξιά από τον «Συνασπισμό», με μπόλικα δείγματα «υπεύθυνης πολιτικής».

Οποιο από τα δυο ενδεχόμενα προκύψει θα έχει θέσει τέρμα στην πολιτική κατάσταση που επικρατούσε επί 8 χρόνια. Ομως τα καθήκοντα και οι αιχμές του λαϊκού κινήματος θα διαφέρουν σης δυο περιπτώσεις. Αν κανείς δεν κατορθώσει να σχηματίσει κυβέρνηση είναι επιβεβλημένη μια πολιτική ίσων κτυπημάτων της «δημοκραπκής παράταξης» και της δεξιάς. Προς την δεξιά, γιατί αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο και την παράταξη της αστικής τάξης που βγαίνει δυναμωμένη μέσα από την κρίση. Την «δημοκρατική παράταξη» γιατί ακολουθεί μια πολιτική που στρώνει το δρόμο σε μια επιβολή αλά ελληνικά του νεοφιλελευθερισμού. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά γιατί φιλοδοξεί, εκμεταλλευόμενη τα αντιδεξιά συναισθήματα του ελληνικού λαού, να αποτελέσει αυτή το πολιτικό όχημα του φιλελευθε­ρισμού αλά ελληνικά. Τέλος, χρειάζεται μέτωπο ενάντια στην Παναριστερά που θα προσπαθεί μέσα στα νέα δεδομένα να πλασαριστεί σαν ένας επίσημος εταίρος και ρυθμιστικός παράγοντας κρατώντας στο περιθώριο τον λαό, δίνοντας εύσημα δημοκρατικότητας και πατριωτισμού σε διάφορες πτέρυγες της αστικής τάξης.

Στην περίπτωση που η δεξιά σχηματίσει κυβέρνηση, είναι κατανοητό ότι πολλά πράγματα θα αλλάξουν στην ελληνική κοινωνία και στους μαζικούς χώρους. Νέες συμμαχίες θα προσπαθηθεί να στηθούν και νέες μεθοδεύ­σεις θα κάνουν την εμφάνιση τους. Η ειδική ταχτική σε μια τέτοια περίπτωση συνιστά πως, πέρα από τα κύρια χτυπήματα που πρέπει να καταφέρονται ενάντια στην δεξιά, πρέπει να οικοδομηθεί ένα ιδεολογικό μέτωπο ενάντια στη «δημοκρατική παράταξη» και στην ανάγκη συμμαχίας μαζί της κεντρικά και επιμέρους. Πρέπει να ανοίξει μια βαθειά και γόνιμη συζήτηση για το που οδήγησαν τα νεφελώδη περί αλλαγής, πραγματικής αλλαγής και πάει λέγοντας.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να δουλέψουμε ώστε να γεννηθεί ένα γνήσιο αριστερό ριζοσπαστικό αντιρεύμα που θα αντιμάχεται και τις δύο εκδοχές του αστισμού στην χώρα μας. Πρέπει για ένα μεγάλο διάστημα να καταπολεμηθούν και οι δυο πτέρυγες εξίσου για να αποδεσμευτεί από την επιρροή της λεγόμενης «δημοκρατικής πτέρυγας» ένας εγκλωβισμένος κόσμος. Οι συνθήκες είναι ώριμες για κάπ τέτοιο. Αυτό έχει σημασία και σαν ακύρωση των σχεδίων της συνασπισμένης, μεγάλης, ευρωπαϊκής, αλλά μη-αριστεράς, να προσεγγιστούν τμήματα του ΠΑΣΟΚ και να οικοδομηθεί η «δημοκρατική αντιπολίτευση». Θα είναι κρίμα παρόλα τα 8 χρόνια δοκιμασίας αυτής της πολιτικής και οικτρής της αποτυχίας σε όλα τα μέτωπα, να ξαναλανσαριστεί μια εκδοχή του μπλοκ των δημοκρατικών δυνάμεων. Μια τέτοια εξέλιξη θα είναι σαφώς πιο πίσω από τις διαθέσεις ενός δυναμικού που δεν ακολουθεί τις επιλογές των τριών κομμάτων, αλλά ακόμα θα είναι πιο πίσω από τις διαθέσεις ενός σημαντικού κομματιού που ακολουθεί με μισή καρδιά το Συνασπισμό.

Πρέπει να προετοιμαζόμαστε και για τα δυο ενδεχόμενα γιατί είναι και τα δυο πιθανά. Αλλά εδώ χρειάζεται να δώσουμε λίγη προσοχή. Τι σημαίνει να προετοιμαζόμαστε; Για όσους θυμούνται το μεγαλύτερο λάθος της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς το 1981 είναι ότι δεν προετοίμασε ένα αξιόλογο δυναμικό για τις αλλαγές που έγιναν τον Οχτώβρη του χρόνου εκείνου. Δεν ήταν σωστά προετοιμασμένη κατά συνέπεια η εξωκοινοβου­λευτική αριστερά να αντιμετωπίσει την ΠΑΣΟΚική περίοδο συνολικά. Σήμερα πολλοί μιλάνε για τη σημασία ενός εκλογικού κατεβάσματος και άλλοι εκφράζουν αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα του άκυρου, λευκού. Δεν βρίσκεται εκεί το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι στον σωστό προσανατολισμό και στη σωστή εκτίμηση της κατάστασης έτσι όπως αυτή εξελίσσεται και φυσικά στη στοχοθέτηση που απορρέει από τις εκτιμήσεις αυτές.

Έχουμε μπει από καιρό σε μια περίοδο που όλοι ανεξαίρετα θα δοκιμαστούν. Αυτό ισχύει για τους μεγάλους πολιτικούς σχηματισμούς, ισχύει όμως και για τους μικρούς. Αλήθεια, η ιδέες, τι προτάσεις κι απόψεις κυκλοφορούν, για το τι θα αντιμετωπίσουμε, στους κόλπους των μεγάλων και των μικρών σχηματισμών; Τι έχετε ακούσει μέχρι σήμερα γι’ αυτή την «ταμπακιέρα»; Απολύτως τίποτα. Όλοι είναι βουτηγμένοι στην μικροπολιτι­κή της εκλογικής διαδικασίας και στην απίστευτη γενικολογία. Είναι φυσικό μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον να παγώνει όλος ο κόσμος -για παράδειγ­μα- όταν ακούει πως η ΔΑΠ έφτασε το 40% στα παν/μια. Αλλά μήπως νοιάζονται πραγματικά για τέτοια προβλήματα αφού χρόνια τώρα ερχόταν το μήνυμα αλλά με απίστευτη μακαριότητα το άφηναν να υπάρχει. Ποια συγκεκριμένη πολιτική εκπονήθηκε για την αντιμετώπιση της;

Προετοιμασία σημαίνει κατανόηση της νέας φάσης που θα ανοίξει, σημαίνει προβολή μιας άποψης, σημαίνει χάραξη μιας ταχτικής, καθώς και συγκεκριμένων στόχων. Όσο μας αφορά είμαστε αποφασισμένοι να εκμεταλλευτούμε την προεκλογική περίοδο για μια τέτοια προετοιμασία.

* * *

Όμως προετοιμασία δεν μπορεί να γίνει μόνο όταν κοιτάμε το ελλαδικό σήμερα-αύριο. Ζούμε σε μια πολυτάραχη περίοδο όπου συντελούνται με αλματώδη τρόπο διάφορα γκρεμίσματα χτεσινών σταθερών σημείων. Στην Ανατολή ο άνεμος της περεστρόικα απειλεί να μην αφήσει τίποτα όρθιο από το παλιό οπλοστάσιο του κομμουνιστικού κινήματος επιβάλλοντας μιαν αποϊδεολογικοποίηση σε όλους τους τομείς. Η τρίτη και μεγαλύτερη φάση αποσταλινοποίησης συνοδεύεται από μια πρωτοφανή σε έκταση πολιτική αναδιάρθρωση σης χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όπου κύριο στοιχείο είναι η ανοιχτή εκπροσώπηση της δυτικής πλευράς σ’ αυτές.

Ο εθνικισμός και ο ρατσισμός σε όλες τις παραλλαγές τους στην Περσία και στη Μ. Ανατολή, στην Γιουγκοσλαβία, αλλά και στις δυηκές χώρες με την ανπξενική υστερία, στις ΗΠΑ ενάντια στους μαύρους του Μαϊάμι, αλλά και σε διάφορες περιοχές της Σ. Ενωσης, συναντιέται με τη δυσαρέσκεια των μαζών δίνοντας μια ψεύτικη διέξοδο. Από κοντά και η έξαρση, με την άμεση συμμετοχή κρατικών και ημικρατικών ιδρυμάτων, των θρησκευτικών παθών και του θρησκευτικού προσηλυτισμού. Φαίνεται πως στη νέα φάση απόϊδεολογικοποίησης πρέπει να ξεχαστούν βασικές μαρξιστικές θέσεις για την ένωση των προλετάριων σε διεθνικό επίπεδο, το περίφημο «προλετά­ριοι όλων των χωρών ενωθείτε», όπως και η πάλη ενάντια στη θρησκευτική αλλοτρίωση, το περίφημο «η θρησκεία είναι το όπιο των λαών».

Η δυσαρέσκεια, όμως, είναι παρούσα και μάλιστα σε πλανητική κλίμα­κα. Η δυσαρέσκεια παίρνει πολλές μορφές. Μεταμορφώνεται από υπόγειο ρεύμα σε ανοιχτή διαμαρτυρία και εξέγερση. Χρωματίζεται από τις ιδιαίτε­ρες ιστορικές παραδόσεις κάθε χώρας. Οι ρίζες της βρίσκονται στη χειροτέρευση των υλικών συνθηκών διαβίωσης των μαζών και στην εξαθλίωση που επιβάλλει η καπιταλιστική αναδιάρθρωση τόσο σης χώρες της περιφέρειας, όσο και σης ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις. Ασφαλώς και έχουν δίκιο όσοι υποστηρίζουν ότι δεν είναι δεδομένο το προς τα πού θα στραφεί η δυσαρέσκεια των μαζών. Απ’ αυτή την γενικά σωστή παρατήρη­ση μέχρι το σημείο να ξεχνιέται η σπουδαιότητα ενός τέτοιου στοιχείου, σαν απαραίτητης βάσης για τη συνένωση πρωτοποριακών ιδεών με ης ανάγκες των μαζών, υπάρχει μεγάλη απόσταση. Ναι, σήμερα άλλες δυνάμεις εθνικιστικές, ρατσιστικές ή με θρησκευτικό μανδύα, έχουν μπλεχτεί και έχουν επιτυχίες σε μεγάλα στρώματα λαϊκών μαζών. Έχουν καλύψει ένα κενό που σε άλλες εποχές καλυπτόταν από το κομμουνιστικό κίνημα. Από την άποψη αυτή, είναι ιδιαίτερα ελπιδοφόρα τα αυθόρμητα ξεσπάσματα της δυσαρέσκειας που διαδραματίζονται με μια σχετική ανεξαρτησία από εθνικιστικούς και θρησκευτικούς αστικούς κύκλους. Ο «πόλεμος των φτωχών» στη Βενεζουέλα λίγο καιρό πριν ενάντια σης ρυθμίσεις του ΔΝΤ είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Η εξέγερση της παλαιστινιακής νεολαίας, η ηρωική ιντιφάντα, στα κατεχόμενα έχει ήδη μπει στον 17ο μήνα της, ενώ οι μεγάλοι ετοιμάζουν «διεθνή διάσκεψη». Στη Ν. Αφρική το πλατύ ριζοσπα­στικό κύμα ενάντια στο καθεστώς του απαρτχάιντ αποτελεί ένα ακόμα παράδειγμα.

Η χώρα μας δεν μπορούσε να ξεφύγει από την αποϊδεολογικοποίηση, μόνο που στη δική μας περίπτωση αυτή συναντιέται με μια διπλή διαδικα­σία: την προβολή από τη μεριά της δεξιάς μιας «απλής λογικής» που οδηγεί έτσι κι αλλιώς στο φιλελευθερισμό, και το γκρέμισμα του οικοδομήματος της αλλαγής σε ιδεολογικό και πολιπκό επίπεδο. Η «απλή λογική» της δεξιάς τροφοδοτείται από την χρεωκοπία του ΠΑΣΟΚικού «σοσιαλιστικού» έργου που συμπαρασύρει, χρεώνει θα λέγαμε, και την επίσημη αριστερά. Ακόμα αξιοποιεί ης «νέες αλήθειες» της περεστρόικα. Τι πιο καλό δώρο στην αστική τάξη από την ανακήρυξη του κέρδους και της αγοράς σε Βασικούς ρυθμιστές της κοινωνικής ζωής; Όπως το κάνουν σήμερα όλοι οι περεστροϊκοποιημένοι οικονομικοί και πολιτικοί υπεύθυνοι. Πώς να μην βγεί σήμερα η δεξιά να καυχηθεί για την αποδοχή από όλους του θετικού ρόλου της ΕΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ το ’81 ακόμα ήταν κριτικό, το ΚΚΕ φραστικά αντίθετο. Αυτά σήμερα είναι όμως παρελθόν. Η δεξιά γνωρίζει βέβαια πως δεν είναι αυτοί οι πραγματικοί της αντίπαλοι. Θέλει όμως μέσα από μια ιδεολογική κυριαρχία να εξασφαλίσει πως κάθε αντίθετη φωνή θα καταδι­κάζεται απερίφραστα από όλους σαν φωνή μιας επικίνδυνης μειοψηφίας. Πώς θα χαρακτηριστούν σήμερα όλοι όσοι υποστηρίζουν πως πρέπει να αποδεσμευτούμε από την ΕΟΚ; Επαρχιώτες, βλάχοι, απομονωτιστές, εξωπραγματικοί, όσο δεν έχουν κάποια δύναμη. Αλλά αν το μήνυμα τους αγκαλιάσει κάποιο κόσμο; Κι αν ακόμα δεν έχει συντελεστεί η ποθούμενη αποϊδεολογικοποίηση και μερικοί είναι προσκολλημένοι σε τέτοιες «ιδεολη­ψίες»;

Οι διαδικασίες άγριου γκρεμίσματος όλων των σταθερών σημείων διεθνώς αλλά και εσωτερικά έχουν προκαλέσει μια τεράστια σύγχυση σης εργαζόμενες μάζες. Η σύγχυση αυτή υπάρχει μαζί με τη δυσαρέσκεια. Αυτός είναι ο λόγος που διαπιστώνουμε ένα «κούμπωμα», ας το πούμε έτσι, του κόσμου απέναντι σε ότι διαδραματίζεται γύρω του, και ειδικά απέναντι σης πολιτικές εξελίξεις. Όλα γύρω του αλλάζουν και γρήγορα. Δεν τα πολυκαταλαβαίνει, αλλά το νοιώθει, πως όλοι έχουν βάλει νερό στο κρασί τους και προσπαθούν για την πάρτη τους ενώ λένε μεγάλα λόγια και δίνουν αβέρτα υποσχέσεις. Αναφέρονται στα προβλήματα του, αλλά δεν το κάνουν από πραγματικό ενδιαφέρον. Λες και προσπαθούν να μην αλλάξει τίποτα προς το καλύτερο. Το παιχνίδι μοιάζει σικέ. Τα χαρτιά μήπως είναι σημαδεμένα; Γιατί να μπλεχτεί αυτός για άλλων συμφέροντα; Είναι λοιπόν επιφυλακτικός, κουμπωμένος. Ακούει, παρατηρεί, σιωπά, μουρμουρίζει, δεν είναι ευχαριστημένος. Υπάρχουν και οι περιπτώσεις που το ποτήρι ξεχειλίζει. Αν υπάρχουν συγκεκριμένοι τρόποι να πιεστούν πραγματικά οι μεγάλοι και να επιτευχθούν κάποια πράγματα τότε είναι εκεί παρών.

Ανακάλυψε το κλείσιμο της κυκλοφορίας στους δρόμους, την κατάληψη της νομαρχίας, την απεργία μέσα στις εξετάσεις, τον αποκλεισμό όλου του νομού Θεσπρωτίας. Τώρα όμως που πλησιάζουν οι εκλογές είναι πολύ πιο κουμπωμένος. Δεν θέλει να χρησιμοποιηθεί από κανέναν. Έως εκεί φτάνει σήμερα και φτάνει βασικά μόνος του. Οι λεγόμενες πρωτοπορίες ασχολού­νται με άλλα «ανώτερα» πράγματα. Ε, λοιπόν τις «γράφει». Αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν μπορεί τους φλύαρους, τους λογάδες. Δεν επενδύει εύκολα ή ξανά σε κάποια ένταξη του. Δεν είναι όμως αδιάφορος.

Προετοιμασία λοιπόν δεν σημαίνει μονάχα εκτίμηση της πολιτικής κατάστασης, σημαίνει και μπλέξιμο με αυτά τα υπόγεια ρεύματα στην ελληνική κοινωνία. Το μπλέξιμο με τη δυσαρέσκεια δεν μπορεί να γίνει χωρίς ενασχόληση με τα προβλήματα, αλλά και τους προβληματισμούς που έχει ο κόσμος, χωρίς να σεβαστούμε τις υπόγειες διαδρομές που κάνει ο καθένας στην περίπλοκη εποχή μας.

* * *

Υπάρχει λοιπόν στην ελληνική κοινωνία ένα μικρό κομμάτι της που αρνείται να ψηφίσει κάποιο από τα υπάρχοντα κόμματα και σχηματισμούς, που προσπαθεί να προετοιμαστεί με όλες τις έννοιες του όρου για την επόμενη περίοδο. Ποια είναι όμως η προοπτική που προτείνει; Δεν πρόκειται για ένα εύκολο ερώτημα. Προσπαθούμε να συμπυκνώσουμε την απάντηση σε μια λέξη: ΑΝΤΙΡΕΥΜΑ.

Πολλές φορές μας ρωτούν γιατί χρησιμοποιούμε τον όρο «αντιρεύμα». Τον χρησιμοποιούμε γιατί θέλουμε να πάμε κόντρα στο ρεύμα, ενάντια στο κύριο ρεύμα της περιόδου που είναι η αναδιαρθρωτική κίνηση του κεφαλαίου. Όταν λες ότι υπάρχει ένα τέτοιο κύριο ρεύμα αυτό υποδηλώνει έναν συσχετισμό δύναμης, κατ’ αρχήν μη ευνοϊκό για την εργατική τάξη και τη νεολαία. Ο όρος λοιπόν «αντιρεύμα» εμπεριέχει μια εκτίμηση για το σημερινό συσχετισμό δύναμης σ’ ολόκληρη την κοινωνία ανάμεσα σης δυνάμεις του κεφαλαίου και της ζωντανής εργασίας.

Προχωρώντας αυτό τον συλλογισμό καταγράφουμε ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθούν οι αναστάσεις και οι αγώνες των εργαζόμενων και της νεολαίας, το οποίο θα πρέπει να πάρει κανείς σοβαρά υπόψη του. Οι συσχετισμοί όμως μπορούν να τροποποιηθούν, πάντα τροποποιούνται προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Αγωνιζόμαστε για μια τροποποίηση που να μεγαλώνει το ειδικό βάρος της εργατικής τάξης και των εργαζόμε­νων στην ελληνική κοινωνία και θα ακυρώνει την καπιταλιστική αναδιάρ­θρωση. Οι φλύαροι ταυτίζουν την ακύρωση αυτή με την εργατική εξουσία, τον σοσιαλισμό και αφού αυτά είναι μακριά γουστάρουν συνδυασμό εκτόνωσης και προσαρμογής. Εμείς αυτή την ακύρωση την εντάσσουμε μέσα σε μια νέα ριζοσπαστικοποίηση που θα εμφανιστεί στην ελληνική κοινωνία. Ριζοσπαστικοποίηση σαν των χρόνων 74-76, αλλά με άλλο περιεχόμενο και άλλη ποιότητα. Είναι πιθανή μια νέα ριζοσπαστικοποίηση;

Υπάρχουν όλα τα στοιχεία εκτός από το υποκειμενικό στοιχείο; Ποιες ιδέες, ποια οράματα, ποιες πραχτικές λύσεις, ποιοι προσανατολισμοί, ποιες αναφορές;

Η δυνατότητα μιας τέτοιας προοπτικής στηρίζεται σε ένα συγκεκριμένο υλικό υπόβαθρο:

Αν θέλουμε να παραμείνουμε στο έδαφος του μαρξισμού, η αναδιαρθρωτική κίνηση του κεφαλαίου -δηλαδή οι αναγκαίες για το κεφάλαιο αλλαγές στο οικονομικό πεδίο- θα τροφοδοτήσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια, αφού βασικό της στοιχείο είναι το χτύπημα της ζωντανής εργασίας. Πιο απλά, τις θυσίες, τα βάρη, θα τα «πληρώσει» η πλευρά εκείνη της κοινωνίας, που με την άμεση ζωντανή εργασία της δίνει «ζωή» στα μέσα εργασίας που ανήκουν στους κεφαλαιοκράτες, παράγοντας εμπορεύματα. Αν μέσα στην κρίση συντελείται μια βίαιη συμπίεση όλων των υποτελών τάξεων, αν τροποποιείται ο συσχετισμός ανάμεσα σης δυο βασικές τάξεις -την αστική και την εργατική- κι αν βρισκόμαστε σε μια επιθετική στιγμή του κεφαλαί­ου, τότε εύκολα προκύπτουν τρεις παραδοχές:

Παραδοχή πρώτη: θα αναπτυχθούν αγώνες κι αντιστάσεις που θα κοντράρουν την αναδιάρθρωση και το ορόσημο του 1992. Αν θέλουμε να ακριβολογούμε, θα υπάρχουν οι αντικειμενικοί όροι για να εκδηλωθούν αγώνες κι αντιστάσεις. Η δυσαρέσκεια των λαϊκών μαζών θα σπρώχνει αυθόρμητα τους εργαζόμενους και τη νεολαία στο να υπερασπίσουν το βιοτικό τους επίπεδο. Αυτή η τάση δεν θα είναι η μοναδική ενεργή στην κοινωνία. Το γενικότερο πλαίσιο (κυρίως πολιτικό και κατασταλτικό) και η συναίνεση που θα επιτευχθεί για την στήριξη ενός «σταθεροποιητικού» οικονομικού προγράμματος θα παίξουν ρόλο. Ακόμα, ο ρεφορμισμός, σαν μια μορφή αστικής διαμεσολάβησης, θα αναγκαστεί να δώσει ορισμένες από χέρι χαμένες μάχες, για την τιμή των όπλων. Μιλώντας όμως συνολικά για την πορεία προς το 1992, αγώνες κι αντιστάσεις θα εμφανιστούν. Τι έκταση θα πάρουν, ποιοι θάναι οι στόχοι τους κλπ αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να προβλεφθεί. Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με σιγουριά είναι ότι θα τεθούν νέα ζητήματα στο συνδικαλιστικό κίνημα (επιτροπές βάσης, απεργιακές επιτροπές, συντονισμός από τα κάτω κλπ) καθώς και στην εργοδοτική-κρατική στάση.

Παραδοχή δεύτερη: Είναι απόλυτα αναγκαίο αυτοί οι αγώνες κι αυτές οι αντιστάσεις, να μπορέσουν να ενταχθούν σε μια γενικότερη κίνηση και προσπάθεια οικοδόμησης ενός αντιρεύματος στην ελληνική κοινωνία, που, γιατί όχι, θα θέσει με σοβαρότητα το πρόβλημα της πολιτικής έκφρασης των δυνάμεων της ζωντανής εργασίας και της νεολαίας.

Οι ιθύνοντες υπολογίζουν να συναντήσουν μιαν ανπσταση στην προσ­πάθεια να φτάσουν έγκαιρα στο ραντεβού με το 1992. Γνωρίζουν ότι η μοναδική διέξοδος γι’ αυτούς, δηλαδή η συμπίεση της ζωντανής εργασίας, η επιβολή του σχεδίου της «δυαδικής κοινωνίας», θα προκαλέσει αναδρά­σεις. Εκτιμούν όμως ότι αυτές μπορούν να καμφθούν, χρησιμοποιώντας και την καταστολή και τα ιδεολογικά κατασκευάσματα. Εχουν το κράτος, τα μέσα ενημέρωσης, το χρήμα για εξαγορά, τα κόμματα που δηλώνουν πως θα κάνουν το «καθήκον» τους, υπολογίζουν στην πυροσβεστική δράση του ρεφορμισμού. Αυτό που σίγουρα δεν υπολογίζουν, είναι η δυνατότητα να οικοδομηθεί ένα πολιτικό κοινωνικό αντιρεύμα που θα διαδραματίζει ένα σοβαρό ρόλο στην εξέλιξη της ταξικής αντιπαράθεσης στη χώρα μας. Γιατί όπως και να το κάνουμε υπάρχει διαφορά από τους σκόρπιους απομονω­μένους αγώνες και τις άοσμες 24ωρες της ΓΣΕΕ και την ένταξη όλων αυτών των αντιστάσεων σε ένα ανεξάρτητο αντιρεύμα που στόχο θα έχει να ακυρωθεί, να χρεοκοπήσει, η καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Μια τέτοια μεταβλητή δεν την βλέπουν στον ορίζοντα τα επιτελεία της αστικής τάξης.

Παραδοχή τρίτη: Η μόνη κατεύθυνση που μπορεί να προσανατολίσει σωστά τους επιμέρους αγώνες, να τους ενοποιήσει και να τους εντάξει σε ένα αντιρεύμα είναι η γραμμή της συνολικής-ριζικής αντιπαράθεσης προς την καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Αν θέλουμε να ασκήσουμε μια επιρροή πρέπει να έχουμε καθαρό στο νου μας πως αυτή η γραμμή για να προχωρήσει πρέπει να «πατάει» πάνω σε συγκεκριμένες εκτιμήσεις και γνώση. Απορρίπτουμε κατηγορηματικά μια γενικόλογη φλυαρία περί κοινωνικών και ταξικών συγκρούσεων, κοινωνικών εκρήξεων και πάει λέγοντας, που συνήθως καμιά σχέση δεν έχει με τη γνώση που χρειάζεται γύρω από το πώς τροποποιεί συγκεκριμένα η αναδιάρθρωση τους διάφο­ρους κοινωνικούς χώρους, που συνήθως καμιά διάθεση δεν δείχνουν για μπλέξιμο και πλησίασμα των μαζών στη βάση των προβλημάτων που αυτές έχουν, που συνήθως αρνείται μια σχεδιασμένη πορεία για την επίτευξη κάποιων σοβαρών στόχων. Αρνούμαστε κατηγορηματικά τη διαστροφή του «π να κάνουμε» στο «κάτι να κάνουμε». Ανάμεσα σ’ αυτές ης δύο καταστάσεις υπάρχει μια ποιοτική διαφορά. Για να μετατρέψουμε τη δυσαρέσκεια σε συνειδητή πολιτική κίνηση, για να μπολιάσουμε τη δυσαρέσκεια με προγραμματικά στοιχεία, για να «ανατραπούν οι συσχετι­σμοί που μοιάζουν να περιγελούν τις προσδοκίες μας», χρειάζεται να γνωρίζουμε προς τα πού και πώς θέλουμε να πορευτούμε.

Σήμερα κανένα πολιτικό κόμμα δεν έχει στη σημαία του αυτό το στόχο. Και η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, και ο Συνασπισμός ολάκερος αλλά και κάθε μέρος του, κινούνται πάνω στο έδαφος της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης αποδεχόμενοι και τις διαδικασίες ιμπεριαλιστικής ολοκλήρωσης (ΕΟΚ). Μήπως όμως σε διεθνές γήπεδο υπάρχουν δυνάμεις πχ στον υπαρκτό «σοσιαλισμό» που θέτουν διαφορετικά το πρόβλημα; Μάλλον όχι. Εκεί το όραμα-πρόγραμμα είναι μια δυικοποιημένη κοινωνία που θα εναρμονίσει τους όρους αγοράς και σχεδιοποιημένης οικονομίας…

Συνεπώς όσοι θελήσουν να κινηθούν στη βάση των παραδοχών αυτών και επιθυμούν να υπηρετήσουν τα συμφέροντα των δυνάμεων της ζωντα­νής εργασίας, πρέπει να το κάνουν μέσα από την ανεξάρτητη προβολή της γενικής γραμμής που αναφέραμε. Κάτι τέτοιο θα γίνει κόντρα στον επίσημο πολιτικό κόσμο. Κάτι τέτοιο πρέπει όμως να γίνει με συνέπεια, σοβαρότητα, επιμονή και υπομονή. Δεν είναι εύκολο. Πρέπει να γίνει με σχέδιο. Πρέπει

να γίνει με συγκέντρωση όλων των προσπαθειών γύρω απ’ αυτό τον στόχο. Πρέπει να γίνει χωρίς πιθηκισμούς για να αποφευχθούν οι εύκολες ενέδρες.

*  * *

Φίλοι και σύντροφοι, Είναι καιρός να περάσουμε με συντομία στο δεύτερο ζήτημα για το οποίο μαζευτήκαμε εδώ. Επιζητούμε την ενεργητική σας υποστήριξη στην προσ­πάθεια που κάνουμε. Επιζητούμε να συναντηθούμε πιο ουσιαστικά και από κοινού να δραστηριοποιηθούμε τόσο πριν ης εκλογές, όσο και μετά απ’ αυτές. Μας ενδιαφέρει η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εμπλοκή στην υπόθεση αυτή. Σήμερα είμαστε σε θέση να ζητήσουμε, αλλά και να στηρίξουμε κάτι τέτοιο. Κατά τη γνώμη μας έχουμε δώσει κάποιες εξετάσεις το προηγούμενο διάστημα και έχουμε κάνει βήματα που μας επιτρέπουν να μιλήσουμε σήμερα με έναν διαφορετικό τρόπο.

Υπάρχουν πολλά επίπεδα στα οποία μπορεί να βοηθήσει ο καθένας. Αρχικά με την υποστήριξη με γενικό τρόπο αυτής της προσπάθειας, ακόμα με την οικονομική του συνεισφορά, γιατί η «απλή λογική» θέτει πολλούς περιορισμούς. Μπορεί επίσης να ενεργοποιηθεί και να πάρει μέρος σε όλες ης πρωτοβουλίες μικρές ή μεγάλες που θα πάρουμε.

Είμαστε σε θέση από σήμερα να ανακοινώσουμε δυο συγκεκριμένες πρωτοβουλίες: λίγες μέρες πριν ης εκλογές θα γίνουν πολιτικές συγκεντρώ­σεις με βασικό θέμα ης τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις. Τη Δευτέρα 26 Ιουνίου, μια βδομάδα μετά ης εκλογές, θα πραγματοποιηθεί μια συνάντη­ση σαν τη σημερινή όπου θα εκπμηθεί η νέα κατάσταση που θα έχει προκύψει από ης εκλογές. Και οι δυο πρωτοβουλίες αφορούν την ουσιαστικότερη προετοιμασία μπροστά σας νέες εξελίξεις.

Σε όλο το ενδιάμεσο διάστημα, μας ενδιαφέρει να φτάσει όσο πιο πλατιά γίνεται η άποψη μας για ης εκλογές. Πρέπει να γίνει όσο το δυνατόν περισσότερο γνωστό το γιατί δεν ψηφίζουμε κανέναν και το γιατί δεν ξεχνάμε τίποτα. Για το σκοπό αυτό νομίζουμε ότι υπάρχουν πάρα πολλοί τρόποι που μπορούν να δοκιμαστούν. Έχουμε τη διάθεση με επιθετικό τρόπο να προβάλουμε την άποψη μας. Συγκεντρώσεις σε στέκια ή και άλλες πόλεις, όπου δεν έχουμε φτάσει μέχρι σήμερα, συναντήσεις σε σπίτια, παρεμβάσεις σε πλατείες ή σε κεντρικά σημεία των πόλεων, παρεμβάσεις σε ραδιοφωνικούς σταθμούς, καθώς και κάθε άλλη παρόμοια πρωτοβουλία. Θα χρειαστεί οπωσδήποτε ένα έντυπο υλικό με τη μορφή της προκήρυξης, της διακήρυξης ή της μπροσούρας. Ακόμα αφίσες, αυτοκόλλητα.

Όσον αφορά τη μεγάλη στιγμή της κάλπης η «απλή λογική» μας οδηγεί στο να ετοιμάσουμε ένα ψηφοδέλτιο που νάχει γραμμένα κά­ποια πράγματα πάνω, που θα το ρίξουμε στις κάλπες.

Όπως καταλαβαίνετε όλα αυτά —που δεν είναι λίγα— ορίζουν ένα πεδίο δραστηριότητας που ο καθένας εφόσον συμφωνεί όλο και κάτι θα έχει να κάνει.

Η οργανωτική πλευρά μιας τέτοιας δραστηριότητας είναι μάλλον σχετικά απλή: πρέπει να δοθούν κάποια συγκεκριμένα ραντεβού που θάχουν σαν περιεχόμενο την προώθηση όλων αυτών. Πιθανά μια επι­τροπή να επιφορτιστεί με όλες τις αναγκαίες συνεννοήσεις με άλλους συντρόφους στις άλλες πόλεις κλπ. Θα ήταν πολύ καλό να έβγαινε και μια τέτοια οργανωτική πείρα που να την αξιοποιούσαμε μετεκλο­γικά.

Στο σημείο αυτό χρειάζεται μια αναγκαία διευκρίνιση: Από τον Ιού­νη του 1988 έχουμε απευθύνει μια πρόταση για την σύγκλιση δυνά­μεων πάνω σε μια μονιμότερη βάση και φυσικά πάνω σε κάποιες πο­λιτικές θέσεις. Κάτι τέτοιο δεν έγινε δυνατό και όχι με ευθύνη μας. Άλλες ιεραρχήσεις, άλλες προτεραιότητες, άλλο στυλ δουλειάς, εμπόδισαν μια τέτοια σύγκλιση. Στο λίγο διάστημα που απομένει μέ­χρι τις εκλογές θα κινηθούμε βασικά στηριζόμενοι στις δικές μας δυ­νάμεις, γιατί μόνο μια τέτοια επιλογή δεν θα οδηγήσει αυτή τη στιγμή σε ένα κουτσούρεμα της βασικής μας αντίληψης. Μια συμφωνία για παράδειγμα μόνο στην πραχτική στάση στις εκλογές, π.χ. το άκυρο-λευκό, δεν λέει πολλά πράγματα, ενώ νιώθουμε ότι έχουμε να πούμε και να κάνουμε περισσότερα απ’ αυτό. Αν πετύχουμε να φτάσει η άποψη μας σε όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο, αγγίζοντας τον και δημιουργώντας του το ενδιαφέρον για την προσπάθεια που κά­νουμε, αν μπορέσουμε να εξοπλίσουμε με μια κατεύθυνση το δυναμι­κό που θέλει να αναμετρηθεί με τα κυρίαρχα, και αν πετύχουμε μια μονιμότερη επαφή μας, τότε θα έχουμε κάνει την καλύτερη δυνατή εκλογική παρέμβαση. Και, πιστέψτε μας, έχουμε ανάγκη τη συμβολή —μικρή ή μεγάλη— του καθένα.

Σας ευχαριστώ

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: