Α/συνεχεια: Συγχρονη Αριστερα (Γεναρης ’90)

Ασυνέχεια- Σύγχρονη Αριστερά

 

-Ποια χαρακτηριστικά πρέπει να σηματοδοτούν το οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό κίνημα της εργατικής τάξης

-Η άρνηση της επίσημης «Αριστεράς»

-Η άρνηση της «άλλης αριστεράς»

 

Γενάρης ‘90

 

Ορισμένες διευκρινίσεις για τον αναγνώστη

Στη μπροσούρα αυτή δημοσιεύονται η τοποθέτηση της ομά­δας Α/συνέχεια στην εκδήλωση που είχε διοργανώσει στις 30/10/89 με θέμα «Η σύγχρονη αριστερά δεν μπορεί παρά να είναι: αντιαναδιαρθρωτική, αντιεοκική, αντιιμπεριαλιστική διεθνιστική». Δημοσιεύ­ονται επίσης μερικές από τις ερωτήσεις που έγιναν και οι απαντή­σεις που δόθηκαν.

Γνωρίζουμε πως από τότε μεσολάβησαν αρκετές εξελίξεις εσωτερικές (π.χ. οικουμενική κυβέρνηση) κυρίως όμως διεθνείς με σημαντικότερες τις μεταβολές στη Αν. Γερμανία και τη Ρουμανία, χώρες που οι ιθύνουσες κλίκες της αντιστέκονταν στην περεστρόικα, (χωρίς να ξεχνάμε τη συνάντηση της Μάλτας και τη εισβολή των Αμερικάνων στον Παναμά).

Οι αλλαγές στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και η συστηματική ιδεολογική επίθεση της αστικής τάξης (παλαιού και νέ­ου τύπου) ενάντια στον κομμουνισμό και στο σοσιαλισμό επιβάλουν την οικοδόμηση ενός στερεού ιδεολογικού μετώπου που αναγκαστικά χωρίς να ξεχνάει το βασικό, το κύριο, θα πρέπει να αγκαλιάζει όλο το φάσμα των θεμάτων που τίθονται και θα τεθούν.

Η ιδεολογική επίθεση της αστικής τάξης, η αναξιοπιστία των μεταλλαγμένων ιθυνόντων των ανατολικών χωρών καθώς και της επίσημης αριστεράς σε κάθε χώρα δημιουργούν αναμφίβολα ένα ορισμένο κλίμα, προετοιμάζουν το έδαφος για λύσεις αντιλαϊκές, σύμφωνα με τις αιώνιες αξίες (πώς δεν το είχαμε καταλάβει μέχρι τώρα;) της αγοράς, του κέρδους του ανταγωνισμού… Όχι, δεν φαίνε­ται να φοβόντουσαν το φάντασμα του κομμουνισμού ειδικά πάνω από την Ευρώπη εδώ και αρκετά χρόνια: θέλουν να πείσουν αυ­τούς που «ζουν» πουλώντας την εργατική τους δύναμη, αλλά και όσους «ζουν» στο περιθώριο της κοινωνίας (το περίφημο 1/3 από την περιβόητη «κοινωνία του 2/3») πως τα μέτρα που παίρνονται και θα παρθούν, οι θυσίες και γενικά η αναδιάρθρωση είναι μονό­δρομος, θέλουν να πείσουν με το καλό ή και με το ζόρι αν χρεια­στεί. Οι χειριστικοί μηχανισμοί γιγαντώνουν. Και για να δώσουν μια επίφαση αντικειμενικότητας δείχνουν γεμάτοι ιερή αγανάχτηση και συμπόνια για τους δυστυχισμένους της Ανατολικής Ευρώπης: «Να πώς θα μπορούσαμε να είμαστε και μεις με το σοσιαλισμό σας. Νά γιατί χρειάζονται άμεσα επείγοντα μέτρα».

Ο ουτοπικός, μάταιος, περιορισμένος στόχος της αστικής τάξης να εξαφανίσει τον κομμουνισμό, να εξαφανίσει κάθε αντίστα­ση στα σχέδια της, είναι καταδικασμένος να αποτύχει. (Άλλωστε πό­σες άλλες φορές δε νόμισαν ότι είχαν τελειώσει με τον κομμουνι­σμό;) Και τούτο γιατί η «διέξοδος» που προτείνει, ενδιαφέρει μια ασήμαντη μειοψηφία και καταδικάζει την πλειοψηφία στην πιο μεγά­λη εξαθλίωση. Πα να εκφραστούν τα συμφέροντα του κόσμου της ζωντανής εργασίας είναι αναγκαία ένα κομμουνιστικό κίνημα και μια σύγχρονη αριστερά που θα είναι σε θέση να κάνουν το λογαρια­σμό τους με το παρελθόν, με την σύγχρονη πραγματικότητα και να σκιαγραφήσουν το μέλλον! Χρειάζονται όμως από τώρα οριοθέτη­σης, αρνήσεις και καταφάσεις που φυσικά θα δίνουν ζωή σε μια ορισμένη στάση απέναντι σε όσα διαδραματίζονται. Στάση που αν εκφράζει πραγματικά τα συμφέροντα του κόσμου της ζωντανής ερ­γασίας, τότε θα μετατρέπεται σε ενεργητικό παράγοντα στα όσα δια­δραματίζονται.

Στη μπροσούρα που κρατάς στα χέρια σου θα βρεις ορισμέ­νες, τις βασικές, οριοθετήσεις, αρνήσεις και καταφάσεις της πολιτι­κής ομάδας Α/συνέχεια σχετικά με το θέμα «Σύγχρονη Αριστερά». Ακόμα θα διακρίνεις – παρά τις ατέλειες του προφορικού λόγου -ένα ορισμένο πνεύμα για την αντιμετώπιση των σοβαρών προβλημά­των.

ΓΕΝΑΡΗΣ   1990

 

Αγαπητοί φίλοι και σύντροφοι,

Το φετινό καλοκαίρι ήταν ιδιόμορφο. Η στήριξη της κυβέρνησης Τζ. Τζ. από την ΝΔ και τον Συνασπισμό ήρθε να αναταράξει αντιλή­ψεις και σιγουριές που είχαν δημιουργηθεί κατά τις τελευταίες δεκαε­τίες. Ήρθε να υπενθυμίσει πως η χώρα μας έχει εισέλθει για τα καλά στο πεδίο της «νέας σκέψης» και πραχτικής που ορμητικά κάνει την εμφάνιση της σε Δύση κι Ανατολή, Μάλιστα για ορισμένους παρατη­ρητές, η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Ελλάδα, ανήκουν στην πρωτοπορία των πειραματισμών που τροφοδοτεί η νέα οικονομική και πολιτι­κή πραγματικότητα. Έτσι, η έκπληξη -αν μπορούμε να χρησιμοποιή­σουμε αυτόν τον όρο- δεν ήρθε τόσο από τη συμφωνία των Αμερικά­νων και των Σοβιετικών να ρυθμιστούν ζητήματα που αφορούν τους εξοπλισμούς ή ακόμα και την κοινή διάθεση τους να βρεθούν φόρμουλες ώστε να χαλαρώσει η ένταση στα καυτά σημεία του πλανήτη (Αφγανιστάν, Καμπότζη, Αγκόλα κλπ), αλλά από την ευκολία και τη δυνατότητα ουσιαστικής σύγκλισης δυνάμεων που μέχρι πρότινος, ακόμα και φραστικά, αλληλοαποκλείονταν. Σκεφθείτε: στην Πολωνία η Αλληλεγγύη στην κυβέρνηση με γεφυροποιό και εγγυητή τον Γιαρουζέλσκι, στην Ουγγαρία αυτοκατάργηση του κομμουνιστικού κόμμα­τος, απάλειψη του προσδιοριστικού Λαϊκή Δημοκρατία, εφαρμογή του πολυκομματισμού. Στην Ελλάδα συνεργασία Δεξιάς κι Αριστεράς. Νο­μίζουμε ότι πρέπει να βγουν ορισμένα συμπεράσματα.

Βρισκόμαστε στην καρδιά μιας μεταβατικής περιόδου, που γεννιέ­ται μέσα και από την παράταση της παγκόσμιας οικονομικής και κοινωνικής κρίσης με κύρια χαρακτηριστικά τις ανακατατάξεις στους κόλπους των ηγέτιδων δυνάμεων του Δυτικού κόσμου και την απο­σταθεροποίηση στον Ανατολικό κόσμο με το άνοιγμα των ασκών του Αιόλου που προκάλεσε η πολιτική Γκορμπατσώφ. Πρόκειται για σημα­ντικά νέα δεδομένα, γιατί πραγματικά ο σύγχρονος κόσμος αλλάζει όψη προς την κατεύθυνση ενός μη διπολικού κόσμου. Αυτή η κίνηση αναγκάζει όλους τους πρωταγωνιστές σε αναπροσανατολισμούς, σε αναζήτηση νέων τακτικών, νέων στηριγμάτων. Τροποποιεί κιόλας το συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα σε μερίδες του κεφαλαίου, σπρώχνει προς σύναψη νέων, πρόσκαιρων συμμαχιών. Ένα παράδειγμα, που εν­διαφέρει κι εμάς, είναι η πορεία προς το 1992. Και αυτή τροποποιεί­ται από τις πρόσφατες εξελίξεις. Όπως είναι γνωστό, οι εξελίξεις στις ανατολικές χώρες και οι μεγάλες δυνατότητες οικονομικής δι­είσδυσης που αυτές παρέχουν, ανοίγουν την όρεξη των ΕΟΚικών εταίρων, αλλά και αλλάζουν τα κοντοπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα σχέδια τους. Εκεί που ετοιμάζονταν σε μια εφόρμηση στις χώρες του τρίτου κόσμου, για να μιλήσουμε και για την επέκταση του ζωτι­κού τους χώρου, κάτω από τον μανδύα μιας φιλανθρωπικής, ουμανι­στικής, δικαιότερης πολιτικής, η πρόκληση για επέκταση προς ανατο­λάς ανοίγει νέες δυνατότητες που δεν μπορούν να αφεθούν για άλ­λη στιγμή. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχοντας από καιρό μια προνομιακή σχέση με τη Σοβιετική Ενωση και με τις χώρες της κεντρικής Ευρώπης, αρχίζει να γίνεται επικίνδυνη για τους Γάλ­λους που νοιώθουν ξανά να μετατρέπονται σε δύναμη δεύτερης κα­τηγορίας. Ετσι το γερμανογαλλικό ειδύλλιο που στήριξε και προώθη­σε το σχέδιο του 1992 δεν αποκλείεται να γνωρίσει τριγμούς. Την κατάσταση αυτή βέβαια, δεν αποκλείεται να εκμεταλλευτούν προς όφελος τους οι ΗΠΑ.

Μέσα σε ένα τέτοιο διεθνές φόντο ανακατατάξεων, διεργασιών, συμμαχιών και αναπροσανατολισμών μπορεί να γίνει κατανοητή και η στήριξη της κυβέρνησης Τζ. Τζ. από τη ΝΔ και το Συνασπισμό. Απο­τελεί ακριβώς μία ιδιαίτερη έκφραση των αναζητήσεων και των ανα­κατατάξεων που συντελούνται και επηρεάζουν και την ελληνική αστική τάξη. Πιστοποιεί την αλλαγή του συσχετισμού ανάμεσα στις δύο βασικές πτέρυγες της. Αποδεικνύει τη μεγάλη κινητικότητα που υπάρχει και στον οικονομικό κόσμο και τις αναγνωριστικές κινήσεις που αυτή η κινητικότητα επιβάλλει. Θυμίζει την μεγάλη ικανότητα της ελληνικής μεγαλοαστικής τάξης να προσαρμόζεται σχετικά εύκολα σε κάθε γύρισμα του διεθνούς περιβάλλοντος. Παράλληλα, η κυβέρνηση του Τζ. Τζ. ήταν ένα μεταβατικό σχήμα που επιβλήθηκε από ένα κα­θορισμένο συσχετισμό που δεν επέτρεπε αυτοδυναμία σε κανένα. Αρα η στήριξη της από τους δυο χώρους εκφράζε την ανάγκη τους να βγάλουν τον Α. Παπανδρέου εκτός παιχνιδιού, να εκβιάσουν εξε­λίξεις στο χώρο του ΠΑΣΟΚ να στερήσουν από τον τελευταίο την κρατική μηχανή, ώστε να έχουν ευνοϊκότερους όρους στην προσεχή εκλογική αναμέτρηση και φυσικά να προετοιμάσουν τον κόσμο για μια νεοσυντηρητική σταθεροποιητική επίθεση, αφού έχει καταγραφεί η ζημιά της οικονομίας και με την υπογραφή της αριστεράς πλέον. Ομως η πολιτική κρίση δεν φαίνεται ότι ξεπερνιέται εύκολα. Δεν έχει ακόμα κριθεί, παρόλο το προχώρημα της ΝΔ και την υποχώρηση του ΠΑΣΟΚ, το υπό την ηγεμονία ποιας πτέρυγας της αστικής τάξης θα προχωρήσει ο εκσυγχρονισμένος μεταπρατισμός στη χώρα μας. Αρα δεν έχει καθοριστεί καν ένα αποδεκτό πολιτικό και κοινωνικό συμβό­λαιο ανάλογο με αυτό που είχε συναφθεί το 1974 υπό τον Κ. Καρα­μανλή. Δεν υπάρχει ακόμα μια έστω προσωρινή σταθεροποίηση του συσχετισμού ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις. Το ποσοστό των προηγούμενων εκλογών έδειξε πολύ καθαρά αυτό το θέμα. Η ανα­μόρφωση του πολιτικού χάρτη δεν έχει ακόμα συντελεστεί. Παρόλο που κανείς δεν δοκιμάζει την τύχη του πλέον έξω από το μαντρί των μεγάλων κομμάτων, συσσωρεύονται όλο και περισσότερο οι όροι που μπορούν να δώσουν ζωή σε ένα άλλο πολιτικό σκηνικό. Με την έν­νοια αυτή το αποτέλεσμα των εκλογών της Κυριακής θα παίξει το ρόλο του, αλλά δεν θα αναιρέσει τις αιτίες της πολιτικής κρίσης και είναι αρκετά αμφίβολο, αν θα λύσει, όσα δεν έλυσαν οι προηγούμε­νες εκλογές. Στις εκλογές της ερχόμενης Κυριακής παίζονται λοιπόν αρκετά πράγματα, όσον αφορά την πορεία της ενδοαστικής αναταραχής. Θα δρομολογήσει το αποτέλεσμα διάφορες διεργασίες και εξελί­ξεις εντός του επίσημου πολιτικού κόσμου. Θα είναι ένας σταθμός στη μακρά και δύσκολη πορεία της πολιτικής αναδιάρθρωσης.

Από αυτές τις εκλογές όμως, δεν κρίνεται τίποτα σπουδαίο για τον κόσμο της εργασίας και της νεολαίας. Κανένα αποτέλεσμα δεν μπορεί να σημάνει καλύτερες μέρες γι’ αυτούς. Οποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα. Γιατί αυτό το δείχνει και η εμπειρία της κυβέρνησης Τζ. Τζ. Για τον κόσμο της ζωντανής εργασίας και τη νεολαία θα εφαρμο­στεί η αντιδραστική συνταγή που εφαρμόστηκε ήδη σε Δύση κι Ανα­τολή: απελευθέρωση της αγοράς και υποταγή στη ζούγκλα του κέρ­δους, χειρισμός των μαζών, όπως αυτό έγινε στην ελληνική περίπτω­ση με το θέμα της κάθαρσης και χτύπημα της ζωντανής εργασίας με όλους τους δυνατούς τρόπους. Οσο μας αφορά, δεν πρόκειται να ψηφίσουμε κανέναν από όσους διεκδικούν την ψήφο μας. Αυτό σημαί­νει πως δεν θεωρούμε πως συμβάλλουν σε κάτι τα κατεβάσματα που γίνονται από διάφορες οργανώσεις από μίνι συνασπισμούς, από εναλλακτικά πράσινα ψηφοδέλτια. Δεν συντρέχει κανένας λόγος για να αλλάξουμε τη στάση που είχαμε και στις προηγούμενες εκλογές.

Απόψε όμως, μας ενδιαφέρει να αναφερθούμε σε ένα άλλο ζήτη­μα. Αυτό της σύγχρονης αριστεράς. Θέλουμε να πούμε τη γνώμη μας για το θέμα αυτό, που φαίνεται να απασχολεί αρκετούς, παρόλη την προσπάθεια των επιτελείων και των ηγεσιών του επίσημου πολι­τικού κόσμου και διάφορων ριζοσπαστικών και μη κύκλων να συσκοτί­σουν το ζήτημα αυτό.

Αγαπητοί φίλοι και σύντροφοι,

Ζούμε αναμφισβήτητα μέσα σ’ ένα περιβάλλον ιδεολογικό εντε­λώς αρνητικό για τις ιδέες του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού. Το σύστημα ιδεών, απόψεων, θεωριών, που κυριαρχεί σήμερα συμπυκνώ­νει ένα νέο κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό ανάμεσα στις δυνά­μεις της ζωντανής εργασίας και του κεφαλαίου. Έναν εντελώς αρνητικό συσχετισμό, αφού έχουν καταφερθεί χτυπήματα σημαντικά και στο χώρο των ιδεών στον οποίο ο κομμουνισμός για δεκαετίες εμφάνιζε μια υπεροπλία. Συνεπώς είναι απαραίτητο σε όποιον θέλει να αρθρώσει μια άποψη για το ζήτημα της Αριστεράς να γνωρίζει, αλλά και να υπογραμμίζει σε όσους απευθύνεται τη δυσκολία και τη συνθετότητα που απορρέει από αυτό το δυσμενές ιδεολογικό περι­βάλλον. Σήμερα δεν ωφελεί κανέναν που τουλάχιστον ευαισθητοποι­είται για ορισμένα προβλήματα να μην θέλει να δει τα πράγματα, να μην θέλει να αντικρίσει μια διαμορφωμένη πραγματικότητα, να κατα­φεύγει σε λογής-λογής υποκατάστατα, να διάγει ή να το παίζει χα­ρούμενος κι απελευθερωμένος. Αποδεχόμαστε λοιπόν την πρόκληση των καιρών μας. Είναι αναγκαία, είναι δυνατή μια σύγχρονη αριστερά που να πρωταγωνιστεί στον κοινωνικό και πολιτικό στίβο, που να αγωνίζεται για μια νέα κοινωνία; Αποτελεί αναχρονισμό, ματαιότητα, εγκλωβισμό σε παρωχημένα σχήματα άλλων εποχών ένας τέτοιος στόχος; Το ζήτημα έχει έτσι κι αλλιώς τεθεί. Δεν μπορούμε παρά να επιχειρήσουμε να το απαντήσουμε.

Ας ξεκινήσουμε όμως, με ορισμένες διευκρινήσεις. Και πρώτα απ’ όλα με τον όρο Αριστερά. Οσο κι αν φαίνεται παράξενο, ο όρος αυ­τός κάλυψε στην γέννηση του ένα κομμάτι της αστικής τάξης, το προοδευτικό. Ηταν στις 28 Αυγούστου του 1789, δηλ. κατά τη γαλλι­κή αστική επανάσταση σε μια ψηφοφορία στην εθνοσυνέλευση. Οσοι υποστήριξαν το βασιλικό βέτο έκατσαν στα δεξιά του προέδρου. Οσοι αντιτάχτηκαν στα αριστερά. Ετοι γεννήθηκε ο όρος Αριστερά, που χαρακτήρισε το προοδευτικό κομμάτι της αστικής τάξης, που αντιτασσόταν στην παλιά τάξη πραγμάτων, στη Δεξιά που πλέον θα γίνει συνώνυμο της αντίδρασης. Από τότε πέρασαν δυο αιώνες. Δυο αιώνες ταξικής πάλης με πολιτική έκφραση, οι οποίοι καλύφθηκαν από διάφορες περαστικές ή κινούμενες ισορροπίες, αναδείχνοντας όμως ένα νέο πρωταγωνιστή. Οχι πια την αστική τάξη, αλλά το προ­λεταριάτο και τους λαούς του κόσμου. Σ’ αυτή τη διαδρομή τροπο­ποιήθηκε αρκετά το νόημα του όρου Αριστερά και χρησιμοποιήθηκε με πολλούς τρόπους. Ο όρος Αριστερά δεν είχε πάντα το ίδιο περιε­χόμενο. Γεννήθηκε μέσα στην αστική επανάσταση. Προϋπήρξε του κομμουνιστικού κινήματος, τροποποιήθηκε αποφασιστικά από τη δράση του και συχνά έφτασαν να ταυτιστούν οι όροι Αριστερά και Κομ­μουνιστικό Κίνημα. Τις περισσότερες φορές ο όρος Αριστερά έκφρα­ζε και εκφράζει κάτι πιο πλατύ. Όμως η τύχη και η προοπτική αυτής της Αριστεράς καθορίστηκαν πάντα από τις περιπέτειες του Κομμου­νιστικού Κινήματος.

Ο όρος Αριστερά λοιπόν, παρόλη τη φθορά που έχει υποστεί, εξακολουθεί να παραπέμπει σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό χώρο αναφοράς: τον κόσμο της ζωντανής εργασίας. Εξακολουθεί ακόμα να σημαίνει μια ορισμένη τοποθέτηση στην ιστορία της ταξικής πάλης στην χώρα μας αλλά και διεθνώς. Γι’ αυτό το να επιζητάς μια σύγ­χρονη Αριστερά σημαίνει πως απαντάς θετικά στο αν είναι δυνατή η συγκρότηση ενός πολιτικού και κοινωνικού κινήματος του κόσμου της εργασίας που να μεγαλώνει το ειδικό βάρος της εργατικής τάξης στην κοινωνία, που να αγωνίζεται με συνέπεια για μια άλλη κοινωνική οργάνωση απαλλαγμένη από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άν­θρωπο. Ομως ο όρος σύγχρονη αριστερά δεν είναι δικός μας. Τον χρησιμοποιεί η επίσημη αριστερά στις νέες της εξερευνήσεις. Σχε­δόν πάντα στο όνομα μιας νέας σύγχρονης πραγματικότητας οι ρεφορμιστές -ας τους πούμε έτσι- έδιναν ένα δεξιό περιεχόμενο. Λείαιναν όλες τις αιχμές του εργατικού κινήματος. Του στερούσαν τον ανεξάρτητο ρόλο που έπρεπε και μπορούσε να έχει, προσφέροντας έτσι σημαντικές υπηρεσίες στις συντελούμενες οικονομικές και πολι­τικές αναδιαρθρώσεις του συστήματος. Αυτό γίνεται και σήμερα. Στο όνομα της διεθνοποίησης της παραγωγής, της αλληλεξάρτησης, της ΕΤΕ και όλων των νέων φαινομένων και εκδηλώσεων προωθείται μια πολιτική γραμμή και στάση που στηρίζει και υποβοηθά την καπιταλι­στική αναδιάρθρωση. Δείτε την πολιτική συμπεριφορά της ελληνικής επίσημης αριστεράς το τελευταίο διάστημα. Παρατηρήστε τις τάσεις και τις επιδιώξεις της για να πάρετε μια ιδέα του τι εννοεί με τον όρο σύγχρονη αριστερά.

Το μαζικό οικονομικό κοινωνικό πολιτικό κίνημα της εργατικής τά­ξης που θα δώσει ζωή και υπόσταση σε μια σύγχρονη αριστερά πρέ­πει να σηματοδοτείται από τα εξής χαρακτηριστικά: να είναι αντιαναδιαρθρωτικό, να αγωνίζεται ενάντια στην ΕΟΚική ολοκλήρωση και το 1992, να είναι αντιϊμπεριαλιστικό, να είναι διεθνιστικό και τέλος, να λέει ναι στο σοσιαλισμό σαν θετική υπέρβαση του καπιταλισμού.

Αναδιαρθρωτικό, αντιΕΟΚικό, αντιϊμπεριαλιστικό, διεθνιστικό και σοσιαλιστικό. Να το περιεχόμενο μιας σύγχρονης αριστεράς.

Αντιαναδιαρθρωτικό: Ο κόσμος της ζωντανής εργασίας του χερι­ού και του μυαλού έχει κάθε συμφέρον να αγωνιστεί για την ακύρω­ση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Έτσι υπερασπίζει το βιοτικό του επίπεδο, αποκρούει τη συμπίεση που του επιβάλλουν, αρνείται το φτώχαιμα της κοινωνικής του εμπειρίας. Αγωνίζεται ενάντια στη ζού­γκλα της δυαδικής κοινωνίας της εξαθλίωσης, του βανδαλισμού. Συ­νολική γραμμή ρήξης με την αναδιάρθρωση. Οσα κηρύττουν οι ιθύνο­ντες δεν είναι μονόδρομος.

ΑντιΕΟΚικό: Η εργατική τάξη και η νεολαία, γενικά οι εργαζόμε­νοι της πόλης και της υπαίθρου, δεν έχουν τίποτα να ωφεληθούν από την ένταξη στην ΕΟΚ. Αντίθετα, η ανοιχτή διακήρυξη της αντί­θεσης προς τον ΕΟΚικό προσανατολισμό είναι μια ρήξη με τις βασι­κές επιλογές, με τη βασική επιλογή του αστισμού στη χώρα μας.

Αντιϊμπεριαλιστικό: Οχι μόνο ζούμε ακόμα την εποχή του ιμπερια­λισμού, αλλά η χώρα μας αποτελεί πεδίο ανταγωνισμού διάφορων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ο αντιϊμπεριαλισμός δεν μπορεί να νοεί­ται σαν μια συμπαράσταση στο λαό του Σαλβαντόρ, της Νικαράγουας κλπ. Ο αντιϊμπεριαλισμός στην Ελλάδα έχει ένα συγκεκριμένο περιε­χόμενο και ο στρουθοκαμηλισμός στο ζήτημα αυτό δεν βοηθάει σε τί­ποτα.

Διεθνιστικό: Με δύο έννοιες: και αλληλεγγύη -στήριξη όλων των επαναστατικών και απελευθερωτικών κινημάτων και ίδωμα της ελλαδι­κής προσπάθειας σαν τμήμα μιας διεθνούς διαδικασίας-κίνησης.

Σοσιαλιστικό: Είναι αναγκαιότητα το πέρασμα σε ένα νέο σύστη­μα κανωνικής οργάνωσης. Η ουσιαστική λύση των προβλημάτων των εργαζομένων μπορεί να δοθεί μόνο μέσα σε ένα διαφορετικό σύστη­μα όπου θα έχει αφαιρεθεί κάθε εξουσία από την αστική τάξη.

Συγκρίνετε λοιπόν αυτό το περιεχόμενο με το περιεχόμενο που δίνει η επίσημη αριστερά στον όρο Σύγχρονη Αριστερά. Υπάρχει ση­μαντική διαφορά. Το ένα περιεχόμενο κινείται στην κατεύθυνση της ενσωμάτωσης, στην κατεύθυνση του στηρίγματος αυτού του συστήμα­τος, το άλλο περιεχόμενο στην προβολή μιας διαφορετικής κίνησης που έρχεται σε ρήξη με τις βασικές, με τις κυρίαρχες, τις πιο κεντρι­κές επιλογές, τα πιο κομβικά σημεία του αστικού κόσμου.

Οσο μας αφορά, και επειδή τα όσα είπαμε ίσως ηχούν σαν ανα­παλαίωση μπροστά στη γυαλάδα «νέων» «υπερσύγχρονων» εναλλακτικοτήτων, θέλουμε να προσθέσουμε τα παρακάτω: Η αναδιάρθρωση, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, οι νέες μορφές υπερεθνικών ρυθμίσεων και εξαρτήσεων, η δραστηριοποίηση τεράστιων σε δύναμη χειριστικών μηχανισμών (όπως τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και όχι μόνο), η ΕΤΕ, το ζήτημα του πολέμου, η σχέση του ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον, συναποτελούν ένα νέο πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέ­πει να κινηθεί και να δοκιμαστεί το εργατικό κίνημα της ζωντανής εργασίας. Μέσα σ’ αυτόν τον σύγχρονο κόσμο κι ενάντια στην μοντε­λοποίηση που αυτός επιβάλλει διεθνώς και τοπικά, πρέπει να κινηθεί. Και έχουμε δώσει δείγματα γραφής για το ενδιαφέρον μας για την γνώση του σύγχρονου κόσμου. Εχουμε μιλήσει αρκετές φορές για τη σημασία που παίζει σήμερα η επεξεργασία και προβολή μιας άλλης Γνώσης. Γι αυτό χρειάζεται να δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή στο ζήτημα της προοπτικής του κινήματος: Τι σημαίνει επανάσταση; Τι σημαίνει σοσιαλισμός;

Αν σήμερα αμφισβητείται η έννοια της Επανάστασης αυτό γίνεται γιατί η επανάσταση είναι ένα περίπλοκο κοινωνικό γεγονός κατά το οποίο συντελείται μια πλανητική μεταβολή στις παραδοσιακές μορ­φές συνεργασίας των ανθρώπων. Ολα χρησιμοποιούν τους όρους «επαναστατικό» (προϊόν, ανακάλυψη κλπ), «επανάσταση» (στον τύπο, στην ΤV, στην επιστήμη), αλλά βιάζονται να διαστρεβλώσουν και να συκοφαντήσουν την ίδια την επανάσταση σαν ένα καθοριστικό κοινω­νικό γεγονός. Αυτό που ξεχωρίζει την επανάσταση από τη μεταρρύθ­μιση είναι η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από μια νέα τάξη, από μια μέχρι τώρα καταπιεζόμενη τάξη. Στις συνθήκες του καπιταλισμού όπου οξύνεται η αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική ιδιοποίηση της, η εκμετάλλευση και καταπίεση των εργαζόμενων μαζών, της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού, είναι ο απαραίτητος όρος για την διαιώνιση ενός συ­στήματος (του καπιταλιστικού) όπου μια ασήμαντη αριθμητικά αλλά πανίσχυρη μειοψηφία σφετερίζεται τον κοινωνικό πλούτο. Η επανά­σταση ενάντια στο κεφάλαιο και την κοινωνική οργάνωση που αυτό επιβάλλει, αποτελεί τη μέγιστη θετική δυνατότητα και απάντηση στις σύγχρονες προκλήσεις, στα σύγχρονα αδιέξοδα που μας σπρώχνει ο καπιταλισμός. Για τους μαρξιστές ο σοσιαλισμός πάντα νοήθηκε σαν το μεταβατικό στάδιο προς την αταξική κοινωνία, κατά το οποίο η εργατική τάξη έχοντας στα χέρια της την πολιτική εξουσία κατορθώ­νει να προχωρήσει σ’ εκείνους τους μετασχηματισμούς που δίνουν ζωή στην ολοκληρωτική μεταβολή στις μέχρι τώρα παραδοσιακές μορφές συνεργασίας των ανθρώπων.

Αυτή η δυνατότητα ιστορικά επιβεβαιώθηκε. Αποδείχτηκε δηλαδή έμπραχτα το βάσιμο και αντικειμενικό μιας τέτοιας πορείας. Η Οχτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία μας έσπρωξε σ’ έναν καινούργιο κό­σμο: στο πριν και το μετά την Επανάσταση. Η σημασία της, ο πλού­τος της, η ακτινοβολία της δεν μπορούν να μειωθούν όσο κι αν το προσπαθούν όλοι οι επίσημοι σήμερα. Το πισωγύρισμα των μεταβατι­κών κινήσεων δεν έχει καμιά σχέση με τη βασική υπόθεση της επα­νάστασης, την ανάγκη κατάχτησης της πολιτικής εξουσίας σαν απα­ραίτητο στάδιο. Σχετίζεται με το αν προωθήθηκαν εκείνοι οι μετασχηματισμοί που θα βάθαιναν τις παραδοσιακές μορφές συνεργασίας των ανθρώπων. Πιο συγκεκριμένα, αφορά το κατά πόσο προωθήθη­καν εκείνες οι ανατροπές στο παραγωγικό σύστημα που να ακυρώ­νουν την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο. Αυτό δεν έγινε από ένα σημείο κι ύστερα. Χρονικά αυτό συμπίπτει με την υπο­χώρηση της πρώτης επαναστατικής θύελλας που διήρκεσε κατά 30 χρόνια. Δηλαδή στο τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Από τη στιγ­μή που δεν έγινε το βάθαιμα της επανάστασης σ’ όλους τους τομείς ήταν φυσικό να τροφοδοτηθούν μια σειρά από αντίρροπες τάσεις και διεργασίες: κρατισμοί, σωβινισμοί, γραφειοκρατίες, εθνικοί δρόμοι για το σοσιαλισμό κλπ. Οι Χρουστσώφ, Μπρέζνιεφ, Τεγκ, Γκορμπατσώφ, Τσαουσέσκου και λοιποί είναι «τέκνα» αυτής της πελώριας στασιμότη­τας. Η αστική τάξη και αρκετοί προβαλλόμενοι απ’ αυτήν ριζοσπά­στες διαδίδουν το σχήμα ότι ο δρόμος του Οχτώβρη, η επανάσταση, ο σοσιαλισμός αναπότρεπτα οδηγούν στον σημερινό κλυδωνιζόμενο «υπαρκτό σοσιαλισμό». Υποστηρίζουν ότι υπάρχει μια συνέχεια στην ιστορική εξέλιξη. Η κριτική στον Στάλιν είναι ένα απλό προπέτασμα καπνού: στόχος είναι ο πυρήνας της μαρξιστικής θεωρίας. Αλλωστε ο Μαρξ δεν είναι που στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο μαζί με τον Ενγκελς έγραφαν πως «άμεσος σκοπός των κομμουνιστών είναι η συγκρότηση του προλεταριάτου σε τάξη, ανατροπή της αστικής κυ­ριαρχίας, κατάχτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο»; Δεν είναι πάλι ο Μαρξ που στο Εβραϊκό Ζήτημα επιτίθεται στο εγωι­στικό αστικό άτομο και τις αστικές ελευθερίες;

Κατά τη γνώμη μας πρόκειται για έναν βολικό ισχυρισμό που στη­ρίζεται σε νεοθετικιστικές και πραγματιστικές αντιλήψεις. Η ιστορική εξέλιξη δεν γίνεται μέσα από σχήματα συνέχειας. Συχνότερες είναι α ανατροπές και οι ασυνέχειες. Φυσικά αν εγκαταλειφθεί η διαλεκτι­κή τότε είναι αδύνατο να παρατηρηθεί η κινητικότητα των περιεχομέ­νων κι ακόμα η μετατροπή ενός πράγματος στο αντίθετο του. Αντέ­χει οποιαδήποτε σύγκριση η σημερινή επίσημη αριστερά κι ο επίγειος κόσμος που αυτή αντιπροσωπεύει με ότι έκφραζε το κομμουνιστικό κίνημα μερικές δεκαετίες πριν;

Αλλά ακόμα «θέατρο» ήταν κατά τα τελευταία 30 πάνω κάτω χρό­νια όλοι οι όρκοι της επίσημης αριστεράς στην αστική τάξη πραγμά­των; «Θέατρο» ήταν όλες οι ανατροπές προηγούμενων κατευθύνσεων που υπήρχαν στα κομμουνιστικά κόμματα και στις χώρες του σοσιαλι­σμού; «Θέατρο» είναι και η επίσημη πλέον προσχώρηση τους στον κόσμο των αιώνιων αληθειών όπως της αγοράς, του κέρδους, κλπ. «Θέατρο» είναι η πολιτική και οικονομική αναδιάρθρωση το ανατολικό μπλοκ κατά τα δυτικά πρότυπα;

Οπωσδήποτε πριν μερικές δεκαετίες σήμαινε άλλα πράγματα να είσαι κομμουνιστής απ’ ότι σήμερα συνηθίζεται. Ο Πολύδωρος Δανιηλίδης -που πρόσφατα έφυγε για πάντα- έλεγε ότι το σημερινό ΚΚΕ είναι μια καρικατούρα μπροστά στο ΚΚΕ του πρώτου μισού του αιώνα μας. Και είχε δίκιο. Το κομμουνιστικό κίνημα μιας όχι και τόσο μακρι­νής εποχής αποτελούσε μια συγκροτημένη κοινωνική δύναμη που εί­χε ένα πρόγραμμα, διέθετε μια στρατηγική και μια ταχτική, συνδεόταν με τις μάζες και την εργατική τάξη, τολμούσε να παίξει έναν πρωτα­γωνιστικό ρόλο. Συσπείρωνε γύρω του ένα σημαντικό ποσοστό της εργατικής τάξης κι ας είχε πολύ λιγότερα μέσα στη διάθεση του. Αποτελούσε έναν κίνδυνο για την αστική τάξη πραγμάτων. Το παρα­μύθι της «μεγάλης νύχτας» της κατάληψης των χειμερινών ανακτόρων το ανακάλυψαν εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς διάφοροι «ριζο­σπάστες» αγκαζέ με μετανοημένους κομμουνιστές. Ο δρόμος του Οχτώβρη ήταν ο δρόμος της ανάγκης του προλεταριάτου και των μα­ζών: δεν ήταν ένα πραξικόπημα. Το κομμουνιστικό κίνημα σε παγκό­σμια κλίμακα έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο γιατί συνδέθηκε και έκφραζε πραγματικές ανάγκες της εργατικής τάξης και των μαζών μπροστά στα τοτινά αδιέξοδα. Και δεν ήταν λίγες οι επιτυχίες του.

 

ΠΟΙΑ Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Βρισκόμαστε όπως είπαμε στην καρδιά μιας μεταβατικής περιόδου και είναι επόμενο να αναμορφώνεται το ιδεολογικό και πολιτικό οπλοστάσιο της επίσημης αριστεράς. Ακόμα βέβαια αυτή η διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί κι ούτε φυσικά θα έχει ελληνική σφραγίδα: Η ελληνική εκδοχή θα καθοριστεί από τις περιπέτειες της περεστρόικα διεθνώς και μέχρι να υπάρξει κάποιο καταστάλαγμα, μπορεί να περά­σει αρκετό διάστημα που τα κείμενα, τα ντοκουμέντα κλπ να εκφρά­ζουν την αναμονή και τις προθέσεις.

Αρνούνται όλοι οι κύκλοι της έγκυρης αριστεράς την ανεξαρτησία του εργατικού κινήματος. Η «νέα σκέψη» του Γκορμπατσώφ, η τόλμη που επικαλείται τόσες φορές ο Λ. Κύρκος, οι επικλήσεις για την δύ­ναμη της λογικής και της συνεννόησης όλων των κοινωνικών τάξεων, ομάδων και πολιτικών δυνάμεων, αρνούνται όχι μόνο πραχτικά αλλά και θεωρητικά πλέον την ανεξαρτησία και αυτονομία του εργατικού κι­νήματος. Διότι μάλλον δεν ισχύουν τα όσα έγραφαν και διακήρυτταν πριν 100 και πλέον χρόνια οι κλασσικοί του μαρξισμού: Δεν είναι η ταξική πάλη που κινεί τον τροχό της ιστορίας, δεν είναι κύρια αντίθε­ση η αντίθεση κεφαλαίου και μισθωτής δουλείας. Ολα πλέον υπερκα-θορίζονται από την οικουμενικότητα των προβλημάτων που αφορούν περίπου το ίδιο όλους τους ανθρώπους, είτε είναι κάτοχοι-σφετερι-στές κοινωνικού πλούτου είτε είναι κοινώς φτωχαδάκια.

Είναι ο Γκορμπατσώφ που το έχει πει: «Σε όλες τις ανθρώπινες υποθέσεις και πολύ περισσότερο στη διεθνή πολιτική, δεν πρέπει να ξεχνάμε ούτε στιγμή την αντίθεση που κυριαρχεί σήμερα πάνω σε όλες τις αντιθέσεις: την αντίθεση ανάμεσα στον πόλεμο και την ει­ρήνη, ανάμεσα στην ύπαρξη και τον αφανισμό της ανθρωπότητας. Και να προσπαθήσουμε να λύσουμε αυτή την αντίθεση έγκαιρα και προς όφελος της ειρήνης» (Μ. Γκορμπατσώφ, Ανασυγκρότηση, διαφά­νεια, δημοκρατία, Σύγχρονη Εποχή, 1988).

Η «νέα σκέψη» όπως την χαρακτηρίζει ο Γκορμπατσώφ, απαιτεί να «ξεπεραστούν ο παλιός τρόπος σκέψης, τα στερεότυπα και τα δόγ­ματα που μας έχει κληροδοτήσει το χωρίς επιστροφή παρελθόν» και «καλείται να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στην πραχτική πολιτική και τους πανανθρώπινους ηθικούς κανόνες» (Μ. Γκορμπατσώφ, Ανα­συγκρότηση, διαφάνεια, δημοκρατία).

Η αναφορά στην ανεξαρτησία και αυτοτέλεια της εργατικής τάξης από τον αστικό κόσμο πραγμάτων φαίνεται να μας απομακρύνει από τους «πανανθρώπινους ηθικούς κανόνες» που επικαλείται η πολιτική Γκορμπατσώφ. Και τούτο τη στιγμή που η ίδια η οικονομική κίνηση της αναδιάρθρωσης έχει σαν κεντρική ιδέα την άρνηση της ζωντα­νής εργασίας, όχι σαν υποθεπκή αλλά σαν πραχτική πολιτική. Το ξε­κλήρισμα της εργατικής τάξης, η γκεττοποίησή της, η εξαθλίωση της, η σε πρωτοφανή κλίμακα καταλήστευση του τρίτου κόσμου, τα νέα ιδιότυπα μεταναστευτικά κύματα, δεν αντιμετωπίζονται σαν αυτό που είναι, δηλαδή σαν άρνηση -μέχρι τη φυσική εξόντωση- με όλα τα μέ­σα της ζωντανής εργασίας, πράγμα που θα έπρεπε να καταγγελθεί, να αναδειχτεί σαν τον υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνο για όλη την ανθρω­πότητα και να κηρυχτεί αγώνας για την ακύρωση του αστικού σχεδί­ου. Κοντά λοιπόν σε μια αντικειμενική άρνηση της ζωντανής εργα­σίας που προωθεί η αναδιάρθρωση, έχουμε και μια υποκειμενική από μεριάς της επίσημης αριστεράς που δεν διακηρύσσει απλά τη ρεφορ­μιστική συνταγή της συνεργασίας των τάξεων, αλλά προχωράει ακό­μα παραπέρα στην τροχιά της «νέας σκέψης» που φιλοδοξεί να δει «πανανθρώπινα» όλα τα προβλήματα…

Θα μείνουμε λοιπόν στην ουσία: Ολες οι εκδοχές της επίσημης αριστεράς αρνούνται το σοσιαλισμό όπως τον ορίσαμε σαν δυνατότη­τα, σαν την μόνη κοινωνική θετική διέξοδο στα σύγχρονα αδιέξοδα. Θεωρούν πως το σύστημα το οποίο σήμερα ονομαζόταν «υπαρκτός σοσιαλισμός» έχει αποτύχει. Θέλουν να απαλλαγούν από όλο το θε­σμικό, νομικό κλπ πλαίσιο που κληροδότησε και φαίνεται να εμποδί­ζει τη μεγαλύτερη και πιο αποδοτική προσαρμογή της αστικής τάξης νέου τύπου που έχει δημιουργηθεί στις χώρες αυτές στις νέες διε­θνείς πραγματικότητες. Αναζητούν τους πιθανούς δρόμους πολιτικής και οικονομικής αναδιάρθρωσης όχι μερικών τομέων, αλλά όλου του συστήματος. Είναι ανοιχτό το ζήτημα των συμμαχιών -εσωτερικών και διεθνών- μέσα από τις οποίες θα γίνει αυτό το πέρασμα. Θέλουν να απαλλαγούν από τα υπολείμματα του εποικοδομήματος που κληροδό­τησε η σοσιαλιστική επανάσταση γιατί αυτά μπλοκάρουν την «ανάπτυ­ξη» των παραγωγικών δυνάμεων. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνά­μεων μπορεί να γίνει μόνο αν πισωγυρίσουμε ή αν αποδεχτούμε τις νέες οικουμενικές αλήθειες του κέρδους, της αγοράς και της ατομι­κής ιδιοκτησίας που ξαναμπαίνει στις κοινωνίες αυτές.

Αυτοί που κυβερνούν εκεί ζηλεύουν και θαυμάζουν τη «ζωτικότη­τα» του δυτικού καπιταλισμού. Θεωρούν πως μπορούν να υπερασπι­στούν απροσχημάτιστα τα εγωιστικά τους προνόμια που σφετερίστη­καν δια μέσου της εισαγωγής γενναίων και τολμηρών καπιταλιστικών ενέσεων. Είναι ο μόνος τρόπος για να μην μείνουν πίσω στην πα­γκόσμια ιεραρχία.

Απ’ αυτή την πλευρά το ζήτημα του σοσιαλισμού αποκτά μια μεγάλη επικαιρότητα. Οχι με την έννοια ότι σήμερα οι υποκειμενικές δυ­νατότητες είναι τέτοιες που να τον θέτουν άμεσα σαν κάτι που πρέ­πει να καταχτηθεί, αλλά σαν μια βασική διαχωριστική γραμμή που να διαχωρίσει πραγματικά αυτούς που κινούνται σε μια προοπτική χειρα­φέτησης της εργατικής τάξης και σε όσους θέλουν να παραμείνει εγκλωβισμένη η ζωντανή εργασία στο υπάρχον σύστημα.

Είναι η επίσημη αριστερά και όχι μόνο αυτή, αλλά και διάφοροι ρι­ζοσπαστικοί κύκλα που αυτοσυντήρησαν και συμπορεύτηκαν με τον μύθο της ανάπτυξης που κυριαρχούσε τα τελευταία 30 χρόνια. Γενικά πιπίλιζαν το κεφάλι ολονών ότι ο καπιταλισμός μπορεί να λύσει τα προβλήματα, ότι ο καπιταλισμός μπορεί να αναπτύξει απεριόριστα τις παραγωγικές δυνάμεις, ρίχνοντας στο πυρ το εξώτερο όποιες από­ψεις υποστήριζαν ότι ο ιμπεριαλισμός και ο καπιταλισμός μπλοκάρουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ότι οδηγούν σ’ έναν πα­ρασιτισμό. Αυτές οι απόψεις δεν θεωρούνταν έγκυρες. Έπρεπε να απαλλαγεί το κομμουνιστικό κίνημα από τέτοιες «δογματικές» αντιλή­ψεις. Κι έτσι μετά από 30 χρόνια όταν ήρθε αυτή η κρίση, όταν αυτή η κρίση πιστοποιεί ακριβώς τα αδιέξοδα και την ουσιαστική ανυπαρξία της ανάπτυξης που όλοι με αριθμούς και με πίνακες προσπαθούσαν να αποδείξουν, έρχονται σήμερα τι να κάνουνε; αντί να πούνε αυτή την αλήθεια, έρχονται να αποδεχτούν όλα τα γιατροσόφια που ετοι­μάζει ο καπιταλισμός για το ξεπέρασμα αυτής της κρίσης και να τα ενσταλάξουν μέσα στους μεταβατικούς κοινωνικούς σχηματισμούς που κληροδοτήθηκαν από την προηγούμενη πορεία. Αυτή είναι μια πραγματική, μια ουσιαστική σύγκλιση αστικής και νέας αστικής σκέ­ψης.

Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να αυτορυθμιστεί. Ο καπιταλισμός θα διαπερνιέται πάντα και συνέχεια από τις ίδιες τις αντιθέσεις του. Ο ρόλος του εργατικού κινήματος είναι μέσα από την ανεξαρτησία του, την αυτονομία του και τον ανταγωνισμό του απέναντι σ’ αυτό το σύ­στημα και σ’ αυτές τις καταστάσεις που γεννάει, να μπορέσει να οδη­γήσει σε μια άλλη πορεία και να βάλει το ζήτημα της επικαιρότητας του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.

Ακόμα, αυτή η επίσημη αριστερά έκανε τα πάντα νια να υποσκάψει την ιδέα ότι είναι δυνατό στην Ελλάδα να υπάρξει μια διαφορετική πο­ρεία με την έννοια του να αποσπαστεί η ελλάδα από την επιβαλλόμε­νη μοντελοποίηση και να σταθεί στα πόδια της μέσα από μια άλλη μορφή κοινωνικής οργάνωσης και εξουσίας. Την εποχή της διεθνο­ποίησης, της αλληλεξάρτησης και όλων αυτών των καταπληκτικών που συμβαίνουν στον κόσμο προβάλλει σε όλους του τόνους την ιδέα ότι είναι αδύνατη η ρήξη μιας κρατικής-εθνικής οντότητας από όλη αυτή την επιχειρούμενη σε παγκόσμια κλίμακα μοντελοποίηση. (Ακόμα αν θέλετε, την πορεία διαμόρφωσης ενός νέου μη διπολικού κόσμου). Η ίδια η σύγχρονη ιστορία έχει να αποδείξει πολλά παρα­δείγματα απόσπασης μέσα από λαϊκά παρατεταμένα κινήματα, εθνι-κών-κρατικών οντοτήτων από την ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Κάτι τέτοιο είναι δυνατό και για τις συνθήκες της Ελλάδας. Κάτι τέτοιο υποστήρι­ζε συνολικά το κομμουνιστικό κίνημα στη χώρα μας και προσπαθούσε μάλιστα ν’ αποδείξει γιατί είναι δυνατή μια ανάλογη προοπτική. Ανε­ξάρτητα από τις κριτικές που μπορεί να κάνει κανείς στο παλιό κομ­μουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα, η προοπτική ήταν αυτή: Να στηριχτεί η Ελλάδα στις δικές της δυνάμεις. Σήμερα μια τέτοια προοπτική δεν τίθεται καν. Η Ελλάδα έχει μονάχα μια ομπρέλα την ΕΟΚική ομπρέλα και όχι μόνο. Ο εκπρόσωπος της «νέας σκέψης» Μίμης Ανδρουλάκης διευκρινίζει προς αποφυγήν παρεξηγήσεων: «Θα έλεγα ακόμα πιο χο­ντρά ότι για ολόκληρη περίοδο θα έπρεπε να συνυπάρξουμε και να καθορίσουμε αποδοτικούς κανόνες του παιχνιδιού και με τον υπερε-μπορισμό της ελληνικής οικονομίας και με ορισμένες εκδηλώσεις της παραοικονομίας περιορίζοντας τες σταδιακά… Δεν μπορεί επίσης η αριστερά να προτείνει λύσεις μη βιώσιμες στο πλαίσιο των ολοκλη­ρώσεων της εποχής μας». Η Ελλάδα πρέπει να πορευτεί μέσα σ1 αυ­τά τα πλαίσια κι εμείς να περιμένουμε τάχα κάποιους καλύτερους συ­σχετισμούς μέσα από την ΕΟΚ για να προκύψουν καλύτερες μέρες. Αυτές οι μεγάλες αρνήσεις της επίσημης αριστεράς δημιουργούν όλο και περισσότερο μια μεγάλη σύγχυση για όλο το δυναμικό που θα ήθε­λε να συγκρουστεί με την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων.

Εδώ πρέπει να κάνουμε μια παρένθεση. Είναι αρκετά αδύναμη, εί­ναι αρκετά ρηχή η κριτική για την μικροαστικοποίηση τάχα της ελλη­νικής αριστεράς. Οχι γιατί αυτή η άποψη δεν περιέχει αρκετά στοι­χεία αλήθειας, αλλά γιατί είναι πολύ περιορισμένη στο να περιγράψει όλες τις διεργασίες και τα όσα συντελούνται σήμερα τόσο μέσα στην Ελλάδα, όσο και γενικά σ’ αυτό που ονομάζεται κομμουνιστικό κίνημα. (Πρόκειται για άποψη που υποστηρίζει ο Κ. Κάππος στα πλαίσια της αντιπαράθεσης που γίνεται στο ΚΚΕ). Δεν μπορεί να γίνεται κριτική στην επίσημη αριστερά με τους όρους που έκανε κριτική, για παρά­δειγμα, ο Λένιν στην εργατική αριστοκρατία και στον ρεφορμισμό στις αρχές του αιώνα. Τι έκφραζε η εργατική αριστοκρατία στις αρ­χές του αιώνα, αν θέλετε στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας; Μια πολύ μικρή μειοψηφία που δεν ήταν και τόσο «χωμένη» μέσα στο σύ­στημα. Απ’ αυτή την άποψη έχουν γίνει αρκετά σημαντικές ακόμα και ποιοτικές αλλαγές στο ζήτημα αυτό. Πρώτα απ’ όλα αυτό το τμήμα, αυτό το κομμάτι που ξεκίνησε από την εργατική αριστοκρατία, κατέ­χει πλέον μια κρατική οργάνωση και μια κρατική δύναμη. Είναι στην εξουσία. Αυτό του δίνει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες και δεν μπο­ρεί η κριτική να είναι μονάχα στο επίπεδο του να δείχνει ότι αστικο­ποιείται. Ακόμα και στις χώρες που δεν είναι στην εξουσία, αυτά τα κόμματα έχουν μετατραπεί σ’ ένα οργανικό τμήμα του υπαρκτού συ­στήματος. Και όσο κι αν για την Ελλάδα οι γνωστές ιστορίες του μετεμφυλιακού κράτους και της διχτατορίας, της παρανομίας που υπήρ­χε κλπ, δεν έχουν αφήσει αυτή την επίσημη αριστερά να μπορέσει να μπει αρκετά μέσα σ’ αυτό που λέγεται σύστημα, παρόλα αυτά και σ’ αυτές τις συνθήκες έχουνε γίνει πάρα μα πάρα πολλά βήματα. Στα 15 χρόνια της μεταπολίτευσης, πολλές καταστάσεις, οικονομικές και άλλες, έχουν προωθηθεί απ’ τον χώρο της αριστεράς και έχουν ρίξει άγκυρα σ’ αυτό το σύστημα. Κι ακόμα, αυτοί οι 4 μήνες της κυβέρνη­σης Τζ. Τζ. άνοιξαν ακόμα περισσότερο την όρεξη σ’ αυτή την επί­σημη αριστερά. Γι αυτό λέγαμε και προηγούμενα, ας τους πούμε συμβατικά ρεφορμιστές. Δεν πρόκειται για μια -ας το πούμε έτσι-αντίθεση της συζήτησης που γινόταν πάντα στο κομμουνιστικό κίνημα μεταξύ επανάστασης και μεταρρύθμισης. Αυτό ανήκει σε ένα πα­λιό, μακρινότερο παρελθόν. Τώρα πρόκειται για τη συγχώνευση τους μέσα σ’ αυτό το ίδιο το σύστημα, τη μετατροπή τους σε αιχμή ετού­του εδώ του συστήματος στο μπλοκάρισμα και στην άρνηση μιας οποιασδήποτε ουσιαστικής προοδευτικής εξέλιξης και απελευθέρω­σης της εργατικής τάξης. Αρνούνται συστηματικά και επίμονα το πιο απλό, το πιο βασικό καθήκον: τη συγκρότηση του προλεταριάτου σε τάξη της διεκδίκησης αυτών που πραγματικά του ανήκουν. Αυτός εί­ναι ένας ρόλος που παίζεται συστηματικά και έχουν πολύ περισσότε­ρα μέσα, πολύ περισσότερα συμφέροντα απ’ αυτά που είχαν στα χέ­ρια τους μια προηγούμενη περίοδο. Απ’ αυτή την άποψη δεν φτάνει, είναι ανεπαρκέστατο το (δώμα αυτού του χώρου σαν απλά μεταρρυθ­μιστικού και ρεφορμιστικού χώρου, κι αν θέλετε ακόμα και η κριτική για μια μικροαστικοποίησή του.

 

Η ΑΡΝΗΣΗ ΜΙΑΣ «ΑΛΛΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ»

Θα μιλήσουμε όμως και μια άλλη άρνηση που υπάρχει στις μέρες μας. Αποτελεί την άρνηση μιας άλλης αριστεράς -που θέλει να μιλάει και με το προσδιοριστικό «άλλη αριστερά»- αν θέλετε και για την άρ­νηση του εναλλακτικισμού. Ποια είναι τα βασικά σημεία αυτής της άρ­νησης. Δεν διαφέρει όσον αφορά τον ουσιαστικό της πυρήνα απ’ αυ­τά που αναφέραμε. Ακόμα, το σχέδιο είναι πολύ «μικρό», φτηνό. Απο­τελεί στην ουσία του την προσπάθεια ενός πολιτικού προσωπικού που κινείται στα περιθώρια της επίσημης πολιτικής να ενσωματωθεί και να αναρριχηθεί στην επίσημη πολιτική σκηνή, χρησιμοποιώντας την υπαρκτή κατάσταση ενός υπολογισμένου και προσδιορισμένου ακόμα και εκλογικά 3-4% σε όλες τις δυτικές κοινωνίες και που έδει­ξε την ύπαρξη του και στη χώρα μας. Απ’ αυτή την άποψη όλο το σχέδιο είναι αυτό και όλα τα διάφορα εγχειρήματα αρχίζουν και τε­λειώνουν σ’ αυτό. Δεν έχει καμία σχέση η σημερινή επιχείρηση έκ­φρασης αυτού του χώρου και στις δύο εκφράσεις του, μ’ αυτό που έκφρασαν πριν από δέκα χρόνια για παράδειγμα τα κινήματα των πράσινων, των αυτόνομων κλπ. Εχει κυλήσει πολύ νερό στ’ αυλάκι και έχουν δρομολογηθεί διάφορες εξελίξεις ώστε να μην συμβαίνει κάτι τέτοιο σήμερα. Κυρίως, έχει μεταστραφεί εντελώς το ιδεολογικό και πολιτικό κλίμα. Δεν πρόκειται για ευχάριστη εξέλιξη. Σ’ όλη την Ευρώπη υπάρχουν δύο πτέρυγες που προσπαθούν να διαχειριστούν, να εκφράσουν, να διαμεσολαβήσουν αυτό το 3-4%. Η μία πτέρυγα αφορά το εναλλακτικό και το πράσινο που έχει μια ορισμένη πορεία που είναι αρκετά γνωστή, ειδικά στη Δ. Γερμανία, κι απ’ την άλλη με­ριά είναι κάποια «άλλη αριστερά» που έχει καταβολές από το χώρο του 1968, με κάποιες προσκολλήσεις από τμήματα του ρεφορμισμού που σε μια ορισμένη πορεία βρέθηκαν εκτός των λογαριασμών της επίσημης αριστεράς.

Στη χώρα μας αναπτύσσεται ένας ανταγωνισμός (που δεν μένει σε πολιτικά πλαίσια) ανάμεσα στις δύο πτέρυγες σχετικά με το ποια από τις δύο θα κατορθώσει να διαμεσολαβήσει το 3-4%, ποια θα καρπωθεί την θεσμική-κοινοβουλευτική εκπροσώπηση του. Έτσι ακού­με για «σύγκλιση του κόκκινου και του πράσινου» από Μπανιά, ΕΑΣ, ΕΚΚΕ κλπ, ενώ οι οικολόγοι απορρίπτουν το «κόκκινο» και κάθε ανα­φορά στην αριστερά. «Σύγκλιση κόκκινου και πράσινου» προτείνεται απ’ τη μια και «ανάπτυξη οικολογικού κινήματος» προτείνεται απ’ την άλλη. Για να πάει πού, σε ποια κατεύθυνση, είτε στη μια είτε στην άλλη περίπτωση;

Σ’ αυτό το θέμα, όσες φορές κι αν ρωτήσετε υπάρχει μια κατα­πληκτική ασάφεια, που αυτή η ασάφεια δεν είναι τυχαία. Υπάρχει το παραμύθι του «δεν χρειαζόμαστε απόψεις, δεν χρειαζόμαστε θέσεις, δεν χρειαζόμαστε προγράμματα. Χρειάζεται μονάχα σύγκλιση εδώ και τώρα για να προωθήσουμε αυτούς τους αγώνες». Τελεία και παύλα. Αυτή η τεχνητή, αυτή η καλλιεργούμενη ασάφεια πάει μια χαρά, έρχε­ται κουτί, σ’ όλο αυτό το σχέδιο της διαμεσολάβησης και της ενσω­μάτωσης ενός συγκεκριμένου πολιτικού προσωπικού. Είναι μια επιχεί­ρηση που βρίσκει γενικά σύμφωνη -και γι’ αυτό και προβάλλεται- την αστική τάξη, την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Γι αυτό είναι κα­ταπληκτική η προβολή τέτοιων απόψεων, τέτοιων αντιλήψεων, αυτής της στάσης και της πραχτικής. Σε άλλες περιόδους (74-81) που χιλιάδες άλλος κόσμος ασχολιόταν, δραστηριοποιόταν και κινητοποιό-ταν, δεν ε(χε καμιά προβολή στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, σε πε­ριοδικά σε εφημερίδες κλπ. Είναι κραυγαλέα η προσπάθεια σήμερα να στραφεί ένα δυναμικό προς τέτοιες ακίνδυνες λύσεις γι’ αυτό το σύστημα. Υπάρχει όμως ακόμα ένα σοβαρό ζήτημα που πρέπει να ει­πωθεί. Ποιες είναι οι διαφορές αυτών των εγχειρημάτων στις δυο εκ­δοχές τους από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία; Αυτό είναι ένα ερώτημα που πρέπει να απευθυνθεί καθαρά πλέον γιατί και οι δύο εκδοχές συμπεριφέρονται σε μεγάλο βαθμό συμπληρωματικά με την σοσιαλδημοκρατία, λες και υπάρχει ένας καταμερισμός ρόλων. Οι δια­χωριστικές γραμμές προς την σοσιαλδημοκρατία αδυνατίζουν όλο και περισσότερο. Μήπως αδικούμε το πολιτικό προσωπικό αυτών των δύο χώρων;

Εμείς θα αναφέρουμε ορισμένα στοιχεία που μας οδηγούν στην παραπάνω διαπίστωση.

α) Ο κοινός τόπος του ευρωπαϊσμού. Ο ευρωπαϊσμός είναι ένα κοινό στοιχείο με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Οι νέοι συσχετι­σμοί στην Ευρώπη, ακόμα και μέσα από τη ριζοσπαστική τους εκδοχή των εργατικών αγώνων μέσα στην Ευρώπη, μπορούν να συναντηθούν και συναντιούνται πραχτικά σε μια σειρά ζητήματα με όλο το σχέδιο του «ενιαίου κοινωνικού χώρου» της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Η πάλη ενάντια στις αρνητικές συνέπειες του ’92 μονάχα… και στα­ματάει εκεί. Το σχέδιο της πάλης ενάντια στην ΕΟΚ και το ’92 είναι κάτι εύκολα αφομοιώσιμο. Και μπαίνει ένα ερώτημα: το γιατί δεν γίνο­νται συγκεκριμένοι προσδιορισμοί ώστε να μην αφομοιωθεί μια κίνηση, μια αντίσταση, από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία;

β) Ο μεταρρυθμισπσμός είναι ένα κοινό στοιχείο και της σοσιαλ­δημοκρατίας και αυτών των χώρων. Είτε γιατί είναι αδύνατο ή δεν εί­ναι επίκαιρο το ζήτημα της επαναστατικής προοπτικής, είτε γιατί «να τι αποτελέσματα έδωσε η επανάσταση», είτε στο στυλ του Μπανιά πως πρέπει να υπάρχει «δημοκρατικός δρόμος» και αν δεν είναι δη­μοκρατικός ο δρόμος δεν μπορεί να υπάρξει σοσιαλισμός -δημοκρατι­κός δρόμος με την έννοια των μεταρρυθμίσεων και του αστικού κοινοβούλιου. Ακόμα και η αυτοδιαχείριση και η αποκέντρωση έχει αρκε­τά κοινά χαρακτηριστικά και δεν δημιουργεί εκείνες τις απαραίτητες διαφοροποιήσεις και διαφορές κι αντιπαράθεση με την ευρωπαϊκή σο­σιαλδημοκρατία.

γ) Η αποδοχή διαφόρων χρηματοδοτήσεων από αυτό το κράτος που υπάρχει και από τους θεσμούς που έχει δημιουργήσει και από όλο αυτό το πλέγμα κοινωνικού κράτους, δείχνει ακριβώς πως δεν υπάρχει ανεξαρτησία σ’ αυτό το ζήτημα.

δ) Η άρνηση των παραδόσεων του εργατικού κινήματος σε δύο εκδοχές, είτε με τον καθαρόαιμο αστικό αντισταλινισμό, είτε με τη θεωρία του «άλλου κινήματος» και με τον εναλλακτικισμό.

ε) Η θετική στάση απέναντι στο πείραμα Γκορμπατσώφ. Εχουμε ακούσει πολλές τέτοιες τοποθετήσεις πριμοδότησης όλων των κινή­σεων που κάνει ο Γκορμπατσώφ.

Αυτά πιστεύουμε ότι είναι μερικά σημεία αρκετά κοινά με τη σο­σιαλδημοκρατία και υπάρχουν ορισμένα γεγονότα που κατά την άπο­ψη μας δεν είναι τυχαία. 1) Μιλήσαμε για την προβολή που κάνουν. 2) Υπάρχουν και γέφυρες ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία και σ’ αυ­τούς τους χώρους. 3) Υπάρχει ακόμα και στελέχωση με κόσμο που υπηρέτησε με όλους τους δυνατούς τρόπους τη σοσιαλδημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ εδώ στη χώρα μας. Υπάρχουν ακόμα πολλές κριτικές υποστηρίξεις τα τελευταία χρόνια προς το χώρο του ΠΑΣΟΚ κι ακό­μα, υπάρχει όσον αφορά το χώρο της «Αριστερής Πρωτοβουλίας» μια κραυγαλέα έλλειψη μιας ουσιαστικής κριτικής προς το ΠΑΣΟΚ. Απ’ όλα αυτά τα στοιχεία, απ’ όλες αυτές τις παρατηρήσεις μπορεί κα­νείς να βγάλει ορισμένα συμπεράσματα. Εδώ υπάρχει και μια πραχτική, γιατί όταν ανεμίζουμε τη σημαία «δεν χρειάζεται πρόγραμμα, αρκεί να προχωρήσει η σύγκλιση» γενικά κι αόριστα, πρέπει να δούμε και ποια είναι τα έργα του ανεμίσματος αυτής της σημαίας. Για να δούμε λίγο από τι αποτελείται η Αριστερή Πρωτοβουλία. Πρώτα-πρώτα απ’ τον χώρο του ΚΚΕεσ.-ΑΑ Ας πούμε ότι είναι ένας πολιτικός χώρος με τον οποίο θα μπορούσε και κάποιος να συνεργαστεί. Ομως γι’ αυ­τό που λέγεται γενικά αριστερό, γι’ αυτούς που προσπάθησαν 15 χρόνια να οικοδομήσουν κάτι άλλο δεν είναι και τόσο τιμητική αυτή η συνάντηση. Θα’ πρεπε να βάζει μια σειρά από προβλήματα αυτή η συνάντηση. Αλλά ας το αφήσουμε αυτό γιατί μπορεί να δικαιολογηθεί σαν μια κίνηση μιας διαφοροποίησης σε μια μετεξέλιξη που βρίσκεται κλπ, κλπ. Υπάρχει ο χώρος του ΕΚΚΕ. Για όσους έχουν λίγη μνήμη, θα θυμούνται ότι το ΕΚΚΕ όλο το πρώτο διάστημα του ΠΑΣΟΚ, ήτα­νε χρηματοδοτούμενο από το ΠΑΣΟΚ, έπαιρνε μέρος σ’ όλες τις συ­γκεντρώσεις του ΠΑΣΟΚ, χαιρέτιζε όλες πς εκδηλώσεις του ΠΑΣΟΚ, και για όποιον έχει κάποια σχέση με αυτό που λέγεται εξωκοινοβου­λευτική αριστερά, είναι άκρως δυσφημιστική η σύγκλιση με την Μπι­στική κατάσταση. Και τι εκφράζε, τι εκφράζει, ποιον κόσμο; Γιατί αυ­τή η επιλογή; Ποια ανάγκη την προσδιόρισε; Γιατί έγινε; Αυτό το πράγμα δείχνει με ποιον τρόπο εφαρμόζεται αυτή η σύγκλιση. Αλλά και ο Μπανιάς βέβαια ήταν ένας από τους βασικούς υποστηριχτές της λύσης ΠΑΣΟΚ. Αν σήμερα ξεχνάνε -και σκίζουν τα ιμάπά τους για την ανατροπή- ήταν μια βασική συνιστώσα της «συνάντησης του κομμουνιστικού κινήματος και του αυθεντικού σοσιαλιστικού κινήματος που ήταν το ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα». Ολο τον πρώτο καιρό της διακυ­βέρνησης μέχρι το ’85 δεν υπήρξε κάποια διαφοροποίηση στο ζήτημα αυτό απ’ τη μεριά του ΚΚΕεσ. και ειδικά του Μπανιά. Ακόμα, ο χώ­ρος της ΕΑΣ -όπου γενικά έχει αποδεχτεί μια πλατφόρμα που δεν ξεχωρίζει καθόλου από μια τροτσκιστική πλατφόρμα άρνησης οποιασ­δήποτε πάλης ενάντια σ’ αυτό που θα λέγαμε ιμπεριαλισμό, υπονό­μευσης οποιασδήποτε ουσιαστικής διαδικασίας για κάτι τέτοιο- ανέβα­σε σε νέο επίπεδο την αρχή της «να κάνω πολιτική με οποιονδήποτε τρόπο και με οποιοδήποτε μέσο, φτάνει να μπορώ να φτάσω στο αποτέλεσμα που έχω θέσει». Πρόκειται για μια πολύ επικίνδυνη πρα-χτική και στάση που δεν βοηθάει καθόλου στο να μπορέσει κανείς να οδηγηθεί σε μια άλλη πιο ουσιαστική κατάσταση.

Επίσης, θα πρέπει να πούμε κάτι και για τον χώρο της Β’ Πανελ­λαδικής. Οσον καιρό γινόταν μια προσπάθεια τα πρώτα χρόνια ΠΑΣΟΚικής διακυβέρνησης, απείχαν συστηματικά απ’ το να σηκώσουν μαζί με άλλους συντρόφους το βάρος του ανοίγματος κάποιων μετώπων σε διάφορους κοινωνικούς χώρους. Τους απασχολούσε η κριτική θεωρητικών ζητημάτων, τους απασχολούσε έντονα η επιστημολογία και κορόιδευαν όλους όσους προσπαθούσαν να κάνουν κάτι άλλο. Μάλιστα, κορόιδευαν γενικά και έκφραζαν μια πλακίτσα για τις δημι­ουργίες κομμάτων, οργανώσεων κλπ. Μέσα σε εννέα μήνες κατόρ­θωσαν τα εξής: πρώτα, συναντήθηκαν με το χώρο που εκφραζόταν από τη ΣΣΕΚ που είχε έντονες σχέσεις με το ΠΑΣΟΚ απ’ ότι φάνη­κε και στην πορεία, παρόλο που μια ορισμένη στιγμή έκφρασαν μια διαφοροποίηση. Ηταν η περίοδος όπου γενικά στους χώρους της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς αντιμετωπίζεται με δέος η δραστη­ριότητα του κ. Μπακιρτζή που μπόρεσε να μπει από τον εξωκοινο­βουλευτικό χώρο στο ΠΑΣΟΚ, να δημιουργήσει μια ορισμένη κατά­σταση, να φύγει από το χώρο του ΠΑΣΟΚ και να έχει κάποιες οργα­νωμένες δυνάμεις. Κι αυτό προβαλλόταν από διάφορους «σημαντι­κούς» ανθρώπους του κόσμου της αριστεράς και θαυμαζόταν, θεω­ρούνταν ένα μεγάλο επίτευγμα κάτι τέτοιο. Την ίδια εποχή που φτιάχνεται το Εργατικό Μέτωπο, είναι η εποχή όπου ο χώρος της ΣΣΕΚ και γενικά ο κ. Μπακιρτζής συνδιαλεγόταν με την ΠΑΣΚΕ μέσα στη ΓΣΕΕ. Ηταν γνωστή δηλαδή αυτή η ιστορία. Παρόλα αυτά «είμαστε υποχρεωμένοι να συζητάμε και να πρέπει να βρούμε κοινές θέσεις και βάσεις για να προωθηθεί μια ορισμένη διαδικασία». Μετά φτιάχτηκε αυτό το Εργατικό Μέτωπο. Έπρεπε οπωσδήποτε να φτιαχτεί ένας φο­ρέας. Αυτό το αναφέρουμε σε αντιδιαστολή με την κριτική δημιουρ­γίας οργανώσεων και κομμάτων. Δεν μπορούσε όμως να υπάρχει απλά Εργατικό Μέτωπο, έπρεπε να δημιουργηθεί και το Εργατικό Κόμμα. Κι όταν το Εργατικό Κόμμα λίγο πριν τις εκλογές απέκλεισε τη λύση Τρίτση -γιατί ο Τρίτσης δεν το θέλησε- βρήκε το πλαίσιο και κατέβηκε σαν Άμεση Δημοκρατία μαζί με τον Γλέζο, τότε οι επιστημολόγοι ανακάλυψαν το που οδηγεί αυτή η λύση και αποχωρήσανε. Κι ενώ αποχωρήσανε και θα ήταν πολύ πιο σεμνό να κάνουν μια αυ­τοκριτική και να αναμένουν για κάποιες άλλες καλύτερες επιλογές, προσχωρήσανε αμέσως στο εγχείρημα ΕΑΣ για να ξαναβρεθούν μετά από λίγο εκεί απ’ όπου έφυγαν, δηλαδή στο χώρο του Μπανιά. Αυτό το πράγμα δεν δείχνει μια πολιτική διορατικότητα. Η ερμηνεία που μπορεί να δώσει κανείς σ’ αυτή την πολιτική συμπεριφορά των κύ­κλων που προέρχονται από τη Β’ Πανελλαδική -και που τους αρέσει να μπαίνει αυτή η υπογραφή σε διάφορες ανακοινώσεις κλπ- είναι ότι έχουν πιάσει κι αυτοί το μήνυμα των καιρών, της διαμεσολάβησης αυτού του 3-4% που λέγαμε πριν και θέλουν να είναι κι αυτοί εκεί. Θέλουν να είναι με οποιονδήποτε τρόπο μέσα σ’ αυτό το πράγμα.

Οσον αφορά το χώρο του εναλλακτικισμού, του πράσινου κλπ, τα πράγματα είναι πιο καθαρά γιατί και οι ίδιοι θέλουν να βάλουν μια διαχωριστική γραμμή με οτιδήποτε έχει σχέση με την αριστερά. Το λάθος που κάνουνε -κι εκεί είναι που θα δούνε τα μεγαλύτερα προ­βλήματα αύριο μεθαύριο- είναι ότι νομίζουν ότι αυτό που φέρνουν επειδή «γυαλίζει» απαντάει στα ουσιαστικά ζητήματα. Η στάση τους είναι αρκετά αλαζονική, πλασσάρονται -όπως λένε κι οι ίδιοι- σαν η μόνη ολιστική φιλοσοφική θεώρηση και άποψη που αρνείται κάθε δια­χωριστική λογική της εργατικής τάξης, του σοσιαλισμού κλπ, κλπ, όλα αυτά που «ανήκουνε στο σκουπιδοντενεκέ της ιστορίας» και είναι κάποιοι καινούργιοι πράσινοι και κάποια καινούργια ιδέα που βλέπει τη βασική αντίθεση -τη σχέση μεταξύ ανθρώπου περιβάλλοντος και φύσης- και τον τρόπο που λύνεται ή οικοδομείται ένα ορισμένο σύ­στημα γύρω απ’ αυτό, και που αυτό είναι το κύριο και το βασικό όλων των προβλημάτων που υπάρχουνε σήμερα σε όλο τον πλανήτη. Δεν θα επεκταθούμε σ’ αυτό τον χώρο, πιστεύουμε ότι πρέπει να ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση γιατί έτσι κι αλλιώς έχουνε το πάνω χέρι και το προβάδισμα όσον αφορά το ποιος θα εκπροσωπήσει πε­ρισσότερο αυτό τον χώρο που λέγαμε. Αυτό στο οποίο πρέπει να συνηθίσουμε είναι ότι και στην Ελλάδα θα έχουμε το φαινόμενο στην πορεία της ευρωποποίησής μας να υπάρξει ακόμα και κοινοβουλευτι­κή εκπροσώπηση τέτοιου είδους.

Κατά την άποψη μας, δεν θα προκύψει απ’ αυτό το πράγμα κάτι ουσιαστικό. Κι αυτό θα φανεί στη συνέχεια. Η ίδια η ζωή, η ίδια η πραχτική θα το δείξει. Δεν χωράμε κι ούτε μπορεί να χωρέσουμε σε μια απ’ αυτές τις δυο καταστάσεις. Δεν θεωρούμε καθόλου κακό την ρνηση μας να χωρέσουμε σε μια απ’ αυτές τις δύο καταστάσεις, γιατί και οι δύο είναι σημαδεμένες από κάποια χαρακτηριστικά τα οποία αδυνατούν να φέρουν στην επιφάνεια τα βασικά προβλήματα και να κινηθούνε έξω από το πρόβλημα του 3-4% που αναφέραμε. Υπάρχει μια συστηματική αδιαφορία και περιφρόνηση της υπόλοιπης κοινωνίας πέρα απ’ αυτό το 3-4%. Αυτή η περιφρόνηση κι αυτή η αδιαφορία έχει πάρει έναν προγραμματικό χαρακτήρα για όλες αυτές τις αναζητήσεις. Και δεν μικρομεγαλίζουμε να πούμε ότι εμείς ενδια­φερόμαστε για τις πλειοψηφίες κλπ. Έχουμε σαφέστατη επίγνωση της κατάστασης μας και των προβλημάτων που υπάρχουνε γενικά. Αλλά δεν μας ενδιαφέρει η περιχαράκωση σε κάποιον μικρόκοσμο σήμερα.

Στο χώρο της αριστεράς αναφέρονται και άλλες καταστάσεις. Και θα πούμε λίγα λόγια για δύο απ’ αυτές τις καταστάσεις.

Η πρώτη αφορά τις οργανώσεις της ένοπλης βίας: Εχουνε γίνει πια μόνιμοι αρθρογράφοι των αστικών εφημερίδων. Ο θορυβώδικος τρόπος για να κάνουνε πολιτική με την προνομιοποίηση μιας μορφής πάλης που δεν μπορεί να καλύψει το αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι σιωπές τους είναι περισσότερες από τις αποκαλύψεις που νομίζουν ότι κάνουν. Οι αποκαλύψεις που κάνουν είναι πράγματα πασίγνωστα και στον τελευταίο Ελληνα. Οι σιωπές τους όμως -μιας και μιλάνε στο όνομα του επαναστατικού κλπ κινήματος- είναι πολλές, μεγάλες και κραυγαλέες: για τη διεθνή κατάσταση, για τον Γκορμπατσώφ, για το τι απέγινε με τα κινήματα τέτοιου είδους σε όλη την Ευρώπη, για τις διάφορες καταστάσεις που υπήρξαν εντός και εκτός της Ελλά­δας. Και εδώ υπάρχει μια άλλη αλαζονεία, η αλαζονεία της τέταρτης δύναμης, όπου πέρα απ’ το ότι μπορεί να δημιουργεί κάποια προβλή­ματα σ’ όποιον μπορεί να έχει μια ίδια επιλογή γύρω απ’ τις εκλογές, μια (δια πραχτική στάση, που μετά βγαίνουν και καπελώνουν οποιον­δήποτε έχει μια άποψη για άκυρο ή λευκό, υπάρχει από τη μεριά τους ένα συστηματικό καπέλωμα όλων των προσπαθειών που γίνανε στην Ελλάδα από το 74 μέχρι σήμερα. Ετσι όπως παρουσιάζουν τα πράγματα φαίνεται ότι από το 74 μέχρι σήμερα το μόνο πράγμα που υπήρξε ήταν οι ενέργειες τους ενάντια στο σύστημα, την αμερικανοκρατία, τη λούμπεν μεγαλοαστική τάξη κλπ. Σαν να μην υπήρξε κά­ποιο άλλο πράγμα, ειδικά στα χρόνια 74-81. Υπήρξαν συγκεκριμένες κινήσεις, συγκεκριμένα μαζικά κινήματα, συγκεκριμένοι πολιτικοί χώ­ροι που προσπάθησαν να δώσουν -όσο έδωσαν- να συμβάλλουν σ’ αυτή την ανάπτυξη. Δεν καλύπτεται η ιστορία των 15 χρόνων μονάχα απ’ το πότε και το αν παίρνουνε κάποιες πρωτοβουλίες -όπως τις παίρνουνε. Επίσης, δεν παρουσιάζει καμία πρωτοτυπία η ανάλυση τους, δεν κάνουν καμία σοβαρή επισήμανση, επιδίδονται σ’ έναν άκρατο αντισταλινισμό και φυσικά, ακολουθώντας τις μόδες τις επο­χής φλυαρούν για άμεσες δημοκρατίες και για αυτοδιαχειρίσεις.

Για τις οργανώσεις μαρξιστικού-λενινιστικού χώρου. Καλώς ή κα­κώς -αυτό πρέπει να ειπωθεί- απ’ ότι γνωρίζουμε είναι οι μόνες που αρνήθηκαν τη χρηματοδότηση. Αυτή τη «φιλανθρωπία» που κάνανε τα μεγάλα κόμματα να δώσουν 50 εκατομμύρια (852 δρχ σε κάθε ψήφο) σε όλους τους σχηματισμούς που κατέβηκαν στις προηγούμενες εκλογές. Κι εδώ υπάρχει ένα παράδοξο: πώς ο χώρος μιας ορισμέ­νης «πολιτικής καθυστέρησης» όπως τον χαρακτηρίζουν άλλοι κρατά­ει μια τέτοια στάση γύρω από αυτό το θέμα, και πώς ο σύγχρονος, ο ριζοσπαστικός, ο εναλλακτικός κλπ χώρος κρατάει μια άλλη στάση, πιο «ευρωπαϊκή», πιο «μέσα στα πράγματα», πιο «in». Αυτό το λέμε για να έχει κάποια βάση κάθε κριτική που γίνεται αλλά και για να ανα­πτυχθούν ορισμένα κριτήρια. Για μας θα ήταν το λιγότερο να αρνηθεί κανείς αυτή την επιχορήγηση. Βέβαια μπορεί να βρει κανείς επιχειρή­ματα, γιατί ακόμα κι η συμμετοχή στις εκλογές επιβάλλει κάποια πράγματα όπως χαρτιά, παράβολα κλπ. Αλλά παρόλα αυτά δεν μπο­ρεί κανείς να μην επισημάνει αυτή τη στάση.

Το βασικό στοιχείο γι’ αυτές τις οργανώσεις είναι μια καθυστέρη­ση της πολιτικής τους άποψης, της πολιτικής τους γραμμής, των επεξεργασιών που χρειάζεται να γίνουν για τον διεθνή χώρο, για την Ελλάδα. Και επίσης, μια απομάκρυνση τους από τις διαδικασίες και τις διεργασίες που γίνονται μέσα στους διάφορους χώρους, μέσα σ’ ένα ορισμένο δυναμικό. Υπάρχει μια αρκετά κλειστή κατάσταση, «μην τυχόν και έρθει κάποιο μίασμα απ’ έξω και χαλάσει η δουλειά που σι­γά σιγά επιχειρείται». Ακόμα η μορφή και το περιεχόμενο έχει βιαστεί πολλές φορές από όλες αυτές τις οργανώσεις. Δεν προσφέρουν ση­μαντικά πράγματα στη σημερινή κατάσταση. Και μάλιστα όσο μεγαλώ­νει η διάσταση ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο, στο τι ουσια­στικά θα πούνε, στο πώς ανεμίζουν τις σημαίες, τίτλους κλπ, τόσο και περισσότερη ζημιά γίνεται για τη συσπείρωση ενός δυναμικού σε μια πολιτική βάση κάτι που είναι αναγκαίο στις σημερινές συνθήκες.

Τέλος, υπάρχει το ζήτημα της διαφοροποίησης της ΚΝΕ. Και πρέ­πει να ειπωθούν δυο λόγια και γι’ αυτό. Αναμφισβήτητα ήταν η πιο θετική διεργασία που συντελέστηκε το τελευταίο τετράμηνο. Μέσα σ’ αυτό το τετράμηνο αναζητήσεων, κυβερνητικών λύσεων, προτάσεων, τήρησης των συμφωνιών, μη τήρησης των συμφωνιών, μαζέματος και κουμπώματος του κόσμου γεννήθηκε αυτή η διαφοροποίηση. Δεν έχει τόση σημασία αν ήτανε επιλογή-θυσία του κομματικού μηχανισμού να τελειώνουν με την ΚΝΕ πριν τις εκλογές για να έχουν άλλοθι σε εν­δεχόμενη εκλογική αποτυχία. Το πιο βασικό είναι ότι ένα δυναμικό αρκετών εκατοντάδων ίσως και χιλιάδων ατόμων σήμερα βρίσκεται σε μια κατάσταση να αμφισβητεί τις βασικές επιλογές που κάνει ο χώ­ρος της επίσημης αριστεράς. Αυτό το δυναμικό θα μπορούσε με τη συνάντηση ενός άλλου υπαρκτού και πιο διάχυτου δυναμικού να δώ­σει ζωή σε καινούργιες αντιστάσεις σε καινούργιες διεργασίες στους διάφορους κοινωνικούς χώρους. Αυτή θα ήταν μια πολύ θετική εξέλι­ξη. Ομως μπορεί να σημάνει μια ουσιαστική απελευθέρωση δυνάμεων, αλλά μπορεί να σημάνει και «απελευθέρωση», εγκλωβισμό ενός κό­σμου σε κάποια μη ουσιαστικά ζητήματα. Το πιο αποφασιστικό ζήτημα σε σχέση με την διαφοροποίηση αυτή έγκειται στο εξής: θα αποτελέ­σει αυτή η διαφοροποίηση ένα στοιχείο που θα τροφοδοτήσει, θα δώ­σει περισσότερη έμφαση στο να βαθύνουν κάποια αντιαναδιαρθρωτικά, αντιΕΟΚικά, αντιϊμπεριαλιστικα χαρακτηριστικά ή αυτά τα χαρακτηριστικά -στην όποια μορφή υπήρχαν και εκφράστηκαν τα τελευταία δυο χρόνια ειδικά σε κάποιους σπουδαστικούς χώρους όπως τα έζη­σαν αρκετοί- ή θα ατονίσουν για αμφίβολες συγκλίσεις που πιθανά θα υιοθετήσει η διαφοροποίηση αυτή είτε για την επένδυση σε ψεύτικα διλήμματα, στη δημιουργία φορέων, είτε στην ανάγκη να προωθηθεί η αντιπαράθεση ακόμα στο χώρο του ΚΚΕ. Τα πρώτα βήματα της διαφοροποίησης ή του «ρεύματος» φέρνουν πάνω τους τη σφραγίδα του τακτικισμού, των χειρισμών, της έλλειψης -κάθε αναφοράς στην πολιτική γραμμή και φυσικά την αποφυγή κάθε αυτοκριτικής.

Όσον μας αφορά. Γενικά είμαστε προγραμματικοί. Με ποια έννοια; Είμαστε υπέρ μιας προγραμματικής σύγκλισης. Είμαστε υπέρ δηλαδή του να βρεθεί ένα δυναμικό, να συναντηθεί στη βάση κάποιων προ­γραμματικών στοιχείων. Αυτά που αναφέραμε σαν βασικά χαρακτηρι­στικά μιας σύγχρονης αριστεράς μπορούν να είναι τα βασικά προ­γραμματικά στοιχεία μιας τέτοιας σύγκλισης. Δεν μας ενδιαφέρει κά­ποια ευκαιριακή αντιμετώπιση των όποιων ζητημάτων. Βασικά -αν θέ­λετε- προχωράμε μόνα μας. Αυτό δεν είναι και τόσο κακό, αν στο μόνα μας υπάρχει μια επίγνωση των καταστάσεων κι αν κάθε φορά που προκύπτει η ανάγκη κα που υπάρχουν α συνθήκες δίνει κανείς όλες του τις δυνάμεις για να συναντηθεί, να συζητήσει, να προωθή­σει μαζί με ένα δυναμικό αυτά τα θέματα τα οποία θεωρούμε βασικά.

Στη μικρή ιστορία μας έχουμε δείξει ότι δεν είμαστε κλειστοί κι ότι μπορούμε να προωθήσουμε μαζί με άλλες συλλογικότητες μαζί με άλλες οργανώσεις διάφορα ζητήματα από τα πιό γενικά ως τα πιο ει­δικά. Ακόμα στο ζήτημα αυτό μπορεί κανείς να εξηγήσει έστω και εκ των υστέρων σήμερα μια στάση που δημιούργησε ανατριχίλες σε με­ρικούς όταν το ’87 είμαστε υπέρ εκείνου του περίφημου ψηφίσματος στην ΕΦΕΕ μαζί με την ΚΝΕ. Οταν δηλαδή από τότε βλέπαμε τη δυ­νατότητα να υπάρξει μια ορισμένη συνεννόηση, μια ορισμένη σύγκλι­ση ενός δυναμικού που βρίσκεται εντός κι εκτός των κομμάτων. Εί­χαμε από τότε κάνει την επιλογή ότι πρέπει να υπάρχει μια ορισμένη πολιτική που να μπορεί να ξεμπλοκάρει ορισμένες καταστάσεις, κι όχι να δημιουργεί διαχωρισμούς εκεί που δεν βοηθάει σε τίποτα η δημιουργία διαχωρισμών. Απ’ αυτή την άποψη ακούσαμε πολλά: ότι είμασταν «ουρά» της ΚΝΕ, ότι παίζαμε το παιχνίδι της ΚΝΕ, ότι… Ακό­μα όταν τολμήσαμε να πάμε σε μια συγκέντρωση της ΚΝΕ που μας είχε καλέσει στη Νομική, ακούσαμε τα μύρια όσα. Σήμερα όλοι γενικά τρέχουν να προλάβουν την ΚΝΕ. Τρέχουν νάχουν καλές σχέσεις με την ΚΝΕ, θέλουν σύγκλιση μαζί της. Δεν έχουν καθόλου μα καθόλου το πρόβλημα να πούνε κάτι για την προηγούμενη στάση τους. Αλλο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντιμετώπισης τους στα πράγμα­τα.

Λοιπόν, είναι αναγκαίο -κι αυτό θα το προωθήσουμε όσο πιο γρή­γορα γίνεται μετά τις εκλογές- να ανοίξει μια ουσιαστική διαδικασία για το ζήτημα μιας σύγχρονης αριστεράς στον τόπο μας. Αυτό ανα­γκαστικά πρέπει να γίνει πέρα και κόντρα στα διάφορα καθοδηγητικά κέντρα που υπάρχουν στους χώρους που αναφέραμε προηγούμενα. Δεν μπορεί να υπάρχει η παραμικρή αυταπάτη ότι η από κοινού με αυτά τα καθοδηγητικά κέντρα, σύγκλιση σε διάφορα ζητήματα μπορεί να προάγει το ζήτημα μιας ουσιαστικής οικοδόμησης ενός άλλου ρεύματος. Είναι εντελώς διαφορετικό το πρόβλημα του να υπάρξει μια κοινή βάση και πορεία σε συγκεκριμένα ζητήματα κι είναι εντελώς διαφορετικό το με ποια οπτική, με ποιον τρόπο, με ποια αντίληψη θα θελήσουμε να ανοίξει αυτή η διαδικασία κι αυτή η διεργασία μέσα στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής κλπ αριστεράς.

Κι εδώ μπαίνει ένα ζήτημα. Τα διάφορα καθοδηγητικά κέντρα, οι διάφοροι ολιγομελείς πυρήνες ανθρώπων, που βρίσκονται επικεφα­λής οργανώσεων, κομμάτων που λύνουν και δένουν διάφορα ζητήμα­τα, αυτοί που παρουσιάζουν την πρόταση και που έχουν βρει τρό­πους για να εγκριθεί (χωρικές καταστάσεις), είτε με το καλό, είτε με το κακό, είτε με το άγριο, είτε με την γιούχα κλπ, στηρίζονται σε ένα βασικό πράγμα: ότι έχουν την ανοχή ενός δυναμικού. Οτι ένα δυναμικό στο όνομα του «κάτι να γίνει» ανέχεται αυτή την κατάσταση. Πρώτον, γιατί δεν του προσφέρεται κάτι διαφορετικό και δεύτερον, γιατί υπάρχουν δυστυχώς -και πρέπει να ειπωθεί αυτό το πράγμα- πολύ χαμηλά πολιτικά και ιδεολογικά κριτήρια. Η ΠΑΣΟΚική περίοδος κι όλη η πορεία που υπάρχει στο σύγχρονο κόσμο συντελεί σε μια όλο και μεγαλύτερη αποϊδεολογικοποίηση του κόσμου και που γι’ αυ­τό το πράγμα και με την υποχώρηση κάποιων άλλων πολιτικών και ιδεολογικών χαρακτηριστικών που υπήρχαν τις προηγούμενες δεκαε­τίες κάνουνε πιο εύκολο το πέρασμα διάφορων τέτοιων προτάσεων και μεθοδεύσεων από αυτά τα καθοδηγητικά κέντρα.

Συνεπώς, η έκκληση που κάνουμε και γενικά η πρόταση την οποία θα απευθύνουμε το επόμενο διάστημα θέλει να πλησιάσει και να αγκαλιάσει ένα κόσμο εντός κι εκτός οργανωμένων καταστάσεων. Θέλει ακόμα να απευθυνθεί σε κόσμο που μπορεί να μην έχει καμιά σχέση με αυτό που λέγεται πολιτική, και ειδικά με το μικρόκοσμο του «χώρου». Αυτό για να γίνει δεν μπορεί να σημαδευτεί στη γέννηση του, στα πρώτα του βήματα, με την εμπλοκή αυτών των καταστάσε­ων που αναφέραμε προηγούμενα. Αν κανείς προσπαθήσει να το κά­νει μ’ αυτό τον τρόπο είναι βέβαιη η αποτυχία του. Δεν θα φτάσει πουθενά. Θα υπονομεύσει την ίδια την ουσία, το ίδιο το περιεχόμενο της προσπάθειας του. Συνεπώς, κάνουμε μια πολύπλευρη προσπά­θεια να προβάλλουμε ιδέες, απόψεις, προτάσεις να ανεβάσουμε τα κριτήρια που υπάρχουν σήμερα γενικά μέσα στον κόσμο της αριστε­ράς, να δημιουργήσουμε εκείνη την ψυχολογική, ιδεολογική και πολι­τική κατάσταση που να μην περνάνε οι διάφορες μεθοδεύσεις, τα διάφορα τερτίπια, ή και οι διάφοροι διασυρμοί σαν αυτούς που ανα­φέραμε προηγούμενα με τα εκλογικά κατεβάσματα που γίνανε. Και παράλληλα προσπαθούμε να συναντηθούμε με όλο εκείνο το δυναμι­κό που σήμερα εκείνο επιθυμεί να βρεθεί, να συζητήσει, να αποφασί­σει και να δοκιμάσει από κοινού. Είμαστε υποχρεωμένοι να δοκιμά­σουμε αρκετά απ’ αυτά που έχουμε πει μέχρι τα τώρα. Δεν νοιώθου­με καμιά μα καμιά πίεση να υπάρξει αυτή η σύγκλιση όπως γίνεται με τους τρέχοντες όρους. Είμαστε υπέρ μιας προγραμματικής σύγκλι­σης διαφόρων ομάδων, συλλογικοτήτων, ατόμων κλπ, είμαστε ενάντι­οι σε όλες αυτές τις μεθοδεύσεις που γίνονται το τελευταίο διάστη­μα έτσι όπως περιγράφτηκαν πριν, και πιστεύουμε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να προωθήσουμε αυτή την πρόταση μας μαζί με όποιον σήμερα την αποδέχεται και νομίζει ότι τον εκφράζει και τον καλύπτει. Εχουμε πλέρια συναίσθηση των δυνατοτήτων μας και των αδυναμιών που υπάρχουν. Δεν καλούμε σε τίποτα εύκολο κανέναν. Τα πράγματα δεν είναι εύκολα, αλλά δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν και δυνατό­τητες να γίνουν συγκεκριμένα και σημαντικά βήματα. Απ’ αυτή την άποψη έχουμε δώσει συγκεκριμένα δείγματα γραφής μιας διαφορετι­κής στάσης απέναντι σε όλα τα σοβαρά μεγάλα ή μικρά ζητήματα που υπάρχουν. Κι αν θέλετε πρέπει να κριθεί η στάση μας στις εκλο­γικές αναμετρήσεις το τελευταίο διάστημα. Πρέπει να εκτιμηθεί η ποιότητα μιας επαφής και μιας σχέσης που προσπαθούμε να οικοδο­μήσουμε με ένα δυναμικό που παρακολουθεί και στηρίζει την προσπά­θεια μας. Απ’ αυτή την άποψη νομίζουμε ότι ισχύει ξανά ένα κάλεσμα προς όλους σας να στηρίξετε και να συμβάλλετε σ’ αυτή την προ­σπάθεια που προσπαθήσαμε να αναπτύξουμε.

 

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

1.      Σήμερα πώς μιλάμε για κρίση του καπιταλισμού τη στιγμή που οι καπιταλιστές αυξάνουν συνεχώς τα κέρδη τους ανοίγοντας νέες αγορές σε δύση κι ανατολή, και απ’ την άλλη οι ελπίδες, τα οράματα κλπ, βρίσκονται σε οπισθοχώρηση.

2.      Είναι γεγονός πως ο σοσιαλισμός έχει δεχτεί καίρια χτυπήματα. Θέλω να βάλω το εξής ερώτημα: χρειάζεται μια κριτική για το αν ευ­θύνονται γι’ αυτά τα χτυπήματα και κάποιοι που διαχειρίστηκαν στο παρελθόν την υπόθεση του προχωρήματος του σοσιαλισμού; Γιατί κά­τω από την ταμπέλα του σοσιαλισμού υπήρχε η αύξηση της παραγω­γικότητας, υπήρχε μια γραφειοκρατικοποίηση μέσα στο κόμμα κλπ.

3.      Μια σύγχρονη αριστερά τι περιεχόμενο πρέπει να δίνει στην αντιΕΟΚική πάλη, στον αντιΕΟΚισμό;

4.      Μια σύγχρονη αριστερά απορρίπτει συνολικά την περεστρόικα ή ένα κομμάτι της;

5.      Ολα όσα ειπώθηκαν είναι γενικά σωστά. Ομως με δεδομένα αυτά που ειπώθηκαν για τα προβλήματα που υπάρχουν γενικότερα στο χώρο της αριστεράς, για την κατάσταση που υπάρχει στο χώρο της ιδεολογίας του κομμουνισμού, με ποιον τρόπο σκέφτεται η Α/συνεχεια να περάσει αυτές τις έννοιες στην εργατική τάξη και βέβαια, να δείξει κάποιο βαθμό αποτελεσματικότητας για το προχώρημα τους μέσα σ’ αυτές τις κοινωνικές δυνάμεις;

 

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

Οι ερωτήσεις δεν είναι εύκολες και πρέπει να συνηθίσουμε στο ότι δεν υπάρχουν ολοκληρωμένες απαντήσεις σε κάθε ερώτηση. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να πασχίσουμε να βρούμε απαντήσεις σ’ όλα αυτά που τέθηκαν. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από τα πιο εύκολα.

Για το ζήτημα της κρίσης. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε την κρί­ση σαν απλό αποτέλεσμα του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στην εργατική τάξη και το κεφάλαιο, παρόλο που οι αγώνες της εργατικής τάξης παίζουν συγκεκριμένο ρόλο στην επίσπευση ή στους τρόπους, τους ρυθμούς, την ένταση και το βάθος με το οποίο εκδηλώνεται η κρίση. Η κρίση πέρα από ένα γενικό κοινωνικό φαινόμενο, έχει συ­γκεκριμένα οικονομικά αίτια. Πρόκειται για ένα οικονομικό φαινόμενο που διαπερνά όλους τους ιστούς της κοινωνίας και δεν επιδέχεται -αυτό είναι το βασικό πράγμα- απλά μια οικονομική ρύθμιση. Επιζητεί μια πιο συνολική ρύθμιση. Θα πρέπει να μελετηθεί και η προηγούμε­νη οικονομική κρίση του 29-31 και να δούμε τι γέννησε σαν μορφές ρύθμισης για το ξεπέρασμα της και πρέπει να μελετήσουμε και τη σύγχρονη κρίση που κρατάει αρκετά χρόνια και να αναρωτηθούμε για ποιο λόγο δεν έχουν βρεθεί ακόμα τέτοιες μορφές ρύθμισης και ξε­περάσματος της. Η κρίση είναι ένα γεγονός κοινωνικό που έχει ένα συγκεκριμένο οικονομικό μέγεθος. Δεν αφορά το εάν απειλείται ή όχι η κυριαρχία της αστικής τάξης από το προλεταριάτο. Επίσης, πρέπει να πούμε πως δεν σημαίνει ότι υπάρχει κάποιος αυτοματισμός ανάμε­σα στην επίλυση της κρίσης και την εξαπόλυση κάποιων εργατικών αγώνων και επαναστατικών κινημάτων. Δεν υπάρχει αυτός ο αυτοματισμός, δεν υπάρχει ένας τέτοιος μηχανισμός, και δεν είναι σίγουρο πως κάθε φορά που υπάρχει μια οικονομική κρίση αυτό που θα γεν­νηθεί μετά δεν είναι μια ακόμα μεγαλύτερη εμπέδωση των καπιταλι­στικών σχέσεων παραγωγής, αλλά θα είναι η ανάπτυξη ενός πρωτο­φανέρωτου εργατικού κινήματος. Αυτό κρίνεται στην ταξική πάλη, αυ­τό κρίνεται απ’ τα εφόδια που έχει η εργατική τάξη, αν έχει γίνει μια δουλειά για να παίξει έναν ανεξάρτητο ρόλο ή όχι. Συνεπώς δεν πρέπει να μας παραξενεύει καθόλου το ζήτημα του αν αυτή τη στιγ­μή δεν απειλείται από κανέναν η αστική τάξη με την έννοια που τέ­θηκε και άρα αφού δεν απειλείται από κανέναν δεν είναι υπαρκτή η οικονομική κρίση.

Ακόμα περισσότερο, πρέπει να δούμε κάποια άλλα γεγονότα σύγ­χρονα που έχουν κάποια μεγάλη αξία αν κανείς κάνει μια μελέτη. Πρώτο: γιατί εκδηλώνεται πάνω κάτω στην (δια περίοδο η κρίση και στη Δύση και στην Ανατολή; Αυτό είναι ένα ερωτηματικό. Δεύτερο: γιατί αυτή η κρίση παίρνει μια τέτοια τεράστια διάσταση απόρριψης της εργατικής τάξης και πλατιών μαζών από την παραγωγική διαδικα­σία σε πλανητική κλίμακα και έχουμε τα φαινόμενα που είδαμε το τε­λευταίο διάστημα σε περεστρόικα κλπ, όπου ο κόσμος πεινάει, όπου ο κόσμος εισβάλει στα μαγαζιά για να βρει κάτι να φάει, πράγματα που περνάνε λιγάκι στα ψιλά και δεν τους δίνεται η πρέπουσα σημα­σία.

Από κει και πέρα το ερώτημα που πρέπει να μας απασχολήσει πε­ρισσότερο είναι το γιατί αφού δεν υπάρχει ένας ανατρεπτικός κίνδυ­νος, αφού το κίνημα γενικά δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση κλπ, γιατί δεν μπορούνε να δώσουνε μια ουσιαστική λύση στην παγκόσμια κρίση; Γιατί δεν μπορούνε να βρούνε μια ρύθμιση των ζητημάτων αυ­τών; Φταίει μονάχα το ζήτημα του οξύτατου ενδοαστικού και ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού που δεν βοηθάει σε κάτι τέτοιο; Υπάρ­χει και η διάσταση της παθητικότητας των μαζών απέναντι σε όλες τις προτάσεις και σε όλα τα σχήματα που προτείνονται από μεριάς των ιθυνουσών τάξεων; Κι ακόμα περισσότερο, υπάρχει ένα ερώτημα: τι φοβούνται και αρματώνονται τόσο πολύ και δημιουργούνε όλη αυτή την πανοπλία γι’ αυτό το κράτος και την οικονομία στο βαθμό που υπάρχει αυτή η σύγχιση κι αυτός ο αποπροσανατολισμός των μαζών; Είναι σίγουρο ότι δεν αισθάνονται στέρεο το έδαφος πάνω στο οποίο πατάνε.

Οσον αφορά τώρα το θέμα της αλληλεξάρτησης, του αντίίμπεριαλισμού, της ΕΟΚ κλπ και τι στόχους θα μπορούσε να σημαίνει αυτό: πρέπει να αναρωτηθούμε σε σχέση μ’ αυτό, του τι είδους κίνημα θέ­λουμε να οικοδομηθεί. Το ερώτημα μπορεί να μπει και μ’ έναν διαφορετικό τρόπο. Με ποια στρατηγική πρέπει να οικοδομηθεί ένα κίνημα εδώ στην Ελλάδα. Υπάρχουν δύο απαντήσεις. Η μία απάντη­ση είναι ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένα κίνημα το οποίο να προσπα­θήσει να θέσει το ζήτημα της απόσπασης, της απόσχισης της Ελλά­δας από τη μοντελοποίηση που επιβάλλει ο καπιταλισμός και ο ιμπε­ριαλισμός σήμερα κι άρα πρέπει να βρεθεί ένα κίνημα που να ψάξει τέτοιους δρόμους και να δημιουργήσει τέτοιους συσχετισμούς σ’ αυ­τή τη στρατηγική. Κι αυτός ο στρατηγικός στόχος δεν μπορεί να γί­νει χωρίς την ανατροπή της σημερινής κοινωνικο-οικονομικής κατά­στασης. Συνεπώς τίθεται καθαρά το πρόβλημα της εξουσίας σε μια τέτοια προοπτική. Και η άλλη απάντηση που υπάρχει είναι ότι είναι αδύνατος ένας τέτοιος στόχος, είναι αδύνατος ένας τέτοιος μετα­σχηματισμός στην Ελλάδα, δεν μπορεί να ιδωθεί το θέμα μιας επανα­στατικής ανατροπής σε μια χώρα και ειδικά σαν την Ελλάδα, και άρα αυτό που πρέπει να γίνει είναι να αποδεχτούμε γενικά τον ευρωπαϊ­κό χώρο σαν το βασικό χώρο όπου θα δημιουργηθεί ένας νέος συ­σχετισμός δύναμης ανάμεσα στην εργατική τάξη και το κεφάλαιο, και που όταν ωριμάσουν οι συνθήκες θα μπει συνολικά το θέμα μιας ανα­τροπής κλπ που θα έχει τουλάχιστον πανευρωπαϊκή κλίμακα. Για όσους έχουν παρακολουθήσει παλιότερες αντιπαραθέσεις έχει κάποια ουσία αυτή η αντιπαράθεση των δυο αυτών προτάσεων.

Οσο μας αφορά, από τη μελέτη του σύγχρονου κόσμου κι όχι επειδή υπάρχει γενικά ένα κείμενο του Λένιν του ‘15 που μιλάει για τη δυνατότητα του σοσιαλισμού σε μια χώρα, αλλά από τη μελέτη της σύγχρονης πραγματικότητας, από τον τρόπο με τον οποίο προ­ωθείται η καπιταλιστική αναδιάρθρωση, αλλά και από τους τρόπους και τα αδύνατα σημεία που έχει το ίδιο το ιμπεριαλιστικό σύστημα σή­μερα, είναι δυνατή η ρήξη κάποιων κρατικων-εθνικων οντοτήτων κά­τω από ένα λαϊκό κίνημα που θα έχει σαφέστατους στόχους. Και είναι ακόμα δυνατή η στήριξη αυτών των κρατικών και εθνικών οντοτήτων, της κλίμακας έστω της Ελλάδας, στον σύγχρονο κόσμο. Είναι τέτοι­ες α αντιθέσεις του συστήματος, είναι τέτοιες οι αντιθέσεις ανάμεσα στους διάφορους αντιδραστικούς, που κάνουν πιθανή μια τέτοια εκ­δοχή. Συνεπώς η απάντηση που δίνουμε εμείς είναι ότι πρέπει στα πλαίσια του αντίίμπεριαλισμού, στα πλαίσια του αντιΕΟΚισμού, στα πλαίσια της πάλης ενάντια στην αναδιάρθρωση να τεθεί ένας τέτοι­ος πολιτικός, στρατηγικός στόχος. Προσπαθούμε να οικοδομήσουμε ένα κίνημα που να θελήσει να αποσπάσει την Ελλάδα από την καπι­ταλιστική και ιμπεριαλιστική μοντελοποίηση. Κάτι τέτοιο είναι δυνατό στις σύγχρονες συνθήκες, κάτι τέτοιο μπορεί να στηθεί. Αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου ότι αυτό σώνει και καλά θα γίνει. Αλλά αν θέ­λετε, η καλύτερη συμβολή που θα μπορούσε να δώσει ένα επαναστα­τικό κίνημα στη χώρα μας, είναι η προσπάθεια να οικοδομήσει ένα τέτοιο κίνημα, γιατί αυτό το πράγμα θα βοηθούσε συνολικά, γιατί πρέπει να δούμε την αλληλεξάρτηση και τη διεθνοποίηση από την ανάποδη. Οτι δηλαδή η εξαπόλυση ενός μαζικού κινήματος σε μια περιοχή μπορεί να τροφοδοτήσει συγκεκριμένες αλληλεπιδράσεις και σε άλλες περιοχές.

Απ’ αυτή την άποψη δεν πρέπει να περιμένουμε κάποιους καλύτε­ρους συσχετισμούς σε ευρωπαϊκή κλίμακα, που αυτό εκχυδαϊζεται στο εξής πράγμα: να εξισωθεί η κατάσταση της εργατικής τάξης με την ευρωπαϊκή εργατική τάξη. Βάζουν αυτό το «σοβαρό» στόχο, και θέλουν μ’ αυτόν το «σοβαρό» στόχο να θεωρούνται ότι υπηρετούν μια άλλη αριστερά -της ανατροπής- κι αυτό σ’ ότι αφορά την πάλη ενά­ντια στην ΕΟΚ και το ’92 μεταφράζεται στο να «χωθούνε» κι αυτοί σ’ όλες τις προσπάθειες πανευρωπαϊκής σύγκλισης αντίστοιχων κατα­στάσεων, και διακήρυξη παράλληλα μιας χάρτας δικαιωμάτων των εργαζόμενων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο κλπ. Αυτός είναι ένας ιδιότυ­πος μεταρρυθμιστισμός μιας άλλης Αριστεράς που υπάρχει. Δεν μπο­ρεί, είναι κουτσούρεμα των στόχων που πρέπει να τεθούν σήμερα από μια προσπάθεια, να προσπαθούμε να εξομοιωθούμε στην εκμε­τάλλευση μας, να μειώσουμε το βαθμό εκμετάλλευση μας -και εδώ μπαίνει ένα ερώτημα αν θα μειωθεί πραγματικά ο βαθμός της εκμε­τάλλευσης από αυτή την εξίσωση ή όχι με κάποια ευρωπαϊκά στάνταρς. Αυτό καθόλου δεν σημαίνει άρνηση της πάλης για καλυτέρευ­ση του βιοτικού επίπεδου της εργατικής τάξης κλπ. Πάντως αυτή η στρατηγική οικοδομεί ένα διαφορετικό κίνημα. Οφείλει να έχει διαφο­ρετική στρατηγική και ταχτική. Οφείλει να δει το θέμα των συνεργα­σιών και των συμμαχιών διαφορετικά. Κι εδώ μπαίνει το ερώτημα που έγινε: αν αυτά είναι σε θέση κάποιος να τα κάνει σήμερα. Κι ακόμα περισσότερο αν είναι σε θέση να κερδίσει την εμπιστοσύνη κάποιων ευρύτερων λαϊκών εργαζόμενων δυνάμεων στα πλαίσια μιας τέτοιας προοπτικής.

Φτάνουμε στην πιο δύσκολη ερώτηση. Και είναι πιο δύσκολη όχι γιατί δεν μπορεί να απαντηθεί απόψε ανάμεσα μας. Αλλά είναι δύ­σκολη όταν προσπαθιέται να υλοποιηθεί ένας τέτοιος στόχος. Βαραί­νει πολύ και το εξωτερικό πλαίσιο που υπάρχει και οι ήττες που υπάρχουν στην Ελλάδα, αλλά βαραίνει ακόμα περισσότερο και η δια­πάλη που υπάρχει και η αδυναμία που είναι εμφανέστατη από όσους διατείνονται ότι προσπαθούν να συμβάλλουν στην απάντηση τέτοιων προβλημάτων. Συνεπώς το ερώτημα, είτε κανείς εμφανίζεται σαν κόμμα, σαν οργάνωση, σαν ομάδα, το έχει. Το να πειστεί ένας άν­θρωπος να μπει στην τροχιά μιας κίνησης που να προωθεί περίπου τέτοιους στόχους σαν αυτούς που περιγράψαμε είναι εξαιρετικά δύ­σκολη υπόθεση. Δεν πρόκειται για κάτι εύκολο. Αλλά δεν υπάρχουν διέξοδες διαφορετικές για τον κόσμο. Υπάρχουν μονάχα υποκατά­στατα. Συνεπώς αν υπάρξει μια παρατεταμένη προσπάθεια προσέγγι­σης της πραγματικότητας που έχει σήμερα ο εργαζόμενος κι ο νεο­λαίος σε όλους τους χώρους που βρίσκεται, αν αφεθούν κατά μέρος διάφοροι υπεριδεολογικισμοί και κατορθώσει κανείς να τριφτεί με τα πραγματικά προβλήματα που έχει και να μπορεί να παρουσιάσει και να επεξεργαστεί κάποιες θέσεις, κάποιες προτάσεις, κάποια διαφορε­τική στάση ζωής απέναντι στα κοινά προβλήματα κι όχι να λειτουργεί σαν κάτι διαφορετικό, σαν κάτι πάνω απ’ αυτόν, έξω από τα προβλή­ματα του, σαν ένα UFΟ το οποίο πολιτικολογεί γενικώς κι αορίστως γύρω απ’ τα πράγματα, κι αν αυτό το πράγμα συνδυαστεί με μια ανά­ληψη της ευθύνης κάποιων πρωτοβουλιών και κάποιων κινήσεων που θα υπάρχουν, δεν μπορεί μια τέτοια προσπάθεια αν γίνει με σοβαρό­τητα, με υπευθυνότητα, με προσπάθεια αποφυγής όλων των υποκατά­στατων να μην έχει κάποιες επιτυχίες.

Βέβαια αυτό που βαραίνει στη συνείδηση του απλού κόσμου είναι η βαρύτητα και το ειδικό βάρος που έχει ο καθένας που του απευθύ­νεται. Αλλά δεν υπάρχει καμιά απάντηση, δεν υπάρχει κανένας πε­ριορισμός, δεν υπάρχει τίποτα που να λέει ότι αποκλείεται να δημι­ουργηθεί εκείνη η οντότητα, εκείνη η συλλογικότητα, εκείνη η οργά­νωση, εκείνο το ρεύμα που να αποκτήσει μια πραγματική επαφή με τον κόσμο και να τον καλέσει σε μια κοινή πάλη στη βάση των ίδιων προβλημάτων που έχει όλος ο κόσμος. Και να αποδείξει μέσα από μια συνέπεια, μέσα από μια κουραστική προσπάθεια ότι είναι δυνατό κάτι τέτοιο. Αυτό σημαίνει να αποκλείσει μια πολιτική μ’ αυτούς τους όρους και μ’ αυτούς τους τρόπους που πολιτεύονται οι πάντες. Γιατί αυτό που είναι κοινή συνείδηση σ’ όλο τον κόσμο είναι πως όποιος ασχολείται με την πολιτική έχει δώσει κάποια λύση στο προσωπικό του πρόβλημα, έχει μπει σ’ άλλους ρυθμούς, έχει επαγγελματοποιηθεί από την πολιτική, μπορεί να ζει από την πολιτική, «δεν είναι σαν κι εμένα, δεν έχει ακριβώς τα προβλήματα μου, δεν κατανοεί τους ρυθμούς μου και τον τρόπο και τις δυνατότητες που έχω γύρω απ’ τα προβλήματα, είναι κάτι ξένο που το ακολουθούν κάποιοι, και το ακολουθώ ψηφίζοντας την πρόταση του, ρίχνω και μια ψήφο γιατί έχω και χίλιες δυο εξαρτήσεις κλπ» και τελειώνει εκεί το ζήτημα. Αυ­τά έχουνε ενσταλαχθεί στη συνείδηση του κόσμου. Κι απ’ αυτή την άποψη η παθητικότητα που δείχνει ο κόσμος σήμερα δεν είναι σώνει και καλά αρνητικό φαινόμενο. Καλά κάνει και κρατάει κάποιες απο­στάσεις. Καλά κάνει και δεν πείθεται από τα μεγάλα λόγια και τα διά­φορα πλησιάσματα που του γίνονται. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να κερδηθεί ένας κόσμος στη βάση μιας τέτοιας προοπτικής σαν αυτή που περιγράψαμε. Και δεν είναι και σίγουρο δηλαδή ότι δεν θα έχει τις επιτυχίες που υποστηρίζουμε ότι θα είναι αντικειμενικά δυνατές, θα ήταν εφικτές μέσα την ανατροπή του σημερινού εφικτού που έχει ο καθένας. Αλλά που θα άξιζε τον κόπο κάτι τέτοιο να δο­κιμαστεί.

Από όλα αυτά που λέμε βγαίνει το εξής συμπέρασμα αν θέλει κα­νείς να βγάλει τις έσχατες συνέπειες μιας τέτοιας πρότασης: Είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί ένας ανεξάρτητος πολιτικός οργανισμός που να σέβεται αυτόν που του απευθύνεται, να πασχίζει να υπηρετή­σει την εργατική τάξη και τη νεολαία. Κάτι τέτοιο δεν έχει τεθεί με σοβαρότητα, και δεν έχει προωθηθεί -ακόμα χειρότερα- με σοβαρότη­τα. Με αυτό το καθήκον και μ’ αυτό το κομβικό ζήτημα είναι υποχρε­ωμένος να αναμετρηθεί οποιοσδήποτε έχει πει όσα έχει πει σε μια εισήγηση σαν αυτή που ακούσατε. Αλλα βέβαια, ο τρόπος με τον οποίο θα οικοδομηθεί ένας τέτοιος ανεξάρτητος, αυτοδύναμος πολι­τικός οργανισμός δεν μπορεί να έχει σχέση με τους μέσους όρους τους σημερινούς, δεν μπορεί να έχει σχέση με το 1&τβ ροϋΐίοβ που έχουν τα διάφορα μικρομαγαζάκια που υπάρχουν σήμερα, δεν μπορεί να είναι βουτηγμένος ως το λαιμό στον επαγγελματισμό της πολιτι­κής ή να προσδοκά κάτι τέτοιο. Συνεπώς όλα μένουν για ν’ αποδει­χτούν. Κι αν αυτό μοιάζει λίγο με μια σισύφεια διαδρομή, να κουβαλά­με την πέτρα μέχρι την κορυφή και ξανά πίσω, δεν πρόκειται ακρι­βώς για κάτι τέτοιο.

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι θα πορευτούμε για μια αρκετά μεγάλη περίοδο μέσα σ’ ένα πολιτικό και ιδεολογικό περιβάλλον εντελώς αρνητικό και ότι η κίνηση που γίνεται ειδικά στις χώρες της περεστρόικα όπου διάφοροι εύκολα χαιρετίζουν τη «νέα πολιτιστική επανάσταση» στην Κίνα, τις «νέες σοσιαλιστικές δυνάμεις» στην Ουγ­γαρία, στην Πολωνία, στη Σοβιετική Ένωση κλπ -δηλαδή θέλουν να ερμηνεύουν τα γεγονότα σύμφωνα με τις επιθυμίες τους κι όχι σύμ­φωνα με αυτά που τα ίδια τα κινήματα θέτουν- νομίζουμε ότι ακριβώς αυτή η σημαντικότατη εξέλιξη θα βαρύνει πάρα πολύ, θα βαρύνει για χρόνια, δεν θα είναι εύκολο να ξεμυτίσει κάτι που θα λέει ότι μόνο ο σοσιαλισμός είναι η θετική υπέρβαση του καπιταλισμού. Και απ’ αυτή την άποψη δηλαδή, αποδεχόμενοι την πρόκληση μιας σύγχρονης Αριστεράς, πρέπει να πούμε πως το πιο ουσιαστικό, το πιο σύγχρο­νο, το πιο προωθητικό στοιχείο μοιάζει λίγο με μια «αναπαλαίωση».

Για να γίνει αυτή η τοποθέτηση ξαναδιαβάστηκε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Δεν ξέρουμε πόσος κόσμος έχει διαβάσει αυτό το πολύ απλό, το πολύ σύντομο, το πολύ περιεκτικό μανιφέστο του κομμουνι­στικού κινήματος. Παρόλα αυτά, επειδή υπάρχει έντονα μια στάση ευκολίας μπορεί εύκολα ο καθένας να αρχίσει να ρίχνει καρούλια στην ιδεολογία της «μεγάλης νύχτας» που δεν έρχεται ποτέ ή στο πνεύμα της θυσίας και το πού αυτό μας οδήγησε κλπ, κλπ. Αυτά εί­ναι κάποια εύκολα πράγματα. Συνεπώς έχει κάτι κοινό ο κόσμος μας και κάποιες διαφορές με τον κόσμο που αντιμετώπισαν οι εργατικές κινήσεις και οι επαναστάτες στο τέλος του προηγούμενου αιώνα και στις αρχές αυτού του αιώνα. Ποιο ήταν το βασικό χαρακτηριστικό τό­τε. Ο κόσμος τους ήταν πολύ πιο μικρός και πολύ πιο μεγάλος απ’ αυτόν που έχουμε σήμερα. Με ποια έννοια: η δραστηριότητα των επαναστατών περιοριζόταν μονάχα σε ευρωπαϊκή κλίμακα ή και λίγο στην Αμερική και ως εκεί. Δεν είχαν μπει στο στίβο ακόμα οι τερά­στιες μάζες που υπάρχουν σ’ όλο τον πλανήτη. Κι εδώ υπάρχει εν­διαφέρον να αναρωτηθούμε -ενώ μιλάμε για τα ευρωπαϊκά, για το ’92 κλπ- τι γίνεται στα υπόλοιπα 4.5 δις κόσμου στον πλανήτη, σε τι κα­τάσταση είναι, ποιες καταστάσεις μπορούν να δημιουργηθούν και τι επιπτώσεις θα έχει και στη γηραιά ήπειρο μια ορισμένη εξέλιξη σ’ αυτές τις χώρες. Αλλά ήτανε πολύ μεγάλος ο κόσμος τότε με την έννοια της κλίμακας του ανεξερεύνητου που είχανε μπροστά τους τότε οι επαναστάτες και τα εργατικά κινήματα. Δεν είχανε σταθερά σημεία, δεν είχανε τίποτα. Είχανε μόνο κάποιες ιδέες, είχανε κάποια εκμετάλλευση και τη διάθεση να αγωνιστούνε κόντρα σ’ αυτή την εκμετάλλευση. Ήταν πολύ διάχυτο τότε αυτό το κίνημα που υπήρχε, ήταν ακόμα πολύ εμβρυακές όλες οι προσπάθειες να συγκροτηθεί σε μια δυναμική που θα μπορούσε ν’ ανατρέπει κατεστημένες καταστά­σεις, την αστική τάξη πραγμάτων.

Η επανάσταση του Οχτώβρη τροποποίησε αυτή την κλίμακα του κόσμου. Την τροποποίησε και με τις δύο έννοιες. Πρώτα γιατί μεγά­λωσε την κλίμακα του κόσμου, δεν ήταν πια μια περιοχή της Ευρώ­πης, του πολιτισμένου κόσμου, όπου σ’ αυτόν διεξάγονταν τα πιο σημαντικά πράγματα, αλλά έδωσε και άλλη διάσταση όσον αφορά την κλίμακα του ανεξερεύνητου και την κλίμακα του συγκεκριμένου. Με­τέτρεψε γενικά κάποιες ιδέες σ’ ένα συγκεκριμένο πράγμα κι αυτό το πράγμα από τη δικιά του μεριά ξαναμετατράπηκε σε ιδέες και σε κί­νηση μαζών σε όλο τον πλανήτη. Αυτό δεν είναι καθόλου λίγο. Συνε­πώς λέμε ότι σε σχέση με τότε έχουμε κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Δεν είναι τόσο ότι είναι μικρός ο κόσμος. Η διεθνοποίηση και η αλ­ληλεξάρτηση συνολικά κάνουν πολύ καλή δουλειά για την επαναστα­τική υπόθεση, άσχετα αν αυτό δεν έχει εκτιμηθεί καλά από τον υπο­κειμενικό παράγοντα. Δεν έχουμε όμως σταθερά σημεία, που αυτή εί­ναι μια σημαντική διαφορά με το κομμουνιστικό κίνημα των προηγού­μενων δεκαετιών. Το κομμουνιστικό κίνημα των προηγούμενων δεκαε­τιών γαλουχήθηκε στα σταθερά σημεία. Είχε κάποια πολύ συγκεκριμέ­να σταθερά σημεία αναφοράς, πρότυπα, οράματα, επεξεργασίες, πραχτικές, πειραματισμούς κλπ, πάνω στα οποία πειθόταν ο άλλος και έμπαινε στα πλαίσια μιας κίνησης όπου τον καλούσαν να αγωνιστεί και να δημιουργήσει μια κοινωνία που να είχε κάποια παραδείγματα και κάποια συγκεκριμένα πράγματα απ’ αυτά που γινόντουσαν τότε στη Σοβιετική Ενωση κλπ.

Είναι εντελώς ψεύτικος ο ισχυρισμός που ακούγεται πολλές φο­ρές ότι γενικά ότι υπήρξε στην Ελλάδα ήταν ένα μικροαστικό εθνικο-δημοκρατικό κίνημα. Ο κόσμος στην Ελλάδα καλέστηκε να χτίσει μια διαφορετική κοινωνία. Δεν καλέστηκε να φέρει μια αστική δημοκρατία. Αυτός ο κόσμος του κομμουνιστικού κινήματος είχε μια μεγάλη απλο­χεριά. Τις μίζερες κλίμακες τις σημερινές της ζωής μας τις ξεπέρασε αυτό το κομμουνιστικό κίνημα όχι με ευκολία, όχι χωρίς κόπους και δοσίματα συγκεκριμένα, αλλά μπόρεσε να δώσει μια άλλη διάσταση στα πράγματα. Και οι δεσμοί που έχει αυτό το κομμουνιστικό κίνημα στη χώρα μας δεν είναι μικροί, είναι πάρα πολύ συγκεκριμένοι. Δεν μπορεί να ερμηνευτεί η κίνηση του κομμουνιστικού κινήματος και στην Ελλάδα και διεθνώς απλά και μόνο για τη στήριξη μιας γραφειο­κρατίας που υπήρχε τότε στη μοναδική χώρα του σοσιαλισμού. Δεν μπορεί να ερμηνευτεί η ιστορική εξέλιξη με μα τέτοια ερμηνεία. Γιατί σε όλη εκείνη την περίοδο είναι λίγο αστήριχτο το επιχείρημα ότι κα­λέστηκε η εργατική τάξη σχεδόν όλης της γης, οπουδήποτε υπήρξαν σημαντικά γεγονότα, για να υποστηρίξει απλά και μόνο μια γραφειο­κρατία. Δεν μπορεί να ερμηνευτεί το ότι συμμετείχε, συσπειρώθηκε αυτή η εργατική τάξη σ’ αυτές τις κινήσεις, σ’ αυτά τα κόμματα, σ’ αυτά τα επαναστατικά κινήματα απλά και μόνο για να μπορέσει να διατηρηθεί μια γραφειοκρατία και να διαιωνιστεί. Δεν στέκει καν το επιχείρημα διάφορων που τότε ορκίζονταν στο όνομα του Στάλιν, ότι «δεν ξέραμε τι συνέβαινε». Δεν μπορεί να ερμηνευτεί έτσι η ιστορία. Γιατί είναι αυτοί που μπορούν να εκφράζονται, είναι αυτοί που έχουν το ελεύθερο, είναι κυρίως ένα τμήμα της διανόησης που βγαίνει και λέει «τότε αν ήξερα τι γινότανε δεν θα μπορούσα να υποστηρίζω αυ­τά που υποστήριζα». Κι ακριβώς αυτό που πρέπει να μελετήσουμε εί­ναι το γιατί μετατράπηκαν κάποιες ιδέες σε υλική δύναμη, τι ήταν αυτό που κίνησε την εργατική τάξη σ’ ένα σημαντικό μέρος του πλα­νήτη όλη την 30ετία από το 1917 ως το 1947. Αυτό θέλει μια ερμη­νεία, δεν φτάνει το ότι ήθελε να στηρίξει μια γραφειοκρατία, δεν φτάνει το ότι κινήθηκε αφού έπνιξε οποιαδήποτε άλλη φωνή υπήρχε και άρα προωθήθηκε μια δεξιά κατάσταση. Αυτά δεν μπορούν να ερ­μηνεύσουν την κίνηση που υπήρχε όλο αυτό το διάστημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν φαινόμενα που σήμερα πρέπει να κριτικαρι-στούν και που πρέπει να τεθούν στο στόχαστρο της δικής μας προ­σπάθειας. Τουλάχιστον όσο μας αφορά, δεν έχουμε κάνει μια εκτετα­μένη αναφορά σ’ εκείνη την περίοδο. Κάποιος μπορεί να πει ότι «δεν σας παίρνει» ή μπορεί να πει ότι είναι αντιδημοφιλές. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Πιστεύουμε ότι και προσπαθούμε να μελετήσουμε εκείνη την περίοδο και προσπαθούμε να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα και προσπαθούμε να διαπαιδαγωγήσουμε έναν κόσμο για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζει τις ιστορικές περίοδες. Κι αν θέ­λετε, είναι καλύτερο να διαλέγεις τη στιγμή που θα πεις μερικά πράγματα και το πώς θα τα πεις. Αλλά ας πάμε παρακάτω.

Εχουμε δώσει ένα στίγμα μας, το οποίο λησμονιέται σήμερα σ’ όλες τις συζητήσεις περί σύγκλισης. Το στίγμα αυτό αφορά τις κατα­χτήσεις της πολιτιστικής επανάστασης στην Κίνα. Δείτε ένα περίεργο σχήμα σήμερα. Υπάρχει μια πορεία: εργατική τάξη – κατάληψη εξου­σίας – λενινισμός – σταλινισμός – τεγκισμός. Δεν υπάρχουν ασυνέχει­ες, δεν υπάρχει αντιπαράθεση, δεν υπάρχει ζωή μέσα στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος. Αυτό είναι ψεύτικο, είναι αντιϊστορικό, δεν έγιναν έτσι τα πράγματα. Παρόλα αυτά όλοι σήμερα βολεύονται να δείχνουν ότι ο Τεγκ είναι παιδί του κομμουνιστικού κινήματος, ότι είναι γνήσια συνέχεια των προηγούμενων καταστάσεων και ότι όλοι μαζί ρίχνουνε τ’ ανάθεμα στην περίοδο Στάλιν. Δεν ακολουθούμε αυ­τό το ανάθεμα. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί είναι ένα προ­πέτασμα καπνού, δεν ενδιαφέρονται για μια πραγματική, για μια ου­σιαστική κριτική της σταλινικής περιόδου. Δεν ενδιαφέρονται ούτε στο φιλοσοφικό, ούτε στο πραχτικό, ούτε στο οργανωτικό, ούτε σε κανένα πεδίο να κάνουν μια ουσιαστική κριτική που να προάγει τα ζητήματα και τα προβλήματα που έχει σήμερα το προοδευτικό κίνημα. Παρόλα αυτά ακούς από την πιο μεγάλη αρλούμπα μέχρι την πιο βα­ρύγδουπη άποψη, ότι για όλα, για οτιδήποτε υπάρχει μέχρι τώρα, φταίει η ψυχολογία ενός ανθρώπου, το σύστημα. Και πώς γεννήθηκε αυτό το σύστημα; Και τι τη στήριξε αυτή τη γραφειοκρατία; Και πώς μπόρεσε να κινητοποιεί κόσμο αυτή η γραφειοκρατία γενικά κι αόρι­στα; Πώς έδωσε κάποιες μάχες αυτή η γραφειοκρατία; Απ’ αυτή την άποψη, ή θα αποδεχτεί κανείς την πρόκληση μιας πραγματικής ιστο­ρικής μελέτης της περιόδου, γιατί τέλος πάντων ακόμα και το φαινό­μενο Χομεϊνί επιδέχεται και επιζητάει το να πάει κανείς πιο βαθιά στις σχέσεις πάνω στις οποίες στηρίχτηκε αυτό το θεοκρατικό αντιδραστικό φαινόμενο που όμως είχε κάποιες σχέσεις με τις μάζες, που όμως κινητοποιούσε κόσμο, που όμως μπορούσε και έδινε απα­ντήσεις σε προβλήματα και σε διενέξεις και σε πολέμους. Ενώ λοι­πόν ακόμα και ένα τέτοιο φαινόμενο χρειάζεται περισσότερη εμβά­θυνση, για την ιστορία, για την προσπάθεια οικοδόμησης του σοσιαλι­σμού αρχίζουν οι μονοκοντυλιές κι αρχίζουνε τα άρθρα σε στυλ Μητραλιά που έχουν το ελεύθερο σε κάθε αστικό ή μη αστικό έντυπο να διαδίδουν κάποιες απόψεις για το τι έγινε εκείνα τα χρόνια, άνευ συζητήσεων, άνευ ανάγκης αποδείξεων. Κι εδώ υπάρχει μια συστημα­τική διαστρέβλωση της ιστορικής εξέλιξης. Αυτά ήταν μια μικρή πα­ρένθεση για να πούμε το στίγμα μας γύρω από την πολιτιστική επα­νάσταση.

Είναι μέσα από το ίδιο το κομμουνιστικό κίνημα που τέθηκαν ακρι­βώς αυτά τα ζητήματα. Και μπαίνει το ερώτημα: γι’ αυτά τα θέματα που σήμερα όλοι μιλάνε και τα βλέπουν τάχα στην κίνηση Γκορμπατσώφ, τους κρατισμούς, τους παραγωγικισμούς κλπ κλπ, πότε είχανε τεθεί; Γιατί στο κάτω-κάτω της γραφής, για παράδειγμα ο τροτσκισμός σαν ρεύμα, σαν τάση, ο οποίος βγάζει τα εσώψυχά του και όλα τα συμπλέγματα γύρω από το σταλινισμό εκείνη την εποχή, γύρω από το θέμα των παραγωγικών δυνάμεων, γύρω από το θέμα γενικά της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και της πείρας των μεταβατικών κοινωνιών, έχει την πιο καθυστερημένη άποψη: των εκφυλισμένων γραφειοκρατικών κρατών, της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγω­γής που αυτό είναι ο σοσιαλισμός. Και η άρνηση του να δει τα ουσια­στικά θέματα που τέθηκαν από μαζικά επανασταστικά κινήματα, όπως ήταν η πολιτιστική επανάσταση.

Επίσης, η ίδια η κίνηση της πολιτιστικής επανάστασης και η εμπειρία της Κίνας θέτει σημαντικότατα ζητήματα όσον αφορά το ζή­τημα της σχέσης ανθρώπου-φύσης. Κάποτε κάποια αναγκάζονταν ή θέλανε ή το ψάχνανε το πράγμα και από κει. Πώς είχανε κατορθώσει να δώσουν λύσεις σε μερικά προβλήματα. Πώς το μοντέλο δεν ήταν ακριβώς η βαριά βιομηχανία. Υπάρχει ένα έργο του Μάο Τσε Τουγκ για τις δέκα μεγάλες σχέσεις που μιλάει για προβλήματα τέτοιου είδους. Υπάρχουν ακόμα πιο παλιά γράμματα και κείμενα του ίδιου του Ενγκελς που μιλάνε για το θέμα της σχέσης περιβάλλοντος-φύσης. Υπάρχουν κείμενα του Μαρξ που μιλάνε για τον άνθρωπο σαν φυσι­κή προέκταση του φυσικού περιβάλλοντος και της ισορροπίας που θα πρέπει να υπάρχει γύρω απ’ αυτά τα θέματα. Εδώ υπάρχει μια δια­στρέβλωση γύρω από το ζήτημα του αν το κομμουνιστικό κίνημα προσπάθησε να δώσει λύσεις. Και υπάρχουν και συγκεκριμένα πραχτικά ζητήματα: οι ήπιες μορφές ενέργειας πού πρωτοδοκιμάστηκαν; Υπάρχουν συγκεκριμένα παραδείγματα στην κινέζικη εμπειρία ή όχι; Αμα διαβάσετε ορισμένα βιβλία γύρω από τις ήπιες μορφές ενέργει­ας, θα δείτε ότι υπάρχουν ήπιες μορφές ενέργειας που πρωτοδοκιμά­στηκαν τότε στην προσπάθεια τους να χτίσουν ένα άλλο σύστημα με πολύ πενιχρά μέσα που είχαν. Αλλά και πάλι ο λενινισμός το πάει διαφορετικά. Φταίει για όλα το ότι έγιναν επαναστατικές προσπάθει­ες σε καθυστερημένες χώρες. Αρα η αμαρτία ήτανε που σ’ αυτές τις χώρες έγινε αυτό το τερατούργημα και αποτέλεσμα είναι σήμερα όλοι να είμαστε σε άσχημη κατάσταση. Ωραία άποψη! Επιστημονική αντίληψη των πραγμάτων! Υπάρχει ένα πράγμα που σήμερα, και για τους οικολόγους, μπορεί να έχει ενδιαφέρον. Σε μια συγκεκριμένη πόλη, με το πράσινο που είχαν βάλει οι Κινέζοι είχανε κατορθώσει τέσσερις βαθμούς περισσότερους το χειμώνα και τέσσερις βαθμούς λιγότερους το καλοκαίρι. Τα σπίτια είχαν μια ορισμένη οικοδόμηση, δεν κάνανε ψηλά σπίτια. Οι λαϊκές κοινότητες, οι λαϊκές κομμούνες προσπαθήσανε διαφορετικά. Ολα αυτά, όλες α προσπάθειες, και το Μεγάλο Αλμα προς τα Μπρος και η Πολιτιστική Επανάσταση και τα θέματα που έθεσε, με μια μονοκοντυλιά σβύνονται. Και έρχεται τε­λευταίος και καταϊδρωμένος εν έτει 1989 ο Ευτύχης Μπιτσάκης να πει ότι η πολιτιστική επανάσταση ήταν ένα μικροαστικό κίνημα, μια ουτοπία μικροαστική και να δώσει και την τελευταία πινελιά. Κι αν το αναφέρω αυτό το πράγμα είναι γιατί η κινέζικη επανάσταση και η κι­νέζικη εμπειρία και ειδικά η πολιτιστική επανάσταση ανοίγει κάποιους δρόμους για τη μελέτη εκείνων των προβλημάτων που δεν προώθησε η προηγούμενη οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Και που δεν τα απάντησε ακόμα και η πολιτιστική επανάσταση αυτά τα προβλήματα -πρέπει να το παραδεχτούμε αυτό το πράγμα. Αλλά τέλος πάντων υπάρχει ένας πλούτος. Σε σχέση μ’ αυτόν τον πλούτο τι κάνουμε; Πώς τον αντιμετωπίζουμε; Απ’ αυτή την άποψη δεν έχουμε καμιά πρόθεση να καλύψουμε οποιοδήποτε ζήτημα πρέπει να κριτικαριστεί είτε στην εποχή του Στάλιν, είτε στην μετέπειτα εποχή. Ακόμα πε­ρισσότερο δεν έχουμε καμιά πρόθεση να καλύψουμε ζητήματα που αφορούν το ίδιο το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα.

Απ’ όσο γνωρίζουμε οι πιο σοβαρές επισημάνσεις και γι’ αυτά τα ζητήματα έχουνε γίνει μέσα στα πλαίσια του κομμουνιστικού κινήμα­τος κι όχι από κάτι έξω που να προωθεί τα μετασοσιαλιστικά, τα μετακαπιταλιστικά ιδεολογικά και πολιτικά συστήματα και θεωρίες. Γιατί θα έπρεπε κανείς να αναρωτηθεί αν μπορεί να προκύψει μια νέα θε­ωρία που να υπερβαίνει θετικά το μαρξισμό, που να δίνει απάντηση στα σύγχρονα προβλήματα πιο ουσιαστική, πιο προωθητική. Δεν μπο­ρεί να αποκλείσει κανείς αυτό το ενδεχόμενο, αλλά κάτι τέτοιο δεν προκύπτει σήμερα. Κι όχι μόνο δεν προκύπτει, αλλά δεν θα μπορεί να μην έχει συγκεκριμένα στοιχεία του μαρξισμού, του σκληρού πυρή­να της μαρξιστικής σκέψης και θεωρίας, σαν βασικά στοιχεία αυτής της νέας θεωρίας που θα μπορέσει να δώσει απάντηση σε όλα τα προβλήματα που τίθενται. Και απ’ αυτή την άποψη δεν μπορούμε τώ­ρα να βγαίνουμε και να λέμε «είμαστε με την ανατροπή». Μα είναι αυτό πολιτική θέση; Είναι άποψη; Τι σημαίνει είμαστε με την ανατρο­πή; Και επειδή αυτά τα λένε «συμβουλιακοί» γενικά, τα λένε από χώ­ρους αριστερίστικους, θα μπορούσε κανείς να δει από κάποιους τέ­τοιους χώρους, από κάποια τέτοια κινήματα, από κάποιες τέτοιες κι­νήσεις παλιότερες διάφορα ζητήματα. Για παράδειγμα, αυτή την πε­ρίοδο θα έχετε ακούσει αρκετά το ζήτημα της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Το βάλανε και από τη μεριά της ΟΣΕ και από τη μεριά της διαφορο­ποίησης της ΚΝΕ.

Γιατί κάνουμε αυτή την παρένθεση; Αναμφισβήτητα η Ρόζα Λούξε­μπουργκ και ο Καρλ Λήμπκνεχτ ήτανε πραγματικοί επαναστάτες που πάσχιζαν να ανοίξουν δρόμους στα επαναστατικά κινήματα, ειδικά της Γερμανίας. Ομως τη στιγμή που συζητάμε για τη Ρόζα και μιλάμε σ’ έναν καινούργιο κόσμο για τη «Ρόζα μας» πρέπει να κάνουμε κά­ποια υπενθύμιση: ότι σε δύο-τρία βασικά ζητήματα η Ρόζα ήταν σε αντίθεση με τον Λένιν. Εχει κάποια σημασία αυτό; Γενικά θετική είναι η αντίθεση, μπορεί μέσα από την αντίθεση να προκύψει κάτι άλλο. Ομως για να δούμε ποια ήταν αυτά τα ζητήματα. Το ένα θέμα ήταν το αγροτικό, για παράδειγμα ο μπολσεβικισμός ήταν η μόνη τάση του εργατικού κινήματος που έσκυψε πάνω στο πρόβλημα των αγροτών και προώθησε την εργατοαγροτική συμμαχία και έδωσε μια συγκεκρι­μένη λύση, έδωσε ζωή σ’ ένα συγκεκριμένο ιστορικό μπλοκ που θα μπορούσε να καταλάβει την ιστορία και να στηρίξει το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Κριτίκαρε τον Λένιν σε ένα άλλο κεφαλαιώδες ση­μείο που ήταν μια ανατροπή του προηγούμενου μαρξισμού της II Διε­θνούς, που ήταν το θέμα το εθνικό και το ζήτημα του ιμπεριαλισμού. Δεν θεωρούσε ότι πρέπει να υπάρχει η θέση της αυτοδιάθεσης των εθνών, το θεωρούσε μια εθνικιστική παρέκκλιση εκείνη την περίοδο. Και δεν είναι τυχαίο ότι αυτό το θέμα εκλεκτικά επιλέγει η ΟΣΕ και πρόβαλλα όταν αναφέρεται στο ζήτημα της Ρόζας. Και τρίτο θέμα, ότι αφορά το ζήτημα των σοβιέτ και της εργατικής δημοκρατίας στη νεαρή τότε Σοβιετική Δημοκρατία. Υπάρχει ένα σύντομο βιβλιαράκι της Ρόζας Λούξεμπουργκ που αξίζει να το διαβάσει ο καθένας για να δει την ανάπτυξη μιας ορισμένης σκέψης, το οποίο λέγεται η Ρώσικη επανάσταση και εκειπέρα τίθενται αυτές οι τρεις διαφορές. Φυσικά δεν είναι απλά ζητήματα αυτά. Πάντως πρέπει κανείς να λέει -ειδικά σ’ έναν καινούργιο κόσμο- ότι υπάρχει αυτό το ζήτημα. Γιατί ανοίγου­με αυτή την παρένθεση; Γιατί θέλουμε να αναφερθούμε σ’ ένα κομμά­τι της Ρόζας Λούξεμπουργκ για να δείτε πόση σημασία έχουν ορι­σμένα πράγματα όσον αφορά το ότι «είμαστε υπέρ της ανατροπής».

Κάνει κριτική γενικά στον Μπερνστάιν, τον βασικό εισηγητή του μεταρρυθμιστισμού μέσα στο εργατικό κίνημα και λέει: «η θεωρία αυτή πραχτικά δεν καταλήγει παρά στη συμβουλή να παραιτηθούμε από την κοινωνική ανατροπή, τον τελικό σκοπό της σοσιαλδημοκρατίας και να μεταβάλουμε αντίθετα την κοινωνική μεταρρύθμιση από μέσο σε σκοπό της ταξικής πάλης. Ο ίδιος ο Μπερνστάιν διατύπωνε με τον πιο επιτυχή και σαφή τρόπο τις γνώμες του όταν έγραφε: ο τε­λικός σκοπός για ότι κι αν είναι, δεν είναι για μένα τίποτα, για μένα το παν είναι το κίνημα». Σας θυμίζει τίποτα αυτό; Σας θυμίζει τις απόψεις αυτών που λένε ότι δεν χρειάζεται πρόγραμμα, πως το βα­σικό είναι το κίνημα; Πως το βασικό είναι να κινηθούμε, είναι να γίνει κάτι; Και συνεχίζει η Λούξεμπουργκ «αλλά ο σοσιαλιστικός τελικός σκοπός είναι το μοναδικό αποφασιστικό χαρακτηριστικό που διακρίνει την σοσιαλδημοκρατική με την κομμουνιστική κίνηση από την αστική δημοκρατία, απ’ τον αστικό ριζοσπαστισμό και που μεταβάλει όλο το εργατικό κίνημα από μια κουραστική εργασία μπαλωματή για τη διάδοση-διάσωση του καπιταλιστικού καθεστώτος σε μια ταξική πάλη εναντίον του καθεστώτος αυτού για την κατάργηση του. Συνεπώς, ο τε­λικός σκοπός, η κοινωνική ανατροπή, η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο, είναι το μοναδικό αποφασιστικό χα­ρακτηριστικό που κάνει να ξεχωρίζει το κομμουνιστικό κίνημα από τον αστικό ριζοσπαστισμό». Από τον ριζοσπαστισμό γενικά. Από όλες τις κινήσεις που δικαιολογημένα χαρακτηρίσαμε ότι έχουν σχέσεις και δεσμούς με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Συνεπώς δεν φτάνει να λέει κανείς πως είναι υπέρ της ανατρο­πής. Δεν φτάνει ακόμα να λέει ότι είναι υπέρ των σοβιέτ, συμβουλιακός γενικά κι αόριστα ή «είμαι υπέρ της αυτοοργάνωσης» ή «είμαι υπέρ της άμεσης δημοκρατίας». Το ΑΚΕΠ λέει να δοθούν οι επιχειρή­σεις στους εργάτες μαζί με τα κέρδη. Κανείς δεν κάνει τον κόπο να πει κάτω από ποιες πολιτικές προϋποθέσεις, κάτω από ποιες ταξικές συμμαχίες, κάτω από ποιες αλλαγές στην πολιτική δομή, αλλά και στην οικονομία είναι δυνατός ένας τέτοιος ριζικός μετασχηματισμός. Γιατί αποκρύβεται αυτό το ζήτημα; Είναι αποφασιστικό ζήτημα που διακρίνει γενικά ένα ρεύμα από όλα αυτά που ανέφερα πριν ή είναι της πλάκας. Και οι συγκλίσεις τι απαντάνε σ’ αυτό το θέμα; Τι απά­ντηση δίνει στο θέμα του σοσιαλισμού ο Μπανιάς; Με δημοκρατία με δημοκρατικό τρόπο, αλλιώς δεν θα γίνει ο σοσιαλισμός. Θετική στά­ση κι απέναντι στον Γκορμπατσώφ. Δεν έχει προβλήματα σ’ αυτά τα θέματα. Αλλος κόσμος μπορεί να σου πει γενικά κι αόριστα «δεν το έχω σκεφτεί αυτό το θέμα τώρα. Αν τεθεί αυτό το θέμα πού θα τα βρώ με το ΕΚΚΕ»; Με το ΕΚΚΕ (!), σημαντική δύναμη να το κατευθύ­νει για να μπορέσει να γίνει μια σύγκλιση. Αλλά θα είχε ενδιαφέρον μια παρενθεσούλα για το ποιες σκοπιμότητες επέβαλαν το ΕΚΚΕ σε μια τέτοια σύγκλιση. Κι αυτά γιατί είναι ζητήματα που αν δεν ανέβει το κριτήριο μας γύρω απ’ αυτά δεν θα μπορέσουμε να απαντήσουμε στις σύγχρονες προκλήσεις, στα σύγχρονα αδιέξοδα που υπάρχουν. Συνεπώς για να μην το τραβάμε πάρα πολύ μακριά…

Για την εποχή Στάλιν πρέπει να γίνει σοβαρή συζήτηση και να γίνει σημαντική, σημαντικότατη κριτική σε πάρα πολλές πλευρές που υπήρχαν εκείνη την περίοδο. Η κριτική αυτή πρέπει να φωτιστεί από τα διδάγματα που έδωσε η Πολιτιστική Επανάσταση. Δεν βοηθιόμαστε σε τίποτα απ’ το να αναπαράγουμε το ζήτημα της δημοκρατίας και το οργανωτικό πρόβλημα σε κυρίαρχο οποιασδήποτε κριτικής εκείνης της περιόδου. Δεν είναι εκεί η ουσία όλων των προβλημάτων που παρουσιάστηκαν. Κι ακόμα πρέπει να κρατήσουμε στο νου μας την άποψη ότι ο σοσιαλισμός τελμάτωσε όχι όσο είχε κερδίσει -σ’ όποιο βαθμό είχε κερδίσει- σε μια μόνο χώρα. Ο σοσιαλισμός τελμάτωσε όταν κατόρθωσε να γίνει ένα σύστημα, να διευρύνει σημαντικότατα την επιρροή ακόμα και την έκταση του σε όλο το λεγόμενο σοσιαλι­στικό στρατόπεδο, κι όταν όλες οι τάσεις που είχαν δρομολογηθεί μια προηγούμενη περίοδο με δυο βασικά τακτικά σημεία, πρώτο τα λαϊκά μέτωπα και δεύτερο τον αντιφασιστικό αγώνα κι όπως αυτός προκρίθηκε και τις υλικές ανάγκες που έβαλε ο πόλεμος, αντί να απαντηθούνε ζητήματα κι να εμβαθυνθεί ο σοσιαλιστικός προσανατο­λισμός στρογγυλοκάθισαν τότε στις νίκες, στις ευκολίες κλπ. Αλλά κι αυτή η κριτική πρέπει να πάρει υπόψη της το διεθνές πλαίσιο που δημιουργήθηκε εκείνη την περίοδο και ειδικά τον καπιταλισμό του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Από το ’46 κιόλας που ξεκίνησε ξανά το πρό­βλημα του ψυχρού πολέμου και της πιθανότητας μιας νέας πολεμι­κής σύρραξης ανάμεσα στα αστικά μπλοκ εκείνη την περίοδο. Ακόμα και εκεί δηλαδή, ακόμα κι η κριτική δηλαδή που θα κάνουμε, θα πρέπει να πάρει υπόψη της κι άλλες παράμετρες και να μην είναι εύ­κολη.

Για την περεστρόικα νομίζουμε ότι είπαμε ορισμένα πράγματα. Απλώς αυτό που θα πρέπει να κρατήσουμε στο νου μας είναι: η κρι­τική που γινόταν μια εποχή στο Χρουστσωφ και τον χρουστσωφισμό, η κριτική που γινόταν στον Μπρέζνιεφ και τον μπρεζνιεφισμό, δεν φτάνει όσο φτάνει η κριτική που πρέπει να γίνει στον Γκορμπατσώφ. Με ποια έννοια; Η πολιτική Γκορμπατσώφ και η κίνηση που εκφράζει αυτή η πολιτική είναι ένα αποφασιστικό σημείο στην αναζήτηση των νέων στρωμάτων για να ξεπεραστεί ο συγκερασμός που αναγκάζο­νταν να μείνουν στην προηγούμενη περίοδο και να πρέπει να γίνουν αναγκαστικά κάποιες τολμηρές αποφασιστικές αλλαγές.

Αυτές οι τολμηρές αλλαγές, αλλάζουν όχι μονάχα τα δεδομένα της πολιτικής και οικονομικής συγκρότησης αυτών των χωρών, αλλά μπορεί να αλλάξουν και το χάρτη όλης της Ανατολικής Ευρώπης. Και απ’ αυτή την άποψη και οι εξελίξεις στην Ουγγαρία και οι εξελί­ξεις στην Πολωνία και τα εθνικιστικά κινήματα κλπ, εμπεριέχουν αυτό το στοιχείο της αποσταθεροποίησης του ανατολικού κόσμου που μπορεί να οδηγήσει κάτω από ορισμένες συνθήκες σε μια αλλαγή ακόμα και του γεωγραφικού χάρτη.

Πώς στέκεται κανείς μπροστά σ’ όλα αυτά τα φαινόμενα; Στέκε­ται υπέρ της διατήρησης μιας παλιάς κατάστασης; Καταρχάς δεν μπορεί να γίνεται η οποιαδήποτε κριτική του Γκορμπατσωφισμού από τις θέσεις του Μπρεζνιεφισμού. Καμιά απολύτως. Ακόμα και τα υπο­δείγματα του μπρεζνιεφισμού έτσι όπως τα παρουσιάζουν (Ανατολική Γερμανία, Κούβα κλπ) διαπερνούνται απ’ τα ίδια προβλήματα. Ο Γκορμπατσώφ όταν έκανε ένα ταξίδι στην Κούβα έθεσε ένα ερώτημα στον Κάστρο. «Σύντροφε Κάστρο, εντάξει αυτό, το να φτιάξουμε ένα νέο άνθρωπο, πώς ερμηνεύεις όμως αυτή την τόσο μεγάλη εγκλημα­τικότητα που έχει εισβάλει στις κοινωνίες μας»; Και αναφερόταν στα σκάνδαλα με τα ναρκωτικά, στα σκάνδαλα με το εμπόριο όπλων κλπ. Σ’ αυτό το πολύ απλό ερώτημα που θέτει ο Γκορμπατσώφ στον Κά­στρο και γενικά στην κουβανέζικη εμπειρία δεν έχουν να δώσουν την παραμικρή απάντηση. Δεν φτάνει καν να ειπωθεί, όπως το λένε κι οι Ανατολικογερμανοί, ότι «εμείς αυτά που πάτε εσείς τώρα να προωθή­σετε, τα είχαμε προωθήσει από το ’63», και που ήταν γύρω στο 76 που οι Κουβανοί είχαν κάνει κάποιες αλλαγές. Δηλαδή αυτό που θέ­λουμε να πούμε είναι πως διαπερνιούνται από τις ίδιες αντιθέσεις, ότι αυτά τα κάστρα αυτού του ιδιότυπου μπρεζνιεφισμού αργά ή γρή­γορα είναι αναγκασμένα να υπαχθούνε σε μια τέτοιου είδους τροχιά ή να αποτελούν ένα ιδιότυπο παράδειγμα το οποίο μπορεί να υπάρ­χει γιατί ακριβώς προωθείται ένας μη διπολικός κόσμος. Κι άρα είναι δυνατή η ύπαρξη τέτοιων ιδιορρυθμιών που «τι θα κάνουν, με τον ιμπεριαλισμό δεν μπορούνε να πάνε, συνεπώς θα έχουμε μια προνο­μιακή σχέση μαζί τους για να μπορέσουμε να έχουμε ορισμένα οφελήματα από όλη αυτή την κατάσταση». Κάπως έτσι το αντιλαμβάνο­νται και το αντιμετωπίζουν. Δεν είναι από κει η διέξοδος. Δεν μπορεί να γίνεται κριτική του Γκορμπατσωφισμού μέσα από το μπρεζνιεφισμό. Δεν μπορεί όμως να γίνεται κριτική στον Γκορμπατσωφισμό του στυλ: έχει και καλά, έχει και κακά. Πως στηριζόμαστε γενικά στο ότι: αφού ανοίγει τα θέματα και γνωρίζει ο κόσμος είναι καλό. Αυτή η στάση είναι μια μεσοβέζικη στάση, στάση ουσιαστική υποστήριξης της πολιτικής Γκορμπατσώφ.

Αυτή τη στάση δεν την αποδεχόμαστε επειδή θεωρούμε την πολι­τική Γκορμπατσώφ σαν την ιδιότυπη κίνηση μιας πολύπλευρης αντεπανάστασης στις χώρες αυτές όπου εμπεδώνει ακόμα περισσότερο τις καπιταλιστικές σχέσεις σε όλο το φάσμα της κοινωνίας, του κρά­τους και της οικονομίας, και που για να γίνει αυτό το πράγμα δεν μας παραξενεύει καθόλου ότι χρειάζονται κινητοποιήσεις μαζών. Δεν σημαίνει ότι αυτές οι κινητοποιήσεις είναι ελεγχόμενες. Για μια ορι­σμένη περίοδο «παίζανε» μ’ αυτά τα πράγματα, τα υποδαυλίζανε, γιατί υποδαυλίζοντας το ένα, δημιουργώντας αντιθέσεις με το άλλο κλπ, και ειδικά με τα εθνικιστικά μπορούσαν να διατηρούν την κυριαρχία τους. Είχανε δημιουργηθεί ιδιότυπες καταστάσεις τοπαρχών σε διά­φορες δημοκρατίες, σε διάφορες επαρχίες, όπως στην Κίνα έχουν δημιουργηθεί ιδιότυπες καταστάσεις με το στρατό, όπου ο καθένας έχει μια ιδιαίτερη περιοχή, ο καθένας έχει μα στρατιά και γίνεται συμφωνία «επί κρεοπωλείου» δηλαδή. Συνεπώς τα γεγονότα πολλές φορές ξεφεύγουν από τους αρχικούς σχεδιασμούς. Αυτό δεν σημαί­νει πως από μόνη της αυτή η μαζική κίνηση ξεφεύγει απ’ αυτό που είπε πολύ χαρακτηριστικά ένας Κινέζος φοιτητής της χημείας. Είπε: η κύρια τάση στον κόσμο σήμερα είναι η απελευθέρωση της αγοράς κι ο εκδημοκρατισμός της πολιτικής ζωής. Εκδημοκρατισμός με τα δυτικά πρότυπα δηλαδή, χωρίς πολλές περιστροφές. Ε, δεν είναι αυ­τή η κύρια τάση σήμερα στον κόσμο. Αυτή θέλουν να εμφανίσουν σαν κύρια τάση σήμερα όλα οι ιθύνοντες. Σ’ αυτό το σχέδιο, δηλαδή να φανεί ότι αυτή είναι η κύρια τάση σήμερα, έχουν μπλεχτεί πλατύτατες μάζες που δυστυχώς για τον χώρο της Ανατολικής Ευρώπης και του υπαρκτού σοσιαλισμού θεωρούν ότι κάτι τέτοιο είναι και μια πρόοδος σε σχέση μ’ αυτό το πράγμα που υπήρχε εκεί πέρα.

Ο καπιταλισμός δεν είναι ένας δρόμος για τους λαούς αυτούς, για την εργατική τάξη αυτών των χωρών. Κύρια αντίθεση σήμερα στον κόσμο -αν θέλουμε να ψάξουμε κι αυτό το ζήτημα- είναι η αντί­θεση που αντιπαραθέτει την εργατική τάξη και τους λαούς όλου του κόσμου σ’ αυτήν την επιβαλλόμενη μοντελοποίηση που προωθεί η καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Πρώτο σημείο είναι αυτό, και δεύτερο οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και ο αγώνας δρόμου για το ποιος θα μπορέσει να εξασφαλίσει προνομιακές θέσεις σε όλη αυτή τη δια­δικασία. Αυτές είναι οι δυο πιο σημαντικές αντιθέσεις που υπάρχουν σήμερα στον κόσμο. Προβάλλεται αυτό που έλεγε ο Κινέζος φοιτη­τής, το οποίο ο άνθρωπος αυτός το πιστεύει και αυτό το οποίο λέει είναι ο σκοπός της ζωής του -μη μας παραξενεύει αυτό το πράγμα. Δεν πρέπει να μας παραξενεύει καθόλου αυτό το πράγμα, ούτε να το θεωρούμε έτσι απλό ζητηματάκι. Πρέπει να δούμε όλη τη διαδικα­σία που υπήρξε μέχρι αυτής της εσωτερίκευσης σε πλατιές μάζες αυτής της κίνησης. Αλλά δεν μπορούμε να μην πούμε πως δεν είναι προς τα εκεί το μέλλον. Δεν είναι προς τα εκεί η προοπτική. Συνε­πώς η στάση μας δεν είναι μεσοβέζικη, κακό πράγμα η περεστρόικα γιατί γενικά μπορεί να προωθήσει και μια αντεπανάσταση στις χώρες αυτές, αλλά τέλος πάντων είναι και θετική γιατί ανοίγει τα ζητήματα. Θα έπρεπε να εκμεταλλευτεί κανείς όλο αυτό το αραβούργημα του αριστερού κόσμου και των προοδευτικών ανθρώπων σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης γύρω απ’ αυτά τα καταπληκτικά που συμβαίνουνε θέτοντας το ουσιαστικό ζήτημα: πώς οδηγήθηκε η κατάσταση σ’ αυτά τα σημεία. Πως φτάσαμε σ’ αυτό το πράγμα; Κι αντί να γίνει κάτι τέτοιο αρχίζουμε να λέμε: ανοίγουν οι ασκοί καλό είναι, καλή η περεστρόικα, να το δούμε λίγο και πού θα πάει και μετά τι; Φτάνουμε στο ιδιότυπο σχήμα που θέλουν οι τροτσκιστές που γράφουν στον οικονομικό ταχυδρόμο και το σχολιαστή ότι: ε, αναγκάστηκε κι ο Γκορμπατσώφ να δείξει τον κακό εαυτό του και να δείξει ότι είναι ένας απλός γραφειοκράτης. Τον στηρίξανε, τον χαιρετίσανε, του εί­πανε τι καλός που είναι, πως προωθεί μια επανάσταση απ’ τα πάνω, πως υπάρχει ένας συγκερασμός των συμφερόντων που προωθεί ο Γκορμπατσώφ με κάποιες λαϊκές μάζες κλπ, κι όταν φτάνει το πράγ­μα στον πάτο όπως φτάνει σήμερα, βγαίνουνε τότε και λένε: σταλινι­κός γραφειοκράτης. Το ίδιο και με τον Τεγκ. Ολοι χαιρετίσανε τον Τεγκ. Ακόμα κι ο Φίλης του Μπανιά όταν είχε πάει στην Κίνα το 86-87 και γύρισε απ’ το ταξίδι ήταν ενθουσιασμένος. Και προσέξτε τι τον ενθουσίασε: ότι εκεί περα προωθούνε την διάκριση των εξουσιών! Κι αυτό είναι πρόοδος σε σχέση με την καθυστέρηση που είχαν την παλιότερη εποχή. Και δώστου λιβανιστήρια και δώστου ακροβατικά της Κίνας στα φεστιβάλ του Θούριου, και δώστου χαιρετούρες και ταξίδια στην Κίνα. (Δεν είναι για γέλια, είναι σοβαρά αυτά τα θέματα). Και μετά η δημοκρατική ανανεωτική κίνηση για το κομμουνιστικό κίνη­μα, κορόμηλο το δάκρυ για τις σφαγές στην Τιεν-Αν-Μεν. Εμ, δεν γί­νεται έτσι. Και δεν βγαίνει κανένας να το πει. Δεν βγαίνει κάνεις να τους πει: για βαστάτε ρε παιδιά, εδώ εσείς στηρίξατε αυτή την κατά­σταση, εδώ κάνατε τα πάντα μια προηγούμενη εποχή για να καταγ­γείλετε οτιδήποτε έκφραζε κάτι άλλο στην Κίνα και τώρα πρώτοι εσείς καταγγέλλετε τα πάντα… Αυτή η υποκρισία δεν μπορεί να συνε­χίζεται επ’ άπειρον. Κι εδώ υπάρχει μια διαφορά μιας και μιλάμε για την Πολιτιστική Επανάσταση. Οταν γινόταν στην Κίνα η επανάσταση υπάρχουν α εφημερίδες εκείνης της εποχής, ας τις ξεφυλλίσετε. Θα δείτε τι δηλητήριο, τι χολή, όλος ο αστικός και ρεβιζιονιστικός τύπος έχυνε για το τι γινόταν εκείνη την εποχή. Και δείτε τι διαφορετική στάση κρατάνε σήμερα απέναντι σε όλες αυτές τις κινήσεις που υπάρχουν. Λοιπόν ήτανε και είναι μια ευκαιρία να προωθήσουν μα ουσιαστική σκέψη σε ένα δυναμικό. Να πούνε κάποια ουσιαστικά συ­μπεράσματα. Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει ήρεμα κι απλά, έτσι χω­ρίς να υπάρξει μια ορισμένη πολεμική με διάφορα άλλα ρεύματα που υπάρχουν σήμερα και εμπορεύονται με αυτά τα πράγματα, τα χρησι­μοποιούνε, δεν τους ενδιαφέρει να σταθούν ουσιαστικά γύρω απ’ αυ­τά.

Άλλο παράδειγμα αυτής της υποκρισίας, που πρέπει να ειπωθεί γιατί αυτή η πτέρυγα του ΚΚΕεσ. στην Ελλάδα έχει παίξει αρκετά ένα συγκεκριμένο ρόλο. Για παράδειγμα μόνο η ύπαρξη της έδινε το άλλοθι μιας κάπως πιο αριστερής κατάστασης στην άλλη πτέρυγα. Αλλά πάρτε το παράδειγμα της Ρουμανίας, όσο η Ρουμανία απέναντι στα δυο μπλοκ κρατούσε μια ελάχιστα διαφοροποιημένη στάση τότε λέγονταν τα ΖΗΤΩ ο Τσαουσέσκου και ΖΗΤΩ η Ρουμανία και ΖΗΤΩ ο σοσιαλισμός κλπ. Σήμερα που άλλαξε το διεθνές κλίμα κλπ, είναι ο Τσαουσέσκου σταλινικός, ο τελευταίος των σταλινικών! Αλλη μια εκ­δήλωση του πώς χρησιμοποιείται αυτό το προσδιοριστικό για οτιδή­ποτε. Πώς έγινε σήμερα σταλινικός ο Τσαουσέσκου; Πώς χτες ήταν ανανεωτής; Πώς προωθούσε τον δημοκρατικό δρόμο; Πώς εκσυγχρό­νισε το σοσιαλισμό τότε; Και σήμερα έχει γίνει ο τελευταίος μαζί με τον Χόνεκερ. Οι τελευταίοι σταλινικοί σ’ όλο τον κόσμο. Και μετά άμα διαβάσει κανείς κι άλλα πράγματα, τη φρασεολογία που χρησιμο­ποιούνε (κι ο σχολιαστής έχει δώσει άπειρα δείγματα) -να δείτε πως χρησιμοποιούν κάποια έκφραση- «…ο χονδροειδής απολυταρχικός δε­σποτισμός ενός Τσαουσέσκου, το συντηρητικό κλείσιμο των αυταρχι­κών καθεστώτων της Ρουμανίας και της ΛΔΓ, για να μην μιλήσουμε για τις αρχαιοσταλινικές νησίδες που είναι η Αλβανία και η Βόρεια Κορέα». Τώρα εμφανίσανε κι ένα στόχο. Ας αφήσουμε το καθεστώς της Κορέας κι ας αφήσουμε ότι η επίσημη αριστερά μέχρι πρόσφατα έκανε ταξίδια εκει πέρα. Ας το αφήσουμε το ζήτημα αυτό, είναι ένα ζήτημα που θέλει μια εξέταση.

Οσον αφορά τώρα το παράδειγμα της Αλβανίας. Υπάρχει ένα άρ­θρο στη Ρήξη για την ΕΟΚ, αναφέρεται ένα επιχείρημα που νομίζουν πως ανακάλυψαν εκείνοι ή ότι είναι και δυνατό. Οτι όσοι μιλάνε για την έξοδο από το συνασπισμό της ΕΟΚ κλπ θέλουν έναν απομονω­τισμό αλβανικό. Δηλαδή θέλουν να γίνουν Αλβανία. Το επιχείρημα δεν είναι δικό τους. Μπορεί να δει κανείς όλα τα επίλεκτα στελέχη του ΚΚΕ και της ανανεωτικής αριστεράς να χρησιμοποιούν ακριβώς αυτό το επιχείρημα. Να το πούμε καθαρά. Αυτή η ώθηση στη θεωρία και στην πράξη που χρειάζεται το κομμουνιστικό κίνημα σήμερα δεν μπορεί να προέλθει από την Αλβανία. Ωραία ως εκεί; Από κει και πέ­ρα όμως δεν μπορούν να την βάζουν στο ίδιο τσουβάλι με οποιαδή­ποτε άλλη χώρα. Δεν μπορούμε γενικά δηλαδή να είμαστε τόσο εύ­κολοι και άνετοι για τον ευρωπαϊσμό, για την «Ευρώπη μας» και να ζητάμε την εξίσωση μας με τους Ευρωπαίους κι όταν υπάρχει ένα συγκεκριμένο παράδειγμα μιας χώρας που δοκιμάζει κάτι διαφορετικό και που κρατάει μια ορισμένη στάση γύρω από ορισμένα ζητήματα, αμέσως «οι αρχαιοσταλινικές νησίδες» κλπ, με πολύ περιφρόνηση. Κι αντίστοιχα όποιος πει και μια άποψη περίπου σαν κι αυτή που είπαμε πριν, «τι θέλουν να γίνει κάτι απομονωμένο, κάτι αρχαιοσταλινικής νησίδας στυλ Αλβανίας». Πάλι στη λύση ευκολίας. Κατά την άποψη μας πρέπει να υποστηρίξουμε τη μοναδική χώρα στον κόσμο που ακόμα καταγγέλλει -έχει σημασία το ακόμα- τον ιμπεριαλισμό και τον σοσιαλιμπεριαλισμό. Δεν αρέσει αυτό πχ στο ΕΚΚΕ σήμερα; Τι να κά­νουμε; Εμάς αυτό γενικά με όλες τις παραδοχές που κάναμε πριν μας ικανοποιεί. Δεν θεωρούμε ότι στο θεωρητικό κλπ επίπεδο μπο­ρούν να μας βοηθήσουν σε πολλά ζητήματα γενικά, αλλά δεν θεω­ρούμε κιόλας ότι είναι εκείνο το παράδειγμα που κάθε φορά πρέπει να επικαλούμαστε για να δείξουμε τα χάλια όποιων έχουνε μια άπο­ψη και μια πρόταση. Είναι και λίγο προσβλητικό για τον αλβανικό λαό αυτό το πράγμα. Ε, εμείς αυτό το δρόμο δεν μπορούμε να τον ακο­λουθήσουμε. Χρειάζεται στοιχειωδώς να αναπτυχθούνε κάποια κριτήρια. Να μην περνάει η οποιουδήποτε είδους ευκολία σε σημαντικά σημαντικότατα ζητήματα που αν μη τι άλλο δεν αφορούνε κάποιες δουλίτσες σαν και τη δικιά μας δηλαδή, αφορούν την πορεία κάποιων λαών, κάποιων οντοτήτων εθνικών κλπ.

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: