Α/συνεχεια: ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΜΑΣ (Νοεμβρης ’92)

ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΜΑΣ

 

Ομιλία στις πολιτικές συγκεντρώσεις που διοργάνωσε η Πολιτική Ομάδα Α/συνέχεια στον Πειραιά και στη Θεσσαλονίκη στις 16/11/92 και στην Πάτρα στις 24/11/92

 

Ένθετο στο Πολιτικό Δελτίο «Α/συνέχεια» αρ.31 Δεκέμβρης 1992

 

Αγαπητοί σύντροφοι και φίλοι,

Δύο είναι τα θέματα στα οποία θα αναφερθούμε στην αποψινή συγκέντρωση:

Το πρώτο αφορά γενικά τις πολιτικές εξελίξεις. Θέλουμε να επισημάνουμε τα κύρια στοιχεία που σημαδεύουν τα γεγονότα της πρόσφατης περιόδου, έτσι ώστε να έχουμε ένα σαφές πλαίσιο του οικονομικού – πολιτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο καλούμαστε να αγωνιστούμε.

Το δεύτερο αφορά γενικά την προσπάθεια μας. Είναι μια καλή ευκαιρία κατά την άποψη μας να εκτεθούν οι βασικές μας επιλογές για την περίοδο που διανύουμε, να δώσουμε ένα στίγμα για το πως σκεφτόμαστε να κινηθούμε μέσα σε μα γενικά σύνθετη και δύσκολη περίοδο.

Ας μας επιτραπεί όμως πριν ξεκινήσουμε μια σύντομη αναφορά σε ένα γεγονός. Το Πολυτεχνείο. Συμπληρώνονται 19 χρόνια από την εξέγερση της νεολαίας. Ξέρουμε καλά πόσο διαστρευλώθηκε το πραγματικό του νόημα, ξέρουμε καλό πόση καπηλεία του έγινε από όσους το πολέμησαν, ξέρουμε καλά το τι μεσολάβησε όλα αυτά τα χρόνια πάντα στην πλάτη του λαού και των εργαζομένων, ξέρουμε καλά όλη την ιστορία των γιορτασμών του Πολυτεχνείου.

Είναι επίκαιρο σήμερα το Πολυτεχνείο;

Αν και το πολιτικό – κοινωνικό – οικονομικό και ιδεολογικό περιβάλλον έχει τροποποιηθεί σημαντικά από τότε, εντούτοις οι αιτίες και οι ανάγκες που σπρώχνουν τις λαϊκές μάζες να εξεγείρονται όχι μόνο δεν έχουν εκλείψει αλλά έχουν δυναμώσει. Οι εκρήξεις της οργής των καταπιεσμένων όπου γης γίνονται πιο συχνές, πιο πυκνές και εντονότερες παρά τα δρακόντια μέτρα που παίρνουν οι άρχουσες τάξεις και το παγκόσμιο διευθυντήριο. Η Νέα Τάξη Πραγμάτων εξαγγέλθηκε και εφαρμόζεται και για να καταστείλει και να εμποδίσει την μετεξέλιξη αυτών των εκρήξεων σε κάτι άλλο.

Αν ρίξουμε μια ματιά γύρω μας στη γειτονιά μας θα δούμε ανάγλυφα τις επεμβάσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και την αναβίωση εθνικιστικών φασιστικών τάσεων που έχουν κάθε λόγο να βυθίσουν την περιοχή των Βαλκανίων στην κρίση και τον πόλεμο. Το αντιφασιστικό και αντιιμπεριαλιστικό περιεχόμενο του Πολυτεχνείου και η ανεξαρτησία του από τις επιλογές των αστικών και ρεφορμιστικών δυνάμεων είναι ένας δρόμος που δεν έχει ξεπεραστεί από την πορεία των γεγονότων, παρά τις δια-στρεβλώσεις που έχουν υποστεί οι όροι «αντιφασιστικό» και «αντιιμπεριαλιστικό» από λογής λογής δυνάμεις. Πρώτα-πρώτα από την κατάχρηση τους με την παράλληλη αφαίρεση κάθε ουσιαστικού περιεχόμενου τους και ύστερα με την, «φρέσκια» στην όψη πλην όμως μπαγιάτικη στην ουσία, αντιπαράθεση του αντιιμπεριαλιστικού προσανατολισμού με τον αντικαπιταλιστικό και την ακατάσχετη «επαναστατική» λογοκοπία.

Είναι λοιπόν ή δεν είναι επίκαιρο και στις μέρες μας το Πολυτεχνείο;

Όσον αφορά το πρώτο θέμα, τις πολιτικές εξελίξεις, μπορούμε να το εξετάσουμε σε τρία επίπεδα:

–           τι συμβαίνει γενικά στον κόσμο ή αλλιώς που βαδίζει η παγκόσμια κατάσταση

–           τις εξελίξεις στα Βαλκάνια

–           και τέλος τα δικά μας, τι γίνεται στην Ελλάδα

Τα κύρια στοιχεία της παγκόσμιας κατάστασης κατά την γνώμη μας είναι τα ακόλουθα:

1) Το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα βυθίζεται όλο και περισσότερο στην κρίση και στον φαύλο κύκλο: κρίση – αναδιάρθρωση – κρίση. Οι απόπειρες προσαρμογής της οικονομικής δραστηριότητας, της κοινωνικής πραγματικότητας και κατ’ επέκταση της πολιτικής διαμεσολάβησης στις ανάγκες και τα συμφέροντα ορισμένων μεγάλων πολυεθνικών συγκροτημάτων, που έχουν την δύναμη και τα μέσα να υπαγορεύουν και να επιβάλλουν τους όρους της προσαρμογής, δεν ακυρώνουν τους βασικούς νόμους του καπιταλιστικού συστήματος, δεν το απαλλάσσουν από τις εκδηλώσεις των κρίσεων υπερπαραγωγής. Ακόμα περισσότερο στο περιβάλλον της «οικονομίας-κόσμος», δηλαδή στο περιβάλλον της διεθνοποιημένης και σφαιρικοποιημένης οικονομικής δραστηριότητας, η ευθραυστότητα των νευραλγικών τομέων του συστήματος είναι τεράστια. Το απέδειξε η πρόσφατη νομισματική κρίση, που σαν γεγονός ήταν πολύ σοβαρότερο από αυτό του κραχ του 87, και ο πανικός που επέφερε σε οικονομικούς και πολιτικούς κύκλους. Είναι τέτοια η απογείωση της οικονομίας των χαρτιών από την πραγματική οικονομία, που προκαλεί ίλιγγο. Σκεφτείτε μονάχα πως σε ένα 24ωρο σε όλα τα χρηματιστήρια του κόσμου γίνονται συναλλαγές ύψους 1 τρις δολαρίων και από αυτές μόνο το 3% αφορούν το εξωτερικό εμπόριο, δηλαδή ανταλλαγές υλικών εμπορευμάτων.

Μέχρι πρόσφατα, τα προβλήματα που προκύπτον στις απόπειρες προσαρμογής τα δικαιολογούσαν σαν τις φυσιολογικές εν μέρει δυσκολίες της μετάβασης από τη σχεδιασμένη οικονομία που είχε επιβάλλει ο κομμουνισμός, στην οικονομία της αγοράς. Τώρα είναι πλέον ξεκάθαρο – τουλάχιστον δεν μπορεί να αποκρύβει – πως τα προβλήματα του «μετακομμουνιστικού» κόσμου είναι γενικότερα, βαθύτερα και δεν εντοπίζονται στην περιοχή του πλανήτη που αποπειράθηκαν μεταβατικά εγχειρήματα. Αντίθετα έχουμε κάθε λόγο να υποστηρίξουμε πως η διαδικασία – συμφωνημένη με τους ανατολικούς ιθύνοντες μετακύλιοης της κρίσης σε μια περιοχή που διαθέτει ένα σημαντικό παραγωγικό μηχανισμό δεν μπόρεσε να φέρει την ανάκαμψη και την αντίστροφη πορεία στους οικονομικούς δείκτες.

Η περιπέτεια της Νέας Τάξης Πραγμάτων που εξαπόλυσε το παγκόσμιο διευθυντήριο, δηλαδή η επιθετική εφαρμογή μιας πολιτικής που να εξαλείφει τους «αναχρονισμούς», κύρια αυτούς που είχαν δημιουργηθεί από την δράση του εργατικού και νεολαίστικου κινήματος και δευτερευόντως αυτούς που είχαν χρησιμοποιηθεί για την ανάσχεση ριζοσπαστικών εξάρσεων (όπως είναι η περίπτωση της ενδυνάμωσης του Ιράκ για να αντιμετωπιστεί η άνοδος του ριζοσπαστικού ισλαμισμού στο Ιράν την προηγούμενη δεκαετία), έφερε στο προσκήνιο με μεγαλύτερη ένταση από ότι χτες το πρόβλημα του πολέμου, αυτού του κλασσικού τρόπου υπέρβασης των κρίσεων…

Χρηματιστηριακά κραχ, νομισματικές θύελλες και ένοπλες διευθετήσεις για το μοίρασμα των αγορών θα είναι το διαρκές περιβάλλον μέσα στο οποίο οι λαοί θα συνηθίσουν να ζούνε και να υποφέρουν…

2) Μέσα στην εικοσάχρονη πορεία της αναδιάρθρωσης γεννήθηκε και θέριεψε η δυαδικοποίηση σε πλανητικό επίπεδο. Πρόκειται για ζώνες σχετικής και απόλυτης εξαθλίωσης των εργαζομένων, για στρατιές ανέργων και απελπισμένων μεταναστευτικών ρευμάτων, για ζώνες υπερεκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και της νεολαίας με την μαύρη εργασία, την απελευθέρωση του ωραρίου, την απουσία κάθε ασφάλισης, την αστυνόμευση και τον κίνδυνο της απόλυσης. Ένα μόνο παράδειγμα κι αυτό από το αστέρι του σύγχρονου καπιταλισμού τη Γερμανία είναι αποκαλυπτικό: για να προσληφθούν γυναίκες από ορισμένες επιχειρήσεις απαιτείται να υποβληθούν σε στείρωση γιατί μια πιθανή εγκυμοσύνη κοστίζει τάχα στους εργοδότες.

Παρατηρούμε μια οριζόντια και μια κάθετη δυαδικοποίηση. Οριζόντια με την έννοια της πλανητικής κλίμακας και την εικόνα που δίνουν τα ριγμένα στην απόλυτη εξαθλίωση 3/4 του πληθυσμού του πλανήτη. Κάθετη με την έννοια πως αυτή η διαδικασία είναι παρούσα σε όλες τις χώρες και αναπτύσσεται ιδιαίτερα στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις. Το Λος Άντζελες είναι μια απόδειξη.

Το μόνο που κάνουν μέχρι τώρα οι υπεύθυνοι της αναδιάρθρωσης, δηλαδή οι εμπνευστές και υλοποιητές της δυαδικοποίησης είναι λόγια για την καταπολέμηση της φτώχειας και της αδικίας και έργα για την μεγαλύτερη καταστολή και αστυνόμευση υπό το πρόσχημα της υπεράσπισης της κοινωνίας από την εγκληματικότητα. Η διαχείριση του προβλήματος «εγκληματικότητα» έχει πολλές αναλογίες με την διαχείριση του προβλήματος «ναρκωτικά»: καλλιεργείται, διαφημίζεται και επιβάλλεται, μετατρέπεται σε τεράστια κερδοσκοπική επιχείρηση-μπλεγμένη άριστα με τον πολιτικό κόσμο και τέλος όλο το μένος, όλη η θεραπεία στρέφεται προς τους «χρήστες».

Η είσοδος στην Νέα Τάξη Πραγμάτων αποχαλίνωσε τις ιθύνουσες τάξεις με την έννοια πως μπορούσαν να επιβάλλουν μια άγρια λιτότητα χωρίς να έχουν έναν συγκροτημένο αντίπαλο. Το αποτέλεσμα ήταν να πάρουν φόρα και να εξαπολύσουν μια χωρίς προηγούμενο επίθεση ενάντια στο βιοτικό επίπεδο των μαζών.

3) Οξύνεται όλο ένα και περισσότερο ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα βασικά κέντρα του καπιταλιστικού κόσμου. Σε συνθήκες ιμπεριαλισμού λειτουργεί πάντα ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης επιμέρους κλάδων και τομέων μιας «εθνικής» οικονομίας ή της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας μιας χώρας σε σχέση με άλλες. Όχι μόνο δεν έχει αναιρεθεί στον «μετακομμουνιστικο» κόσμο ο νόμος αυτός αλλά αντίθετα έχει αναπτυχθεί στο έπακρο και προκαλεί αναστατώσεις. Ο κατ’ εξοχήν ωφελημένος από την πορεία της αναδιάρθρωσης γερμανικός παράγοντας, είχε την δυνατότητα να ισχυροποιήσει τον κολοσσό του, την Μπούντενσμπανκ, σε βαθμό που να είναι ο ουσιαστικός ηγεμόνας στο χώρο της Ευρώπης και να εποφθαλμιά την παγκόσμια κυριαρχία.

Στην πορεία της αναδιάρθρωσης θα ξεπετάγονται δυνάμεις που θα μπορούν να επιβάλλουν όρους και να ηγεμονεύουν και παράλληλα άλλες δυνάμεις καθόλου «δεύτερης διαλογής» μέλη του διευθυντηρίου θα υποβαθμίζονται υποχρεωμένες να περιορίσουν τις επεκτατικές τους βλέψεις και θα υποτάσσονται στα κελεύσματα του νέου ηγεμόνα. Αυτή τη διαδικασία ζούμε τα τελευταία δύο χρόνια στο χώρο της Ευρώπης. Η Αγγλία και η Ιταλία είναι πλέον δευτερεύουσες δυνάμεις συγκρινόμενες με τις δυνατότητες της Γερμανίας και πλήρωσαν ακριβά την νομισματική κρίση, ενώ η Γαλλία έχει τσουρουφλιστεί τόσο που μόνο με την στήριξη των γερμανών δεν ακολούθησε την πορεία των άλλων δυνάμεων.

Η κούρσα του ανταγωνισμού ανάμεσα στους «τρεις πυλώνες» του σύγχρονου κόσμου (για να χρησιμοποιήσουμε μια μοδάτη έκφραση) τις ΗΠΑ, την Γερμανία και την Ιαπωνία έχει μπει σε μια νέα φάση και το επίκεντρο της είναι η εξόρμηση προς ανατολάς, η επαναποικιοποίηση της τεράστιας περιοχής του ανατολικού κόσμου.

Το πετρέλαιο, ο χρυσός, τα διαμάντια, οι πρώτες ύλες, το επιστημονικό – τεχνικό υλικό και δυναμικό, η φτηνή εργατική δύναμη και τα σύγχρονα σκλαβοπάζαρα είναι αυτά που κινούν την όρεξη και την μανία των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων προς ανατολάς. Με μοχλό την εθνικιστική αναζωπύρωση και σε πλέρια συνεργασία με την πλειοψηφία του τέως υπερλενινιστικού στα λόγια και νυν μεταλλαγμένου σε εθνικιστικό-φασιστικό ή σοσιαλδημοκρατικό (ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής) μηχανισμού προχωρεί η ιμπεριαλιστική διείσδυση και ο ανταγωνισμός.

Η εξαπόλυση της Νέας Τάξης Πραγμάτων ώθησε τον ανταγωνισμό σε ένα νέο επίπεδο τροποποιώντας πολλές συμμαχίες και επιταχύνοντας διαδικασίες υπέρβασης των καθυστερήσεων και αναντιστοιχιών ανάμεσα στην πολιτική, την οικονομική και στρατιωτική δύναμη. Οι Αμερικάνοι κατέχουν την στρατιωτική υπεροπλία αλλά βρίσκονται στη χειρότερη οικονομική κατάσταση. Οι Γερμανοί και οι Ιάπωνες πρέπει να ξεπεράσουν την στρατιωτική τους «καθυστέρηση» εντός εισαγωγικών γιατί δεν μιλάμε για την οπλική βιομηχανία αλλά για το στρατιωτικό βάρος τους στις διεθνείς εξελίξεις.

4) Όλο και συχνότερα, εντονότερα και βαθύτερα παρουσιάζονται εκδηλώσεις και εκρήξεις της δυσαρέσκειας και αγανάκτησης προς τον «ζουρλομανδύα» των μέτρων λιτότητας και εξυγίανσης της οικονομίας, που διατάζουν και ελέγχουν οι διεθνείς οργανισμοί χωροφύλακες των συμφερόντων μιας συντριπτικής μειοψηφίας. Για να έχουμε μια εικόνα: Αν χωρίσουμε τον παγκόσμιο πληθυσμό σε πέντε ίσες μερίδες έτσι που κάθε μια να περιλαμβάνει από 20% και τις χωρίσουμε ανάλογα με το μερίδιο του παγκόσμιου εισοδήματος που κατέχουν, θα δούμε πως η πρώτη μερίδα, το πλουσιότερο δηλαδή 20% κατέχει το 82,7% του παγκόσμιου εισοδήματος- η δεύτερη μερίδα κατέχει το 11,7% του παγκόσμιου εισοδήματος- η τρίτη το 2,3% :η τέταρτη το 1,9% : και η πέμπτη το 1,4% : Αυτή η «οριζόντια» αντικαθρεφτίζεται στον ένα ή στον άλλο βαθμό και κάθετα στο εσωτερικό και κάθε μιας ξεχωριστά παρμένης χώρας.

Οι εκρήξεις για τις οποίες μιλάμε από τον σποραδικό χαρακτήρα που είχαν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 80 τείνουν να πάρουν ένα μονιμότερο χαρακτήρα και αποτελούν θανάσιμο αντίπαλο της αναδιάρθρωσης. Η μάχη για την επιβίωση, αυτός ο πραγματικός πόλεμος της συντριπτικής πλειοψηφίας του πλανήτη, δίνει όλο και περισσότερο τον τόνο στις εξελίξεις. Οι ιθύνοντες περίμεναν κάποια αντίδραση στο φόρεμα του ζουρλομανδύα, σίγουρα όμως υποτιμούσαν την ένταση και την έκταση της αντίδρασης αυτής. Το καινούργιο στοιχείο είναι πως το ρεύμα της αναδιάρθρωσης εμφανίζεται για πρώτη φορά τόσο γυμνό, χωρίς ούτε ένα παράδειγμα μαζικής υποστήριξης του. Τα τελευταία τέτοια παραδείγματα συνέβησαν στο δίχρονο 89-91 με την πτώση του τείχους ή των τειχών αν προτιμάτε, και τις αλλαγές στις ανατολικές χώρες. Η συνταγή που προσφέρονταν: τέλος του κομμουνιστικού παραλογισμού – παρωδία δημοκρατίας – νεοφιλελεύθερη διαχείριση της οικονομίας δεν συγκινεί κανέναν εργαζόμενο στον κόσμο. Αντίθετα συναντά τη δυσπιστία, τη δυσαρέσκεια, τις εκρήξεις οργής.

Το Λος Άντζελες το καλοκαίρι, οι περιπέτειες της επικύρωσης της συνθήκης του Μάαστριχτ σε Δανία, Γαλλία και Βρετανία, η μεγάλη απεργία που παρέλυσε όλο το δημόσιο τομέα στη Γερμανία, όταν αρνήθηκαν οι εργαζόμενοι να πληρώσουν με μια μείωση της τάξης του 7% του εισοδήματος τους το κόστος της επανενοποίηση, στην (δια χώρα οι μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στην νεοναζιστική σαβούρα, οι εργατικές αναταραχές σε Ιταλία και Ελλάδα για τα μέτρα θεραπείας-σοκ που επιβάλλουν οι κυβερνήσεις, αναταραχές που έθεσαν σε μεγάλη δοκιμασία το συνδικαλιστικό ρεφορμιστικό μηχανισμό, οι απεργίες και οι συγκρούσεις στην βιομηχανική Οζάκα στην Ιαπωνία, οι διαδηλώσεις στην Ρωσία ενάντια στην πολιτική του Γέλτσιν κατά την επέτειο της Οχτωβριανής Επανάστασης, η νέα ορμή που παίρνει η αντίσταση των Παλαιστινίων στα κατεχόμενα ενάντια στους Ισραηλινούς, η ένταση του λαϊκού πολέμου στο Περού παρά τη σύλληψη του προέδρου του ΚΚ Περού Αμπιμαέλ Ρεϋνόζο Γκουσμάν, η έκρηξη του βραζιλιάνικου λαού ενάντια στην διαφθορά του καθεστώτος είναι τα πιο ορατά στοιχεία αυτής της αντίστασης και είναι σίγουρο πως από την απαρίθμηση αυτή λείπουν-κι άλλα παραδείγματα.

5) Είναι από τα πράγματα λοιπόν αναγκαία μια πολιτική αναδιάρθρωση που να υπηρετεί μιαν αλλαγή στην ίδια όμως κατεύθυνση. Η ιστορία με τον Κλίντον είναι ενδεικτική. Αλλά ας βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά. Βασικός στόχος της πολιτικής αναδιάρθρωσης μέχρι σήμερα ήταν να αποτρέπει την δυνατότητα πολιτικής έκφρασης και δράσης από τους απορριπτόμενους και περιθωριοποιούμενους τομείς της κοινωνίας. Σήμερα που η δυσαρέσκεια και οι εκρήξεις παίρνουν μεγάλη έκταση, είναι αναμφίβολη η αποτελεσματικότητα της μέχρι σήμερα πολιτικής διαχείρισης που είχε σαν κεντρικό άξονα την κυνική και διακηρυγμένη εγκατάλειψη όλων όσων τα μέτρα τους απέρριπταν! Ο Τζώρτζ Μπους υπήρξε η βασική επιλογή των δυναμικών παραγόντων της αμερικάνικης οικονομικής ζωής- ήταν επιθυμητός κι από τους ευρωπαίους, για να μην πούμε και από τους μεταλλαγμένους πρώην κομμουνιστές καθώς και τους κινέζους υπεύθυνους (αυτοί μέχρι την τελευταία στιγμή εύχονταν την επανεκλογή του). Τα πράγματα όμως άλλαξαν μετά το καλοκαίρι. Είχε μεσολαβήσει το Λος Αντζελες. Το πρόβλημα των δύο Αμερικών και η αντιμετώπιση του οδήγησαν στην υποστήριξη από τους δυναμικούς παράγοντες και τελικά στην εκλογή του Κλίντον, σαν μια επιλογή αλλαγής μέσα στην (δια κατεύθυνση. Η κρίση της πολιτικής νομιμότητας είναι παρούσα σ» όλο τον κόσμο και σχετίζεται με την έντονη απογύμνωση του πολιτικού επιπέδου από κάθε μαζική στήριξη και την εμπλοκή του με τομείς του οργανωμένου εγκλήματος, γεγονός που το καθιστά εντελώς αφερέγγυο αφού πρωταγωνιστεί σε σκάνδαλα και δοσοληψίες κάθε άλλο παρά κολακευτικές. Η κίνηση της πολιτικής αναδιάρθρωσης που διαπερνά όλες σχεδόν τις χώρες οφείλει να υπηρετήσει και την ανάγκη κάθαρσης και εξυγίανσης του πολιτικού προσωπικού. Οι Λίγκες όπου στήνονται – και δεν στήνονται μόνο στον ιταλικό βορρά – πέρα από το εθνικιστικό στοιχείο έχουν ενσωματώσει στον πολιτικό τους λόγο των αγώνα ενάντια στην διαφθορά.

Αυτά τα 5 σημεία δηλαδή α) η βύθιση του καπιταλιστικού κόσμου όλο και περισσότερο στον φαύλο κύκλο κρίση-αναδιάρθρωση-κρίση β) ο γιγαντισμός της δυαδικοποίησης οριζόντια και κάθετα γ) η ένταση του ανταγωνισμού ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δ) η συχνότερη και εντονότερη παρουσία του λαϊκού παράγοντα και ε) η ανάγκη μιας αλλαγής στην (δια κατεύθυνση σαν ιδιαίτερο στοιχείο της πολιτικής αναδιάρθρωσης αποτελούν τα κύρια σημεία του διεθνούς περιβάλλοντος.

Αγαπητοί σύντροφοι και φίλοι,

1) Η βαλκανική είναι μια σχετικά μικρή περιοχή, ένα μικρό σταυροδρόμι φορτωμένο με ιστορία, ένας τόπος διασταύρωσης σχεδόν όλων των δυνάμεων, των ρευμάτων και των τάσεων που έπαιξαν ρόλο στην σύγχρονη ιστορία, μια γωνιά στην οποία συσσωρεύονται και εκφράζονται με ιδιαίτερο τρόπο όλες σχεδόν οι σύγχρονες αντιθέσεις.

Αν εξαιρέσουμε την πρώτη περίοδο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα τότε που υπήρχε το όραμα της βαλκανικής ομοσπονδίας και εκφραζόταν από την ριζοσπαστική πτέρυγα της αστικής τάξης, μονάχα όταν ανδρώθηκε και απόκτησε ρίζες στην περιοχή το κομμουνιστικό κίνημα μπόρεσε η βαλκανική να ξεφύγει από τις καταστάσεις που ήθελαν να επιβάλλουν οι ισχυροί στην περιοχή. Τα προοχτωβριανά τοπία είναι γεμάτα μηχανορραφίες ίντριγκες και πολέμους για την επιβολή των συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων και των εξαρτημένων απ αυτές ντόπιων δυνάμεων από την μια και αγροτικές εξεγέρσεις και αγώνων για την εθνική ολοκλήρωση από την άλλη που πνίγηκαν στο αίμα και δεν δικαιώθηκαν. Ο μεσοπόλεμος βρίσκει τα Βαλκάνια βουτηγμένα στο φασισμό, στις επεμβάσεις, στον πόλεμο. Δεν είναι τυχαίο πως όλες οι ενεργώσες σήμερα βαλκανικές δυνάμεις αντλούν την επιχειρηματολογία τους και εμπνέονται από αυτήν την σκοτεινή περίοδο της ιστορίας.

Η αστική άνοδος στην περιοχή συνδέθηκε με το γνωστό «ανατολικό ζήτημα» και πς επιδιώξεις των μεγάλων δυνάμεων να επωφεληθούν από την διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που η αστική τάξη στάθηκε ανίκανη να λύσει το εθνικό ζήτημα και γεννήθηκαν καταστάσεις που στην διεθνή ορολογία πολιτογραφήθηκαν από τότε σαν «βαλκανοποίηση». Με τον όρο αυτό δηλώνονται περιπτώσεις σχηματισμού ή διαμελισμού κρατών με άμεση παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων και αυθαίρετη χάραξη ή επαναχάραξη των συνόρων, ανταλλαγές πληθυσμών και κληρονόμηση από πλευράς των νέων κρατικών οντοτήτων σημαντικών μειονοτικών προβλημάτων, που την κατάλληλη στιγμή μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την προώθηση των συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων.

Στην περιοχή αυτή μέσα από μια δύσκολη και αντιφατική πορεία είχαν συγκεντρωθεί οι όροι για μια διαφορετική εξέλιξη. Ο συσχετισμός δυνάμεων είχε τροποποιηθεί σημαντικά υπέρ των δυνάμεων της προόδου, ειδικά μέσα στην δεκαετία του 40-50 και εν πολλοίς σ’ αυτόν τον συσχετισμό στηρίχτηκε και το μεταπολεμικό στάτους κβό που πολλοί μοιάζουν να νοσταλγούν, αφού τουλάχιστον οπωσδήποτε διέφερε από τα προοχτωβριανά τοπία και την εποχή του μεσοπολέμου.

Γενικά μιλώντας, η σημερινή βαλκανική κρίση είναι το αποτέλεσμα της ριζικής τροποποίησης του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος των δυνάμεων του κεφαλαίου και της εξάλειψης πολιτικο-ιδεολογικά κύρια, κάθε άλλης αντιθετικής άποψης. Αυτή η τροποποίηση ήταν ο καρπός μιας μετεξέλιξης, μιας βαθμιαίας προσαρμογής και εν τέλει ενός εκφυλισμού του κομμουνιστικού κινήματος. Δεν ήταν η βία ή η προσφυγή στις ένοπλες διευθετήσεις που έφεραν αυτό το αποτέλεσμα αλλά η αλλαγή του προσανατολισμού του κομμουνιστικού κινήματος, η διαλυτική επίδραση που έφερε στις γραμμές του το σύγχρονο ρεβιζιονιστικό ρεύμα. Χωρίς την επικράτηση αυτού του ρεύματος η ιστορία και των Βαλκανίων θα είχε εξελιχθεί οπωσδήποτε διαφορετικά.

2) Μέσα από διάφορα επεισόδια που καθημερινά συμβαίνουν σε διάφορες περιοχές της Βαλκανικής, μέσα από την ανακίνηση υπαρκτών ή ανύπαρκτων ζητημάτων, μέσα από την παρεμβολή διαφόρων μεσαζόντων, ειρηνοποιών και διαβουλεύσεων κλπ έχουμε οδηγηθεί σε μια αποσταθεροποίηση όλων των σχέσεων που υπήρχαν μέχρι πρότινος ανάμεσα στις βαλκανικές χώρες και σε μια βαθμιαία κλιμάκωση των αντιπαραθέσεων ανάμεσα σε βαλκανικούς και εξωβαλκανικούς παράγοντες. Όλο το σύστημα των ισορροπιών και των αμοιβαίων σχέσεων που διαπερνούσε τις βαλκανικές χώρες μεταπολεμικά και ίσαμε το 1989 δεν ισχύει πλέον. Τελεί υπό αμφισβήτηση. Τροποποιείται όπως πάντα κυρίως με βίαιους τρόπους, με την δύναμη.

Η σύγχρονη βαλκανική κρίση δεν είναι το άθροισμα των κρίσεων κάθε μιας από τις Βαλκανικές χώρες αλλά «κάτι» παραπάνω. Αυτό το «κάτι»       παραπάνω δεν θέλουν να το προσδιορίσουν α σύγχρονοι Βαλκάνια πολιτικοί που όλα έχουν καβαλήσει το άλογο του εθνικισμού. Το φούντωμα της βαλκανικής κρίσης αποδεικνύει πως υπήρχαν και ωρίμαζαν χρόνια τώρα οι όροι για την εκδήλωση της. Πρώτα και κύρια, από την δεκαετία του 70 όλες οι χώρες της χερσονήσου γνώρισαν την οικονομική κρίση και σε διαφορετικό βαθμό και ένταση όλες ξεκίνησαν την εφαρμογή οικονομικών πολιτικών για την «εξυγείανση» των εθνικών οικονομιών. Όμως οι χώρες αυτές μέσα από τους εκσυγχρονισμένους ή μη μηχανισμούς εξάρτησης είχαν να αντιμετωπίσουν και τα πρόσθετα προβλήματα που προέκυπταν από την «μεταφορά» των συνεπειών της κρίσης των κέντρων προς τα «αλληλεξαρτώμενα» μέρη.

Το δίχρονο 89-91 ήταν ο προθάλαμος της βαλκανικής κρίσης αφού μέσα σ» αυτό ωρίμασαν οι πολιτικοί όροι με τις ευρύτατες «αναδομήσεις» στις περισσότερες χώρες και άρχισαν να πέφτουν πολλές αγκωνιές για το ποιος θα καλύψει τα κενά που δημιουργήθηκαν και καλλιεργήθηκε ο εθνικιστικός παροξυσμός και οι αντιδικίες για τις εθνικές μειονότητες.

Η είσοδος στη Νέα Τάξη Πραγμάτων από τον Γενάρη του 1991 ανάγγειλε και τη σύγχρονη βαλκανική κρίση. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου (1991) άρχισε ο πόλεμος στην Γιουγκοσλαβία και σχεδόν ταυτόχρονα ξαναεμφανίστηκε το «μακεδόνικο» πρόβλημα.

Η σύγχρονη βαλκανική κρίση έχει λοιπόν τις ρίζες της στην παρατεταμένη παγκόσμια οικονομική και κοινωνική κρίση και στις αναδιαρθρωτικές κινήσεις που την διαπερνούν, στον ειδικό τρόπο σύνδεσης των οικονομιών κάθε χώρας με το ενιαίο σύστημα κοινωνικών σχέσεων στον «διπολικό» κόσμο. Μπορεί να θεωρηθεί γνήσιο τέκνο της ΝΤΠ πρώτα γιατί εκδηλώθηκε αφότου ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός πέρασε σε νέα επίπεδα και δεύτερο γιατί φέρνει όλα τα αναγκαία και τυπικά χαρακτηριστικά, για την επιβολή της «νέας τάξης»: εθνικιστική και αντικομμουνιστική υστερία, σκληρή λιτότητα, ενεργό ανάμιξη της «διεθνούς κοινότητας» για την διασφάλιση του «διεθνούς δίκαιου» κλπ.

3) Στην βαλκανική χερσόνησο είναι αντικειμενικά συσσωρευμένο όλο το «υλικό» που μπορεί να οδηγήσει σ» ένα νέο μεγάλο επεισόδιο στην πορεία της ΝΤΠ. Πρώτο γιατί είναι πεδίο σκληρών ανταγωνισμών ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Χωρίς την εμπλοκή των μεγάλων δυνάμεων δεν μπορεί να κατανοηθεί τίποτα από όσα συμβαίνουν. Είναι πασίγνωστο πως πίσω από τον πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία κρύβεται ο αμερικανογερμανικός ανταγωνισμός. Οι ανεξαρτοποιήσεις της Σλοβενίας και της Κροατίας δεν θα είχαν γίνει αν δεν τις προωθούσε η Βόννη. Η δύναμη των «μουσουλμάνων» του Ιζετμπέκοβιτς θα ήταν μηδαμινή αν δεν είχε όλη την υποστήριξη του αμερικάνικου παράγοντα μέσω Σαουδικής Αραβίας. Τέλος ο Γκλιγκόροφ και η συντροφία του στηρίζονται ακριβώς σε μεγάλες γενικές πλάτες.

Ο αμερικανογερμανικός ανταγωνισμός αποτελεί έναν από τους κυριότερους αν όχι τον κυριότερο παράγοντα των εξελίξεων.

Όμως ο κατάλογος των ενδιαφερομένων και εμπλεκομένων δυνάμεων συνεχίζεται. Το παρόν δίνουν οι υπόλοιπες ιμπεριαλιστικές χώρες, Ιταλία, Αγγλία, Γαλλία, Αυστρία κλπ που σε ένα απίθανο και εναλλασσόμενο από περιοχή σε περιοχή σύστημα συμμαχιών και ρήξεων και σε αντιστοιχία με τον αμερικανογερμανικό ανταγωνισμό, πλασάρονται, διεκδικούν, καραδοκούν, υποθάλπτουν, υπόσχονται.

Δεύτερο γιατί μέσα στην βαλκανική κρίση δυναμώνει μια νέα τοπική υπερδύναμη που θα αναλάβει το ρόλο του χωροφύλακα της περιοχής, η Τουρκία Να μια διαφορά από την πρώτη βαλκανική κρίση, στις αρχές του αιώνα μας, όταν επί τάπητος ήταν το «ανατολικό ζήτημα» δηλαδή η διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Τρίτο γιατί οι υπόλοιπες δυνάμεις της περιοχής δεν κάνουν τίποτα που να αμφισβητεί την ΝΤΠ αλλά αντίθετα προσπαθούν να επιπλεύσουν χρησιμοποιώντας μεθόδους και τρόπους νεοταξικών προδιαγραφών που σαν μοναδικό αποτέλεσμα έχουν το βάθεμα της κρίσης.

Από κοντά σέρνουν τον χορό και οι εκκλησίες: το μουσουλμανικό τόξο, τα πατριαρχεία και η ορθοδοξία, το Βατικανό. Πάρα δίπλα ενεργητικό ρόλο παίζουν οι ομογένειες και τα λόμπι όπου γης Βαλκανίων, σε ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία κλπ. Πλήθος βασιλικών οικογενειών σπεύδουν να αναλάβουν ξανά εργασία…

Η βιομηχανία της εικόνας, του έντυπου λόγου, της διαμόρφωσης και διάβρωσης συνειδήσεων, τα ΜΜΕ, οι ιστορικοί, οι γλωσσολόγοι, οι επιστήμονες και τα επιμελητήρια, τα σωματεία, οι αθλητικοί φορείς κλπ αποδεικνύουν την ευλυγισία τους και την ικανότητα ανταπόκρισης τους και στα νέα δεδομένα.

4)         Βρισκόμαστε προς το τέλος της πρώτης φάσης της βαλκανικής κρίσης. Στην φάση αυτή, που ζούμε κοντά δύο χρόνια έχουμε τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας και τον πόλεμο με την ταυτόχρονη εξαπόλυση προς κάθε κατεύθυνση των μειονοτικών προβλημάτων, ενώ συσσωρεύονται όλοι οι όροι για το πέρασμα σε μια δεύτερη φάση που θα σημαδεύεται από την μετατόπιση της κρίσης προς νότο και την εμπλοκή περισσοτέρων πλευρών στο θέατρο των πολεμικών διευθετήσεων. Έρχεται η ώρα του Κόσσοβο και του «μακεδόνικου». Το πραγματικό πρόβλημα είναι πως διαβαίνουμε το κατώφλι του τοπικού διεθνοποιημένου πόλεμου και εισερχόμαστε σε μια κατάσταση μιας διεθνοποιημένης περιφερειακής σύγκρουσης.

Τον τόνο και για αυτήν την εξέλιξη θα τον δώσει βασικά ο αμερικανο-γερμανικός ανταγωνισμός. Το κύριο πρόβλημα της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής στην περιοχή είναι να σταματήσει την γερμανική διείσδυση. Η πλήρης ενεργοποίηση του μουσουλμανικού τόξου και των υπόλοιπων παραγόντων που μέχρι σήμερα συστρατεύονταν στο πλευρό των αμερικάνων είναι το κύριο εργαλείο για την παρεμπόδιση της γερμανικής διείσδυσης και αυτό γίνεται τώρα. Το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών στο εσωτερικό του σερβικού παράγοντα και οι περίεργες συμμαχίες σέρβων-κροατών που σημειώθηκαν στο βοσνιακό μέτωπο συνδέονται με την πορεία του αμερικανογερμανικού ανταγωνισμού.

5)         Τρία ήταν τα βασικά γνωρίσματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και όλου του επίσημου πολιτικού κόσμου:

Το πρώτο και εύκολο σχετικά ήταν το ανέμισμα της σημαίας του ελληνικού εθνικισμού. Βολική πολιτική που έχει την ιδιότητα μερικές φορές να απορροφά από άλλα προβλήματα και ιδιαίτερα να γίνεται παράγοντας ανάσχεσης κινητοποιήσεων. Βολική πολιτική γιατί επίσης εξυπηρετεί τις ανάγκες της πολιτικής αναδιάρθρωσης (η περίπτωση Σαμαρά είναι χαρακτηριστική).

Υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι ώστε να είναι ευαίσθητο το εθνικό αίσθημα του ελληνικού λαού. Από παντού παραμονεύουν κίνδυνοι και απειλές. Στον νότο το κυπριακό πρόβλημα είναι σε μια κρίσιμη φάση: από ανατολάς η νέα τοπική υπερδύναμη δεν έχει σταματήσει ούτε λεπτό τις προκλήσεις: στον βορρά λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα μαίνεται ένας πόλεμος, ενώ με το «μακεδόνικο» τίθονται οι προϋποθέσεις για μια γενικότερη σύρραξη. Και φυσικά είναι γνωστά τα παιχνίδια που μηχανεύονται οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για την περιοχή. Σ’ αυτούς τους κινδύνους όμως δεν συνιστά απάντηση ο εθνικισμός. Ο εθνικισμός ανοίγει διάπλατα το δρόμο στις πολεμικές περιπέτειες, καλλιεργεί τα πιο αντιδραστικά συναισθήματα στους λαούς της περιοχής, βαρβαροποιεί τις κοινωνίες που διαβρώνει. Ο εθνικισμός είναι πολιτική της αστικής τάξης. Όπως λέει ο Δημήτρης Γληνός «η αστική τάξη στάθηκε ανίκανη να λύσει το εθνικό πρόβλημα και να δημιουργήσει συνθήκες ελεύθερες, αβίαστης ανάπτυξης των διαφορετικών εθνοτήτων. Γιατί η οικονομική διάρθρωση πάνω στην οποία αναπτύσσεται το εθνικό ζήτημα μέσα στα αστικά πλαίσια έχει δύο κύρια γνωρίσματα: την αστική κυριαρχία στο εσωτερικό, τον ανταγωνισμό συμφερόντων με το εξωτερικό. Από τα γνωρίσματα αυτά και προ πάντων από το δεύτερο, με την ανάπτυξη των καπιταλιστικών ανταγωνισμών, πηγάζει η εθνική αποκλειστικότητα, δηλαδή η τάση να κυριαρχήσει απόλυτα ένα έθνος μέσα στον οικονομικό χώρο που κατέχει και ν’ απλώσει το χώρο αυτόν σε βάρος άλλων εθνών. Αποτέλεσμα της τάσης αυτής είναι πρώτο η αδιάκοπη προσπάθεια για κατάπνιξη, αφομοίωση ή εκτοπισμό κάθε άλλης εθνότητας μέσα στον εθνικό χώρο, η προσπάθεια να συμπέσουν οι έννοιες έθνος και κράτος αστικό και δεύτερο, οι αδιάκοπα ανταγωνισμοί και οι πόλεμοι με τα γειτονικά έθνη. Ετσι γίνεται αδύνατη η λύση του εθνικού προβλήματος στα αστικά πλαίσια και στην ιμπεριαλιστική περίοδο». Λόγια καθαρά που ερμηνεύουν την συμπεριφορά των αστικών τάξεων της περιοχής. Η περίπτωση του ελληνικού εθνικισμού παρουσιάζει μιαν ιδιομορφία: πάει χέρι-χέρι με τον ραγιαδισμό.

Το δεύτερο είναι η επίδειξη μιας καλλιεργημένης από χρόνια αρετής της αστικής τάξης, του νεοραγιαδισμού. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό πως οι υπερεθνικιστικές και αντικομμουνιστικές κραυγές συνόδευαν πάντα δείγματα βαθύτατου ραγιαδισμού και υποτέλειας απέναντι στα κελεύσματα των μεγάλων δυνάμεων. Εξαιρετικά δείγματα του νεοραγιαδισμού είναι η πλήρης συμπόρευση με όσα αποφάσιζε το διευθυντήριο (διαμελισμός Γιουγκοσλαβίας, ναυτικός αποκλεισμός, εμπάργκο, αποπομπή των σέρβων από όλους τους διεθνείς οργανισμούς και αθλητικές οργανώσεις κλπ) και η αποφυγή να υψωθούν καν οι τόνοι ενάντια σε αυτούς που προωθούν όλες τις απαράδεκτες ρυθμίσεις. Ο Γκλιγκόροφ μπορεί να ζωγραφίζεται με όλα τα χρώματα αλλά κουβέντα για τους πάτρωνες του. Η αναφορά της Παπαρήγα σε σλαυόφωνους είναι ζήτημα που προκαλεί θύελλα αντιδράσεων, ενώ όταν το Στέητ Ντηπάρτμεντ αναφέρεται στην ύπαρξη μακεδόνικης εθνότητας που την αριθμεί σε 80.000 άτομα στην Ελλάδα, που μαζί με την τουρκική καταπιέζονται από την ελληνική πλευρά τότε κάνουμε την πάπια και δεν δείχνουμε καθόλου την παλικαριά που δείχνουμε στο εσωτερικό. Όταν οι απεγνωσμένες προσπάθειες για χρονική μετάθεση των αποφάσεων των μεγάλων ανακηρύσσονται ως εθνικές επιτυχίες ενώ είναι εκ των προτέρων γνωστό ότι οι αποφάσεις έχουν ήδη παρθεί και μένει μια τυπική επικύρωση τους. Όταν χρησιμοποιείται κατά κόρον το επιχείρημα «και π θέλετε να κάνουμε πόλεμο» για να γίνει αποδεκτή η απόφαση των μεγάλων να στηρίξουν τον Γκλιγκόροφ. Οταν μάλιστα σερβίρεται δια της πλαγίας αλλά φαρδιά πλατιά ο ισχυρισμός ότι θα αναπτυχθεί ένα έντονο αντιαμερικανικό – αντιευρωπαϊκό πνεύμα σε περίπτωση που δεν τύχουμε κάποιας καλύτερης μεταχείρισης…

Πρόσφατα στο Μπέρμιγχαμ ο υπουργός εξωτερικών Παπακωσταντίνου απαντώντας στο επιχείρημα των ευρωπαίων ότι για 40 χρόνια η ελληνική πλευρά αδρανούσε στο ζήτημα της ονομασίας «Μακεδονία» από τους σκοπιανούς, είπε χαρακτηριστικά: «Δεν αντιδρούσαμε, διότι καθ’ υπόδειξη των συμμάχων μας έπρεπε να υποστηρίξουμε τον Τίτο, ο οποίος προσπαθούσε να απαγκιστρωθεί από την Μόσχα». Είναι ακριβώς αυτά τα «καθ’ υπόδειξη των συμμάχων μας» που έχουν οδηγήσει σε τόσα δεινά την χώρα και τον λαό μας, και δίνουν το ακριβές περιεχόμενο της γλοιώδικης εθνι-κοφροσύνης των αστών μας.

Από την άλλη σαν γλοιώδεις ζήτουλες οι εκπρόσωποι και των δύο κομμάτων, οι Αντρέας και Μητσοτάκης, επανειλημμένα χρησιμοποιούν το επιχείρημα ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που ενώ ήταν σύμμαχος σε όλες τις σταυροφορίες του δυτικού κόσμου δεν έχει πάρει τίποτα από το τέλος του ψυχρού πολέμου. Πρόκειται για μια ραγιάδικη αντίληψη γλυψίματος και κλάψας προς τους ισχυρούς. Επιχείρημα ραγιάδων.

Όλα αυτά είναι δείγματα ενός αθεράπευτου νεοραγιαδισμού που το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να πέσει όσο γίνεται στα μαλακά αφού είναι δεδομένη η υποβάθμιση της χώρας στην σύγχρονη βαλκανική κρίση.

Τρίτο στοιχείο συνιστά το «ψάξιμο» που διαπερνά όλο τον ελληνικό αστισμό για να εντοπίσει τις νέες ισορροπίες και τον νέο διεθνή συσχετισμό ώστε να προσανατολιστεί δεόντως. Η ευλυγισία του ελληνικού αστισμού και η προσαρμοστικότητα του στα νέα δεδομένα του διεθνούς συσχετισμού δοκιμάζονται σκληρά αφού ο αμερικανογερμανικός ανταγωνισμός στην περιοχή θα έχει επιπτώσεις και στην χώρα μας επηρεάζοντας άμεσα τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις. Η μέχρι σήμερα σχετικά εύκολη με ελάχιστες τροποποιήσεις εξυπηρέτηση συγχρόνως και του αμερικανικού και του ευρωπαϊκού παράγοντα δεν μπορεί να συνεχιστεί. Η ελπίδα επαφίεται στην αρκετά ουτοπική ιδέα πως ο ανταγωνισμός θα παραμείνει ελεγχόμενος για την χώρα μας άρα δεν θα χρειαστούν πολλές ανακατατάξεις. Αυτόν τον ελεγχόμενο ανταγωνισμό προσφέρεται με το παραπάνω να υπηρετήσει ο Κ. Μητσοτάκης δίνοντας μέχρι τώρα δίνοντας και στους γερμανούς και στους αμερικανούς ότι του ζητούσαν.

Το βασικό συμπέρασμα είναι πως η μεγαλοαστική τάξη της χώρας, ούτε θέλει ούτε μπορεί να οδηγήσει την χώρα έξω από την δίνη της νέας βαλκανικής κρίσης. Αυτό θα σήμαινε να αρνηθεί τον ίδιο τον εαυτό της, την ιστορία της, τις παραδόσεις της. Στο παρελθόν έχει δώσει – πετυχημένες πάντα – εξετάσεις στο θέμα αυτό. Ενα από τα διδάγματα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας είναι ακριβώς τούτο: πως η εξάρτηση από τα διεθνή κέντρα μόνο δεινά έφερε στον ελληνικό λαό και τους εργαζόμενους. Την στιγμή μάλιστα που ωριμάζουν οι όροι νέων πανεθνικών κρίσεων και τοπικών πολέμων αυτό το δίδαγμα έχει μεγαλύτερη σημασία. Οι ομπρέλες του ΝΑΤΟ, της ΕΟΚ, της ΔΕΕ δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτα ουσιαστικό. Ακόμα χειρότερα δουλεύουν στην κατεύθυνση της ακύρωσης κάθε προσπάθειας προς μια ανεξάρτητη στάση.

Μόνο μια πολιτική ρήξη μ’ αυτά τα κέντρα που αποδεδειγμένα περιφρονούν τον ελληνικό λαό και τα δίκαια του μπορεί να οδηγήσει σε μια άλλη κατάσταση. Αλλά ποιος έχει το ανάστημα να πάει κόντρα σ» αυτά; Ο κ. Παπαθεμελής, ο κ. Νέστωρ, ο κ. Μέρτζος, ο κ. Μητσοτάκης, ο κ. Παπανδρέου (που μέλι στάζει για τον νεοεκλεγέντα Κλίντον), ο κ. Κύρκος, ο Χρύσανθος Λαζαρίδης από την Νέα Υόρκη παρέα με τον Ιάκωβο, ποιος τέλος πάντων; Ίσως οι σκληροί του Περισσού. Μα αυτοί κινούνται στην σφαίρα ενός ιδιότυπου διεθνισμού με τις κυβερνήσεις της περιοχής, συνιστώντας αυτοσυγκράτηση, αναγνώριση των ντε φάκτο καταστάσεων (βλέπε την αποδοχή της γραμμής Τζούνη στο μακεδόνικο) και έχουν αντικαταστήσει τον πραγματικό αντιιμπεριαλιστικό αγώνα με την διαβαλκανική διάσκεψη…

Κανένα κόμμα από την επίσημη πολιτική σκηνή δεν έχει πρόθεση να αμφισβητήσει στα σοβαρά την ΝΤΠ γενικά και να κινηθεί έξω από τις ράγες της στην βαλκανική κρίση. Και η στάση αυτή οδηγεί μαθηματικά και με ακρίβεια στην αγκαλιά της νέας βαλκανοποίησης των Βαλκανίων.

Γνωρίζοντας καλά τις δυσκολίες, αλλά και στηριζόμενοι στα διδάγματα της ιστορίας, νομίζουμε πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τον αγώνα ενάντια:

–           στις αιτίες που προκαλούν την βαλκανική κρίση

–           στους παράγοντες που τροφοδοτούν την βαλκανική κρίση

–           στις συνέπειες που δημιουργούνται από την βαλκανική κρίση

Αν τα αναλύσουμε αυτά θα δούμε αρχικά ότι η ουσία της στάσης αυτής σημαίνει μια ανεξαρτησία από ιμπεριαλιστικά κέντρα, αστικά επιτελεία, ρεφορμιστικές αντιλήψεις και στη συνέχεια ότι οδηγούν στην ανάγκη να δημιουργηθεί ένα κίνημα ενάντια στην ΝΤΠ.

Αγαπητοί σύντροφοι και φίλοι,

Έχουμε την τύχη να ζούμε σε μια χώρα που η γεωπολιτική της θέση την καθιστά εξαιρετικά ευαίσθητη σε όλες τις εναλλαγές της διεθνούς συγκυρίας. Για παράδειγμα και η φασιστική διχτατορία και η μεταπολίτευση του 74 και η περίοδος 89-90 με τα μεταβατικά σχήματα ήταν σε άμεση συνάρτηση με τις αλλαγές και τις τροποποιήσεις στον διεθνή ορίζοντα.

Ετσι και η είσοδος μας στον αστερισμό της ΝΤΠ έγινε με μοχλό μια παγκόσμια για την εποχή καινοτομία την συνεργασία ΝΔ και ΣΥΝ, γεγονός αδιανόητο για άλλες εποχές αλλά πέρα για πέρα φυσιολογικό για την περίοδο του 89 όταν μεσουρανούσε ο γκορμπατσοφισμός και είχαν ήδη δρομολογηθεί οι διαδικασίες της σικέ κατάρρευσης του ανατολικού κόσμου.

Από τότε όμως τρία είναι τα κυριότερα στοιχεία της πολιτικής-οικονομικής-κοινωνικής ζωής της χώρας μέσα στην ΝΤΠ:

Πρώτο η μετατόπιση προς τα δεξιά όλης της πολιτικής πραγματικότητας.

Η λατρεία της αγοράς και της ελεύθερης οικονομίας, η αποδοχή του ανταγωνισμού και της αναίσθητης τεχνοκρατικής λογικής, η κυνική αποδοχή της δυαδικής κοινωνίας, η εθνικιστική διάβρωση, η αποδοχή από όλα τα κόμματα του ευρωπαϊσμού και η ραγιάδικη στήριξη της συμφωνίας του Μάαστριχτ, η κρατική και αστυνομική ασυδοσία, η απαγόρευση κάθε συγκέντρωσης και πορείας για 48 ώρες σε μα πόλη, όπως συνέβηκε πρόσφατα στην Θεσσαλονίκη με την πορεία της ΕΑΣ, είναι ορισμένα παραδείγματα αυτής της μετατόπισης.

Δεύτερο είναι το ξεχαρβάλωμα του παραγωγικού ιστού της οικονομίας.

Δεν πρόκειται μονάχα για το μεγάλο φαγοπότι από τα ξεπουλήματα, τις μίζες και τα σκάνδαλα. Πρόκειται για ένα οργανωμένο σχέδιο απονεύρωσης των εθνικών οικονομιών και της καλύτερης ενσωμάτωσης τους στον νέο καταμερισμό. Πρωτοστατούν στην διαδικασία αυτή μεγάλοι χρηματιστικοί όμιλοι, ειδικοί ΕΟΚικοί σχεδιασμοί και παρέχει τις υπηρεσίες του με το αζημίωτο φυσικά, ο άσπιλος και αμόλυντος πολιτικός μας κόσμος. Η αλήθεια είναι πως ο εκσυγχρονισμένος μεταπρατισμός αδιαφορεί για την παραγωγική ικανότητα της χώρας.

Τρίτο είναι ο γιγαντισμός της δυαδικοποίηοης στην ελληνική κοινωνία.

Σύμφωνα με τις επιταγές του ΔΝΤ, της ΕΟΚ, και του Μάαστριχτ πρέπει να μειωθεί το εισόδημα των εργαζομένων, να διαλυθούν τα ασφαλιστικά ταμεία, η δημόσια υγεία, η δημόσια εκπαίδευση. Ο «ζουρλομανδίας» πρέπει να φορεθεί στην εργατική τάξη, σ1 όλους τους εργαζόμενους. Η ακρίβεια, οι ανατιμήσεις, οι έκτακτες εισφορές, τα φορολογικά χαράτσια και οι χιλιάδες απολύσεις συμπληρώνουν την εικόνα. Ο αριθμός των ανέργων έχει ξεπεράσει προ πολλού τις 400.000. Τα Λαύρια είναι μια γενική κατάσταση σ» όλες τις περιοχές που στοιβάζεται η εργατική τάξη και η νεολαία.

Έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια επικίνδυνη κυβέρνηση, της ΝΔ, εκπρόσωπο του μεγάλου κεφαλαίου και πιστό υπηρέτη των ιμπεριαλιστών πατρώνων. Εχουμε έναν πρωθυπουργό αδίστακτο που χρησιμοποιεί κάθε μέσον για να διατηρηθεί στην εξουσία, εκβιάζοντας τους πάντες και τα πάντα, εμφανιζόμενος μέχρι τώρα σαν ο μοναδικός εγγυητής των δυτικών συμφερόντων στην χώρα μας. Στο λίγο διάστημα που κυβερνά η ΝΔ ξεσήκωσε με την πολιτική της ένα μεγάλο κύμα διαμαρτυρίας και αγανάκτησης και δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να προχωρήσει στην καταστολή των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας. Το ζήσαμε το 1990 με τις δολοφονίες του καθηγητή Τεμπονέρα και των 4 στο Κ. Μαρούσης και το κτύπημα των νεολαιίστικων κινητοποιήσεων, το είδαμε και πρόσφατα στην εργατική αναταραχή με τους ξυλοδαρμούς, τα δικαστήρια και τις φυλακίσεις εργαζομένων, το είδαμε και με τις σκευωρίες και τους πρωθυπουργικούς λόγους για «κλεφτρόνια» στη βουλή.

Το πρόβλημα μας δεν σταματάει εδώ.

Έχουμε μιαν αξιωματική αντιπολίτευση που κάνει ότι δεν καταλαβαίνει ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι η πιο αδύνατη κυβέρνηση που γνώρισε ο τόπος με πλειοψηφία μονάχα μιας ψήφου και ότι η πτώση της δεν θα ήταν δύσκολη υπόθεση αν στοιχειωδώς η αντιπολίτευση έκανε το καθήκον της. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε μα αξιωματική αντιπολίτευση που δεν θέλει την πτώση της ΝΔ, θέλει να συμπεριφερθεί με την υποτιθέμενη ταχτική του «ώριμου φρούτου». Υποτιθέμενη ταχτική γιατί στην ουσία το Πασοκ θέλει πρώτα η ΝΔ να βγάλει όλη την βρώμικη δουλιά που παραγγέλλουν κα τα αφεντικά ντόπια και ξένα και μετά να προβάλει σαν νέος διαχειριστής. Στην πραγματικότητα τα συμφέροντα ποου υπερασπίζεται το Πασοκ ανήκουν στον ίδιο κόσμο με αυτά της ΝΔ, τον αστικό κόσμο.

Αυτός είναι ο λόγος που ο Α.Π. δίνει συνεχώς άφεση αμαρτιών στην ΕΟΚ (δεν ευθύνεται η ΕΟΚ για την πορεία της οικονομίας μας, αλλά φταίει η κυβερνητική πολιτική). Αυτός είναι ο λόγος που το Πασοκ υπερψήφισε την συνθήκη του Μάαστριχτ και ακόμα την υπερασπίζεται όταν βοά όλη η Ευρώπη των εργαζομένων ενάντια της, επαναλαμβάνοντας το επιχείρημα της αμαρτωλής ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, ότι τυχόν επαναδιαπραγμάτευση του Μάαστριχτ θα σήμαινε χειροτέρευση του. Η θεωρία του μικρότερου κακού ακόμα κι όταν το κακό είναι τεράστιο. Τόσο δύσκολη είναι η άρνηση του Μάαστριχτ για ένα κόμμα που κεντρική του θέση είναι το η Ελλάδα είναι αδιαπραγμάτευτη;

Αυτός είναι ο λόγος των ύμνων του Πασοκ για την εκλογή του Μπ. Κλίντον και ο προσωπικός θαυμασμός προς τον νέο πρόεδρο λες και δεν γνωρίζουμε ποια πολιτική θα υλοποιήσει ειδικά για την περιοχή μας ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός. Εξωραϊσμός λοιπόν σε όλη την γραμμή του ιμπεριαλιστικού και καπιταλιστικού παράγοντα από το κόμμα της αδιαπραγμάτευτης Ελλάδας. Και τι πρόσθεσε τελευταία ο Αντρέας; Όταν θα έρθει στην εξουσία θα χρειαστούν όχι 3 χρόνια όπως είχε προβλέψει πριν 1 χρόνο αλλά 5 χρόνια λιτότητας για να εξυγιανθεί η οικονομία μας. Η μία κυβέρνηση παραλαμβάνει καμένη γη και ζητά θυσίες- μια μεταβατική κάνει εκτίμηση της ζημιάς- η επόμενη ρίχνει τα βάρη στα σκάνδαλα και συνεχίζει να επιδίδεται στο μεγάλο φαγοπότι: και το Πασοκ υπόσχεται πως όταν έρθει θα βρει τέτοια ζημιά που θα χρειαστούν πέντε χρόνια θυσιών, αλλά μέχρι τότε να περιμένουμε πότε το «κίνημα» θα κρίνει κατάλληλο τον χρόνο να κάνει χρήση της δυνατότητας υποβολής πρότασης μομφής. Το δούλεμα είναι σίγουρα μεγάλο και έχει μια ορισμένη επιτυχία γιατί έχουμε μια επίσημη αριστερά συνένοχη στο βρώμικο παιχνίδι του εκσυγχρονισμένου μεταπρατισμού και της πορείας μέσα στις ράγες της αναδιάρθρωσης και της ΝΤΠ. Μια επίσημη αριστερά που στήριξε ψυχή τε και σώματι το μεταπολιτευτικό συμβόλαιο παίζοντας τον ρόλο του πυροσβέστη και κυματοθραύστη των αγώνων των εργαζομένων και της νεολαίας. Μια επίσημη αριστερά που αναγόρευσε το Πασοκ σε γνήσια ανπιμπεριαλιστική και αριστερή δύναμη, που ιδεολογικά αποπροσανατόλισε τις λαϊκές μάζες και τις έστειλε προς το Πασοκ αφού ενστερνίστηκε σαν κεντρικό το δίλημμα δεξιά-αντιδεξιά άσχετα αν το μεταμφίεζε με διάφορα ηχηρά πλην όμως ασαφή όπως «πραγματική αλλαγή» κλπ. Μια επίσημη αριστερά που όταν δόθηκε το σινιάλο δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να συνεργαστεί σε κυβερνητικό επίπεδο με την δεξιά παράταξη φτάνει αυτό να την αναβάθμιζε στην πολιτική ζωή του τόπου. Η απόφαση όπως διαβεβαιώνουν πολλοί απ τους πρωταγωνιστές ήταν ομόφωνη από όλες τις πτέρυγες που αποτελούσαν τον τότε ΣΥΝ και είχε πρωτοστατήσει σ» αυτήν ο Λούθηρος, όπως τον αποκαλεί ο Ανδρουλάκης, Χαρίλαος. Η εξέλιξη δεν ήταν όπως την περίμεναν οι εμπνευστές της συνεργασίας. Αντί να τραβήξουν έναν αυτόνομο δρόμο καταγγέλλοντας και τις δύο παρατάξεις για τα αίσχη τους και να καλέσουν τον εργατόκοσμο και την νεολαία σε μιαν ανεξάρτητη στάση, επιλογή που θα ήταν το καλύτερο χτύπημα στο δικομματισμό γιατί θα απελευθέρωνε δυνάμεις απ’ αυτόν, υιοθετήθηκε η γραμμή της συνεργασίας που όπως και να το κάνουμε δεν κολλούσε στην συνείδηση του μέσου αριστερού. Και έτσι για άλλη μια φορά σπρώχτηκε προς την πλευρά του Πασοκ.

Η προώθηση της νέας σκέψης και της νέας τάξης σήμαινε και την μετάλλαξη των πολιτικών δυνάμεων που αναφέρονταν στον υπαρκτό σοσιαλισμό. Αυτό έγινε προς τρεις κατευθύνσεις. Προς την σοσιαλδημοκρατία, με την προσχώρηση σε υπερεθνικιστικά πλαίσια και με την διατήρηση της κομμουνιστικής φρασεολογίας-βιτρίνας. Η γενική εικόνα όμως ήταν μια σχετική απορρόφηση του χώρου αυτού από ανοικτά αστικές πολιτικές πιάτσες.

Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο πως τα πνευματικά παιδιά του Φλωράκη, ο Λογοθέτης, ο Ανδρουλάκης, ο Γαλανός, (όλα από την περιοχή του Πειραιά) σήμερα έχουν αφομοιωθεί από το Πασοκ ενώ ο Χαρίλαος ανακαλύπτει τις χαρές των καπιταλιστικών μεταρρυθμίσεων στην Κίνα και συγκινείται στα γεράματα από την σκέψη Μάο για να αποδείξει πως δεν πιστεύουν σε τίποτα, ούτε όταν έδιναν όρκους στην 6η ολομέλεια, ούτε όταν αγωνίζονταν ενάντια στους αναθεωρητές, ούτε όταν ανακάλυπταν την ζωογόνο δύναμη της περεστρόικας ούτε φυσικά και τώρα που η όλη πολιτική τους πραχτική συμπυκνώνεται στο «να διατηρηθούμε». Αν ήταν κάτι διαφορετικό, αν είχαν βγει ορισμένα στοιχειώδη διδάγματα και είχε γίνει μια αυτοκριτική τότε μέσα στα 3 χρόνια της δεξιάς διακυβέρνησης είχαν πολλές ευκαιρίες παίρνοντας μέρος στους μαζικούς αγώνες, προσπαθώντας να τους δώσουν έναν αγωνιστικό προσανατολισμό και διέξοδο, να κερδίσουν την εκτίμηση και την συμπάθεια του κόσμου. Και στο ξέσπασμα του 1990 και στην πρόσφατη εργατική αναταραχή το μόνο που δεν έκαναν ήταν αυτά. Για να φτάσουν στην αστεία θέση των αντιπροσωπευτικών προεδρείων στα συνδικάτα…

Η πολιτική όμως πραγματικότητα είναι λίγο πολυπλοκότερη γιατί ακριβώς διαπερνιέται από την κίνηση της πολιτικής αναδιάρθρωσης που εκδηλώνεται σε όλες τις χώρες και φέρει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Τα ορατά σημεία της πολιτικής κρίσης είναι οι αντιπαραθέσεις για την εξωτερική πολιτική και η παραίτηση Σαμαρά, το αίτημα εκσυγχρονισμού των κομμάτων και η δημοκρατικοποίηση των λειτουργιών τους. Πίσω από αυτά καλύπτονται οι ανάγκες δημιουργίας πολιτικών εφεδρειών ικανών να διατηρήσουν τον έλεγχο σε συνθήκες εξαιρετικά δύσκολες, η απαλλαγή από πολιτικούς αναχρονισμούς όπως είναι η κομματικοποίηση του κρατικού μηχανισμού από το κάθε φορά κυβερνών κόμμα, όπως είναι τα αντιδεξιά σύνδρομα. Θα θυμάστε ορισμένους σχολιαστές που επέμεναν ότι χρειάζεται ψυχίατρο ο ελληνικός λαός για την αντιδεξιά συμπεριφορά του καθώς και τις ρήσεις του «θεού», σχετικά με το ότι έχουμε μετατραπεί σε ένα απέραντο φρενοκομείο. Από την άλλη δυναμώνει η ιδέα, το σχέδιο της ταυτόχρονης απομάκρυνσης των Μητσοτάκη-Παπανδρέου και η δημιουργία κυβερνητικών σχημάτων που να υπερβαίνουν τον διαχωρισμό δεξιάς-αντιδεξιάς. Τα μεταβατικά σχήματα της περιόδου 89-90 αποτελούν μια καλή εμπειρία που ανοίγει την όρεξη. Ποιος είπε ότι λείπουν πλέον οι όροι για να επιβληθούν τέτοια σχήματα. Οι εθνικοί κίνδυνοι και οι πολεμικές περιπέτιες μπορούν να δώσουν ζωή σε πολλές παραλλαγές τέτοιων σχημάτων. Το πρόβλημα θα καθοριστεί όχι από την διαύγεια και την ορθοφροσύνη κάποιων πολιτικών αλλά κυρίως από τον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό στην περιοχή και στην χώρα μας ειδικότερα.

Για παράδειγμα το ερώτημα που πλανάται είναι αν θα προχωρήσει στην δημιουργία κόμματος ο Αντώνης Σαμαράς και τι επιπτώσεις θα έχει αυτό το γεγονός στις πολιτικές εξελίξεις. Οι όροι για την εμφάνιση ενός εθνικιστικού, στυλ ιταλικής λίγκας, πολιτικού μορφώματος υπάρχουν και με το παραπάνω, γεγονός που δημιουργεί πονοκεφάλους στους επιτελείς των δύο κομμάτων και ο Μητσοτάκης ξελαρυγγίζεται ενάντια στον λαϊκισμό και όλοι δηλώνουν πως είναι πατριώτες κι ότι δεν υπάρχει κάποιος που είναι περισσότερο πατριώτης από τον άλλο. Το ζήτημα είναι τι πλάτες έχει ο Σαμαράς και ποιος ο ειδικός σχεδιασμός τους.

Αυτοί είναι οι λόγοι που στον ορίζοντα δεν πρέπει να θεωρείται μοναδική προοπτική η απλή εναλλαγή ΝΔ – ΠΑΣΟΚ μέσα από μια εκλογική διαδικασία και στη βάση αυτού του γεγονότος ο Μητσοτάκης εκβιάζει με την προσφυγή στις εκλογές…

Αυτή τη γενικά καταθλιπτική ατμόσφαιρα ήρθε να ταράξει η πρόσφατη εργατική αναταραχή. Όταν δόθηκε το σινιάλο της επίθεσης ενάντια στους εργαζόμενους με την υπερψήφιση του Μάαστριχτ, η κυβέρνηση δεν περίμενε να συναντήσει τέτοια αντίδραση, ούτε ισχύει αυτό που υποστηρίζουν α ρεφορμιστές ότι δηλαδή αιφνιδιάστηκαν. Ο αιφνιδιασμός υπήρξε και αφορούσε ένα άλλης τάξεως ζήτημα: την έκρηξη της αγανάκτησης και οργής των εργαζομένων. Οι διαστάσεις της αναταραχής, η ένταση και η επιμονή δεν ήταν συνηθισμένες και ξεπέρασαν κατά πολύ τις γνωστές 24ωρες απεργίες της ΓΣΕΕ. Κι όχι μόνο- με επίκεντρο τους εργαζόμενους της ΕΑΣ και τον αποφασιστικό τους αγώνα ξετυλίχθηκε ένα πλατύ ρεύμα διαμαρτυρίας και καταγγελίας της κυβερνητικής πολιτικής. Ένα ρεύμα που ξεπέρασε κατά πολύ την στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Με την εργατική αναταραχή είναι η δεύτερη φορά – η πρώτη ήταν στο νεολαιίστικο ξέσπασμα του 90 – που μαζικά αυθόρμητα κινήματα θέτουν το αίτημα της απομάκρυνσης της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ένα αίτημα που κανένα κόμμα δεν θέτει μέχρι σήμερα.

Όμως σ» όλη την διάρκεια της εργατικής αναταραχής φάνηκε με ιδιαίτερη οξύτητα η απουσία μιας πραγματικά αριστερής πρωτοπόρος δύναμης. Αυτό το γεγονός δεν μειώνει καθόλου την σημασία της αναταραχής και υπενθυμίζει την ανάγκη να πορευτούμε στον δρόμο της οικοδόμησης μιας πραγματικής αριστεράς για να έχουν προοπτική οι αγώνες και οι αντιστάσεις. Η περιπλοκότητα της κατάστασης, η ένταση της επίθεσης ενάντια στους εργαζόμενους, η εμπλοκή σε πολεμικές περιπέτειες απαιτούν να γίνουν μεγαλύτερες προσπάθειες στην κατεύθυνση της κάλυψης αυτής της απουσίας.

Γιατί πράγμα μιλάμε όταν αναφερόμαστε στην ανάγκη οικοδόμησης μιας πραγματικής αριστεράς; έχει γίνει μεγάλη εκμετάλλευση και διαστρέβλωση του όρου. Μιλάμε για την ανάγκη να ξεσκεπαστεί η μεγαλύτερη σήμερα συγκάλυψη στην ελληνική κοινωνία, να εκφραστεί πολιτικά η σημαντικότερη σήμερα αντίθεση στη συνείδηση ενός πλατιού κόσμου. Ενώ η πραγματικότητα βοά για την επέλαση μιας αναδιάρθρωσης που βρίσκει σύμφωνο Όλο τον πολιτικό κόσμο από την ΝΔ ως το ΚΚΕ στις βασικές της τάσεις, πόση συνείδηση υπάρχει στο μέσο εργαζόμενο και νέο γι αυτή την αντίθεση ανάμεσα στην αναδιάρθρωση από την μια μεριά και το λαό απ1 την άλλη; Ποιοί είναι από δώ, ποιοί από κει; Όλος ο πολιτικός κόσμος εκμεταλλεύεται τη δυσαρέσκεια του κόσμου και τις συνέπειες της αναδιάρθρωσης, όχι για να ταχθούν από την από δω μεριά της αντίθεσης αλλά για να την συγκαλύψουν, να φορτώσουν την επίθεση που γίνεται όχι σε μια αναδιάρθρωση παγκόσμιας κλίμακας αλλά σε πρόσωπα και παρατάξεις (Μητσοτάκης, Δεξιά, το ΠΑΣΟΚ προχθές), για να αναδείξουν δευτερεύουσες και τρπεύουσες αντιθέσεις: ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, Μητσοτακική ή Πασοκική εφετζίδικη προώθηση της ίδιας αναδιάρθρωσης, ανοιχτά ραγιάδικη ή φωνακλάδικη εθνικιστική υποταγή στους μεγάλους κλπ. Η πρόσφατη εργατική αναταραχή το Σεπτέμβρη έδειξε αυτό ακριβώς το πράγμα: ενώ ήταν μια πρώτης τάξης ευκαιρία για όποια πολιτική δύναμη θα’ θελε να αναδείξει την πραγματική αντίθεση, σύρθηκαν όλοι πίσω από την αγανάκτηση των εργαζόμενων, καταγγέλλοντας τις ακρότητες και δείχνοντας φανερά σε ποια μεριά της αντίθεσης βρίσκονται στις κρίσιμες στιγμές, πχ με τη Διεθνή έκθεση της Θεσσαλονίκης.

Φίλες και φίλοι σύντροφοι και συντρόφισες,

Η πρόσφατη εργατική αναταραχή με επίκεντρο τις κινητοποιήσεις της ΕΑΣ τροποποίησε κατά πολύ τις κλίμακες στις οποίες ένα δυναμικό ήταν συνηθισμένο, κι ακόμα χρωμάτισε πιο έντονα μα βασική έλλειψη στην ελληνική κοινωνία: την απουσία μιας πολιτικής δύναμης ικανής να παίζει ένα σημαντικό ρόλο για την υπόθεση της εργατικής τάξης. Από κοντά γίνονται πιο αισθητές οι αδυναμίες και η μικρή εμβέλεια διαφόρων οργανώσεων και ομάδων που υποτίθεται πως προσπαθούν -τουλάχιστον αυτό διακηρύττουν- να καλύψουν αυτό το κενό.

Η τροποποίηση της κλίμακας, ή αν προτιμάτε η πίεση του «έξω», της κοινωνικής δυναμικής, που στις σημερινές συνθήκες έχει τον χαρακτήρα της αυθόρμητης αναταραχής και των κοινωνικών εκρήξεων, θα αποτελέσει ο «προάγγελος», το «μήνυμα» για τροποποιήσεις στον υποκειμενικό τομέα; Το πρόβλημα δεν είναι ελλαδικό. Οι σαφείς ενδείξεις-καταγραφές γεγονότων που συμβαίνουν έξω, πέρα και ενάντια στις επιταγές του διευθυντηρίου σε όλα τα σημεία του πλανήτη, πιστοποιούν πως μια αντιτάση στην νέα τάξη πραγμάτων έχει αρχίσει να οικοδομείται στοιχειακά και αυθόρμητα.

Η όποια αισιοδοξία δεν μπορεί να στηριχτεί ή ακόμα να επενδυθεί μονάχα στην πορεία την αντίστασης αυτής. Υπάρχουν κι άλλα γεγονότα -όχι στη σφαίρα του υποκειμένου- που στοιχειοθετούν την πεποίθηση του αγώνα και της αισιοδοξίας. Κατ’ αρχάς, η ΝΤΠ σαν σύλληψη-σχέδιο και εφαρμογή έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων του πλανήτη, γεγονός που θα γεννήσει αντιστάσεις («όπου υπάρχει καταπίεση, υπάρχει αντίσταση» Μάο). Κατά δεύτερο, η πορεία εφαρμογής της γίνεται σ’ ένα έντονο περιβάλλον ανταγωνισμού των βασικών δυνάμεων, γεγονός που γεννάει αντιθέσεις, τριβές, τριγμούς. Κατά τρίτο, εκδηλώνονται με όλο και μεγαλύτερη ένταση φαινόμενα που επαληθεύουν όλη τη μαρξιστική ανάλυση για το καπιταλιστικό σύστημα (κρίση, κραχ, νομισματικές θύελλες κλπ).

Το πραγματικό όμως ζήτημα που η αντικειμενική εξέλιξη των πραγμάτων θέτει, είναι η υπέρβαση των καθυστερήσεων στον υποκειμενικό τομέα. Οι καθυστερήσεις όμως δεν ξεπερνιούνται με παραγγελίες.

Στο σημερινό επίπεδο ανάπτυξης του υποκειμενικού παράγοντα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για καθοδήγηση των στοιχειακών αντιδράσεων των εργαζομένων, παρόλο που δεν λείπουν περιπτώσεις όπου τα κομμουνιστικά κόμματα που συγκροτήθηκαν τη δεκαετία του 60-70 διαδραματίζουν έναν αποφασιστικό ρόλο στην οργάνωση και καθοδήγηση λαϊκών κινημάτων (π.χ. Περού-Φιλιππίνες).

Αυτό που κρίνεται σήμερα είναι αν θα ξεπηδήσουν οργανώσεις, κύκλοι, όμιλοι, κόμματα κλπ, που θα είναι σε θέση να προωθήσουν μια προγραμματική σύνθεση γύρω από τα κύρια και βασικά ζητήματα αποκτώντας παράλληλα την ικανότητα να συνδέονται και να χρωματίζουν τις στοιχειακές αντιδράσεις των καταπιεσμένων όπου γης.

Το ζητούμενο λοιπόν είναι αν ορισμένες δυνάμεις θα εκμεταλλευτούν το σε γενικές γραμμές θετικό αντικειμενικά έδαφος για την προώθηση ενός «μπολιάσματος» και άρα θα τολμήσουν να τροποποιήσουν τις κλίμακες και από την πλευρά του υποκειμενικού παράγοντα.

Μπορεί στη δεκαετία του 80 να εγκαταλείφθηκαν τα ιδεολογήματα των 30 ένδοξων χρόνων για γενική ευημερία, πλήρη απασχόληση, γενική εξάπλωση του καταναλωτισμού και να περάσαμε στο «μεταβιομηχανικό μοντέλο» που αρνείται κάθε σημαντικό ρόλο στη ζωντανή εργασία, ακριβώς τη στιγμή που η δυαδικοποίηση, η επίθεση ενάντια στους εργαζόμενους, ήταν η κύρια συνταγή όλων των πολιτικών διαχείρισης της κρίσης.

Ηρθε και η στημένη «κατάρρευση» του ανατολικού συνασπισμού για να δώσει το αποφασιστικό (;) χτύπημα στον κομμουνισμό. Ο τελευταίος κατηγορείται σαν ο υπεύθυνος για όλα τα δεινά που υπάρχουν σήμερα, ενώ διαστρέφοντας παράφορα την ιστορία παρουσιάζουν μια ιδιαζόντως απεχθή και εγκληματική φυσιογνωμία του.

Και μάλλον έφτασε η εποχή ενός νέου μακαρθισμού ενάντια σ’ όποιον αναφέρεται στον κομμουνισμό και ορθώνεται μια ενορχηστρωμένη υστερία ενάντια σε μια καινούργια θανάσιμη απειλή … την τρομοκρατία.

Υποστηρίζουμε δηλαδή πως η προώθηση της αναδιάρθρωσης έγινε και γίνεται με το στήσιμο δύο βιομηχανιών (μέσα στο γενικό φόντο πραγματικής αποβιομηχάνισης): της βιομηχανίας συνείδησης και της βιομηχανίας καταστολής. Τα κεφάλαια γι’ αυτήν την «επένδυση» τα έβαζαν και τα βάζουν μονοπωλιακοί πολυκλαδικοί γίγαντες (ιδιωτικοί, κρατικοί ή μικτοί) και οι «υπαξιωματικοί της παραγωγής» -ο σύγχρονος διευρυμένος και διεθνοποιημένος γενιτσαρισμός- έβγαζαν όλη την δουλειά.

Θα ήταν μάταιο να αμφισβητήσει κανείς τις επιτυχίες αυτής της διπλής βιομηχανίας. Το μεγαλύτερο αποτέλεσμα είναι ακριβώς η πραγματική καθυστέρηση του υποκειμενικού παράγοντα.

Η στοιχειακή, αυθόρμητη, αλλά συγχρόνως έντονη επιμονή στη διεθνοποιημένη δυσαρέσκεια και αντίδραση της εργατικής τάξης είναι η καλύτερη απάντηση στα ιδεολογήματα που για χρόνια σκόρπιζαν και σκορπίζουν σύγχυση ώστε να λειαίνεται το έδαφος για την προώθηση της αναδιάρθρωσης και της αντίστοιχης σ’ αυτήν μοντελοποίησης.

Είναι το άμεσο-πραχτικό επιχείρημα για την προβληματική λειτουργία όχι της «διπλής βιομηχανίας», αλλά όλου του συστήματος. Απλά δεν μπορεί να «αυτορυθμιστεί» ένα χρόνια άρρωστο σύστημα, ένα σύστημα που έχει τερματίσει τον ιστορικό του ρόλο και πρέπει να αντικατασταθεί από ένα ανώτερο κοινωνικό σύστημα.

Από την κατάσταση μιας διάλυσης και μιας ήττας, ενός σημαντικού πισωγυρίσματος, μέχρι την καθοδήγηση αγώνων υπάρχει πολλή απόσταση και πολλά βήματα χρειάζεται να γίνουν.

Το πρώτο, το κύριο, το αποφασιστικό, είναι να κατανοηθεί η σημασία και η ανάγκη του ιδεολογικο-πολιτικού παράγοντα σαν του αναγκαίου ζωτικού κρίκου για την οικοδόμηση μιας πολιτικής δύναμης που να μπορεί να εκφράσει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης στις σύγχρονες νεοταξικές συνθήκες.

Όσο αυτός θα υποτιμιέται, όσο δεν θα γίνονται βήματα για τη συγκρότηση ενός ουσιαστικού ιδεολογικο-πολιτικού μετώπου, οι καθυστερήσεις δεν μπορούν να ξεπεραστούν και τα γεγονότα είναι πεισματάρικα: Σειρά από ευκαιρίες θα μένουν ανεκμετάλλευτες και ενδιάμεσες αστικές δυνάμεις θα έχουν τη δυνατότητα να ενσωματώνουν και να καρπώνονται -αφού διαστρέψουν την ουσία- το έργο κινημάτων και οργανώσεων. Το ΠΑΣΟΚ είναι ένα καλό παράδειγμα: κατόρθωσε να καρπωθεί και από την επίσημη και από την εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Το γιατί μπόρεσε ας μην το ψάχνει κανείς στη σφαίρα του μυστηρίου.

Η εποχή που ζούμε θέτει ένα καθήκον: να αντισταθούμε στον πιο μεγάλο παραλογισμό της ιστορίας, την ΝΤΠ, και να δώσουμε ζωή σε ένα αυθεντικό πολιτικό κίνημα που να εκφράζει την εργατική τάξη.

Προκύπτει όμως το ερώτημα: ποιος θα το κάνει αυτό, ποιος θα ανταποκριθεί σ’ αυτό το καθήκον;

Κυρίως το δυναμικό εκείνο που θα συνειδητοποιήσει και θα μπορέσει να εκφράσει τις νέες ανάγκες και να υλοποιήσει τα καθήκοντα που απορρέουν από τη συνειδητοποίηση αυτή.

Από την υπάρχουσα κατάσταση οργανώσεων, ομίλων, κομμάτων κλπ θα συμβάλουν εκείνες σι δυνάμεις που θα αντιμετωπίσουν με έναν σοβαρό τρόπο και μια σωστή μέθοδο το πρόβλημα αυτό και κυρίως, θα στρέψουν όλες τις προσπάθειες τους για τη λύση του προβλήματος. Οι δυνάμεις που θα δουν με σαφήνεια όλους τους όρους ή τους περισσότερους και θα τολμήσουν να αγωνιστούν.

Οι δυνάμεις που θα έχουν μια σαφή αντίληψη για το τι σημαίνει σήμερα: ιδεολογικο-πολιτικός παράγοντας

•           Κατανόηση της εποχής που ζούμε και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της.

•           Μελέτη και εμβάθυνση στο θέμα «σύγχρονος κόσμος» και ανάδειξη των κεντρικών, κρίσιμων ζητημάτων.

•           Κριτική εκτίμηση του κομμουνιστικού κινήματος και όλης της πείρας οικοδόμησης μεταβατικών κοινωνιών.

•           Τοποθέτηση για το χαρακτήρα της κοινωνίας στα πλαίσια της οποίας δραστηριοποιούνται.

•           Ανεξαρτησία από κρατικά και κομματικά μορφώματα που υπηρετούν την αναδιάρθρωση.

(Το τελευταίο, σήμερα όπως και κάθε εποχή, έχει αποφασιστική σημασία για όλο το εγχείρημα και είναι ο λόγος που πολλοί, θορυβώδεις κατά τ’ άλλα, ριζοσπάστες «αποφεύγουν» τις «κακοτοπιές»…).

Οι δυνάμεις που θα αντιμετωπίσουν την πολιτική με έναν ποιοτικά διαφορετικό τρόπο και θα βγάλουν ορισμένα συμπεράσματα από όλη την πείρα της ταξικής πάλης.

Με άλλα λόγια, οι δυνάμεις που θα δείξουν μια στοιχειώδη ανταπόκριση στα νέα ζητούμενα που η εποχή βάζει έτσι ώστε να τεθούν οι βάσεις μιας νέας συνείδησης σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Με αυτήν την έννοια ορισμένες δυνάμεις θα δικαιολογήσουν το λόγο ύπαρξης τους και άλλες θα «σβήσουν» ή θα «φυτοζωούν».

Το ζήτημα της οικοδόμησης μιας πραγματικά αριστερής πολιτικής δύναμης και της αναγέννησης του κομμουνιστικού κινήματος δεν τίθεται για πρώτη φορά. Τέθηκε και με οργανωμένο τρόπο στα πλαίσια της μεγάλης αντιπαράθεσης στους κόλπους του κομμουνιστικού κινήματος στη δεκαετία του 60 με τις πρώτες απόπειρες ανεξάρτητης πολιτικής έκφρασης των πραγματικά κομμουνιστικών δυνάμεων. Ο απολογισμός αυτής της προσπάθειας που σβήνει στις αρχές του 80 καθώς και οι πραγματικές αιτίες που οδήγησαν στην διάλυση της είναι ένα ζήτημα που ακόμα δεν έχει απαντηθεί και αρκετός κόσμος έχει συγκεχυμένες απόψεις σχετικά με την προσφορά του κινήματος αυτού. Και φυσικά είναι αστεία υπόθεση η εξαγωγή συμπερασμάτων από την εικόνα που δίνουν όσοι οικειοποιούνται ή και συκοφαντούν τίτλους.

Το ερώτημα που έχει τεθεί είναι τι έχει να επιδείξει η δεκαετία του 80 σχετικά με το πρόβλημα αυτό. Τι καινούργιο και ουσιαστικό προστέθηκε, τι οικοδομήθηκε, ποια ανάλυση και ποια προγραμματική άποψη έχει διατυπωθεί, ποια εμπειρία έχει να επιδειχθεί, ποιο έργο και ποιος ο απολογισμός. Όχι δεν μηδενίζουμε τις κινήσεις και τις προσπάθειες που έγιναν στην δεκαετία του 80 αλλά νομίζουμε ότι ο απολογισμός του τί υλικά ίχνη και ποια οικοδόμηση προωθήθηκε την περίοδο αυτή είναι αρνητικός αν συγκριθεί με την προηγούμενη. Υπήρξε μια μεγάλη υποχώρηση σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, θεωρητικοποιήθηκαν αδυναμίες της στιγμής, αγκαλιάστηκαν με τον ευκολότερο τρόπο ρεύματα που καμιά σχέση δεν είχαν με το καθήκον αυτό (αντιεξουσιαστικό, γκορμπατσοφική πολιτική κλπ) και διευκολύνθηκε η ενσωμάτωση στους πασοκικούς κύκλους. Κυρίως όμως η μεγαλύτερη αμαρτία της δεκαετίας του 80 ήταν η περιφρόνηση των προγραμματικών ζητημάτων και η ανάγκη συνολικής τοποθέτησης. Καλλιεργήθηκε η άκρως οπορτουνιστική λογική του να μην δίνεται καμιά σημασία στο να υπάρχει μια συνέπεια σχετικά με πολιτικές θέσεις και εκτιμήσεις. Οι ακροβατισμοί και οι κωλοτούμπες που έγιναν στην περίοδο αυτή θα ήταν αδιανόητες μια προηγούμενη περίοδο αλλά και δεν θα είχαν θέση σε μια σοβαρή προσπάθεια.

Οι διαφοροποιήσεις από τον ρεφορμιστικό χώρο, αυτές τουλάχιστον που γνώρισαν την μεγαλύτερη απήχηση (β’ πανελλαδική και ΝΑΡ) και μιλάμε για τους ηγετικούς τους κύκλους, δεν θέλησαν ποτέ να πάρουν τις αποστάσεις τους από το επίσημο πολιτικό παιχνίδι, προτιμούσαν μέσα από μια σκόπιμη γενικολογία να διατηρούν το στοιχείο της ασάφειας και να καλλιεργούν την μεγάλη αμαρτία ή αρετή όπως το πάρετε του πολιτικού κόσμου: την διπλότητα: μεγάλα φαφλατάδικα λόγια, υπερεπαναστατική φρασεολογία ώστε να διατηρούν μια σχέση με ορισμένους χώρους και ειδικά με το διάχυτο δυναμικό που πάντα στην κατάλληλη στιγμή αυτοί εκπροσωπούν-καπελώνουν από την μια και χρησιμοποίηση όλων των αστικών τρόπων και πιθηκισμών στην άσκηση της πολιτικής, με επαφές, συνεννοήσεις, συμφωνίες, κομπίνες κλπ πίσω από την πλάτη των μαζών από την άλλη. Ο οπορτουνιστικός τους χαρακτήρας μπορεί να φανεί από την στάση που τηρούν ή τήρησαν απέναντι στο Πασοκ καθώς και από τον χλευασμό και το σνομπάρισμα κάθε πραγματικής προσπάθειας απάντησης των ζητημάτων.

Οι φωνές του «όλοι μαζί» ή του «κάτι να κάνουμε» είναι ένα κράμα αντιλήψεων ωχαδερφισμού, απογοήτευσης και παραίτησης από το κύριο καθήκον της ιδεολογικοπολιτικής προετοιμασίας. Η πολιτική ομάδα Α/συνέχεια αυτή την ανάγκη-καθήκον προσπαθεί να την υπηρετήσει. Οι όροι «γενική προετοιμασία» και «προγραμματική σύγκλιση» προβλήθηκαν και προβάλλονται ακριβώς για να υπογραμμιστεί το ειδικό βάρος που πρέπει να έχει μια ανάλογη προσπάθεια.

Το λάθος που κάνουν μερικοί επικριτές μας όταν μας καταλογίζουν «ακαδημαϊσμό» συνίσταται στο ότι η προετοιμασία για την οποία μιλάμε δεν γίνεται μέσα σε δοκιμαστικούς σωλήνες, σε συνθήκες απομονωμένου εργαστηρίου.

Η αφηρημένη, ακαδημαϊκή μελέτη των ζητημάτων απαλλάσσει τον εαυτό της από το πρόβλημα της οικοδόμησης μιας ενιαίας αντίληψης και των αποπειρών επαλήθευσης της. Στην ουσία διαφωνούμε με τους «φίλους» σχετικά με το είδος της πράξης και τις προδιαγραφές μιας ουσιαστικής προσπάθειας.

Παρόλο που η αυτογνωσία μας δεν μας επιτρέπει κανένα αίσθημα επάρκειας, εντούτοις ο στόχος που θέτουμε είναι φιλόδοξος και δεν μπορεί να επιτευχθεί στο κλίμα μιας πνευματικής μιζέριας που εκφράζεται πολλές φορές με το «αυτοί είμαστε – αυτά μπορούμε να κάνουμε».

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να κρύψουμε πως, στις σημερινές συνθήκες και με δεδομένη την κατάσταση που υπάρχει στην επίσημη και ανεπίσημη αριστερά, μας ενδιαφέρει μα ισχυροποίηση μας ακριβώς για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στο γενικό καθήκον που θέτει η εποχή μας.

Αυτή την ισχυροποίηση την αντιλαμβανόμαστε σε όλα τα επίπεδα μας πολιτικής κίνησης, άρα και στο οργανωτικό – πραχτικό. Το λέμε «ξερά» γιατί μια ορισμένη αντι-οργανωτική αντίληψη (ή και πρόληψη) φροντίζει να πετάει και το παιδί μαζί με τα βρώμικα νερά.

Η ισχυροποίηση της πολιτικής ομάδας Α/συνεχεια θα είναι αποτέλεσμα τριών παράλληλων βημάτων.

Πρώτο βήμα θα ήταν η «κωδικοποίηση» όσων έχουν λεχθεί ή γραφτεί στον θεωρητικό – μελετητικό τομέα, καθώς και η «κατοχύρωση» της πείρας που έχει αποκτηθεί στον οργανωτικό – πραχτικό.

Δεύτερο βήμα θα ήταν η προσπάθεια «στεριώματος», δηλαδή ισχυροποίησης τόσο στο γενικό επίπεδο με τη συστηματική προβολή των απόψεων της Α/συνεχεια, όσο και σε ιδιαίτερους μαζικούς χώρους.

Τρίτο βήμα, η μορφοποίηση και πολιτικοποίηση ενός δυναμικού που συμφωνεί γενικά με μια αντιαναδιαρθρωτική κατεύθυνση και κατανοεί την ανάγκη δημιουργίας και στήριξης μιας τάσης μέσα στους μαζικούς χώρους, αλλά και συνολικά στην ελληνική κοινωνία.

Η προώθηση αυτής της σύνθετης δουλειάς στην ουσία θα σημαίνει και την μετεξέλιξη της πολιτικής ομάδας Α/συνεχεια. Νομίζουμε ότι έχει συσσωρευτεί μια ορισμένη θετική σε γενικές γραμμές πείρα από την ανεξάρτητη πολιτική μας δραστηριότητα, έχουν καταχτηθεί ορισμένα ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, έχει αυξηθεί ο κόσμος που συμμετέχει και στηρίζει την προσπάθεια μας. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητη η μετεξέλιξη μας. Ας μην ανησυχούν οι «φίλοι» μας: δεν σκεφτόμαστε να ιδρύσουμε ένα κόμμα ή ένα ρεύμα: μετεξέλιξη σημαίνει κυρίως δυνάμωμα και στέριωμα, ρίζωμα και προβολή μιας προγραμματικής άποψης.

Εμείς «επενδύουμε» σ’ αυτήν την προσπάθεια και, όπως είναι φυσικό, καλούμε κι όλους όσους συμφωνούν με μια τέτοια επιλογή να κάνουν το ίδιο.

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: