Α/συνεχεια: Σημειωσεις για την πολιτικη κατασταση (Αυγουστος-Σεπτεμβρης 1992)

 Σημειώσεις για την πολιτική κατάσταση

 

Ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΗΤΑΝ ο ΜΗΝΑΣ της καλοκαιρινής επίθεσης της κυβέρνησης ενάντια στους εργαζομένους. Η επικύρωση της συνθήκης του Μάαστριχτ έδωσε το σύνθημα για δύο πράγματα. Το πρώτο ήταν οι διακοπές των πολιτικών αρχηγών και το δεύτερο η προσπάθεια να κλείσουν τα εκκρεμούντα από καιρό ζητήματα της ΕΑΣ, του ασφαλιστικού, του νομοσχεδίου για την παιδεία. Αυτή η προσπάθεια μαζί με το κύμα των ανατιμήσεων, τις απολύσεις των εκτάκτων της ΔΕΗ και την αλλαγή του νόμου για τις ομαδικές απολύσεις διαμόρφωσε το Αυγουστιάτικο κλίμα της Αθήνας. Ένα κλίμα που χαρακτηρίζεται απ’ την με κάθε τρόπο επιβολή των κυβερνητικών μέτρων. Πολιτική επιστράτευση, νυχτερινές επιχειρήσεις των ΜΑΤ, ο στρατός για άλλη μια φορά ενάντια στον εσωτερικό εχθρό, τα δικαστήρια σε αντιαπεργιακό έργο. Όλα δίνουν την εικόνα του αποτελεσματικού κράτους. Ένας καλολαδωμένος μηχανισμός που είναι σε θέση να επιβάλει οποιαδήποτε πολιτική επιλογή, που «δεν καταλαβαίνει» από αντιστάσεις και αντιδράσεις και που αν αφεθεί «να κάνει την δουλιά του» δεν αφήνει κανένα περιθώριο, καμιά επιλογή εκτός απ’ την υποταγή. «Το κράτος του νόμου θα επιβληθεί». Αυτό δήλωνε στην αρχή των πρόσφατων εξελίξεων στην ΕΑΣ ο κ. Κούβελας και αυτή η εικόνα προβάλλεται προς τα έξω απ’ την κυβέρνηση μ’ όλους του τρόπους. Το κράτος ενάντια στους ταραχοποιούς και ο θρίαμβος της νομιμότητας (νομιμότητα= η επιβολή των νόμων που ψηφίζει η Ν.Δ.).

ΤΙ ΕΠΙΔΙΩΚΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ μ’ αυτήν την επίθεση; Την υλοποίηση των νεοταξικών επιλογών της άρχουσας τάξης, επιλογών που συμφωνούν απόλυτα με το πνεύμα της συμφωνίας του Μάαστριχτ. Είχαμε διατυπώσει την άποψη ότι η συνθήκη του Μάαστριχτ αποτελεί έναν προσωρινό συμβιβασμό που το κύριο στοιχείο του ήταν η συμφωνία για την επιτάχυνση της επιβολής της ΝΤΠ στην Ευρώπη, η επίθεση ενάντια στον κόσμο της ζωντανής εργασίας. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη επιβεβαίωση απ’ την καλοκαιρινή επίθεση της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Και είναι γνωστό ότι το «πρόγραμμα σύγκλισης με τους στόχους του Μάαστριχτ» ετοιμάζεται ήδη και πρόκειται να κατατεθεί τον Οκτώβρη στη Βουλή. Το τι θα περιλαμβάνει είναι λίγο-πολύ αναμενόμενο: απολύσεις, στις ΔΕΚΟ, σκληρή εισοδηματική πολιτική, πιθανή υποτίμηση της δραχμής, νέα «εισπραχτικά μέτρα» κλπ. Είναι φανερό ότι τα οικονομικά επιτελεία της κυβέρνησης, με βάση και τις υποδείξεις της ΕΟΚ και του ΔΝΤ, έχουν αποφασίσει την εφαρμογή μιας «θεραπείας σοκ» στην Ελληνική οικονομία. Αν υπάρχει έστω κι ένας που να μην καταλαβαίνει τι σημαίνουν αυτά τα σοκ για τους λαούς των χωρών που εφαρμόζονται τέτοιες «θεραπείες» δεν έχει παρά να κοιτάξει τις Ανατολικές χώρες. Τα σχόλια περιττεύουν.

ΕΓΙΝΕ ΠΟΛΥΣ ΛΟΓΟΣ για το χρονικό διάστημα που διάλεξε η κυβέρνηση να περάσει αυτά τα μέτρα. Αλλη μια φορά γίναμε μάρτυρες του υποκριτικού αιφνιδιασμού της αντιπολίτευσης και των συνδικαλιστών για την κυβερνητική πολιτική και κύρια για τον τρόπο επιβολής της. Ο αιφνιδιασμός είναι υποκριτικός γιατί η κυβέρνηση ουδέποτε έκρυψε τα σχέδια της. Δεν υπάρχει ούτε ένα μέτρο, ούτε μια ενέργεια που να μην είχε προαναγγελθεί είτε από επίσημα κυβερνητικά χείλη, είτε ημιεπίσημα απ’ τους πουλημένους κονδυλοφόρους (Μαρίνος και σία) που προετοιμάζουν την κοινή γνώμη. Οι μόνοι που δείχνουν εκ συνηθείας έκπληκτοι είναι τα κόμματα της αντιπολίτευσης και οι υπεύθυνοι συνδικαλιστές που επέμεναν και επιμένουν στην ανάγκη «να επανεξετάσει η κυβέρνηση την στάση της», «να σκεφτεί την ύστατη στιγμή», «να αναγνωρίσει το λάθος της», «να κάνει διάλογο» κλπ. Απ’ ότι φαίνεται σ’ αυτόν τον τόπο οι μόνοι που δεν πιστεύουν στην αναλγησία, την αυθαιρεσία και την κυνικότητα της κυβέρνησης είναι αυτοί που πρώτοι της αποδίδουν αυτούς τους χαρακτηρισμούς.

Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ δεν μπορεί να μείνει να μείνει ασχολίαστη, ιδιαίτερα τώρα που φαίνεται να «ξεσπαθώνει». Έχει μεγάλη σημασία να ξεκαθαριστεί ότι η πολιτική που ακολουθείται, όχι μόνο πρόσφατα αλλά τα τελευταία χρόνια, δεν είναι Νεοδημοκρατική αλλά οικουμενική. Προετοιμάστηκε τόσο απ’ την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ αλλά και απ’ τα δύο μεταβατικά σχήματα, δηλαδή την κυβέρνηση Τζανετάκη (ΝΔ-ΣΥΝ) και την οικουμενική (ΝΔ-ΣΥΝ-ΠΑΣΟΚ). Η αντίδραση στην εφαρμογή της είναι τόσο χλιαρά τυπική που η διαπίστωση «δεν υπάρχει αντιπολίτευση» έχει γίνει απ’ όλες σχεδόν τις εφημερίδες, συμπολιτευόμενες και αντιπολιτευόμενες. Κι αυτό γιατί οι κεντρικές κατευθύνσεις της αναδιάρθρωσης στην Ελλάδα (κατεύθυνση της οικονομίας, ευρωπαϊκός προσανατολισμός, κυριαρχία των νόμων της αγοράς σ’ όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής) είναι αποδεκτές απ’ όλα τα κόμματα του κοινοβουλίου σαν η μοναδική λύση για την έξοδο από την κρίση. Αυτή η αποδοχή έχει δηλωθεί απ’ όλους ξεκάθαρα. Οσο κι αν φωνάζουν αντιπολίτευση και συνδικαλιστές δεν έχουν μια ουσιαστικά διαφορετική πολιτική να προτείνουν. Αυτό που «ευαγγελίζονται» είναι η εφαρμογή της ίδιας πολιτικής με διαφορετική μέθοδο, «με διάλογο και συναίνεση». Γι’ αυτό ακριβώς και μπροστά σε κάθε κυβερνητικό μέτρο τρέχουν να καταθέσουν προτάσεις του στυλ: «να συνεισφέρουν οι εργαζόμενοι», «να δώσουν οι εργαζόμενοι», «να πληρώσουν οι εργαζόμενοι» κ.ο.κ. Εξ’ άλλου ας μην ξεχνάμε ότι την συνθήκη του Μάαστριχτ την επικύρωσαν στη Βουλή (τόση δημοκρατική ευαισθησία είχαν) τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και ο ΣΥΝ. Βέβαια είχαν τις επιφυλάξεις τους αλλά πήγαν στη Βουλή και ψήφισαν θετικά. Οσο για το ασφαλιστικό είναι πια γνωστό πως οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ είναι παρόμοιες με το πόρισμα Φακιολά-Παυλόπουλου.

ΕΧΕΙ ΕΙΠΩΘΕΙ ΑΡΚΕΤΕΣ ΦΟΡΕΣ αλλά πρέπει να ειπωθεί ξανά. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει όχι μόνο την επιβολή της πολιτικής της αλλά και την ίδια της την ύπαρξη στην ανοχή της αντιπολίτευσης. Το ΠΑΣΟΚ θέλει την Ν.Δ. στην κυβέρνηση, θέλει να πάρει αυτή όλα τα «αντιδημοτικά» μέτρα για να μπορέσει μετά σαν αντιπολίτευση να καρπωθεί τη λαϊκή αγανάκτηση. Αυτό το έχει αποδείξει. Μην ξεχνάμε ότι το χειμώνα του ’90, όταν 10δες χιλιάδες κόσμος βρίσκονταν στους δρόμους φωνάζοντας «κάτω η κυβέρνηση των δολοφόνων», τότε που ο πρωθυπουργός είχε χάσει για πρώτη και μοναδική φορά το χαμόγελο και την υπεροψία του, τότε ακριβώς ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ δήλωνε «εμείς θα αποφασίσουμε πότε θα υποβληθεί πρόταση μομφής στην κυβέρνηση και κρίνουμε πως δεν είναι τώρα ο καιρός!!! Στον αντίποδα αυτών των δηλώσεων ο κ. Παπανδρέου, κάνοντας τα μπάνια του στην Ελούντα τον Αύγουστο του ’92, δηλώνει μετά από συνάντηση με εκπροσώπους του Ε.Κ. Ηρακλείου «πρέπει να γίνουν εκλογές το γρηγορότερο» και ότι «θα ζητήσουμε την αναδιαπραγμάτευση των όρων της συνθήκης του Μάαστριχτ». Αυτά λέγονται όταν οι όροι αυτοί αμφισβητούνται απ’ όλες τις πλευρές (τεχνοκράτες, οικονομικούς παράγοντες, εθνικιστές κλπ.). Το κοινό σημείο του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ μ’ όλους αυτούς είναι η αποδοχή της ουσίας του Μάαστριχτ και του μονόδρομου της «Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Ακόμα και σ’ αυτή την βάση οι αντιρρήσεις του ΠΑΣΟΚ περιορίζονται στο ταμείο συνοχής και το πακέτο Ντελόρ, στη λογική δηλαδή «δώστε κάτι παραπάνω» χωρίς να θίγονται ούτε καν οι τυπικοί όροι για την συμμετοχή στην ΟΝΕ.

ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΑΠΟ ΦΑΝΕΡΟ ότι η εφαρμογή της νεοταξικής πολιτικής δεν μπορεί παρά να δημιουργεί αντιδράσεις, όπως εξ’ ίσου φανερό είναι ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης προσπαθούν να ελέγξουν, να καναλιζάρουν και να μαζέψουν όλη αυτή την αντίδραση. Αυτή είναι η «ευγενική συνεισφορά» της αντιπολίτευσης στην επιβολή της ΝΤΠ στη χώρα μας. Ετσι όποιες κινητοποιήσεις έχουν γίνει μέχρι σήμερα, αν δεν είναι οι γνωστές 24ωρες απεργίες-σούπες της ΓΣΕΕ, έχουν αφεθεί μόνες τους, χωρίς ουσιαστική υποστήριξη, να κατασυκοφαντηθούν, να χτυπηθούν, μέχρι που ν’ αναγκαστούν οι εργαζόμενοι «να σκύψουν το κεφάλι». Πλήθος τα παραδείγματα με τελευταίο την απεργία των εργαζομένων στους δήμους. Η αποτυχία αυτών των κινητοποιήσεων συμφέρει και την αντιπολίτευση, α) προτιμούν ν’ αφήσουν τη «βρώμικη δουλιά» στη Ν.Δ. παρά ν’ αναγκαστούν να την κάνουν οι ίδιοι β) και σπουδαιότερο, η αναποτελεσματικότητα των κινητοποιήσεων εδραιώνει την εικόνα του ανίκητου κράτους και σπρώχνει τον κόσμο στα κομματικά «μαντριά» (ιδιαίτερα στα «μαντριά» εξουσίας). Η λογική που προβάλλεται είναι αυτή: αφού η κυβέρνηση ελέγχει τον κρατικό μηχανισμό δεν μπορείτε να τα βάλετε μαζί της. Και αφού αυτή η κυβέρνηση είναι αυταρχική, ανάλγητη κλπ. η μόνη σας ελπίδα είναι να ψηφίσετε εμάς (όταν θα είναι ο καιρός) που είμαστε ευαίσθητοι, δημοκράτες κλπ. Στο κάτω-κάτω της γραφής η τήρηση της νομιμότητας είναι και δουλιά της αντιπολίτευσης, λοιπόν «ψύχραιμα», «πειθαρχημένα», «να ακούτε τους συνδικαλιστές», «να μην προκαλείτε», «να μην το παρακάνουμε» κλπ. Αυτή ακριβώς η λογική εκφράστηκε στην τελευταία Κ.Ε. του ΠΑΣΟΚ. Απ’ την μια μεριά «η κυβέρνηση είναι νόμιμη» χωρίς όμως να διευκρινίζεται το τι ακριβώς νομιμοποιείται να κάνει. Μήπως τα πάντα; Απ’ την άλλη το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να πολιτικοποιηθεί για να φύγει η Δεξιά. Πως θα φύγει η «νόμιμη κυβέρνηση» ή αν θέλετε με ποιόν «νόμιμο» τρόπο; Ή μήπως θα ανατραπεί κάτω απ’ το βάρος των κινητοποιήσεων και της παράλυσης της χώρας; Σ’ αυτήν την περίπτωση σε τι έγκειται η νομιμότητα της; Και γιατί η απομάκρυνση της «νόμιμης κυβέρνησης» ανατίθεται στο πολιτικοποιημένο συνδικαλιστικό κίνημα; Τα πολιτικά κόμματα τι ρόλο θα παίξουν,

ΦΥΣΙΚΑ ο κ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΑΝΕΛΑΒΕ και «δεσμεύσεις». Δεσμεύτηκε να καταργήσει του νόμους για την υγεία, την παιδεία, το ασφαλιστικό, την ΕΑΣ, τον τρομονόμο, χωρίς να πει κουβέντα για το τι μέτρα πρόκειται να πάρει (π.χ. ισχύει η προηγούμενη δήλωση του ότι χρειάζονται 3 χρόνια Πασοκικής λιτότητας;). Καμιά απολύτως δέσμευση να ικανοποιήσει ακόμα και τα αιτήματα του συνδικαλιστικού κινήματος που θα πολιτικοποιηθεί για να διώξει την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Σε τελευταία ανάλυση αυτό που επιδιώκει το ΠΑΣΟΚ είναι μια επανάληψη της μεταπολίτευσης και του ’81. Δηλαδή η απορρόφηση της κοινωνικής αναταραχής μέσα από μια πολιτική λύση εναλλαγής της κυβέρνησης. Αυτό όμως που αποδείχτηκε και στη μια και στην άλλη περίπτωση είναι ότι μια τέτοιου είδους λύση, ακριβώς επειδή δεν ήταν ουσιαστική, συσσώρευσε του όρους για την επόμενη κοινωνική αναταραχή και μάλιστα με όρους χειρότερους για το λαϊκό κίνημα. Το ’92 όμως δεν είναι ’81. Δεν υπάρχει μια διαφορετική πολιτική να εφαρμοστεί αλλά μόνο μια υποτίθεται διαφορετική μέθοδος. Το υποτίθεται έχει να κάνει όχι με τις διαθέσεις αλλά με την πραγματικότητα. Προφανώς το ΠΑΣΟΚ θα ήθελε να αποσπάσει την συναίνεση για το απρόσκοπτο προχώρημα της αναδιάρθρωσης, η κατάσταση όμως του κόσμου και η φύση της αναδιάρθρωσης είναι τέτοια που αυτή η συναίνεση ακόμα και αν επιτευχθεί δεν μπορεί να περιμένει κανείς πως θα διαρκέσει για πολύ. Απ’ την άλλη σήμερα το «να φύγει η Δεξιά» δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι θα έρθει το ΠΑΣΟΚ. Τα «οικουμενικά σχήματα» ή «κεντροδεξιά σενάρια» έχουν δουλέψει, βοηθούμενα και απ’ την ουσιαστική συμφωνία των κομμάτων, και όσο και αν δεν έχουν αποδώσει μέχρι στιγμής, τα αναμενόμενα, δεν αποκλείεται να επιβληθούν (όπως επιβλήθηκε η οικουμενική κυβέρνηση) για να ξεπεραστεί μια έντονη κρίση, κοινωνική ή εθνική.

ΜΕ ΤΗΝ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ της ΕΑΣ φάνηκε μια διαφορετική κατάσταση. Είναι διαφορετική γιατί εδώ πρόκειται για 8.500 κόσμο που βρίσκεται μέσα στην Αθήνα και όχι στο Λαύριο, το Μαντούδι, την Πτολεμαΐδα, την Πάτρα κλπ. Δεν γίνεται λοιπόν να θαφτεί το θέμα με επίδειξη φτηνής φιλανθρωπίας ή με κομματικές ανακοινώσεις κατόπιν εορτής. Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι με την καθημερινή παρουσία τους στο κέντρο της Αθήνας επιβάλλουν και στα ΜΜΕ και στα κόμματα να ασχολούνται μαζί του. Αυτή η καθημερινή αγωνιστική παρουσία στηρίζεται στην αλληλεγγύη που ανάπτυξαν οι απεργοί μεταξύ τους, στην ενότητα τους. Το ξεπέρασμα της ψευτορεαλιστικής λογικής «να θυσιαστούν κάποιοι για να διασφαλιστούν οι υπόλοιποι» ήταν ένα βασικό στοιχείο για την οικοδόμηση αυτής της αλληλεγγύης και της ενότητας. Το πρόβλημα δεν είναι φιλοσοφικό-ηθικό αλλά πραγματικότατο. Η πείρα δείχνει ότι όπου επικράτησε ο «ρεαλισμός» το παζάρι για το ποιοί και πόσοι θα θυσιαστούν οδήγησε σε διάσπαση και αδρανοποίηση τους εργαζόμενους. Πολύ περισσότερο η θυσία «μερικών» δεν εξασφάλισε καθόλου τους υπόλοιπους που κλήθηκαν να συνεχίσουν να κάνουν θυσίες μέχρι να οδηγηθούν σε μια κατάσταση απελπισίας και χωρίς ουσιαστικές δυνατότητες κινητοποίησης αφού η ατομική λογική είχε βασιλεύσει όλο το προηγούμενο διάστημα.

Η ΑΠΕΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΑΣ ΕΧΕΙ ένα ακόμα στοιχείο που την κάνει σημαντική. Είναι μια αντιπαράθεση πιλότος για τα μέτρα που έρχονται. Ολοι αντιλαμβάνονται ότι η κυβέρνηση άρχισε το «νοικοκύρεμα» του δημόσιου τομέα από ‘κει που νόμιζε ότι είχε τα περισσότερα ατού (κυρίως λόγω της αγανάκτησης του κόσμου απ’ την ποιότητα των συγκοινωνιών) και προσπαθεί να παρουσιάσει ένα αδιάλλακτο πρόσωπο μ’ ένα ψυχρό εκβιασμό «ή δέχεστε τα μέτρα ή διαλύεται η επιχείρηση και μένετε όλοι άνεργοι». Η κατάληξη της αντιπαράθεσης θα παίξει σημαντικό ρόλο στο κλίμα που θα δημιουργηθεί τους επόμενους μήνες, όταν το «νοικοκύρεμα» θα επεκταθεί σ’ όλο τον δημόσιο τομέα με ανάλογα εκβιαστικά διλήμματα. Αυτό το γεγονός κάνει την απεργία της ΕΑΣ όχι μόνο σημαντική αλλά υπόθεση όλου του εργατικού κινήματος. Αυτό, αν και είναι πασιφανές, φαίνεται να μην το κατανοεί η συνδικαλιστική και πολιτική ηγεσία που αρκείται σε τυπικές δηλώσεις συμπαράστασης και αφήνει τους απεργούς να τα βγάλουν πέρα ουσιαστικά μόνοι του. Οι απεργοί δείχνουν να καταλαβαίνουν τι γίνεται και διαμαρτύρονται για τις τυπικές συμπαραστάσεις απαιτώντας ουσιαστικές κινητοποιήσεις. Μέχρι πρόσφατα οι συνδικαλιστές είχαν ένα μόνιμο επιχείρημα: τί θέλετε να κάνουμε; δεν κινείται ο κόσμος. Οι κινητοποιήσεις της ΕΑΣ το ανέτρεψαν και υπάρχει πρόβλημα χειρισμού του κόσμου. Αυτή η ανάγκη διαμορφώνει την ταχτική της αντιπολίτευσης και των «δημοκρατικών» ΜΜΕ. Τυπική συμπαράσταση και συμπάθεια προς τους απολυμένους με ταυτόχρονη προσπάθεια να συγκρατηθούν οι κινητοποιήσεις σε ελεγχόμενα πλαίσια. Έτσι τα ΜΜΕ υποβαθμίζουν τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων ενώ προβάλουν τις φιλότιμες προσπάθειες του Κανελλόπουλου να συγκρατήσει τους απεργούς όταν συγκρούονταν με τα ΜΑΤ χρησιμοποιώντας σαν όπλο την προβοκατορολογία και αφήνοντας να εννοηθεί ότι όποιος αντιστέκεται στις επιθέσεις είναι τουλάχιστον ύποπτος. Φαίνεται ότι οι καλοί εργαζόμενοι κάθονται να τις φάνε για να μπορεί η αντιπολίτευση να καταγγέλλει τους ξυλοδαρμούς. Η διάθεση του κόσμου βρίσκεται πολύ πιο πάνω απ’ την θέληση των κομμάτων. Αυτό αποδείχτηκε και στο Παναττικό συλλαλητήριο και στην απεργία της 3/9 αλλά και στην συγκέντρωση-διαδήλωση που έγινε στις 12 το βράδυ της 28/8, όταν 10-15 χιλιάδες κόσμος μαζεύτηκε σχεδόν χωρίς πρόσκληση, για συμπαράσταση στον Α.Κολλά και άλλους συνδικαλιστές της ΕΑΣ που είχαν συλληφθεί νωρίτερα κατά την διάρκεια αστυνομικής επίθεσης ενάντια στους απεργούς στο αμαξοστάσιο του Ελληνικού. Μπροστά σ’ αυτήν την κατάσταση τα κόμματα ανησυχούν περισσότερο για την «ανυπομονησία» των διαδηλωτών παρά για τις αντιδράσεις της κυβέρνησης και επαναλαμβάνεται η γνωστή ταχτική: αντιπολιτευτικές κορώνες, θάψιμο των κινητοποιήσεων και μηδαμινή δραστηριότητα.

ΕΙΝΑΙ ΦΥΣΙΚΟ ΟΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ να συνεχιστούν εκεί που θα εκδηλώνεται κάθε φορά η επίθεση. Οσο εντείνεται η επίθεση και όσο εντείνονται οι αντιδράσεις τόσο περισσότερο θα εντείνονται οι προσπάθειες των επαγγελματιών της πολιτικής και του συνδικαλισμού να χειραγωγήσουν τους εργαζόμενους, να ελέγξουν και να καναλιζάρουν την αναταραχή. Ανάλογα θα εντείνονται και οι προσπάθειες των «σκληρών του Περισσού» να διεκδικήσουν μια εκ του ασφαλούς διαφορετικότητα που να προσπαθεί να καρπωθεί την λαϊκή δυσαρέσκεια για την κοροϊδία των κομμάτων αλλά και να έχει την σιγουριά της ένταξης στο σύστημα. Οι «κομμουνιστές» εμφανίζονται πιο συγκρατημένοι στις δηλώσεις τους ακόμα και απ’ το μετατοπισμένο προς τα δεξιά ΠΑΣΟΚ, ενώ η αγωνιστική τους παρουσία είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτη. Για την σύλληψη του Α.Κολλά που ήταν η πρώτη σύλληψη προέδρου σωματείου εδώ και πολλά χρόνια, η αντίδραση του επίσης συνδικαλιστή, βουλευτή, «ταξικού αγωνιστή» κλπ. Κωστόπουλου ήταν η γνωστή δήλωση-κονσέρβα: «η κυβέρνηση συνεχίζει τον κατήφορο προς τον αυταρχισμό». Ολα όσα έχουμε ακούσει κατά καιρούς για τους αγώνες της εργατικής τάξης, τα ταξικά συνδικάτα, τους αγώνες του κομμουνιστών, τώρα, που είναι αναγκαία η υλοποίηση τους, μεταφράζονται στην πιο χλιαρή αντιπολιτευτική στάση. Φαίνεται ότι μεγαλύτερη σημασία έχουν οι διαδικασίες ανασυγκρότησης του ΚΚΕ και το ταξίδι του Φλωράκη στην Κίνα, παρά η απόκρουση της κυβερνητικής επίθεσης ενάντια στους εργαζόμενους. Αυτή η ταχτική, η (δια απ’ την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, δείχνει ότι ο ΚΚΕ σέβεται περισσότερο τις συμφωνίες για τα όρια της αντιπολίτευσης απ’ ότι το ΠΑΣΟΚ (ή έχει μεγαλύτερη δυνατότητα ελέγχου του κόσμου του απ’ ότι το ΠΑΣΟΚ). Το σίγουρο είναι ότι αυτή η ταχτική και τότε και τώρα σπρώχνει τον κόσμο προς το ΠΑΣΟΚ και αυτό είναι μια ουσιαστική θυσία των «κομμουνιστών» προκειμένου να τηρήσουν τις συμφωνίες τους (τέτοιο κατάντημα).

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ είναι τέτοια που συσσωρεύονται διαρκώς οι όροι της έντασης του αγώνα ενάντια στην νεοταξική επίθεση. Η μέχρι τώρα εμπειρία έχει δείξει αρκετά αρνητικά στοιχεία στις κινητοποιήσεις, στοιχεία που έχουν οδηγήσει στην αναποτελεσματικότητα τους και επιτρέπουν στους επαγγελματίες πολιτικούς και συνδικαλιστές να φαίνονται σαν ρυθμιστές της κατάστασης. Πρέπει να γίνει καθαρό ότι αν δεν ανατραπεί αυτή η κατάσταση δεν είναι είναι δυνατόν να αποκρουστεί η επίθεση ενάντια στους εργαζομένους. Το ζητούμενο είναι η ανατροπή της νεοταξικής πολιτικής, που προσπαθεί να φορτώσει τα βάρη του ξεπεράσματος της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων και όχι η επιβολή της με «Δημοκρατικό» ή «συναινετικό» τρόπο. Δεν μπορεί να υπάρξει καμία συναίνεση στην εξαθλίωση. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους «εποικοδομητική» πρόταση αποδεκτή από τους εργαζόμενους. Σε αυτή τη βάση μπορεί να αναπτυχθεί μια αντιθετική κίνηση στη Ν.Τ.Π. Το προχώρημα της αναδιάρθρωσης δημιουργεί αντιδράσεις που αντιτίθενται στην πολιτική που επιχειρείται να εφαρμοστεί. Αυτές οι αντιδράσεις δεν πρέπει να υποτιμούνται γιατί αποτελούν αντικειμενικά μια τάση αντίθετη στην επιβολή της Νέας Τάξης.

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΑΚΟΜΑ και στοιχειακές αντιδράσεις και εκρήξεις συμβάλλουν στην προσωρινή έστω ανακοπή της επίθεσης. Ακόμα και η παραμικρότερη νίκη σ’ ένα επί μέρους αίτημα είναι σημαντική για την βελτίωση και των όρων ζωής των εργαζομένων αλλά πολύ περισσότερο βοηθάει στο σπάσιμο της ατομικής στάσης και της εικόνας του ανίκητου κράτους που διαλύει κάθε αντίσταση. Παρ’ όλη τη σημασία τους οι επί μέρους κινητοποιήσεις δεν μπορούν να αποτελούν από μόνες τους μια αντιθετική κίνηση στην Ν.Τ.Π., εδώ χρειάζεται η παρέμβαση της πολιτικής που να ενοποιεί τους αγώνες ενάντια στον κεντρικό στόχο. Λόγω της στάσης των επίσημων κομμάτων είναι φανερή η ανάγκη ύπαρξης μιας αριστεράς μέσα στο λαϊκό κίνημα που να επιχειρεί να βάλει αυτήν την πολιτική και να συνολικοποιήσει τους αγώνες. Αυτή η αριστερά δεν μπορεί παρά να έχει σαν στόχο της το μπλοκάρισμα της αναδιαρθρωτικής κίνησης και την αλλαγή του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στη ζωντανή εργασία και το κεφάλαιο υπέρ του κόσμου της εργασίας. Πρέπει να συνδέει τις καθημερινές κινητοποιήσεις με την ανατροπή της συνθήκης του Μάαστριχτ και την αποδέσμευση από την ΕΟΚ. Να καταγγέλλει την επέμβαση του διευθυντηρίου της Νέας Τάξης στην περιοχή μας σαν το βασικό υπεύθυνο για την δημιουργία της βαλκανικής κρίσης. Να επιμένει ότι η μόνη προοπτική για τους λαούς είναι η ειρήνη και η ανάπτυξη της αλληλεγγύης μεταξύ τους για την απόκρουση της ιμπεριαλιστικής επέμβασης. Βρισκόμαστε μέσα σε μία κοινωνική αναταραχή και αυτό κάνει πιο επιταχτική την ανάγκη ύπαρξης μιας αριστεράς που δεν θα επιτρέψει όσο της είναι δυνατό, στα επίσημα κόμματα να απορροφήσουν για άλλη μια φορά την αναταραχή και να καρπωθούν την λαϊκή δυσαρέσκεια. Μια τέτοια αριστερά δεν μπορεί παρά να έχει σαν βασικό χαρακτηριστικό της την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις και τις δυνατότητες του λαϊκού κινήματος κάτι που λείπει από όσους εδώ και αρκετό καιρό και πιο έντονα τελευταία στρέφονται προς το ΠΑΣΟΚ αρκούμενοι σε μια πιθανή αλλαγή της μεθόδου επιβολής της Νέας Τάξης, ακριβώς επειδή δεν πιστεύουν στις δυνατότητες ανατροπής της. Οι δυνατότητες όμως είναι υπαρκτές και είναι και στο χέρι μας να προσπαθήσουμε να αξιοποιηθούν. Στο σημείο που βρισκόμαστε θα πρέπει να γίνει πιο καθαρό από ποτέ ότι το «φτάνει πια» δεν μπορεί να είναι σύνθημα στις αφίσες μέχρι να ολοκληρωθεί η επίθεση. Πρέπει να γίνει σύνθημα αγώνα. Κάτι παραπάνω, όλο και περισσότερος κόσμος αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται πια για αγώνα επιβίωσης και αξιοπρέπειας. Π’ αυτό ακριβώς και ένα κίνημα ενάντια σε αυτή την πολιτική δεν μπορεί να έχει καμία εμπιστοσύνη στους υποψήφιους διαχειριστές της κρίσης, «σοσιαλιστές» «κομμουνιστές» ή όποιους άλλους. Εμπιστοσύνη μπορεί και πρέπει να υπάρχει μόνο στις δυνάμεις των εργαζομένων που είναι οι μόνοι που θέλουν και μπορούν να επιβάλλουν μια άλλη πολιτική. Το κίνημα πρέπει να αντισταθεί συνολικά στην συνολική επίθεση που δέχεται. Ο κατακερματισμός των κινητοποιήσεων δεν μπορεί να αποτελεί εγγύηση επιτυχίας. Ενα συνολικό κίνημα, αντίθετα, είναι αυτό που μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστικούς αγώνες και στη νίκη.

ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ουσιαστικοί, να χτυπάνε την άρχουσα τάξη εκεί που πονάει και να μην δεσμεύονται από ένα νομικό πλαίσιο έτσι φτιαγμένο που να τους καθιστά αναποτελεσματικούς. Οι εργαζόμενοι γνωρίζουν τους τρόπους, πρέπει να τους εφαρμόσουν αδιαφορώντας για τους «συνετούς» «υπεύθυνους» «νομιμόφρονες» επαγγελματίες διαπραγματευτές. Το «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» δεν είναι μόνο για να φωνάζεται στις διαδηλώσεις αλλά για να γίνεται πράξη.

ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ μπορεί να ενώσει τις κινητοποιήσεις φτάνει να είναι ουσιαστικό. Να πηγαίνει μαζί με την καταγγελία της συνθήκης του Μάαστριχτ και την απαίτηση για απεμπλοκή της χώρας απ’ την ΕΟΚ. Να συνδυάζεται με συγκεκριμένα μέτρα βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων.

ΝΑ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ – Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΑΝΤΙΛΑΪΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

που έχει πάρει αυτή η κυβέρνηση- η καταγγελία όλων των συμφωνιών που ξεπούλησαν το παραγωγικό δυναμικό της χώρας – η απαγόρευση με νόμο των απολύσεων- η δέσμευση ότι δεν θα θιχτεί το ασφαλιστικό καθεστώς των εργαζομένων και θα παρθούν μέτρα για την βελτίωση των παροχών – ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς και στις συντάξεις – να καταγγελθεί η συνθήκη του Μάαστριχτ – να αποδεσμευθεί η Ελλάδα από την ΕΟΚ – να απεμπλακεί άμεσα η χώρα από την βαλκανική κρίση – να μην πάρει μέρος σε καμμιά ενέργεια ενάντια στους γειτονικούς λαούς – η διάλυση των ΜΑΤ και ΜΕΑ κλπ. Το λαϊκό κίνημα πρέπει να αρνείται οποιουσδήποτε «εθνικούς» ή άλλους εκβιασμούς και να καταγγέλλει τον εθνικισμό και τον ραγιαδισμό του πολιτικού κόσμου. Ολα δείχνουν πως η βαλκανική κρίση κατηφορίζει προς τον νότο και ότι είναι επιλογή βασικών δυνάμεων του διευθυντηρίου της ΝΤΠ να ανοίξει το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου για να στριμώξουν ακόμα περισσότερο τον Μιλόσεβιτς. Αυτή η κίνηση απειλεί να βάλει φωτιά σ’ ολόκληρη την χερσόνησο, μιας και θα εμπλακούν άμεσα η Αλβανία, τα Σκόπια, η Βουλγαρία και η Ελλάδα. Πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι ο πολιτικός κόσμος θα χρησιμοποιήσει μια τέτοια εξέλιξη για να απορροφήσει την κοινωνική αναταραχή εν όψει των «εθνικών κινδύνων» και την ανάγκη για «εθνική ομοψυχία». Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κίνημα της μαθητικής νεολαίας απορροφήθηκε με τον Πόλεμο του Κόλπου και οι περσινές κινητοποιήσεις με την προβοκάτσια του Πολυτεχνείου και κυρίως με το «Μακεδόνικο». Και στις δυο περιπτώσεις αποδείχτηκε ότι η «εθνική ομοψυχία» δεν ήταν στην ουσία τίποτε άλλο από μια υποχώρηση του λαϊκού κινήματος υπέρ μιας αστικής τάξης που έχει συνδέσει τα συμφέροντα της με το διευθυντήριο της Νέας Τάξης και εθνικό συμφέρον εννοεί την προώθηση των σχεδίων των ιμπεριαλιστών.

ΜΙΑ ΤΕΤΟΙΟΥ ΕΙΔΟΥΣ «ΟΜΟΨΥΧΙΑ» σημαίνει την συνέχιση της επίθεσης ενάντια στους εργαζόμενους με καλύτερους όρους για την άρχουσα τάξη και ξεπούλημα των εθνικών ζητημάτων γιατί αυτό απαιτούν οι «μεγάλοι μας σύμμαχοι». Είναι παράλογο οι καλύτεροι μαθητές της ΕΟΚ και του ΔΝΤ οι πιο δουλικοί υποστηρικτές του Μάαστριχτ, αυτοί που εξαντλούν την αποφασιστικότητα τους στα αντιλαϊκά μέτρα και δέχονται αδιαμαρτύρητα οποιαδήποτε εντολή από τις Βρυξέλες και την Ουάσιγκτον, να ζητάνε από το λαό να τους υποστηρίζει στους χειρισμούς των εθνικών θεμάτων που έτσι και αλλιώς τα έχει δημιουργήσει η πολιτική τους. Αντίθετα η ανάπτυξη μιας κίνησης ενάντια στη ΝΤΠ θα μπορέσει να επιβάλει μια πολιτική που να κινείται στην κατεύθυνση της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών μαζί με τους λαούς της Βαλκανικής και ενάντια στα σχέδια του διευθυντηρίου. Και αυτό προϋποθέτει την ανάπτυξη και όχι την περιστολή των αγώνων.

Το ΑΙΤΗΜΑ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗΣ ΑΥΤΗΣ της αδίστακτης κυβέρνησης πρέπει να αποτελεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς όλους τους υποψήφιους διαδόχους, ότι κανενός είδους εμπαιγμός ελιγμός, χειρισμός δεν πρόκειται να γίνει δεκτός. Πως η πίστωση χρόνου μας τελείωσε και πρέπει να το χωνέψουν όλοι.

Α/συνέχεια, Αύγουστος-Σεπτέμβρης 1992

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: