Ο «σοσιαλισμος του 21ου αιωνα», νεα εκδοχη της παλιας σοσιαλδημοκρατιας

Ο «σοσιαλισμός του 21ου αιώνα», νέα εκδοχή της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας

Το κείμενο παρουσίασης της Ross@, του «αντικαπιταλιστικού και ελευθεριακού κινήματος» που γεννήθηκε στη συνέλευση της Μπολόνια στις 11 Απρίλη 2013, κάνει ρητή αναφορά στο «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» ως τον πολιτικό της ορίζοντα.

Δεν είναι η πρώτη φορά που αυτή η θεωρία υιοθετείται από πολιτικούς σχηματισμούς στην Ιταλία. Υπενθυμίζουμε ότι η διαλυμένη πια Ομοσπονδία της Αριστεράς είχε υιοθετήσει αυτό τον ορισμό του σοσιαλισμού ως της «εναλλακτικής στον καπιταλισμό». Ακόμα και το Δίκτυο των Κομμουνιστών κάνει ευρέως αναφορά στο «Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» στα πολιτικά του κείμενα.

Θεωρούμε, επομένως, απαραίτητο να επανέλθουμε και να πραγματευτούμε εκ νέου αυτή τη μοδάτη στα «ανταγωνιστικά» κινήματα και τα «εναλλακτικά και αντινεοφιλελεύθερα» κόμματα πολιτική θεωρία.

 

«Αυτό που πάλιωσε προσπαθεί ν’ αποκατασταθεί ξανά και να επιβληθεί μέσα στα πλαίσια της νεοκαταχτημένης μορφής» (Κ. Μαρξ στο Φ. Μπολτε, 23 Νοέμβρη 1871)

 

Η θεωρία του «σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» γεννιέται σε μια περίοδο που ιστορικά χαρακτηρίζεται από την ανάκαμψη των εργατικών και λαϊκών αγώνων, η οποία ακολούθησε την πτώση του ρεβιζιονιστικού ανατολικού μπλοκ, και από την επιβεβαίωση των ΗΠΑ ως της μόνης παγκόσμιας υπερδύναμης.

Οι πρόοδοι λαϊκού-δημοκρατικού χαρακτήρα στη Λατινική Αμερική και η άνοδος κυβερνήσεων προοδευτικών και αντιιμπεριαλιστικών στην εξουσία, έχουν ενθαρρύνει την ανάπτυξη νέων θεωρητικών και πολιτικών θέσεων, μεταξύ των οποίων και αυτή του «σοσιαλισμού του 21ου αιώνα», που συνδέεται ιδιαίτερα με την εμπειρία της μπολιβαριανής κυβέρνησης στη Βενεζουέλα.

Οι βάσεις αυτής της θεωρίας βρίσκονται στα έργα διαφόρων διανοούμενων, που στην πλειοψηφία τους ανήκουν σε ρεύματα αστικά φιλελεύθερα, αλλά και προοδευτικά και επαναστατικά, ενεργούς στους αντιιμπεριαλιστικούς και ανεξαρτησιακούς αγώνες (π.χ. G. Linera, J.C. Monedero, H.El Troudi).

Αναμφίβολα, ο γερμανός Heinz Dieterich είναι ένας από τους βασικούς θεωρητικούς του «σοσιαλισμού του 21ου αιώνα». Καθηγητής κοινωνικών και οικονομικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Βρέμης, ο Ντίτριχ διαπαιδαγωγήθηκε στη σχολή της Φρανκφούρτης, όπου ήταν οπαδός των Θίοντορ Αντόρνο, Γιούργκεν Χάμπερμας και Μαξ Χορκχάιμερ. Το 2000 δημοσίευσε ένα βιβλίο, στο οποίο έθετε τις θεωρητικές βάσεις του «Νέου Ιστορικού Σχεδίου». Σε αυτό το έργο («Ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα»), ισχυρίζεται ότι η θεωρία του έχει ως συστατικά: «τη συμμετοχική δημοκρατία, τη δημοκρατικά σχεδιασμένη οικονομία ισοδυναμίας, το αταξικό Κράτος και ως συνέπεια, τον ηθικό-ορθολογικό-αισθητικό πολίτη».

Για την κριτική των θέσεων του Ντίτριχ παραπέμπουμε στο ενδιαφέρον άρθρο των συντρόφων του Κομμουνιστικού Κόμματος Κολομβίας (Μαρξιστικού-Λενινιστικού), με τίτλο «Ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα, αντιμαρξιστική και μικροαστική θεωρία», που είχε δημοσιευτεί στη «Θεωρία & Πράξη», τ.19.

Εδώ, αντιθέτως, μας ενδιαφέρει να σταθούμε σε μερικές πτυχές και χαρακτηριστικά γνωρίσματα κοινά στους διάφορους οπαδούς αυτού του «σοσιαλισμού», ανεξαρτήτως των διαφορών τους.

  1. Αρχικά, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι θεωρητικοί του «σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» παρουσιάζουν ένα συνδυασμό, ένα αμάγαλμα κριτηρίων, εννοιών και θέσεων που προέρχονται από διάφορα ρεύματα σκέψης: από τον προμαρξιστικό σοσιαλισμό στο ρεβιζιονισμό, από το Ντύρινγκ στο Μπερνστάιν, περνώντας από τους αυστρομαρξιστές, τους τιτοϊκούς, τους «ευρωκομμουνιστές», φτάνοντας στο μεταμοντερνισμό. Επομένως, ένας σημαντικός βαθύς εκλεκτικισμός είναι ένα πρώτο γνώρισμα των cyber-σοσιαλιστών.
  2. Σχεδόν όλοι οι υποστηρικτές του «σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» τον θέτουν ως συνώνυμο της «συμμετοχικής δημοκρατίας», κάτι που περιορίζει το σοσιαλισμό σε έναν τρόπο λειτουργίας της κυβέρνησης και των θεσμών, δίχως λοιπόν να του προσδίνουν την έννοια ενός νέου και ανώτερου οικονομικού και κοινωνικού συστήματος το οποίο βασίζεται σε μια ριζική αλλαγή της οικονομικής δομής της κοινωνίας και στις σχέσεις παραγωγής.

Η «συμμετοχική δημοκρατία» μπορεί άνετα να συνυπάρχει με τον καπιταλισμό και μπορεί να υιοθετείται ακόμα και από τους φιλελεύθερους. Οι καπιταλιστές είναι δυνατό να αποδέχονται τη συμμετοχή των πολιτών και την ενίσχυση της κοινωνίας των πολιτών, εφ’ όσον δεν θέτουν σε αμφισβήτηση τις βάσεις του συστήματος εκμετάλλευσης. Ο σοσιαλισμός είναι ξεκάθαρα μια κοινωνία ευρέως δημοκρατική και συμμετοχική, γιατί ενσαρκώνει τη δημοκρατία των εργαζομένων, δηλαδή της συντριπτικής πλειοψηφίας: όμως πρόκειται για μια ταξική δημοκρατία, όχι για μια δημοκρατία υπεράνω των τάξεων και της εξουσίας.

3. Για τους υποστηρικτές του «σοσιαλισμού του 21ου αιώνα», τον κύριο ρόλο στην κοινωνική ανάπτυξη τον παίζει η επιστήμη και η τεχνική. Συνεπώς, δεν αναγνωρίζουν ότι το θεμελιώδη ρόλο τον παίζει η ταξική πάλη ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, αρνούνται τον ιστορικό ρόλο του προλεταριάτου, αρνούνται να αναγνωρίσουν τη δικτατορία του προλεταριάτου, δεν πηγαίνουν πέρα από τη «δημοκρατία των πολιτών» και δεν θέλουν να παλέψουν για μια κοινωνία χωρίς τάξεις.

Η κοινωνία που οι θεωρητικοί του «νέου σοσιαλισμού» προωθούν, δεν είναι το αποτέλεσμα της επαναστατικής ρήξης (στην πραγματικότητα αρνούνται την ισχύ και την αναγκαιότητα της επαναστατικής βίας των μαζών και προϋποθέτουν  μια βαθμιαία εξέλιξη του καπιταλισμού προς το σοσιαλισμό) και δεν έχει ως προϋπόθεση τη δικτατορία του προλεταριάτου, το εργατικό κράτος και την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Σε αυτό, οι στοχαστές του «σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» είναι διαμετρικά αντίθετοι στο μαρξισμό, και με τις εξισωτικές τους φαντασιώσεις επιστρέφουν στους καιρούς του ουτοπιστικού σοσιαλισμού.

4. Όπως είναι γνωστό, είναι η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής που καθιστά εφικτή την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, τάξης από τάξη. Αν δεν τίθεται ως στόχος η κατάργηση της εκμετάλλευσης και η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και ανταλλαγής, ο ριζικός μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής και ιδιοκτησίας, ο σοσιαλισμός δεν θα υπάρχει ή θα πρόκειται μόνο για μια μερική αλλαγή. Ωστόσο, αυτός ο συλλογισμός είναι σχεδόν απών ή είναι απορριπτέος από τους υποστηρικτές του «σοσιαλισμού του 21ου αιώνα».

Ο Ντίτριχ, ένας από τους μεγαλύτερους θεωρητικούς αυτού του ρεύματος, φτάνει στο σημείο να ισχυρίζεται πως «η μορφή ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής (…) δεν επιλύει το πρόβλημα του εργασιακού μόχθου του άμεσου παραγωγού, γιατί ο καθορισμός της εντατικότητας της εργασίας συνεχίζει να είναι μονοπώλιο των διευθυνόντων την οικονομική εξουσία, η οποία τώρα βρίσκεται στα χέρια του Κράτους». Με άλλα λόγια, σύμφωνα με αυτό τον αστό διανοούμενο, χρειάζεται να διατηρήσουμε την ατομική ιδιοκτησία, υιοθετώντας μια αντίληψη της οικοδόμησης του σοσιαλισμού η οποία θα περιορίζεται μόνο στο επίπεδο του εποικοδομήματος και όχι στα μέσα που θα εφαρμόζονται στην οικονομική βάση της κοινωνίας.

Μα αν δεν τσακιστούν οι σχέσεις ιδιοκτησίας που υπάρχουν στον καπιταλισμό θα παραμείνει αυτός ως έχει, η εκμετάλλευση θα συνεχίζεται και η αστική τάξη θα παραμείνει στην εξουσία, ανεξάρτητα από τις μεταρρυθμίσεις και από τις παραχωρήσεις που είναι διατεθειμένη να αποδεχτεί να κάνει.

Συνεπώς, οι κατακτήσεις των εργαζομένων θα είναι προσωρινές, θα μπορεί να ανατραπούν, ή θα είναι ανεκτές από την κυρίαρχη τάξη.

Είναι ακριβώς αυτό το γνώρισμα που καθιστά το «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» μια εκδοχή της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας (όπως και η προσπάθεια μετασχηματισμού του κόσμου χωρίς να τίθεται το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας), που διαπερνάται βαθιά από έναν μικροαστικό ατομικισμό (η επιστροφή σε στάδια του παρελθόντος στα οποία «τα άτομα να μπορούν ελεύθερα να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους» είναι ένα «ρεφρέν» αυτών των θεωρητικών»).

5. Μια από τις σταθερές ανησυχίες των δημιουργών του «σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» είναι η καταδίκη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, της ιστορικής εμπειρίας που δημιούργησε το προλεταριάτο φτάνοντας στην εξουσία. Συχνά συκοφαντούν την επανάσταση και τον προλεταριακό σοσιαλισμό, σπέρνουν αμφιβολίες και λάσπη ενάντια στις πρώτες εμπειρίες οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, υποστηρίζουν πως ο σοσιαλισμός έπεσε «από δικά του λάθη», αγνοώντας ψιλοπράγματα όπως ο ιμπεριαλισμός και ο ρεβιζιονισμός.

Ένας τυπικός τους ισχυρισμός είναι αυτός σύμφωνα με τον οποίο δεν μπορεί να οικοδομηθεί ο «νέος σοσιαλισμός» χωρίς να παρθούν κριτικά αποστάσεις από το σοσιαλισμό που υλοποιήθηκε στον 20ό αιώνα. Υποπίπτουν έτσι σε μια σοβαρή αντίφαση: μιλούν για σοσιαλισμό, επιτιθέμενοι στην ιστορική εμπειρία που συσσώρευσε το νικηφόρο προλεταριάτο και την προλεταριακή προοπτική, τον επιστημονικό σοσιαλισμό, καταλήγοντας έτσι στην αγκαλιά των τροτσκιστών και όλων αυτών των αντιδραστικών που διαμορφώθηκαν βάσει αυτού του αισχίστου καθήκοντος.

6. Εν τέλει, το γνώρισμα που είναι κοινό σε όλους τους υποστηρικτές (διανοούμενους και πολιτικούς) του «σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» είναι η απόρριψη της καθολικής ισχύος του μαρξισμού-λενινισμού τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη, η άρνηση της μεθόδου επιστημονικής ανάλυσης της κοινωνίας και της επιστήμης της επανάστασης, η άρνηση του ιστορικού ρόλου του προλεταριάτου και της αναγκαιότητας της οργανωμένης σε Κομμουνιστικό Κόμμα πρωτοπορίας του. Όλοι αυτοί πασχίζουν επομένως να διαφοροποιηθούν και να αντιταχθούν στους Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν.

Από τα παραπάνω, καθίσταται προφανές πως, σε θεωρητικό επίπεδο, ο «σοσιαλισμός του 21ου αιώνα» είναι μια σύνθεση ουτοπισμού, σοσιαλδημοκρατίας και ρεβιζιονισμού των περασμένων αιώνων, που επανέκαμψαν και παρουσιάζονται σε μια νέα εκδοχή.

Σε ταξικό επίπεδο, ο «σοσιαλισμός του 21ου αιώνα» είναι ένας σοσιαλισμός που αντιστοιχεί στις αντιλήψεις, τις φιλοδοξίες και τα συμφέροντα της μικρής αστικής τάξης (μικροί ατομικοί ιδιοκτήτες) και τμημάτων της εθνικής αστικής τάξης (κρατικές και εθνικοποιημένες επιχειρήσεις) που αντιτίθενται στην κυριαρχία του διεθνούς χρηματιστικού μονοπωλιακού κεφαλαίου, και παρουσιάζονται ως ηγετικές δυνάμεις των επαναστατικών, προοδευτικών και λαϊκών προτσές που λαμβάνουν χώρα ειδικά στη Νότια Αμερική.

Πιο συγκεκριμένα, ο «σοσιαλισμός του 21ου αιώνα» είναι το σχέδιο αστικών και μικροαστικών τμημάτων, που παίζουν ένα ρόλο αντιιμπεριαλιστικό, αλλά όχι σοσιαλιστικό.

Αυτό το πολιτικό σχέδιο στοχεύει στην οικοδόμηση ενός σοσιαλδημοκρατικού μπλοκ, στον εκσυγχρονισμό – υπό τη δική του ηγεσία – του καπιταλισμού, για να ανταγωνιστεί στην αγορά και να αποκτήσει, με τέτοιο τρόπο, περισσότερα περιθώρια οικονομικής και πολιτικής ανεξαρτησίας.

Από αυτή την άποψη, ο «σοσιαλισμός του 21ου αιώνα» δεν είναι άλλο πράγμα από το ιδεολογικό περίβλημα αυτού του σχεδίου, ώστε αυτό να αποκτήσει τη στήριξη των μαζών.

Μια τέτοια πολιτική θεωρία πρέπει, επομένως, να αποκαλυφθεί και να καταπολεμηθεί ως τέτοια, καθώς, πίσω από την κλασική επιχειρηματολόγηση της αναγκαιότητας της προσαρμογής της πολιτικής ανάλυσης και δράσεις στις αλλαγμένες κοινωνικές συνθήκες και τις νέες τεχνικο-επιστημονικές ανακαλύψεις, προτείνει μια νέα και ραφιναρισμένη επίθεση στη θεωρία και την πρακτική του επιστημονικού ή προλεταριακού σοσιαλισμού,

Σήμερα, το διεθνές προλεταριάτο και οι λαοί του κόσμου βρίσκονται σε μια κατάσταση όπου όλες οι κυρίαρχες αντιθέσεις της εποχής μας οξύνονται και διαπλέκονται. Η οικονομική κρίση βαθαίνει και επιμηκύνεται χρονικά στη βάση της επιδείνωσης της γενικής κρίσης του καπιταλισμού. Σήμερα, ακόμα και οι «αναδυόμενες» καπιταλιστικές οικονομίες νιώθουν γερά την κρίση.

Έρχεται μια νέα περίοδος πολέμων και επαναστάσεων. Σε αυτό το άσχημο σενάριο, η αστική τάξη επιζητεί απελπισμένα να παραλύσει τις επαναστατικές δυνάμεις σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο .

Ενώ οι εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες μάζες σε όλο τον κόσμο θέτουν εκ νέου το πρόβλημα της επανάστασης, παλεύουν και οργανώνονται, το καθήκον των οργανικών διανοούμενων των κυρίαρχων τάξεων είναι αυτό της αποφυγής αυτών των νέων αγώνων να ηγείται το προλεταριάτο και να καθοδηγούνται αυτοί από την επαναστατική του ιδεολογία, είναι αυτό της με κάθε τρόπο διατήρησης της αστικής τάξης στην πολιτική και οικονομική εξουσία εντός αυτών των αναπόφευκτων επαναστατικών προτσές.

Συνεπώς, ο ιμπεριαλισμός και η αντίδραση, πέραν της βίαιης καταστολής, του ψυχολογικού πόλεμου κλπ εναντίον των επαναστατικών δυνάμεων, στηρίζονται ακόμα στο ρεβιζιονισμό και τη σοσιαλδημοκρατία, ως τα προκεχωρημένα τους φυλάκια στις τάξεις του προλεταριάτου και των λαών, για να παρεκκλίνουν προς αποδεκτές προοπτικές οι εργατικοί και λαϊκοί αγώνες, για τη διασπορά ψευδαισθήσεων για την εφικτότητα Αλλαγής δίχως επανάσταση, για να αποτρέψουν να διεξαχθούν αυτοί οι αγώνες υπό την ηγεσία του προλεταριάτου, με δυο λόγια, για να υποστηρίξουν το καπιταλιστικό σύστημα που τρίζει.

Έχουν, ωστόσο, ανάγκη από ένα «σοσιαλισμό» που δεν αποκλείει την αστική τάξη από την εξουσία και την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, από ένα σοσιαλισμό που βασίζεται στη «μικτή οικονομία», που προνοεί την συμβίωση καπιταλιστικών και μη καπιταλιστικών στοιχείων. Στην πραγματικότητα, ένα σοσιαλισμό που μπορεί να αναπτυχθεί στο πλαίσιο του καπιταλισμού, χωρίς την ανάληψη της πολιτικής εξουσίας σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, χωρίς δικτατορία του προλεταριάτου.

Η αστική τάξη συνειδητοποιεί το γεγονός πως δεν μπορεί απλοϊκά να απορρίπτει το μαρξισμό και την ιδέα του σοσιαλισμού. Για αυτό έχει ανάγκη να δημιουργήσει έναν αστικό «μαρξισμό» και έναν αστικό και μικροαστικό σοσιαλισμό, έχει ανάγκη από «μετριοπαθείς επαναστάτες». Συνεπώς, ανέχεται, ευνοεί και, σε αρκετές περιπτώσεις, προωθεί αυτά τα ρεβιζιονιστικά, σοσιαλδημοκρατικά και οπορτουνιστικά ρεύματα τα οποία είναι προορισμένα να παίζουν ένα ρόλο παρέκκλισης και φρένου.

Ακριβώς για αυτό το λόγο, πρέπει οι κομμουνιστές να πασχίζουν αδυσώπητα για να καταγγέλλουν, να αποκαλύπτουν και να νικούν το ρεβιζιονισμό και το σοσιαλδημοκρατικό οπορτουνισμό, ανεξαρτήτως της μορφής που αυτός παρουσιάζεται.

Σήμερα, η υπεράσπιση του μαρξισμού-λενινισμού, της επιστήμης της επανάστασης και της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, της ανάλυσης και της επιστημονικής μεθόδου του προλεταριάτου, που πρέπει να εφαρμόζονται στις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε χώρας, αποτελεί ένα βασικό καθήκον, από το οποίο εξαρτάται η πρόοδος του διεθνούς κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος.

Ο Λένιν μάς υπενθυμίζει ότι «χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα». Είναι λοιπόν απαραίτητη η έκφραση της επαναστατικής θεωρίας του προλεταριάτου, χαράσσοντας μια συγκεκριμένη διαχωριστική γραμμή έναντι όλων των άλλων δυνάμεων που υπάρχουν στο εργατικό και λαϊκό κίνημα οι οποίες τρέμουν απέναντι στη σοσιαλιστική επανάσταση.

Teoria & Prassi, τ. 25, Ιούλης 2013

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: