α/συνεχεια: η επιλογη μας («τετραδια για τη μετεξελιξη»-1995)

Η Α/συνέχεια το 2003 μετεξελίχτηκε στην Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας (ΚΟΕ).

 

η επιλογή μας

 

Η επιλογή μας, είναι ένα τολμηρό κάλεσμα σε εκατοντάδες και ίσιος χιλιάδες ανθρώπους στη χωρά μας. Είναι μια μεγάλη πρόκληση για κάβε προοδευτικό άνθρωπο, για κάθε αγωνιστή της αριστεράς. Είναι ένας χαιρετισμός προς τους κομμουνιστές όλου τον κόσμου. Είναι η δέσμευση μας απέναντι στους περασμένους και τους μελλοντικούς αγώνες των ελλήνων κομμουνιστών. Πυκνώστε τις γραμμές της Α/ συνέχεια. Κάντε την «επιλογή μας» υπόθεση όλο και περισσοτέρων αγωνιστών. Επιταχύνετε όλους τους ρυθμούς για να δούμε να αναπτύσσεται ένα μεγάλο κίνημα ενάντια στη ΝΤΠ, ενάντια στη μετακύλιση της κρίσης, για να οικοδομηθεί η Διεθνής Κοινότητα των Λαών και να αναγεννηθεί το κομμουνιστικό κίνημα

 

τετράδια για την μετεξέλιξη 1

 

Δεν είναι συνηθισμένο πράγμα στις μέρες μας ένα κείμενο σαν αυτό της «επιλογής μας» να προκαλεί συζητήσεις, να γεννάει ερωτήσεις και προβληματισμούς, να παρακινεί σε μια δραστηριότητα. Γι’ αυτό είναι σε ένα βαθμό δικαιολογημένη η ικανοποίηση μας για τα πρώτα αποτελέσματα των συζητήσεων με αρκετούς αγωνιστές και ανθρώπους που προβληματίζονται. Σύντομα πρόκειται να κυκλοφορήσει μια άλλη μπροσούρα με απαντήσεις σε ερωτήματα που τέθηκαν κατά τη συζήτηση. Αυτό το «πηγαιν-έλα», αυτή η συζήτηση που γίνεται με άμεσο (μέσα από συναντήσεις) αλλά και έμμεσο τρόπο (μέσα από τις στήλες του πολιτικού δελτίου) και που έχει σαν προϋπόθεση το ενδιαφέρον και το διάβασμα ορισμένων κειμένων, άρα έχει το στοιχείο της οργανωμένης συζήτησης, το «μάζεμα» των γνωμών, των παρατηρήσεων, των ερωτήσεων κλπ, και η προσπάθεια να απαντηθούν και να καλυφθούν πλευρές αδιευκρίνιστες, και έτσι να συνδέεται ο προβληματισμός άγνωστων πιθανά αλλά και σε μεγάλη μεταξύ τους απόσταση ανθρώπων, είναι ένα στοιχείο συλλογικής δημοκρατικής συζήτησης. Ουσιαστικό στοιχείο της δημοκρατίας κατά την αντίληψη μας είναι η γνώση, η κοινωνικοποίηση της γνώσης, έτσι ώστε ο καθένας να είναι πραγματικά σε θέση να κρίνει. Από όλη τη συζήτηση αν δεν επιτευχθεί να ανέβει το επίπεδο της γνώσης και το κριτήριο των ανθρώπων που πήραν μέρος σ’ αυτή, τότε δεν πετυχαίνουμε πολλά πράγματα.

Η «επιλογή μας» είναι και ένα κάλεσμα. Αυτό το κατάλαβαν όλοι όσοι πήραν μέρος στη συζήτηση. Άρα δεν συζητάμε για να συζητάμε.

 

 

— η επιλογή μας

 

Στην εκδήλωση για τη ζωή και το έργο του σ. Γιάννη Χοντζέα (Θέατρο Αλάμπρα 14/11/94) είχαμε μιλήσει για έναν κεντρικό προβληματισμό που αφορούσε τη μετεξέλιξη της πολιτικής ομάδας σε κομμουνιστική οργάνωση. Λέγαμε τότε:«… η μετεξέλιξη σε κομμουνιστική οργάνωση (κι όχι σε κόμμα για να σεβόμαστε κάποιες έννοιες και να μην τις ξεφτιλίζουμε) θα είναι καρπός μιας ενιαίας διαδικασίας που θα έχει τρία επίπεδα: το προγραμματικό, με θέσεις, απόψεις και στοιχεία στρατηγικής και ταχτικής, την πολιτική λειτουργία που θα επιτρέπει τη συστηματική εξάσκηση μιας αντιθετικής προς την κυρίαρχη επιρροής, θα συντελεί στην αφομοίωση του νέου δυναμικού που θα έρχεται να συστρατευτεί μαζί μας, που θα κοινωνικοποιεί με άλλο τρόπο από τον κυρίαρχο την άλλη γνώση και την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, θα δίνει αντοχή στην οργάνωση• και τέλος, το επίπεδο της μαζικής δουλειάς, των δεσμών με κοινωνικούς χώρους και στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, το βαθμό σύνδεσης με τη δυσαρέσκεια που ογκώνεται και τους αγώνες που ξεσπούν»

Όταν μιλάμε για έναν κεντρικό προβληματισμό, για μια βασική επιλογή, πρέπει να αναζητηθούν και να κριθούν οι αφετηρίες, οι βάσεις εκκίνησης, οι θεμελιώδεις εκτιμήσεις, οι αρχές.

Δεν πρόκειται στο σημείωμα αυτό να αναλύσουμε το γιατί επιμένουμε στην επιλογή «κομμουνιστικό κίνημα» και «επαναστατικός μαρξισμός», θα τη θεωρήσουμε σαν δεδομένη με τις εξής όμως διευκρινίσεις:

α) γνωρίζουμε καλά πως ζούμε στο «μετακομμουνιστικό κόσμο», που όμως δεν σημαίνει καθόλου το τέλος της ιστορίας, της ιδεολογίας ή του κομμουνισμού, όπως θέλει να παρουσιάζει η αστική σκέψη που βρίσκει καταφύγιο στο λογικό εμπειρισμό.

β) γνωρίζουμε καλά πως η ιστορία του αιώνα μας, ιστορία επαναστάσεων και αντεπαναστάσεων, είχε σαν βασικό πρωταγωνιστή το κομμουνιστικό κίνημα και δεν ήταν δυνατό σε όλη αυτή την πορεία να μην τεθούν σημαντικά – σημαντικότατα προβλήματα θεωρίας και πραχτικής, δεν ήταν δυνατό να μην μετασχηματιστούν ιδέες, δεν ήταν δυνατό να μη ζήσουμε διάφορες διαστροφές κλπ. Όλα αυτά επιβάλλουν σε όποιον υποστηρίζει τη θέση της επικαιρότητας του κομμουνισμού να είναι σοβαρός κριτικός απέναντι στην ίδια την ιστορία του κομμουνισμού, να επιμένει για μια ουσιαστική αυτοκριτική του κομμουνιστικού κινήματος. Αυτή η κριτική δεν μπορεί να είναι αρεστή στα σαλόνια, στους ακαδημαϊκούς αποστειρωμένους χώρους, ούτε συμβατή με τις διάφορες μόδες της περιόδου, γ) ζούμε μια περίοδο μεγάλης σύγχυσης και αποϊδεολογικοποίησης που υπαγορεύει —σε όποιον θεωρεί πως έχει πεποιθήσεις— να ξεκινήσει από οποιοδήποτε ζήτημα ενδιαφέρει και απασχολεί και να προχωρήσει στις γενικεύσεις που είναι αναγκαίες. Αυτή η κίνηση δεν έρχεται σε αντίθεση ούτε αντιστρατεύεται την ανάγκη ενός στέρεου ιδεολογικού μετώπου αλλά αντίθετα μπορεί να αποτελέσει το «απαραίτητο οξυγόνο» για το χτίσιμο του ιδεολογικού μετώπου.

Ολα αυτά σημαίνουν ότι έχουμε την ανάγκη να επιχειρηματολογούμε την επιλογή μας, κάθε φορά και κάθε στιγμή, ικανοποιώντας τις απαιτήσεις, τις ανάγκες, τις ανησυχίες και ενός δυναμικού που ενθουσιάζεται και επιθυμεί να μάθει και να συμβάλει για το κομμουνιστικό κίνημα στις σύγχρονες συνθήκες, και ενός πιο μαζικού, πιο διάχυτου, πιο χαλαρού δυναμικού που στέκεται κατ’ αρχάς επιφυλακτικό προς την πολιτική, την ιδεολογία, τον μαρξισμό, τον κομμουνισμό κλπ αλλά ζορίζεται, τσαντίζεται, δεν ικανοποιείται και αγανακτεί με τη ζωή που κάνει και οδηγείται σε μια ιδιόμορφη κατάσταση στην οποία η δυσαρέσκεια μπορεί να μετατραπεί σε κάτι άλλο.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΙ ΜΕ ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΕΧΘΡΟ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ, ΤΩΝ ΛΑΩΝ, ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ

Ο «μετακομμουνιστικός κόσμος» δεν είναι ένας ουδέτερος κόσμος και πολύ περισσότερο δεν έχει καμιά σχέση με την ειδυλλιακή εικόνα που διαφήμιζαν οι κατεδαφιστές του κομμουνισμού τα χρόνια 88-89.

Ο μετακομμουνιστικός κόσμος αναδύθηκε μέσα από μια τεράστια σε έκταση και βάθος παγκόσμια κρίση υπερπαραγωγής που συγκλονίζει τον κόσμο για τρεις δεκαετίες περίπου• αναδύθηκε μέσα από μια βαθιά αναδιαρθρωτική κίνηση που τροποποίησε όλες τις παραγωγικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές σχέσεις• αναδύθηκε με την παράδοση – κατάρρευση του ανατολικού συνασπισμού (γι’ αυτό αναφέρονται στον «μετακομμουνιστικό» κόσμο). Αυτή η ανάδυση του νέου κόσμου, της νέας εποχής, ήρθε να επισφραγιστεί με την εξαπόλυση μιας νέας σταυροφορίας που κωδικά ονομάστηκε Νέα Τάξη Πραγμάτων. Πρόκειται για την «τάξη» που θέλουν να επιβάλουν οι κυρίαρχοι ιμπεριαλιστικοί κύκλοι, το ιμπεριαλιστικό διευθυντήριο. Δεν θα κουραστούμε να επαναλαμβάνουμε ότι πρόκειται για την άμεση αντιγραφή ενός χιτλερικού συνθήματος που ξαναλάνσαρε ο Τζωρτζ Μπους την παραμονή του πολέμου στον περσικό κόλπο.

Η ΝΤΠ σαν στόχος αλλά και σαν άμεσα υλοποιήσιμη κατάσταση τόσο στο εσωτερικό των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων όσο και στην «ύπαιθρο του κόσμου», αποτελεί τον μεγαλύτερο εχθρό της εργατικής τάξης, των λαών και των εθνών. Όσο σαπίζει το καπιταλιστικό – ιμπεριαλιστικό σύστημα, όσο βουλιάζει στον παρασιτισμό, όσο εμποδίζει την κοινωνική πρόοδο καταστρέφοντας τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις και δυναμιτίζοντας τη σχέση άνθρωπος – φύση, θα μετατρέπεται στο μεγαλύτερο παγκόσμιο στρατόπεδο συγκέντρωσης δισεκατομμυρίων μαζών που υπόκεινται σε όλες τις «επιστημονικές» κατεργασίες και διεργασίες ώστε πειθήνια να αποδέχονται την οικονομική πολιτική και κοινωνική μοντελοποίηση που θέλουν 200 πάνω – κάτω πολυεθνικές. Λαοί και έθνη ολόκληρα οδηγούνται στα σύγχρονα κρεματόρια που παίρνουν τη μορφή των μαζικών βομβαρδισμών, των εμπάργκο ενάντια σε λαούς, την καταστροφή ολόκληρων οικονομιών, την ανατίναξη του εκπαιδευτικού συστήματος, το στίβαγμα τεράστιων πληθυσμών σε άθλιες παραγκουπόλεις στην περιφέρεια των πόλεων, στα μεταναστευτικά ρεύματα κλπ. Μια τεράστια δεξαμενή αχρησιμοποίητης ή ελάχιστα αμειβόμενης εργατικής δύναμης είναι απαραίτητος όρος για τη δημιουργία κερδοφόρων συνθηκών για το κεφάλαιο. Ρυθμιστικό ρόλο σε όλα ή και άμεσα επιχειρηματική ενασχόληση είναι και οι κρατικοί διαμελισμοί, οι εθνικές καθάρσεις, οι πόλεμοι και η εξαγωγή πολέμων.

Ετσι ενώ έχουν συγκεντρωθεί οι όροι (όσο ποτέ άλλοτε) και οι δυνατότητες να χτιστεί ένας παραγωγικός μηχανισμός που να απαντάει στις ανάγκες των μαζών, ενώ έχουν συγκεντρωθεί οι όροι για την επίλυση της αντίθεσης ανθρώπου – φύσης κλπ, είναι η διαιώνιση της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας και το ανέβασμα της σε ένα νέο επίπεδο, αυτό της ΝΤΠ που δίνει μια τελείως διεστραμμένη, καταστροφική και ανορθολογική (κρινόμενη από την πλευρά των αναγκών των μαζών) διάσταση και βεβαίως ναρκοθετείται όλο το πεδίο ώστε να εμποδιστεί μια μαζική έξοδος των εγκλείστων στα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Δεν υπάρχει καμιά μικρή ή μεγάλη τροποποίηση στην εργασία, την επιστήμη, το κράτος κλπ που να μην είναι στρατευμένη στη ναρκοθέτηση του πεδίου. Τίποτα δεν είναι ουδέτερο…

Πρώτο λοιπόν ουσιαστικό καθήκον αποτελεί η αντιμετώπιση της ΝΤΠ σε όλα τα επίπεδα, συνολικά, σφαιρικά.

Για να πολεμήσεις έναν εχθρό πρέπει να τον γνωρίζεις. Γιατί ισχύει η φράση του Μάο πως ο «ιμπεριαλισμός είναι μια χάρτινη τίγρης» αλλά ο ιμπεριαλισμός του σήμερα διαφέρει απ’ αυτόν της δεκαετίας του 50-60 ή από εκείνον του 1920, παρόλο που στα βασικά του χαρακτηριστικά και στόχους παραμένει ο ίδιος. Άρα δεν είναι δυνατό με τη ματιά του 50-60 να αντιμετωπίζεις ένα φαινόμενο της δεκαετίας του 90.

Οφείλει κανείς να εκτιμήσει τις αλλαγές που έχουν γίνει σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής, ειδικά στην παραγωγική δομή, να δει τις τροποποιήσεις των σχέσεων ανάμεσα στις βασικές τάξεις, να εκτιμήσει τις ανακατατάξεις και τις τάσεις που υπάρχουν στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. Όταν μιλάμε για αναδιάρθρωση εννοούμε όλες αυτές τις «στιγμές» και φυσικά εννοούμε και την «ιστορία» των τελευταίων δεκαετιών, δηλαδή το πώς φτάσαμε από την κατάσταση που πάλι ο Μάο εκτιμούσε πως «ο ανατολικός άνεμος είναι ισχυρότερος από τον δυτικό» και είχε δίκιο, σε μια τελείως διαφορετική κατάσταση. Μιλώντας για την Α/συνεχεια τα ερωτήματα είναι:

—        έχει ένα ικανοποιητικό, σε γενικές γραμμές, τρόπο ανάλυσης και παρακολούθησης των αλλαγών που συντελούνται στο σύγχρονο κόσμο, έχει προσανατολιστεί σωστά στα διάφορα σκαμπανεβάσματα που συγκλόνισαν τον κόσμο τα τελευταία χρόνια;

—        έχει κατορθώσει να πείσει ένα δυναμικό για τον κεντρικό χαρακτήρα – ρόλο που έχει ο αγώνας ενάντια στη ΝΤΠ, έχει δείξει την κεντρικότητα αυτού του καθήκοντος;

—        έχει συγκεκριμενοποιήσει το πώς εξειδικεύεται το γενικό ζήτημα της ΝΤΠ στην περιοχή μας, έχει προβάλει θέσεις για τη βαλκανική κρίση, έχει προβάλει εκτιμήσεις για το πώς επηρεάστηκε η κατάσταση στην Ελλάδα από τη ΝΤΠ και τη μετακύλιση της κρίσης;

—        έχει δείξει τη σημασία που είχε η έκβαση της αντιπαράθεσης στα πλαίσια του κομμουνιστικού κινήματος στη δεκαετία 60-70 για την μετέπειτα πορεία;

—        έχει πάρει πρωτοβουλίες σχετικά με το ζήτημα αυτό, συνδέονται οι επιμέρους δραστηριότητες με το κεντρικό πρόβλημα όπως αυτό ορίστηκε;

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΥ ΣΤΟΧΟΥ

Πρόκειται για ένα άλλο επίπεδο άμεσα σχετιζόμενο με το καθήκον της αντίστασης και ανατροπής της ΝΤΠ, στενά δεμένο όμως με το ζήτημα του υποκειμενικού παράγοντα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις σε άρθρα, κείμενα, αφίσες ή ομιλίες, έχει διατυπωθεί η θέση για τη «διεθνή κοινότητα των λαών». Αλλού αυτή η θέση έχει χαρακτηριστεί σαν στρατηγικός στόχος της πάλης. Και έτσι είναι. Αγωνιζόμαστε για τη δημιουργία μιας «διεθνούς κοινότητας των λαών» που θα είναι το αποτέλεσμα των αγώνων που θα γίνονται σε διαφορετικά μήκη και πλάτη της γης, με διαφορετικούς βαθμούς έντασης και μορφών πάλης, αγώνων της εργατικής τάξης, των λαϊκών κινημάτων ή εθνικών κινημάτων ενάντια στη ΝΤΠ. Ορισμένες διευκρινίσεις:

α) Η στρατηγική και η ταχτική αναφέρονται και σχετίζονται πάντα με την υποκειμενική πλευρά και δεν αφορούν τους αντικειμενικούς όρους. Βέβαια μια στρατηγική και μια ταχτική που δεν παίρνει υπόψη της τους αντικειμενικούς όρους (οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας, η ανάπτυξη του καπιταλισμού, τα αυθόρμητα κινήματα του προλεταριάτου και των τάξεων που το περιβάλλουν, οι συγκρούσεις των τάξεων κλπ, «όλα τα φαινόμενα που η εξέλιξη τους δεν εξαρτιέται από τη θέληση του προλεταριάτου») είναι καταδικασμένες εκ προοιμίου. Είναι τελείως λαθεμένη η αντίληψη και μαρτυράει παντελή άγνοια της στοιχειώδους μαρξιστικής κατάρτισης η ταύτιση της στρατηγικής με την επανάσταση ή ακόμα με το θέμα του χαρακτήρα της επανάστασης, άσχετα αν πολλές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις στα πλαίσια του κομμουνιστικού κινήματος έγιναν με όρους που είχαν άλλο περιεχόμενο. (Για παράδειγμα, ο Λένιν γράφει ολόκληρο βιβλίο με τίτλο «οι δύο ταχτικές» αλλά το περιεχόμενο αφορά συγκεκριμένους στρατηγικούς στόχους). «Το σπουδαιότερο καθήκον της στρατηγικής είναι ο καθορισμός της βασικής κατεύθυνσης που πρέπει να ακολουθήσει το κίνημα της εργατικής τάξης»… «το σχέδιο της στρατηγικής είναι το σχέδιο της οργάνωσης του αποφασιστικού χτυπήματος προς την κατεύθυνση όπου το χτύπημα μπορεί πιο γρήγορα από καθετί να δέσει το ανώτατο όριο των αποτελεσμάτων». «Το κίνημα όμως έχει και την υποκειμενική, τη συνειδητή πλευρά του. Η υποκειμενική πλευρά του κινήματος είναι η αντανάκλαση των αυθόρμητων προτσές του κινήματος στα μυαλά των εργατών, είναι το συνειδητό και σχεδιασμένο κίνημα του προλεταριάτου προς ένα καθορισμένο σκοπό. Η πλευρά αυτή του κινήματος είναι εκείνη ακριβώς που μας ενδιαφέρει ουσιαστικά, γιατί, σε διάκριση από την αντικειμενική πλευρά του κινήματος, υπόκειται ολοκληρωτικά στην κατευθύνουσα επίδραση της στρατηγικής και της ταχτικής. Αν η στρατηγική δεν είναι σε θέση να αλλάξει κάτι από την πορεία των αντικειμενικών προτσές του κινήματος, αντίθετα εδώ, στον τομέα της υποκειμενικής, συνειδητής πλευράς του κινήματος, το πεδίο εφαρμογής της στρατηγικής είναι πλατύ και πολύμορφο, γιατί η στρατηγική μπορεί να επιταχύνει είτε να επιβραδύνει το κίνημα, να το κατευθύνει από τον πιο σύντομο δρόμο, είτε να το τραβήξει σε δρόμο πιο δύσκολο και βασανιστικό, ανάλογα με την τελειότητα ή τις ελλείψεις της ίδιας της στρατηγικής. Να επιταχύνει είτε να επιβραδύνει το κίνημα, να το ευκολύνει είτε να το φρενάρει —αυτός είναι ο τομέας και τα όρια της εφαρμογής της πολιτικής στρατηγικής και ταχτικής», β) Σήμερα στην ημερήσια διάταξη, μέσα από μια ιστορία που διαρκεί μερικές δεκαετίες, έχουμε βρεθεί μπροστά στο καθήκον όχι της εξαπόλυσης μιας επανάστασης ή ακόμα της υπεράσπισης μιας επανάστασης που κινδυνεύει, απειλείται κλπ, αλλά μπροστά σε δύο αλληλένδετα και αποφασιστικής σημασίας ζητήματα: της αντίκρουσης της ΝΤΠ και της ανασύνταξης του κομμουνιστικού κινήματος. Αυτά τα δύο καθήκοντα συμπεριλαμβάνονται στο στρατηγικό στόχο «της διεθνούς κοινότητας των λαών». Όταν θα έχει επιτευχθεί ο στόχος αυτός, τότε δηλαδή που θα πλησιαστεί το ανώτατο όριο αποτελεσμάτων, θα πρέπει να καθοριστούν νέα καθήκοντα και νέες στρατηγικές. Όμως σαν στρατηγικός στόχος ορίζει μια ολόκληρη περίοδο για το επαναστατικό κίνημα και νομίζουμε ότι παίρνει σοβαρά υπόψη του τα δεδομένα και της αντικειμενικής πορείας αλλά και τα δεδομένα και τις ανάγκες του υποκειμενικού παράγοντα. Ο στρατηγικός στόχος εκφράζει μιαν ανάγκη αλλά και ταυτόχρονα επιτρέπει τη συγκέντρωση όλων των δυνάμεων που προσπαθούν για την εκπλήρωση του. Είναι αναγκαίο να σημειωθεί πως «μεγαλύτερα πράγματα» θα μπορούν να σχεδιαστούν, συζητηθούν, υλοποιηθούν όταν θα έχει πραγματοποιηθεί ο στρατηγικός στόχος. Χωρίς να πλησιάζουμε τη «διεθνή κοινότητα των λαών» πολλά οράματα θα μοιάζουν με ασκήσεις επί χάρτου. Και επειδή τα όνειρα μας έχουν σχέση με την πραγματικότητα —δεν ονειροβατούμε— κατανοούμε την άμεση επιταχτική ανάγκη να συγκεντρωθούν όλες οι δυνάμεις μας για την επίτευξη του στρατηγικού στόχου. Να τεθεί ο στόχος αυτός στο κέντρο κάθε ενδιαφέροντος, κάθε αναζήτησης, κάθε συζήτησης και κίνησης.

γ) Μ’ αυτήν την οπτική, ολόκληρη η προσπάθεια μας είναι ενταγμένη σε μια διεθνή προοπτική και δεν αφορά το στενό ή «στενό» ορίζοντα της καθημερινής δουλειάς στο φυσικό χώρο δραστηριοποίησης. Αυτή η διεθνής προοπτική και ένταξη της πάλης μας είναι ένα απαραίτητο στοιχείο για οποιοδήποτε ουσιαστικό προχώρημα.

δ) Η «διεθνής κοινότητα των λαών» είναι η κατάσταση που η διάχυτη δυσαρέσκεια και η παθητική αντίσταση που εκδηλώνεται με χίλιους – δυο τρόπους σ’ ολόκληρο τον πλανήτη, θα περάσει σε ένα άλλο ποιοτικό στάδιο, της ενεργητικής αντίστασης, τότε που θα έχει σημειωθεί μια τροποποίηση του συσχετισμού δυνάμεων, θα έχουν πραγματοποιηθεί ρήγματα στη ΝΤΠ, θα έχουν πολλαπλασιαστεί και αυξηθεί οι αγώνες οι οποίοι θα έχουν συνειδητοποιημένο έναν κοινό στόχο, θα έχουν αναπτυχθεί και ισχυροποιηθεί αξιόλογα λαϊκά κινήματα. Η «διεθνής κοινότητα των λαών» που θα αντιπαρατίθεται στη «διεθνή κοινότητα των ληστών» του Διευθυντηρίου δεν θα είναι μια κρατική οντότητα, ένα στρατόπεδο σαν αυτά που γνωρίσαμε. (Αν και δεν μπορεί θεωρητικά να αποκλειστούν τέτοιες δυνατότητες. Θάναι όμως εξαιρετικές περιπτώσεις. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέταση της δυνατότητας να στηριχτούν κρατικές οντότητες που θα αναγκαστούν ή θα επιλέξουν να κινηθούν έξω από τις ράγες της αναδιάρθρωσης και άρα δεν θα κρατούν αρνητική στάση απέναντι στη «διεθνή κοινότητα των λαών»). Θα είναι η συμπύκνωση σε διεθνή κλίμακα του νέου συσχετισμού δύναμης που θα καταγράφει κινήματα, οργανώσεις, μέτωπα, διεθνείς συναντήσεις, στόχους, οράματα, πειραματισμούς κλπ.

ε) Η ΝΤΠ εχθρεύεται την εργατική τάξη, τους λαούς, τα έθνη. Η «διεθνής κοινότητα των λαών» είναι η συμμαχία μέσα στους αγώνες, τα κινήματα, τις εκρήξεις, της εργατικής τάξης, των λαών, των εθνών που δεν υποκύπτουν στο νεοταξικό ζυγό και επιθυμούν ένα ευτυχισμένο μέλλον. Ακόμα η «διεθνής κοινότητα των λαών» είναι η στιγμή της μετατροπής της σκόρπιας – διάχυτης – αυθόρμητης παθητικής αντίστασης σε συνειδητή οργανωμένη ενεργητική αντίσταση. Όλα αυτά σημαίνουν πως θα παρουσιαστούν στην πορεία για την εκπλήρωση του στρατηγικού στόχου, πρωτόγνωρες καταστάσεις και θα εκφραστούν και εκδηλωθούν πολλά διαφορετικά κινήματα, θεωρίες, πραχτικές κλπ. Θα υπάρχει μια ποικιλομορφία μορφών οργάνωσης, περιεχόμενων, στόχων (που θα αντανακλούν διαφορετικά επίπεδα συνείδησης) που όμως όλα θα συνυπάρχουν διαλεκτικά (οι αντιθέσεις που θα δημιουργούνται θα λύνονται ή θα «λύνονται») μέσα σ’ ένα πολύ διαφορετικό πλαίσιο από το σημερινό. Για παράδειγμα το ταξικό και το εθνικό στοιχείο για μια μεγάλη περίοδο θα συνυπάρχουν, θα ανταγωνίζονται, θα συνενώνονται κλπ, αλλά με διαφορετικούς από τους σημερινούς όρους, στ) Είναι προφανές πως στην επίτευξη του στρατηγικού στόχου το κομμουνιστικό κίνημα θα πρέπει να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο. Πρόκειται για μια σημαντική προϋπόθεση. Θα είναι αυτό που θα επεξεργάζεται και θα μπολιάζει με τα στοιχεία της «νέας συνείδησης» τη «διεθνή κοινότητα των λαών». Θα είναι αυτό που στην εξέλιξη αυτού του προτσές θα δίνει στόχους, θα κάνει προχωρήματα, θα συνενώνει δυνάμεις κλπ.

Τα ερωτήματα για την πολιτική ομάδα Α/συνεχεια είναι τα ακόλουθα:

—  Πόσο έχει συνειδητοποιηθεί η σημασία και η ανάγκη του στρατηγικού στόχου;

— Πώς τον φαντάζεται κάθε μέλος, φίλος της Α/συνεχεια, αλλά και συλλογικά η Α/συνεχεια;

— Πώς στέκεται η Α/συνεχεια μπροστά σε εκδηλώσεις, κινήματα, ξεσπάσματα, αντιστάσεις που εκδηλώνονται στην περίοδο της παθητικής αντίστασης;

— Πώς «μεταφράζεται» ο στρατηγικός στόχος για τη χώρα μας και τα Βαλκάνια;

— Ποιος ο βαθμός σύνδεσης με τη δυσαρέσκεια και τα ξεσπάσματα που γίνονται;

ΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Αν έως εδώ υπάρχει κάτι λογικό και αναγκαίο, το επόμενο επίπεδο σχετίζεται, αφορά την ειδική κατάσταση του κομμουνιστικού κινήματος σε σχέση με την ανταπόκριση του με τα δύο προηγούμενα. Πιο συγκεκριμένα πρόκειται για το πρόβλημα με ποιες ιδέες, ποια οράματα, με ποια αυτοκριτική, με ποια «συνείδηση» θα μπορέσει το κομμουνιστικό κίνημα να παίξει έναν σοβαρό προωθητικό ρόλο στην ιστορική εξέλιξη.

Η έννοια «κομμουνιστικό πρόγραμμα» περιλαμβάνει τρεις ενότητες ζητημάτων: α) τι μπορεί να ειπωθεί για το τι κοινωνίες μπορούν να προκύψουν σαν μεταβατικές μετά από όλες τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί, β) την αυτοκριτική του κομμουνιστικού κινήματος, τη διόρθωση σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο των ατελειών των πρώτων προσπαθειών, γ) την αντιστροφή της καθυστέρησης που επέβαλε ο ρεβιζιονισμός στο κομμουνιστικό κίνημα και την αντιμετώπιση της ΝΤΠ μέσα από την προώθηση του στρατηγικού στόχου.

Δεν πρόκειται για ακαδημαϊκές κουβέντες. Πριν από 150 χρόνια οι Μαρξ και Ενγκελς έγραφαν το «κομμουνιστικό μανιφέστο», το πρώτο πρόγραμμα του κομμουνιστικού κινήματος (κείμενο που συνιστούμε σε όλους τους προβληματισμένους ανθρώπους να διαβάσουν). Το κείμενο αυτό χωρίζονταν σε τρία μέρη: Στο πρώτο αφού εκτίθονταν για πρώτη φορά η υλιστική αντίληψη της ιστορίας («η ιστορία όλων των ως τα τώρα κοινωνιών είναι ιστορία ταξικών αγώνων»), αναλύονταν οι βασικές αντιθέσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας και τονίζονταν ο πεπερασμένος ιστορικά ρόλος της και η επιτακτική ανάγκη αντικατάστασης του με ένα πιο προωθημένο κοινωνικό σύστημα. Στο δεύτερο μέρος περιγράφονταν οι άμεσοι στόχοι του προλεταριακού κινήματος και ειδικότερα η σχέση των κομμουνιστών με τα άλλα ρεύματα και κόμματα των εργαζομένων. Στο τρίτο μέρος γινόταν κριτική σε διάφορες άλλες τάσεις που αναφέρονταν στο σοσιαλισμό (μικροαστικός σοσιαλισμός, φεουδαρχικός σοσιαλισμός κλπ). Στο τέταρτο μέρος καθορίζονταν η στάση των κομμουνιστών απέναντι στις άλλες κοινωνικές δυνάμεις, τονίζοντας ότι παρόλη την υποστήριξη που μπορούν να δώσουν σε διάφορα εθνικά, δημοκρατικά, ριζοσπαστικά κλπ κινήματα πάντα στο «σημερινό κίνημα εκπροσωπούν ταυτόχρονα και το μέλλον του κινήματος». Πα τις τοτινές συνθήκες αυτό ήταν το μέγιστο που μπορούσε να διατυπωθεί σε μια διακήρυξη των βασικών αρχών και στόχων του κομμουνιστικού κινήματος. Αλλά αυτό το «κείμενο», αυτή η έκκληση, αυτό το μανιφέστο συντάραξαν τον κόσμο. Συμπληρώθηκε όχι μόνο με κείμενα αλλά με τις κοσμοϊστορικής σημασίας εφόδους στον ουρανό του εργατικού κινήματος. Έλιωσαν οι πάγοι» όταν η σοβιετική εξουσία άνοιξε έναν άλλο δρόμο στην ανθρωπότητα. Μέχρι και το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο έχουμε μια τεράστια εκτατική ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος. Η κινέζικη επανάσταση το 1949 δίνει τεράστια ώθηση και δύναμη στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο (όντως ο ανατολικός άνεμος ήταν ισχυρότερος από τον δυτικό), ξεσπάει η θύελλα της δεκαετίας του ’60. Αλλά ήδη έχει δρομολογηθεί μια διαδικασία οπισθοδρόμησης του κομμουνιστικού κινήματος με την εμφάνιση και επικράτηση ενός σύγχρονου αναθεωρητικού ρεύματος, που πολιτικά έκφραζε στρώματα και μερίδες του οικονομικού, κρατικού, κομματικού, στρατιωτικού μηχανισμού που δημιουργήθηκαν στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και ονειρεύονταν το μέλλον με τη διεύρυνση και ισχυροποίηση των προνομίων και των εξουσιών τους και όχι με το βάθαιμα της επανάστασης, σε όλους τους τομείς, πράγμα που θα σήμαινε την κατάργηση αυτών των στρωμάτων. Δεν υπάρχει κανένα ξάφνιασμα που αυτά τα στρώματα οδήγησαν την καπιταλιστική παλινόρθωση και τελικά ήρθαν σε άμεση συνεννόηση με τις κλασικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αποκτώντας έτσι κομπραδόρικα χαρακτηριστικά, οδηγώντας έτσι πραχτικά σε μια άμεση επαναποικιοποίηση μιας μεγάλης περιοχής του κόσμου ή αλλιώς σε μια θλιβερή τριτοκοσμοποίηση της ζώνης που είχε σημαδευτεί από μεταβατικές απόπειρες.

Υπήρξε ρεβιζιονισμός, δηλαδή αντεπανάσταση μέσα στην επανάσταση, αλλά υπήρξε και αντίσταση σ’ αυτή τη διαδικασία. Η Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα (1966-76) υπήρξε ο μεγαλύτερος και βαθύτερος κοινωνικός πειραματισμός στην μεταπολεμική περίοδο που σημάδεψε ιδεολογικά και πολιτικά την ανολοκλήρωτη θύελλα της δεκαετίας του 60-70 και αποτέλεσε ένα σημαντικό προχώρημα στη θεωρία και την πραχτική της επανάστασης στις συνθήκες οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Ηταν η έμπρακτη κριτική του ρεβιζιονισμού, η εξέγερση εκατομμυρίων προλεταρίων ενάντια στο «πάγωμα» της επανάστασης. Ηταν η μεγάλη απαίτηση και ανάγκη να βαθύνει η κριτική στη σχέση κεφάλαιο, στην τεχνική, στην επιστήμη, σε όλες τις σφαίρες της ιδεολογίας, να απορριφθούν οι ρεβιζιονιστικές θεωρίες για τις παραγωγικές δυνάμεις, το κράτος, τον ιμπεριαλισμό, τον πόλεμο και την ειρήνη.

Η αρνητική έκβαση αυτής της αντιπαράθεσης δεν μειώνει το μεγαλείο της και τη σημασία της και την παρακαταθήκη που αφήνει στις γενιές που θάρθουν. Θα πρέπει να βγούνε διδάγματα, να μάθουν όλο και περισσότεροι πως ό,τι ζούμε σήμερα δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία», ούτε μια «παρθενογέννεση». Είναι επιτακτική ανάγκη τα ουσιαστικά διδάγματα αυτής της ιστορικής πορείας —και αντιπαράθεσης ζωής και θανάτου, παράτασης ζωής για τη σχέση κεφάλαιο και δραματική χειροτέρευση – ολοκαυτώματα των εργαζόμενων— να «κωδικοποιηθούν» σε ένα νέο κομμουνιστικό πρόγραμμα.

Με την αρνητική έκβαση για το κομμουνιστικό κίνημα της αντιπαράθεσης γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 70 κλείνει ένας κύκλος προσπαθειών να απαντηθούν συνολικά και με άλλους όρους τα προβλήματα της τοτινής περιόδου και άνοιγε ένας άλλος κύκλος, αυτός της αναδιαρθρωτικής κίνησης που κατέγραψε ένα δυσμενή για τους εργαζόμενους συσχετισμό, μια πλήρη σύγχυση και αποδιοργάνωση του υποκειμενικού παράγοντα, τη συντριβή μέσα από συνδυασμένα χτυπήματα αστών και ρεβιζιονιστών των επαναστατικών κινημάτων. Η αναδιάρθρωση έφερε τη σφραγίδα αυτού του συσχετισμού και προωθήθηκε για να βαθύνει την αστική κυριαρχία. Ο κόσμος, ο καπιταλισμός, ο ιμπεριαλισμός στα τελευταία χρόνια του αιώνα μας παρουσιάζει μια διαφορετική εικόνα σε σχέση με τον άμεσα μεταπολεμικό, και αυτές οι αλλαγές τροφοδοτούν πολλές θεωρίες και σχήματα και αντικειμενικά θέτουν μια σειρά από κρίσιμα πολιτικά και ιδεολογικά προβλήματα. Οι διαδικασίες καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, η διεθνοποίηση, οι νέες τεχνολογίες και η ΕΤΕ, η παραγωγή και διαχείριση της γνώσης, τα σύγχρονα επάλληλα και παράλληλα δίκτυα που τυλίγουν σαν ζουρλομανδύας το «πλανητικό χωριό» κλπ, όλα αυτά που μπορούν να στηρίξουν τον προσδιορισμό «μεταβιομηχανικός ιμπεριαλισμός», αποτελούν αντικειμενικές διεργασίες που ένα σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα πρέπει να εξετάζει καθορίζοντας μια στάση απέναντι τους.

Η «ματιά» αυτού του προγράμματος πρέπει να είναι στραμμένη προς το «μέλλον», να κατοχυρώνει τη θέση για την επικαιρότητα του κομμουνισμού και της κοινωνικής επανάστασης με βάση τις υπαρκτές αντικειμενικές δυνατότητες – ανάγκες, να συνδέεται με το «παρόν» με την ανάγκη γκρεμίσματος της νέας χάρτινης τίγρης, της ΝΤΠ και της αναδιάρθρωσης, και να φέρνει πιο «κοντά» τη «διεθνή κοινότητα των λαών». Νάναι μια ματιά «πλατιά», τέτοια που να αγκαλιάζει, νάχει την ικανότητα να εκφράσει τη νέα διάσταση που έχει το σύνθημα «προλετάριοι ενωθείτε», νάχει επίγνωση των νέων συνθηκών και των δυσκολιών που υπάρχουν, να μην υποκλίνεται στους συσχετισμούς, τον κυνισμό, τον πραγματισμό. Ο κομμουνισμός σαν κίνημα και σαν στόχος ταυτόχρονα είναι μια διαρκής διαδικασία, μια ελικοειδής πορεία με πολλά ζιγκ-ζαγκ, με εφορμήσεις και πισωγυρίσματα.

Σήμερα είναι αναγκαία η συγκρότηση μιας κομμουνιστικής δύναμης γύρω από ένα νέο κομμουνιστικό πρόγραμμα.

Παραδεχόμαστε πως η σύγχυση που έχει κυριαρχήσει τόσον καιρό, κάνει εξαιρετικά δύσκολη μια συσπείρωση όσων αναφέρονται στον κομμουνισμό σε μια προχωρημένη βάση. Πρέπει να παραδεχτούμε πως αυτό που κυριαρχεί σαν συνείδηση, σαν θεωρία στο χώρο όσων αναφέρονται στον κομμουνισμό, παρουσιάζει μια σημαντική καθυστέρηση σε σχέση με τα καθήκοντα και τις ανάγκες που βάζει η σύγχρονη εξέλιξη. Άλλοι θα δικαιολογήσουν την ύπαρξη τους, άλλοι θα μαραζώσουν.

Η μελέτη της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος έχει να δείξει ένα πλούσιο υλικό, μια πλούσια πείρα για το «πώς» γίνονταν διάφορες ανατροπές και προχωρήματα μέσα στο εργατικό και το κομμουνιστικό κίνημα. Αυτή η πείρα αποτελεί μεγάλη παρακαταθήκη και ένα «σχολείο».

Η Α/συνεχεια και το κομμουνιστικό πρόγραμμα; Δεν είναι εύκολη η απάντηση στο ερώτημα. Ας πούμε πως με τα 10 χρόνια ύπαρξης της Α/συνεχεια έχουν ξαναεπιβεβαιωθεί τα κομμουνιστικά χαρακτηριστικά, έχουν γίνει πεποίθηση και σαν επιλογή και αναγκαιότητα, έχουν συγκεντρωθεί οι όροι και η εμπειρία —μέσα στον αποκομμουνιστικοποιημένο κόσμο, κι αυτό έχει μεγάλη σημασία για τη δύναμη των κομμουνιστικών ιδεών— έτσι ώστε σήμερα να μπορεί να μιλάει για τη μετεξέλιξη και την διάθεση να συμβάλει στην επεξεργασία του κομμουνιστικού προγράμματος ή πιο σεμνά, να εντοπίσει την αναγκαιότητα του και τις περιοχές που πρέπει να αναζητηθούν αυτές οι «συμπληρώσεις». Η καλύτερη συμβολή σ’ αυτό το επίπεδο είναι ακριβώς η αποφασιστική, μετρημένη και σοβαρή πορεία προς τη μετεξέλιξη.

Η οικοδόμηση μιας κομμουνιστικής οργάνωσης στις ελλαδικές συνθήκες, είναι ό,τι πιο προχωρημένο και ουσιαστικό σε σχέση με τα τρία επίπεδα που περιγράψαμε σ’ ολόκληρο το σημείωμα που προηγήθηκε. Από όσο έχουμε «δει» δεν υπάρχει κάποιος άλλος δρόμος. Ούτε πιο πλούσιος, ούτε πιο σφαιρικός, ούτε πολύ περισσότερο πιο «γρήγορος». Ούτε τα προϊόντα μιας χρήσης μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες μας.

[Το «οργάνωση» μπορεί να ξενίζει ή να φαίνεται βαρύ ή νάναι η προϋπόθεση μιας ορισμένης αλλοτρίωσης ή ακόμα μιας περιοριστικής ηθικής κλπ. Αποδεχόμαστε την «πρόκληση», αποδεχόμαστε όλες τις ενστάσεις, και εν γνώσει μας προχωράμε σ’ αυτήν την επιλογή. Η οργάνωση σήμερα είναι περισσότερο παρά ποτέ αναγκαία σαν ο τόπος (μαζί με την κίνηση στους μαζικούς χώρους και στο κίνημα) κοινωνικοποίησης της γνώσης, της εμπειρίας, της ιστορίας κλπ. Η οργάνωση εμπλουτισμένη με όλη την κριτική και την γνώση που έχει συσσωρευτεί.] Η επιλογή μας λοιπόν έχει έναν πλούτο. Σε όλα τα επίπεδα. Η πορεία πραγμάτωσης αυτής της επιλογής μπορεί να προχωρήσει σε δύο κατευθύνσεις: είτε σε μια αδιάκοπη διαδικασία εμπλουτισμού, διερεύνησης και εμβάθυνσης των πεδίων στα οποία επιχειρούμε να παρέμβουμε, είτε σε μια κατεύθυνση αποστέωσης, απονέκρωσης, τυποποίησης, ευνουχισμού κάθε «υλοποίησης».

Οι προδιαγραφές μιας κίνησης δεν πρέπει να μπαίνουν φρένο στην τολμηρότητα μας να δοκιμάζουμε, και η τολμηρότητα μας δεν πρέπει να εξαντλείται μόνο σε ορισμένες παρεμβάσεις. Μπροστά μας έχουμε έναν ωκεανό να διασχίσουμε, έχουμε βουνοκορφές να ανέβουμε. Όταν ένα δυναμικό πειστεί ότι μπορεί να κερδίσει μια ζωή με νόημα, όταν τολμήσει να βουτήξει στα βαθιά νερά ή να πατήσει τις πιο ψηλές κορφές (κι αυτά δεν είναι ατομική υπόθεση αλλά συλλογική) τότε οι κλίμακες του εφικτού τροποποιούνται. Γιατί όπως και να το κάνουμε η επανάσταση έχει σαν προϋπόθεση τη φλόγα και τον επαναστατικό ενθουσιασμό μαζί με τη γνώση.

Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 είχε εκδηλωθεί και δημόσια μια μεγάλη αντιπαράθεση ανάμεσα σε όσους παράμεναν στο έδαφος του κομμουνισμού και σε όσους ανοιχτά πλέον υποστήριζαν ρεβιζιονιστικές απόψεις. Το ερώτημα που είχε τεθεί τότε σε όλους τους κομμουνιστές ήταν το ποια πρέπει να είναι η γενική γραμμή του κομμουνιστικού κινήματος στις νέες συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί. Διαφορετική απάντηση έδιναν οι μαρξιστές-λενινιστές και διαφορετική οι διάφοροι ρεβιζιονιστές. Για την ιστορία αυτό που «κατέρρευσε», αυτό που πραγματικά χρεωκόπησε στα 1989-91 ήταν ακριβώς η ρεβιζιονιστική γραμμή, όμως πρόκειται για μια χρεωκοπία που κόστισε ανυπολόγιστα στο εργατικό κίνημα, στους λαούς και τα έθνη.

Εχει όμως σημασία να δούμε πώς ο Μάο Τσε Τουνγκ περιέγραφε τη γενική γραμμή του κομμουνιστικού κινήματος στο περίφημο κείμενο «Προτάσεις για τη γενική γραμμή του κομμουνιστικού κινήματος» ή αλλιώς 25 σημεία». «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε, προλετάριοι και καταπιεζόμενοι λαοί και έθνη όλου του κόσμου ενωθείτε και αντιταχτείτε στον ιμπεριαλισμό και στην αντίδραση των διαφόρων χωρών, αγωνιστείτε για την εξασφάλιση της παγκόσμιας ειρήνης, για το θρίαμβο της εθνικής απελευθέρωσης, της λαϊκής δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, εδραιώστε το σοσιαλιστικό στρατόπεδο και αυξήστε την ισχύ του, οδηγείστε την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση, βήμα προς βήμα, ως την πλήρη νίκη και εγκαθιδρύατε έναν καινούργιο κόσμο χωρίς ιμπεριαλισμό, χωρίς καπιταλισμό και χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτή είναι, κατά την άποψη μας, η γενική γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στο τωρινό στάδιο.

Αυτή η γενική γραμμή καθορίζεται με βάση τη σημερινή παγκόσμια κατάσταση, παρμένη στο σύνολο της, με βάση μια ταξική ανάλυση των βασικών αντιθέσεων του σύγχρονου κόσμου, και στρέφεται εναντίον της αντεπαναστατικής παγκόσμιας στρατηγικής του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

Αυτή η γενική γραμμή σημαίνει να σχηματιστεί, με πυρήνα το σοσιαλιστικό στρατόπεδο και το παγκόσμιο προλεταριάτο, ένα πλατύ, ενιαίο μέτωπο, που να κατευθύνεται εναντίον του ιμπεριαλισμού και της αντίδρασης, που επικεφαλής τους

βρίσκονται οι ΗΠΑ- είναι μια γραμμή, που επιτρέπει την τολμηρή κινητοποίηση των μαζών, την ανάπτυξη των επαναστατικών δυνάμεων, την κατάχτηση των ενδιάμεσων δυνάμεων και την απομόνωση των δυνάμεων της αντίδρασης. Αυτή η γενική γραμμή είναι γραμμή αποφασιστικού επαναστατικού αγώνα των λαών όλων των χωρών, οδηγεί την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση στην επιτυχία του τελικού της σκοπού, και, επίσης, μάχεται αποτελεσματικότερα εναντίον του ιμπεριαλισμού και για την υπεράσπιση της παγκόσμιας ειρήνης. Αν η γενική γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος αναχθεί μονόπλευρα σε «ειρηνική συνύπαρξη», σε «ειρηνική άμιλλα» ή σε «ειρηνικό πέρασμα», αυτό αποτελεί παραβίαση των επαναστατικών αρχών της Διακήρυξης του 1957 και της Δήλωσης του 1960, άρνηση της ιστορικής αποστολής της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης και προδοσία της επαναστατικής διδασκαλίας του μαρξισμού-λενινισμού.

Η γενική γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος πρέπει να αντανακλά το γενικό νόμο της κοινωνικής εξέλιξης της παγκόσμιας ιστορίας. Οι επαναστατικοί αγώνες του προλεταριάτου και των λαών των διαφόρων χωρών μπορούν να περάσουν από διάφορες φάσεις, και θα έχουν τα δικά τους, ιδιαίτερα γνωρίσματα, κανένα όμως απ’ αυτά δε θα ξεφύγει από το γενικό νόμο της εξέλιξης της παγκόσμιας ιστορίας. Η γραμμή αυτή πρέπει να υποδείχνει τη βασική κατεύθυνση των επαναστατικών αγώνων του προλεταριάτου και των χωρών όλων των χωρών.

Όταν τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα του κόσμου καθορίζουν τη συγκεκριμένη γραμμή και πολιτική για τις χώρες τους, έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία να παραμείνουν προσηλωμένα στην αρχή του συνδυασμού της γενικής αλήθειας του μαρξισμού-λενινισμού με τη συγκεκριμένη πρακτική της επανάστασης και της οικοδόμησης στις δικές τους χώρες».

«Για τον καθορισμό της γενικής γραμμής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος το σημείο αφετηρίας είναι η συγκεκριμένη ανάλυση της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομικής κατάστασης στο σύνολο της και των συγκεκριμένων συνθηκών του κόσμου, μ’ άλλα λόγια η συγκεκριμένη ταξική ανάλυση των βασικών αντιθέσεων του σύγχρονου κόσμου.

Οποιος απομακρύνεται από τη συγκεκριμένη ταξική ανάλυση, ή συλλαμβάνει τυχαία  ορισμένα επιφανειακά φαινόμενα, για να καταλήξει σε υποκειμενικά συμπεράσματα, αυτός ποτέ δε θα φτάσει σε σωστά συμπεράσματα σχετικά με τη γενική γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και αναπόφευκτα θα γλιστρήσει σε ένα δρόμο εντελώς διαφορετικό απ’ το δρόμο του μαρξισμού-λενινισμού». (σημείο 4)

Οι παράγραφοι αυτές —που αποτελούν τα σημεία 2,3 και απόσπασμα του 4 των «25 σημείων»— έχουν εξαιρετική σημασία, σαν διατύπωση αλλά και σαν περιεχόμενο. Παράλληλα όμως παρακινούν στο να αναρωτηθούμε ποια ή πώς θα ήταν διατυπωμένη μια γενική γραμμή για το κομμουνιστικό κίνημα στις μέρες μας. Η διατύπωση της γενικής γραμμής (το σημείο 2) είναι σύντομη και σαφής. Πρόκειται για τη γενική γραμμή στο «τωρινό στάδιο». Δηλαδή παίρνονται υπόψη όλες οι σχέσεις και αντιθέσεις στο σύγχρονο κόσμο, γίνεται ένας συνυπολογισμός του γενικότερου συσχετισμού δυνάμεων, ο υποκειμενικός παράγοντας είναι παντού παρών (με πυρήνα το σοσιαλιστικό στρατόπεδο και το παγκόσμιο προλεταριάτο). Η απομόνωση της κύριας δύναμης της αντεπανάστασης, του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, είναι ένας βασικός στόχος και η γραμμή πρέπει να επιτρέπει την τολμηρή κινητοποίηση των μαζών, να αναπτύσσει τις επαναστατικές δυνάμεις, να καταχτά τις ενδιάμεσες δυνάμεις και να απομονώνει τις αντιδραστικές. Η γενική γραμμή οδηγεί την προλεταριακή επανάσταση στην επιτυχία του τελικού σκοπού αλλά συγχρόνως μάχεται αποτελεσματικότερα εναντίον του ιμπεριαλισμού και έτσι υπερασπίζεται την ειρήνη. Παρόλο που το επαναστατικό κίνημα σε κάθε χώρα θα παρουσιάσει ιδιομορφίες και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, δεν μπορεί να «υπερβεί» τα καθήκοντα που το «τωρινό στάδιο» της επανάστασης θέτει σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι νομοτελειακό να αναμετρηθεί με τα καθήκοντα αυτά, δεν μπορεί να αδιαφορήσει γι’ αυτά ή να ψάξει για λύσεις ευκολίας. Για παράδειγμα, στη δεκαετία του ’60 τέθηκε το διπλό καθήκον του βαθέματος της επανάστασης στις χώρες όπου οικοδομούνταν ο σοσιαλισμός και της αποφασιστικής αντιπαράθεσης με τον ιμπεριαλισμό και ειδικότερα με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Κανένα κίνημα, σε καμιά χώρα, δεν μπορούσε να ξεφύγει από αυτά τα δύο ιστορικής σημασίας καθήκοντα και να ασχολιόταν με κάποιο άλλο. Η συντριβή του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού είναι προφανές γιατί και πώς απασχολούσε όλο τον κόσμο. Ακόμα και στις χώρες που αυτός δεν παρενέβαινε άμεσα, τέθηκε το ζήτημα της αποφασιστικής κινητοποίησης και συμπαράστασης στους λαούς που αγωνίζονταν ενάντια του. Το καθήκον του βαθέματος του σοσιαλισμού σχετίζονταν με την αντιμετώπιση του σύγχρονου ρεβιζιονιστικού ρεύματος τόσο στις χώρες που οικοδομούνταν ο σοσιαλισμός όσο και στις χώρες που κυριαρχούσε ο καπιταλισμός, ενάντια στη διαλυτική του επίδραση και την ανοιχτή του συνεργασία με τον ιμπεριαλισμό. Ίσως ο αναγνώστης μάς ρωτήσει: γιατί όλη αυτή η παρένθεση; Απλούστατα για να κατοχυρώσουμε ακόμα περισσότερο τη σύνδεση που έχει ο καθορισμός των ιδιαίτερων στόχων και της πολιτικής γραμμής σε μια ορισμένη χώρα και περιοχή με το πρόβλημα της γενικής γραμμής, του γενικού νόμου εξέλιξης της παγκόσμιας ιστορίας.

Στο «τωρινό στάδιο» τα καθήκοντα είναι: η αντιμετώπιση της Νέας Τάξης Πραγμάτων η προώθηση της Διεθνούς Κοινότητας των Λαών η αναγέννηση του κομμουνιστικού κινήματος. Δεν είναι δυνατό να γίνουν βήματα χωρίς να οικοδομηθεί μια «νέα συνείδηση» που θα μπορεί να εξηγήσει το γιατί βρεθήκαμε στο «τωρινό στάδιο», θα έχει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται τους μετασχηματισμούς που έχουν γίνει στον μεταβιομηχανικό ιμπεριαλισμό, θα θέτει στο επίκεντρο κάθε μικρής και μεγάλης προσπάθειας την απάντηση των σύγχρονων προκλήσεων, θα συνενώνει και θα συνολικοποιεί την πάλη.

Έτσι η γενική γραμμή του σύγχρονου κομμουνιστικού κινήματος θα μπορούσε να διατυπωθεί κάπως έτσι: «Να αντισταθούμε στη ΝΤΠ, το μεγαλύτερο εχθρό της ανθρωπότητας, να συντρίψουμε το ολοκαύτωμα που ετοιμάζει το ιμπεριαλιστικό Διευθυντήριο και οι υπηρέτες τον να τροποποιήσουμε σε πλανητικό επίπεδο μέσα από αγώνες και κινήματα, το συσχετισμό υπέρ των δυνάμεων της προόδου, προωθώντας τη Διεθνή Κοινότητα των Λαών δηλαδή το πλατύ μέτωπο των αγωνιζόμενων τάξεων και στρωμάτων ενάντια στη ΝΤΠ και τη δυαδικοποίηση- και βήμα το βήμα να ξαναοικοδομήσουμε το κομμουνιστικό κίνημα, δηλαδή την αναγκαία και αποφασιστική δύναμη που μπορεί να συνενώσει και να δώσει προοπτική στους αγώνες- να οικοδομήσουμε το κομμουνιστικό πρόγραμμα πετώντας στα σκουπίδια ό,τι σκουριασμένο και αναχρονιστικό έδωσε η κυριαρχία του ρεβιζιονισμού για πάνω από 30 χρόνια- να διαδώσουμε τη θέση της επικαιρότητας του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού σαν μοναδικής θετικής διεξόδου από την καπιταλιστική βαρβαρότητα».

Πρόκειται για μια γενική γραμμή που παίρνει σοβαρά υπόψη της το «τωρινό στάδιο» και δίνει μια ξεκάθαρη προοπτική. Διαφέρει ουσιαστικά από τη «γενική γραμμή» των ρεβιζιονιστικών φορέων που δεν έχουν απαρνηθεί λεκτικά τον κομμουνισμό αλλά και από τη «γενική γραμμή» εξωκοινοβουλευτικών οργανισμών του λεγόμενου αντισυναινετικού χώρου. Πού βρίσκεται η διαφορά: Πρώτα απ’ όλα είναι αμφίβολο αν αυτοί οι οργανισμοί και φορείς έχουν μια γενική γραμμή ή νοιάζονται να υπηρετήσουν μια γενική γραμμή. Το ότι αναφέρονται στη ΝΤΠ ή στον καπιταλισμό ή ακόμα αν κηρύττουν διάφορους κοινωνικούς πολέμους ενάντια στο κεφάλαιο κλπ, όλα αυτά δεν είναι γενική γραμμή.

Οσον αφορά τους ρεβιζιονιστικούς φορείς, το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν πραγματικά θέλουν και κάνουν πραχτικά βήματα για να αναπτυχθούν αγώνες και κινήματα ή αντίθετα κινούνται στην τροχιά της συγκράτησης των αγωνιστικών διαθέσεων μέσα σε ορισμένα όρια, της αποδιοργάνωσης και της μη συνολικοποίησης διαφόρων αντιστάσεων, της συκοφάντησης κινητοποιήσεων και εξεγέρσεων που δεν κινούνται υπό την κηδεμονία του ρεφορμισμού. Ακόμα πρέπει να αναρωτηθούμε, άσχετα με όσες δηλώσεις, όρκους και διακηρύξεις κάνουν τα ρεβιζιονιστικά κόμματα για το αντίθετο, κατά πόσο θέλουν να έρθουν σε ρήξη με την αστική τάξη πραγμάτων σε κάθε χώρα ή θα προσπαθήσουν να μετατραπούν ξανά σε υπεύθυνες εθνικές δυνάμεις που θα εκπροσωπούν κάποια τμήματα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, της εργατικής αριστοκρατίας ή και κάποιων μικροαστικών στρωμάτων, παλιών και νέων. Οσο κι αν η κρίση περιορίζει τις δυνατότητες τέτοιων στρωμάτων να έχουν μια σημαντική πολιτική εκπροσώπευση, εντούτοις αυτή η πολιτική έκφραση είναι αναγκαία για τη διαχείριση της κρίσης πχ σε μια σειρά χώρες του παλινορθωμένου καπιταλισμού, όπως και στη διαχείριση της λαϊκής δυσαρέσκειας ώστε να αποτραπούν κοινωνικές εκρήξεις. Ολα αυτά σε συνδυασμό με διάφορα συμβόλαια που φαίνεται ακόμα να τηρούνται σε διάφορες περιοχές (πχ Ελλάδα, Κύπρος κλπ) αλλά και με μια οικονομική επιφάνεια που είχε αποκτηθεί από τους ρεβιζιονιστικούς φορείς σε μια προηγούμενη περίοδο, συντελούν στο να υπάρχει χώρος για τέτοιους σχηματισμούς. Η «γενική τους γραμμή» είναι λοιπόν άλλη: «να υπάρχουμε, να εκμεταλλευόμαστε τη δυσαρέσκεια των μαζών για ένα καλύτερο πλασάρισμα μας στην εθνική πολιτική κάθε χώρας, να χρησιμοποιούμε ό,τι βοηθά στην κατεύθυνση αυτή και να προσέχουμε μην και ξεφύγει η κατάσταση από τα χέρια μας». Αυτή είναι η ουσία της γενικής γραμμής των ρεβιζιονιστών. Αν ήταν άλλη θα είχαν δείξει μια διαφορετική πραχτική στάση σε μια σειρά ευκαιρίες στα τελευταία 5 χρόνια, και εδώ δεν χωρούν δικαιολογίες για «δυσκολίες» και για ευθύνες των «αναθεωρητών»… Όσον αφορά τους άλλους οργανισμούς, η «γενική τους γραμμή» είναι το «κάτι να κάνουμε, να ασχολούμαστε κάθε τόσο με τις μόδες που υπάρχουν, να ερωτοτροπούμε με διάφορες τάσεις και διεργασίες που συντελούνται σε ορισμένους χώρους, να χρησιμοποιούμε ό,τι μέσον υπάρχει χωρίς να αναρωτιόμαστε αν αναπαράγουμε την αστική αντίληψη περί πολιτικής, να θορυβούμε όσο περισσότερο γίνεται και να υπάρχουμε με κάθε τρόπο». Οι γέφυρες με τον αστικό και ρεβιζιονιστικό κόσμο δεν είναι κομμένες και βεβαίως δεν γίνεται καμιά ουσιαστική δουλειά για απόκτηση δεσμών μέσα στις μάζες. Αν ήθελαν πραγματικά να υπηρετήσουν μια γενική γραμμή, έστω μια άλλη από αυτήν που εμείς υιοθετούμε, θα έπρεπε να την περιγράψουν, να την υποστηρίζουν, να την επιχειρηματολογούν. θα έπρεπε να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στις πολιτικές θέσεις και στον προσανατολισμό, θα καταπολεμούσαν την ηθελημένη απροσδιοριστία, θα ήταν σεμνότεροι σε πολλές εκδηλώσεις τους. Άρα «δεν λέμε τα ίδια» σε καμιά περίπτωση. Η επίκληση αυτή θέλει να συσκοτίσει μια πραγματικότητα και όχι να τη διαφωτίσει, να τη μετασχηματίσει.

ΑΓΩΝΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΝΤΠ, ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο σημείο αυτό είναι δυνατό και αναγκαίο το πέρασμα στο τι σημαίνουν όσα είπαμε για τη χώρα μας και το προοδευτικό της κίνημα. — Η γεωπολιτική θέση της χώρας είναι ένα ιδιαίτερο στοιχείο που οποιαδήποτε ανάλυση και οποιαδήποτε στρατηγική (όλων των τάξεων) οφείλει να πάρει σοβαρά υπόψη της. Η ευρωπαϊκή διάσταση, η μεσογειακή αλλά και η βαλκανική, προσδίδουν στοιχεία ιδιομορφίας και μοναδικότητας που κάθε σχεδιασμός πρέπει να συνυπολογίσει. Σ’ αυτές τις ιδιομορφίες σκοντάφτουν οι καθαρότητες κάθε είδους (όπως ο τροτσκιστικός αντικαπιταλισμός) και όλες οι υπεραπλουστεύσεις. Η ιστορική και κοινωνική εξέλιξη στη χώρα μας γέννησε έναν εξαρτημένο από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα καπιταλισμό και μια διχασμένη μεγαλοαστική τάξη που στηρίχτηκε στην εξουσία μόνο χάρη στην ιμπεριαλιστική επέμβαση στα τέλη της δεκαετίας του ’40. Η διάσπαση της μεγαλοαστικής τάξης συνδέεται με τις πολλαπλές εξαρτήσεις της από διάφορα ιμπεριαλιστικά κέντρα και ο ραγιαδισμός που τη διαπερνά είναι συστατικό στοιχείο της. Οι πατριδοκαπηλικές φωνασκίες της ποτέ δεν ξεπέρασαν τα όρια και τα πλαίσια που οι εξαρτήσεις έθεταν, και γι’ αυτό ο ραγιαδισμός πάντα εκδηλωνόταν σαν το δίδυμο αδελφάκι του ελληνικού εθνικισμού. Οι οικονομικές δραστηριότητες της μεγαλοαστικής τάξης ήταν πάντα συμπληρωματικές, εξαρτημένες, υπεργολαβικές προς τη δράση των ιμπεριαλιστικών κέντρων και ιδιαίτερα των πολυεθνικών μονοπωλιακών επιχειρήσεων που από νωρίς «αγκάλιασαν» όλους τους βασικούς τομείς της οικονομίας. Οι ντόπιοι υπεργολάβοι των διεθνών κέντρων ποτέ δεν διανοήθηκαν μια δική τους ανεξάρτητη πορεία ή μια δική τους ολοκλήρωση με κάποια έστω ανεξαρτησία από τα πλαίσια των διεθνών ανακατατάξεων. Ομως η μεγαλοαστική τάξη της χώρας απόκτησε την ικανότητα να προσαρμόζεται γρήγορα στις κάθε φορά «συγκυρίες» και ανακατατάξεις προσφέροντας τις υπηρεσίες της σε κάποια από τα τμήματα του διεθνούς κεφαλαίου. Η ευρωποποίηοη της Ελλάδας έγινε μέσα από το όραμα του εκσυγχρονισμένου μεταπρατισμού (αυτή είναι η ποιότητα του καπιταλισμού στην Ελλάδα) και σε στενή σύνδεση και πρόσδεση της οικονομίας σε ό,τι παράγγελναν οι διεθνείς οικονομικοί χωροφύλακες, η ΕΟΚ, το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ, η Διεθνής Τράπεζα κλπ.

Η Ελλάδα μπαλκόνι προς τις αραβικές χώρες μια περίοδο, η Ελλάδα σαν ιδιαίτερος κόμβος για τις σχέσεις με τον ανατολικό κόσμο αργότερα, η Ελλάδα σαν εφαλτήριο για τη διείσδυση στα βαλκάνια στις μέρες μας, η Ελλάδα σαν κόμβος προς ανατολάς και προς τις παραευξείνιες περιοχές αύριο… Η ιδεολογία της «ψωροκώσταινας» και της αδύνατης αυτοδύναμης ανάπτυξης μέσα από τα ευρωπαϊκά φτιασιδώματα έφτασε στη σύγχρονη ψωροκώσταινα του εκσυγχρονισμένου μεταπρατισμού και της μοντελοποίησης της κοινωνίας σύμφωνα με τα πρότυπα που τα Διευθυντήρια προστάζουν. Η «αδιαπραγμάτευτη Ελλάδα», η «ανεξάρτητη Ελλάδα», είναι μόνο προεκλογικό σύνθημα. Για τη μεγαλοαστική τάξη δεν μπορεί να υπάρξει Ελλάδα χωρίς να ακουμπά στους ισχυρούς, χωρίς να υπηρετεί τους ισχυρούς, χωρίς να καταστρέφεται για τους ισχυρούς. Η μεγαλοαστική τάξη έχει συνδέσει την ύπαρξη της οργανικά με την εξυπηρέτηση του διεθνούς κεφαλαίου και αδιαφορεί παντελώς για τον ελληνικό λαό και την πορεία της Ελλάδας. Χώρες σαν την Ελλάδα χρησιμεύουν και σαν τόποι διοχέτευσης πολλών επιπτώσεων της κρίσης των ισχυρότερων οικονομιών, είναι ένας χώρος όπου οι ισχυρότερες οικονομίες μετακυλούν την οικονομική τους κρίση. Ολη η πορεία της ΕΟΚ και της ΕΕ σήμερα είναι ένας τέτοιος μηχανισμός: Οι ντιρεκτίβες του διευθυντηρίου, η Κοινή Αγροτική Πολιτική, οι νομισματικές πολιτικές κλπ, δεν είναι παρά τέτοιοι μηχανισμοί άσχετα αν οι αστοί υποβολείς άλλα διακήρυσσαν τόσα χρόνια. Η επιβολή της δυαδικής κοινωνίας σε όλους τους τομείς, το ξεζούμισμα των εργαζόμενων μέσω των διαρθρωτικών προγραμμάτων και των μέτρων σύγκλισης των οικονομιών, μέσω της τροποποίησης των εργασιακών σχέσεων σύμφωνα με τα Μάαστριχτ και τις Λευκές Βίβλους, ο αφανισμός τμημάτων της κοινωνίας με την αποβιομηχάνιση και τη διάλυση των φτωχών αγροτών, είναι σχεδιασμένες πολιτικές από τις οποίες βγάζουν απίστευτα κέρδη οι πολυεθνικές και οι ντόπιοι μεταπράτες.

— Η περιοχή της βαλκανικής ήταν από τις πρώτες που βρέθηκε στη δίνη της ΝΤΠ και ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία ήταν ένα γερό σοκ για ολόκληρη την περιοχή, τους λαούς αλλά και τις αστικές μερίδες που έπρεπε να πάρουν σοβαρά υπόψη τους τα νέα δεδομένα που προκάλεσε κυρίως ο αμερικανογερμανικός ανταγωνισμός για τον έλεγχο της περιοχής. Ο πόλεμος, ο εθνικισμός, η δορυφοροποίηση κρατών η εδαφικός διαμελισμός και οι επιχειρήσεις φυλετικής καθαρότητας, η δημιουργία με τεχνητό τρόπο κρατικών οντοτήτων, η υπόθαλψη ηγεμονιστικών, επεκτατικών, και εθνικιστικών επιβουλών είναι πολιτικές που εξυπηρετούν την προώθηση της ΝΤΠ στην περιοχή και φέρνουν μεγάλα δεινά για όλους τους λαούς της περιοχής,

Η βαλκανική κρίση, κρίση που βρίσκει αναμιγμένες σχεδόν όλες τις σύγχρονες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, και ο πόλεμος στα βαλκάνια είναι ένα πλαίσιο που δεν μπορεί να παρακάμπτεται από όποιον σχεδιάζει μια στρατηγική, γιατί οι εξελίξεις στο έδαφος αυτής της κρίσης θα χρωματίζουν για μεγάλο διάστημα την κοινωνική, οικονομική και διακρατική ζωή στην περιοχή αυτή, και δεν μπορεί να συγκρο

τηθεί καμιά επαναστατική δύναμη χωρίς ένα ουσιαστικό πλαίσιο αναφοράς στη βαλκανική κρίση. Η νέα βαλκανιοποίηση και η παρέμβαση των ιμπεριαλιστών με στόχο να διαταράξουν όλα τα στοιχεία που πρόσδιδαν στα βαλκάνια μια ιδιαίτερη οντότητα (στην ουσία η ιμπεριαλιστική κίνηση σημαίνει μια αποβαλκανιοποίηση με την έννοια της τροποποίησης και κατεδάφισης όλων των εθνικών, οικονομικών, πολιτιστικών κλπ χαρακτηριστικών και την αποφασιστική πρόσδεση των βαλκανίων σε κάποια ή κάποιες ιμπεριαλιστικές χώρες, στο διεθνοποιημένο χώρο της κοσμο-οικονομίας.

Η κυρίαρχες τάξεις των βαλκανίων δεν έχουν καμιά πρόθεση να αντιστρατευτούν τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, την ιμπεριαλιστική ανάμιξη και τον πόλεμο που αυτοί διευθύνουν και απειλούν να γενικεύσουν στη βαλκανική. Η βασική τους προσήλωση βρίσκεται στο να επιτύχουν τη μετακύλιση της κρίσης στις πλάτες των εργαζόμενων κάθε χώρας. Στην περίπτωση της χώρας μας αυτό γίνεται με την προώθηση του τρίπτυχου: εθνικισμός, ρατσισμός, ραγιαδισμός. Η ανάγκη διαχείρισης της κοινωνικής και οικονομικής κρίσης εξυπηρετείται μια χαρά από τη μετακύλιση της κρίσης στις ράγες του εθνικισμού, του ρατσισμού και του ραγιαδισμού. Το να τεθεί ο ένας λαός ενάντια στον άλλο, η μια εθνότητα ενάντια στην άλλη, το να καλλιεργηθεί ο ρατσισμός ενάντια στους «άλλους», τους ξένους που μας παίρνουν τις δουλειές, το να μην επιτρέψουμε με κανέναν τρόπο να εκφραστεί το πνεύμα ανεξαρτησίας και εναντίωσης προς τους κυρίαρχους, είναι πλέον βασικοί όροι για την κυριαρχία της αστικής τάξης. Η αστική τάξη όλων των χωρών της βαλκανικής γνωρίζει καλά ότι η αποσταθεροποίηση της περιοχής δημιουργεί πολλούς κινδύνους για την αποσταθεροποίηση συνολικά της αστικής και ιμπεριαλιστικής πολιτικής αν υπάρξει ένας απεγκλωβισμός από τα εθνικιστικά και ιμπεριαλιστικά δεσμά, αν υπάρξει μια αλληλεγγύη και κοινή συμπόρευση των λαών της περιοχής. Κάτι τέτοιο πρέπει να εμποδιστεί με κάθε τρόπο. — Η ΝΤΠ βρήκε τα λαϊκά κινήματα της περιοχής αποδιοργανωμένα, σε πλήρη σύγχυση, και τις ιδέες του κομμουνισμού σε μια πολλή δύσκολη θέση. Υπεύθυνοι γι’ αυτό κατά πρώτο λόγο ήταν οι ρεβιζιονιστικές κλίκες που κατείχαν την εξουσία στις μεταβατικές χώρες (Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία, Ρουμανία και τελικά και στην Αλβανία) που είτε συνεργάστηκαν ανοιχτά με τον ιμπεριαλισμό (περιπτώσεις Γιουγκοσλαβίας και Ρουμανίας) είτε προσδέθηκαν με μονοσήμαντο τρόπο στο άρμα του «σοσιαλιστικού καταμερισμού εργασίας» και του μπρεζνιεφισμού (περίπτωση Βουλγαρίας) είτε τέλος, παρά τον ανεξάρτητο δρόμο που είχε διανυθεί σε μια προηγούμενη πορεία, η λογική κατάληξη μιας «ρεαλιστικής» και πραγματιστικής πολιτικής οδήγησε στην παράδοση άνευ όρων στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό (περίπτωση της Αλβανίας). Η πολιτική που ακολουθούσαν και η πραχτική που είχαν, συκοφαντούσε το όραμα του σοσιαλισμού, αναπαρήγαγε την εθνικιστική πολιτική σε μεγάλες κλίμακες και σε ορισμένες περίοδες είχαμε και τη «σοσιαλιστική βαλκανοποίηση» ειδικά από τους γιουγκοσλάβους και βούλγαρους ιθύνοντες.

Κατά δεύτερο λόγο, έχουν σοβαρή ευθύνη οι παράγοντες του ρεβιζιονισμού στη χώρα μας που έκαναν τα πάντα για να διαλύσουν το κομμουνιστικό κίνημα και τις αγωνιστικές του παραδόσεις. Και οι δύο πτέρυγες του ρεβιζιονισμού υποστήριξαν μια πολιτική και ιδεολογική γραμμή που σαν πυρήνα είχε το διαλυτισμό από ουσιαστική άποψη και την υποστήριξη στη μεν περίπτωση του ΚΚΕ της μεγαλο-κρατικιστικής μπρεζνιεφικής παραλλαγής του ρεβιζιονισμού που αμαύρωνε κάθε κομμουνιστική ιδέα στο όνομα ενός «υπαρκτού» σοσιαλισμού και συγκάλυπτε όλες τις διαδικασίες παλινόρθωσης του καπιταλισμού, συκοφαντώντας και λασπολογώντας σε βάρος των πραγματικών αγωνιστών της αριστεράς που κατάγγελναν το ρεβιζιονιστικό εκφυλισμό, στη δε περίπτωση του ΚΚΕεσ οι λυσσαλέες επιθέσεις του ενάντια στο παρελθόν του κομμουνιστικού κινήματος ήταν ευθέως ανάλογες προς τις αναζητήσεις του και την προσχώρηση του στη σοσιαλδημοκρατική πολιτική. Και οι δύο φορείς έκαναν τα πάντα ώστε να εξυπηρετηθεί η ανέλιξη των αστικών στρωμάτων που εκφράζονταν από το ΠΑΣΟΚ, συνεχίζοντας το έργο της προδιχτατορικής ΕΔΑ που είχε μετατρέψει την Αριστερά σε ουρά του Κέντρου. Ετσι τώρα η υπόθεση της «αλλαγής» υπηρετήθηκε από το ρεβιζιονισμό που παραχωρούσε με την πολιτική του αριστερές μάζες στο αστικό ΠΑΣΟΚ. Τέλος, στα κρίσιμα χρόνια που στάθηκαν ο προθάλαμος της ΝΤΠ αποθέωσαν την περεστρόικα, δημιούργησαν το Συνασπισμό, υποκλίθηκαν επίσημα στην ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ και συνεργάστηκαν με τη Δεξιά. Ανέλαβαν ενεργό ρόλο στα μεταβατικά σχήματα (κυβέρνηση Τζανετάκη και κυβέρνηση Ζολώτα) και έστρωσαν μαζί με τα άλλα αστικά κόμματα το δρόμο του νεοταξικού οδοστρωτήρα. Αλλά και αργότερα συμμετείχαν σε όλες τις συναντήσεις κορυφής υπό τον Καραμανλή για τη χάραξη κοινής πολιτικής στα βαλκανια, χωρίς ουσιαστικές διαφοροποιήσεις από τον αστισμό.

Το εργατικό κίνημα, το νεολαιίστικο και το αγροτικό έμειναν για χρόνια χωρίς καμιά σύνδεση και χωρίς κανένα αντιμπεριαλιστικό προσανατολισμό, ενώ βοήθησαν με τη στάση τους ώστε το συνδικαλιστικό κίνημα να αλλάξει δέρμα. Ολες οι πτέρυγες του ελληνικού ρεβιζιονισμού είχαν αποδεχτεί και συνυπογράψει για τη δίχρονη λιτότητα, την περίφημη συμφωνία ΣΕΒ-ΓΣΕΕ επί κυβέρνησης Μητσοτάκη. Την ίδια στιγμή σε κάθε μεγάλη κινητοποίηση των εργαζόμενων και της νεολαίας έκαναν ακριβώς ό,τι μπορούσαν για να μην συνολικοποιηθει ο αγώνας, να διασπαστούν τα διάφορα μέτωπα (με αποκορύφωμα το πούλημα της ΕΑΣ που ήταν μια από τις μεγαλύτερες εργατικές κινητοποιήσεις των τελευταίων ετών). Όμως το κομμουνιστικό κίνημα της χώρας βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση και εξαιτίας των περιπετειών που ταλάνισαν τις προσπάθειες που φραστικά έστω εξάγγειλαν έναν αγώνα για την αναγέννηση του κομμουνιστικού κινήματος. Ουσιαστικά, για πάνω από 15 χρόνια τελούμε στην απουσία μιας συστηματικής προσπάθειας να απαντηθούν τα ουσιαστικά ζητήματα και να οργανωθεί η αντίσταση των δυνάμεων που θέλουν να αντιπαλέψουν το ρεβιζιονιστικό εκφυλισμό. Και μάλιστα αυτά τη στιγμή που προγραμματικές θέσεις του κινήματος της συνεπούς αριστεράς επιβεβαιώνονταν στην πράξη (πχ «κατάρρευση» ανατολικών χωρών, παλινόρθωση του καπιταλισμού), τη στιγμή που πανηγυρικά αλλά και τραγικά επιβεβαιωνόταν η γενική αλήθεια του μαρξισμού σε πλανητική κλίμακα, άσχετα αν διάφοροι Φουκουγιάμα ορκίζονταν πως τέλειωσε η ιστορία και πέθανε ο κομμουνισμός.

Η πάλη ενάντια στη ΝΤΠ στη χώρα μας απαιτεί καθαρές ιδέες και προσανατολισμό γύρω από τη βαλκανική κρίση, τη θέση της Ελλάδας στο σύγχρονο κόσμο, τον αγώνα για την αποδέσμευση από την ιμπεριαλιστική μέγγενη. Ο στρατηγικός στόχος είναι η αντιστροφή και δύο μετακυλίσεων: και αυτών που επιδιώκει το διεθνές διευθυντήριο στην περιοχή μας και στη χώρα μας, αλλά και της προσπάθειας της μεγαλοαστικής τάξης να επιβάλει τις νεοταξικές συνταγές της δυαδικοποίησης με τη μετακύλιση της δυσαρέσκειας στο τρίπτυχο εθνικισμός – ρατσισμός – ραγιαδισμός. Η αντιστροφή αυτή σημαίνει ανάπτυξη πραγματικών κινημάτων που να θέτουν στο επίκεντρο των επιδιώξεων τους αυτούς τους στόχους, τη συνένωση της σκόρπιας διάχυτης δυσαρέσκειας, το συντονισμό και την ενοποίηση των επιμέρους αγώνων σε ένα πλατύ μέτωπο ενάντια στη ΝΤΠ και τις επιπτώσεις της στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια. Ο συντονισμός των κινημάτων της βαλκανικής, η στενή συνεργασία (όχι των κυβερνήσεων όπως επιθυμεί το ΚΚΕ) των μαζικών και επαναστατικών οργανώσεων που δρουν στη βαλκανική είναι το περιεχόμενο ενός νέου διεθνισμού στην περιοχή. Η ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος ή καλύτερα η αναγέννηση του πρέπει να γίνει μέσα από μια ουσιαστική αυτοκριτική του στο βαλκανικό αλλά και στο ελλαδικό επίπεδο, και με την αποτίμηση των προσπαθειών και των αγώνων που έγιναν ενάντια στο ρεβιζιονιστικό εκφυλισμό. Δεν είναι δυνατόν δυνάμεις σαν τον Περισσό που έπαιξαν δραστήριο ρόλο στην ουσιαστική διάλυση, να έρχονται σήμερα και να εμφανίζονται σαν προβληματιζόμενες για ό,τι συμβαίνει και να κάνουν κάποιες ανώδυνες και ανούσιες αυτοκριτικές και να νομίζει κανείς ότι έτσι καλύπτεται κάποιο κενό.

Η γενική γραμμή για τη χώρα μας είναι η προσπάθεια να οργανωθεί η αντίσταση ενάντια στη ΝΤΠ, να αναπτυχθούν πραγματικά κινήματα που θα αντιστρατευτούν τη μετακύλιση της κρίσης, θα προωθήσουν τη διεθνή αλληλεγγύη με τους λαούς των Βαλκανίων ενάντια στους ιμπεριαλιστές και τους υπηρέτες τους, θα συμβάλ

λουν στην αναγέννηση του κομμουνιστικού κινήματος και την οικοδόμηση του κομμουνιστικού προγράμματος παίρνοντας υπόψη όλη την πείρα, θετική κι αρνητική, που έχει συσσωρευτεί.

O ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΟΣ ΚΡΙΚΟΣ

Από όσα είπαμε μέχρι εδώ, δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία και διαφωνία σχετικά με το σε ποιες συνθήκες καλούμαστε να δραστηριοποιηθούμε, σε ποιες συνθήκες πρέπει να ξετυλίξουμε την πάλη μας, να προωθήσουμε τη γενική γραμμή.

Δύο σειρές παραγόντων εμποδίζουν, δημιουργούν μεγάλες δυσκολίες σε κάθε απόπειρα να μονιμοποιηθούν και συνολικοποιηθούν ορισμένα χαρακτηριστικά στις διάφορες εκδηλώσεις δυσαρέσκειας, στους μικρούς και μεγάλους —ουσιαστικά αυθόρμητους— αγώνες των εργαζόμενων, της νεολαίας, των αγροτών. Δύο σειρές παραγόντων που αλληλοεπηρεάζονται και συντελούν στο ίδιο αποτέλεσμα: την καθήλωση των αγωνιστικών διαθέσεων και της δυσαρέσκειας σε ένα ορισμένο επίπεδο.

Η πρώτη σειρά παραγόντων αφορά ένα πολιτικό και ιδεολογικό τέλμα που έχει επιβληθεί από τη δράση συγκεκριμένων φορέων και αντιλήψεων τα τελευταία 20-30 χρόνια και έχουν δημιουργήσει κάποια «συνείδηση» και κάποιες «συνήθειες» και κυρίως μια μεγάλη αποστροφή προς την πολιτική γενικά. Πρώτο ρόλο στους παράγοντες αυτούς έπαιξε ο πασοκισμός σαν συγκεκριμένη κατάσταση, με την εκμετάλλευση και το ξεχείλωμα της μαζικότατης αντίθεσης των λαϊκών και αριστερών μαζών προς τη δεξιά. Ο πασοκισμός εκφύλισε τον αντιδεξιισμό, εξαγόρασε πλατιά με διάφορες πολιτικές συνδικαλιστικά και άλλα στρώματα που λειτουργούσαν στις παρυφές του κρατικού μηχανισμού, και τελικά ενσωμάτωσε στο κύκλωμα της παρασιτικής υπεργολαβικής ολιγαρχίας μερίδες και στρώματα που δυνάμωσαν σε όλη την περίοδο του ’60 και ’80 και βρίσκονταν εκτός εξουσίας. Ο ρόλος του στην ενσωμάτωση ενός ριζοσπαστισμού και στην εκπόρνευση πολλών βλασταριών της γενιάς του Πολυτεχνείου ήταν σημαντικός. Σημαντικός παράγοντας για τη δημιουργία του ιδεολογικού και πολιτικού τέλματος ήταν η δράση του ελληνικού ρεβιζιονισμού, που δεν είναι ένας τυχαίος ρεβιζιονισμός, ούτε είχε τα κλασικά χαρακτηριστικά του δυτικού ρεβιζιονισμού. Με δύο παρατάξεις, έτσι για να καλύπτεται όλη η γκάμα και όλα τα γούστα, ρίχτηκε στη μάχη της κατασπατάλησης του «κεφαλαίου» που με τόσους αγώνες και αίμα είχαν συσσωρεύσει οι κομμουνιστές στις περασμένες δεκαετίες, διαστρέβλωσε την ουσία των αγώνων του κομμουνιστικού κινήματος, ταυτίστηκε και υπηρέτησε το σύγχρονο ρεβιζιονιστικό ρεύμα σε όλες τις παραλλαγές του (χρουστσοφισμός, μπρεζνιεφισμός, ευρωκομμουνισμός κλπ,) κάλυψε την παλινόρθωση, αποποιήθηκε τον ανεξάρτητο ρόλο του εργατικού και αριστερού κινήματος και δούλεψε για την ανάδειξη του ΠΑΣΟΚ σε κυρίαρχη δύναμη. Εκθείασε τον καπιταλισμό και τα επιτεύγματα του, λάτρεψε την ΕΤΕ, υπηρέτησε σαν προωθημένο απόσπασμα τον εκσυγχρονισμό του «ελληνικού» καπιταλισμού αποδεχόμενος στην ουσία τον ευρωπαϊσμό και την τεχνοκρατική μεταρρύθμιση ειδικά στους χώρους της παιδείας. Τελευταίος παράγοντας που λειτούργησε ευνοϊκά για τη δημιουργία του ιδεολογικού και πολιτικού τέλματος, είναι όλες οι περιπέτειες οικοδόμησης της «άλλης αριστεράς» και της προχειρότητας που επικράτησε τα τελευταία 20 χρόνια σχετικά μ’ αυτό το εγχείρημα. Ενώ υπήρξαν ευκαιρίες, ενώ χιλιάδες άνθρωποι κινήθηκαν και στρατεύτηκαν, είναι ακριβώς η διάβρωση από την αστική αντίληψη περί πολιτικής και οι λύσεις ευκολίας ή διαφορετικά η έλλειψη κάθε στρατηγικού σχεδιασμού και ο ακολουθητισμός από διάφορα κέντρα, που εκφύλισαν την ουσία της αντιρεβιζιονιστικής πάλης και άφησαν ουσιαστικά ανενόχλητους τον αστισμό και το ρεβιζιονισμό να αλωνίζουν.

Αυτή η σειρά παραγόντων δεν έχει τίποτα το «αντικειμενικό» με την έννοια του αναπόφευκτου και μοιραίου, θα μπορούσε η κατάσταση του ιδεολογικού και πολιτικού τέλματος να είναι διαφορετική αν η δράση κάποιου υποκειμενικού παράγοντα είχε δημιουργήσει άλλες προϋποθέσεις και άλλα δεδομένα. Η δεύτερη σειρά παραγόντων αφορά το πώς έχει δομηθεί η καθημερινή ζωή των ανθρώπων μέσα από τις αλλαγές που έγιναν τα τελευταία χρόνια, μέσα στην κρίση και στο όνομα του ξεπεράσματος της κρίσης. Οι ρυθμοί της καθημερινής ζωής άλλαξαν. Η κοινωνική εμπειρία φτώχυνε. Η κοινωνικότητα σιγά-σιγά εξατμίζεται. Πρότυπο του συστήματος είναι ο αγχώδης, νευρωτικός, αντικοινωνικός και παθητικοποιημένος άνθρωπος. Ο άνθρωπος που είναι συμβατός με τη ζούγκλα της αγοράς, του ανταγωνισμού, του δόγματος «όλοι εναντίον όλων», του εντελώς εγωιστικού ατόμου που δεν θα έχει γνώμη και θα υπηρετεί τον εκσυγχρονισμένο μεταπρατισμό, τη μετατροπή της Ελλάδας σε «χώρα παροχής υπηρεσιών». Ο άνθρωπος που αν δεν νιώθει απόλυτα συμβατός με το προβαλλόμενο πρότυπο και τρέχει από το πρωί μέχρι το βράδυ, προσκαιροποιημένος, ευλύγιστος, για να τα φέρει βόλτα, πρέπει να νιώθει όμως ότι είναι πλέρια ανίκανος και άχρηστος για οτιδήποτε. Ο ανήμπορος άνθρωπος είναι και ακίνδυνος. Τέλος, ο άνθρωπος που απορρίπτεται από την παραγωγή, που καταδικάζεται στον αφανισμό και την περιθωριοποίηση, πρέπει να μην μπορεί να καταλαβαίνει την επίσημη διάλεκτο του κράτους, των ειδικών, των επιστημόνων, πρέπει να μιλά μια δίκη του διάλεκτο ή να μην έχει γλώσσα, και γι’ αυτόν υπάρχει ένα πραγματικό τείχος από νόμους. από κατασταλτικά σώματα, από ρατσιστικές αντιλήψεις και πραχτικές. Αυτό το κομμάτι της κοινωνίας, δημιούργημα του καπιταλισμού και της αναδιάρθρωσης του, για τους επίσημους απλώς δεν υπάρχει. Πιθανά αύριο-μεθαύριο να μην καταγράφεται πουθενά.

Η αποϊδεολογικοποίηση σαν κατάσταση είναι συνδυασμένο αποτέλεσμα της λειτουργίας τεράστιων μηχανισμών χειραγώγησης και της σχεδιασμένης διάλυσης -ανατίναξης από την πολιτική της δυαδικής κοινωνίας της όποιας κοινωνικής συνοχής υπήρχε. Είναι το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πολιτικών διαχείρισης της κρίσης με την επιβολή τεχνητών στην ουσία διαχωρισμών και γκετοποιήσεων βολικών στο κεφάλαιο, και της τεράστιας βιομηχανίας συνείδησης που στήθηκε για να στηρίξει και να προωθήσει αυτή την κοινωνική μοντελοποίηση. Και όχι μόνο, έπρεπε να καταδειχτεί πως ιδέες για ισότητα, ελευθερία, ανεξαρτησία, σοσιαλισμό και ειδικά κομμουνισμό είναι ξεπερασμένες. Η λεγόμενη αποιδεολογικοποίηση και το τέλος της ιδεολογίας είναι κυριαρχία μιας ορισμένης ιδεολογικοποίησης και μιας συγκεκριμένης ιδεολογίας που εκκρίνει «αυθόρμητα» ο καπιταλισμός μέσα από το κράτος, την αγορά, τα ΜΜΕ, την «επιστήμη», τον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό.

Αυτή η κατάσταση δεν έχει καμιά σχέση με τις ανάγκες των ανθρώπων με τις ανάγκες των καταπιεζόμενων μαζών. Όμως αυτή η κατάσταση είναι πραγματική και δημιουργεί πολλά προβλήματα στην οργάνωση και συγκρότηση ενός επαναστατικού κινήματος.

Οποιαδήποτε προσπάθεια που δεν θα λάβει σοβαρά υπόψη της αυτή την κατάσταση, είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Οποιαδήποτε προσπάθεια στηρίξει το σχεδιασμό της σε μια κάποια ερωτοτροπία με τις «αυθόρμητες» καταστάσεις που δημιουργούνται μέσα σ’ αυτή την κατάσταση, είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Μονάχα όσες προσπάθειες συνδυάσουν μια μακροπρόθεσμη δουλειά με το ουσιαστικό πλησίασμα των μαζών και την οικοδόμηση δεσμών και κοινωνικότητας που να αντέχει μέσα σε αυτές τις συνθήκες, μόνο προσπάθειες που θα έχουν συναίσθηση των πραγματικοτήτων και θα έχουν την ικανότητα να δημιουργήσουν μια άλλη κίνηση και συνείδηση, είναι πιθανό να διαδραματίσουν ένα σοβαρό ρόλο στην ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος.

Υποστηρίζουμε πως αποφασιστικός κρίκος στις ελλαδικές συνθήκες για τη θετική υπέρβαση αυτής της κατάστασης, έστω για τη δημιουργία προϋποθέσεων για τη θετική υπέρβαση, είναι η οικοδόμηση μιας κομμουνιστικής οργάνωσης με πανελλαδική υπόσταση, ρίζες σε μαζικούς χώρους, και ισχυρή ιδεολογικοπολιτική συγκρότηση. Τι είναι όμως ο αποφασιστικός κρίκος; Ας ανοίξουμε μια παρένθεση.

«Δε φτάνει να είσαι επαναστάτης και οπαδός του σοσιαλισμού ή κομμουνισμού γενικά… Πρέπει να ξέρεις να βρίσκεις κάθε στιγμή τον ξεχωριστό εκείνο κρίκο της αλυσίδας απ’ όπου πρέπει να πιαστείς μ’ όλες σου τις δυνάμεις, για να κρατάς όλη την αλυσίδα και για να προετοιμάσεις σταθερά το πέρασμα στον επόμενο κρίκο». (Λένιν)

«Σε κάθε δοσμένη στιγμή να βρίσκουμε εκείνο τον ξεχωριστό κρίκο μέσα στην αλυσίδα των προτσές, που, όταν πιαστούμε απ’ αυτόν, θα μπορούμε να κρατούμε όλη την αλυσίδα και να προετοιμάσουμε τους όρους για την επίτευξη της στρατηγικής επιτυχίας.

Το ζήτημα είναι να ξεχωρίσουμε από τη σειρά των καθηκόντων που μπαίνουν μπροστά στο κόμμα εκείνο ακριβώς το άμεσο καθήκον, που η λύση του αποτελεί το κεντρικό σημείο και που η εκπλήρωση του εξασφαλίζει την πετυχημένη λύση των υπόλοιπων άμεσων καθηκόντων…

Στην περίοδο της δημιουργίας του κόμματος, τότε που οι αναρίθμητοι κύκλοι και οργανώσεις δεν είχαν ακόμα συνδεθεί μεταξύ τους, τότε που ο χειροτεχνικός τρόπος δουλειάς και το πνεύμα του κύκλου κατάτρωγαν το κόμμα από τα πάνω ως τα κάτω, τότε που η ιδεολογική σύγχυση αποτελούσε το χαρακτηριστικό γνώρισμα της εσωτερικής ζωής του κόμματος, στην περίοδο «αυτή ο βασικός κρίκος και το βασικό καθήκον στην αλυσίδα των κρίκων και στην αλυσίδα των καθηκόντων, που έμπαιναν τότε μπροστά στο κόμμα, ήταν η δημιουργία μιας πανρωσικής παράνομης εφημερίδας. Γιατί; Γιατί, μέσα στις τοτινες συνθήκες, μόνο με μια πανρωσική παράνομη εφημερίδα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας ομοιογενής πυρήνας του κόμματος, ικανός να συνδέσει σ’ ένα σύνολο τους αναρίθμητους κύκλους και οργανώσεις, να προετοιμάσει τους όρους της ιδεολογικής και ταχτικής ενότητας και να βάλει έτσι τα θεμέλια για τη δημιουργία ενός πραγματικού κόμματος.

Στην περίοδο του περάσματος από τον πόλεμο στην ανοικοδόμηση της οικονομίας (1921), τότε που η βιομηχανία φυτοζωούσε πιασμένη στα νύχια της αποσύνθεσης και η αγροτική οικονομία υπόφερε από έλλειψη προϊόντων της πόλης, τότε που η σύνδεση της κρατικής βιομηχανίας με την οικονομία του αγρότη είχε μετατραπεί σε βασικό όρο για την επιτυχία της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης, στην περίοδο αυτή ο βασικός κρίκος στην αλυσίδα των εξελίξεων, το βασικό καθήκον στη σειρά των άλλων καθηκόντων ήταν η ανάπτυξη του εμπορίου. Γιατί; Γιατί μέσα στις συνθήκες της ΝΕΠ η σύνδεση της βιομηχανίας με την οικονομία του αγρότη δε μπορούσε να γίνει παρά μέσω του εμπορίου, γιατί η παραγωγή χωρίς την κατανάλωση μέσα στις συνθήκες της ΝΕΠ σημαίνει θάνατο της βιομηχανίας, γιατί η βιομηχανία μπορεί να επεκταθεί μονάχα επεκτείνοντας την κατανάλωση μέσω της ανάπτυξης του εμπορίου, γιατί μόνο στερεώνοντας τις θέσεις μας στον τομέα του εμπορίου, μόνο καταχτώντας το εμπόριο, καταχτώντας αυτό τον κρίκο, μπορούμε να ελπίζουμε πως θα συνδέσουμε στενά τη βιομηχανία με την αγροτική αγορά και θα εκπληρώσουμε με επιτυχία τα άλλα άμεσα καθήκοντα, για να δημιουργήσουμε τους αναγκαίους όρους για το χτίσιμο των θεμελίων της σοσιαλιστικής οικονομίας». (Οι βάσεις του Λενινισμού, Στάλιν)

Φέραμε δύο παραδείγματα όπου στο ένα αποφασιστικός κρίκος είναι μια εφημερίδα (μιλάμε όμως για το 1903) και ο άλλος το εμπόριο. Όπως βλέπετε, δύο πολύ διαφορετικά πράγματα βρέθηκαν στη θέση του αποφασιστικού κρίκου. Αυτό σημαίνει πως αποκτώντας την ικανότητα να διακρίνουμε τον αποφασιστικό κρίκο σημαίνει να αποκτούμε μια σκέψη απαλλαγμένη από κάθε δογματισμό, σημαίνει μια σκέψη στραμμένη διαρκώς στην εκπλήρωση του στρατηγικού σχεδιασμού. Στα χρόνια της διάλυσης του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος στην Ελλάδα, στις αρχές της δεκαετίας του 80, ο αποφασιστικός κρίκος για τη συσπείρωση δυνάμεων και το ξαναξεκίνημα σε ουσιαστικές βάσεις ήταν η προώθηση μιας πλατιάς ιδεολογικής δουλειάς, στα πλαίσια της οποίας θα διαπιστωνόταν η γενική αλήθεια του μαρξισμού, θα εξοπλιζόταν ένα δυναμικό με θέσεις και προσανατολισμό για τα σύγχρονα προβλήματα, την πείρα του κομμουνιστικού κινήματος, διεθνούς και ελλαδικού, τον καπιταλισμό στην Ελλάδα, την καπιταλιστική παλινόρθωση, την ΕΤΕ, το νεοθετικισμό κλπ κλπ. Μονάχα μέσα από την προώθηση αυτής της σύνθετης και πολυεπίπεδης ιδεολογικής δουλειάς θα μπορούσε να ξεπηδήσει ένα δυναμικό κατάλληλα εξοπλισμένο ιδεολογικά και πολιτικά για την οικοδόμηση μιας διάδοχης κατάστασης. Η επιλογή της Α/συνεχεια στηρίχτηκε σ’ αυτόν τον αποφασιστικό κρίκο (χωρίς να υποτιμάει τα άλλα καθήκοντα). Τόσες άλλες προσπάθειες και εγχειρήματα, αφού δεν κατανοούσαν τη σημασία αυτού του αποφασιστικού κρίκου ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία. Όσοι δημιούργησαν κόμματα ή ανέλαβαν να σώσουν κόμματα, όσοι θεωρητικοποίησαν διάφορα μοντέλα όπως το συσπειρωσιακό μοντέλο, όσοι ερωτοτρόπησαν πχ με την «άγρια νεολαία» ή τις μόδες σαν του «εναλλακτισμού» και της οικολογίας προωθώντας ποσοστώσεις πράσινου και κόκκινου ανάλογα με τις περιστάσεις, όσοι νόμιζαν ότι θα πιάσουν την καλή με τις εκλογικές κατεβασιές και την τηλεόραση, δεν πέτυχαν τίποτα ουσιαστικό.

Σήμερα που έχει συσσωρευτεί ένα δυναμικό και μια ορισμένη κοινή πείρα αυτού του δυναμικού, σήμερα που έχει διανυθεί μια πορεία ιδεολογικής και πολιτικής προετοιμασίας, σήμερα που οι αντικειμενικοί οροί σπρώχνουν και επιβάλλουν μια ισχυρότερη συγκρότηση, σήμερα που η δυσαρέσκεια είναι ορατή και συγκεκριμένη και το καθήκον να συναντηθούμε μ’ αυτήν πρέπει να υπηρετηθεί με συγκεκριμένο τρόπο, σήμερα λοιπόν μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, ο αποφασιστικός κρίκος είναι η μετεξέλιξη της πολιτικής ομάδας Α/συνεχεια σε κομμουνιστική οργάνωση. Γιατί είναι αυτός ο αποφασιστικός κρίκος; Γιατί η συνένωση των πρωτοπόρων στοιχείων της ελληνικής κοινωνίας στη βάση μιας ενιαίας αντίληψης για τον σύγχρονο κόσμο, το κομμουνιστικό κίνημα, τη βαλκανική κρίση και τη φύση του καπιταλισμού στην Ελλάδα, η ενοποίηση ενός δυναμικού στη βάση της αναγκαιότητας της πάλης ενάντια στη ΝΤΠ και της προώθησης ενός συγκεκριμένου στρατηγικού στόχου και στρατευμένου στην υπόθεση της οικοδόμησης του κομμουνιστικού προγράμματος, στην υπηρέτηση μιας γενικής γραμμής, δημιουργεί νέα δεδομένα και πολλαπλασιάζει τις δυνατότητες, τροποποιεί τους συσχετισμούς. Γιατί η οργάνωση αποτελεί ένα όπλο για τις κομμουνιστικές ιδέες, και σήμερα η σκόρπια και διάχυτη δυσαρέσκεια, ιδίως τα πρωτοπόρο στοιχεία της, έχουν ανάγκη από την οργάνωση και τη συγκρότηση. Γιατί το καθήκον του στρατηγικού στόχου δεν μπορεί να αφεθεί στην αυθόρμητη κίνηση και στα τυχαία γεγονότα. Γιατί η οργάνωση θα είναι το σχολείο για χιλιάδες αγωνιστές, ο τόπος διαμόρφωσης και συστηματοποίησης μιας άλλης γνώσης, ο χώρος όπου θα κοινωνικοποιείται η εμπειρία και η γνώση. Γιατί τέλος, δεν υπάρχει αντίθεση αλλά διαλεχτική σχέση ανάμεσα σε κίνημα και οργάνωση και αρκετό κακό έκαναν μέχρι σήμερα οι αντιοργανωτικές απόψεις και προλήψεις.

Η ΜΕΤΕΞΕΛΙΞΗ ΣΕ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

Αν θελήσουμε να ποσοτικοποιήσουμε το ζήτημα της μετεξέλιξης σε κομμουνιστική οργάνωση, σημαίνει πραχτικά τη σημαντική ισχυροποίηση της Α/συνεχεια, τον πολλαπλασιασμό των δυνάμεων της, την ύπαρξη συγκεκριμένων εργατικών πυρήνων άρα την ανάπτυξη της δουλειάς στον εργατικό χώρο, την ύπαρξη πυρήνων και οργανωμένης δραστηριότητας στις βασικές πόλεις της χώρας, να υπάρχει δηλαδή πανελλαδική διάσταση και υπόσταση, την ισχυροποίηση της κεντρικής πολιτικής παρουσίας της Α/συνεχεια αλλά και το ρίζωμα σε μια σειρά κοινωνικούς χώρους, αυτόνομα ή μέσα από το εγχείρημα των Αριστερών Σχημάτων, την ανάπτυξη της ειδικής και γενικής επιρροής μας στην ελληνική κοινωνία, τη σύναψη σχέσεων και δεσμών με το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Η ποσοτικοποίηση βοηθάει στην περιγραφή του στόχου της μετεξέλιξης- προσφέρει τη λύση στο ερώτημα πώς θα φτάσουμε στο στόχο. Η λύση σε τέτοια «προβλήματα» δεν είναι απλή ούτε μονοσήμαντη. Είναι το αποτέλεσμα συστηματικών προσπαθειών, διόρθωσης όσων στοιχείων αποδεικνύονται λαθεμένα μέσα σε μια πορεία δοκιμασίας, αξιολόγησης και αξιοποίησης της πείρας που είναι προωθητική για το στόχο. Κυρίως όμως είναι αποτέλεσμα της πεποίθησης ότι μπορεί να απαντηθεί και να «λυθεί» αυτό το πρόβλημα και της κινητοποίησης όλων των δυνάμεων, πνευματικών και σωματικών, για την επίτευξη του. Η θέληση και ο βολονταρισμός από μόνα τους ίσως δεν επαρκούν. Στην περίπτωση μας όμως έχει καταγραφεί μια γενική εκτίμηση για την εξέλιξη της κατάστασης, διεθνώς και τοπικά, έχει προσδιοριστεί ένας στρατηγικός στόχος και μια γενική γραμμή, άρα έχει παρθεί υπόψη μια διάταξη δυνάμεων και ένας συσχετισμός δυνάμεων. Η προώθηση της στρατηγικής επιδίωξης εξαρτάται από την απάντηση του αποφασιστικού κρίκου. Αν αυτά είναι κατανοητά, υπάρχει συμφωνία σ’ αυτά και κινηθούμε μ’ αυτά στο νου μας, τότε είναι σίγουρο ότι θα έχουμε συγκεκριμένες επιτυχίες.

Ο συνδυασμός της στρατηγικής επιδίωξης (αντιστροφή των μετακυλίσεων, οργάνωση αγώνων ενάντια στη ΝΤΠ) και του αποφασιστικού κρίκου (μετεξέλιξη σε κομμουνιστική οργάνωση) σημαίνει προώθηση δύο διαδικασιών: της οργάνωσης δυνάμεων και της συσσώρευσης δυνάμεων.

Η οργάνωση δυνάμεων είναι μια διαδικασία που σχετίζεται με τη διαμόρφωση ενιαίας συνείδησης στα πλαίσια κάποιας οργάνωσης ή κόμματος. Η συσσώρευση δυνάμεων σχετίζεται με την ανάπτυξη κινημάτων, την οργάνωση μετώπων σε ένα επίπεδο που να δικαιολογεί το πέρασμα σε μια κατάσταση ενεργητικής άμυνας.

Η οργάνωση δυνάμεων και η συσσώρευση δυνάμεων είναι δύο διαφορετικά στάδια που δεν είναι διαχωρισμένα μεταξύ τους με «σινικά τείχη», ούτε είναι διαχωρισμένα χρονικά. Σήμερα όσοι κινούνται πέρα από τους επίσημους σχηματισμούς αδιαφορούν πραχτικά για την οργάνωση δυνάμεων, θεωρούν ανώριμη κάθε συζήτηση γι’ αυτό, και θεωρητικοποιούν πολλά στοιχεία της σημερινής κατάστασης. Ενδιαφέρονται με έναν αφηρημένο τρόπο για την «ανάπτυξη κινήματος», και βεβαίως η διαδικασία αυτή δεν έχει σχέση με τη συσσώρευση δυνάμεων. Ας υποθέσουμε όμως ότι υπονοούν τη συσσώρευση δυνάμεων. Ότι θεωρούν πως σήμερα πρέπει να αναπτυχθούν κινήματα, μέτωπα αγώνων κλπ και ότι αυτό είναι το ουσιαστικό και όταν αυτό γίνει κατορθωτό τότε ίσως να γίνει μια σοβαρή κουβέντα για την οργάνωση δυνάμεων. Στην ουσία κατασκευάσαμε μια άποψη γιατί κανείς από όσους γνωρίζουμε στην Ελλάδα δεν θέτει έστω και έτσι το πρόβλημα. Όσοι γνωρίζουμε κινούνται στη λογική του «κάτι να κάνουμε» και δεν έχουν δείξει κανένα πραχτικό ενδιαφέρον για την οργάνωση ή συσσώρευση δυνάμεων. Η δικαιολόγηση των επιλογών που υπαγορεύονται από την αντίληψη «κάτι να κάνουμε» δημιούργησε και μια ορισμένη συνείδηση που εμποδίζεται ώστε να αντιμετωπιστεί το καθήκον της οργάνωσης και της συσσώρευσης δυνάμεων με νηφαλιότητα.

Η οργάνωση και συσσώρευση δυνάμεων μπορούν να αντιμετωπιστούν σαν στάδια χωριστά ή ταυτόχρονα. Ομως η αποκατάσταση ενιαίας συνείδησης είναι ένας απαραίτητος όρος για τη συγκεκριμενοποίηση του στρατηγικού σχεδίου. Αν η επιρροή θέσεων, ιδεών, που ουσιαστικά είναι προγραμματικές, για συγκεκριμένη εποχή και τόπο, προωθηθεί μαζί με τη συγκεκριμένη πραχτική δραστηριότητα σε σημεία-στόχους που να αφορούν ζωτικά προβλήματα και απασχολούν όλους τους εργαζόμενους και τη νεολαία, τότε είναι βέβαιο πως τα δεδομένα σ’ ότι αφορά την αποκατάσταση κοινής συνείδησης και τα πρώτα βήματα για την οργάνωση δυνάμεων θα έχουν γίνει.. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η πραγματική υιοθέτηση των θέσεων και ιδεών κλπ και όχι η τυπική ή «σιωπηρή», καθώς και η ενεργητική συμμετοχή όλο και περισσότερων στην επεξεργασία και στη δοκιμασία τους. Κάτι τέτοιο είναι βασική προϋπόθεση για την οργάνωση δυνάμεων. Η χρονική διάρκεια αυτής της διπλής διαδικασίας δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες που σχετίζονται με το τωρινό επίπεδο δραστηριότητας, ιδεολογικής – πραχτικής, πολιτικής – οργανωτικής, και από τους ρυθμούς ανάπτυξης της.

Ο τρόπος ζωής που επιβάλλεται είναι τέτοιος που ωθεί στην απομόνωση, στην ιδιώτευση, ή το πολύ σε στενούς κύκλους. Σ’ αυτό προστίθεται η μακροχρόνια πολιτική περιθωριοποίηση που ασκήθηκε και ασκείται με πολλούς τρόπους. Απαραίτητο στοιχείο για την οργάνωση δυνάμεων είναι το στοιχείο της «διάχυσης», δηλαδή το πλησίασμα, η άμεση προσωπική επαφή, η απόχτηση δεσμών με ανύψωση αυτής της προσωπικής επαφής με όλο και περισσότερο κόσμο. Πρόκειται για το απαραίτητο οξυγόνο που θα τροφοδοτήσει την οργάνωση δυνάμεων, θα σπάσει υγειονομικές ζώνες, θα δημιουργήσει ρήγματα στην κατάσταση της παθητικότητας. Το να φέρουμε σε επαφή και επικοινωνία ανθρώπους αναμεταξύ τους, σήμερα, δεν είναι εύκολο καθήκον και θα δυσκολέψει αύριο-μεθαύριο. Δεν μπορούν να υπάρξουν μόνιμα και σταθερά αποτελέσματα χωρίς το συνδυασμό της διάχυσης —όπως την ορίσαμε— και της συγκέντρωσης. Η απάντηση που εμείς δίνουμε, στηρίζεται στην προτεραιότητα που δίνουμε στο στοιχείο της οργάνωσης δυνάμεων —που δεν πρέπει να χρησιμεύει σαν άλλοθι ή πρόσχημα για την παράκαμψη του στρατηγικού στόχου. Συνεπώς ένα κριτήριο για την αξιολόγηση μιας οργάνωσης δεν μπορεί να είναι το αν επιχειρεί μια οργάνωση δυνάμεων αλλά αν αυτή κατευθύνεται ή όχι στην εκπλήρωση του στρατηγικού στόχου. Η σχέση της οργάνωσης δυνάμεων και της στρατηγικής επιδίωξης είναι το ασφαλές κριτήριο για να κριθεί μια προσπάθεια. Για όλα αυτά θα μιλήσουμε ξανά και ξανά πολλές φορές.

Η επιλογή μας, είναι ένα τολμηρό κάλεσμα σε εκατοντάδες και ίσως χιλιάδες ανθρώπους στη χώρα μας. Είναι μια μεγάλη πρόκληση για κάθε προοδευτικό άνθρωπο, για κάθε αγωνιστή της αριστεράς. Είναι ένας χαιρετισμός προς τους κομμουνιστές όλου του κόσμου. Είναι η δέσμευση μας απέναντι στους περασμένους και τους μελλοντικούς αγώνες των ελλήνων κομμουνιστών. Πυκνωστε τις γραμμές της Α/συνεχεια. Κάντε την «επιλογή μας» υπόθεση όλο και περισσότερων αγωνιστών. Επιταχύνετε όλους τους ρυθμούς για να δούμε να αναπτύσσεται ένα μεγάλο κίνημα ενάντια στη ΝΤΠ, ενάντια στη μετακύλιση της κρίσης, για να οικοδομηθεί η Διεθνής Κοινότητα των Λαών και να αναγεννηθεί το κομμουνιστικό κίνημα!

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: