Αλαιν Μπαντιου: «Η Καμποτζη θα νικησει!» (17/01/1979)

Πριν από λίγες μέρες, επισκέφτηκε την Ελλάδα ο «μαρξιστής του 19ου αιώνα»-«απολενινιστής»-«αντισταλινικός»-«μεταμαοϊκός» Αλαίν Μπαντιού. Διάφορα ακροατήρια της αμπελοφιλοσοφίζουσας αριστεράς έσπευσαν να τον ακούσουν, κρεμάμενα από τα χείλη του, με τον ίδιο ακριβώς βαθμό προσωπολατρίας που, κατά τα λοιπά, «καταδικάζουν».. Ωστόσο, ο Μπαντιού αποδείχτηκε δύσκολα αξιοποιήσιμος, ειδικά εκλογικά. Προς τιμήν του.

Αυτό βέβαια, δεν δίνει άφεση αμαρτιών στο Μπαντιού και το πρόσφατο έργο του. Ο Μπαντιού βαρύνεται με το ότι, επί κάποια χρόνια, κατά τη θεμιτή απόπειρά του να «απενοχοποιήσει»-«επαναφέρει» τον κομμουνισμό (πού, όμως, αλήθεια; Στα αστικά σαλόνια; Γιατί για να κερδίσει κανείς τις λαϊκές μάζες, δεν αρκούν οι διαλέξεις), αντιδιαλεκτικά απέσπασε τον κομμουνισμό ως ιδέα από τον κομμουνισμό ως (μαχητική) πράξη…και ως οργάνωση (που προηγείται της πράξης).

Βέβαια, με την κρίση να σοβεί στο δυτικό κόσμο, αναγκάστηκε να κάνει κάποια σχόλια για το μοντέλο οργάνωσης της εργατικής τάξης. Προς θεού, όμως.. Ας μην τρομάζουν οι αστοί: ο Μπαντιού έσπευσε να διαχωρίσει τη θέση του από το «μιλιταριστικό μοντέλο του λενινιστικού κόμματος».

Με λίγα λόγια, ούτε ο Μπαντιού ξεφεύγει από τον τύπο εκείνο των διανοουμένων που μόνο η  αστική τάξη έχει ανάγκη, ειδικά τον καιρό της κρίσης: των φιλοσόφων που επιλεκτικά λαμβάνουν υπόψη τις προόδους που έκανε ο μαρξισμός τον 20ό αιώνα, δηλαδή (χοντρικά) τον καιρό του ιμπεριαλισμού, και υπερασπίζονται τον «γνήσιο» μαρξισμό, αποκαθαρμένο από τον επάρατο λενινισμό. Μας γυρίζουν δηλαδή (όπως έκαναν και οι θαυμαστές του Γκορμπατσώφ) στο 19ο αιώνα (κι αυτόν βέβαια κουτσουρεμένο), και βέβαια, σπεύδουν να σώσουν τις ψυχές των νέων αγωνιστών, ιδιαίτερα, από το επάρατο «λενινιστικό μοντέλο» (βλ.εδώ). Ακόμα και για τον κομμουνισμό φτάνουν να μιλήσουν, αλλά προς θεού, χωρίς λέξη για τις υλικές προϋποθέσεις για την επανάσταση.. Φιλόσοφος και εκλεκτικιστής, όμως, γίνεται;

Για όλους αυτούς τους «μεταλενινιστές»-αντιλενινιστές αριστερούς, τους κρατικοδίαιτους «αντικρατιστές» (βλ.όμως και εδώ: ο Μπαντιού ξεπερνά την αντίθεση κράτους-κινήματος), μεταφράζεται το παρακάτω άρθρο του Αλαίν Μπαντιού στα ελληνικά. Για να κάνουν ένα βήμα πίσω. Να σταθούν σε αυτό το μικρής σημασίας άρθρο, όπως πάντοτε κάνουν, κι όχι στα άλλα θεωρητικά «εγκλήματά» του, με τα οποία, βεβαίως, συμφωνούν.

Η Καμπότζη θα νικήσει!

του Αλαίν Μπαντιού

Le Monde 17/1/1979

Η εισβολή στην Καμπότζη 120.000 βιετναμέζων με τανκς και βομβαρδιστικά αεροπλάνα: η εγκαθίδρυση στην Πνομ Πενχ «διοικούντων» που βγήκαν από τις βαλίτσες του εισβολέα: το να πάρει κανείς θέση για αυτά τα γεγονότα, κατά την άποψή μας, αφορά ουσιαστικά ζητήματα.

Ας υποθέσουμε ότι η απάθεια επικρατεί, ότι κανένα ρεύμα της διεθνούς κοινής γνώμης δεν δημιουργείται εναντίον του σκανδάλου αυτού και των ενεργειών αυτών. Τότε θα γινόταν ένα αποφασιστικό βήμα για την ωμή παραβίαση του δικαιώματος των λαών να υπάρχουν, του δικαιώματος των κρατών να έχουν εγγυημένα τα σύνορά τους και τη διεθνή ασφάλειά τους αναγνωρισμένη. Η επίλυση των πολιτικών προβλημάτων του γείτονα με χτυπήματα από τεθωρακισμένες μεραρχίες θα καθίστατο, σε μια τέτοια περίπτωση, ένα γεγονός φυσιολογικό.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα αποδοχής του διεθνούς γκανγκστερισμού, θα επρόκειτο για τη γενίκευση του πολέμου, ο οποίος θα καθίστατο αναπόφευκτος.

Η εξοικείωση, ή έστω και μόνο η χλιαρή διαμαρτυρία, έναντι μιας τέτοιας ωμής και ανοιχτής πράξης μιλιταριστικής βαρβαρότητας, θα αναπαρήγαγε τη λογική του Μονάχου, η οποία προωθεί το ότι είναι δυνατό κανείς να απομακρύνει τον κίνδυνο από τον εαυτό του στρέφοντάς τον εναντίον άλλων και προδίδοντάς τους άλλους, Αυστριακούς ή Τσέχους χτες, Χμερ σήμερα.

Είναι εξαιρετικά ζωτικής σημασίας και ηθικά καθαρό να εξεγείρεται κανείς ενάντια στην σημερινή εισβολή, όπως καταδικάστηκε η ωμή αμερικανική επίθεση του 1970. Η διαδικασία είναι ίδια: αεροπορία και τεθωρακισμένες μεραρχίες εναντίον ενός μικρού και φτωχού λαού. Οι στόχοι είναι ίδιοι: η εγκαθίδρυση στις πόλεις μιας εξουσίας από τον ξένο ζυγό. Τα αποτελέσματα είναι ίδια: λαϊκός πόλεμος εθνικής αντίστασης.

Σκοτεινές υποθέσεις αγριάνθρωπων

Το ότι στο φόντο βρίσκουμε αυτή τη φορά τις αυτοκρατορικές φιλοδοξίες της σοβιετικής υπερδύναμης, της οποίας το Βιετνάμ είναι πελάτης, δείχνει μόνο την ταχύτητα των αλλαγών της συγκυρίας, με την πρώτη (σ.parapoda: τη σοβιετική υπερδύναμη) να επιθυμεί πλέον να παίζει τον πρώτο ρόλο στην παγκόσμια αντεπαναστατική χωροφυλακή. Δικαιολογημένα, λοιπόν, μπορεί κανείς να υπενθυμίζει το τσεχοσλοβακικό προηγούμενο (σ.μετ.: του 1968), το οποίο, εξάλλου, με έναν πρωτοφανή κυνισμό, οι Βιετναμέζοι ανοιχτά επικαλούνται. Παρά τα δέκα χρόνια απόσταση, είναι ακριβώς η ίδια διαδικασία που λαμβάνει χώρα και επιδεινώνεται.

Κάτι που φαίνεται να παραλύει κάποιους έναντι του προφανούς χρέους τους να αντιδράσουν, είναι η τεράστια εκστρατεία, εδώ και τρία χρόνια, εναντίον του καμποτζιανού «γκουλάγκ».

Από μόνο του, το επιχείρημα αυτό είναι περίεργο, καθώς, εν ολίγοις, μας λέει πως αφού οι Χμερ σκοτώνονται τόσο πολύ μεταξύ τους, η σφαγή τους από τα βιετναμέζικα τανκς πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους! Θα ήταν καλύτερο να έλεγε κανείς πως, βλέποντάς τα από μακριά, στην Ασία, το εθνικό ζήτημα, ο σεβασμός των συνόρων, η απόλυτη ατιμία που είναι μια βασική εν ψυχρώ εισβολή, δεν είναι παρά σκοτεινές υποθέσεις αγριανθρώπων.

Ενάντια στις δύο υπερδυνάμεις

Κατά βάθος, διαπιστώνουμε το παρακάτω: για να «ερμηνεύσουν» καλύτερα τη βία του επαναστατικού προτσές στην Καμπότζη, οι λογοκριτές καταγγέλλουν όσο περισσότερο μπορούν το «σεχταριστικό υπερεθνικισμό», την «άρνηση αποδοχής της ξένης βοήθειας», το «σωβινισμό» τον οποίο επιδεικνύουν ο Πολ Ποτ και οι σύντροφοί του Ερυθροί Χμερ. Μάταια προσπαθεί να συγκαλυφθεί, σε αυτές τις προτάσεις,  ο ισχυρισμός τους πως είναι αλαζονεία μια χώρα μικρού μεγέθους να διεκδικεί να μην αποδέχεται τη «συμμόρφωση», την υποταγή, την ένταξη σε μια σφαίρα ηγεμονίας.

Στην πραγματικότητα, επειδή ξεσηκώθηκαν εναντίον και των Αμερικανών και των Σοβιετικών, και το ότι δεν παραχώρησαν τίποτε στον ισχυρό γείτονα που ήθελε σιγά-σιγά να τους θέσει υπό την προστασία του, οι καμποτζιανοί επαναστάτες, πρώτοι αυτοί, άνοιξαν το δρόμο για το ζήτημα της εθνικής ανεξαρτησίας, έτσι όπως αυτό τίθεται σήμερα: άρνηση υποταγής στους ηγεμονισμούς, ταυτόχρονη πάλη εναντίον των δύο υπερδυνάμεων.

Πέρα από τις εντάσεις που έχουν συσσωρευτεί, κατά το πέρασμα των αιώνων, από την απόλυτη εξαθλίωση του Χμερ χωρικού, το να θέλει κανείς να στηρίζεται στις δυνάμεις του και να μην υποδουλώνεται σε κανένα, ξεκαθαρίζει πολλά πράγματα αναφορικά με την καμποτζιανή επανάσταση, συμπεριλαμβανομένου εκείνου του ότι τίθεται στην ημερήσια διάταξη ο τρόμος. Δεν αποτελεί δικαιολόγηση όλων των πραγμάτων η επισήμανση ότι με δεδομένο το «Blitzkrieg» (σημ. parapoda: η ονομασία της επιχείρησης των ναζί εναντίον της ΕΣΣΔ στις 22/6/1941) των βιετναμέζων εισβολέων, η εκ των προτέρων εκκένωση των πόλεων παίρνει άλλα χαρακτηριστικά. Και άλλα μέτρα που προκάλεσαν εντύπωση, όπως η κατάργηση των εγχρήματων συναλλαγών και το γρήγορο πέρασμα στον κολλεκτιβισμό, δεν είναι χωρίς προηγούμενο, ακόμα κι αν είναι μακρινό, αφού υπήρχε ο «πολεμικός κομμουνισμός» στην ΕΣΣΔ μεταξύ 1918-20. Ο απολογισμός όλων αυτών, κατ’ εμάς, είναι ένα ανοιχτό ζήτημα, πρωταρχικής σημασίας.

Ένας τρίτος απελευθερωτικός πόλεμος

Ωστόσο, στην πραγματικότητα, δεν ζητείται από κανέναν να πάρει θέση επί αυτών. Ούτε ζητείται καν από κάποιον να εξετάσει με τη συνείδησή του ποιον εξυπηρετεί αυτή η φοβερή αντικαμποτζιανή εκστρατεία των τριών τελευταίων ετών, όπως και το αν αυτή δεν έχει την αρχή της πραγματικότητας (principe de réalité) στην τρέχουσα απόπειρα επιβολής της «τελικής λύσης» (σ.parapoda : αρχή της πραγματικότητας -φροϊδικός όρος που υπονοεί την «προσαρμογή» κάποιου δεδομένης μιας επικρατούσας κατάστασης).

Ένα μόνο πράγμα μετρά: να ξεσηκωθούμε εναντίον του επιτιθέμενου, και να δώσουμε, εν τοις πράγμασι, στον καμποτζιανό λαό την υποστήριξή μας στον παρατεταμένο απελευθερωτικό πόλεμο- τρίτο κατά σειρά- τον οποίο αναγκάστηκε να διεξάγει.

http://www.infos-edipro.org/Dochml/presse/brochures/ucfml/cambodge/docu2.htm

***

Στην πραγματικότητα, το μόνο λάθος του Μπαντιού παραπάνω είναι ότι, αν και «μαοϊκός», δεν καταλάβαινε πως η βιαστική κολλεκτιβοποίηση (που ξεκίνησε ήδη το 1973, αν και δεν είναι γνωστό ότι την ήξερε ο υπόλοιπος κόσμος),  ήταν καραμπινάτη δεξιά πολιτική, που έδινε προτεραιότητα στην άνοδο των παραγωγικών δυνάμεων και όχι στις παραγωγικές σχέσεις, ενώ η εκκένωση των πόλεων ήταν μια πραγματιστική πολιτική. Κατά τα λοιπά, αναφορικά με το ότι η εισβολή των βιετναμέζων ήταν ένας άδικος πόλεμος (με τη λενινιστική έννοια), ο Μπαντιού είχε δίκιο.

Βέβαια, από απολενινιστές και αντισταλινικούς δεν μπορείς να περιμένεις να σταθούν «βράχοι» και συνεπείς όχι απλώς με τις απόψεις τους για την τρέχουσα επικαιρότητα, αλλά με τον ίδιο τους τον εαυτό. Έτσι, το 2012 ο Μπαντιού, σε ένα…τηλεοπτικό πάνελ, αποκηρύσσει το άρθρο του για την Καμπότζη. Αποδέχεται την αυτοταπείνωσή του μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες. Είναι αξιοθρήνητο το βίντεο, όχι τόσο για το «μεταμεληθέντα» άνθρωπο Μπαντιού, όσο για το Πρετεντέρειο χαμόγελο του «ανακριτή» (που δείχνει ότι ο Πρετεντέρης μπροστά στους δυτικούς «δημοσιογράφους» είναι…ποιότητα).

Μέσα σε όλα αυτά, όμως, ο Μπαντιού, τονίζει την ουσία του άρθρου του (αντίθεση στη βιετναμέζικη εισβολή), και το σημαντικό, πολύ σωστά δίνει «τροφή» για την επανανοηματοδότηση της «νίκης». Είναι κι αυτό μια θετική συμβολή του Μπαντιού, μέσα σε όλες τις αντιφάσεις του. Και είναι να λυπάσαι γιατί ο 21ος αιώνας δεν βγάζει διανοούμενους «βράχους», όπως κατά τον 20ό.

Η μετάφραση των λεγομένων του Μπαντιού είναι παρακάτω:

«Λυπάμαι. Και είμαι χαρούμενος να το λέω εδώ δημόσια: λυπάμαι που έγραψα αυτό το κείμενο. Όμως δεν αρκεί κανείς να λυπάται. Το να λυπάται και να μετανιώνει κανείς, μπορεί πάντοτε να το κάνει. Είναι πολύ εύκολο. Οι ίδιοι οι αρχηγοί του κράτους μας δεν σταματούν να μετανιώνουν και να ζητούν συγχώρεση. Στην τελική, αξίζει περισσότερο να πιστεύει κανείς πως, όπως έλεγε ο Σπινόζα, «η μετάνοια δεν είναι αρετή».

Πέραν, λοιπόν, του γεγονότος ότι λυπάμαι που έγραψα τέτοιο κείμενο, ενδιαφέρομαι για το ζήτημα του να ξέρουμε γιατί το έγραψα. Το έγραψα γιατί είχα ενθουσιαστεί από τη νίκη των Ερυθρών Χμερ το 1975. Δεν ήμουν ο μόνος. Ξαναδιαβάστε τα πρωτοσέλιδα της Μοντ της εποχής. Ακολούθως ήθελα να κρατήσω αυτό τον ενθουσιασμό μου, ιδιαίτερα ενάντια στο δίκτυο των όλο και λιγότερο διαθέσιμων πληροφοριών. Στην πολιτική, η αποθάρρυνση είναι το σημερινό νόμισμα, και ο ενθουσιασμός είναι κάτι το πολύτιμο.

Όταν οι Ερυθροί Χμερ πήραν την εξουσία, ήταν μια εντυπωσιακή στρατιωτική νίκη. Γιατί είχαμε τόσο πολύ ενθουσιαστεί; Γιατί επρόκειτο για μια νίκη ενός πολύ μικρού λαού, οργανωμένου σε αγροτικό αντάρτικο υπό την καθοδήγηση των Ερυθρών Χμερ, ενάντια στον τεράστιο αμερικάνικο στρατό και τους ντόπιους συνεργάτες του. Και επρόκειτο, επομένως, για μια επιβεβαίωση μιας ρήσης του Μάο που υποστήριζε τότε την ελπίδα εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο: «Ένας μικρός λαός, αν είναι ενωμένος και στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις, μπορεί να λυγίσει μια μεγάλη δύναμη». Ακόμα και σήμερα, αυτή η ιδέα ότι ο πιο αδύναμος, όσον αφορά την ωμή δύναμη, μπορεί να είναι πολιτικά ο ισχυρότερος, έχει μεγάλη σημασία.

Υπήρχε, επομένως, αυτός ο ενθουσιασμός, και όταν οι Βιετναμέζοι εισέβαλλαν στην Καμπότζη, αυτή η εισβολή μου φάνηκε ειδεχθής. Τέσσερα χρόνια αφότου είχαν εκδιώξει τους Αμερικάνους, να που η Καμπότζη έπρεπε να υποστεί μια νέα εισβολή! Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην Καμπότζη είχε εισβάλλει το 1979 ο βιετναμέζικος στρατός για λόγους που δεν είχαν καμία σχέση με το ανθρωπιστικό συναίσθημα, αλλά για λόγους καθαρά περιφερειακής δύναμης. Δεν πρέπει να το ξεχνάμε, καθώς το άρθρο μου το 1979 είναι πρωτίστως ένα άρθρο ενάντια στη βιετναμέζικη εισβολή.

Ως δίδαγμα όλων αυτών, πιστεύω πως πρέπει να σκεφτούμε, στο τέλος του 20ού αιώνα, για τις ζημιές που έγιναν στους κόλπους της προοδευτικής και κομμουνιστικής- ας επαναφέρουμε αυτή την παλιά λέξη- σκέψης από τον ενθουσιασμό της νίκης, τον πρόωρο και χωρίς όρια. Γιατί εκατομμύρια και εκατομμύρια ανθρώπων, εργάτες αλλά και διανοούμενοι, που παρέμειναν ενθουσιασμένοι από τη μπολσεβικική επανάσταση για δεκαετίες, ακόμα και επί Στάλιν, όλοι αυτοί, αναρίθμητοι, για τους οποίους η ζωή έπαιρνε νόημα υπό το φως της νίκης της Επανάστασης του 1917, μας θέτουν ένα ερώτημα πολύ πιο σημαντικό από την προσωπική μου  λανθασμένη θέση επί του καμποτζιανού ζητήματος.

Αυτό το ερώτημα προκύπτει από το ότι οι λαοί που ξεσηκώνονται σπάνια νικούν. Πολύ σπάνια. Όλος ο κόσμος το ξέρει. Ξαφνικά, μια νίκη, όσο αμφίβολη και να’ναι, διχαστική, σκοτεινή, και μερικές φορές στιγματισμένη από τρομερά εγκλήματα, έχει μια δύναμη τρομακτικής συσπείρωσης. Και αυτό που ο τελευταίος αιώνας μας δίδαξε είναι πως πρέπει να είμαστε μη γοητευόμαστε από τις νίκες. Θα έλεγα μάλιστα πως ένα από τα πιο μεγάλα διδάγματα της σύγχρονης πολιτικής- της πραγματικής πολιτικής, αυτής που θέλει τη χειραφέτηση όλης της ανθρωπότητας- είναι να ανανοηματοδοτήσουμε το τι συνιστά νίκη. Μια πραγματική νίκη της πολιτικής, της πολιτικής με την έννοια που έχει αυτή στον πυρήνα της, και όχι με την έννοια της νίκης κάποιου εναντίον κάποιου άλλου, που βγαίνει από το εκλογικό παραβάν».

http://www.lepoint.fr/culture/regardez-alain-badiou-je-regrette-14-03-2012-1441309_3.php

Advertisements

Tagged: , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: