Α/συνεχεια: Μετασχηματισμος, μεταδιαλυση και πραξη (1983)

eksofylo0033

Σημείωση parapoda:Η Α/συνέχεια μετεξελίχτηκε το 2003 στην Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας (ΚΟΕ).

ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΜΕΤΑΔΙΑΛΥΣΗ και ΠΡΑΞΗ

(Τι απέγιναν – τι κάνουν – τι θα απογίνουν οι «προβοκάτορες»)

Πέρσι, τέτοια εποχή, μερικοί σύντροφοι στην Αθήνα αποφασίσαμε να μοιράσουμε στις 17 Νοέμβρη μια προκήρυξη με ορισμένες απόψεις μας. Ήταν περισσότερο η ανάγκη μιας συλλογικής δραστηριότητας και επικοινωνίας που μας έσπρωξε στην ενέργεια αυτή, παρά μια κεκτημένη, από συνήθεια, ταχύτητα. Το ανυπόγραφο της προκήρυξης κίνησε, την δραστήρια άλλωστε, περιέργεια του χώρου. Για μας απλά ήταν η επιλογή να μη σκαρώσουμε σώνει και καλά μια υπογραφή, απ’ τη στιγμή που, όποια υπογραφή και να βάζαμε θα ξεπερνούσε τα όρια της πρωτοβουλίας για την προκήρυξη. Οποιοι έχουν βρεθεί σε ανάλογες περιστάσεις θα μας κατανοούν.

Η τύχη του κειμένου αυτού ήταν καλλίτερη απ’ ότι περιμέναμε. Κατ’ αρχάς διαβάστηκε κι ίσως αυτό είναι σημαντικότερο, ενώ αναδημοσιεύτηκε στην Εργατική Πρωτοπορία, στη Ρήξη και τη Νύχτα.

Η κύρια κριτική, που έφτασε ως εμάς, χαρακτήριζε το κείμενο σαν «αισιόδοξο». Δηλαδή, περιέγραφε και εκτιμούσε πράγματα, που η σημασία τους και το βάρος τους μάλλον δεν δικαιολογούσαν μια διατύπωση, ότι «το κίνημα που έχει στόχο την επανάσταση υπάρχει» ακόμα κι αν αναφερόταν στα 20 τελευταία χρόνια. Ενώ για την κρίση (Θεωρίας, μαρξισμού κλπ. κλπ.) δεν αναφέρονταν διόλου.

Σήμερα, ένα χρόνο μετά, στην ίδια ευκαιρία, αισθανόμαστε την ανάγκη να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα για την κατάσταση αυτού του κινήματος. Οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε πως, όσα γράφαμε πέρσι ισχύουν ακόμα σαν γενικές εκτιμήσεις. Θέλουμε λοιπόν να μιλήσουμε για τον μετασχηματισμό, την μεταδιάλυση και την πράξη μας.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟ

« Όποιος μετασχηματίζει, μετασχηματίζεται, γι’ αυτό βρίσκεται συνεχώς αντιμέτωπος με τον μετασχηματισμό: Μετασχηματισμό δικό του, μετασχηματισμό του κόσμου. Για να μετασχηματίσουμε πρέπει να μετασχηματιστούμε, μετασχηματίζοντας μετασχηματιζόμαστε». * (*Όλες οι φράσεις που είναι σε εισαγωγικά είναι παρμένες από ιταλικά κείμενα της περιόδου 81-83, που γράφτηκαν από συντρόφους, ομάδες, οργανώσεις, μέσα ή έξω από τις φυλακές.)

Τη στιγμή αυτή βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία μετασχηματισμού αυτού που απόμεινε από το πάλαι ποτέ εξωκοινοβουλευτικό κίνημα και που εξακολουθεί να επιμένει σε μια ανταγωνιστική κατεύθυνση. Παντού, σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, κύκλοι, ομάδες, περιοδικά, κινήσεις, κλπ. έχουν ανοίξει, εμπλακεί σε μια διαδικασία, που, άσχετα αν δηλώνεται ή όχι, αγκαλιάζει το σύνολο των προβλημάτων, που τέθηκαν ή τίθονται απ’ όλη την εικοσάχρονη πορεία τους. Η πολυμορφία, που είναι φυσικό να εκδηλώνεται, οι διαφορετικές ιδεολογικές αποσκευές, καθώς και οι αλλοιώτικες διαδρομές και ίσως ο απόλυτος, μονομερής τρόπος με τον οποίο με τον οποίο κάθε πλευρά εκφράζει την άποψη της, δεν πρέπει να θεωρηθούν σαν άρνηση αυτού του μετασχηματισμού.

Βρισκόμαστε λοιπόν στην καρδιά ενός μετασχηματισμού, που χρωματίζεται από το κλείσιμο ενός 20χρονου κύκλου, το βάρος της ήττας, τη συσσώρευση πραγματικών και μη προβλημάτων.

Ο μετασχηματισμός έχει υποκείμενο αλλά και αντικείμενο όλες τις τάσεις και τα ρεύματα, που εμφανίστηκαν τα τελευταία 20 χρόνια και πιέζονται από τη φοβερή αναντιστοιχία των θεωριών τους και μιας πραγματικότητας, που, κυνικά στο σύνολο της, εμφανίζεται σήμερα να τους περιγελά.

Είναι λοιπόν επόμενο, ο μετασχηματισμός αυτός σε μεγάλο του μέρος να καλύπτεται από αυτό που ονομάζεται «χώνεμα της πείρας».

Το παρελθόν που κουβαλάει ο καθένας και που κυνηγάει τον καθένα δεν παραγράφεται αυτόματα, και μπορεί να ξεπεραστεί διαλεκτικά μετά από τη σύνθεση ενός συλλογικού υποκειμένου. Και φυσικά από τώρα δηλώνουμε πως δεν μας εκφράζει διόλου η τάση να απαρνηθούμε το παρελθόν μας ή να ντρεπόμαστε γι’ αυτό. Μας απασχολεί το χώνεμα της πείρας για να προχωρήσουμε σε μια κατεύθυνση, που, όσο κι αν ψάξουμε, δεν μπορεί να ξεφύγει από την ουσία του επαναστατικού κινήματος. Κι από μια τέτοια άποψη τα 20-30 τελευταία χρόνια ήταν αρκετά πλούσια. Αυτά όμως σήμερα ή θεωρούνται νεανικά σκιρτήματα, είτε συγκρίνονται μ’ αυτά που δεν κάναμε κι έτσι είμαστε και στεναχωρημένοι και ρεαλιστές.

Αν το παρελθόν μπορεί να αντιμετωπιστεί με διαφορετικές ψυχολογικές καταστάσεις, εμάς μας ενδιαφέρουν αρκετές τους πλευρές και ιδιαίτερα αυτό που ονομάζεται «ιστορική μνήμη του κινήματος» για τους εξής λόγους: επιχειρείται από την αστική τάξη συνολικά, η αφαίρεση κάθε μνήμης από τα τμήματα εκείνα που αγωνίζονται για τον κομμουνισμό. Ένα αρχικό στάδιο, προετοιμασίας ας πούμε, αφορά τη δημιουργία ενός κενού μνήμης. Αυτό αργότερα θα καλυφτεί με το περιεχόμενο της Ιστορίας, που συνήθως ξαναγράφεται, όχι από τους πρωταγωνιστές της, αλλά από αυτούς που επικράτησαν. Και φαίνεται πως είναι ιδιαίτερα ενοχλητική για τους αστούς η ιστορική μνήμη του κινήματος, τόσο, που ακόμα και σ’ εκείνους που αναφέρονται σ’ αυτήν, φαίνεται παράξενη η επίδραση της στην συνέχεια του κινήματος. Είναι αναγκαίο όμως να αποκατασταθεί ένα παράδοξο. Αυτό, που για ιστορική μνήμη εννοεί μόνο τις εμπειρίες που υπάρχουν στις χώρες του προωθημένου καπιταλισμού. Για κάποιες άλλες, ενώ το περιεχόμενο τους, η μαζικότητα τους αλλά και το βάθος τους καταγράφονται στην συνολική εμπειρία της προλεταριακής απελευθέρωσης, λόγω ενός ευρωποκεντρικού υποκειμενισμού, σχεδόν παραγράφονται ή δεν θεωρούνται σημαντικές. (Είναι πάντως διαφορετικοί οι λόγοι, που μας υποδείχνουν να παρατηρούμε την μετασχηματιστική διαδικασία, που συντελείται στις χώρες του προωθημένου καπιταλισμού).

Γι’ αυτό και οι έννοιες «ιστορική μνήμη του κινήματος» και «χώνεμα της πείρας» δεν ταυτίζονται. Η ιστορική μνήμη του κινήματος αφορά κυρίως τον τρόπο που βλέπουμε, το «μάτι» με το οποίο παρατηρούμε το πρόσφατο παρελθόν μας, αλλά και αυτό, που λέγεται παράδοση, αν και παρεξηγημένη έννοια. Σε ποιους αγώνες και προσπάθειες, σε ποιες απόπειρες κι εμπειρίες, σε ποιες εφόδους και αποτυχίες αναγνωριζόμαστε, θεωρούμε «δικές» μας. Το «χώνεμα της πείρας» αφορά τη διαδικασία επεξεργασίας του υλικού που συσσωρεύθηκε την τελευταία 30ετία. Πλούσιο υλικό σε όλους τους τομείς: θεωρητικό, πολιτικό, οργανωτικό, που η επεξεργασία του έχει αφεθεί στα «τρωκτικά των βιβλιοθηκών», με κίνδυνο που έχει κιόλας επαληθευτεί να χρησιμοποιηθεί προς όφελος των υπαρχουσών συσχετισμών: να επιτείνονται οι θρηνολογίες για θεωρητικά αδιέξοδα, που συντελούν στην παράκαμψη των πραγματικών, προβλημάτων.

Αν είναι σωστή, παρ’ όλη τη ρητορική της, η φράση «από την κρίση του τρόπου παραγωγής και του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού θα βγούμε από την κεντρική πόρτα: την πόρτα του κομμουνισμού» μπορούμε να παραφράσουμε, λέγοντας, πως το επαναστατικό κίνημα θα βγει από την κρίση του μόνο απαντώντας στα προβλήματα, που τέθηκαν στην τελευταία 30ετία. Είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς την ανάπτυξη κάποιου πραγματικού κινήματος, που να μην συναντήσει στο δρόμο του, με άλλη μορφή βέβαια, τα προβλήματα με τα οποία προσπάθησαν να αναμετρηθούν κάποιοι άλλοι προηγούμενα.

Το «χώνεμα της πείρας» είναι ένα μόνιμο – διαρκές καθήκον γι’ αυτούς που φιλοδοξούν για κάτι καλύτερο, ενώ από αυτήν την διαδικασία θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό η κατάληξη και οι ρυθμοί του μετασχηματισμού.

Το σχήμα, που εκφράστηκε και εκφράζεται μέσα, αλλά και έξω από καθορισμένους πολιτικούς σχηματισμούς, «θεωρητική επάρκεια ή ανεπάρκεια» σαν κρίσιμο σημείο διάστασης, ανάμεσα σε όσους εφησυχάζουν και σε όσους ανησυχούν, αποτελεί μια στρεβλή αντανάκλαση ενός πραγματικού προβλήματος. Άρα, όσοι ψάχνουν μ’ αυτό τον τρόπο, αλλά και τα συμπεράσματα τους ελάχιστα συμβάλλουν. Το πραγματικό πρόβλημα, και μ’ αυτό αναμετριέται ο μετασχηματισμός, είναι άλλο και το υπογραμμίζει η οξύτητα που μ’ αυτήν παρουσιάζεται σήμερα η ανάγκη θεωρητικής – πραχτικής ανταπόκρισης στις απαιτήσεις μιας όλο και πιο περίπλοκης και πολύπλοκης πραγματικότητας.

Το καθήκον του καθένα (ατομικά ή συλλογικά) είναι στο μέτρο των δυνάμεων του να μετατρέψει την ανησυχία του σε πράξη κι αυτό με την πλήρη έννοια της λέξης. Να συμβάλει δηλαδή στην κάλυψη της ανάγκης για μια στοιχειώδικη ανταπόκριση στις απαιτήσεις αυτής της πραγματικότητας, θεωρητικά – πραχτικά, πασχίζοντας να το κάνει σε αξεδιάλυτη ενότητα. Μια τέτοια προσπάθεια θα συμβάλει στο να αποκαλυφθούν οι ψεύτικες επιλογές και να ξεπεραστούν τα ψευτο – διλήμματα, να αναδειχθούν σε όλη τους την «υλικότητα» και την ακεραιότητα τα πραγματικά διλήμματα, οι πραγματικές επιλογές. Κάτι τέτοιο θα αποτρέψει αιφνιδιασμούς και θα επιταχύνει την πορεία για την υπέρβαση των «παγιωμένων» συσχετισμών. Θεωρητικά – πραχτικά.

Τέλος πάντων, για μας ο μετασχηματισμός στοχεύει σε μια νέα έφοδο. Που για να γίνει, απαιτεί αρκετή προεργασία και προπαντός αποσαφήνιση μιας ιδεολογικής – πολιτικής ταυτότητας.

Στη χώρα μας ζούμε ακόμα τη φάση της μεταδιάλυσης και της μιζέριας, που η διαιώνιση τους είναι ανίκανη, όχι κίνημα να δημιουργήσει, αλλά και να δώσει στοιχεία αυτοσεβασμού και αξιοπρέπειας. Αυτός είναι ένας από τους λόγους, που τα σημάδια του μετασχηματισμού είναι λίγο ορατά και στην αρχή τους.

Επειδή όμως το «τι να κάνουμε» ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια κίνηση, που αναφέρεται στον κομμουνισμό και δεν επιζητεί να φέρει τον κομμουνισμό στα μέτρα της αλλά το αντίθετο, δεν επιτρέπεται καμιά περιχαράκωση σε εθνικά πλαίσια, όχι γιατί οι «λύσεις θα’ ρθουν απ’ έξω», αλλά γιατί δεν συνέβηκε ποτέ να αναπτυχθεί ένα αξιόλογο κίνημα χωρίς διεθνείς αναφορές, χωρίς απόψεις για τα προβλήματα της εποχής του.

Είναι αναγκαίο, οφείλουμε να παρακολουθούμε και να εντάσσουμε τα «δικά μας» σε κάποιες γενικότερες αναφορές. Το να συνειδητοποιηθεί από τους συντρόφους της χώρας μας ότι βιώνουμε, αποτελούμε τμήμα κι άρα ότι μπορούμε να παίξουμε κάποιο ρόλο στον μετασχηματισμό, μετασχηματίζοντας και μετασχηματιζόμενοι, νομίζουμε αποτελεί ένα κάποιο πλαίσιο της δραστηριότητας μας. Και ένα πλαίσιο που θα εντάσσεται η δραστηριότητα μας είναι αναγκαίο όχι τόσο για το άμεσο «σήμερα – αύριο» αλλά κυρίως για να χαρακτηρίζει – προσανατολίζει – κατευθύνει την πράξη για μια ολόκληρη περίοδο.

«Το ότι υπήρξε μια ήττα είναι άχρηστο και ηλίθιο να το αρνούμαστε. Μια ήττα των τακτικών και στρατηγικών σχημάτων τον επαναστατικού κινήματος κι όχι μια εξάλειψη του ανταγωνισμού που υλικά στηρίζει σε νέες μορφές, την επικαιρότητα του κομμουνισμού».

Μιλήσαμε πιο πάνω για το κλείσιμο ενός κύκλου και για ήττα. Χρειάζεται να διευκρινίσουμε περισσότερο, γιατί σήμερα υπάρχει μια ιδιάζουσα ψυχολογία της ήττας που εμποδίζει οποιαδήποτε δημιουργική σκέψη και συμπέρασμα. Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε στο αν ηττήθηκε ή όχι τούτο το κίνημα. Είναι καθαρό πως κάτι τέτοιο συνέβηκε. Μιλώντας για τούτη την ήττα σ’ άλλες ευκαιρίες,* (*«15 χρόνια μετά το Μάη του ’68» εκδόσεις Α/συνέχεια) υπογραμμίσαμε τόσο τον προδρομικό χαρακτήρα αυτών των κινημάτων όσο και ότι η ήττα ήταν αποτέλεσμα ενός δοσμένου συσχετισμού δυνάμεων που ήταν από κάθε μορφή δυσμενής πολιτικά, ιδεολογικά, οργανωτικά.

Ξεχνιούνται όμως μερικά πράγματα:

ΠΡΩΤΟ: Η ήττα, σε τελευταία ανάλυση, δεν αφορά μονάχα την διάλυση ή περιθωριοποίηση ενός ρεύματος που στην Ευρώπη πολιτογραφήθηκε σαν εξωκοινοβουλευτική ή επαναστική αριστερά, αλλά τις δυνάμεις της επανάστασης παγκόσμια, αποτέλεσμα της σκληρότατης ταξικής πάλης σ’ όλα τα μέτωπα.

ΔΕΥΤΕΡΟ: Στη διάρκεια των 20-30 χρόνων δόθηκαν απ’ αυτόν τον χώρο μάχες, έγιναν δοκιμές και πειραματισμοί σ’ όλα τα επίπεδα, που αν και δεν μπόρεσαν να αντιστρέψουν την πορεία και το τελικό αποτέλεσμα, σφράγισαν και σημάδεψαν σ’ αρκετές περιπτώσεις την πολιτική, πολιτιστική και ιδεολογική σκηνή των χώρων όπου διαδραματίζονταν.

ΤΡΙΤΟ: Δεν μπορεί να ερμηνευτεί όλη αυτή η κίνηση, η διάρκεια της, η ένταση της και η έκταση της, χωρίς να παρθεί υπόψη πως έκφραζε κάποιες βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες και ανάγκες.

ΤΕΤΑΡΤΟ: υπάρχει διαφορά μεταξύ της επίγνωσης μιας κατάστασης και προσπάθειας ξεπεράσματος της, από μια στάση κλαψουρίσματος, μετάθεσης των ευθυνών, του εξ αποστάσεως σχολιαστή της κρίσης, της έλλειψης προϋποθέσεων των φοβερών δεινών που μαστίζουν τον άνθρωπο.

ΠΕΜΠΤΟ: Η συνειδητοποίηση της κατάστασης μπορεί να οδήγησε αρκετούς στην εγκατάλειψη της πολιτικής δραστηριότητας και στην αναζήτηση μιας έκφρασης σ’ άλλους χώρους, μα συγχρόνως για άλλους υπήρξε ένα κέντρισμα να ξανά – αναλύσουν τον κόσμο, τον εαυτό τους και την εμπειρία τους για να ανακαλύψουν τους ταξικούς κοινωνικούς, πολιτιστικούς περιορισμούς που οδηγούν σε μια γενικευμένη αλλοτρίωση.

ΕΚΤΟ: «Συνειδητοποιούμε την κρίση του κινήματος, σημαίνει ότι συνειδητοποιούμε πως η επανάσταση έχει πραγματοποιηθεί, και ότι στην ιμπεριαλιστική μητρόπολη ζούμε συγχρόνως σε δυο χώρο – χρόνους διαφορετικούς: Το χώρο – χρόνο της κατάληψης των χειμερινών ανακτόρων, και το χώρο-χρόνο της μετάβασης. Το ΠΡΙΝ και το ΜΕΤΑ».

ΕΒΔΟΜΟ: Γι’ αυτό κάνουν λάθος όσοι υποστηρίζουν πως η κρίση του κινήματος αντανακλά την κρίση των περιεχομένων πάνω στα οποία αναπτύχθηκε. Και πως άλλα περιεχόμενα αναπτύχθηκαν παράλληλα με το κυρίαρχο σώμα αντιλήψεων του κινήματος (θεωρώντας περίπου κοινό το φάσμα απόψεων από τις μαρξιστικές – λενινιστικές έως τις αναρχικές). Που όμως αυτά τα περιεχόμενα δεν ήταν αρκετά ώριμα και ριζωμένα για να μπορούν να προσδιορίσουν το ζητούμενο νέο. Η πολιτική διαμεσολάβηση θεωρήθηκε τμήμα του παλιού κόσμου κι «ανατινάχθηκαν» όλες οι γέφυρες που συνόδευαν τα νέα περιεχόμενα με κάθε προηγούμενη κατάσταση με ανάλογες συνέπειες όταν μεταστράφηκε το ρεύμα.

Για μας ο χαρακτηρισμός «προδρομικά κινήματα» υποδηλώνει πως νέα περιεχόμενα θίχτηκαν, πως νέα καθήκοντα τέθηκαν από την κοινωνική εμπειρία.

Σε μια μεταβατική εποχή, το είδος αλλά και ο τρόπος της δραστηριότητας, δεν επιδέχεται καμιά πολυτέλεια επιλογής μεταξύ «παλιού και νέου» με την έννοια πως «παλιό και νέο» δεν διαχωρίζονται, αλλά ούτε ταυτίζονται, αλλά αποτελούν συνήθως μια σχηματική, εννοιολογική κατασκευή για να οικειοποιηθούμε την τρέχουσα και ρευστή πραγματικότητα.

Η κριτική στην πολιτική διαμεσολάβηση και ο επαναπροσδιορισμός της είναι αναγκαία στοιχεία για την παραπέρα πορεία.

ΟΓΔΟΟ: «Κάθε ιστορία είναι «Ιστορία εγκλημάτων και εγκληματιών». Εάν υπάρχει μια λογική της ιστορίας, όπως λένε ορισμένοι ηλίθιοι, θάπρεπε να ισχύει τούτο το παράδοξο: νικάει όποιος είναι περισσότερο εγκληματίας κι όποιος κάνει τα περισσότερα εγκλήματα. Από την σκοπιά του κομμουνισμού ΝΙΚΑΕΙ όποιος είναι σε θέση να εκφράσει και να δημιουργήσει μεγαλύτερο πλούτο και συνθετότητα των κοινωνικών σχέσεων».

ΕΝΑΤΟ: Όμως «στην εξέλιξη της ταξικής πάλης η ιστορία αναλαμβάνει «να αποδώσει δικαιοσύνη» σ’ όλες εκείνες τις περιπτώσεις που παρόλο που υποκινούνται από την ανυπομονησία, από την επιθυμία ή ακόμα από την πραγματική ανάγκη αλλαγής της καπιταλιστικής κοινωνίας, δεν διαθέτουν τα αναγκαία και αποτελεσματικά εργαλεία. Κι αυτά που διαθέτουν είναι ελάχιστα προσαρμοσμένα στους στόχους της αλλαγής».

Τα γεγονότα είναι πεισματάρικα πράματα. Αυτό ίσχυε στο παρελθόν, ισχύει σήμερα και θα μας δυσκολεύει κι αύριο.

Ο σαρκασμός και χτεσινών συντρόφων φαίνεται πως θα συνοδεύει εκείνους που θα «προσπαθούν να επέμβουν» χωρίς προκαταβολικά να ‘χουν καμιά εγγύηση για τα αποτελέσματα. Μπορεί όμως, κανένας σοβαρός και ρεαλιστής, να προτάξει τεκμηριωμένες αντιρρήσεις στο επιχείρημα, πως ο πολλαπλασιασμός της προσπάθειας και η συνένωση όλων των υλικών και πνευματικών δυνάμεων μας φέρνουν πιο κοντά στην απάντηση προβλημάτων που η εποχή μας βάζει; Κι ακριβώς ο μετασχηματισμός αποτελεί μια τέτοια εκδήλωση. Ο σαρκασμός όμως, προς αυτούς που «θέλουν μα δε μπορούν» είναι αντιστρόφως ανάλογος με τη χρονική απόσταση που μας χωρίζει απ’ αυτούς. Αυτό συμβαίνει είτε λόγω της σφοδρότητας των ανθρωπίνων παθών και στην προκειμένη περίπτωση της βαναυσότητας, που πίσω της καλύπτονται κάποιες ένοχες συνειδήσεις. Είτε λόγω του κριτηρίου της αποτελεσματικότητας, του πραγματισμού, που τροφοδοτείται από την περιβάλλουσα κυρίαρχη καθημερινότητα και καθηλώνει κάθε ενατένιση κι όνειρο πριν καν εκδηλωθεί. ‘Η και τα δυο μαζί.

ΔΕΚΑΤΟ: «Η δύναμη της ενατένισης είναι η δύναμη δράσης. Η δράση του αρχιτέκτονα ανατρέπει τις συνθήκες της μέλισσας. Η μέλισσα πράγματι δεν δρα: κινείται/ Ο κομμουνιστής όμως, ξεκινά από εκεί που ο αρχιτέκτονας τελειώνει.

Να καταργήσουμε τον «αληθινό κόσμο» σημαίνει να δημιουργήσουμε «τον κόσμο που ζούμε»* (*«Αυτό όμως που ξεχωρίζει από τα πριν το χειρότερο αρχιτέκτονα από την καλλίτερη μέλισσα είναι ότι έχει φτιάξει την κερήθρα στο κεφάλι του, προτού τη φτιάξει στο κερί» (Κ. Μαρξ «Κεφάλαιο», Τόμος Ι))

«Οφείλουμε πάντα να αναπτύσσουμε την κοινωνική συνθετότητα, αντί να την συρρικνώνουμε. Στην αντιδραστική στρατηγική, που άλλωστε είναι και αντιιστορική, συρρίκνωση της κοινωνικής συνθετότητας, σαν απάντηση στην ανικανότητα ελέγχου του συστήματος στο πλαίσιο των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, οφείλουμε να αντιτάξουμε την επαναστατική στρατηγική της μεγίστης ανάπτυξης της κοινωνικής διαφοροποίησης στα πλαίσια νέων κοινωνικών σχέσεων».

ΕΝΔΕΚΑΤΟ: Μετασχηματισμός σημαίνει και πολυμορφία. Αντίπαλοι και σκεπτικιστές επισημαίνουν και ποντάρουν στις αρνητικές πλευρές αυτής της πολυμορφίας. Αντίθετα εμείς χωρίς να τις παραβλέπουμε φέρνουμε στην επιφάνεια και πλουτίζουμε τις θετικές. Η πολυμορφία αυτή δεν έχει σχέση με την έλλειψη άποψης και την θεωρητικοποίηση μιας τέτοιας έλλειψης, ούτε με την «πολυφωνία» που παρατηρήθηκε στα τελευταία βήματα ορισμένων οργανώσεων, εκδήλωση της γενικής τους παράλυσης, πολύ περισσότερο δεν έχει σχέση με τις πλαδαρές υποκριτικές αντιλήψεις πλουραλισμού των ευρωκομμουνιστικών σχημάτων.

Η πολυμορφία είναι εκδήλωση και αποτέλεσμα του γεγονότος πως ένα δυναμικό που προέρχεται από διαφορετικούς χώρους και με διαφορετικά εφόδια ασχολείται, πρωταγωνιστεί, υπόκειται στον μετασχηματισμό.

Η πολυμορφία αυτή εμπεριέχει περισσότερες πιθανότητες σύνθεσης απαντήσεων στα σύγχρονα προβλήματα. Στο βαθμό μάλιστα, που η μετασχηματιστική διαδικασία και η συνειδητοποίηση της θα κατορθώσουν να αποσβέσουν τους κραδασμούς που θα προκαλούνται από τις αρνητικές πλευρές, που πάντα υπάρχουν.

ΔΩΔΕΚΑΤΟ: Όσο κι αν πολλές έννοιες έχουν φθαρεί, όχι μονάχα από τη πολύ αλλά και από την κακή χρήση και ανάλογα με την προσωπική στάση του καθενός προκαλούν αλλεργία ή συγκαταβατικά, περιφρονητικά ανασηκώματα των ώμων, ο δρόμος που διέτρεξε η ανθρωπότητα στα 20 αυτά χρόνια είναι ένας δρόμος που από ορισμένες απόψεις φαίνεται να οδηγεί στο ίδιο σημείο εκκίνησης. Γιατί η σημερινή κρίση με την έκταση, που γίνεται γενικά παραδεκτό πως έχει, αποτελεί την προέκταση, μιας πορείας που οι αρχές της βρίσκονται στη δεκαετία του 1960. Αυτή η πολύχρωμη, πολύμορφη, αντικειμενική βάση, που άλλοι την βλέπουν έτσι κι άλλοι αλλιώς, επαναφέρει «ίδια προβλήματα» που είχαν τεθεί στη δεκαετία που αποτελεί βέβαια, από την άποψη του ιστορικού χρόνου, ανεπίστρεπτο παρελθόν.

Η πείρα 20 χρόνων αν ειδωθεί αποσπασματικά οδηγεί σε αποτελέσματα αρκετά γνωστά που τα ζει ο καθένας. Όμως αυτά τα «ίδια προβλήματα» έχουν περιπλακεί βέβαια. Και η κυριότερη πλευρά της περιπλοκής τους είναι ακριβώς η μη έκφραση στο πραχτικό επίπεδο της συνολικής γενικής συνόψισης της 20χρονης πείρας. Η αποσπασματική «προσωπική», «τραυματική» ή μη συνόψιση αυτής της πείρας οδηγεί στο «σβήσιμο» ενός ιστορικού χρόνου που έτσι κι αλλιώς έχει βάλει τη σφραγίδα του στη γενική πορεία των πραγμάτων. Η «περιπλοκή» αυτή αποτελεί το κύριο νέο πρόβλημα που εμφανίζει η δεκαετία που διατρέχουμε. Η λύση του ή η απώθηση του θα προκαθορίσει πολλές από τις δυνατές εξελίξεις στο άμεσο, με την πιο πλήρη ιστορική έννοια, μέλλον.

Ο πραγματικός μετασχηματισμός αυτού που ονομάζονταν εξωκοινοβουλευτικό κίνημα, δεν συνίσταται στο να δοθούν ποικίλες εκδοχές προτύπων – οδηγών προσωπικής ή συλλογικής συμπεριφοράς με πλήρη ή μερική αγνόηση ή παραγνώριση της δράσης των συγκεκριμένων καταστάσεων, μηχανισμών κλπ. σχετικά μ’ αυτό, που τελικά επωφελούνται απ’ αυτά τα πρότυπα πολύπλευρα, όπως το έχουν δείξει τα 20 χρόνια που πέρασαν και δείχνεται και τώρα σε κάθε στιγμή.

ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ: «Το τέλος των ιδεολογιών», είναι μια άλλη ιδεολογία. Κάθε άλλο παρά εναλλακτική αφού είναι η ίδια η παμπάλαιη ιδεολογία των συστημάτων που παλεύουν για την επιβίωση τους.

Γιατί όσο κι αν φαίνονται εδραιωμένα, «σταθερά», «αιώνια» τα σημερινά συστήματα, όπως θέλει ο κάθε είδους «ρεαλισμός» τι άλλο δείχνει η πορεία των πραγμάτων στον κόσμο σήμερα από αυτό τον «υπέρ πάντων» αγώνα για την επιβίωση τους;

Ο πραγματικός μετασχηματισμός στη δεκαετία του 80 περνάει, ας το πούμε έτσι, μέσα από την αδιάκοπη προσπάθεια για την συνόψιση και έκφραση στο πραχτικό πεδίο αυτής της συνολικής κι όχι αποσπασματικής πείρας.

Ήδη έχει γίνει από την άποψη της άρνησης της πολύ «δουλειά». Ο κυνισμός χωρίς να το θέλει και να το επιδιώκει φυσικά, σαν κορύφωση της άρνησης, έχει ανοίξει το δρόμο γι’ αυτή τη συνόψιση, για την επίτευξη του πραγματικού μετασχηματισμού.

ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΔΙΑΛΥΣΗ

Με τον όρο αυτό αναφερόμαστε στη πραγματική κατάσταση, που βρέθηκαν χιλιάδες αγωνιστές, ύστερα από μια στράτευση σε ορισμένα πολιτικά σχήματα. Ο όρος καλύπτει τις καταστάσεις που γέννησε η συνειδητοποίηση της κρίσης, αλλά και την χρονική περίοδο που συνειδητοποιήθηκε, βιώθηκε και βιώνεται η κρίση αυτή.

Η κατάσταση της μεταδιάλυσης περιλαμβάνει τη προσωπική εμπειρία του καθένα, αλλά και τις συλλογικές στάσεις κι επιλογές που αναπαράγονται από την/στην μεταδιάλυση.

Λίγα χρόνια πριν, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «κρίση του μιλιταντισμού». Σήμερα ο όρος αυτός δεν καλύπτει το σύνολο του προβλήματος. Τη φορά αυτή θα μας απασχολήσουν μόνο τρεις πλευρές του θέματος: η ενσωμάτωση, το άλλο περιθώριο και η ιδιώτευση.

α) ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ

Η ήττα, η αποτυχία, το βάρος μιας δύσκολης κατάστασης, η σκληρή διάψευση των προσδοκιών, μαζί με ορισμένες ιδιαίτερες συνθήκες όπως λόγου χάρη τα σοσιαλδημοκρατικά διαλείμματα διακυβέρνησης, τροφοδότησαν μια όχι μικρή κι αρκετά ηχηρή τάση ενσωμάτωσης ιδιαίτερα στα σοσιαλιστικά κόμματα, που έξυπνα χειρίστηκαν το ζήτημα, και στους θεσμούς του κράτους.

Ο θεαματικές εκδηλώσεις της ενσωμάτωσης προβλήθηκαν από την αστική τάξη σαν το τέλος της παράνοιας, το τέλος κάποιων ουτοπισμών της δεκαετίας του ’60 και φυσικά αξιοποιήθηκαν όσο δεν έπαιρνε απ’ αυτούς που κάποτε αποκαλούσαμε «ρεβιζιονιστές» και που αποτελούν κάτι πολύ πιο σοβαρό: την αιχμή του συστήματος.

Αρκετοί από τους πρωταγωνιστές εκείνης της «παράνοιας» που αναλάμβαναν με πομπώδη τρόπο την ευθύνη να οικοδομήσουν ένα αυθεντικό, επαναστατικό κίνημα και φορέα, που θα «καθοδηγούσαν» την εργατική τάξη στην απελευθέρωση από τη μισθωτή σκλαβιά, που προπαγανδίζαν τη ρήξη με το σύνολο του αστικού κόσμου που, που… σήμερα είναι οι ντελάληδες των «ρεαλισμών», του συσχετισμού των δυνάμεων, της σύνεσης, των κριτικών υποστηρίξεων, του «δεν γίνεται αλλοιώτικα τίποτα». Αναμασάνε παλιές συνταγές, προσπαθώντας με την ιδιαίτερη εμπειρία τους, να απευθυνθούν σε κάποιους χώρους από τη μια, και να δώσουν κάποιες εξετάσεις για την κοινωνική τους υπευθυνοποίηση κι αναρρίχηση από την άλλη.

Οι κύριοι, πλέον, αυτοί αποτελούν τη βιτρίνα μονάχα, για τους αστούς, τις εφημερίδες, τα περιοδικά, τα υπουργεία και τα υφυπουργεία, ενώ στην ουσιαστική εκστρατεία ενάντια σ’ ένα κίνημα, αποτελούν τον απαραίτητο μαϊντανό και τίποτα άλλο!

«Πίσω από τη βιτρίνα» της ενσωμάτωσης, υπάρχουν χιλιάδες χιλιάδων άνθρωποι που σύνδεσαν ένα σημαντικό μέρος της ζωής τους μ’ αυτήν την υπόθεση, υπάρχει η αγωνία τους, το παίδεμα τους, το δράμα τους, που περνάνε περίπου από τα ίδια σημεία με απλή χρονική διαφορά ξεκομμένοι, με την αίσθηση της αδυναμίας τους. Πίσω από τη βιτρίνα υπάρχουν οι κυνηγημένοι, οι φυλακισμένοι, η τρέλλα, οι αυτοκτονίες, οι νεκροί. Βέβαια κάθε ήττα έχει και τα κόστα της, αλλά κι ο κυνισμός τούτης της κοινωνίας τρίζει κόκκαλα. Η πιο βαθειά περιφρόνηση για τους πρωταγωνιστές – λούστρους της βιτρίνας!

Όμως το πρόβλημα δεν είναι να αναθεματίσουμε, αλλά να εξηγήσουμε, να καταλάβουμε, να ασκήσουμε μια άλλη επιρροή, που θα ‘ναι αντιθετική στην ενσωμάτωση. Γι’ αυτό χρειάζεται μια απάντηση το λογικό επιχείρημα: «Αφού τα περί επανάστασης, είναι μακρινά πράγματα, κι αφού υπάρχει μια άσχημη κατάσταση, κι αφού αλλιώς δεν μπορούμε να την επηρεάσουμε, ναι, και μέσω του ΠΑΣΟΚ ή κάποιας συμμετοχής σε κρατικούς φορείς, υπάρχουν ορισμένα περιθώρια, να κάνουμε κάτι κοινωνικά χρήσιμο»: ελπίζουμε να μην παραποιούμε την βασική άποψη αρκετών επώνυμων κι ανώνυμων που βρέθηκαν μπροστά σε συγκεκριμένα διλήμματα.

Η ενσωμάτωση μπόρεσε να εκφραστεί και να πάρει μεγάλες διαστάσεις, μόνο όταν υπήρξαν οι κατάλληλες συνθήκες και σε πολιτικό επίπεδο. Υπονοούμε τα σοσιαλδημοκρατικά διαλείμματα διακυβέρνησης ή διαχείρισης της κρίσης του καπιταλισμού. Τα σοσιαλδημοκρατικά διαλείμματα, εμφανίζονται σε μια περίπλοκη και περιπλεγμένη κατάσταση, όπου παρατηρείται σαν επαναπροσανατολισμός ευρύτατων μαζών γύρω από τις δυο διαφημιζόμενες, σαν ρεαλιστικές προτάσεις: τον νεοφιλελευθερισμό και τη σοσιαλδημοκρατία. Ένας ιδιότυπος, πανευρωπαϊκός δικομματισμός θα λέγαμε.

Νομίζουμε πως οι νέες κοινωνικές διαστρωματώσεις, η νέα οργάνωση της πολιτικής εξουσίας, η αύξηση της απόστασης μεταξύ μαζικού και επαναστατικού κινήματος, η πτώση της γενικής διάθεσης συμμετοχής, που μετατρεπόταν σε πολιτική υπευθυνότητα αποτελούν τους κύριους λόγους που άνοιξαν το δρόμο στη σοσιαλδημοκρατία.

Η σοσιαλδημοκρατία αποτελεί μια σύνθετη κοινωνική μορφή: μια διαταξική συσσωμάτωση που πίσω από το λαϊκισμό, αυτό το ιδιότυπο ιδεολογικό χωνευτήρι μικροαστικού ριζοσπαστισμού και εκσυγχρονιστικής φιλελεύθερης ιδεολογίας, ισχυρά τμήματα του κεφαλαίου, τεχνοκρατία και νέα αστικά στρώματα, επιτυγχάνουν την ηγεμονία τους κυρίως διαμέσου της συναίνεσης και της συμμετοχής. Οι μερίδες αυτές έχουν κάθε λόγο, όσο δεν βρίσκονται στη διακυβέρνηση, να δυναμώνουν την πίεση μικροαστικών και λαϊκών στρωμάτων για «συμμετοχή στην εξουσία».

Τα σοσιαλδημοκρατικά διαλείμματα έγιναν πραγματικότητα στη Γαλλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ελλάδα (η περίπτωση της Ιταλίας με την πρωθυπουργία του Κράξι είναι άλλη ιστορία). Τα σοσιαλιστικά κόμματα μέσα σε συντομότατο χρονικό διάστημα κατόρθωσαν να φτάσουν στην εξουσία, αναδεικνύοντας τις περισσότερες φορές έναν κομματικό μηχανισμό που δεν είχε προηγούμενη εμπειρία διακυβέρνησης.

Ο κομματικός μηχανισμός των σοσιαλιστικών κομμάτων και συγκεκριμένα τα επιτελεία τους και οι ανώτερες βαθμίδες τους στηρίζονταν πάνω στα νέα στρώματα διανοουμένων και τεχνοκρατών, που προορίζονταν βασικά να στελεχώσουν τους κρατικούς θεσμούς. Πρέπει να τονίσουμε το εξής: Τα στρώματα αυτά δεν πρόκειται απλώς να επανδρώσουν τα κυβερνητικά επιτελεία αλλά προορίζονται για μια μόνιμη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού. Και το γεγονός αυτό είναι αλληλένδετο με τις γενικότερες τάσεις, που υπάρχουν σήμερα στην συγκρότηση της πολιτικής εξουσίας και του κράτους ειδικά.

Ο κρατικός μηχανισμός τείνει ν’ αποτελέσει ένα αυταρχικό κι αυτόνομο σύνολο, το οποίο προφυλάσσεται από τις διακυμάνσεις της πολιτικής συγκυρίας και εξασφαλίζει μια απρόσωπη, ορθολογικοποιημένη και τεχνοκρατούμενη αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος.

Οι τάσεις ανασχηματισμού της πολιτικής εξουσίας μπορούν να συνοψιστούν σε δυο βασικές κατευθύνσεις.

α) την συγκρότηση ενός αυταρχικού, τεχνοκρατικού κι εκσυγχρονισμένου τεχνολογικά κρατικού μηχανισμού.

β) την δημιουργία ενός πλέγματος ενδιάμεσων θεσμικών βαθμίδων ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία, που συνοψίζονται στους πολυσυζητημένους όρους της «αποκέντρωσης», της «τοπικής αυτοδιοίκησης», γενικότερα της «αυτοδιαχείρισης».

Επειδή όμως το ζουμί βρίσκεται κάπου εδώ ας δούμε καλύτερα το τελευταίο: Καθώς ο κεντρικός κρατικός μηχανισμός αποκτά όλο και περισσότερο μεγαλύτερη πολυπλοκότητα και συγκεντροποιεί όλο και μεγαλύτερους τομείς δραστηριότητας, είναι σε θέση ν’ αποδεσμεύσει ορισμένες δευτερεύουσες λειτουργίες του και να τις αναθέσει σ’ ενδιάμεσους θεσμούς, που λειτουργούν σαν ένας νέος τρόπος κρατικής διαχείρισης της κοινωνίας. Οι θεσμοί αυτοί δεν είναι άσχετοι με την εμφάνιση νέων ελίτ διανοουμένων και τεχνικών που κυριαρχούν σ’ αυτούς τους θεσμούς. Οι ελίτ αυτές, προοδευτικές κι αριστερίζουσες, μπορούν να λειτουργήσουν σαν νέοι διαμεσολαβητές και ν’ αποτελέσουν μηχανισμούς ενσωμάτωσης των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων αρκετά αποτελεσματικούς.

Εξυπακούεται πως αυτό το νέο πλέγμα μπορεί να λειτουργήσει (υπολειτουργήσει είναι η σωστή λέξη) μόνο όταν έχει υποχωρήσει η διάθεση του κόσμου για συμμετοχή κι έχουμε το παράδοξο, το κράτος να διοργανώνει ολόκληρες καμπάνιες για την «συμμετοχή».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ η σοσιαλδημοκρατία έχει την δυνατότητα ν’ αποσπά συναίνεση, χωρίς αυτή, να χρειάζεται αναγκαστικά να περάσει από την ταύτιση του ατόμου, με τους γενικότερους κυβερνητικούς στόχους.

Αλλά αυτή η συναίνεση, αυτή η συμμετοχή, που οργανώνονται μέσα σε τέτοια πλαίσια, εξασφαλίζουν την απαιτούμενη κοινωνικοπολιτική ισορροπία και σταθερότητα. Και διακυβέρνηση της κρίσης σημαίνει: λιτότητα, εκσυγχρονισμός, άρθρα 4, «όχι» στην ΕΟΚ, «όχι» στο ΝΑΤΟ, ΜΕΑ κλπ. Αλλά καλύτερα είναι μήπως τα πράγματα στην σοσιαλιστική Γαλλία όπου όλοι μιλούν για αποτυχία, συζητιέται και το ενδεχόμενο παραίτησης του ίδιου του Μιττεράν και οι εκλογές στους δήμους και τα συνδικάτα εμφανίζουν σημαντικά ανεβασμένη την Δεξιά; Όμως υπάρχει ένα πολύ πιο σοβαρό πρόβλημα από το αν κάποιος θα προσφέρει ή όχι την συνεισφορά του στην «αλλαγή». Και είναι τούτο: Πολύς κόσμος πίστεψε στο ΠΑΣΟΚ. Κόσμος δημοκρατικός -αριστερός χωρίς τα χούγια και τις περιπέτειες των άλλων χώρων. Κόσμος που είχε ελπίδες και πάλευε. Σήμερα όλοι αυτοί που δεν βρίσκονται τόσο μέσα στο ΠΑΣΟΚ, παρακολουθούν την αποτυχία του ΠΑΣΟΚ και την διάψευση των προσδοκιών τους. Αυτό το δυναμικό που αποδεσμεύεται θα μπορούσε, αν υπήρχε άλλη κατάσταση, που σοβαρά να προσπαθούσε για την αναζωογόνωση του κινήματος, να ενεργοποιούταν και να επιβάλλονταν άλλα πράγματα, θα ήταν πολύ πιο χρήσιμο -και είναι πολύ πιο ρεαλιστικό – να προσφέρονταν σ’ αυτή την κατεύθυνση, όση φρεσκάδα και ζωντάνια ή όση διάθεση και πείρα έχει ο καθένας.

Β) ΤΟ ΑΛΛΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ

Η λέξη περιθώριο είναι ίσως η πιο παρεξηγημένη. Κατά καιρούς της δόθηκε ό,τι περιεχόμενο μπορεί να φανταστεί κανείς. Δεν θα επιμείνουμε σε μια τάση λατρείας του κοινωνικού περιθωρίου και των κανόνων του, μιας και σήμερα που μεταστράφηκε το ρεύμα, ακόμα κι αυτοί που ξελαρυγγίζονταν το «καμιά μεσολάβηση» σήμερα ζητούν «πλειοψηφικά» πράγματα.

Θα κάνουμε μερικές απαραίτητες παρατηρήσεις για ένα άλλο περιθώριο: αυτό των οργανώσεων που έχουν απομείνει, ειδικά στην χώρα μας. Αντισταθήκαμε, και καλά κάναμε, σε μια αντιοργανωτική επιδημία, που στο τέλος, δεν άφησε και πολλά πράγματα στην θέση των οργανώσεων. Γνωρίζουμε όλες τις δυσκολίες αλλά και την προσπάθεια που χρειάζεται για την δημιουργία κι ανάπτυξη οργανώσεων κι έτσι τα όσα λέμε δεν μπορούν να μπουν στον ίδιο παρανομαστή με κάποιους που δεν τους πολυκόφτει, βρε αδελφέ, για το τι θα γίνει παραπέρα.

Τα υπολείμματα των οργανώσεων κατορθώνουν, σε γενικές γραμμές να θυμίζουν τις αρνητικές μονάχα πλευρές των εμπειριών τους. Αναγκάζονται να υιοθετήσουν μια συντηρητική άποψη για όλα τα προβλήματα, κλείνουν αντί ν’ ανοίγουν ζητήματα. Δεν έχουν φιλοδοξίες, στόχους, σχέδια. Υποτάσσονται στο «αυτό είμαστε, αυτά κάνουμε». Αντιμετωπίζουν χωρίς να εμβαθύνουν το γιατί βρέθηκαν σ’ αυτήν την κατάσταση.

Προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα πολύ, μα πάρα πολύ, κατόπιν εορτής. Δεν αναπαράγουν ούτε καν τον εαυτό τους (κι αν κάποιοι κάνουν μερικές στρατολογίες, κολλούν και κάποιο χαρτοπανώ, με φαρδιά – πλατιά την υπογραφή τους, αισθανόμαστε πολύ μακριά τους κι ας μας θυμίζουν το χτες μας, που, όπως και να το κάνουμε, ήταν άλλο πράγμα).

Οι όποιες οργανώσεις, καθώς και οποιεσδήποτε κινήσεις θα είχαν λόγο ύπαρξης μονάχα αν αντιλαμβάνονταν τον εντελώς μεταβατικό τους χαρακτήρα προς μια άλλη ποιότητα, και επομένως κάθε στιγμή θα έπρεπε να αναιρούν την ύπαρξη τους, να τείνουν προς άλλα πράγματα. Η οργανωτική συνέχεια στις μικροκλίμακες της μιζέριας είναι πολύ στενάχωρη.

Ας «αναλαμβάνουν την ευθύνη», στο όνομα των αληθειών τους, για το «καλό του κινήματος» αδιαφορώντας και περιφρονώντας το κόσμο, τις ανάγκες του και τα προβλήματα του. Ο καθένας στη δουλειά του.

Γ) Η ΙΔΙΩΤΕΥΣΗ

Αποτελεί πραγματικά πλειοψηφική (αφού ψάχνουμε τέτοια) κατάσταση. Για να είμαστε όμως ειλικρινείς, η διαφορά αυτού που ιδιωτεύει και αυτού που δεν ιδιωτεύει, κινδυνεύει να είναι η ιδέα που έχει αυτός για τον εαυτό του και οι άλλοι γι’ αυτόν φαύλος κύκλος; Ας ψάξουμε καλύτερα αυτή την ιδιώτευση.

1.Η ιδιώτευση εκδηλώνεται με φαινόμενα που μαρτυρούν μεγαλύτερη ή μικρότερη εγκατάλειψη των συνόλων των αξιών, θεωριών, ιδεών, που τροφοδοτούσαν το επαναστατικό κίνημα.

2.Παραδεχόμενοι πως οι διαδικασίες συνάθροισης, είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ορισμένα άτομα, που ζουν σ’ έναν κοινωνικό χώρο που προσδιορίζεται από κοινούς παράγοντες, ενώνονται γιατί διαπιστώνουν την ύπαρξη δεσμών μεταξύ τους ισχυρότερων απ’ ό,τι με το υπόλοιπο κοινωνικό περιβάλλον, πρέπει να καταλήξουμε πως η διαδικασία συνάθροισης διέρχεται διαμέσου μιας εσωτερικής διαδικασίας αναγνώρισης και μιας εξωτερικής διαδικασίας διαχωρισμού.

3.Υπήρξαν περιπτώσεις, που ο εσωτερικός παράγοντας αναγνώρισης, τα σημάδια ταυτότητας στο εσωτερικό της συνάθροισης κωδικοποιήθηκαν με τέτοιο τρόπο, που προσδιόριζαν μια κλειστή συνάθροιση, αυταρχικού τύπου, όπου το άτομο ήταν ολοκληρωτικά λειτουργικό προς την ομάδα και ολοένα λιγότερο λειτουργικό προς το υπόλοιπο κοινωνικό περιβάλλον. Ο χώρος της επικοινωνίας περιοριζόταν αυστηρά στα πλαίσια της ομάδας και οι ίδιοι οι παράγοντες που είχαν προκαλέσει την προσχώρηση στην ομάδα, έπαυαν να επηρεάζουν τη ζωή της ομάδας που αναπτυσσόταν στατικά γύρω από τον εαυτό της. Αυτό παρατηρήθηκε από ένα σημείο και ύστερα σ’ όλες τις οργανώσεις.

4.Όταν οι πιέσεις του κοινωνικού χώρου γίνονταν πιο ισχυρές και επηρέαζαν τη στατικότητα του κώδικα, το άτομο αντιπαρατίθονταν στην ομάδα και υπόκειτο στο εσωτερικό της, την ίδια διαδικασία αποξένωσης που αρχικά είχε υποστεί στο εξωτερικό. Κατέληγε είτε στον αποκλεισμό του ή στον αυτο – αποκλεισμό του από την ομάδα και σταματούσε τελείως ν’ αναγνωρίζεται σ’ αυτή.

5. Η αναγνώριση του ανταγωνισμού μας με τον καπιταλιστικό κόσμο αποκλειστικά και διαμέσου μιας κάποιας συστηματικοποίησηςστο πάνθεον των «επαναστατικών ιδεολογιών», εμπόδισε για καιρό πολλούς συντρόφους να παρατηρούν την πραγματικότητα και να αντιλαμβάνονται τις αλλαγές. Η διαδικασία αναγνώρισης στην ομάδα και τις αξίες της, σήμαινε ότι το άτομο ανακάλυπτε στην ομάδα το κλειδί της ερμηνείας και λύσης της δικής του υπαρκτής αντίθεσης προς τις κοινωνικές σχέσεις.

Το ότι σταμάτησε να γίνεται κάτι τέτοιο, τροφοδότησε και μια σωστή κριτική στις διαδικασίες συνάθροισης, αλλά και επιπόλαιες, επιφανειακές «απομυστικοποιήσεις» και «απελευθερώσεις».

6.Η διάλυση των οργανωμένων σχημάτων, σήμαινε και την πτώση κάθε σταθερού σημείου αναφοράς, κάθε συστηματοποίησης και βεβαιότητας. Σήμαινε ανατροπή ενός τρόπου που είχε μάθει – συνηθίσει ο καθένας να υπάρχει και να δρα. Ένα συναίσθημα ανασφάλειας και φόβου απλωνόταν για τον καθένα.

Όμως η κοινωνία συνεχώς μεταβάλλεται. Το πιο σύγχρονο παράγωγο της καπιταλιστικής εξέλιξης είναι το ασφυκτικά καταπιεσμένο άτομο που συγχρόνως έχει την επίγνωση της μετατροπής του σε ασήμαντο πράγμα, και με συναίσθηση της γενικής αδυναμίας του.

7.Το σοκ δεν ήταν καθόλου μικρό. Ο δρόμος για νέες διαδικασίες συνάθροισης, ο δρόμος για την οικοδόμηση μιας νέας συλλογικότητας, για τον κόσμο που μιλάμε, είχε να περάσει μέσα από διαδικασίες προσωπικών ξεκαθαρισμάτων και βιωμάτων (όχι με την ορθόδοξη έννοια).

8.Κατά την διάρκεια αυτής της υποβόσκουσας και αντιφατικής διαδικασίας δεν μπορούσε κανείς να ζητήσει από κάποιον να ρισκάρει τις μικρές του απολαύσεις (όσο μίζερες κι αν ήταν αυτές) γιατί κανείς δεν ήταν διαθέσιμος να διακινδυνεύσει κάποια έστω μικρή ελευθερία του παρά μόνο για μια μεγαλύτερη ελευθερία.

9.Επίσης δεν πρέπει να υποτιμάμε το γεγονός πως η καπιταλιστική ανάπτυξη, πέρα από άλλες αλλαγές, προκαλεί μια βάναυση επιτάχυνση του φαινομένου αντιπροσώπευση/ θέαμα/κατανάλωση που περιορίζει-μικραίνει τους αναγκαίους χρόνους για την αφομοίωση οποιασδήποτε εμπειρίας.

Αν μια κατάσταση φτάσει ως τις εφημερίδες συνήθως ήδη προωθείται η ενσωμάτωση της και ο μετασχηματισμός της σε κοινή υπόθεση. Αν επαναληφθεί ξανά προκαλεί αδιαφορία και βαρεμάρα. Βομβαρδισμένοι κάθε μέρα από χιλιάδες πληροφορίες κάθε τύπου, η προσοχή μας κεντρίζεται μόνο απ’ ό,τι, με οποιοδήποτε τρόπο μας αφορά σε πρώτο πρόσωπο* (*Δεν είναι τυχαίο ότι ο περισσότερος κόσμος όταν διαβάζει εφημερίδα διαβάζει τα αθλητικά, τα πολιτιστικά) και έτσι γίνεται πολύ δύσκολο να βρεθούν κατηγορίες συνάθροισης που να μην είναι είτε πολύ γενικές είτε υπερβολικά μερικές -ειδικές.

10. Είναι λοιπόν κατανοητές και δικαιολογημένες ως ένα βαθμό οι «άτυπες αντιστάσεις» του καθένα (ξένη γλώσσα, γυμναστική, ταξίδια, μηχανή, μουσικό όργανο, κλασσική λογοτεχνία κλπ.) και επειδή ο χώρος αυτός, τα άτομα που τον αποτελούσαν, ήταν δημιουργικός, δεν είναι παράξενο που πρωταγωνιστεί στις ρεμπέτικες κομπανίες, στα PUBs, στις συναυλίες, στις διακοπές κλπ.

Ενώ όμως είναι κατανοητές οι προσωπικές επιλογές κι ανάγκες δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η παρουσίαση τους σαν «εναλλακτικό» και η θεωρητικοποίησή τους.

Όπως δεν μπορεί να δικαιολογηθεί επίσης το κριτήριο «να τη βρω» σαν κινητήρια δύναμη των επιλογών.

Πολύ περισσότερο δεν μπορούν να δικαιολογηθούν η εμπορευματοποίηση των αναγκών μας και η εμποροποίηση χτεσινών συντρόφων.

Υπάρχει, τέλος, και το εκνευριστικό, ετερόδοξο «ακόμα μ’ αυτά ασχολείσαι;» που ακούς όταν, τυχαία, συναντήσεις κάποιο χτεσινό σύντροφο, που δεν δίνει σημασία στις ευαίσθητες ισορροπίες, ενώ ζητάει κατανόηση, που νιώθει περίπου ευχαριστημένος με την νέα (;) του κατάσταση ενώ σε θεωρεί απολίθωμα, ενώ σε μειώνει τόσο με το χαμόγελο του. Είναι λογικό λοιπόν καμιά φορά να κάνεις πως δεν βλέπεις έναν γνωστό σου και να προσπερνάς!

11. Για πολλούς δυστυχώς, μεταδιάλυση, σήμαινε να βουρλιστούν από τα όσα, έπρεπε νάχαν κάνει κάποια εποχή, και τους τα ανάβαλε η υπερπολιτικοποίησή τους. Χωρίς να το αντιλαμβάνονται βρίσκονται σ’ έναν προθάλαμο της νοικοκυροσύνης. Γιατί όσο κι αν φαντάζουν πράγματα, ενάντια στους κομφορμισμούς, τους καθωσπρεπισμούς και τα τοιαύτα, οι νέες εμπειρίες έχουν επίκεντρο, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, τον ατομικισμό και τις ματαιοδοξίες, που ροκανίζουν σιγά-σιγά, ότι θετικό αποκτήθηκε μέσα από μια συλλογική προσπάθεια. Μετά, περνούν τα χρόνια, έρχεται η κούραση, οπότε νάσου η περίοδος της νοικοκυροσύνης, άντε με ορισμένα διαλείμματα πάντα. Το να συνοδεύεται από κάποιες απαιτήσεις, για τους εαυτούς μας, η συναίσθηση ότι και μεις βρισκόμαστε «μέσα στα σκατά» τουλάχιστον εμποδίζει να λειτουργεί σαν άλλοθι ή καλύτερα απαλλαχτικά.

12. Ένα σημαντικό δυναμικό του εξωκοινοβουλευτικού κινήματος αντιμετώπισε από άποψη ηλικίας και θέσης μια ιδιαίτερη κατάσταση. Μιλάμε για την κρίση των —άντα. Ας δώσουμε τον λόγο σε μια τέτοια φωνή:

«Η ψυχογράφηση όλων εκείνων που ανήκαν στην εξωκοινουβευτική αριστερά, είναι μια διαδικασία σύνθετη, μια που η μετεξέλιξη τους καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό και από την ηλικία και από τη θέση τους στην παραγωγή. Βέβαια υπάρχουν κι αρκετά κοινά σημεία, μια που η πλειοψηφία είναι διανοούμενοι και προέρχονται σε μεγάλο ποσοστό από μικροαστικές και μεσοαστικές οικογένειες. Ένα γεγονός, που πρέπει κάποτε να το παραδεχτούμε για να καταλάβουμε καλύτερα και τη μετεξέλιξη τους.

Οι περισσότεροι είτε μπήκαν κάποια στιγμή στην παραγωγή, είτε ήταν ήδη πριν ξεσπάσει η κρίση κι έρθει η διάλυση.

Την εποχή που το κίνημα ήταν στα πάνω του, για την πλειοψηφία των μελών του κινήματος, το επάγγελμα, η οικογένεια, οι προσωπικές σχέσεις, η ψυχαγωγία, οι ατομικές αναζητήσεις ήταν ζητήματα που έρχονταν σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με την πολιτική κι αγωνιστική δράση τους.

Η ενεργή τους ανάμιξη στην πολιτική και μάλιστα σε μικρές αλλά ζωντανές οργανώσεις που είχαν τεράστιες απαιτήσεις από τα μέλη τους για να μπορέσουν να επιβιώσουν, τους κάλυπτε μια σειρά από ανάγκες κι άλλωστε δεν υπήρχε χρόνος για ιδιαίτερη ανάλυση των άλλων προβλημάτων. Όταν όμως το κίνημα μπήκε σε κρίση κι άρχισαν οι περισσότεροι να κόβουν τους δεσμούς τους με το οργανωμένο κίνημα, άρχισαν να εμφανίζονται μια σειρά από προβλήματα, μέχρι τώρα άγνωστα ή υπολανθάνοντα. Δεν αναφερόμαστε εδώ στο κύριο πρόβλημα, δηλ. της αναζήτησης πολιτικών λύσεων και διεξόδων, αλλά, σ’ όλα τ’ άλλα, τα προσωπικά που δημιουργήθηκαν μέσα στα πολιτικά αδιέξοδα.

Στην πλειοψηφία τους οι άνθρωποι αυτοί είχαν, και παραπέρα μέσα από τις ανάγκες τού κινήματος ανέπτυξαν, ιδιαίτερες ικανότητες, είχαν μάθει να δραστηριοποιούνται για ολόκληρο σχεδόν το εικοσιτετράωρο. Πού θα διοχέτευαν τώρα την ενεργητικότητα τους και πού θ’ αναδείκνυαν τις ικανότητες τους;

Οι επιλογές βέβαια είναι πολλές. Ορισμένες είναι χαρακτηριστικές. Ας μην ξεχνάμε ότι όλες γίνονται κάτω από την πίεση από τη μια μεριά του καταναλωτισμού, της προσωπικής ανάδειξης κι επιτυχίας, των μικροαστικών προκαταλήψεων και ταμπού, των εκβιασμών της κατεστημένης κοινωνίας και από την άλλη, κάτω από την πίεση της ατομικής συνείδησης, των εμπειριών και ιδανικών, που κουβαλάει ο καθένας, που πέρασε αυτό το κίνημα, των υπαρξιακών αγωνιών κ.λ,π.

Η διάβαση γίνεται μέσα από τις συμπληγάδες. Άλλοι άραξαν για τα καλά και μείναν στο τρίπτυχο καριέρα, οικογένεια, ατομική ευτυχία. Άλλοι, με τη βοήθεια του ΠΑΣΟΚ καταφέρνουν σήμερα να το παίζουν προοδευτικοί και να αναδεικνύονται προσωπικά. Υπάρχουν και μερικοί που παρ’ όλο που δεν έχουν βρει πολιτική διέξοδο, προσπαθούν να κρατήσουν αντίσταση. Αντίσταση σε πράγματα, που παλιά θα φαίνονταν σαν απόλυτα δεδομένα Είναι αντίσταση σήμερα να μην προσπαθήσεις να βάλεις το κουτάλι στο βάζο με το μέλι. Σήμερα στην Ελλάδα οι καλοί τεχνοκράτες είναι περιζήτητοι κι από το ΠΑΣΟΚ αλλά και από πεφωτισμένους εργοδότες. Είναι λοιπόν δύσκολο ν’ αρνηθείς τις προσφορές. Είναι δύσκολο γιατί πια γύρω σου όλο και αυγαταίνουν αυτοί που τις δέχονται, όλο και ψιλοβολεύονται οι περισσότεροι, γιατί περνάνε βλέπεις και τα χρόνια κι αυξάνουν οι ανάγκες. Αρχίζουν κι εκείνα τα αγωνιώδη ερωτήματα του τύπον: κι εγώ τι έκανα μέχρι τώρα; Όλα εκείνα που ήταν λυμένα την εποχή της πολιτικής δράσης, σήμερα ξαναπροβάλουν. Δεν υπάρχει και τίποτε να σε στηρίζει. Όλες τις αποφάσεις τις παίρνεις μόνος σου. Κι έτσι έχει φτάσει νάναι πρόβλημα ακόμη και το αν θα κατέβεις ή όχι στην απεργία, αν θα κρατήσεις συναδελφική στάση, αν θα παίξεις ή όχι τον προϊστάμενο. Και το χειρότερο απ’ όλα είναι άτι ακούς τους άλλους τους πιο νέους στη δουλειά να είναι έτοιμοι να σε δικαιολογήσουν. Στη θέση σου! Στην ηλικία σου! Κι αυτά που κάνεις πολλά είναι! Κι εσύ στην καλύτερη περίπτωση αγωνίζεσαι να βγάλεις γραμμή και θέσεις μόνος σου για όλα τα ζητήματα Από την παγκόσμια πολιτική κατάσταση μέχρι τα αιτήματα του Σωματείου. Κι έχεις και την άλλη αγωνία. Ας πούμε ότι έπεισες κάποιους ανθρώπους. Κι από κει και πέρα, τί κάνεις;

Είναι σαν να ξαναρχίζεις από την αρχή, από το α-β. Όλα αμφισβητούνται.

Και μήπως είναι μόνο εκεί που ξαναρχίζεις; Στις προσωπικές σχέσεις, στην οικογένεια, όλα αλλάζουν. Μάχη συνεχής για την ανεξαρτησία. Να επιβιώσεις χωρίς το χαρτζιλίκι του μπαμπά που περιμένει με αγωνία να σε δει να «σοβαρεύεις» και ν’ αγοράζεις χαλιά χειροποίητα.

Οι φίλοι; Οι περισσότερες συναντήσεις μοιρολόι, θυμίζουν τους παλιούς πρόσφυγες που αναπολούσαν την Σμύρνη. «Περασμένα μεγαλεία, διηγώντας τα να κλαις». Άλλοι κλείστηκαν στο σπιτάκι τους και περιμένουν με αγωνία να δούνε πότε θα πέσεις κι εσύ, άλλοι αλλάζουν τελείως δρόμο και δεν συναντιούνται πια.

Αντίσταση λοιπόν και στις σχέσεις. Να κρατήσεις μερικές σχέσεις της προκοπής, ν’ απορρίψεις τις φθοροποιές και νάχεις το κουράγιο να ξεκινήσεις νέες.

Κι οι προσωπικές σχέσεις ανάμεσα στα ζευγάρια; Κι εκείνες έπρεπε να ξεκινήσουν από την αρχή. Οι νέες συνθήκες εντελώς διαφορετικές. Η κρίση μεγάλη. Αγωνία να κρατηθούν κι οι δυο στα πόδια του. Αγωνία να μην αρχίσουν οι επενδύσεις στο σπίτι, στο παιδί,, έτσι για να βρούμε κάποια διέξοδο.

Είναι εξοντωτική η προσπάθεια να συνεχίσεις έναν αγώνα και μια αντίσταση μόνος σου. Χωρίς την ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική κάλυψη ενός κινήματος. Χωρίς, ακόμη αν θέλετε, έλεγχο. Ο έλεγχος πια είναι υπόθεση της ατομικής συνείδησης.

Η προσπάθεια αυτή βέβαια δεν μονοπωλείται από τους πρώην της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Η ιδεολογική κι η οικονομική κρίση επηρεάζουν πολύ κόσμο, ακόμα κι ανθρώπους που ανήκουν στο ΚΚΕ ή το ΠΑΣΟΚ. Έτσι, παρ’ όλη την κρίση, είναι ενθαρρυντικό να βλέπει κανείς μέσα στο εργασιακό περιβάλλον, ότι είναι κι άλλοι που έχουν τις ίδιες αγωνίες και προβληματισμούς ανεξάρτητα από το πού ανήκουν πολιτικά.»

13. Η ύπαρξη πάντως συντρόφων που μπούχτισαν από τα σημάδια της μεταδιάλυσης, η διαρκής επαναλαμβανόμενη επιβεβαίωση των αδιεξόδων, από την ίδια την πολύχρωμη, χαμηλόφωτη, αισθητική, αρπακτική, νυκτόβια, πραγματικότητα. Η υποψία πως λίγοι θα μπορούν, όταν συμπληρωθεί κι αυτός ο κύκλος νάχουν τη ψυχική ηρεμία και σθένος, να περιμαζέψουν τις σκέψεις τους, τις επιθυμίες τους, τον εαυτό τους και βγάλουν ουσιαστικά συμπεράσματα, αυτοί οι τρεις απλοί συλλογισμοί μας σπρώχνουν σε μια αναζήτηση – πρόταση της συλλογικής προσπάθειας, που δε θα απλοποιεί – απλουστεύει τη σχέση άνθρωπος αλλά θα τον κατανοεί σαν το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων και θα τείνει να καλύψει όσο είναι δυνατόν, την έλλειψη του δημιουργικού από τη ζωή μας.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΑΞΗ

Σήμερα είναι αναγκαίο, παρά τις δυσκολίες που υπάρχουν, να περιγράψουμε έστω τη μορφή δραστηριότητας, που βλέπουμε να μπορεί ν’ αναπτυχθεί. Η δραστηριότητα αυτή έχει ορισμένα χαρακτηριστικά, κινείται μέσα από συγκεκριμένες αντιφάσεις, συναντά όλους τους περιορισμούς που υπάρχουν.

1. Η δραστηριότητα μας, για ολόκληρη την περίοδο του μετασχηματισμού θα κινείται, θα βρίσκεται κάπου ανάμεσα στις δυο παρακάτω εκτιμήσεις:

α) Σήμερα υπάρχει αδυναμία, άμεσης οικοδόμησης μιας γενικής επαναστατικής προοπτικής. Δηλαδή δεν υπάρχει μια επαναστατική στρατηγική’ θα κινούμαστε χωρίς αυτήν, ψάχνοντας γι’ αυτήν.

β) Παρ’ όλα αυτά όλες οι αντιθέσεις της σύγχρονης κοινωνίας οξύνονται ορίζοντας κοντά στα γνωστά, νέα πεδία παρέμβασης και νέους χώρους πρωτοβουλιών.

Η δραστηριότητα μας λοιπόν θάναι σύνθετη, θα εκφράζει τον ανταγωνισμό της προς την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων χωρίς ναναι σε θέση να προτείνει τον άλλο δρόμο, τον οποίο συγχρόνως θα ψάχνει. Θα ξανοίγεται σε χώρους όπου ελάχιστη πείρα υπάρχει, ενώ θα αναμετριέται στους κλασσικούς χώρους με δυνάμεις που διδάχτηκαν κι αυτές τα τελευταία χρόνια. Θα έχει ανάγκη από «μετόπισθεν» που θα στηρίζουν το «κολύμπι στα βαθιά νερά».

Κι αυτή η δραστηριότητα, δεν έχει πολλά κοινά, με ό,τι θεωρούσε κι όπως το θεωρούσε ο καθένας, σαν ένταξη του στο κίνημα. Σταθερά σημεία, σχήματα οργανωτικά, θεωρίες ήδη επαληθευμένες που απλώς χρειάζονται εφαρμογή, όλα αυτά δεν υπάρχουν. Όμως το πρόβλημα είναι πολύ πιο σοβαρό. Γιατί δεν πρόκειται να πούμε: εντάξει, θα κάνει ο καθένας μια δουλειά στο χώρο που του ανήκει ή επιλέγει και βλέπουμε, αλλά και στο τί αποσκοπεί ο καθένας, που πρέπει κάποτε να ξεκαθαριστεί.

Να κάνουμε ένα παράδειγμα. Υπάρχουν δυο απόψεις για τον χαρακτήρα της πράξης και τους στόχους της:

α) «Ένα επαναστατικό και μαχητικό κόμμα, η κατάχτηση της πολιτικής εξουσίας, η κεντρικότητα της εργατικής τάξης και της πολιτικής, αποτελούν τη σύνθεση και την ελπίδα/προοπτική, που οι προλεταριακές μάζες απόκτησαν από τις νίκες πάνω στην αστική τάξη εδώ και 100 χρόνια σε τούτα τα μέρη.

Δεν πρόκειται, σύντροφοι, για ανέμισμα παλιών σημαιών, μα πρόκειται για τη ρεαλιστική κατανόηση πως τα μεγαλύτερα όρια, στην Ιταλία, είναι δεμένα γύρω από αυτά τα προβλήματα».

β) «Το κίνημα απελευθέρωσης από το κεφάλαιο, είναι το σύνολο των εκφράσεων και των επεισοδίων, αυθόρμητων και οργανωμένων, συνεχόμενων και καθημερινών, αμφισβήτησης του τρόπου ζωής που επιβάλλει το κεφάλαιο και αφορά όλες τις πλευρές της ύπαρξης. Το κίνημα απελευθέρωσης από το κεφάλαιο, θεωρημένο σαν κίνημα αποαποικιοποίησης του καπιταλιστικού καθημερινού, είναι μια κοινωνική διαδικασία, που δεν μπορεί να περιοριστεί, να περικλειστεί στα στενάχωρα όρια μιας πολιτικής επανάστασης. Κατά συνέπεια προωθείται με πιο αργούς χρόνους απ’ ότι αυτούς μιας πολιτικής επανάστασης.

Με ένα τέτοιο διάβασμα, η επαναστατική απελευθέρωση μας παρουσιάζεται σαν μια αυτοαπελευθέρωση που φτάνει και αναγκαστικά διατηρεί κοινωνικές διαστάσεις, όχι μια «μαζική απελευθέρωση» ή μια «ταξική απελευθέρωση» πίσω από τις οποίες κρύβεται πάντα μια ελίτ, μια ιεραρχία, ένα κράτος. Μα, αντίθετα, η απελευθέρωση καταπιεσμένων ατόμων, που απ’ έξω και ενάντια στους θεσμούς, καθιστούν ανθεκτική την ιδέα μιας ανθρώπινης κοινότητας, άλλων ανθρώπινων και κοινωνικών σχέσεων».

Δεν βιαζόμαστε να διευκρινήσουμε τις δικές μας συντεταγμένες. Θέλουμε να επιμείνουμε στην συνθετικότητα του προβλήματος. Υιοθέτηση μιας από τις δυο απόψεις σημαίνει και υποχρέωση πρακτικής οικοδόμησης των στοιχείων που αποτελούν την προέκταση της.

Η μια άποψη φαίνεται να αποκλείει την άλλη. Ο μετασχηματισμός όμως μοιάζει να τις χωρά και τις δυό! Άλλη μια εκδήλωση του σύνθετου χαρακτήρα της δραστηριότητας μας.

Αυτός που συμφωνεί με την πρώτη άποψη, ενώ έχει κάνει μια συνόψιση φαίνεται αδύναμος να περιγράψει την επαναστατική στρατηγική και αυτό δεν είναι απλά υποκειμενικό πρόβλημα του. Αυτός που συμφωνεί με την δεύτερη άποψη, φαίνεται πιο άνετος, γιατί έχει ξεμπερδέψει με προβλήματα που τον ταλάνισαν, προσπαθεί στις κλίμακες που ορίζει τη δραστηριότητα του, αρκετές φορές με επιτυχία, αλλά τα προβλήματα που είχε αρνηθεί να αναπαραγάγει, συνήθως ανακόπτουν και βιάζουν την προσπάθεια του.

Ο τρόπος που ορίσαμε την δραστηριότητα μας, δηλαδή δραστηριότητα που κινείται με την έλλειψη επαναστατικής στρατηγητικής αλλά σε συνθήκες που οξύνονται όλες οι αντιθέσεις, υποδηλώνει την ανάγκη επεξεργασίας των εμπειριών, νέων δοκιμών, συσσώρευσης νέας πείρας, ανάπτυξης των προδρομικών στοιχείων της τελευταίας 30ετίας, προώθησης του μετασχηματισμού, χώνεμα της πείρας, κατανόηση της σύγχρονης πραγματικότητας και δραστηριότητας σε όλα τα επίπεδα: είναι το περιεχόμενο του.

Για όσους συντρόφους, θάθελαν μια πιο «καθαρή» απάντηση μας στο πρόβλημα, προς το παρόν θα τους στενοχωρήσουμε κι όχι επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά: έχει όμως σημασία ο τρόπος.

2. Εκτιμάμε πως η κριτική στην πολιτική διαμεσολάβηση κι ο επαναπροσδιορισμός της είναι αναγκαία στοιχεία για την πάρα πέρα πορεία.

«Πολλές από τις λεγόμενες «πολιτικές συγκρούσεις» -που στα μάτια αυτών που συμμετέχουν, παίρνουν μεγάλη σπουδαιότητα- αν τις βγάλεις από τον αφηρημένο τους πολιτικό κόσμο και τις βάλεις στον κόσμο του κοινωνικά συγκεκριμένου, έχουν ελάχιστο αντίκρυσμα. Κω το χειρότερο: πολλές απ’ αυτές έχουν πραγματική κοινωνική αξία αντίθετη από την ονομαστική πολιτική τους αξία.

Έχουμε ανάγκη από έναν βαθύτερο κοινωνικό ορισμό της αντίθεσης μας στη ζωή, όπως διαμορφώνεται στο σημερινό κόσμο. Πρέπει συνείδηση και πράξη να στραφούν σ’ αυτό, που είναι κοινό στην εκμετάλλευση, την καταπίεση και την επανάσταση, σε «Δύση» και «Ανατολή». Και αν στη δεκαετία του ’60, δεν στάθηκε δυνατό να συνδεθούν το Παρίσι, το Μπέρκλεϋ, η Πράγα, η Σαγκάη, αυτό δεν θα είναι πάντα έτσι.

Η πολιτική είναι στην ουσία της αφηρημένη. Συγκεκριμένα, είναι μόνο η κοινωνία που αντιπροσωπεύεται πολιτικά. Συγκεκριμένα είναι το εργοστάσιο, το σχολείο, η εκμετάλλευση, η υποταγή, η εξέγερση, η αντιπαλότητα, η συντροφικότητα (…) Όλα αυτά γίνονται πολιτικά όταν φύγουν από το πρωταρχικό πεδίο της κοινωνίας, από το χώρο του συγκεκριμένου και περαστούν στο δευτερογενές πεδίο του δίκαιου, στο χώρο του αφηρημένου.

Όταν πάψουν να είναι κοινωνική ζωή και γίνουν δικαίωμα σ’ αυτήν, υποχρέωση και απαγόρευση.

Η πολιτική, όπως την γνωρίζουμε σήμερα, επιβάλλεται από τον αστικό κόσμο, που την γέννησε μαζί με τη διάκριση κοινωνίας / κράτους.

Αν με την πολιτική παλεύουμε και απελευθερωθούμε απ’ τον αστικό κόσμο, αυτό καθόλου δεν προϋποθέτει ότι το μέσο μας (πολιτική) είναι ήδη απελευθερωμένο. Αντίθετα. Τα μέσα που θα καταργήσουν αυτόν τον κόσμο, ανήκουν α’ αυτόν και θα καταργηθούν μαζί του.

Η πολιτική δεν είναι επαναστατική αν δεν έχει μέσα της το σπέρμα της αυτοκατάργησης της.

Ένα κίνημα πολιτικό, που η διακεκριμένη του ύπαρξη ορίζεται κύρια στο ιδιαίτερο πολιτικό πεδίο, δεν μπορεί να είναι επαναστατικό. Ένα επαναστατικό κίνημα είναι κοινωνικό, και παίρνει πολιτική μορφή κάτω από τους όρους, που του επιβάλλει η κοινωνία και τους οποίους -ακριβώς- ζητάει να ανατρέψει.

Μέσα στο σημερινό σύστημα, δεν υπάρχουν στο κοινωνικό πεδίο οι υλικοί όροι για την αναγωγή του κοινωνικά-μερικού στο κοινωνικά-ολικό. Και γενικά, δεν υπάρχουν όπου υπάρχει ταξική διαίρεση και κράτος. Και αυτός είναι ο ιστορικός λόγος της πολιτικής: η αναγωγή στο κοινωνικά-καθολικό προϋποθέτει την πολιτική αφαίρεση. Αυτόν το λόγο, το κομμουνιστικό κίνημα ζητάει να εξαλείψει»*( * Ελληνικό Πανεπιστήμιο – Φοιτητικό Κίνημα -1983, εκδόσεις Α/συνέχεια σελ. 30-31).

«Το μητροπολιτικό προλεταριάτο είναι πέρα από την πολιτική, μα οφείλει να φέρει σε πέρας μια πολιτική πράξη: να ανατρέψει την παλιά εξουσία. Η μορφή της έκφρασης του λοιπόν είναι πολιτική, μα το περιεχόμενο αυτού του σε διαδικασία υποκειμένου είναι ήδη κοινωνικό.

Η επανάσταση βάζει τέρμα στην πολιτική και επιβεβαιώνει πως ο μοναδικός πλούτος δεν βρίσκεται στα πράγματα, μα στη γνώση των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και στην εξέλιξη τους. ΜΙΑ ΓΝΩΣΗ ΧΩΡΙΣ ΕΞΟΥΣΙΑ».

Θεωρούμε λοιπόν θετική την κριτική της πολιτικής, όπως την έχουμε γνωρίσει κι όπως αυτή κυριαρχεί. Δεν μπορούμε όμως να συμμεριστούμε φωνασκίες περί «καμιάς μεσολάβησης» κι αποδείχτηκε πως ήταν πιο ικανοί στο να «κάνουν πολιτική» αρκετοί απ’ όσους την αναθεμάτιζαν.

Όμως, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, το πραγματικό πρόβλημα είναι η ορισμένη έκφραση της πολιτικής διαμεσολάβησης, αυτό που ονομάζεται «κριτική υποστήριξη». Συνήθως οι οπαδοί των «κριτικών υποστηρίξεων» βιάζονται να πάρουν τις αποστάσεις από τον «αριστερίστικο» χώρο. Ακόμα και η ιδιότυπη συνεργασία Νέγκρι με τους ριζοσπάστες του Πανέλλα στην Ιταλία (που σημειωτέον δεν αποτελούν διόλου νέο υποκείμενο’ μοιάζουν περισσότερο με αίρεση), χρειάστηκε να πάρει τις αποστάσεις από τα «υπολείμματα της Αυτονομίας», όπως τα χαρακτήρισε ο ίδιος ο Νέγκρι.

Στη χώρα μας κατά καιρούς, αποδεσμεύονταν, ακόμα και μαζικά, κόσμος από το χώρο του ΚΚΕ, το ΚΚΕ εσωτ. και το ΠΑΣΟΚ. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων κρατούσαν αποστάσεις από το χώρο του «αριστερισμού» και ήταν οι κύριοι εκφραστές μορφών κριτικής υποστήριξης. Αυτό που μας απασχολεί είναι τούτο: ποια είναι η αντίληψη τους για την ανάπτυξη του κινήματος, μέσα από ποιες διεργασίες θεωρούν πως θα ξεπεραστεί η κρίση;

Τις περισσότερες φορές ψάχνουν σε λάθος κατεύθυνση. Είτε περιορίζοντας το χώρο αναφοράς τους στον κόσμο που ακολουθεί ακόμα την οργάνωση απ’ όπου έφυγαν (βλ. χώρο του ΠΑΣΟΚ), είτε κλαψουρίζοντας για την κρίση και ψάχνοντας να διοχετεύσουν, δημοσιοποιήσουν τον εξυπνακισμό τους, τροφοδοτώντας ευγενή υποπροϊόντα της κρίσης (βλ. «Σχολιαστής»), είτε βρίσκοντας στέγη στο ΚΚΕ εσωτ. και περιμένοντας κάτι από τους παλιούς λαμπράκηδες (βλ. κόσμος από ΚΚΕ).

Ο κακόμοιρος ο «αριστερισμός» έχει, παρόλο που φαίνεται παράξενο, το εξής πλεονέκτημα. Για να υπάρχει, πρέπει να κινείται κυρίως στο επίπεδο των κοινωνικών αντιθέσεων. Οι στιγμές ευφορίας του «αριστερισμού», ήταν όταν με συγκεκριμένο τρόπο φέρνει στην επιφάνεια, κατέγραφε στην πολιτική σκηνή τις αντιθέσεις αυτές. Αν το πράγμα συνήθως σταματούσε εκεί, αυτό δεν σημαίνει πως έχουν δίκιο όσοι ψάχνουν αλλιώς.

Μπορούμε τώρα να προσδιορίσουμε ακόμα ένα χαρακτηριστικό της δραστηριότητας μας: προσπάθεια εντοπισμού και ανάδειξης κοινωνικών αντιθέσεων στους διάφορους κοινωνικούς χώρους. Η πολιτική διαμεσολάβηση είναι αναγκαία και δυνατή μόνο όταν υποβοηθά ή εκφράζει την δουλειά μας στο κοινωνικό επίπεδο. Κι όχι απλά ψάξιμο της «πολιτικής πρότασης», που θα λύσει τα προβλήματα.

3. Όμως, ο κόσμος που ζούμε σήμερα, δεν είναι ίδιος με αυτόν που γνωρίζαμε στη δεκαετία του ‘60. Έχει αλλάξει σημαντικά. Αναφέρουμε ορισμένες πλευρές μονάχα:

α) Στις μέρες μας έχουμε να κάνουμε με ένα ενιαίο σύστημα κοινωνικών σχέσεων, σ’ αντίθεση με χτες. Η διαμάχη ανατολικού και δυτικού μπλοκ δεν αναιρεί την προηγούμενη φράση. Αντίθετα είναι αποτέλεσμα της όξυνσης των αντιθέσεων του ενιαίου συστήματος κοινωνικών σχέσεων.

β) Βρισκόμαστε μπροστά σε μια παρατεινόμενη διεθνή οικονομική κρίση, που παρουσιάζει αρκετές διαφορές από την προηγούμενη. Η κρίση αυτή έφθασε να προβληματίζει τους μόνιμους θεραπευτές της, αν μπορούν πια να χρησιμοποιούν τον όρο κρίση.

γ) Υπάρχει μια πορεία ανασύνθεσης του κεφαλαίου. Η χρησιμοποίηση της νέας τεχνολογίας (πληροφορική, ρομποτική, αυτοματοποίηση) αποτελεί μια αιχμή στους χώρους παραγωγής με σημαντικές συνέπειες.

δ) Το πρόβλημα του πολέμου παρουσιάζεται με μια οξύτητα και με άλλες διαστάσεις. Βρισκόμαστε σ’ ένα αποφασιστικό σημείο της φάσης προετοιμασίας. Οι εξοπλισμοί πέρσιγκ-κρουζ-SS 20, οι εμπλοκές σε τόσες περιοχές το αποδεικνύουν.

ε) Ο τρίτος κόσμος δεν είναι αυτό που ήταν στη δεκαετία του ‘60. Η διεθνοποίηση του κεφαλαίου δεν άφησε ανεπηρέαστες τις τεράστιες αυτές περιοχές του κόσμου. Συνεχίζονται και οξύνονται οι Εθνικοί θρησκευτικοί φυλετικοί ανταγωνισμοί.

στ) Η ζωή στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις, τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις έχει μεταβληθεί κι έχει φέρει στην επιφάνεια σε πρωτοφανείς κλίμακες νέα φαινόμενα. Η κατάσταση συγκέντρωσης και εγκλεισμού τεράστιων μαζών πέρα από τις στοιχειακές μορφές αντίδρασης που παρατηρούνται, το κεφάλαιο είναι αναγκασμένο να τελειοποιεί τους χειριστικούς και καταπιεστικούς του μηχανισμούς τείνοντας προς την κοινωνία του ολοκληρωτικού ελέγχου.

Η κατάσταση είναι τέτοια που λογική συνέπεια της διαιώνισης του σημερινού συστήματος κοινωνικών σχέσεων και μοντέλων ανάπτυξης σημαίνει καταστροφή του φυσικού πλούτου της γης, εξολόθρευση του εμψύχου πλούτου του κόσμου. Η ανθρωπότητα δεν απειλείται από κάποιο συγκεκριμένο φονικό όπλο, από κάποια ανακάλυψη, από κάποιο τεχνολογικό επίτευγμα, αλλά από την επιβίωση ενός συστήματος κοινωνικών σχέσεων. Η εξάλειψη αυτού του συστήματος θα βάλει τέλος, όχι στην ιστορία του κόσμου, αλλά στην προϊστορία της ανθρωπότητας και θα εγκαινιάσει την απαρχή της πραγματικής ιστορίας.

Η καταστροφή της σχέσης κεφάλαιο παρουσιάζεται πιο δύσκολη, πιο περίπλοκη και σύνθετη απ’ ό,τι λίγες δεκαετίες πριν, μα γι’ αυτό και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα υπόθεση!

Είναι ζωτικής σημασίας η κατανόηση των πραγματικών πλευρών των περιεχομένων και των στόχων της κίνησης προς την ανασύνθεση του κεφαλαίου. Τα τελευταία χρόνια προβλήθηκε η άποψη, από τους χώρους της αυτονομίας, πως η κριτική της πολιτικής οικονομίας είναι ξεπερασμένη. Πολύ συνοπτικά υποστηρίχτηκαν τα εξής: α) ο νόμος της αξίας παύει να λειτουργεί στην καπιταλιστική οικονομία, β) σχεδόν όλες οι ταξικές διαστρωματώσεις τινάχτηκαν λόγω της διάχυσης της παραγωγικής εργασίας προς κάθε εργασιακό χώρο. γ) Η συνθετότητα της τάξης έχει αναχθεί σε μια μοναδική φιγούρα: τον κοινωνικό εργάτη, δ) Η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος δημιουργήθηκε, παράχτηκε, προκλήθηκε από τους προλεταριακούς αγώνες και σαν απάντηση του κεφαλαίου προς αυτούς, ε) Οι ανάγκες που δημιουργούνται στο προλεταριακό σώμα μέσα στην καπιταλιστική παραγωγή, ονομάστηκαν κομμουνιστικές ανάγκες.

Οι υποθέσεις αυτές δεν μας βρίσκουν σύμφωνους. Και δεν πρόκειται απλά για έναν μεγεθυντικό φακό, όπως χαρακτηρίστηκε γενικά η θεωρητική δουλειά της Αυτονομίας. Παρά τις οξύτατες επισημάνσεις της, τα τελικά συμπεράσματα της είναι αυθαίρετα.

«Η κοινωνική σχέση γίνεται ένα σημείο της σχέσης παραγωγής, η κοινωνία μετατρέπεται σε μια συνάρθρωση της κοινωνικής παραγωγής υποταγμένης (sussunta) σ’ αυτήν, το εργοστάσιο γίνεται κέντρο και μέτρο όλων των κοινωνικών σχέσεων. Στο καπιταλιστικό σύμπαν μπορούμε να ξεκινήσουμε από οποιοδήποτε σημείο. ΜΑ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΞΕΚΙΝΑΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΓΙΑ ΝΑ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ. Δεν είναι πως εργοστάσιο και κοινωνία γίνονται ένα πράγμα. Ή ότι η κοινωνία γίνεται ένα εργοστάσιο. Αλλά κυρίως η κοινωνική σχέση της παραγωγής γίνεται «υπεύθυνη» για όλες τις κοινωνικές σχέσεις και τις μετατρέπει σε γρανάζια της. Εργοστάσιο, πόλη, κράτος δημιουργούν ένα ολοκληρωμένο σύστημα με διαφοροποιημένες λειτουργίες. Δεν έχουμε συρρίκνωση, διαπλάτυνση ή τσάκισμα της μιας στην άλλη ή αντίστροφα, αλλά ολοκλήρωση και λειτουργική διαίρεση των καθηκόντων. Στην καπιταλιστική σχέση παραγωγής, η κοινωνία είναι ένα μέσον και η παραγωγή υπεραξίας ο σκοπός. Η κοινωνικότητα της παραγωγικής διαδικασίας είναι μονάχα ένα μέσον για την ατομική ιδιοποίηση. Η ορθολογικοποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων μέσα στο εργοστάσιο επεκτείνονται σ’ όλο το δίχτυ των κοινωνικών σχέσεων. Η οργάνωση του ελέγχου και της διεύθυνσης μέσα στο εργοστάσιο αποτελεί παράδειγμα και μοντέλο της γενικής οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων και του κράτους σαν ρυθμιστή και ελεγκτή αυτών των κοινωνικών σχέσεων και της αναπαραγωγής τους.

Ο μητροπολιτικός εργάτης διασχίζει αδιάφορα τους προνομιακούς χώρους παραγωγής της υπεραξίας, ΜΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΟΙΞΕΙ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ».

Η μαρξιστική κριτική της πολιτικής οικονομίας διατηρεί όλη την επικαιρότητα της. Θα λέγαμε πως είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία η επιστροφή σ’ ολόκληρο το έργο του Μαρξ και όχι τόσο στο τι θεωρήθηκε σαν μαρξισμός και σημαδεύτηκε από άμεσες πρακτικές επιλογές αμφίβολης και αμφισβητούμενης σημασίας).

Μια μικρή παρένθεση, μεγάλης σημασίας, για να μην ξεχνιούνται ορισμένα θέματα – προϋποθέσεις. Περί διαλεχτικής σκέψhς, μεθόδου, περί του διαλεχτικού υλισμού. Στις μέρες μας, τα όποια ξανοίγματα που είναι απαραίτητα, θα κριθούν σε μεγάλο βαθμό από την μέθοδο, από τον τρόπο προσέγγισης.

Ενδεικτικά, μόνο, παραθέτουμε ένα απόσπασμα, από έργο μαρξιστή φιλοσόφου που γράφτηκε στα 1935.

«Μπορούμε να καταστρώσουμε τον ακόλουθο πίνακα των προβλημάτων που τίθονται στον «επαναστάτη φιλόσοφο», κάνοντας την καθαρή παρατήρηση πως ο τέτοιος πίνακας είναι προσεγγιστικός, προσωρινός και πως τα ζητήματα περιπλέκονται με τέτοιον τρόπο, που ο χωρισμός τους είναι πάντοτε τεχνητός.

Α) Πλευρές του διαλεχτικού υλισμού που είναι ήδη επεξεργασμένες: 1ο θεωρία της εσωτερικής κίνησης των αντιθέσεων. Ανόρθωση της χεγκε-λιανής μεθόδου.

2ο θεωρία της αλήθειας και του διαλεκτικού σχετικισμού. 3ο θεωρία της ενότητας «υποκείμενο – αντικείμενο», «θεωρία – πράξη».

Β) Προβλήματα στα οποία οι θεμελιωτές του μαρξισμού έδωσαν ακριβείς υποδείξεις, αλλά που πρέπει να ξαναπιαστούν με βάση την φιλοσοφική επικαιρότητα:

1ο θεωρία της συνείδησης και της ιδεολογικής παράστασης.

2ο θεωρία της υπέρβασης και της διαλεκτικής προόδου.

3ο θεωρία του λάθους και της επιφάνειας.

4ο Ανάλυση της κατηγορίας της πραχτικής («πράξις»)

5ο θεωρία των ειδικών επιπέδων και τομέων. Μεθοδολογία.

6ο Σχέση ατομικού και κοινωνικού.

Γ) Ανοιχτά προβλήματα. Προοπτικές ανάπτυξης της διαλεκτικής σκέψης.

1ο Κοινωνική κριτική των κατηγοριών της σκέψης.

2ο θεωρία της ανθρώπινης «αλλοτρίωσης» και της ολοκλήρωσης των ανθρώπινων στοιχείων.

Για μια φορά ακόμα, δεν πρόκειται παρά για πλευρές, στιγμές ενός όλου, στις οποίες η πράξη, η ιστορία, η επικαιρότητα, η αναζήτηση έβαλαν ή θα βάλουν αλληλοδιάδοχα τον τόνο».

Βέβαια μπορεί να μην δηλώσαμε «επαναστάτες φιλόσοφοι», αυτό όμως δεν μας απαλλάσσει από την επίγνωση των τεράστιων προβλημάτων που υπάρχουν. Τουλάχιστον επιμένουμε, με πιο ουσιαστικό τρόπο, στο θέμα των προϋποθέσεων. Γιατί υπάρχουν πάντα εκείνοι που τις επικαλούνται για να ‘χουν ήσυχη την συνείδηση τους.

4. Είναι αρκετά δημοφιλής η άποψη, πως ο Λένιν δανείστηκε από τον Κάουτσκυ το μπάσιμο του συνειδητού στοιχείου από «τα έξω» στην εργατική τάξη, αυτή τη «καταραμένη θέση». Όμως, αυτή τη θέση ο Κάουτσκυ την πήρε από τον Μαρξ. Πρόκειται για την συνένωση του προλεταριάτου και της «φιλοσοφίας», δηλαδή της κοσμοαντίληψης, της θεωρίας. Η γνωστή έκφραση «καρδιά» το προλεταριάτο, «μυαλό» η φιλοσοφία. Η Αυτονομία θεωρεί πως στον κοινωνικό εργάτη υπάρχουν το μυαλό και η καρδιά σε αρμονική ενότητα από μόνα τους.

Η επιχειρηματολογία της, παρά τα νεφελώδικα και περιπλεγμένα σχήματα της ανάγεται σ’ αυτό: ο Λένιν εκφράζει μια αντίληψη για τον αυθορμητισμό και το συνειδητό μιας εποχής, που ο εργάτης – τεχνίτης (επαγγελματίας) ήταν η κυρίαρχη μορφή του προλεταριάτου. Εξάλλου ο Λένιν, δηλαδή ο λενινισμός, ήταν ο μαρξισμός ενός καθορισμένου κοινωνικού σχηματισμού, δηλαδή της καθυστερημένης Ρωσίας, που ζούσε κάτω από απολυταρχικό τσαρικό καθεστώς. Σήμερα έχουμε άλλο κοινωνικό σχηματισμό. Η κεντρική μορφή τώρα είναι ο κοινωνικός εργάτης. Με τα όσα κάνει ο κοινωνικός εργάτης από τα πράγματα κατευθύνεται στη δημιουργία αντι – εξουσίας, οπουδήποτε. Δηλαδή με οποιαδήποτε πράξη ιδιοποίησης ή επανιδιοιποίησης. Ο αγώνας του έτσι η κάθε του πράξη, γίνεται άμεσα πολιτική. Δεν κινδυνεύει γι’ αυτό να υποταχθεί στην αστική επιρροή ή να πέσει σ’ αυτή, γιατί από τα πράγματα αμφισβητεί άμεσα το κράτος – κεφάλαιο. Από κει η αυτό -οργάνωση, το κόμμα – προτσές κλπ.

Η λενινιστική αντίληψη πως κάθε αυθόρμητη δράση της εργατικής τάξης καλύπτει την οικονομική πάλη (τείνει στον τρεϊντγιουνονισμό) και επομένως υποτάσσεται στην αστική επιρροή, μεταφράζεται σήμερα από τους «λενινιστές» αντροποφικούς έτσι: «αφού η αστική επιρροή εκπροσωπείται από όλους τους άλλους, η προλεταριακή από μας, και δεδομένου πως σήμερα… (μπαίνει μια γερή μερίδα κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού) τα όρια του αυθορμητισμού της εργατικής τάξης στενεύουν, αν δεν υποτάσσεται και δεν κατευθύνεται από μας η δράση της εργατικής τάξης, υποτάσσεται στην πολιτική των εχθρών μας». Το ότι μεταφράζεται έτσι, δεν επιτρέπει πρόχειρα συμπεράσματα του στυλ: «η ουσία του λενινισμού το καπέλωμα». Επίσης σε περίοδο σύγχυσης είναι εύκολη η υιοθέτηση σχημάτων, που έχουν διανύσει ένα κύκλο, όπως αυτά της Αυτονομίας, και η παρουσίαση τους σαν τον πυρήνα της λύσης τεράστιων προβλημάτων κάτι τέτοιο συμβαίνει στη χώρα μας. Και δεν εννοούμε τους διανοουμενίστικους, ακαδημαϊκούς κύκλους του «Πολίτη», που νιώθουν πανευτυχείς για την ανακάλυψη του Νέγκρι στα έτη 1983. Ενός Νέγκρι απλά φιλόσοφου και θεωρητικού, που ορίζει νέα πεδία αναζήτησης, δίνοντας έτσι άλλο ένα μεγαλείο κυριλέ στάσης, όταν ξεχνούν όλη τη πραχτική δράση του Νέγκρι και της Αυτονομίας, όταν χλεύαζαν και χλευάζουν τέτοιου είδους κινήματα κι ασχολιόντουσαν με τον λογιοτατισμό τους. Εννοούμε τους συντρόφους της Ρήξης – Κομμούνας, που αν και μεταφέρουν μια σημαντική εμπειρία από την Ευρώπη, και αυτό είναι θετικό, ο τρόπος, που την αφομοιώνουν και τα συμπεράσματα, που καταλήγουν δεν μας βρίσκουν σύμφωνους.

Εμείς ξεκινάμε από ένα απλό πασίγνωστο γεγονός. Αν στο καιρό του Λένιν, όπως λέει ο Νέγκρι καθαρότερα από κάθε άλλον, η αστική επιρροή εκφραζόταν από την αστική τάξη καθαρά και παστρικά, σήμερα, η αστική επιρροή δεν εκφράζεται μονάχα, για να μιλήσουμε έτσι, από την «κλασσική» αστική τάξη. Εκφράζεται και από την «νέα» αστική τάξη, αυτήν που έχει εγκαθιδρυθεί σε αρκετές χώρες του κόσμου, που επιπλέον έχει προεκτάσεις παντού και που διατείνεται, ισχυρίζεται πως αντιτίθεται στην άλλη αστική τάξη. Κι εδώ πρόκειται να επικαλεστούμε το πασίγνωστο, αλλά λίγο «ντεμοντέ» γεγονός, πως ο καθένας που ξεκινάει ν’ αναλάβει οποιαδήποτε δράση, μετράει, άλλο αν καταφέρει να «μετράει» σωστά, τις πιθανότητες «ιδιοποίησης» της δράσης του από τους ρεβιζιονιστές. Αν λοιπόν ίσχυε στον καιρό του Λένιν, πως κάθε τρεϊντγιουνιστική πολιτική οδηγεί στην αστική επιρροή, δεν ισχύει αυτό πολύ περισσότερο σήμερα που υπάρχει αυτή η ενότητα (ενάντια στο προλεταριάτο) και πάλη της παλιάς και νέας αστικής τάξης που επιπλέον διαθέτει (η τελευταία) ισοπεδωμένο στα μέτρα και τις επιδιώξεις της στο ιδεολογικό οπλοστάσιο;

Το πρόβλημα βρίσκεται στο αν η πράξη μας κατευθύνεται από ένα σκοπό (κι όταν μιλάμε για σκοπό εννοούμε την εφαρμογή μιας συνειδητά σχεδιασμένης πολιτικής) γιατί μονάχα ο σκοπός (μιλάμε γενικά) εμπεριέχει την όποια εγγύηση πως η πράξη αυτή δεν θα την ιδιοποιηθεί η νέα αστική τάξη. Άμεσα ή έμμεσα. Βραχυχρόνια ή μακροχρόνια. Εκεί βρίσκεται η ουσία του ζητήματος.

Η άποψη δηλ. που υποστηρίζουμε είναι πως η ανάλυση του Λένιν για τις σχέσεις αυθόρμητου – συνειδητού ισχύει για την νέα ιστορική περίοδο. Με τούτη τη διαφορά που για πολλούς είναι «μικρή», είτε από την άποψη της αποδοχής της «λενινιστικής θεωρίας» είτε από την άποψη της απόρριψης της: Η θεωρία αυτή, γιατί πρόκειται για θεωρία, πρέπει να ‘ναι η βάση για την οικοδόμηση ενός υποκειμένου που ν’ ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά της ιστορικής περιόδου που έχουμε μπει. Εκεί βρίσκεται το ζήτημα: σαν φράση από μόνη της δε λέει τίποτα αν δεν συγκεκριμενοποιείται. Γιατί μπορεί να οδηγεί έτσι στα «παλλαϊκά κόμματα» στα τεχνοκρατικά κόμματα τύπου ΚΚΙ ή σε κόμματα -κινήματα λαϊκιστικού τύπου. Γιατί οι πάντες κόβουν και παίρνουν από το Μαρξ και το Λένιν, κηρύχνοντάς τους ταυτόχρονα «ξεπερασμένους». Στο όνομα της νέας εποχής γίνονται όλα αυτά. Η διαχωριστική γραμμή βρίσκεται στις διαμετρικά αντίθετες εκτιμήσεις που γίνονται για την εποχή αυτή.

Σε πρώτη γραμμή, η ανταπόκριση της λενινιστικής αντίληψης με την περίοδο που έχουμε μπει, έγκειται σε τούτο: Η ΠΑΛΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΣTIΚΗ ΕΠΙΡΡΟΗ ΚΑΙ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΥ ΤΥΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΣΚΗΣΗ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΙΡΡΟΗΣ.

Δηλαδή ανάπτυξη των ιδεολογικών χαρακτηριστικών της αντιπαράθεσης αυτής. Δεν πρόκειται σκέτα για «ιδεολογική δουλειά», πρόκειται για την προβολή μιας αντιθετικής προς τις κυρίαρχες, κοσμοαντίληψης. Σ’ αυτήν δεν χωράνε ούτε κλασσικά εικονογραφημένα, ενός δήθεν μαρξισμού – λενινισμού, ούτε οι ακροβασίες ενός νεο – θετικισμού φρέσκιας εσοδείας και οι εκλεκτικισμοί με δάνεια από βιβλία της τελευταίας μόδας.

Αν δεν ικανοποιείται αυτός ο όρος, τότε δεν έχουμε να κάνουμε με μια λενινιστική αντίληψη, αλλά με κάτι άλλο. Και οι τρέχουσες αντιλήψεις που διαπαιδαγώγησαν τους ανθρώπους στα τελευταία χρόνια ήταν το αντίθετο. Πράξη! Πριν απ’ όλα! Σόφισμα πολύ βολικό. Οι ιδέες βγαίνουν απ’ την πράξη. Αλλά η πράξη σκέτα σημαίνει αυθορμητισμό της χειρότερης μορφής γιατί γίνεται στο όνομα κάποιων ιδεών που παίζουν ρόλο «σημαίας» μονάχα. Και εδώ δεν πρόκειται για «παραγωγή θεωρίας» πρόκειται για έλλειψη ανταπόκρισης στις πιο στοιχειώδικες απαιτήσεις μιας κάποιας αποσαφήνισης που δεν συνεπάγονται καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια.

Η δεύτερη απαίτηση της λενινιστικής αντίληψης είναι το σύστημα σχέσεων ανάμεσα στα μέλη ενός φορέα και του φορέα σαν σύνολο και σαν άτομα με την τάξη, τη μάζα, τους ανθρώπους ξεχωριστά της μάζας. Υπογραμμίζεται η ιεραρχική πλευρά των σχέσεων, αν δεν αποκλειστικοποιείται. Δεν είναι αυτή η ουσία. Είναι η εξωτερική πλευρά της ουσίας και γι’αυτό δεν είναι εξ ορισμού σταθερή και αμετάβλητη, αλλά εξαρτιέται από τις συνθήκες, τις περιστάσεις κλπ. Βέβαια η ουσία εκφράζεται με μορφές, και γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία ποια μορφή υιοθετείται κάθε φορά. Στο σοβιετικό πρότυπο, κι όχι μονάχα σ’ αυτό (η απομίμηση ανεξάρτητα από προθέσεις, είναι ολοφάνερη) τα πράγματα αντιστρέφονται: Η ΙΕΡΑΡΧΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΓΙΝΕΤΑΙ «ΠΡΑΓΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ».

Το σύστημα σχέσεων διασφαλίζει, δηλαδή πρέπει να επιδιώκει να διασφαλίζει, την ισχυροποίηση και τη διάδοση της επιρροής. Αλλά οι άνθρωποι που εκφράζουν και πραγματοποιούν αυτή την λειτουργία έρχονται σε ορισμένες σχέσεις μεταξύ τους, στο εσωτερικό του φορέα, και επιδρούν, πρέπει να επιδρούν πάνω στους άλλους. Οι «έξω άνθρωποι» δεν είναι «πρώτη ύλη». Είναι ζωντανοί και διαμορφωμένοι οργανισμοί. Δεν είναι ανόργανη μάζα. Γι’ αυτό οι πατερναλισμοί, οι αυτοματισμοί κλπ. αποτελούν άλλο πράγμα.

Οι «μέσα άνθρωποι» δεν μπορούν να έχουν τυχαίες σχέσεις ή απλά ιεραρχικές σχέσεις. Τέτοιες έχουν αναγκαστικά στην κοινωνία, στην παραγωγή κλπ. Δεν μπορούν βέβαια να έχουν σχέσεις που να στηρίζονται σε φανταστικούς κόσμους. Γιατί τότε θα ‘χουμε καθεστώτα που οδηγούν σε «περιστατικά» Νετσάγιεφ ή «κόκκινου στρατού» Ιαπωνίας. Αλλά δεν μπορεί να αναπαράγονται στο εσωτερικό οι υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις. Γιατί τότε δεν μπορεί να γίνεται λόγος για εκπλήρωση της πρώτης απαίτησης.

Η τρίτη απαίτηση είναι «ως η πάλη ενάντια στις παλαιό – αστικές και νεο – αστικές επιρροές δεν γίνεται με ίσους όρους. Επομένως είναι απαραίτητη η ικανότητα αντοχής. Η απαίτηση αυτή εξασφαλίζει, πρέπει δηλαδή να εξασφαλίζει, την ικανοποίηση των δυο πρώτων απαιτήσεων.

Η πάλη για την ικανοποίηση των τριών αυτών απαιτήσεων δημιουργεί άλλες προοπτικές, στη σημερινή πραγματικότητα, για ένα κίνημα που επιδιώξει την πραγματοποίηση τους. Η ανάγκη δηλαδή δημιουργίας άλλων προοπτικών μας σπρώχνει στο να θεωρούμε χρήσιμα -απαραίτητα, αυτά τα στοιχεία και στη διαδικασία του μετασχηματισμού.

Ας αφαιρέσουμε τον χαρακτηρισμό «λενινιστική αντίληψη» από τις τρεις απαιτήσεις, ας ξεχάσουμε την διαλεκτική προέκταση τους σ’ ένα επαναστατικό υποκείμενο, ας δεχτούμε πως μας ενδιαφέρει η κατάχτηση χώρου όπου θα οικοδομούμε μια διαφορετική κοινότητα, με διαφορετικές σχέσεις, που δεν στοχεύει σε πολιτική εξουσίας κλπ., ακόμα και τότε θεωρούμε πως θα παρουσιάζονται προβλήματα που θα επιβάλλουν τη στοιχειώδη, περιορισμένη έστω, ικανοποίηση των τριών απαιτήσεων. Ας σκεφτεί ο καθένας από την εμπειρία του μέσα σε ομάδες, επιτροπές, συσπειρώσεις ακόμα και κοινόβια αν συναντά ή όχι τούτα τα προβλήματα.

Αντί να υποτιμάμε τον Λένιν, σύντροφοι, ας τον θυμόμαστε περισσότερο.

5. Ας του δώσουμε λοιπόν το λόγο:

«Η διαφορά ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα δεν προκαλεί καμιά ζημιά, φτάνει μόνο το πρόσωπο που ονειροπολεί να πιστεύει σοβαρά στο όνειρο του, να παρατηρεί προσεχτικά την ζωή, να συγκρίνει προσεχτικά τις παρατηρήσεις του με τους πύργους που φτιάχνει με την φαντασία του και γενικά να δουλεύει ευσυνείδητα για να γίνει πραγματικότητα το όνειρο του. Όταν υπάρχει κάποια επαφή ανάμεσα στ’ όνειρο και τη ζωή, όλα είναι εντάξει. Τέτοια όνειρα έχουμε δυστυχώς πολύ λίγα στο κίνημα μας».

Έχουμε ανάγκη από απόψεις, προτάσεις, διαδικασίες που θα ‘χουν μια δυναμική, θα δημιουργούν μια κίνηση αφού θα στηρίζονται σε κάποιες υπαρκτές διεργασίες κι ανάγκες.

Αντιμετωπίζουμε όμως ακόμα την διασπορά, τον κατακερματισμό, την αποσύνθεση, την περιθωριοποίηση, την διάλυση, την σύγχυση.

Αντιμετωπίζουμε όμως ακόμα την είσοδο στα κοινά νέων ανθρώπων και νέων υποκειμένων που καθιστούν αναγκαία την σύνδεση – σύζευξη «παλιού και καινούργιου» στη βάση των αναγκών του κινήματος. Με μια έννοια είναι απαραίτητο να μεταδοθεί και χωνευτεί μια πείρα που υπάρχει και από «παλιούς και από καινούργιους».

Δεν πρέπει να λησμονιέται το γεγονός της ύπαρξης μεγάλων τμημάτων, κυρίως νεολαίας, που τα άμεσα τους ερεθίσματα, οι αναφορές τους, η κουλτούρα τους, είναι διαφορετικά από αυτά του κόσμου που βιώνει και πρωταγωνιστεί στον μετασχηματισμό.

Όποιος θεωρεί πως κάποτε θα γίνει ένα «ξεκαθάρισμα», και «κάποιοι θα καταλάβουν την σωστή γραμμή» ή ότι η τελευταία έτσι κι αλλιώς θα θριαμβεύσει, μπορεί να έχει ήσυχο το κεφάλι του, διατηρώντας ολόκληρη την καθαρότητα του και περιμένοντας την στιγμή της μαζικής – κι όχι αποστολικής – επιφοίτησης.

Δεν μιλάμε για μελλοντικό πρόβλημα, αλλά για κάποιο που υπάρχει γύρω μας και πολλές φορές μάλιστα, επιδρά σημαντικά στη δραστηριότητα μας.

Στις περιπτώσεις αυτές, οι διαχωρισμοί και τα σημεία επαφής είναι θέματα συγκεκριμένης ανάλυσης και ταχτικής αντιμετώπισης. Δεν μπορούν να στηριχτούν σοβαρά, ούτε ο σώνει και καλά, «καθαρούτσικος» διαχωρισμός, ούτε η έλλειψη θέσης – άποψης για την επίτευξη κάποιων σημείων επαφής. Ούτε πολύ περισσότερο η διάχυση σαν πρόταση διεξόδου.

Γι’ αυτό δεν μπορούμε ν’ αφεθούμε στο τι αυθόρμητα θα παράξει η πραγματικότητα κι ούτε πρέπει να αφεθούν κάποιες σκέψεις, προτάσεις, πραχτικές στην αποτελεσματικότητα τους.

Σήμερα, έχουμε ανάγκη από την δημιουργία του ικανού κλίματος μέσα στο οποίο θα γονιμοποιούνται κάποιες σκέψεις, θα ‘χουν αντίκρισμα κάποιες προτάσεις, θα υπάρχει η αίσθηση της κοινής προσπάθειας, θα αποχτά οντότητα η κάθε πραχτική.

Ένα κέντρο αναφοράς μιας διάχυτης αλλά και ενιαίας πανελλαδικής κίνησης που θα αντιπαραθέτει στη γλωσσική ρύπανση του πολιτικού περιβάλλοντος την ζωντάνια του ανταγωνισμού της σ’ ότι κυρίαρχο σήμερα.

Η οικοδόμηση της συλλογικότητας αποτελεί ένα κεντρικό κρίκο. Μια συλλογικότητα που θα στηρίζεται στην συνεισφορά ατόμων, ομάδων, συνελεύσεων, συσπειρώσεων, περιοδικών, πανελλαδικών συναντήσεων, τριήμερων, φόρουμ κλπ. ώστε να διευρυνθεί ένα δίχτυ από δραστηριότητες.

Ο μόνος εφικτός τρόπος οικοδόμησης οποιασδήποτε συλλογικότητας, είναι να διερευνάται και να ορίζεται ένα περιεχόμενο. Η οργανωτική μορφή θα έρχεται μετά. Όποιοι προσπαθούν να ορίσουν πρώτα μια οργανωτική μορφή μοιάζουν με τα σκυλιά που κυνηγούν την ουρά τους.

Κάθε ομάδα – κίνηση κλπ. μπορεί να στηρίζεται στη κοινή βάση που ώθησε τα μέλη της να την δημιουργήσουν. Δεν είναι ρεαλιστικό κάθε ομάδα – κίνηση – παρέα να χρεώνεται το σύνολο των προβλημάτων του επαναστατικού σχήματος, γιατί θα λυγίσει κάτω από το βάρος των απαιτήσεων χωρίς να δώσει καν πράγματα που θα μπορούσε και να έχουμε ανάγκη. (Σκεφτείτε για παράδειγμα η επιτροπή για το στρατό να χρεωνόταν το σύνολο των προβλημάτων: δεν θα έκανε καν ούτε αυτά που τώρα κάνει).

Γι’ αυτό δεν βλέπουμε πως η συμμετοχή σε κάποια ομάδα – κίνηση μπορεί να εξασφαλίσει – καλύψει τις ανησυχίες και ανάγκες του καθένα. Εξ αντικειμένου ορίζεται μια πολλαπλή δραστηριότητα και στη πράξη λύνονται προβλήματα όπως της «διπλής ένταξης».

Έτσι είναι τελείως φυσικό, καμιά ομάδα να μην παραμένει αυτό που ήταν, άλλες να διαλύονται, άλλες να μετασχηματίζονται. Ό,τι παραμένει ίδιο για πολύ καιρό, είτε δεν είναι ζωντανό, είτε δεν έχει καν την φιλοδοξία να παρακολουθεί τα διαδραματιζόμενα.

Από τα παραπάνω προκύπτουν δυο χαρακτηριστικά των πρωτοβουλιών. Είναι αδιανόητο οι πρωτοβουλίες να μην έχουν ανοιχτό χαρακτήρα, να ανοίγουν κι όχι να κλείνουν τα ζητήματα, να τείνουν απλά να αναπαράγουν τον εαυτό τους. Η οργανωτική σεχταριστική συνέχεια θα γεννά μόνο κλειστού χαρακτήρα πρωτοβουλίες ή θα παρεμβαίνει σε ανοικτού τύπου μόνο και μόνο για να υπονομεύσει αυτή τη διαδικασία στηριζόμενη στις υπαρκτές αδυναμίες.

Πιστεύουμε πως τα μεγαλύτερα όρια, σήμερα βρίσκονται, στη δημιουργία ομάδων και κινήσεων που θα ορίζονται από τη σχέση τους με τις διεργασίες που συντελούνται στο κίνημα και την πραγματικότητα. Με ομάδες και κινήσεις που θα αναφέρονται και θα συμβάλουν στο μετασχηματισμό. Προς κάτι τέτοιο τείνει και θέλει να συμβάλλει η α/συνέχεια. Όταν πλησιαστούν αυτά τα σημερινά μεγαλύτερα όρια, τότε θα μπορούμε να μιλήσουμε για άλλα πράγματα.

Ελπίζουμε να απαντήσαμε σ’ αρκετές από τις απορίες που γεννήθηκαν με το κείμενο «τι απέγιναν οι προβοκάτορες». Ελπίζουμε επίσης να γεννήσαμε κι άλλες απορίες πιο γόνιμες που θα πρέπει να απαντηθούνε και με άλλους τρόπους.

Με την ευκαιρία, αισθανόμαστε πολύ κοντά με όσους, είτε στη χώρα μας, είτε μακριά, προσπαθούν στην ίδια κατεύθυνση, έστω και με άλλους τρόπους.

Α/συνέχεια Αθήνα Νοέμβρης ‘83

ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΑΝ ΟΙ «ΠΡΟΒΟΚΑΤΟΡΕΣ»;

Από τα επίσημα κόμματα και οργανώσεις ακούμε και διαβάζουμε για το «αληθινό νόημα» του Πολυτεχνείου. Και βλέπουμε να συνδέεται εκείνο το νόημα με τη σημερινή γραμμή του κάθε φορέα. Έτσι μπροστά στα μάτια μας έχουμε πολλές αλήθειες συχνά αντικρουόμενες. Το συμπέρασμα είναι ότι κάθε κοινωνική δύναμη θέλει να δώσει στον αγώνα του Πολυτεχνείου του 73 τη δική της άποψη και προοπτική και να την ντύσει με γενικό κύρος χρησιμοποιώντας τη λέξη αλήθεια.

Εμείς δεν θα δώσουμε τη δική μας αλήθεια. Γιατί αυτά που λέγαμε τότε, σήμερα φαίνονται σαν ψέμα. Σήμερα στην ορθοδοξία της αλλαγής, του εκσυγχρονισμού της ομοψυχίας η επιμονή μας στις ιδέες της ανατροπής, της αλλοτρίωσης και της ταξικής πάλης φαίνονται σαν αιρετικά. Ας θυμηθούμε όμως ότι το Πολυτεχνείο του 73 δεν έγινε από τους παπάδες, υπουργούς και αρχηγούς κομμάτων που είδαμε να παρελαύνουν το ’82. Έγινε από «αιρετικούς» της εποχής που δεν δέχονταν τη φιλελευθεροποίηση της δικτατορίας ούτε τα σενάρια των κλιμακώσεων των ρεαλιστών των τότε αντιπολιτευόμενων δυνάμεων, έγινε από «προβοκάτορες» που δεν νοιάζονταν για τις τότε ορθοδοξίες και αλήθειες.

Και ποιοι είμαστε «εμείς». Ποιος είναι ο φορέας μας, τα σύμβολα και η σημαία μας. Σήμερα στή μέθη του κοινοβουλευτισμού, στο παιχνίδι των κομμάτων και στην κοινοβουλευτικό καθωσπρεπισμό η επιμονή μας στην πάλη, στην βίαιη ανατροπή και στις ταξικές ακρότητες φαίνονται πολύ υπερφίαλα για να θεωρηθούν νηφάλια. «Εμείς» τώρα είμαστε ένα σύνολο από άτομα, παρέες, ομάδες που το κοινό μας είναι η έλλειψη φορέα, δεν έχουμε σύμβολα γιατί αυτά που υπήρχαν έχουν χάσει το νόημα τους και η σημαία μας περιμένει να ξανασηκωθεί.

Δεν μας ενοχλεί αν μας αποκαλούν «περιθώριο», «προσωπικά δράματα», «αριστεριστές» ή οτιδήποτε άλλο.

Τι είναι αυτό που βρίσκεται σήμερα στο περιθώριο ή καλύτερα τι είναι αυτό που προσπαθείται να μπει στο περιθώριο;

Αυτό που επικρατεί σε ιδεολογικό επίπεδο είναι ένα συνονθύλευμα εκσυγχρονισμού, μικροαστισμού, εθνικισμού και μεγαλοαστισμού, όλα έχουν κοινό την άρνηση της ιδέας της επανάστασης, της ιδέας της κοινωνικής ανατροπής, της ιδέας της κατάλυσης της αστικής τάξης πραγμάτων και της προώθησης μιας άλλης κοινωνίας, (που δεν θα έχει τίποτα κοινό μρ τον «υπαρκτό σοσιαλισμό»). Έτσι κι άλλοιώς, το δίλημμα εκσυγχρονισμένος ή παρωχημένος, άλλα πάντα καπιταλισμός, ανήκει όχι σε εμάς, το «περιθώριο», άλλα στην αστική τάξη και σ’ όσους κινούνται στην κοινωνική βάση. Ακόμα και το δίλημμα «Δύση -Ανατολή» για όσους πονηρά το προβάλουν.

Έτσι σήμερα η διαχωριστική γραμμή τίθεται με την άρνηση του καπιταλιστικού συστήματος, με την άρνηση του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Μπαίνει τό ερώτημα κατά πόσο μπορεί ένα κίνημα να ορίζεται μόνο με την άρνηση. Αναγνωρίζοντας αυτό το πρόβλημα, επιμένουμε πως ό,τι ζωντανό και ουσιαστικό θα προκύψει στο μέλλον θα έχει αυτή την άρνηση. Η σκιαγράφιση της θέσης είναι αναγκαία, όσο ποτέ άλλοτε, γιατί απαντάει με πιο πειστικό τρόπο, στην μεταβατική περίοδο που ζούμε, στο ερώτημα εάν είναι δυνατή η επανάσταση σήμερα, χωρίς να καταλήξει κανείς σ’ αυτά πού διαφημίζονται σαν «σοσιαλισμός», θα συνεχίσουμε λοιπόν για καιρό να στηριζόμαστε και ν’ αντλούμε δυνάμεις στην άρνηση του παγκόσμιου συστήματος κοινωνικών σχέσεων.

Οσο άφορα την θέση μπορούμε να πούμε τα εξής:

1) Η ανάπτυξη γενικά και ειδικότερα η τεχνολογική ανάπτυξη, δείχνει πως οι παραγωγικές δυνάμεις μπορούν να εξασφαλίσουν την ικανοποίηση των αναγκών των ανθρώπων. Αν το κοινωνικό σύστημα πού οραματίστηκαν και πάλεψαν γι’ αυτό πριν από εκατό χρόνια οι ιδρυτές του μαρξισμού ήταν πραγματοποιήσιμο και στις τότε συνθήκες, σήμερα έχουν ύπερωριμάσει οι αντικειμενικοί όροι, ώστε ή δυνατότητα αυτή νά υλοποιηθεί.

2) Το γεγονός αυτό το συνειδητοποιούν ευρύτατες μάζες άσχετα αν αντιδρούν στοιχειακά. Για παράδειγμα, σήμερα το φαινόμενο της μετακίνησης μεγάλων νεολαιίστικων μαζών σε διάφορες γωνιές της γης, η επιθυμία των νέων να γνωρίζουν άλλους ανθρώπους και άλλους τόπους, η άποψη για την άρνηση της μισθωτής εργασίας, όλα αυτά δεν είναι εκδηλώσεις της σήψης. Στηρίζονται σε μια αντικειμενική βάση, άσχετα με τον χαρακτήρα ή την κατεύθυνση που μπορεί να δωθεί σ’ αυτές τις εκδηλώσεις. Σε ευρεία κλίμακα έχουμε έναρξη της συνειδητοποίησης ότι κάτω από άλλες συνθήκες ο καθένας θα μπορούσε να απολαύσει τα αγαθά και τις υπηρεσίες.

3) Ένα τεράστιο μέρος από την παραγωγική δραστηριότητα προσανατολίζεται σε καταστροφικούς μηχανισμούς ανεξάρτητα από τα επιχειρήματα που δικαιολογούν την ύπαρξη του. Άν σκεφτούμε τι κονδύλια ξοδεύονται για εξοπλισμούς, πυρηνικά όπλα, κατασταλτικούς και προπαγανδιστικούς μηχανισμούς και πόσο δυναμικό σπαταλιέται για τη διατήρηση των, μπορεί λογικά να συμπεράνουμε πως αν ήταν άλλες οι επιλογές, άλλος ο προσανατολισμός, τι τεράστιες δυνατότητες θα υπήρχαν για την οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας.

4)Τα μεγάλα κρατικά και πολυεθνικά μονοπωλιακά συγκροτήματα δεν έχουν να επιδείξουν καμιά λαϊκή συμπάθεια, αντίθετα έχουν ν’ αντιμετωπίσουν την γενικευμένη απάθεια και έχθρα. Δηλαδή προβάλλουν σαν στυγνοί μηχανισμοί. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει η συναίσθηση κι είναι μεγάλη σ’ έκταση, άσχετα από την απέχθεια – αποχή που μπορεί να παρατηρείται κατά περιόδους.

Γι’ αυτό καί όλο πιο πολύ οι ιθύνουσες τάξεις, έχουν την ανάγκη να περιθωριοποιούν, να γκετοποιούν, να πειθαρχούν κάθε εστία αντίστασης και να τελειοποιούν τους κατασταλτικούς και προπαγανδιστικούς μηχανισμούς. Το ουσιαστικό λοιπόν πρόβλημα είναι να τσακιστούν οι παράγοντες που εμποδίζουν τις λαϊκές και εργατικές μάζες να προχωρήσουν σε μια άλλη κατεύθυνση. Κοντολογής το πρόβλημα της επανάστασης ζητάει λύση. Και το κίνημα που έχει στόχο την επανάσταση υπάρχει. Αυτό δεν είναι μια αυθαίρετη εκτίμηση μας.

1) Τις τελευταίες δεκαετίες τεράστιες μάζες, σε Ανατολή και Δύση, έθεσαν με πολλούς τρόπους το θέμα της επανάστασης. Στη δυτική Ευρώπη ο γαλλικός Μάης, στην Ασία η πολιτιστική επανάσταση και οι έθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες, στην Ανατολική Ευρώπη η εξέγερση τών Πολωνών εργατών, στηνΑμερική τα αντάρτικα κινήματα.

2) Ο τρόπος που αντιμετωπίστηκαν αυτές οι απόπειρες δείχνουν και το μέτρο τοϋ κινδύνου πού έβλεπαν σέ αυτά τά κινήματα οι δυνάμεις πού συμπεριλαμβάνονται οτό σύστημα κι αποτελούν τις αιχμές του.

3) Οι απόπειρες με την κατάληξη που φαίνεται να έχουν αυτά τα κινήματα σε Δύση κι Ανατολή, δημιουργούν συνειδητοποίηση μέσα από τις εμπειρίες για τα όρια και τις ατέλειες των πρώτων επαναστατικών προσπαθειών και τους όρους για τις νέες εφόδους. Σ’ αυτήν ακριβώς τη συνειδητοποίηση μπορούμε να στηρίξουμε την αισιοδοξία ότι οι επόμενες απόπειρες θα είναι πιο ολοκληρωμένες και θα δώσουν πιο αποφασιστικό χτύπημα στις δυνάμεις του συστήματος. Εμείς απλά θέλουμε να συμβάλουμε σ’ αυτή την κατεύθυνση, θέλουμε να είμαστε μέσα σ’ αυτά, πιστεύουμε πως αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουμε για κάτι τέτοιο.

Και τέτοιες προσπάθειες δεν ανάγονται μόνο στο απώτερο μέλλον αλλά μεταφράζονται σήμερα στην άρνηση των αστικών προτύπων στό σπίτι και στη δουλειά, σ’ όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες αλλά και στη διάθεση για την ανίχνευση εκείνης της συλλογικότητας που μέσα από την θεωρητική ανησυχία, την κίνηση και την πράξη θα κατοχυρώσει και τη θέση της για μια κοινωνία που δεν θα’χει καμιά σχέση με τη σημερινή, μια κοινωνία ελεύθερη.

Advertisements

Tagged: , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: