Πρατσαντα: για το κρατος και τη δημοκρατια (Φλεβαρης 2004)

Πρατσάντα: σχετικά με το κράτος και τη δημοκρατία

W9_front_cover

Αυτές τις μέρες, μια διαδικασία μελέτης και συζήτησης λαμβάνει χώρα στο Κόμμα, σχετικά με το ζήτημα της Δημοκρατίας στον 21ο αιώνα. Η προσφάτως συγκληθείσα Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής, δίνοντας έμφαση στη νέα ανάγκη της συνόψισης των εμπειριών των μεγάλων επαναστάσεων και των τρομερών αντεπαναστάσεων, των ιδιαιτεροτήτων της σημερινής παγκόσμιας κατάστασης και των δικών μας εμπειριών του Νεπαλέζικου Λαϊκού Πολέμου, υιοθέτησε ένα προσχέδιο απόφασης προς συζήτηση. Με στόχο να βοηθήσουμε αυτή τη διαδικασία μελέτης και συζήτησης, μια θεωρητική συζήτηση σχετικά με το κράτος και τη δημοκρατία αποτελεί το αντικείμενο αυτού του άρθρου.

Η ακολουθία της ανάπτυξης του κράτους και της δημοκρατίας: μια θεωρητική έννοια

Το ζήτημα της Δημοκρατίας είναι αξεχώριστα συνδεδεμένο με το ζήτημα της κρατικής εξουσίας. Επομένως, ενώ μιλάμε για το ζήτημα της Δημοκρατίας, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε σωστά την ανάπτυξη της κρατικής εξουσίας. Όλοι όσοι έχουν στοιχειώδη γνώση του ιστορικού υλισμού σχετικά με την ανάπτυξη της ανθρώπινης κοινωνίας, γνωρίζουν ότι η κρατική εξουσία προέκυψε από μια συγκεκριμένη κατάσταση και αντίθεση της ανάπτυξης της παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων. Δεν υπήρχε ούτε κράτος ούτε Δημοκρατία για μια μακρά ιστορική περίοδο από την ανάπτυξη της ανθρωπότητας από το στάδιο του πιθήκου ως ένα συγκεκριμένο ρόλο εργασίας. Σύμφωνα με τις επιστημονικές έρευνες, οι άνθρωποι, επί μια μακρά περίοδο σχεδόν ενός εκατομμυρίου χρόνων, διατηρούσαν το βιός τους μέσω συλλογικών προσπαθειών χωρίς κράτος και Δημοκρατία. Το προτσές της εργασίας, ο καταμερισμός εργασίας, η παραγωγή και οι παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύχθηκαν στην πορεία αυτής της μακράς ιστορικής περιόδου, που είναι γνωστή επίσης με το όνομα πρωτόγονος κομμουνισμός, οδήγησε στη δημιουργία μιας τέτοιας αντικειμενικής κατάστασης και αντίθεσης εξαιτίας της οποίας δημιουργήθηκε βαθμιαία μια αναγκαιότητα για ύπαρξη και ανάπτυξη του κράτους. Στη βάση του ιστορικού υλισμού, ο μαρξισμός επινόησε για πρώτη φορά στην ιστορία μια επιστημονική αντίληψη απέναντι σε όλες τις συντηρητικές και ιδεαλιστικές ψευδαισθήσεις, σχετικά με την κυρίαρχη ανθρώπινη κοινωνία και το προτσες της ανάπτυξής της. Στο περίφημο βιβλίο του «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», ο Φρειδερίκος Ένγκελς, ο συμπρωτοπόρος του Μαρξισμού, διατύπωσε, μετά από εκτενή πραγμάτευση, ένα επιστημονικό πόρισμα. Έλεγε εκεί: «(…) Το Κράτος, επομένως, δεν υπήρχε ανέκαθεν. Υπήρξαν κοινωνίες, που τα κατάφερναν χωρίς αυτό, όπου δεν υπήρχε η έννοια του κράτους ή της κρατικής εξουσίας. Σε μια συγκεκριμένη φάση της οικονομικής ανάπτυξης, όπου απαραίτητα υπήρξε η διάσπαση της κοινωνίας σε τάξεις, το κράτος κατέστη αναγκαιότητα, εξαιτίας αυτής της διάσπασης».

Κατ’ αυτό τον τρόπο, είναι ξεκάθαρο πως «μια συγκεκριμένη φάση της οικονομικής ανάπτυξης», εξαιτίας της οποίας η πάλαι ποτέ κοινωνία υπέστη μια αναπόφευκτη διάσπαση, κατέστη ένας βασικός λόγος για την καταγωγή του κράτους. Ο Μαρξισμός, στη βάση του ιστορικού υλισμού, επίσης εξήγησε την αντικειμενική βάση για την καταγωγή του κράτους. Στη βάση της επιστημονικής διατύπωσης των γενικών νόμων της κοινωνικής ανάπτυξης και της έρευνας των κυρίαρχων αντιθέσεων που διαπερνούν την καπιταλιστική κοινωνία, ο μαρξισμός συνήγε ένα αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα σχετικά με το μαρασμό του κράτους. Ο Μαρξισμός ξεκαθάρισε το επιστημονικό γεγονός πως η ταξική διαίρεση και το κράτος που στέκονται στη βάση της ήταν κάτι το αναπόφευκτο σε μια συγκεκριμένη φάση της ανάπτυξης της παραγωγής και, αυτή η διάσπαση σε μια άλλη συγκεκριμένη φάση της ανάπτυξης της ίδιας, καθίσταται εμπόδιο για την κοινωνία, και το ίδιο το κράτος καθίσταται άχρηστο. Ο Φρειδερίκος Ένγκελς, στο ίδιο έργο, έλεγε επιπλέον: «Τώρα γρήγορα προσεγγίζουμε σε μια φάση της ανάπτυξης της παραγωγής στην οποία η ύπαρξη αυτών των τάξεων όχι μόνο έχει πάψει να αποτελεί αναγκαιότητα, αλλά και καθίσταται ένα εμπόδιο στην παραγωγή. Αυτές θα εκπέσουν όσο αναπόφευκτα εμφανίστηκαν κάποτε. Το κράτος αναπόφευκτα χάνεται μαζί με αυτές. Η κοινωνία, η οποία οργανώνει την παραγωγή εκ νέου, στη βάση της ελεύθερης και ίσης ένωσης των παραγωγών, θα θέσει όλο τον κρατικό μηχανισμό εκεί όπου ανήκει, στο μουσείο των αρχαιοτήτων, δίπλα από τον τροχό και το χάλκινο τσεκούρι».

Επιτιθέμενο σε όλα τα είδη των σύγχρονων ιδεαλιστικών ψευδαισθήσεων, το ίδιο έργο λέει: «Το κράτος, επομένως, με κανένα τρόπο δεν είναι μια εξουσία που επιβάλλεται έξωθεν στην κοινωνία: ακόμα λιγότερο είναι «η πραγματοποίηση της ηθικής ιδέας», «η φαντασία και η πραγματικότητα της αιτίας», όπως ισχυρίζεται ο Χέγκελ. Αντιθέτως, είναι ένα προϊόν της κοινωνίας σε μια συγκεκριμένη φάση ανάπτυξης: είναι η παραδοχή ότι αυτή η κοινωνία έχει εμπλακεί η ίδια σε μια αδιάλειπτη αυτο-αντίθεση και είναι η σχισμή για ασυμφιλίωτους ανταγωνισμούς, που είναι αδύνατο να εξορκιστούν. Όμως προκειμένου αυτοί οι ανταγωνισμοί, οι τάξεις με τα συγκρουόμενα συμφέροντα, να μην εξαντλήσουν τις ίδιες και την κοινωνία σε μια αντιπαραγωγική πάλη, μια εξουσία, προφανώς κείμενη υπεράνω της κοινωνίας, κατέστη αναγκαία για να απαλύνει αυτή τη σύγκρουση και να την κρατήσει εντός των ορίων της «Τάξης»: και αυτή η εξουσία, που προκύπτει εκτός της κοινωνίας, αλλά που τίθεται πάνω σε αυτή και συνεχώς όλο και πιο πολύ αποξενώνεται από αυτή, είναι το κράτος. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο Ένγκελς, παρουσίασε, σε σχέση με την καταγωγή του Κράτους και τον ορισμό του, μια πολύ σωστή και επιστημονική υλιστική εξήγηση. Το κράτος το οποίο προέκυψε ως αποτέλεσμα της ταξικής αντίθεσης ισχυροποιήθηκε ώστε προφανώς να καταστεί ένα εργαλείο εκμετάλλευσης και καταστολής των καταπιεζόμενων τάξεων. Το καθήκον και ο ρόλος του κράτους έγινε, σε αναλογία με τη φάση της οικονομικής ανάπτυξης, η υπεράσπιση των συμφερόντων των δουλοκτητών κατά την εποχή της δουλείας, των φεουδαρχών κατά την εποχή της φεουδαρχίας, και της αστικής τάξης κατά την εποχή του καπιταλισμού, όπως και η καταπίεση των αντιστεκόμενων σε αυτό μαζών. Παρά το ότι η μορφή του κράτους αλλάζει κατά τις διαφορετικές εποχές της οικονομικής ανάπτυξης, καμία αλλαγή δεν έχει λάβει χώρα αναφορικά με την ουσία του ως εργαλείου καταστολής, ούτε μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο.

Στην ιστορία, εξαιτίας της αντίθεσης μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής, όλες οι επαναστάσεις που έλαβαν χώρα, από την δουλοκτητική ως την εποχή του καπιταλισμού, εν τέλει ενίσχυαν το κράτος. Ο μαρξισμός, μετά από μια ενδελεχή μελέτη των αντιθέσεων στην καπιταλιστική κοινωνία, παρουσίασε ένα νέο και ιστορικό καθήκον, αυτό του βίαιου τσακίσματος της κρατικής εξουσίας, όχι της απόσπασης του προηγούμενου κράτους και της ενίσχυσής του, αλλά της καθιέρωσης ενός μεταβατικού κράτους (το οποίο βαθμιαία θα προχωρήσει στην κατεύθυνση του μαρασμού του), προκειμένου να συντριβεί η αντίσταση της αστικής τάξης. Ο Λένιν ανέφερε το παρακάτω συμπέρασμα: «όλες οι προηγούμενες επαναστάσεις τελειοποίησαν τον κρατικό μηχανισμό, ενώ αυτός θα πρέπει να τσακιστεί, να συντριβεί», ως τον κύριο και βασικό παράγοντα της μαρξιστικής θεωρίας για το κράτος. Ο Καρλ Μαρξ, αναφέροντας το έργο «Η 18η Μπρυμαίρ» και ξεκαθαρίζοντας αυτό το γεγονός σε επιστολή του στον Κούγκελμαν, έλεγε: «(…)εκφράζω τη γνώμη ότι η επόμενη προσπάθεια της γαλλικής επανάστασης δεν θα συνίσταται πλέον, όπως γινόταν ως τώρα, στη μεταβίβαση του γραφειοκρατικού-στρατιωτικού μηχανισμού από το ένα χέρι στο άλλο, αλλά στη συντριβή του, και κάτι τέτοιο αποτελεί προϋπόθεση για κάθε πραγματική λαϊκή επανάσταση στην ήπειρο. Αυτό είναι ό,τι οι ηρωικοί κομματικοί σύντροφοί μας στο Παρίσι προσπαθούν».

Το παραπάνω συμπέρασμα έχει, από τη μια πλευρά, χαράξει μια ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή με τον αναρχισμό, ο οποίος αντιτίθεται σε όλα τα είδη εξουσιών, συμπεριλαμβανομένου του κράτους και, από την άλλη, με το δεξιό οπορτουνισμό ο οποίος, κοιτώντας με αστικά μάτια, αντιλαμβάνεται το κράτος ως κάτι το αιώνιο και το οικουμενικό. Από τον καιρό του Μαρξ και του Ένγκελς μέχρι σήμερα, μια ξεκάθαρη ιδεολογική πάλη διεξαγόταν μεταξύ του αναρχισμού και του αστικού ρεφορμισμού για το ζήτημα της κρατικής εξουσίας. Αυτό που απαιτείται να είναι ξεκάθαρο εδώ είναι ότι χωρίς τη βίαιη καταστροφή της αστικής κρατικής εξουσίας είναι αδύνατο να ανοίξει ο δρόμος για το μαρασμό του κράτους.

Θεωρώντας τη «συγκεντροποιημένη κρατική εξουσία» ως ένα «ιδιαίτερο στοιχείο της αστικής κοινωνίας» ο Λένιν έλεγε «Δυο είναι οι πιο χαρακτηριστικοί γι’ αυτή την κρατική μη­χανή θεσμοί: η υπαλληλοκρατία και ο μόνιμος στρατός. Στα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς γίνεται πολλές φορές λόγος για το πώς χιλιάδες νήματα συνδέουν αυτούς τους θεσμούς ακριβώς με την αστική τάξη.». Επίσης λέει «Μέσα απ’ όλες τις αστικές επαναστάσεις, που τόσες πολλές γνώρισε η Ευρώπη από τον καιρό της πτώσης της φεουδαρχίας, προχωρεί η εξέλιξη, η τελειοποίηση, το δυνάμωμα αυτού του υπαλληλοκρατικού και στρατιωτικού μηχανισμού.». Είναι ξεκάθαρο πως αυτή η «ανάπτυξη, τελειοποίηση και ενίσχυση» της γραφειοκρατίας και του στρατιωτικού μηχανισμού υπάρχει λόγω της αναγκαιότητας της αστικής τάξης να καταπιέζει όλους τους εργάτες και τις εργαζόμενες μάζες.

Ως μια λαμπρή και αυθεντική εξήγηση που δίνει ο μαρξισμός για το κράτος, μπορεί να παρατεθεί το παρακάτω απόσπασμα από το «Αντι-Ντίρινγκ» του Φρειδερίκου Ένγκελς:

«Το προλεταριάτο παίρνει την κρατική εξουσία και μετατρέπει τα μέσα παραγωγής πρώτα σε κρατική ιδιοκτησία. Έτσι όμως καταργεί τον ίδιο τον εαυτό του σαν προλεταριάτο, έτσι καταργεί όλες τις ταξικές διαφορές και ταξικές αντιθέσεις και μαζί και το κράτος σαν κράτος. Η ως τα τώρα κοινωνία, που κινείται μέσα σε ταξικές αντιθέσεις, είχε ανάγκη από το κράτος, δηλαδή από μια οργάνωση της κάθε φορά εκμεταλλεύτριας τάξης για να διατηρεί τους εξωτερικούς της όρους παραγωγής, δηλαδή κυρίως για να κρατάει με τη βία την εκμεταλλευόμενη τάξη κάτω από τους δοσμένους όρους καταπίεσης που καθορίζονται από τον υπάρχοντα τρόπο παραγωγής (δουλεία, δουλοπαροικία, μισθωτή εργασία). Το κράτος ήταν ο επίσημος εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας, η συνένωσή της σε ένα ορατό σωματείο, ήταν όμως τέτοιο μόνο εφόσον ήταν το κράτος της τάξης εκείνης, που για την εποχή της εκπροσωπούσε η ίδια ολόκληρη την κοινωνία: στην αρχαιότητα ήταν κράτος των δουλοχτητών – πολιτών, στο μεσαίωνα – της φεουδαρχικής αριστοκρατίας, σήμερα – της αστικής τάξης. Όταν το κράτος γίνει επιτέλους πραγματικά εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας, τότε θα κάνει μόνο του περιττό τον εαυτό του. Από τη στιγμή που δε θα υπάρχει πια καμιά κοινωνική τάξη που να χρειάζεται να κρατιέται σε καταπίεση, από τη στιγμή που μαζί με την ταξική κυριαρχία, μαζί με τον αγώνα για την ξεχωριστή ύπαρξη, που οφείλεται στην ως τα τώρα αναρχία της παραγωγής, θα παραμεριστούν και οι συγκρούσεις και τα έκτροπα που πηγάζουν απ’ αυτόν τον αγώνα, από τη στιγμή αυτή δε θα υπάρχει τι να καταπιέζεται, πράγμα που έκανε αναγκαία μιαν ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης, το κράτος. Η πρώτη πράξη με την οποία το κράτος προβάλλει πραγματικά σαν εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας – το πάρσιμο στην κατοχή του των μέσων παραγωγής εξονό­ματος της κοινωνίας – είναι ταυτόχρονα και η τελευταία αυτοτελής πράξη του σαν κράτος. Η ανάμειξη μιας κρατικής εξουσίας στις κοινωνικές σχέσεις γίνεται τότε περιττή στον ένα μετά τον άλλο τομέα και από μόνη της αποκοιμιέται. Στη θέση της διακυβέρνησης προσώπων μπαίνει η διαχείριση πραγμάτων και η διεύθυνση προτσές παραγωγής. Το κράτος δεν «καταργείται», μα απονεκρώνεται. Με βάση αυτά πρέπει να κρίνουμε τη φράση για «ελεύθερο λαϊκό κράτος», δηλ. τόσο από την άποψη της προσω­ρινής προπαγανδιστικής δικαιολόγησης της, όσο και από την άποψη της οριστικής επιστημονικής της ανεπάρκειας. Με βάση αυτά πρέπει επίσης να κρίνουμε το αίτημα των λεγόμενων αναρχικών ότι «το κράτος πρέπει να καταργηθεί από τη μια μέρα στην άλλη».

Αυτό το μακροσκελές απόσπασμα αποσαφηνίζει πολλά γεγονότα για το κράτος. Το κράτος συνεχίζει να υπάρχει ως κράτος για όσο καιρό αυτό καταπιέζει μια συγκεκριμένη τάξη της κοινωνίας. Ο ρόλος του ως κράτους επίσης εξαφανίζεται, όταν δημιουργείται μια κατάσταση στην οποία αυτό εκπροσωπεί ολόκληρη την κοινωνία.

Το γεγονός αυτό ισχύει και για τη δημοκρατία. Οποτεδήποτε το κράτος υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρξει κάτι όπως μια «δημοκρατία για όλους», η «πλήρης δημοκρατία» ή ένα «ελεύθερο λαϊκό κράτος». Όταν δημιουργείται μια κατάσταση στην οποία ολόκληρη η κοινωνία κατακτά τη δημοκρατία, τότε η ανάγκη για την ίδια τη Δημοκρατία εκλείπει. Μαζί με το μαρασμό του κράτους, η Δημοκρατία, η οποία είναι αξεχώριστα συνδεδεμένη με την εμφάνιση του κράτους, είναι προφανές πως εξαφανίζεται επίσης. Είναι ξεκάθαρο ότι το κράτος υπάρχει για όσο υπάρχουν τάξεις στην κοινωνία, και ο χαρακτήρας της Δημοκρατίας είναι ταξικός για όσο το κράτος υπάρχει. Στην πραγματικότητα, το κράτος είναι η Δημοκρατία και η Δημοκρατία είναι κράτος. Αυτό μπορεί επίσης να κατανοηθεί και με τα ακόλουθα λόγια: το κράτος είναι δικτατορία και η Δημοκρατία είναι δικτατορία. Είναι, επειδή η Δημοκρατία των εκμεταλλευτριών τάξεων, υπό το κράτος τους, καθίσταται μια δικτατορία επί των εκμεταλλευόμενων τάξεων, ενώ η Δημοκρατία της προλεταριακής τάξης, υπό το κράτος της, καθίσταται μια δικτατορία για την αστική τάξη. Δεν μπορεί να υπάρξει κάτι σαν ένα κράτος και για τους δύο, μια Δημοκρατία και για τους δύο και μια δικτατορία και των δύο. Η Δημοκρατία για όλο το λαό δεν είναι τίποτε άλλο παρά η υποκρισία της αστικής τάξης, προκειμένου να σπέρνει σύγχυση στις εργαζόμενες μάζες.

Στη σημερινή ιμπεριαλιστική καπιταλιστική εποχή, δεν μπορεί να υπάρχει μεγαλύτερη ατιμία και υποκρισία από το να μιλά κανείς για «καθολική ψηφοφορία των ενηλίκων», για «ανεξάρτητες και αντικειμενικές εκλογές» και για «δημοκρατία για όλους», από πλευράς της αστικής τάξης, όταν αυτή διαθέτει μόνιμο στρατό και γραφειοκρατία, το κύριο όργανο της κρατικής εξουσίας, η οποία είναι η πιο συγκεντροποιημένη, ισχυροποιημένη, γιγαντιαία, ανηλεής και καταστρεπτική. Η αστική στάση της «θεοποίησης» του λεγόμενου κοινοβουλευτικού συστήματος ως «αιώνιας» και «οικουμενικής» έκφρασης της δημοκρατίας δεν είναι διόλου κάτι το οποίο μπορεί να αποκρύψει τη στρατιωτικοποίηση, τη στρατιωτική αυθάδεια, την αρπακτικότητα και το γενοκτονικό της χαρακτήρα. Ο Λένιν, στο έργο του «Κράτος και Επανάσταση» έχει ξεκαθαρίσει αυτό το πράγμα, λέγοντας ότι: «το να αποφασίζει κανείς κάθε λίγα χρόνια ποια μέλη της άρχουσας τάξης να τον καταπιέζουν και να συντρίβουν το λαό μέσω του κοινοβουλίου- αυτή είναι η πραγματική ουσία του αστικού κοινοβουλευτισμού, όχι μόνο στις κοινοβουλευτικές συνταγματικές μοναρχίες, αλλά επίσης και στις πλέον λαοκρατούμενες δημοκρατίες». Επίσης ξεκαθάριζε σε αυτό πως «από την Αμερική ως την Ελβετία, από τη Γαλλία ως την Αγγλία, Νορβηγία κλπ.: η καθαυτό «κρατική» δουλειά διεξάγεται πίσω από τα παρασκήνια και την κάνουν οι Διευθύνσεις, τα γραφεία, τα επιτελεία. Στα κοινοβούλια απλώς φλυαρούν με τον ειδικό σκο­πό να ξεγελούν το «λαουτζίκο»».

Για την προλεταριακή και την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία

Μιλήσαμε εν συντομία για τη βασική μαρξιστική θεωρία για το κράτος και τη δημοκρατία. Εδώ θα συζητήσουμε περισσότερο για τη σχέση μεταξύ δημοκρατίας του προλεταριάτου και της δημοκρατίας της αστικής τάξης.

Είναι καλά γνωστό σε όλους πως η πρώτη ιστορική εμπειρία για μια προλεταριακή δημοκρατία είναι αυτή της Παρισινής Κομμούνας στη Γαλλία, το 1871. Οι Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς οι ίδιοι ασχολήθηκαν με τη θεωρητική συνόψιση των εμπειριών της Παρισινής Κομμούνας. Ως η πρώτη ιστορική εμπειρία της προλεταριακής δημοκρατίας που αντιπαρατέθηκε στον αστικό κοινοβουλευτισμό, ο Μαρξ, με βάση το κύρος που διέθετε ως ενός μεγάλου προλεταριακού στοχαστή, αποκρυστάλλωσε περαιτέρω τις ιδέες του, συνάγοντας από αυτή διδάγματα. Κατά τη διάρκεια της περιόδου της μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, ο Μαρξ προωθούσε έντονα το συμπέρασμα ότι η μορφή του μεταβατικού κράτους της «προλεταριακής τάξης που είναι οργανωμένη σε άρχουσα τάξη» δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά μια δικτατορία του προλεταριάτου. Ως ένα σημαντικό αίτιο για την πτώση της Παρισινής Κομμούνας, επέκρινε με ξεκάθαρα λόγια το φιλελευθερισμό που είχε επιδείξει ενόσω κατέστελλε την αστική τάξη. Στη βάση της εμπειρίας της Κομμούνας, ο Μαρξ χάραξε ένα σύνορο, με τη θεωρητική και την πρακτική έννοια, μεταξύ της προλεταριακής και αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Ο Μαρξ έλεγε: «Η Κομμούνα, θα έπρεπε να είναι ένα εργαζόμενο- όχι ένα κοινοβουλευτικό- σώμα, εκτελεστικό και νομοθετικό ταυτόχρονα…»

«(…)Αντί ν’ αποφασίζει μια φορά κάθε τρία ή έξι χρό­νια ποιό μέλος της άρχουσας τάξης θα εκπροσωπεί και θα τσαλαπατά (verundzertreten) το λαό στη βουλή, το γενικό εκλογικό δικαίωμα θα χρησίμευε στον οργανωμένο σε κομμούνες λαό, όπως το ατομικό δικαίωμα εκλογής χρησιμεύει σε κάθε εργοδότη, για να διαλεγει εργάτες, επιστάτες και λογιστές για την επιχείρηση του» (Λένιν, Κράτος και Επανάσταση).

Ο Καρλ Μαρξ φώτισε τη διαφορά μεταξύ των δύο δημοκρατιών των δύο τάξεων με την παραπάνω έκφραση. Ο Μαρξισμός δεν αντιτίθεται στην ψηφοφορία των ενηλίκων και τον αντιπροσωπευτικό αυτόν θεσμό, αλλά, θέλει να τον μετασχηματίσει από ένα κέντρο φλυαρίας της αστικής τάξης σε ένα εργαζόμενο θεσμό υπηρετών του λαού. Πώς αυτό μπορεί να λάβει χώρα; Ο Μαρξ δεν έκανε απλώς υποθέσεις. Αναφέροντας ένα πολύ απλό και πρακτικό παράδειγμα, είπε ότι ο ρόλος των μαζών στην προλεταριακή δημοκρατία θα ήταν σίγουρα σαν αυτόν του αφεντικού, και όλοι οι υπάλληλοι του κράτους θα είναι σαν τους υπηρέτες του. Ο Μαρξισμός έχει λαμπρά διατυπώσει πως όταν το καθήκον των εκλεγμένων εκπροσώπων είναι όχι μόνο το νομοθετικό έργο αλλά επίσης και αυτό της εφαρμογής των νόμων που έχουν ψηφίσει, τότε ο αντιπροσωπευτικός αυτός θεσμός γίνεται ένα εργαζόμενο κέντρο των μαζών και όχι ένας χώρος φλυαρίας. Συνοψίζοντας την ουσία της εμπειρίας της Παρισινής Κομμούνας, ο Μαρξ πραγματεύτηκε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της προλεταριακής δημοκρατίας στο έργο του «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία». Εκεί λέγεται: «Το πρώτο διάταγμα της Κομμούνας, επομένως, ήταν η κατάργηση του μόνιμου στρατού, και η αντικατάσταση του από τον ένοπλο λαό», «Η Κομμούνα αποτελούταν από τους δημοτικούς συμβούλους που εκλέγονταν με καθολική ψηφοφορία στις διάφορες περιοχές της πόλης, που είναι υπεύθυνοι και ανακλητοί, για μικρά χρονικά διαστήματα. Η πλειοψηφία των μελών της ήταν φυσιολογικοί εργαζόμενοι ή αναγνωρισμένοι εκπρόσωποι της εργατικής τάξης». «Αντί να συνεχίζει να είναι ο υπηρέτης της Κεντρικής κυβέρνησης, η αστυνομία απεκδύθηκε των πολιτικών αρμοδιοτήτων της, και μετατράπηκε σε υπεύθυνο, και ανά πάσα στιγμή ανακλητό, όργανο της Κομμούνας. Το ίδιο έγινε και με τους αξιωματικούς όλων των άλλων τομέων της διοίκησης. Από τα μέλη της Κομμούνας ως πιο κάτω, οι δημόσιες υπηρεσίες έπρεπε να επιτελούνται με το μισθό του εργάτη. Τα ιδιαίτερα συμφέροντα και τα επιδόματα παραστάσεως των ανώτατων αξιωματικών του κράτους εξαφανίστηκαν (…) έχοντας απαλλαχτεί από το μόνιμο στρατό και την αστυνομία- τα στοιχεία της φυσικής βίας της παλιάς κυβέρνησης- η Κομμούνα καταπιάστηκε με το να τσακίσει την πνευματική κατασταλτική δύναμη, την «παπαδίστικη εξουσία» (…) Οι δικαστικοί λειτουργοί απεκδύθηκαν της φαινομενικής ανεξαρτησίας τους (…) Οι δημόσιοι λειτουργοί και οι δικαστές έπρεπε να εκλέγονται, να λογοδοτούν και να είναι ανακλητοί».

Η παραπάνω ερμηνεία των εμπειριών της Παρισινής Κομμούνας από τον Καρλ Μαρξ βοηθά σημαντικά να κατανοήσουμε το βασικό χαρακτηριστικό της προλεταριακής δημοκρατίας. Το τέλος του μόνιμου στρατού, η εκλογή όλων των λειτουργών του κράτους από τις μάζες και η πρόνοια για την ανάκλησή τους όταν ο λαός το κρίνει αναγκαίο, ο ίσος μισθός για όλους τους λειτουργούς του κράτος…τι άλλο από αυτό θα μπορούσε να είναι μια πλατιά δημοκρατία για το λαό;

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: