George C. Hildebrand & Gareth Porter: Η εκκένωση της Πνομ Πενχ

Παρατίθεται παρακάτω μια μετάφραση από ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 1976 από δύο αμερικανούς για την κατάσταση στην Καμπότζη. Το κεφάλαιο που μεταφράστηκε έχει να κάνει με την εκκένωση της πρωτεύουσας Πνομ Πενχ αμά τη επικρατήσει των Λαϊκών Ενόπλων Δυνάμεων Εθνικής Απελευθέρωσης που ανήκαν στο Ενιαίο Εθνικό Μέτωπο Καμπότζης και τη Βασιλική Εθνική Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας της Καμπότζης, που όλα αυτά εν συντομία λέγονται πια “Ερυθροί Χμερ”. Το κείμενο παρουσιάζει πληροφορίες απαραίτητες, αν θέλει κανείς να συνάγει ένα αντικειμενικό συμπέρασμα για τους λόγους που επέβαλαν την εκκένωση της πρωτεύουσας.

Παρ’ όλα αυτά, με όλη φυσικά την άνεση που μπορεί να έχει κάποιος από ένα γραφείο σε Δυτική χώρα 39 χρόνια μετά και μπορεί να κάνει ασκήσεις επί χάρτου, χωρίς να παίρνει αποφάσεις που κρίνουν την τύχη χωρών ολόκληρων και ανθρώπινων ζωών, και χωρίς να έχει ψάξει καλά το ζήτημα, κάποια ερωτήματα ή κενά παραμένουν, τα οποία χωρίς πειστικές απαντήσεις, δεν θεμελιώνουν πλήρως την ορθότητα της απόφασης εκείνης.

Για παράδειγμα, γιατί επιβλήθηκε η εκκένωση και σε άλλες πόλεις. Ήταν εξίσου άσχημη η κατάσταση από άποψη διατροφής και συνθηκών υγιεινής;

Έπειτα, είναι σίγουρο πως κατά την απελευθέρωσή τους και άλλες πόλεις διαχρονικά μπορεί να είχαν βρεθεί σε παρόμοια κατάσταση. Σίγουρα, στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρχε η ΕΣΣΔ που ανέλαβε τη σίτιση των πόλεων που είχε καταλάβει (αντιστοίχως και οι ΗΠΑ). Είναι σίγουρο, επομένως, πως αν γινόταν έκκληση δεν θα μπορούσε να διανεμηθεί φαγητό άμεσα; Αυτό τώρα δεν μπορεί να είναι γνωστό. Πιθανώς η Κίνα να έδινε, αν είχε αποθέματα και αν ήθελε (σημ: η Κίνα τότε ψήφιζε στον ΟΗΕ εναντίον της συμμετοχής ειρηνευτικών αποστολών, πιθανώς και “ανθρωπιστικών”). Πιθανώς, επίσης, να μέτρησε η υπερβολική επιμονή των Καμποτζιανών ιθυνόντων ότι μπορούν να τα καταφέρουν από μόνοι τους, γιατί είχαν πλεονάσματα, τα οποία όμως δεν μπορούσαν να μεταφερθούν με οχήματα, ελλείψει καυσίμων. Κι αυτή η επιμονή να οφείλεται στην εθνική ταπείνωση που υφίστατο η Καμπότζη για χρόνια και ήθελαν οι ιθύνοντες να αποκατασταθεί το γόητρο της χώρας άμεσα.

Άλλο ερώτημα που δεν απαντιέται είναι πόσα χιλιόμετρα διανύθηκαν κατά μέσο όρο. Γιατί προφανώς είναι ένα πράγμα είναι η διάνυση απόστασης 25 μιλίων, και άλλο 500.

Ακόμα, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί, κατά την άποψή μας, το γεγονός της εκκένωσης των νοσοκομείων. Θα μπορούσαν να καθαριστούν άμεσα, θα μπορούσαν να επιταχθούν οι υπηρεσίες των γιατρών που δεν πήγαιναν στα δημόσια νοσοκομεία και προτιμούσαν να είναι ιδιώτες γιατροί. Μπορεί, βεβαίως να χρειάζονταν για την επαρχία, και πράγματι, δεν μπορεί να αποφανθεί κανείς για το ποιος θα έχει προνομιακή περίθαλψη, αυτός στην πόλη ή ο άλλος στην επαρχία. Όμως, δεν μας είναι γνωστό αν και τι απέγιναν οι γιατροί της Πνομ Πενχ, πέραν όσων έμειναν στα νοσοκομεία της πόλης που διατηρήθηκαν. Οπότε, σαν ερώτημα παραμένει.

Επίσης, το γεγονός ότι πραγματικοί κάτοικοι, δηλαδή, προπολεμικά, ήταν μόλις 600.000, δεν αποκλείει ότι στο μεταξύ, μπορεί να άρεσε και σε κάποιους πρόσφυγες να μείνουν στην πόλη. Σίγουρα, βέβαια, η κατάσταση ήταν οικτρή, και αυτοί θα ήταν λίγοι σχετικά. Όμως αστυφιλία θα υπήρχε και στη φτωχότερη χώρα του κόσμου που ήταν τότε η Καμπότζη, έστω κι αν είναι δύσκολος ο ακριβής υπολογισμός αυτού του ρεύματος (ειδικά σε συνθήκες πολέμου).

Όπως και να’χει, είναι προς τιμήν των συγγραφέων που αναφέρουν και το τρίτο αίτιο για την απόφαση της εκκένωσης, πέραν της επισιτιστικής κρίσης και των κινδύνων για τη δημόσια υγεία: την προσπάθεια για τσάκισμα των δικτύων του εχθρού των νέων ιθυνόντων της χώρας, που μόνο ένας αφελής θα μπορούσε να πιστεύει ότι τέτοια δεν υπήρχαν, τη στιγμή που αλώνιζαν τόσες υπηρεσίες πληροφοριών πριν τον Απρίλη του 1975.

Σε κάθε περίπτωση, όσο οδυνηρή κι αν είναι η ιστορία αυτή, αξίζει να ερευνάται από όσους μελετούν τη σχέση ανεξαρτησίας μιας χώρας και αυτάρκειάς της, και πιστεύουν ότι η άσκηση κυβερνητικών καθηκόντων είναι μια δύσκολη ενασχόληση και όχι μια παράθεση φαεινών ιδεών σε καφενειακή συζήτηση, χωρίς κρίσιμα διλήμματα που μπορεί να κρίνουν το μέλλον όχι μόνο μιας χώρας, όχι μόνο ανθρώπων, αλλά και το κύρος μιας ιδέας, όσο αγνή και να είναι αυτή.

Phnom Penh evacuation 01(πηγή)

Η εκκένωση της Πνομ Πενχ

των George C. Hildebrand & Gareth Porter

Η εκκένωση και τα ΜΜΕ

Όταν το Ενιαίο Εθνικό Μέτωπο Καμπότζης (FUNK) μετακίνησε τον πληθυσμό από την Πνομ Πενχ και τις άλλες πόλεις στην επαρχία τον Απρίλη του 1975, οι μεγάλοι όμιλοι των έντυπων και ηλεκτρονικών ΜΜΕ στις ΗΠΑ δεν έχασαν χρόνο για να εκφράσουν την αγανάκτησή τους. “Μπορεί μόνο να φανταστεί κανείς τα δεινά και την παρακμή”, τόνιζε με έμφαση η Wall Street Journal. “Ξεκάθαρα, οι νέοι ηγέτες της Καμπότζης δημιούργησαν ένα νέο είδος βαρβαρότητας”1. Η Washington Star χαρακτήρισε την εκκένωση “μια τερατουργία επικών διαστάσεων”2, ενώ ο επιφυλλιδογράφος Jack Anderson τη χαρακτήρισε ως “[τ]η μεγαλύτερη βαρβαρότητα από την εποχή που οι Ναζί έσπρωχναν τους Εβραίους στους θαλάμους αερίων”3.

Μερικοί σχολιαστές την είδαν ως μια προσπάθεια των επαναστατών να τιμωρήσουν ή να “εξαγνίσουν” τους κατοίκους των πόλεων, λόγω της ιδεολογίας που υποθέτουν πως εκπροσωπούσαν4. Άλλοι ισχυρίζονται ότι οι καμποτζιανές αρχές προσπαθούσαν να μετατρέψουν την Καμπότζη σε ένα πρωτόγονο αγροτικό κοινοτιστικό κράτος, εξαλείγοντας τη “σύγχρονη” επιρροή των πόλεων5. Πολλοί σχολιαστές φέρεται να ασπάζονται την άποψη του Newsweek: “Ξακάθαρα, οποιαδήποτε κυβέρνηση που θα έστελνε εκατομμύρια κατοίκους πόλεων σε μια αβέβαιη μοίρα στην κατεστραμμένη επαρχία δεν θα απέδιδε πολλή αξία στις μεμονωμένες ανθρώπινες ζωές”6.

Αυτή η επίθεση στη νέα κυβέρνηση της Καμπότζης συνέπεσε με την επίσημη θέση της κυβέρνησης Φορντ η οποία ενδιαφερόταν να κάνει τους νικητές στόχο της δημόσιας εχθρότητας αλλά και του Κογκρέσου την επαύριο της αμερικανικής ήττας στην Ινδοκίνα. Ο Υπουργός Εξωτερικών Κίσσινγκερ χαρακτήρισε την εκκένωση “θηριωδία μεγάλων διαστάσεων”, ενώ ο υφυπουργός Philip Habib δήλωσε ότι ξεπερνούσε “τα όρια της ηθικής αξιοπρέπειας”7. Θα μπορούσε κανείς να αναμένει ότι αυτό το είδος κατακραυγής ακολούθησε μετά την ανακάλυψη πλήθους μαρτυριών από πρώτο χέρι, όμως η βάση του ήταν μια μαρτυρία που γράφτηκε τρεις εβδομάδες μετά την εκκένωση από έναν μόνο δημοσιογράφο, το Sydney Schanberg των New York Times8, ο οποίος ακολούθως κέρδισε το Βραβείο Πούλιτζερ ξένης δημοσιογραφίας. Το άρθρο ήταν μια αδύναμη θεμελίωση για τη μαζική ιστορική άποψη που παρείχαν τα ΜΜΕ. Δεν περιείχε πληροφορίες ή αναφορές από αυτόπτες μάρτυρες για το πώς έγινε η εκκένωση με όρους σίτισης, ιατρικής περίθαλψης, μεταφοράς ή γενικότερης συμπεριφοράς έναντι των εκκενούντων την πόλη. Ούτε υπάρχει ενδελεχής ανάλυση των λόγων τους οποίους ο Schanberg απέδιδε στην επαναστατική ηγεσία για να προβούν στην κίνηση αυτή. Όμως το άρθρο έκανε εκτενή αναφορά στα λόγια δυτικών παρατηρητών που βρίσκονταν στη Γαλλική πρεσβεία με το Schanberg, και οι οποίοι κατέγγελναν την εκκένωση ως “γενοκτονία” και τους καμποτζιανούς επαναστάτες ως “τρελούς”.

Ο τόνος του άρθρου- και ο τίτλος του στους Times- δινόταν από την αρχική πρόταση του Schanberg: “Οι νικητές καμποτζιανοί κομμουνιστές, οι οποίοι προήλασαν στην Πνομ Πενχ στις 17 Απρίλη και τερμάτισαν πέντε χρόνια πολέμου στηην Καμπότζη, διαξάγουν τώρα μια αγροτική επανάσταση η οποία έχει βυθίσει ολόκληρη τη χώρα σε αναταραχή”. Το άρθρο υπονοοεί δύο πράγματα: πρώτον, ότι η σημασία της αγροτικής επανάστασης στην Καμπότζη ήταν να εξαναγκάσει όλους όσους ήταν στην πόλη να γίνουν αγρότες- αντί να αναδιοργανώσει την αγροτική κοινωνία προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγική δυνατότητα της χώρας: και δεύτερον, ότι η “αναταραχή” που δημιούργησε η εκκένωση ανέκοψε αυτό που σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν μια συνειδισμένη και ανώδυνη μετάβαση από τον πόλεμο στην ειρήνη. Ο Schanberg διατύπωσε το ερώτημα αν η κίνηση ήταν “απλώς ωμή βαρβαρότητα, ένας άσπλαχνος και σαδιστικός νόμος της ζούγκλας” ή αν οι χμερ επαναστάτες την έβλεπαν αναγκαία προκειμένου να “χτίσουν μια νέα κοινωνία πραγματικά ξεκινώντας από την αρχή”. Με μια τέτοια “αλύγιστη άποψη”, ο Schanber δήλωνε ότι “οι άνθρωποι που εκπροσωπούν τους παλιούς τρόπους και όσοι θεωρούνται αδύναμοι και μη προσαρμόσιμοι θα θεωρούνται βαρίδιο και θα εξοντώνονται”. Ίσως, δήλωνε, η εκκένωση να ήταν τόσο “άσπλαχνη” όσο και “ιδεολογική”.

Με αυτή την προκατασκευασμένη αντίληψη περί μιας άσπλαχνης και φανατικής καμποτζιανής ηγεσίας που ήταν έτοιμη να διεξάγει μια γενοκτονική εκκαθάριση της κοινωνίας προκειμένου να την απαλλάξει από τους “αδύναμους και τους μη προσαρμόσιμους”, ο Schanberg δεν θεώρησε αναγκαίο να εξετάσει εναλλακτικές ερμηνείες για την εκκένωση, και ο αναγνώστης δεν βρίσκει ίχνος αναφοράς για το ότι οι συνθήκες που επικρατούσαν στην Πνομ Πενχ και τη χώρα συνολικά, θα μπορούσαν να παρέχουν μια τέτοια.

Τα υπόλοιπα ΜΜΕ γρήγορα υιοθέτησαν την άποψη του Schanberg, όπως και την ουσία του άρθρου του9. Ο τρόπος με τον οποίο ο “άσπλαχνος” και “δογματικός” χαρακτήρας της εκκένωσης μετατράπηκε σε γεγονός είναι μια κλασική περίπτωση μιας ενστικτώδους πολιτικής απάντησης από έναν θεσμό ο οποίος ερμηνεύει τα γεγονότα ανάλογα με τις κυρίαρχες ιδεολογικές απόψεις της κοινωνίας. Τα ΜΜΕ δεν θεώρησα απαραίτητο να έχουν οποιαδήποτε συγκεκριμένα γεγονότα ή να εξετάσουν ολόκληρο το κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο της μεταπολεμικής Καμπότζης, προκειμένου να περάσουν μια σκληρή εκτίμηση για την επαναστατική κυβέρνηση. Κατήγγειλαν την εκκένωση εκ των προτέρων, γιατί οι σχολιαστές και οι εκδότες ανέμεναν ότι οι επαναστάτες θα είναι “αλύγιστοι” και χωρίς εκτίμηση στην ανθρώπινη ζωή, και επειδή ήταν τελείως απροετοίμαστοι να εξετάσουν τη δυνατότητα ότι μια ριζική αλλαγή να απαιτούταν για τη συγκεκριμένη εκείνη κατάσταση. Αν τα ΜΜΕ είχαν προσεγγίσει την ιστορία της μεταπολεμικής Καμπότζης ως ένα πρόβλημα το οποίο έπρεπε να μελετηθεί αξιοποιώντας όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες, τότε θα είχαν βρει δύσκολο να αποφύγουν το συμπέρασμα πως η εκκένωση ήταν αποτέλεσμα όχι δογματικών αρχών που δεν σχετίζονταν με την πραγματικότητα, αλλά έγνοιας για τις πιο βασικές και επιτακτικές ανάγκες του πληθυσμού. Επιπροσθέτως, θα είχαν βρει ότι φαΐ, στέγαση και ιατρική βοήθεια παρέχονταν κατά την πορεία- σε αντίθεση με την εικόνα περί “πορείας θανάτου” που έχει εντυπωθεί στα μυαλά των περισσότερων Αμερικανών.

Πνομ Πενχ: Η ανάγκη για ριζική δράση

Η εκκένωση των πόλεων της Καμπότζης δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς την υπογράμμιση του γεγονότος ότι σχετικά λίγοι από τα σχεδόν 3 εκατομμύρια ανθρώπων που “ξεριζώθηκαν” και στάλθηκαν σε μια “αναγκαστική πορεία” στην επαρχία ήταν πραγματικά κάτοικοι των πόλεων. Το 1970, όταν ο πόλεμος ξεκίνησε, η Πνομ Πενχ ήταν μια πόλη περίπου 600.000 κατοίκων. 100-150.000 αυτών ήταν Βιετναμέζοι, οι οποίοι έφυγαν ή εκτοπίστηκαν από το καθεστώς Λον Νολ το οποίο προέβη σε σειρά σφαγών εναντίον της Βιετναμέζικης κοινότητα τον Απρίλη του 197010. Επομένως, πέντε στους έξι Καμποτζιανούς που ζούσαν στην πρωτεύουσα τον Απρίλη του 1975 ήταν στην πραγματικότητα αγρότες πρόσφυγες που είχαν καταφύγει στην πόλη. Οι πάνω από 2 εκατομμύρια πρόσφυγες στην περιοχή της Πνομ Πενχ δεν είχαν “αναγκαστεί” να επιστρέψουν στην επαρχία, καθώς δεν είχαν λόγο να παραμένουν στην Πνομ Πενχ αφού ο πόλεμος είχε σταματήσει. Η σημασία αυτού δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί, καθώς αυτό σημαίνει ότι ήδη πριν τελειώσει ο πόλεμος, το ΕΕΜΚ έπρεπε να δημιουργήσει ένα συνολικό πλάνο για την επανεγκατάσταση αυτού του μαζικού προσφυγικού πληθυσμού σε αγροτικές επαρχίες. Και έπρεπε να οργανώσει αυτή την επιστροφή με τέτοιοι τρόπο ώστε να ελαχιστοποιήσει τη διαταραχή στην οικονομία και τη μεγιστοποίηση της χρήσης της εργασίας τους για επιτακτικές αγροτικές ανάγκες.

Αυτή η επανεγκατάσταση θα ήταν ένα μνημιώδες έργο αναδιοργάνωσης, που θα ενέπλεκε κάτι μεταξύ του 1/3 και του μισού ολόκληρου του πληθυσμού της χώρας. Δεν μπορεί να περιοριστεί, επιπροσθέτως, στην παροχή φαγητού σε όσους επέστρεφαν στην επαρχεία προκειμένου να τους ξεκουράσει μέχρι την επόμενη σοδειά. Η επαρχία είχε αλλάξει κατά πολύ. Ολόκληρα χωριά είχαν ισοπεδωθεί, μεγάλες εκτάσεις ορυζώνων είχαν καταστραφεί ή εγκαταλειφθεί. Πάνω από το 90% των σπιτιών στα περισσότερο βομβαρδισμένα σημεία της χώρας είχαν καταστραφεί11. Επιπλέον, ο πόλεμος είχε σημαντικά τροποποιήσει το μοντέλο των αγροτικών οικισμών και καλλιέργειας και οι επιστρέφοντες πρόσφυγες θα έπρεπε να ενσωματωθούν στους υπάρχοντες παραγωγικούς συνεταιρισμούς, συχνά σε γη που απείχε κάποια απόσταση από τα αρχικά σπίτια τους, ή να εγκατασταθούν σε νέους οικισμούς. Και αυτή η τεράστια αντίστροφη μετανάστευση δεν μπορούσε να περιμένει, καθώς κάθε ημέρα καθυστέρησης θα είχε ένα ανθρώπινο κόστος σε θανάτους και δεινά.

Πάνω από όλα, η ηγεσία του ΕΕΜΚ έπρεπε να ασχοληθεί με τη σίτιση και την υγεία. Η συγκέντρωση μεγάλου τμήματος του πληθυσμού στις πόλεις, όπου ήταν μη παραγωγικός και πλήρως εξαρτώμενος από την ξένη βοήθεια, δημιουργούσε σοβαρούς κινδύνους. Από τη μια, κάθε προσπάθεια να διατηρηθεί μια επαρκής ποσότητα ρυζιού για τον πληθυσμό της πόλης θα διατάρασσε το υπάρχον και καλά οργανωμένο σύστημα αγροτικής παραγωγής. Από την άλλη, οι συνθήκες ακραίου συνωστισμού, σε συνδυασμό με την κατάρρευση όλων των κανονικών δημοσίων υπηρεσιών, έκαναν το ξέσπασμα μιας μαζικής επιδημίας αρκετά πιθανό.

Όταν ο πόλεμος τελείωσε, οι ποσότητες φαγητού στην Πνομ Πενχ θα αρκούσαν μόλις για λίγες ημέρες12. Η αίτηση για ξένη βοήθεια θα έμενε χωρίς νόημα: θα έπαιρνε εβδομάδες, ίσως και μήνες, πριν οι διεθνείς οργανισμοί να κινητοποιήσουν τις δυνάμεις του. Ούτε ετίθετο κάποιο ζήτημα να τεθεί η μοίρα των μαζών των πεινασμένων στις πόλεις στα χέρια της αμερικανικής κυβέρνησης, της οποίας οι πολιτικές ήταν υπεύθυνες για τον πόλεμο και τη μαζική πείνα που είχε ήδη σκοτώσει τόσους πολλούς. Επιοπροσθέτως, οι ΗΠΑ φέρονται να βασίζονταν στις ελλείψεις φαγητού στις πόλεις προκειμένου να καταστήσουν εφικτό για τα δεξιά στοιχεία να καταλάβουν ξανά την εξουσία: σύμφωνα με τον αναπληρωτή Πρωθυπουργό Ieng Sary, εντοπίστηκε από τις επαναστατικές δυνάμεις στην Πνομ Πενχ έγγραφο που αναφερόταν λεπτομερώς σε σχέδιο για την ανατροπή της κυβέρνησης εντός έξι μηνών. Το σχέδιο βασιζόταν στην υπόθεση ότι το ΕΕΜΚ δεν θα ήταν σε θέση να θρέψει τον πληθυσμό της πόλης και ότι η κατάσταση θα ωρίμαζε για το ξέσπασμα βίαιων αναταραχών εντός λίγων μηνών13.

Οι Καμποτζιανοί ηγέτες, ωστόσο, δεν χρειαζόταν να εξαρτώντα από την ξένη βοήθεια για να θρέψουν τον πληθυσμό. Ποσότητες τροφίμων είχαν αποθηκευτεί στην επαρχία εκ των προτέρων για να αποδοθούν σε όσους επέστρεφαν. Επιπλέον, υπήρχαν δευτερεύουσες καλλιέργειες, με τις οποίες θα μπορούσε να συμπληρωθεί η διατροφή όσων εκκένωναν τις πόλεις. Μερικά λαχανικά, πράσινα φασόλια κλπ, θα μπορούσαν να μεγαλώσουν σε μόλις 80 ημέρες14. Όπως έλεγε ο Ieng Sary, “πηγαίνοντας στην επαρχία, οι αγρότες μας έχουν πατάτες, μπανάνες και όλων των ειδών τα φαγητά”.

Επιπλέον, είχε λίγο νόημα να προσπαθήσει κανείς να μεταφέρει φαΐ σε έναν μη παραγωγικό πληθυσμό στις πόλεις”. Ο Ieng Sary εξηγούσε: “Δεν είχαμε επαρκείς μεταφορές για να μεταφέρουμε τροφή στην πρωτεύουσα”15. Οι Λαϊκές Ένοπλες Δυνάμεις Εθνικής Απελευθέρωσης της Καμπότζης (ΛΕΔΕΑΚ), σε αντίθεση με το Βιετναμέζικο ή το Λαοτιανό επαναστατικό στρατό το 1975, ήταν γενικά αυτάρκεις σε προμήθειες, με πολύ λίγη εξωτερική στρατιωτική βοήθεια και άγνωστη οικονομική βοήθεια16. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, τα μόνα καύσιμα που ήταν διαθέσιμα στο ΕΕΜΚ είτε έπεφταν λάφυρα από αυτό είτε αγοράζονταν από τις Εθνικές Ένοπλες Δυνάμεις των Χμερ (FANK). Όταν οι ΗΠΑ σταμάτησαν να το παρέχουν, το ΕΕΜΚ έπρεπε να το αγοράσει στα σύνορα με την Ταϊλάνδη17. Έτσι, μια μαζική προσπάθεια να μεταφερεθεί φαγητό στην Πνομ Πενχ θα απαιτούσε μεγάλο τμήμα αυτής της περιορισμένης ποσότητας, αποσπώντας τα καύσιμα από άλλες ζωτικές ανάγκες για την υποστήριξη ενός πνιγμένου αστικού κέντρου το οποίο δεν θα ήταν σε θέση να παράγει κάτι σε αντάλλαγμα.

Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι η εργασία των πάνω από 3 εκατομμυρίων ανθρώπων στην Πνομ Πενχ και τις άλλες πόλεις χρειαζόταν απεγνωσμένα προκειμένου να ετοιμαστεί η σοδειά για την ξηρή περίοδο και να προετοιμαστούν οι ορυζώνες για την κύρια σοδειά της βροχερής περιόδου, της οποίας η συγκομιδή θα γινόταν στα τέλη του 197518. Η ανάγκη για αγροτική εργασία κορυφωνόταν καθώς τελείωνε ο πόλεμος. Με μόνο το μισό του πληθυσμού να εργάζεται στις εκτάσεις, οι επιπλέον προσπάθειες από τους ανθρώπους των πόλεων θα έκριναν το αν θα υπήρχε το 1976 έλλειμμα ή πλεόνασμα ρυζιού. Οι 500-600.000 κάτικοι των πόλεων, παράγοντας τα δικά τους τρόφιμα, και απαλλάσσοντα τους άλλους από το καθήκον να τους βρουν φαΐ, θα αύξαναν ουσιαστικά τη συνολική παραγωγή τροφίμων. Παραμένοντας μη παραγωγική κατά τους κρίσιμους μήνες, από την άλλη, θα μείωναν την ποσότητα τροφής που θα ήταν διαθέσιμη για όλους. Για όλους αυτούς τους λόγους, η ηγεσία του ΕΕΜΚ πίστευε ότι “Έπρεπε να λύσουμε το πρόβλημα της σίτισης από μόνοι μας στη βάση της αυτάρκειας”19. Καθώς ο πόλεμος τελείωνε, οι καμποτζιανοί ηγέτες αντιμετώπιζαν επίσης την αυξανόμενη απειλή ξεσπάσματος επιδημίας που δημιουργούταν από έναν συνδυασμό ανθυγιεινών συνθηκών, συνωστισμού και γενικής κακής διατροφής. Η αποκομιδή των απορριμμάτων επιδεινωνόταν και, από ένα σημείο και μετά, σταμάτησε. Κατά τις τελευταίες εβδομάδες, μπορούσε να δει κανείς μεγάλους όγκους απορριμμάτων να καίγονται στους δρόμους20. Η έλλειψη καθαρού νερού είχε καταστεί ένας σοβαρός κίνδυνος για την υγεία21 καθώς, όπως ο Γενικός Επιθεωρητής Ξένης Βοήθειας των ΗΠΑ ανέφερε το Μάρτη, η παροχή μολυσμένου νερού συνιστά “τη βάση για τη διάδοση επιδημιών χολέρας και τυφοειδούς πυρετού”22 (Κρούσματα χολέρας είχαν, στην πραγματικότητα, αναφερθεί ήδη από το Φλεβάρη). Η έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών κατέληγε: “Οι ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης στην Πνομ Πενχ που δημιουργούνται από το συνωστισμό και την εισροή προσφύγων στην πόλη συνιστούν έναν κίνδυνο για την υγεία και για το ξέσπασμα επιδημιών”23.

Καθώς η κατάρρευση της κυβέρνησης Λον Νολ έφτανε, αυτός ο κίνδυνος μεγάλωσε. Γάλλοι γιατροί από το νοσοκομείο Calmette είπαν σε έναν Δυτικό δημοσιογράφο για αναφορές αυξανόμενου αριθμού νεκρών αρουραίων στις πόλεις και εξέφρασαν φόβους για επιδημίες χολέρας και τύφου”24. Τις ημέρες ακριβώς πριν τις 17 Απρίλη, οι γιατροί άρχισαν καθυστερημένα να κάνουν εμβόλια εναντίον της χολέρας σε μερικούς ανθρώπους στους δρόμους, όμως επρόκειτο για μια υπόθεση πολύ μικρή, πολύ αργά25. Ένας χμερ κάτοικος της Πνομ Πενχ, περιγράφοντας την εκκένωση σε έναν φίλο του στις ΗΠΑ έγραφε: “Την εποχή που οι οικογένειές μας εκκένωσαν την πόλη, η χολέρα εξαπλωνόταν γρήγορα παντού”26. Η έγνοια του ΕΕΜΚ για τις επιδημίες στην πόλη αντανακλάται στο γεγονός ότι οι στρατιώτες των ΛΕΔΕΑΚ που οργάνωσαν την έξοδο διήθυναν τον επί τόπου εμβολιασμό για τη χολέρα στους εκκενώνοντες την πρωτεύουσα. Όπως ένας καμποτζιανός αυτόπτης μάρτυρας επικαλούταν αργότερα: “Οι απελευθερωτές διένειμαν φάρμακα, όμως δεν επαρκούσαν, γιατί ο αριθμός των ανθρώπων ήταν πολύ μεγάλος”27. Εκκενώνοντες την Πνομ Πενχ, που κατέθεταν αργότερα στην Ταϊλάνδη, επιβεβαίωσαν ότι γινόταν εμβολιασμός από το ΕΕΜΚ28.

Επιπροσθέτως, την ώρα που το ΕΕΜΚ κατέλαβε την Πνομ Πενχ, η πόλη ήταν εντελώς χωρίς κανονικές δημόσιες υπηρεσίες. Υπήρχε συστηματικό σαμποτάζ των βασικών δημοσίων εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένου του εργοστασίου διύλισης του νερού, του εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρισμού, της εθνικής τράπεζαν, των αποβαθρών, του φάρου και άλλων εγκαταστάσεων στο λιμάνι της Πνομ Πενχ29. Έτσι, η πόλη στερούνταν ηλεκτρικό, πόσιμο νερό και την ικανότητα να φέρει αγαθά από το ποτάμι.

Οι συνδυασμένες απειλές πείνας και επιδημιών ήταν ξεκάθαρα στο μαυλό των καμποτζιανών ηγετών όταν σχεδίασαν την εκκένωση. Σύμφωνα με το διοικητή των ΛΕΔΕΑΚ που διαπραγματεύτηκε τη μεταφορά των ξένων υπηκόων στα σύνορα με την Ταϊλάνδη στις αρχές Μάη, η απόφαση είχε ληφθεί σε συνεδρίαση το Φλεβάρη. Ο διοικητής είπε σε έναν αμερικανό δημοσιογράφο ότι θεωρήθηκε αναγκαία για να σωθεί ο πληθυσμός της Πνομ Πενχ από επιδημίες και πείνα30. Τους ίδιους λόγους ανέφεραν καμποτζιανοί αξιωματούχοι σε συνομιλίες με το Σουηδό Πρέσβη Kaj Bjoerk, τον πρώτο Δυτικό διπλωμάτη που επισκέφτηκε την Πνομ Πενχ μετά τον πόλεμο31.

Η πιο ξεκάθαρη ένδειξη ότι η εκκένωση έγινε ως αποτέλεσμα των συγκεκριμένων συνθηκών που επικρατούσαν είναι ό,τι έγινε με τις πόλεις μετά την εκκένωσή τους. Κατά τις πρώτες εβδομάδες μετά την εκκένωση, οι πόλεις, οι οποίες στις ΗΠΑ χαρακτηρίζονταν ως “πόλεις φαντάσματα” που είχαν εγκαταλειφθεί για να γίνουν ξανά ζούγκλες, αποκαθίσταντο. Στρατιώτες συνέλεξαν τα συσσωρευμένα απορρίματα, επιδιόρθωσαν δημόσια κτίρια και εργοστάσια που είχαν καταστραφεί από σαμποτάζ και προετοίμαζαν την επιστροφή των εργατών32. Κατά τα μέσα του καλοκαιριού υπήρχαν αναφορές ότι επιδιορθώνονταν και κατοικίες καιπ ως κάτοικοι επέστρεφαν33. Την ίδια περίοδο, εργοστάσια ξεκινούσαν την παραγωγή, με πρώτα τις υφαντουργίες και τα εργοστάσια ξηρών μπαταριών34. Κατά τα μέσα Αυγούστου περίπου 70 μικρά και μεγαλύτερα εργοστάσια λειτουργούσαν ξανά35. Ο αναπληρωτής Πρωθυπουργός Ieng Sary δήλωσε το Σεπτέμβρη του 1975, ότι υπήρχαν πάλι περίπου 100.000 κάτοικοι στην Πνομ Πενχ ξανά, με την προοπτική περαιτέρω αύξησής τους καθώς οι μονάδες παραγωγής θα επιδιορθώνονταν και θα επεκτείνονταν36. Ο Πριγκηπας Σιχανούκ, σε συνέντευξη στην παρισινη εφημερίδα Liberation, επεσήμαινε ότι οι ηγέτες του ΕΕΜΚ προετίθεντο να αυξήσουν τον πληθυσμό της πρωτεύουσας σε 300.000 στο εγγύς μέλλον37. Στο Bjoerk ειπώθηκε το Μάρτη του 1976 ότι υπήρχαν 100 με 200.000 κάτοικοι στην πόλη38. Επομένως, οι πόλεις όχι μόνο δεν είχαν εγκαταλειφθεί, αλλά αποκαθίσταντο και τους δινόταν ένας κατάλληλος ρόλος στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Παρότι είναι ξεκάθαρο ότι ήταν οι άμεσες ανθρώπινες ανάγκες και μακροπρόθεσμοι οικονομικοί σχεδιασμοί που έκαναν την εκκένωση των πόλεων επιτακτική αναγκαιότητα, η κίνηση αυτή βοήθησε το ΕΕΜΚ γρήγορα να αποκτήσει τον έλεγχο έναντι ένοπλων σαμποτέρ και παράνομων πρακτόρων που συνδέονταν με τις ΗΠΑ. Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι μεγάλος αριθμός αυτών των πρακτόρων σχεδίαζαν να παραμείνουν στην Πνομ Πενχ για να διεξάγουν επιχειρήσεις σαμποτάζ και για να οργανωθούν για μια μελλοντική ανατροπή της νέας κυβέρνησης39, και τα γραφεία και η ηγεσία αυτής της αντεπεαναστατικής οργάνωσης πράγματι ανακαλύφτηκαν και ο μηχανισμός τους καταστράφηκε40. Δημόσιες εγκαταστάσεις και μεγάλος αριθμός κατοικιών καταστρέφονταν ή ισοπεδώνονταν41. Υπήρχαν πολλά ρεπορτάζ για χειροβομβίδες που ρίχνονταν από κομάντο42, και ξένοι παρατηρητές στη Γαλλική πρωτεύουσα ανέφεραν ότι “τεράστιες φωτιές” ήταν ορατές κατά τις δύο εβδομάδες που ακολούθησαν την κατάληψη από το ΕΕΜΚ, και ότι κάποιες γειτονιές είχαν καταστραφεί43. Αν οι παράνομοι πράκτορες είχαν βασιστεί στο συνωστισμένο πληθυσμό της Πνομ Πενχ για να τους παρέχει μια εύκολη κάλυψη για τις επιχειρήσεις τους, η εκκένωση τους έδωσε ένα αποφασιστικό χτύπημα στα σχέδιά τους. Είτε παγιδεύτηκαν στην πόλη και μπόρεσαν να εντοπιστούν είτε αποσπάστηκαν ο ένας από τον άλλο καθώς ο πληθυσμός έφευγε.

Η κατηγορία για “Πορεία Θανάτου”

Η εκκένωση της Πνομ Πενχ επανειλημμένα παρουσιάζεται στα ΜΜΕ ως μια “πορεία θανάτου” όπου ο πληθυσμός ήταν αναγκασμένος να πάει στην επαρχία χωρίς να του παρέχεται τροφή, νερό ή ιατρική περίθαλψη και όπου οι πολύ νέοιοι, οι ηλικιωμένοι, οι άρρωστοι και οι τραυματίες ήταν αναγκασμένοι να ταξιδεύουν πολλά μίλια με τα πόδια. Οι New York Times δήλωσαν, σε ένα editorial που αποκαλούσε την κίνηση αυτή ένα “έγκλημα”, ότι “περίπου ένα τρίτο με ένα δεύτερο του πληθυσμού εξαναγκάστηκε από τους Κομμουνιστές, υπό την απειλή όπλων, να περπατήσουν προς την επαρχία υπό τροπικές θερμοκρασίες και υπό μουσώνες, χωρίς οργανωμένη παροχή φαγητού, νερού, στέγης, φυσικής ασφάλειας ή ιατρικής περίθαλψης”44. Αυτή η εκδοχή για την εκκένωση υιοθετήθηκε από τις δηλώσεις της κυβέρνησης των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων “εγγράφων υπηρεσιών πληροφοριών”, όπως αυτό που διέρρευσε στο Jack Anderson οπου ανέφερε “γιατρούς” μεταξύ των προσφύγων να λένε ότι οι αρχές “δεν παρείχαν τροφή, νερό ή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη καθ’ όλη τη μακρά πορεία”45.

Αυτή η κατηγορία δεν υποστηρίζεται ούτε από εκθέσεις πολυάριθμων μαρτύρων στην Πνομ Πενχ και τις τριγύρω περιοχές, ούτε από συνεντεύξεις με Καμποτζιανούς πρόσφυγες που δόθηκαν σε δημοσιογράφους στην Ταϊλάνδη. Αντιθέτως, αυτές οι καταθέσεις παρουσιάζουν μια εκκένωση η οποία είχε σχεδιαστεί λεπτομερώς ώστε να απαλυνθούν οι δυσκολίες της μετακίνησης. Δημιουργήθηκε μια οργάνωση για την μετακίνηση και τη βοήθεια στους εκκενώνοντες, συμπεριλαμβανομένου ενός κέντρου υποδοχής λίγα μίλια μακριά από την Πνομ Πενχ και ενός άλλου στην περιοχή όπου οι εκκενώνοντες την πόλη θα επανεγκαθίσταντο. Στο πρώτο κέντρο, οι εκκενώνοντες καταγράφονταν σε πολυγραφημένα έντυπα όπου έγραφαν το όνομα, την ηλικία, το επάγγελμα, την οικογενειακή καταγωγή και άλλες πληροφορίες. Έπειτα, κατευθύνονταν προς μια συγκεκριμένη περιοχή, αναλόγως από καταγόταν αρχικά η οικογένεια. Στο δεύτερο κέντρο συναντούσαν μια επιτροπή, η οποία τους απέδιδε γη για να καλλιεργήσουν46.

Υπάρχουν άφθονες ενδείξεις από πρώτο χέρι για το ότι το ΕΕΜΚ προνόησε για την παροχή των απαραίτητων κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Πλήθος μαρτυριών, τόσο από ξένους όσο και απο Καμποτζιανούς πρόσφυγες, συμφωνούν στο ότι ρύζι διανεμόταν στους εκκενώνοντες την πόλη κατά μήκος της διαδρομής από αποθέματα που είχαν συλλεχθεί από πριν47. Ένας αμερικανός δημοσιογράφος ανέφερε ότι είδε “σταθμούς τροφοδοσίας και στάσεις για ξεκούραση κατά μήκος του δρόμου έξω από την Πνομ Πενχ, όπου στρατεύματα Ερυθρών Χμερ- κυρίως γυναίκες- και Βουδιστές μοναχοί παρίχαν στους πρόσφυγες φαγητό και νερό”48. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με Ευρωπαίους παρατηρητές που έφυγαν από την πρωτεύουσα με το πρώτο κύμα εκκενούντων, τόσο ρύζι όσο και ξερό ψάρι πωλούταν κατά μήκος της διαδρομής στο ένα τρίτο της τιμής που ίσχυε στην Πνομ Πενχ49. Ο Πατήρ Jacques Engelmann, Βενεδικτιανός ιερέας με σχεδόν δύο δεκαετίες εμπειρίας στην Καμπότζη έγραψε ότι “Υπήρχε επαρκές φαγητό για όλους. Τη νύχτα, σταματούσαν για να μαγειρέψουν το ρύζι και για να κοιμηθούν”50. Πάνω από μια ντουζίνα καμποτζιανών προσφύγων, σε συνεντεύξεις τους στην Ταϊλάνδη, είπαν ότι έλαβαν αρκετό φαγητό-κυρίως ρύζι- στο ταξίδι51.

Η εικόνα κακομεταχείρισης των εκκενούντων οι οποίοι οδηγούνταν στην εξάντληση αντικρούεται από αυτές τις μαρτυρίες. Κανένας από τους πρόσφυγες στις συνεντεύξεις τους στην Ταϊλάνδη δεν ανέφεραν ότι οι στρατιώτες τους κακομεταχειρίτηκαν κατά την εκκένωση52. Ο πατήρ Engelmann ανέφερε ότι οι ιερείς που συνόδευαν την εκκένωση “δεν ήταν μάρτυρες σε καμία ωμότητα”53. Οι Jerome και Jocelyne Steinbach, οι οποίοι δίδασκαν στην Καμπότζη για δύο χρόνια πριν την απελευθέρωση της Πνομ Πενχ και οι οποίοι είδαν την αρχή της εκκένωση, αναφέρουν πώς οι στρατιώτες πήγαιναν στους ανθρώπους και τους ενημέρωναν να προετοιμαστούν να φύγουν:

“Στις 18 Απρίλη, μια ομάδα στρατιωτών πέρασε και χτύπησε την πόρτα λέγοντας “Πρέπει να φύγετε”. Αν κανείς δεν απαντούσε, τότε κάποιος ερχόταν για δεύτερη φορά επαναλαμβάνοντας “Πρέπει να φύγετε”. Έπειτα, για τρίτη φορά και έτσι πήγαινε όλη την ημέρα, σταθερά, η ίδια φράση. Μέχρι την ημέρα όπου όλη η γειτονιά είχε πλήρως εγκαταλειφθεί: τότε, έτοιμος ή όχι, κάποιος έπρεπε να φύγει άμεσα. Όμως ακόμα και την τελευταία στιγμή, δεν υπήρχε βαρβαρότητα, δεν υπήρχε θυμός”54.

Αυτές οι καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων λένε επίσης ότι οι εκκενώνοντες κινούνταν με άνετους ρυθμούς. Ένας συνταξιούχος γάλλος στρατιωτικός αξιωματικός, που είχε παντρευτεί μια Χμερ, ανέερε ότι είδε τα πλήθη όσων έφευγαν να κινούνται αργά και να σταματούν συχνά για ανάπαυση. Παρότι οι πρόσφυγες ήθελαν να σταματούν περισσότερο από όσο θα επέτρεπαν οι επιφορτισμένοι με τη μεταφορά τους στον προορισμό τους στρατιώτες, η πομπή κινούταν ένα ή δύο χιλιόμετρα μεταξύ των στάσεων55. Δύο Ελβετοί νοσηλευτές που είδαν τις πομπές να κινούνται νοτίως είπαν ότι ο κόσμος κινούταν όσο γρήγορα ή αργά επιθυμούσε56. Σύμφωνα με τους πρόσφυγες που έδωσαν συνεντεύξεις στην Ταϊλάνδη, το ταξίδι από την Πνομ Πενχ στο πρώτο κέντρο πήρε 8 ημέρες και είχε απόσταση 20 μιλίων, δηλαδή, 2,5 μίλια την ημέρα57. Ακόμα και με έναν πολύ αργό ρυθμό βαδίσματος, αυτό θα επέτρεπε τρεις ή τέσσερις ώρες ανάπαυσης για κάθε μίλι.

Το ρεπορτάζ του Schanberg έφτασε σε ένα συναισθηματικό αποκορύφωμα όταν έλεγε ότι “Κανένας δεν αποκλείστηκε- ακόμα και οι γηραιότεροι, οι νεότεροι, οι άρρωστοι και οι τραυματίες αναγκάστηκαν να βγουν στο δρόμο”58. Και αυτή η κατηγορία διαψεύδεται από την κατάθεση εκείνων που έγιναν από πρώτο χέρι αυτόπτες μάρτυρες. Ενώ όλες αυτές οι κατηγορίες ανθρώπων μετακινήθηκαν από την πόλη μαζί με όλους τους άλλους, αυτόπτες μάρτυρες περιγράφουν μια οργανωμένη προσπάθεια μεταφοράς των άρρωστων και των ηλικιωμένων σε φορτηγά και μηχανοκίνητα οχήματα που επιτάχθηκαν για αυτό το σκοπό59. Ένας Νεοζηλανδός που πέρασε από πολλά καμποτζιανά χωριά μαζί με τη χμερ σύζυγό του ανέφερε ότι κοιμήθηκαν στο ίδιο σπίτι με μια γριά που είχε μεταφερθεί με φορτηγό από την Πνομ Πενχ. “Μας είπε ότι αρνιόταν να φύγει από το σπίτι της αν αναγκαζόταν να περπατήσει, και έτσι ένα στέλεχος από τις ΛΕΔΕΑΚ κανόνισε για τη μεταφορά της με φορτηγό. Η ίδια γυναίκα τούς είπε ότι και άλλοι ηλικιωμένοι είχαν μεταφερθεί με φορτηγό60. Οι δύο Ελβετοί νοσηλευτές ήταν μάρτυρες μιας παρόμοιας σκηνής όπου τέσσερις ηλικιωμένοι είπαν στους στρατιώτες ότι ήταν πολύ γέροι για να περπατήσουν “έστω και ένα χιλιόμετρο. Οι στρατιώτες άμεσα διέταξαν ένα τζιπ για να τους μεταφέρει61. Συνεπώς, φαίνεται ότι υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ότι ο χαρακτηρισμός “πορεία θανάτου” είναι αβάσιμος.

Τα νοσοκομεία της Πνομ Πενχ

Όμως αναφορικά με την εκκένωση των νοσοκομείων από τις κομμουνιστικές δυνάμεις; Δυτικοί παρατηρητές κατηγορούν ότι, ανεξαρτήτως των λόγων για την εκκένωση της πόλης, ήταν αδικαιολόγητο να εξαναγκαστούν ασθενείς να εγκαταλείψουν τα νοσοκομεία και να συνωθηθούν στην κοσμοσυρροή στο δρόμο για την επιστροφή στην επαρχία. Εδώ πάλι, έχει επιτραπεί στην εχθρότητα εναντίον της επαναστατικής κυβέρνησης της Καμπότζης να επικρατήσει έναντι της μελέτης των γεγονότων. Η εξέταση της πραγματικότητας του συστήματος υγείας στην Καμπότζη στα τέλη του πολέμου και της πραγματικής πολιτικής του ΕΕΜΚ για αυτό, δείχνει ότι σκοπός της κίνησης αυτής ήταν στην πραγματικότητα το να σωθούν ζωές και να δωθεί η καλύτερη δυνατή φροντίδα στους αρρώστους και τους τραυματίες.

Πρώτα από όλα, μια μελέτη των συνθηκών υγείας και των ιατρικών εγκαταστάσεων που υπήρχαν στην Πνομ Πενχ πριν την καταλάβει το ΕΕΜΚ δείχνει αναμφίβολα ότι η προσωρινή εκκένωση των περισσότερων νοσοκομείων, όχι μόνο δεν ήταν απάνθρωπη, αλλά ήταν μια κίνηση βοήθειας προς τους ασθενείς. Αναγνωρίστηκε στις αρχές του πολέμου πως το σύστημα ιατρικής περίθαλψης στη ζώνη της κυβέρνησης της Δημοκρατίας των Χμερ (σ. parapoda: του Λον Νολ, GKR) ήταν εντελώς ακατάλληλο. Το 1975, για παράδειγμα, για το νοσοκομείο Preah Ket Melea, ένα από τα τέσσερα κυβερνητικά νοσοκομεία στην Πνομ Πενχ, υπάρχει αναφορά ότι είχε πάνω από 3 φορές παραπάνω από τον αριθμό των ασθενών που θα μπορούσε να περιθαλψει κατάλληλα και στερούταν βασικών ιατρικών εργαλείων και νοσοκομειακών υλικών- αντιβιοτικά, αποστειρωτικά, σύριγγες, στηθοσκόπια62. Ο σύγχρονος εξοπλισμό που το νοσοκομείο είχε συμπεριλαμβανομένων του φωτισμού στα χειρουργεία και εξοπλισμός αποστείρωσης, καθίστατο συχνά μη αξιοποιήσιμος λόγω των συνεχιζόμενων διακοπών στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας63.

Άλλο ένα από τα τέσσερα βασικά νοσοκομεία, το Νοσοκομείο φιλίας Σοβιετικής Ένωσης-Χμερ, θεωρούταν από αξιωματούχους των ΗΠΑ ότι ήταν “εξαιρετικά συνωστισμένο, φτωχά εξοπλισμένο, ανθυγιεινό και υποστελεχωμένο” ήδη από τον Οκτώβρη του 197164. Για ένα σύνολο 1.009 ασθενών είχε μόλις 512 κλίνες και 27 γιατρούς, αντί για τους 80 που χρειάζονταν για την παροχή της ελάχιστης φροντίδας65. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η κατάσταση είχε επιδεινωθεί περαιτέρω, με 300 ασθενείς παραπάνω και μόλις 1 επιπλέον γιατρό. Οι συνθήκες στο νοσοκομείο περιγράφονται παραστατικά από έναν αυτόπτη μάρτυρα το Μάρτη του 1975 ως ακολούθως:

“Στο νοσοκομείο Φιλίας Σοβιετικής Ένωσης- Χμερ, πάνω από 1.300 ασθενείς πάλευαν για να επιζήσουν την τελευταία εβδομάδα. Γιατροί, νοσοκόμοι, επιταγμένοι νοσηλευτές, φάρμακα και γάζες σπάνζαν: η ελονοσία, η φυματίωση και η δυσεντερία θέριζαν. Όντας κάτι παραπάνω από απελπισμένοι, οι εργαζόμενοι που δούλευαν υπερωτίες σε μερικούς θαλάμους έδεναν τους ασθενείς στα κρεβάτιά τους προκειμένου να μην του επιτρέπουν να ανοίγουν τις πληγές και τα ράμματά τους. Οι μύγες κάλυπταν το πρόσωπο ενός τέτοιου ασθενούς, ο οποίος μπορούσε μόλις ελάχιστα να κουνήσει το κεφάλι του σε μια μάταιη απόπειρα να τις εμποδίσει να μπουν στο στόμα του”66.

Στην ιατρική φροντίδα ανέκαθεν απέδιδαν χαμηλή προτεραιότητα οι πολιτικές των ΗΠΑ και της GKR, όπως φαίνεται και από τα κονδύλια που αποδίδονταν στην Υγεία από τον προϋπολογισμό της κυβέρνησης. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά πως για την παροχή κατάλληλης ιατρικής πρόνοιας, 10% του εθνικού προϋπολογισμού μιας ανεπτυγμένης χώρας που δεν βρίσκεται σε πόλεμο θα πρέπει να δίνεται στο Υπουργείο Υγείας67. Μια χώρα που έχει εμπλακεί σε έναν αρκετά καταστροφικό πόλεμο θα πρέπει φυσικά να δίνει περισσότερα. Ωστόσο, ο προϋπολογισμός της GKR απέδιδε αναλογικά λιγότερα για την Υγεία εν καιρώ πολέμου από όσο η κυβέρνηση Σιχανούκ δαπανούσε εν καιρώ ειρήνης. Το ποσοστό ποικίλε από 2,6% το οικονομικό έτος 1971 σε 2,8% το 197468. Σε μια χώρα με απεγνωσμένη ανάγκη για προληπτική ιατρική προκειμένου να αποφευχθούν επιδημίες, η GKR δαπάνησε το ευτελές ποσό των 185,000$ για προληπτική ιατρική το 1973 και λιγότερο από το μισό αυτού το 197469. Επιπλέον, σε μια χώρα όπου περίπου το 25% του ιατρικού εξοπλισμού ετίθετο εκτός λειτουργίας κατά τη διάρκεια του πολέμου, και όπου δεν υπήρχε ποτέ επαρκής ποσότητα φαρμάκων και εργαστηριακού εξοπλισμού, η συνολική δαπάντη και για τις δύο πτυχές του ιατρικού προϋπολογισμού για τα κυβερνητικά νοσοκομεία ήταν μόλις 600,000% το 1973 και 333,000$ το 197470.

Άλλο ένα αποτέλεσμα αυτού του φτωχού προϋπολογισμού για την υγεία ήταν ότι η κυβέρνηση δεν μπορούσε να βασιστεί στις υπηρεσίες των γιατρών της για πάνω από λίγες ώρες την εβδομάδα. Οι μισθοί για τους γιατρούς ήταν τόσο χαμηλοί (το ισοδύναμο περίπου 15$ το μήνα το Σεπτέμβρη του 1974) και η ιδιωτική υγεία τόσο κερδοφόρα (ως και 500$ το μήνα) ώστε σχεδόν όλοι οι γιατροί πήγαιναν κατά μέσο όρο λιγότερο από 1 ώρα ημερησίως σε κυβερνητικά νοσοκομεία71. Ο συνολικός αριθμός γιατρών και ιατρικού προσωπικού μειώθηκε στους 18 πρώτους μήνες του πολέμου κατά 20%, ενώ ο αριθμός του νοσηλευτικού προσωπικού την ίδια περίοδο μειώθηκε κατά 42%72. Επιπλέον, η μη υποστήριξη των νοσοκομείων από κυβερνητικής πλευράς, έδωσε λαβή για κερδοσκοπία στην ιατρική περίθαλψη. Οι Steinbach αναφέρουν την περίπτωση του στρατιώτη Sirath, ο οποίος είχε σοβαρά εγκαύματα από μια έκρηξη, του οποίου η μητέρα έπρεπε να πληρώσει 30.000 ριελ ώστε να διασφαλίσει τη νοσηλεία του, όμως και πάλι έπρεπε να τον φροντίζει η ίδια, φέρνοντάς του φαγητό και πληρώνοντας επιπλέον για όλα τα φάρμακα και τα υλικά73.

Όποτε υπήρχε μια μεγάλη μάχη, μεγάλη εισροή τραυματισμένων κατέφτανε στην Πνομ Πενχ και -καθώς δεν υπήρχε κετάλληλο σύστημα στρατιωτικών νοσοκομείων- ξάπλωναν στους διαδρόμους χωρίς περίθαλψη, μερικές φορές για μέρες πριν το θάνατο. Κατά τα τέλη του πολέμου, μάλιστα, επίσημες αναφορές κάνουν λόγο ότι στην Πνομ Πενχ υπήρχαν ακριβώς 3,526 νοσοκομειακές κλίνες για τους περίπου 3 εκατομμύρια κατοίκους της και αυτό χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι τραυματίες από τον πόλεμο74. Ο δρ. French περιγράφει τη “μάλλον αηδιαστική κατάσταση” που βρήκε σε νοσοκομείο της Πνομ Πενχ μετά από μια μάχη στο Kompong Chhnang: “Περπατούσαμε τους διαδρόμους όπου υπήρχαν πλήθη ανθρώπων με ανοιχτές αφρόντιστες πληγές, βρωμιά και σκουπίδια, μύγες και έντομα και άλλα τέτοια παντού, και προφανώς δεν υπήρχε ιατρικό προσωπικό να ανταποκριθεί στις ανάγκες τους”75. Μια έκθεση του Γενικού Επιθεωρητή Ξένης Βοήθειας μας δίνει μια περαιτέρω ιδέα για τις συνθήκες:

“Οι ιατρικές εγκαταστάσεις δεν ήταν απλώς κορεσμένες από υπερπληθυσμό. Οι περισσότερες ήταν χωρίς τίποτα μέσα και ανθυγιεινές. Υπήρχε ακρία έλλειψη φαρμάκων και υλικού. Ο θάνατος συχνά προέκυπτε από μολύνσης και έλλειψη φροντίδας. Περίθαλψη δεν δινόταν σε ασθενείς που υπέφεραν από ακρωτηριασμένα άκρα ή βαριά τραύματα στην κοιλιακή χώρα. Λίγη ή ακατάλληλη αντιβιοτική θεραπεία δινόταν σε ασθενείς που την χρειάζονταν”76.

Η έκθεση περιγράφει δωμάτια όπου ως και 30 άτομα συνωστίζονταν σε χώρους όπου θα μπορούσαν να φιλοξενούνται άνετα όχι παραπάνω από τρία: “Οι ασθενείς πλημμύριζαν τους θαλάμους και κάπλωναν σε στρώματα ή σε φορεία στους διαδρόμους, οι αφρόντιστες πληγές τους εκτίθονταν στη βρώμα και την ακαθαρσία των μη αποστειρωμένων συνθηκών: η βρώμα του πύου και της μόλυνσης ανακατευόταν με την αποκρουστική μυρωδιά από τις φραγμένες, πλημμυρισμένες τουαλέτες”. Οι υποδομές υγιεινής πλημμύριζαν τους διαδρόμους και έμεναν ακάθαρτα. Άλλη μια φορά έβρισκαν “ούτε καν λίγους γιατρούς” και οι σοβαρά τραυματισμένοι περίμεναν “αρκετές ώρες” για να περιθαλπτούν. Τα χειρουργεία ήταν “φτωχά εξοπλισμένα, ακάθαρτα και χωρίς καθόλου μέτρα αποστείρωσης”77.

Αυτές ήταν οι συνθήκες των νοσοκομείων που αδειάστηκαν από το ΕΕΜΚ. Όμως τα ίδια τα νοσοκομεία δεν εγκαταλείφθηκαν. Αυτό ήταν ένα προσωρινό μόνο μέτρο. Μια από τις πρώτες κινήσεις της νέας κυβέρνησης τις εβδομάδες που ακολούθησαν το τέλος του πολέμου ήταν η πλήρης επιδιόρθωση των νοσοκομείων στην Πνομ Πενχ και στις άλλες πόλεις. Τα νοσοκομεία καθαρίτηκαν και έγιναν υγιεινά για πρώτη φορά μετά από χρόνια, και έπειτα τέθηκαν σε κανονική λειτουργία78.

Ούτε όμως κλείστηκαν όλα τα νοσοκομεία, έστω και προσωρινά. Το ένα νοσοκομείo στην Πνομ Πενχ το οποίο κρίθηκε ότι παρείχε κατάλληλη ιατρική φροντίδα, το πρωην γαλλικό νοσοκομείο Calmette, συνέχισε να λειτουργεί χωρίς τους γάλλους γιατρούς. Ο πρώτος γάλλος γιατρός που έφτασε στη γαλλική πρεσβεία αφότου εκδιώχθηκε από το νοσοκομείο Calmette είπε σε όλους ότι το νοσοκομείο εγκαταλείφθηκε και ότι οι ασθενείς του υποχρεώθηκαν να πάνε στην πορεία για την επαρχία. Όμως άλλοι δέκα γάλλοι γιατροί που έφτασαν αργότερα το ίδιο απόγευμα διέψευσαν αυτό τον ισχυρισμό. “Έχουμε την εντύπωση ότι μας αντικαθιστούν με τους δικούς τους γιατρούς”, αναφέρθηκε ότι είπαν, “και, σε κάθε περίπτωση, το νοσοκομείο λειτουργεί κανονικά”79. Αυτό αργότερα επιβεβαίωσαν και δημοσιογράφοι και ξένοι παρατηρητές που έμαθαν ότι το Calmette συνέχιζε να λειτουργεί από ένα αποκλειστικά καμποτζιανό προσωπικό80.

Το Σύστημα Υγείας του ΕΕΜΚ

Τέλος, όσοι καταδικάζουν το ΕΕΜΚ για την εκκένωση των νοσοκομείων της Πνομ Πενχ δεν λαμβάνουν υπόψη ότι το ΕΕΜΚ είχε το δικό του σύστημα υγείας, το οποίο ήταν ριζικά διαφορετικό από εκείνο της GKR και το οποίο ήταν αρκετά καλύτερα προσαρμοσμένο στις συνθήκες ελλείψεων στις οποίες βρέθηκε η Καμπότζη μετά το τέλος του πολέμου. Ένας ανώτατος αξιωματούχος περιέγραψε το σύστημα Υγείας της κυβέρνησής του στις αρχές του 1972, λέγοντας πως αποτελούταν από ένα ή περισσότερα νοσοκομεία σε κάθε χωριό και δύο νοσηλευτές με τρία χρόνια ιατρικής εκπαίδευσης σε κάθε μικρό οικισμό81.

Αυτό το σύστημα υγείας ήταν υπό τη διοίκηση του δρ. Thioun Thioeun, ο οποίος προηγουμένως ήταν ο κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Πνομ Πενχ και διοικητής του Νοσοκομείου Φιλίας Σοβιετικής Ένωσης-Χμερ82. Το 1972 ήταν γνωστό ότι περιλάμβανε τουλάχιστον 25 γιατρούς που είχαν φύγει από τη χώνη της GKR ώστε να προσχωρήσουν στην αντίσταση, καθώς και πλήθος καμποτζιανών βετεράνων της αντιγαλλικής αντίστασης οι οποίοι είχαν σπουδάσει ιατρική στο πανεπιστήμιο του Ανόι τις δεκαετίες του ’50 και του ’6083. Επιπροσθέτως, υπήρχαν παραϊατρικές ομάδες οι οποίες κάθε χρόνο λάμβαναν τρίμηνη εκπαίδευση και έπειτα υπηρετούσαν στους οικισμούς, διδάσκοντας τον κόσμο με στοιχεία υγιεινής και προληπτικής ιατρικής84.

Επιπλέον, σε αντίθεση με την εντύπωση που αφήνουν τα ΜΜΕ ότι οι άρρωστοι και οι τραυματίες αφήνονταν να περιθαλφτούν μόνοι τους, η κυβέρνηση του ΕΕΜΚ τοποθέτησε ιατρικό προσωπικό, συμπεριλαμβανομένων χειρουργικών ομάδων, στα κέντρα υποδοχής έξω από την Πνομ Πενχ. Στρατιώτες των ΛΕΔΕΑΚ είπαν σε έναν ξένο δημοσιογράφο ότι ένα από τα νοσοκομεία τους βρισκόταν στο Takhmao, το οποίο είναι 15 χιλιόμετρα νοτίως της πρωτεύουσας και το οποίο ειχε καταληφθεί από τις επαναστατικές δυνάμεις μία εβδομάδα πριν από το τέλος του πολέμου85. Οι δύο Ελβετοί νοσηλευτές οι οποίοι ήταν εκτός της πόλης για αρκετές ημέρες κατά τη διάρκεια της εξόδου ανέφεραν ότι υπήρχαν νοσηλευτικό προσωπικό και μια χειρουργική μονάδα σε μια παγόδα 15 χιλιόμετρα νοτίως τη Πνομ Πενχ86. Είναι ξεκάθαρο, επομένως, ότι πολλοί από τους άρρωστους και τους τραυματίες περιθάλφθηκαν στις ιατρικές εγκαταστάσεις του ΕΕΜΚ και από το ιατρικό του προσωπικό. Στο πλαίσιο των ανθυγιεινών συνθηκών στα νοσοκομεία της Πνομ Πενχ, αυτό θα φαίνεται πως θα ήταν η πιο λογική βραχυπρόθεσμη πολιτική που θα μπορούσε να ακολουθηθεί.

Η νέα κυβέρνηση είχε να αντιμετωπίσει την ίδια σοβαρή έλλειψη φαρμάκων και ιατρικών προμηθειών που είχαν πλήξει την κυβέρνηση της Δημοκρατίας των Χμερ. Μια ομάδα κινέζων δημοσιογράφων που επισκέφτηκαν ένα νοσοκομείο εκστρατείας κοντά στην Πνομ Πενχ το Μάρτη του 1975 περιέγραψε μια “ακραία έλλειψη φαρμάκων και ιατρικού εξοπλισμού”. Βρήκαν το δρ. Thiounn Thioeun και το επιτελείο του να αυτοσχεδιάζουν υποκατάστατα βασικών υλικών όπως γάζες, χειρουργικό βαμβάκι και ταινία”87. Το ΕΕΜΚ δεν έλαβε σημαντική ιατρική βοήθεια από άλλες χώρες, όμως σύμφωνα με έναν πρώην γιατρό των ΛΕΔΕΑΚ, αγόραζε ιατρικές προμήθειες είτε από στρατιώτες του FANK είτε απευθείας από το εμπόριο στην Πνομ Πενχ88.

Επιπροσθέτως, το ΕΕΜΚ είχε τη δική του φαρμακοβιομηχανία, που μερικώς είχε συσταθεί στις αρχές του πολέμου από μία ιθύνουσα φαρμακολόγο από την Πνομ Πενχ, την κα. Khau Vanny89. Κατά την άμεση μεταπολεμική περίοδο, η επαναστατική διοίκηση οργάνωσε την αποστολή φαρμάκων από την Πνομ Πενχ στις επαρχίες στα βόρεια και βορειοανατολικά με καράβι, κανώ ή με ποταμόπλοια κινεζικού τύπου90. Σήμερα, η βασισμένη στην επαρχία ιατρική υποδομή του ΕΕΜΚ παράγει 70 διαφορετικά είδη φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων για τη θεραπεία της ελονοσίας και της χολέρας, βασιζόμενο στη μεγάλη ποικιλία τοπικών ιατρικών χόρτων, φυτών και δέντρων91.

Σε έναν πληθυσμό σχεδόν 3 εκατομμυρίων, όπου εκατοντάδες χιλιάδες ήταν φυσικά εξουθενωμένοι από την πείνα και όπου η χολέρα είχε ήδη αρχίσει να εξαπλώνεται, ήταν αναπόφευκτο να αποφευχθούν θάνατοι κατά την εκκένωση. Αντίθετα με την αντίληψη που είναι δημοφιλής μεταξύ των αμερικανών σχολιαστών, ωστόσο, οι αρχές απέφυγαν τους μαζικούς θανάτους τους οποίους θα μπορούσε κανείς να αναμένει. Ο Πατήρ Engelmann συνόψισε τις εκθέσεις από καθολικούς ιερείς οι οποίοι βρίσκονταν μεταξύ των εκκενούντων την πόλη ως ακολούθως:

“Κατά τις πρώτες μέρες υπήρχαν θάνατοι: κάποιο πολύ άρρωστοι, μερικοί ηλικιωμένοι, κάποια νεογέννητα- όμως πολύ λίγα. Σε κάθε περίπτωση, όχι χιλιάδες, όπως κάποιες εφημερίδες έγραψαν”92. Επιπλέον, το να αποδίδει κανείς τους θανάτους αυτούς στην εκκένωση των πόλεων, όπως κάνουν οι πολιτικοί σχολιαστές της αμερικανικής κυβέρνησης, είναι ξεκάθαρα μια περίπτωση μετάθεσης της ευθύνης. Τόσο οι συνθήκες που προκάλεσαν την πείνα και τις ασθένειες, όσο και η έλλειψη κατάλληλης περίθαλψης ήταν το αποτέλεσμα της πολιτικής των ΗΠΑ στην Καμπότζη και όχι φταίξιμο της επαναστατικής κυβέρνησης. Το να είχαν αφήσει 3 εκατομμύρια ανθρώπων στην Πνομ Πενχ θα είχε προκαλέσει μια ανθρωπιστική καταστροφή τεραστίων διαστάσεων. Η εκκένωση της Πνομ Πενχ αναμφίβολα έσωσε τις ζωές πολλών χιλιάδων Καμποτζιανών.

Μια προσεκτική εξέταση των γεγονόταν αναφορικά με την εκκένωση των πόλεων της Καμπότζης, επομένως, δείχνει πως η περιγραφή και η ερμηνεία της κίνησης που δίνεται στο αμερικανικό κοινό είναι μια αδικαιολόγητη παραποίηση της αλήθειας. Αυτό που παρουσιάζεται ως μια καταστροφική, οπισθοδρομική πολιτική που προκλήθηκε από ένα δογματικό μίσος ήταν στην πραγματικότητα μια ορθολογικά υιοθετηθείσα στρατηγική για την αντιμετώπιση των φλεγόντων προβλημάτων που αντιμετώπιζε η μεταπολεμική Καμπότζη.

μετάφραση από το βιβλίο: George Hildebrand & Gareth Porter, Cambodia: Starvation & Revolution, Monthly Review Press, New York and London, 1976, σ.σ. 39-56

1«Cruelty in Cambodia,» Wall Street Journal, 15 Μάη 1975

2«Exodus in Cambodia,» Washington Star, 11 Μάη 1975

3Jack Anderson and Les Whitten, «U.N. Ignores Cambodia Death March’,» Washington Post, 23 Ιούνη1975.

4William Safire, «Get Out of Town,» New York Times, 12 Μάη 1975

5Tom Wicker, «Revolution in Cambodia,» New York Times, 12 Μάη 1975

6Newsweek, 19 Μάη 1975, σ. 30. Για παρόμοια editorial βλ. «Cambodia’s Crime,» New York Times, 9 Ιούλη 1975; Max Lerner, «A New Hard Communism,» New York Post, 14 Μάη 1975; «The Murder of Phnom Penh,» Chicago Tribune, 10 Μάη 1975

7New York Times, 14 Μάη1975; Baltimore Sun, 25 Ιούλη 1975

8New York Times, 9 Μάη 1975

9Στα τέλη του Ιούνη ήταν εφικτό για το Associated Press, σε ανταπόκριση που κάλυπτε τις επισημάνσεις του Χένρι Κίσσινγκερ για την Καμπότζη να αναφέρει ως γεγονός ότι η εκκένωση ήταν “τμήμα της εκστρατείας για την απαλλαγή του πληθυσμού από αστικές τάσεις”. Los Angeles Times, 25 Ιούνη 1975

10Le Monde, 15 Απρίλη 1970. Ο William Sullivan από το Στέητ Ντιπάρτμεντ κατέθεσε το 1971 ότι μόλις 3-10.000 Βιετναμέζων παρέμεναν στην Πνομ Πενχ. Βλ. War-Related Civilian Problems on Indochina, Part II: Laos, Hearings Before the Subcommittee to Investigate Problems Connected with Refugees and Escapees, Committee on the Judiciary, U.S. Senate, 92nd Congress, 1st Session, 1971, σ. 69

11Δελτίο Τύπου του Υπουργείου Προπαγάνδας & Πληροφόρησης της Δημοκρατικής Καμπότζης, Πνομ Πενχ, Υπηρεσία Εσωτερικών Νέων, 30 Μάρτη 1976

12Ο Long Boret, πρωθυπουργός της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας των Χμερ (GKR) είπε την παραμονή της παράδοσης ότι απέμεναν αποθέματα ρυζιού μόνο για 8 ημέρες. Ανταπόκριση Associated Press από τη Μπανκόνγκ, New York Times, 9 Μάη 1975. Αξιωματούχοι της AID στην Πνομ Πενχ ανέφεραν ότι τα αποθέματα ρυζιού θα διαρκούσαν για μόλις 6 ημέρες. William Goodfellow, «Starvation in Cambodia,» New York Times, 14 Ιούλη1975

13Βλ. τη μακροσκελή συνέντευξη του Ieng Sary στο James Pringle, Newsweek International Editorial Service. Chicago Tribune, 10 Σεπτέμβρη 1975: Indochina Resource Center απομαγνητοφώνηση των δηλώσεων του Ieng Sary στην υποδοχή στη Νέα Υόρκη, 6 Σεπτέμβρη 1975. Δήλωση Ieng Sary, Νέα Υόρκη, 30 Αυγούστου (πολυγραφημένη)

14Απομαγνητοφώνηση δηλώσεων, Νέα Υόρκη, 7 Σεπτέμβρη 1975

15Συνέντευξη στη Chicago Tribune, 10 Σεπτέμβρη1975

16Ο αρχηγός της αποστολής στο Παρίσι, Ok Sakun, είπε σε ομάδα αμερικανών επισκεπτών τον Απρίλη, συμπεριλαμβανομένου ενός από τους συγγραφείς, ότι η κυβέρνησή του δεν είχε λάβει ξένη οικονομική βοήθεια. Για ενδείξεις ότι οι ένοπλες δυνάμεις του ΕΕΜΚ αποκτούσαν τις περισσότερες προμήθειες όπλων και πυρομαχικών από λάφυρα ή από αγορές εντός Καμπότζης, βλ. Κατάθεση Gareth Porter, Supplemental Assistance to Cambodia, Hearings Before the Subcommittee on Foreign Assistance and Economic Policy Committee on Foreign Relations. U.S. Senate. 94th Congress. 1st Session.1975, σ. 121

17Βλ. ρεπορτάζ του Σριλανκέζου δημοσιογράφου Errol de Silva,ο οποίος επισκέφτηκε την Καμπότζη τον Αύγουστο, New York Times, 3 Σεπτέμβρη 1975

18Αυτό το γεγονός επισημάνθηκε από οικονομολόγους στην Μπανγκόνγκ, όπως ανέφερε το Agence France Press. Βλ. «Cambodia’s Move in Emptying Cities May Fill Food Need,» New York Times, 9 Μάη 1975. Το άρθρο δημοσιεύτηκε, κατά ειρωνία της τύχης, την ίδια ημέρα που η ιστορία του Schanberg δημοσιεύτηκε πρωτοσέλιδα στους Times. Αγνοήθηκε, ενώ αντιθέτως γίνεται συχνά αναφορά στην ερμηνεία του Schanberg.

19Chicago Tribune, 10 Σεπτέμβρη1975

20Αυτό παρατηρήθηκε από το William Goodfellow, ο οποίος τότε ήταν στην Πνομ Πενχ ως Διευθυντής Έρευνας του Indochina Resource Center

21Κατά τα μέσα του 1972, πριν κορυφωθεί η μαζική εισροή προσφύγων, μόλις το 35% του πληθυσμού της Πνομ Πενχ είχε πρόσβαση σε τρεχούμενο νερό. Βλ. «United Nations Development Program Report, Problems Posed by Displaced Persons Around Phnom Penh,» in Problems of War Victims in Indochina, Pan II: Cambodia and Laos, Hearings Before the Subcommittee to Investigate Problems Connected with Refugees and Escapees, Committee on the Judiciary, U.S. Senate, 92nd Congress, 2nd Session, 9 Μάη 1972, σ. 50

22«Cambodia: An Assessment of Humanitarian Needs and Relief Efforts,» Congressional Record, 20 Μάρτη 1975, σ. S4620.

23Στο ίδιο. Επίσης, βλ. Ρεπορτάζ του Agence Khmer de Presse (AKP), 2 Φλεβάρη 1975, το οποίο προειδοποιεί για περιπτώσεις χολέρας σε διάφορες περιοχές των προαστίων της πρωτεύουσας.

24Richard Boyle, «Exodus May Have Saved Cambodian Lives,» Colorado Daily (Boulder). 7 Ιούλη 1975.

25Πληροφορία που δόθηκε από το William Goodfellow

26Επιστολή της κας. Sayhong Mabuehi, Tokyo, στον κ. Steven Heder, 5 Ιούνη1975. Μεταφράστηκε από τα καμποτζιανά από το Steven Heder.

27Στο ίδιο

28New York Times, 23 Ιούνη1975

29Steinbach. Phnom Penh Libérée (Paris: Editions Sociale. 1976), σ. 43. Η Υπηρεσία Νέων Εσωτερικού Πνομ Πενχ, στις 14 Μάη 1975, παρέχει λεπτομέρειες για το σαμποτάζ στο αεροδρόμιο της Πνομ Πενχ.

30Colorado Daily. 7 Ιούλη 1975

31Ανταπόκριση Agence France-Presse, Πεκίνο, 6 Μάρτη 1976

32Υπηρεσία Νέων Εσωτερικού Πνομ Πενχ. 8,13, 15, 18, 22 και 30 Μάη και 1 Ιούνη 1975

33Manichi (Tokyo), 21 Αυγούστου 1975. Η επιστροφή των βιομηχανικών εργατών κάποιους μήνες μετά την εκκένωση επιβεβαιώθηκε αργότερα από πρόσφυγες σε συνεντεύξεις τους στην Ταϊλάνδη. Βλ. New York Times, 21 Γενάρη 1976.

34Υπηρεσία Νέων Εσωτερικού Πνομ Πενχ, 4 και 20 Ιούνη 1975

35Δελτίο Πληροφόρησης, 24 Αυγούστου 1975

36Chicago Tribune. 10 Σεπτέμβρη 1975

37Liberation, 13 Οκτώβρη 1975

38Toronto Globe and Mail. 8 Μάρτη 1976.

39O Ieng Sary αναφέρεται ότι είπε κατά την παραμονή του στο Παρίσι το Σεπτέμβρη του 1975 ότι περίπου 20.000 άνδρες οργανωμένη σε μονάδες κομάντο ανακαλύφτηκαν στην Πνομ Πενχ.Βλ. See Steinbach, Phnom Penh Libérée, p. 42.

40Δήλωση Ιeng Sary. 30 Αυγούστου 1975; Απομαγνητοφώνηση Δηλώσεων Ιeng Sary, 6 Σεπτέμβρη 1975

41Στο ίδιο

42Στο ίδιο

43Στο ίδιο. Βλ. επίσης New York Times, 9 Μάη 1975.

44«Cambodia’s Crimes,» New York Times, 9 Ιούλη 1975.

45Jack Anderson & Les Whitten. Washington Post. 23 Iούνη 1975

46New York Times, 23 Ιούνη 1975

47Στο ίδιο. Le Monde, 10 Μάη 1975. Washington Post, 2 Ιούλη 1975

48Richard Boyle, Colorado Daily, 7 Ιούλη 1975.

49Le Monde. 10 Μάη 1975

50Paul Dreyfuss, . . . et Saigon tomba (Paris: Arthaud, 1975), σ. 351

51New York Times, 23 Ιούνη 1975

52Στο ίδιο.

53Dreyfuss, . . . et Saigon tomba. σ. 351

54Steinbach, Phnom Penh Libérée, σ. 40

55Le Monde, 10 Μάη 1975

56Steinbach, Phnom Penh Libérée. σ. 44.

57New York Times, 23 Ιούνη 1975

58New York Times, 9 Μάη 1975

59Le Monde, 10 Μάη 1975. Η επίταξη αυτοκινήτων αναφέρεται σε ρεπορτάζ των Jean-Jacques Cazeaux & Claude Juvenal του Agence France-Presse . Washington Post, 8 Μάη1975

60Προσωπική επικοινωνία από Shane P. Tarr, Auckland, New Zealand, 1 Σεπτέμβρη 1975. Ένας Καμποτζιανός πρόσφυγας στις ΗΠΑ ανέφερε ότι χρησιμοποιήθηκαν πούλμαν για τη μεταφορά κόσμου από την Πνομ Πενχ κατά την εκκένωση. Βλ.Donald Kirk. Chicago Tribune, 25 Ιούνη 1975

61Steinbach, Phnom Penh Libérée σ. 44.

62Βλ. κατάθεση Wells Klein σε Relief and Rehabilitation of War Victims in Indochina. Part I: Crisis in Cambodia. Hearings Before the Subcommittee to Investigate Problems Connected with Refugees and Escapees. Committee on the Judiciary, U.S. Senate, 93rd Congress, 1st Session, 16 Απρίλη 1973, σ. 10.

63Στο ίδιο

64Γενικός Ελεκτής ΗΠΑ. Problems in the Khmer Republic (Cambodial Concerning War Victims. Civilian Health, and War-Related Casualties. 2 Φλεβάρη 1972, σ. 50

65Στο ίδιο, σ.σ. 89-90. Dr. David French. «Report on the Cambodian Health Care System,» αδημοσίευτο χειρόγραφο 1974.

66Newsweek. 10 Μάρτη 1975. σ. 25

67Βλ. E.A. Vastyan, «Civilian War Casualties and Medical Care in South Vietnam.» Annals of Internal Medicine, 74(1971), σ. 618

68Problems in the Khmer Republic, σ. 47. Δήλωση δρ. David French,»Humanitarian Problems in Indochina», σ. 49

69French. «Report on the Cambodian Health Care System.» Appendix II («Khmer National Budget for the Ministry of Health»)

70Δήλωση δρ. David French,»Humanitarian Problems in Indochina», σ. 48. Humanitarian Problems in South Vietnam and Cambodia: Two Years After the Cease-Fire, A Study Mission Report, Subcommittee on the Judiciary, U.S. Senate, 94th Congress, 1st Session, 27 Γενάρη1975, p. 35. French, «Report on the Cambodian Health Care System,» Appendix II

71French, «Report on the Cambodian Health Care System,» τμήμα για Υπουργείο Υγείας, σ.σ. 2-3

72Problems in the Khmer Republic, σ. 47

73Steinbach. Phnom Penh Libérée. σ. 79

74French, «Report on the Cambodian Health Care System.»

75Testimony of Dr. David French. Humanitarian Problems in Indochina, p. 39.

76«Cambodia: An Assessment of Humanitarian Needs.» p. S4621.

77Στο ίδιο.

78Υπηρεσία Νέων Εσωτερικού Πνομ Πενχ. 23 Μάη, 23 Ιούνη, 7 Ιούλη 1975; Δελτίο Πληροφόρησης 20 Ιούνη 1975

79Lawrence Masurel. «Phnom Penh. L‘ambassade en perdition.» Paris-Match. 10 Μάη1975. σ. 62

80Συνέντευξη με εκπρόσωπο διεθνούς οργάνωσης που ήταν στο οίκημα της Γαλλικής πρεσβείας μετά την κατάληψη της Πνομ Πενχ από το ΕΕΜΚ, 12 Αυγούστου 1975. Colorado Daily, 7 Ιούλη 1975

81Ιeng Sary. Cambodia 1972 (Royal Government of National Union of Cambodia. 1972). σ. 12

82My War with the CIA: The Memoirs of Prince Norodom Sihanouk, as related to Wilfred Burchett (London: Penguin Books. 1974). σ. 199

83Διακήρυξη Πατριωτών Διανοουμένων (Royal Government of National Union of Cambodia. 1972). σ.σ. 23-27: Indochina Resource Center, συνέντευξη από το William Goodfellow με τον Lt. Mon. Chhen. Phnom Penh, 8 Μάρτη 1975

84My War with the CIA. σ.σ. 199-200

85Colorado Daily. 7 Ιούλη 1975

86Steinbach. Phnom Penh Libérée, σ. 45

87Chinese Journalists Delegation, «Cambodia: Self-Reliance Works Miracles.» Peking Review. 23 Μάη 1975, σ. 12

88Indochina Resource Center, συνέντευξη από το William Goodfellow με τον Lt. Mon Chhen. Phnom Penh. 9 Μάρτη 1975

89My War with the CIA, σ. 190.

90«Voice of the NUFK,» 2 Ιούνη 1975, σε Cambodia— News in Brief, Office of Information of NUFK στο Πεκίνο, 5 Ιούνη 1975, σ. 3

91«Voice of the NUFK» εκπομπή 1 Ιούλη 1975; Υπηρεσία Νέων Εσωτερικού Πνομ Πενχ, 26 Νοέμβρη 1975.

92Dreyfuss, . . . et Saigon tomba; σ. 351.

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: