Νoam Chomsky & Edward Herman: Τεταρτογενείς Διαστρεβλώσεις (των γεγονότων της Καμπότζης) (25/06/1977)

Παρακάτω παρατίθεται μια κριτική τριών βιβλίων για την Καμπότζη που κυκλοφορούσαν τα πρώτα χρόνια μετά τη νίκη του Ενιαίου Εθνικού Μετώπου Καμπότζης (συχνά αναφέρονται μόνο ως «Ερυθροί Χμερ»). Κάποιες ενδείξεις σε βάρος των Ερυθρών Χμερ ίσως επαληθεύτηκαν αργότερα, όμως παραμένει εντυπωσιακή και χαρακτηριστική η διαστρέβλωση των γεγονότων από τα δυτικά ΜΜΕ, σε τέτοιο βαθμό που να αλλοιώνεται ποιοτικά η ιστορία και ακόμα και σήμερα, για την περίοδο να μην αναφερόμαστε τόσο βάσει στοιχείων, ούτε καν των νεότερων και επιβαρυντικών για τους Ερυθρούς Χμερ, αλλά βάσει των παρακάτω διαψευσμένων και αβάσιμων ισχυρισμών.

Την 1η Μάη του 1977, οι New York Times δημοσίευσαν ένα άρθρο του Fox Butterfield για τα «επίπονα προβλήματα της ειρήνης» στο Βιετνάμ. Σε αυτό, περιγράφει τα «δεινά» του λαού του Νότου, το «αίσθημα δυσκολίας» και τις άσχημες συνθήκες ζωής τους, συμπεραίνοντας ότι «οι περισσότεροι νότιοι φέρονται να έχουν παραιτηθεί». Οι πηγές του προέρχονται από «διπλωμάτες, πρόσφυγες και επιστολές από το Βιετνάμ». Στα έντυπα του Συνδέσμου Αντιτιθέμενων στον Πόλεμο (War Resisters LeagueWRL) και της Επιτροπής Υπηρεσίας Φίλων Αμερικής (America Friends Service CommitteeAFSC) του Μάρτη-Μάη 1977, αντιθέτως, υπάρχουν εκτενή ρεπορτάζ από την Carol Bragg από μια επίσκεψή της στο Βιετνάμ που πραγματοποίησε νωρίτερα τον ίδιο χρόνο με μια 6μελή αντιπροσωπεία της AFSC, συμπεριλαμβανομένων δύο που έχουν δουλέψει στο Βιετνάμ και γνωρίζουν καλά τη βιετναμέζικη γλώσσα. Η ομάδα αυτή ταξίδεψε σε πολλά μέρη του Νότου και μίλησε με επιφανείς ηγέτες της μη-κομμουνιστικής Τρίτης Δύναμης, η οποία είναι παρούσα στον Τύπο και την κυβέρνηση, καθώς και σε απλούς πολίτες. Αναφέρουν μια εντυπωσιακή κοινωνική και οικονομική πρόοδο απέναντι στην τεράστια καταστροφή που άφησε ο πόλεμος, μια «ζωή που θριαμβεύει» η οποία είναι «δύσκολη και κατά καιρούς αποθαρρυντική», όμως παντού υπάρχουν «σημάδια ενός έθνους που ανοικοδομείται» με αφοσίωση και συνέπεια.

Ο Butterfield ισχυρίζεται ότι «υπάρχει λίγη επαληθεύσιμη πληροφόρηση για τις νέες οικονομικές ζώνες- κανένας επαγγελματίας αμερικάνος ανταποκριτής δεν έχει γίνει δεκτός από τον πόλεμο- όμως προφανώς αυτές δεν είναι δημοφιλείς». Ενώ πράγματι είναι αλήθεια ότι οι αμερικάνοι ανταποκριτές δεν είναι καλοδεχούμενοι στο Βιετνάμ, παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν πάρα πολλές καταθέσεις εμπειρογνωμόνων οι οποίοι είναι αυτόπτες μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένων δημοσιογράφων διεθνούς φήμης, Βιετναμέζων καθηγητών στον Καναδά που επισκέπτονται το Βιετνάμ, Αμερικανών ιεραπόστολων και άλλων που έχουν ταξιδέψει στη χώρα όπου ζούσαν επί πολλά χρόνια. Οι Jean & Simonne Lacouture εξέδωσαν ένα βιβλίο το 1976 βάσει μιας πρόσφατης επίσκεψής τους, επικρίνοντας πολλά από όσα είδαν, όμως και δίνοντας μια γενικά πολύ θετική μαρτυρία για τις προσπάθειες ανοικοδόμησης και την αφοσίωση του λαού. Ο Max Ediger της Κεντρικής Επιτροπής των Μεννονιτών (σ.parapoda: σέχτα των Αναβαπτιστών), ο οποίος εργάστηκε στο Βιετνάμ επί πολλά χρόνια και παρέμεινε για 13 μήνες μετά τον πόλεμο, κατέθεσε στο Κογκρέσο το Μάρτη του 1977, για το ταξίδι επιστροφής δύο εβδομάδων που έκανε το Γενάρη, δηλώνοντας κι αυτός την εξαιρετική του εντύπωση για τη μεγάλη πρόοδο που παρατήρησε, παρά «την τεράστια καταστροφή του εδάφους και των εγκαταστάσεων από τον πόλεμο». Έχουν επίσης υπάρξει θετικές μαρτυρίες για τις «νέες οικονομικές ζώνες» σε έντυπα όπως το Far Eastern Economic Review και το Canadian Pacific Affairs.

Όμως καμία από αυτές τις μαρτυρίες δεν εμφανίζεται στην ανάλυση των New York Times για την «κατάσταση στην Ινδοκίνα δύο χρόνια μετά το τέλος του πολέμου». Ούτε υπάρχει καμία συζήτηση στους Times για την «υπόθεση περί επικείμενου λουτρού αίματος», παρότι προβλέψεις για ολοκαύτωμα γίνονταν από την ηγεσία των ΗΠΑ, επίσημους ειδικούς και τα ΜΜΕ καθ’ όλη την πορεία του πολέμου, ώστε να δικαιολογείται η συνεχιζόμενη στρατιωτική μας παρουσία. Από την άλλη, διαμαρτυρίες μερικών πρώην αντιπολεμικών προσωπικοτήτων εναντίον φερόμενων ως παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Βιετνάμ χαίρουν εκτενούς δημοσιότητας. Η επιλογή του θέματος μπορεί να είναι η μόνη βάση πάνω στην οποία οι αμερικάνοι- σε αντίθεση με τους σοβιετικούς-αντιφρονούντες μπορούν να τραβήξουν την προσοχή των ΜΜΕ σήμερα.

khmer_rouge_03Στρατιώτες των Ερυθρών Χμερ εισέρχονται στην Πνομ Πενχ στις 17 Απρίλη 1975 (πηγή)

Η τεχνική ονομασία αυτής της φάρσας είναι «ελευθερία του Τύπου». Όλοι είναι ελεύθεροι να γράφουν όπως θέλουν: ο Fox Butterfield, με τις ιδεολογικές του παρωπίδες, στο πρωτοσέλιδο των Times (ημερησίας κυκλοφορίας πάνω από 800.000) και η Carol Bragg με τη μαρτυρία της ως αυτόπτη μάρτυρα στο New England Peacework (κυκλοφορίας 2.500). Κατά κανόνα, τα ρεπορτάζ που δίνουν έμφαση στην καταστροφή που προκάλεσαν οι ΗΠΑ και η πρόοδος και αφοσίωση των Βιετναμέζων φτάνουν μόνο σε έναν μικροσκοπικό κύκλο ακτιβιστών της ειρήνης. Τα ρεπορτάζ που αγνοούν τον ρόλο των ΗΠΑ-ο Butterfield αναγκάζεται να μιλήσει μόνο για «σημαντικές εκτάσεις γης που τίθενται σε καθεστώς αγρανάπαυσης [sic] εξαιτίας του πολέμου», χωρίς αναφορά σε κανένα ανταποκριτή- και που βρίσκουν μόνο «δεινά» και δυσκολίες, φτάνουν σε μαζικά ακροατήρια και γίνονται τμήμα της καθιερωμένης αλήθειας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, μια «γραμμή» εμφυτεύεται στη δημόσια κοινή γνώμη με όλη την αποτελεσματικότητα ενός συστήματος λογοκρισίας, ενώ η ψευδαίσθηση περί ελεύθερου Τύπου και ανοιχτής κοινωνίας διατηρείται. Αν οι δικτάτορες ήταν εξυπνότεροι, σίγουρα θα χρησιμοποιούσαν το αμερικανικό σύστημα ελέγχου της σκέψης και κατήχησης.

Ήταν αναπόφευκτο, με την αποτυχία της αμερικανικής προσπάθειας να καθυποτάξει το Νότιο Βιετνάμ και να συντρίψει τα μαζικά κινήματα στην υπόλοιπη Ινδοκίνα, να υπήρχε μια καμπάνια ξαναγραψίματος της ιστορίας αυτών των χρόνων ώστε ο ρόλος των ΗΠΑ να εμφανίζεται πιο θετικός. Η εικόνα για το νωθρό σύγχρονο Βιετνάμ που παρέχουν o Butterfield και τα μεγάλα ΜΜΕ βοηθά στο επιδιωκόμενο ξαναγράψιμο της ιστορίας, με το να γίνεται λόγος για άσχημα αποτελέσματα της επιτυχίας των κομμουνιστών και της αποτυχίας των αμερικανών. Προς αυτό το σκοπό, πολύ βολεύουν ιστορίες για κομμουνιστικές θηριωδίες, οι οποίες όχι μόνο αποδεικνύουν τα δεινά του κομμουνισμού αλλά και υπονομεύουν την αξιοπιστία όσων αντιτίθενται στον πόλεμο και μπορεί να αντιταχθούν και σε μελλοντικές σταυροφορίες για την ελευθερία.

***

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να εντάξουμε και τον τρέχοντα κατακλυσμό από ρεπορτάζ, άρθρα και βιβλία για την Καμπότζη, ένα μέρος του κόσμου που συνήθως δεν αποτελούσε τμήμα του ενδιαφέροντος του Τύπου. Ωστόσο, υπάρχει μια εξαίρεση σε αυτό όταν χρήσιμα διδάγματα πρέπει να αντληθούν και η κοινή γνώμη να κατευθυνθεί προς όπου ευνοεί την καθεστηκυία τάξη. Τέτοιος διδακτισμός «παίζει» με την αλήθεια.

Για παράδειγμα, στις 8 Απρίλη του 1977, η Washington Post αφιέρωσε μισή σελίδα σε «φωτογραφίες που πιστεύεται ότι είναι οι πρώτες από τις πραγματικές συνθήκες καταναγκαστικής εργασίας που επικρατούν στην επαρχία της Καμπότζης και φτάνουν στη Δύση». Οι φωτογραφίες δείχνουν ένοπλους στρατιώτες να φυλάνε ανθρώπους που τραβάνε άροτρα, άλλους σε υπαίθριες εργασίες και έναν δεμένο άνθρωπο. («Δεν είναι γνωστό αν αυτός ο άνθρωπος σκοτώθηκε», λέει η λεζάντα). Πολύ συναισθηματική μαρτυρία για τις κομμουνιστικές θηριωδίες! Όμως υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα. Η αναφορά της Washington Post πως αυτές οι φωτογραφίες διέρρευσαν από ένα συγγενή ενός φωτογράφου ο οποίος πέθανε κατά την προσπάθειά του να αποδράσει είναι πραγματικά συναρπαστική. Οι φωτογραφίες είχαν εμφανιστεί ένα χρόνο νωρίτερα στη Γαλλία, στη Γερμανία και την Αυστρία, καθώς και στην Bangkok Post (19 Απρίλη 1976) με τίτλο «Αληθινές ή ψεύτικες;». Στην πραγματικότητα, μια προσπάθεια ενός ταϊλανδού εμπόρου να πουλήσει αυτές τις φωτογραφίες στην Bangkok Post δεν ευοδώθηκε, «επειδή η προέλευση και η αυθεντικότητα των φωτογραφιών ήταν αμφίβολες». Οι φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν σε μια άλλη ταϊλανδέζικη εφημερίδα δύο ημέρες πριν από τις εκλογές της 4ης Απρίλη. Τότε η Bangkok Post τις δημοσίευσε μαζί με συνοδευτικό άρθρο όπου εξηγούσε πως οι «επιβλέποντες Χμερ» ήταν αμφίβολο να είναι αληθινοί λόγω ρούχων και της στάσης των εικονιζόμενων, και ανέφερε «άλλους παρατηρητές» οι οποίοι «επεσήμαναν την πιθανότητα αυτές οι φωτογραφίες να ελήφθησαν στην Ταϊλάνδη με κύριο σκοπό την υπόσκαψη του κύρους των σοσιαλιστικών κομμάτων» προεκλογικά.

Αυτή η ιστορία αναφέρθηκε και στο U.S./Indochina Report του Indochina Resource Center τον Ιούλη του 1976, μαζί με επιπλέον πληροφορίες ότι ένας Ταϊλανδός υπάλληλος της υπηρεσίας πληροφοριών παραδέχτηκε ότι αυτές οι φωτογραφίες πράγματι τραβήχτηκαν στην Ταϊλάνδη: «Μόνο ο φωτογράφος και εγώ υποτίθεται πως θα γνωρίζαμε», εμπιστεύτηκε σε Ταϊλανδό δημοσιογράφο. Το σύνολο των λεπτομερειών υπάρχει στο International Bulletin (25 Απρίλη 1977, τιράζ 6.000). Μια επιστολή στις 20 Απρίλη προς την Washington Post με αυτά τα στοιχεία δεν δημοσιεύτηκε. Με λίγα λόγια, η «ελευθερία του Τύπου» διασφαλίζει ότι οι αναγνώστες του International Bulletin θα λάβουν τα στοιχεία.

Khmer Rouge Guerrilla soldiers (πηγή)

Ακόμα κι αν οι φωτογραφίες ήταν αυθεντικές, θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε γιατί ο κόσμος να τραβάει άροτρα στην Καμπότζη. Ο λόγος είναι ξεκάθαρος, αν και δεν αναφέρεται. Η καταστρεπτική αμερικανική επίθεση στην Καμπότζη δεν λυπήθηκε ούτε τα ζώα. Οι Hildebrand & Porter στο βιβλίο τους Cambodia: Starvation & Revolution, επισημαίνουν μια έκθεση της καμποτζιανής κυβέρνησης του Απρίλη του 1976 ότι αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες ζώα σκοτώθηκαν στις αγροτικές περιοχές. Η Post δεν χρειάστηκε να προσφύγει σε πιθανές παραποιήσεις για να παρουσιάσει τα γεγονότα. Ένα «θαμμένο» άρθρο 100 λέξεων στους New York Times της 14 Ιούνη 1976, αναφέρει μια επίσημη έκθεση του ΟΗΕ ότι ομάδες «ανθρώπινων βουβαλιών» τραβούν άροτρα στο Λάος σε περιοχές όπου τα κοπάδια των βουβαλιών, μαζί με οτιδήποτε άλλο, είχαν εξαφανιστεί (από τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς, παρότι αυτό δεν το αναφέρουν οι Times). Το ίδιο ισχύει και για το Βιετνάμ. Πολύ πιθανόν ο ΟΗΕ ή η λαοτιανή κυβέρνηση να μπορούσαν να παρέχουν φωτογραφικές αποδείξεις, όμως αυτό δεν θα ικανοποιούσε τις ανάγκες της τρέχουσας προπαγάνδας.

Η αντιμετώπιση των τριών βιβλίων στα οποία γίνεται βιβλιοκριτική* δείχνει παραστατικά την επιλεκτική διαδικασία που ακολουθείται. Οι Hildebrand & Porter παρουσιάζουν μια επιμελώς τεκμηριωμένη μελέτη για την καταστροφική αμερικανική επίδραση στην Καμπότζη και την επιτυχή προσπάθεια των καμποτζιανών επαναστατών ξεπεράσματός της, παρουσιάζοντας μια πολύ ευνοϊκή εικόνα για τα προγράμματα και τις πολιτικές τους, στη βάση μιας ευρείας γκάμας πηγών. Εκδόθηκε πέρσι και έτυχε καλής υποδοχής από το έντυπο της Asia Society (Asia, Μάρτης-Απρίλης 1977). Όμως δεν του έγινε βιβλιοκριτική στους Times, το New York Review ή κανένα άλλο έντυπο μεγάλων ΜΜΕ, ούτε αποτέλεσε τη βάση για σχολιασμό σε κανένα άρθρο, με μία μόνο εξαίρεση. Η Wall Street Journal αναγνώρισε την ύπαρξή του σε ένα άρθρο με τίτλο «Τα καλά παιδιά της Καμπότζης;» (22 Νοέμβρη 1976), η οποία απέρριπτε περιφρονητικά την ιδέα οι Ερυθροί Χμερ να μπορούσαν να παίζουν ένα δημιουργικό ρόλο, καθώς και την ιδέα ότι οι ΗΠΑ είχαν σημαντικό ρόλο στην καταστροφή, το θάνατο και την αναταραχή στην Καμπότζη τον καιρό του πολέμου και στη μεταπολεμική περίοδο. Σε άλλο editorial με τίτλο «Καμποτζιανός τρόμος» (16 Απρίλη 1976), οι εκδότες της Journal χαρακτηρίζουν την απόδοση των δυσκολιών της μεταπολεμικής Καμπότζης στην επέμβαση των ΗΠΑ ως «ρεκόρ επέκτασης της πολιτικής της ενοχής». Στο άρθρο, ωστόσο, «Αποκρυπτογραφώντας τη Χιλή» (20 Σεπτέμβρη 1976) οι ακρότητες της «γενναίας ανοικοδόμησης» του χιλιανού αστυνομικού κράτους ερμηνεύονται χαλαρά ως μια ατυχή συνέπεια της «υπονόμευσης» της οικονομίας από τους Αλλιεντιστές. Με λίγα λόγια, οι Hildebrand & Porter αποδίδουν την «υπονόμευση» και την «ανοικοδόμηση» σε λάθος πλευρές στην Καμπότζη. Στον πρόλογό του στο Cambodia: Starvation & Revolution, ο ειδικός σε θέματα Ασίας ακαδημαϊκός George Kahin παρατηρεί ότι είναι ένα βιβλίο από το οποίο «οποιος ενδιαφέρεται να καταλάβει την κατάσταση που επικρατούσε στην Πνομ Πενχ πριν και μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης του Λον Νολ και το χαρακτήρα και τα προγράμματα της καμποτζιανής κυβέρνησης που την αντικατέστησε θα είναι, είμαι βέβαιος, ευγνώμων…» Όμως τα ΜΜΕ δεν είναι ευγνώμονα για το συμπέρασμα που κομίζουν οι Hildebrand & Porter, και έτσι «προστάτεψαν» το κοινό από τέτοιες αντιλήψεις για την Καμπότζη.

***

Αντίθετα, η αγαπημένη των ΜΜΕ «ανείπωτη ιστορία της Κομμουνιστικής Γενοκτονίας στην Καμπότζη» (υπότιτλος) των Baron & Paul, κατ’ ουσίαν αγνοεί το ρόλο της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Όταν μιλάνε για το «θάνατο μιας ευγενικής γης», δεν αναφέρονται στις επιθέσεις των Β-52 σε χωριά ή το συστηματικό βομβαρδισμό και τις δολοφονικές σαρώσεις εδαφών από τα αμερικανικά στρατεύματα ή τις δυνάμεις που οργανώθηκαν και εξοπλίστηκαν από τις ΗΠΑ, σε μια γη όπου είχε, σε γενικές γραμμές, απομακρυνθεί από τη σύγκρουση πριν από την αμερικανική επίθεση. Η άποψή τους μπορεί να προβλεφτεί από τις «διάφορες πηγές» στις οποίες βασίζονται: ήτοι, «άτυπα briefing από εμπειρογνώμονες στα Υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας, στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας και τρεις ξένες πρεσβείες στην Ουάσινγκτον». Οι «ευχαριστίες» τους αναφέρουν μόνο την εμπειρία ταϊλανδών και μαλαισιανών αξιωματούχων, εμπειρογνωμώνων της Αμερικανικής κυβέρνησης επί της Καμπότζης, και τον Πατέρα Ponchaud. Επίσης, ισχυρίζονται ότι ανέλυσαν καταθέσεις μαρτύρων και ρεπορτάζ ραδιοφωνικών σταθμών.

Η αξιοπιστία τους καταρρέει με τον στοιχειωδέστερο έλεγχο. Για να αναφερθούμε σε λίγες περιπτώσεις, αναφέρουν ότι μεταξύ όσων εκκένωσαν την Πνομ Πενχ «σχεδόν όλοι είδαν τις συνέπειες της [των μαζικών εκτελέσεων] με τη μορφή πτωμάτων ανδρών, γυναικών, παιδιών που γρήγορα φούσκωναν και αποσυντίθονταν υπό τον καυτό ήλιο», αναφέροντας, μεταξύ άλλων, τον JJ Cazaux, ο οποίος έγραψε, στην πραγματικότητα ότι «ούτε ένα πτώμα δεν είδαμε κατά την πορεία μας εκκένωσης της Πνομ Πενχ», και ότι οι αρχικές αναφορές περί σφαγών αποδείχτηκαν ψευδείς (Washington Post, 9 Μάη 1975). Επίσης, αναφέρουν τους New York Times της 9 Μάη 1975, όπου ο Sydney Schanberg έγραφε ότι «υπάρχουν ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες για εκτελέσεις ανώτατων στρατιωτικών και πολιτικών αξιωματούχων (…). Όμως καμία από αυτές δεν φτάνει το μέγεθος των μαζικών εκτελέσεων που είχαν προβλεφτεί από τους Δυτικούς» και ότι «Εδώ κι εκεί υπάρχουν πτώματα, όμως είναι δύσκολο να πει κανείς αν πρόκειται για ανθρώπους που υπέκυψαν από τις δυσκολίες της πορείας ή απλώς για πολίτες και στρατιώτες που σκοτώθηκαν στις τελευταίες μάχες». Δεν αναφέρουν το Σουηδό δημοσιογράφο Olle Tolgraven, ή το Richard Boyle της Pacific News Service, τον τελευταίο δημοσιογράφο που εγκατέλειψε την Καμπότζη, ο οποίος αρνήθηκε την ύπαρξη μαζικών εκτελέσεων: ούτε αναφέρουν την κατάθεση του Πατρός Jacques Engelmann, ενός ιερέα με δυο δεκαετίες εμπειρίας στην Καμπότζη, ο οποίος ανέφερε ότι οι ιερείς που εκκένωναν την πρωτεύουσα και αυτός ταυτόχρονα «δεν ήταν μάρτυρες σε οποιαδήποτε ωμότητα» και ότι υπήρχαν πράγματι θάνατοι, όμως «όχι χιλιάδες, όπως κάποιες εφημερίδες έγραψαν» (βλ. Hildebrand & Porter).

Οι Baron & Paul ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις λαϊκής υποστήριξης προς τους κομμουνιστές στην επαρχία και ότι ο λαός «κατέφευγε στις πόλεις» ως συνέπεια του «σκληρού καθεστώτος» που επέβαλαν οι κομμουνιστές- όχι οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί. Πολλά στοιχεία ωστόσο, όπως αυτοπτών μαρτύρων και βιβλίων από γάλλους και αμερικανούς ανταποκριτές και παρατηρητές που είναι εξοικειωμένοι επί μακρόν με την Καμπότζη (όπως π.χ. των Richard Dudman, Serge Thion, J.-C. Pomonti, Charles Meyer) δεν αναφέρονται ποτέ. Ούτε προσπαθούν να αναφερθούν στην εκπληκτική αύξηση των επαναστατικών δυνάμεων μεταξύ 1969 και 1973, όπως επιβεβαιώνουν και οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες αλλά και είναι προφανές από τα ίδια τα γεγονότα που ακολούθησαν.

khmer-rouge-soldier-phnom-penh (πηγή)

Οι πηγές τους, όπου μπορούν να ελεγχθούν, δεν είναι περισσότερο αξιόπιστες. Έτσι, ισχυρίζονται ότι ο Ponchaud αποδίδει σε έναν αξιωματούχο Ερυθρό Χμερ τη δήλωση ότι οι άνθρωποι που εκδιώχτηκαν από τις πόλεις «δεν χρειάζονται πλέον, και οι τοπικοί άρχοντες είναι ελεύθεροι να τους κάνουν ό,τι θέλουν», υπονοώντας ότι οι τοπικοί άρχοντες είναι ελεύθεροι να τους σκοτώσουν. Όμως η πρώτη αναφορά του Ponchaud σε αυτό (Le Monde, 18 Φλεβάρη 1976) επικαλείται έναν στρατιωτικό αξιωματούχο που αναφέρει ότι «είναι της απολύτου αρμοδιότητας των τοπικών αρχών», που δεν υπονοεί κάτι τέτοιο.

Αυτά τα παραδείγματα είναι χαρακτηριστικά. Όπου δεν υπάρχει ανεξάρτητη πηγή επαλήθευσης, η ιστορία των Barron & Paul μετά βίας μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη. Η εκδοχή τους εμφανίστηκε ήδη στο Readers Digest (κυκλοφορίας πάνω από 18 εκατομμύρια), και γίνεται εκτενής αναφορά σε αυτό στα ΜΜΕ ως μια έγκυρη εικόνα, μεταξύ άλλων, σε μία πρωτοσέλιδη περίληψη στη Wall Street Journal, ένα άρθρο στο TV Guide (30 Απρίλη 1977, κυκλοφορίας πάνω από 19 εκατομμύρια) από τον Ernest Lefever, o οποίος είναι γνωστός για τη δήλωσή του ενώπιον του Κογκρέσου ότι πρέπει να είμαστε πιο ανεκτικοί στα «λάθη» της χιλιανής χούντας που διαπράττει «στην προσπάθειά της να απομακρύνει την καταστροφή που προκάλεσε η περίοδος Αλλιέντε» και η ανακάλυψη από αυτόν μιας «αξιωσημείωτης ελευθερίας έκφρασης» της οποίας χαίρουν οι επικριτές του στρατιωτικού καθεστώτος (Miami Herald, 6 Αυγούστου 1974).

Το βιβλίο του Ponchaud βασίζεται στις προσωπικές του εμπειρίες στην Καμπότζη από το 1965 μέχρι την κατάληψη της Πνομ Πενχ, σε εκτενείς συνεντεύξεις από πρόσφυγες και ρεπορτάζ του Καμποτζιανού ραδιοφώνου. Εκδόθηκε στη Γαλλία το Γενάρη του 1977 και έχει γίνει το πιο γνωστό αδιάβαστο βιβλίο στη σύγχρονη ιστορία, σύμφωνα με κείμενο του Jean Lacouture (στο The New York Review of Books), στο οποίο συχνά αναφέρονται σε αυτό τα ΜΜΕ έκτοτε, ο οποίος ισχυρίζεται ότι ο Ponchaud αποκάλυψε μια πολιτική «αυτογενοκτονίας» (όρος του Lacouture) που εφάρμοσαν οι κομμουνιστές.

***

Πριν δούμε με λεπτομέρειες το βιβλίο του Ponchaud και τη μεταχείρισή του από τον Τύπο, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι πέραν των Hildebrand & Porter υπάρχουν πολλές άλλες πηγές για τα πρόσφατα γεγονότα στην Καμπότζη τα οποία δεν έχουν τραβήξει την προσοχή του αμερικανικού αναγνωστικού κοινού. Περιορισμοί χώρου εμποδίζουν μια αναλυτική αναφορά, όμως έντυπα όπως τα Far Eastern Economic Review, the London Economist, the Melbourne Journal of Politics και άλλα αλλού, παρέχουν αναλύσεις από αρκετά έγκριτους ειδικούς, οι οποίοι έχουν μελετήσει την πλήρη γκάμα των στοιχείων που παρέχονται, και οι οποίοι καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι εκτελέσεις αριθμούν το πολύ σε χιλιάδες, ότι αυτές εντοπίζονται σε περιοχές με περιορισμένη επιρροή των Ερυθρών Χμερ και ασυνήθιστη δυσαρέσκεια των αγροτών, όπου βάρβαρες εκδικητικές δολοφονίες επιδεινώνονταν από την απειλή της πείνας που προέκυπτε από την καταστροφή και τις δολοφονίες που προκάλεσαν οι αμερικανοί. Αυτές οι αναφορές επίσης δίνουν έμφαση τόσο στην ασυνήθιστη βαρβαρότητα και στις δύο πλευρές κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου (ο οποίος προκλήθηκε από την αμερικανική επίθεση) όσο και στις συνεχείς αποκαλύψεις ότι οι αναφορές σε σφαγές ήταν αναληθείς. Επίσης μιλούν για την ακραία αναξιοπιστία των καταθέσεων των προσφύγων, και την ανάγκη να αντιμετωπίζονται με μεγάλη επιφύλαξη, γεγονός που εμείς και άλλοι πραγματευόμαστε και αλλού (βλ. Chomsky: At War with Asia, για τα προβλήματα ερμηνείας των καταθέσεων των προσφύγων από τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς στο Λάος). Οι πρόσφυγες είναι τρομοκρατημένοι και χωρίς άμυνες, στο έλεος ξένων δυνάμεων. Φυσιολογικά τείνουν να καταθέτουν ό,τι πιστεύουν πως οι συνομιλητές τους θα ήθελαν να ακούσουν. Ενώ οι μαρτυρίες τους πρέπει να εξετάζονται σοβαρά, είναι απαραίτητες η προσοχή και οι επιφυλάξεις. Ειδικά οι πρόσφυγες που ανακρίθηκαν από Δυτικούς ή Ταϊλανδούς έχουν ιδιαίτερο συμφέρον να αναφέρουν θηριωδίες εκ μέρους των καμποτζιανών επαναστατών, κάτι προφανές το οποίο κανένας σοβαρός ρεπόρτερ δεν μπορεί να αγνοήσει.

Για να δώσουμε μια μόνο ξεχασμένη πηγή, ο λονδρέζικος Economist (26 Μάρτη 1977), δημοσίευσε μια επιστολή ενός W.J. Sampson, ο οποιος εργαζόταν ως οικονομολόγος και στατιστικός για την κυβέρνηση της Καμπότζης μέχρι το Μάρτη του 1975, σε στενή σύνδεση με την κεντρική στατιστική υπηρεσία. Αφότου έφυγε από την Καμπότζη, γράφει, επισκέφτηκε «πολλούς προσφυγικούς καταυλισμούς στην Ταϊλανδη και κράτησα επαφή με Χμερ» και επίσης βασίστηκε σε έναν «ευρωπαίο φίλο ο οποίος γύριζε την Πνομ Πενχ για πολλές μέρες μετά την πτώση της [και] δεν είδε ή άκουσε για (…)εκτελέσεις» πέραν από «την εκτέλεση μερικών επιφανών πολιτικών και το λυντσάρισμα μισητών πιλότων βομβαρδιστικών στην Πνομ Πενχ». Συμπεραίνει ότι «τέτοιες εκτελέσεις μάλλον αριθμούν εκατοντάδες ή χιλιάδες παρά εκατοντάδες χιλιάδες», παρότι υπήρχε «μεγάλος αριθμός νεκρών από αρρώστιες»- σίγουρα άμεση συνέπεια, σε μεγάλο βαθμό, της καταστροφής που προκάλεσε η αμερικανική επίθεση. Η ανάλυση του Sampson είναι γνωστή σε όσους στον Τύπο αναφέρουν τον Ponchaud δευτερογενώς, όμως ακόμα να αναφερθεί κάπου. Και δεν είναι ο μόνος που κάνει μια τέτοια εκτίμηση για τον αριθμό των εκτελέσεων.

396a501216bb479b8116844bd294ac45(πηγή)

Αναλύσεις εμπειρογνωμώνων, οι οποίες απλώς μνημονεύονται, μαρτυρούν κάτι το διαφορετικό από τα βέβαια συμπεράσματα στα οποία καταλήγουν τα ΜΜΕ. Εδώ διαβάζουμε ότι «Οι περισσότεροι ξένοι εμπειρογνώμωνες για την Καμπότζη και τους πρόσφυγές της πιστεύουν πως τουλάχιστον 1,2 εκατομμύρια άτομα έχουν εκτελεστεί ή πεθάνει ως αποτέλεσμα των πολιτικών του κομμουνιστικού καθεστώτος από τις 17 Απριλίου 1975» (UPI, Boston Globe, 17 Απρίλη 1977). Καμία πηγή δεν δίνεται, όμως είναι ενδιαφέρον ότι η εκτίμηση για 1,2 εκατομμύρια νεκρούς αποδίδεται από τον Ponchaud στην αμερικανική πρεσβεία (προφανώς της Μπανγκόκ), μια πλήρως αναξιόπιστη πηγή, όπως η ιστορία απέδειξε περίτρανα. Ο αριθμός αυτός έχει μια ομοιότητα με τις προβλέψεις των αξιωματούχων των ΗΠΑ κατά το τέλος του πολέμου ότι ένα εκατομμύριο θα πεθάνουν εντός της χρονιάς που θα ακολουθούσε.

Στο New York Times Magazine της 1ης Μάη 1977, ο Robert Moss, εκδότης μιας αμφίβολης παραφυάδας του The Economist στη Βρετανία με τίτλο “Foreign Report”, το οποίο εξειδικεύεται σε εντυπωσιοθηρικές φήμες των μυστικών υπηρεσιών όλου του κόσμου, ισχυρίζεται ότι «η διεξαγωγή της πλήρους επανάστασης στην Καμπότζη έχει προκαλέσει, σύμφωνα με την επίσημη παραδοχή του αρχηγού του κράτους, Khieu Samphan, τη σφαγή ενός εκατομμυρίου ανθρώπων». Ο Moss μάς πληροφορεί ότι η πηγή αυτού του ισχυρισμού είναι οι Barron & Paul, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι σε συνέντευξη στην ιταλική εφημερίδα Famiglia Christiana ο Khieu Samphan δήλωσε ότι πάνω από ένα εκατομμύριο πέθαναν κατά τη διάρκεια του πολέμου και ότι πριν τον πόλεμο ο πληθυσμός ήταν 7 εκατομμύρια ενώ τώρα είναι 5 εκατομμύρια. Ακόμα κι αν κανείς θεωρήσει αξιόπιστη την αναφερόμενη αυτή συνέντευξη, πουθενά ο Khieu Samphan δεν δηλώνει ότι το ένα εκατομμύριο μεταπολεμικών θανάτων ήταν αποτέλεσμα επίσημων πολιτικών (σε αντίθεση με τις μεταγενέστερες επιπτώσεις ενός πολέμου ο οποίος αφήνει μεγάλους αριθμούς αρρώστων, τραυματιών και στο χείλος της πείνας). Η «σφαγή» από τους Ερυθρούς Χμερ είναι μια επινόηση του Moss και των New York Times.

Ένα editorial του Christian Science Monitor αναφέρει: «Εκτιμήσεις ανεβάζουν τις απώλειες ζωών σε 2 εκατομμύρια σε συνολικό πληθυσμό 7,8 εκατομμυρίων ανθρώπων». Πάλι δεν υπάρχει πηγή, αλλά θα κάνουμε μια υπόθεση άμεσα. Η ανάλυση των ΝΥΤ για τα «δύο χρόνια μετά την κομμουνιστική νίκη» προχωρά περαιτέρω. Ο David Andelman, στις 2 Μάη 1977, μιλά χωρίς στοιχεία για «διώξεις που πήραν τις ζωές εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων την επαύριο της κατάληψης της Πνομ Πενχ από τους κομμουνιστές στις 17 Απριλίου 1975». Ακόμα και πηγές της αμερικανικής κυβέρνησης, στις οποίες συχνά και άκριτα βασίζονται κάποιοι δημοσιογράφοι, δεν ισχυρίζονται κάτι τέτοιο, από όσο γνωρίζουμε. Στην πραγματικότητα, οι Barron & Paul ισχυρίζονται μόνο ότι «100.000 ή παραπάνω» σκοτώθηκαν σε σφαγές και εκτελέσεις- βασίζουν τους υπολογισμούς τους σε πλήθος από ενδιαφέρουσες υποθέσεις, μεταξύ άλλων ότι όλοι οι στρατιώτες, δημόσιοι υπάλληλοι και δάσκαλοι στοχοποιήθηκαν για εκτέλεση: εντελώς περίεργα, οι «υπολογισμοί» τους τους οδηγούν στον αριθμό του 1,2 εκατομμυρίων θανάτων ως αποτέλεσμα «ενεργειών» των κυβερνητικών αρχών των Ερυθρών Χμερ, μέχρι την 1η Γενάρη 1977 («κατ’ ελάχιστον»): συμπτωματικά, αυτός ο αριθμός αναφερόταν νωρίτερα από την Αμερικανική πρεσβεία, σύμφωνα με τον Ponchaud. Αλλού στον Τύπο, παρόμοιοι αριθμοί εκτοξεύονται, με την ίδια αξιοπιστία.

***

Το βιβλίο του Ponchaud είναι σοβαρό και αξίζει κανείς να το διαβάζει, καθώς διακρίνεται από το σχολιασμό που το επικαλείται. Δίνει μια φρικαλέα μαρτυρία των όσων οι πρόσφυγες τού ανέφεραν για τη βαρβαρότητα της μεταχείρισής τους από τους Ερυθρούς Χμερ. Επίσης μας υπενθυμίζει λίγη πρόσφατη ιστορία. Για παράδειγμα, σε αυτή την «ειρηνική γη» αγρότες σφαγιάζονταν, η γη τους αρπαζόταν και τα χωριά τους καταστρέφονταν από την αστυνομία και το στρατό το 1966, και πολλοί από αυτούς προσχώρησαν στους αντάρτες από «μίσος για τις αδικίες και το θάνατο που έσπερνε η κυβέρνηση». Αναφέρει τις τεράστιες καταστροφές και τους μαζικούς θανάτους που προέκυψαν άμεσα από την αμερικανική επίθεση στην Καμπότζη, την πείνα και τις επιδημίες, καθώς ο πληθυσμός εκδιωκόταν από την επαρχία από τον τρόμο που προκαλούσε ο αμερικανικός στρατός και ο αμερικανοκίνητος εμφύλιος πόλεμος, αφήνοντας την Καμπότζη με «μια οικονομία πλήρως κατεστραμμένη από τον πόλεμο». Επισημαίνει ότι «από την εποχή του Σιχανούκ, και έπειτα του Λον Νολ, οι στρατιώτες του κυβερνητικού στρατού χρησιμοποιούσαν έναντι των «εχθρών» Ερυθρών Χμερ, αιμοσταγείς μεθόδους που δεν διέφεραν καθόλου από εκείνες της Δημοκρατικής Καμπότζης» (των Ερυθρών Χμερ). Δίνει μια μάλλον θετική εκτίμηση για τα προγράμματα των Ερυθρών Χμερ για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, ενώ λυπάται για τις βάρβαρες πρακτικές που υιοθετήθηκαν για την επίτευξη εξισωτιστικών στόχων και εθνικής ανεξαρτησίας.

Το βιβλίο του Ponchaud στερείται της αρχειακής τεκμηρίωσης που παρέχεται στο βιβλίο των Hildebrand & Porter και η επαλήθευσή του [του βιβλίου του Ponchaud] είναι δύσκολο να γίνει. Όμως ο σοβαρός αναγνώστης θα βρει πολλά που θα τον κάνουν να ανησυχήσει. Για παράδειγμα, ο Ponchaud παίρνει στο χαλαρό τις παραπομπές και με τους αριθμούς. Αναφέρει ένα σύνθημα που καταλογίζει τους Ερυθρούς Χμερ «Ένα ή δύο εκατομμύρια νέοι θα είναι αρκετοί για να χτίσουν τη νέα Καμπότζη». Σε ένα άρθρο στη Le Monde στις 18 Φλεβάρη 1976 δίνει αυτό που φαίνεται ως παρόμοιο σύνθημα, αυτή τη φορά ως εξής: «Για να ανοικοδομήσουμε τη νέα Καμπότζη, ένα εκατομμύριο άνθρωποι είναι αρκετοί». Εδώ η αναφορά για το σύνθημα αποδίδεται σε έναν στρατιωτικό αξιωματούχο των Ερυθρών Χμερ μαζί με τη δήλωση που παρουσιάζεται διαφορετικά από τους Barron & Paul, που επισημαίνεται παραπάνω (O Lacouture ανεβάζει τους αριθμούς από 1,5 σε 2 εκατομμύρια, αποδίδει την αναφορά στο σύνθημα σε έναν ανώνυμο μαρξιστή και συμπεραίνει ότι αυτό πηγαίνει πέρα από τα όρια της βαρβαρότητας). Αυτό είναι ένα από τα σπάνια παραδείγματα όπου μια παραπομπή μπορεί να ελεγχθεί. Όμως τα αποτελέσματα δεν είναι εντυπωσιακά.

Ο Ponchaud αναφέρει μια καμποτζιανή έκθεση ότι 200.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν σε αμερικανικούς βομβαρδισμούς μεταξύ 7 Μάρτη και 15 Αυγούστου 1973. Καμία πηγή δεν παρατίθεται, όμως υποψίες προκύπτουν από το γεγονός ότι ο ραδιοφωνικός σταθμός της Πνομ Πενχ ανέφερε στις 9 Μάη 1975 ότι υπήρχαν 200.000 απώλειες από τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς το 1973, συμπεριλαμβανομένων «νεκρών, τραυματιών και μόνιμα ανάπηρων» (Hildebrand & Porter). O Ponchaud επικαλείται «καμποτζιανές αρχές», οι οποίες αναφέρουν 800.000 νεκρούς και 240.000 τραυματίες πριν από την απελευθέρωση. Οι αριθμοί είναι αβάσιμοι. Κατά κανόνα, οι τραυματίες είναι τρεις φορές παραπάνω από τους νεκρούς: πολύ πιθανό να έχει τους αριθμούς αντεστραμμένους.

113993-1240384060-2 Πανηγυρισμοί για την παράδοση των όπλων από τους στρατιώτες του αμερικανοκίνητου καθεστώτος του Λον Νολ στην Πνομ Πενχ τον Απρίλη του 1975 (πηγή)

Πιο σημαντική είναι η αναφορά του Ponchaud στην εκκένωση της Πνομ Πενχ το 1975. Αναφέρει την εξήγηση που δίνει η επαναστατική κυβέρνηση: ότι η εκκένωση έγινε εξαιτίας του επικείμενου λιμού. Όμως την απορρίπτει, επειδή αποθέματα ρυζιού στην Πνομ Πενχ θα αρκούσαν για δύο μήνες, αν δίνονταν με δελτίο (τι πιστεύει ότι θα γινόταν δύο μήνες μετά, χωρίς νέα σοδειά, δεν το λέει). Δεν δίνει πηγές για αυτή την εκτίμηση και δεν λαμβάνει υπόψη ότι «Σύμφωνα με το Long Boret, τον τελευταίο πρωθυπουργό της προηγούμενης κυβέρνησης, η Πνομ Πενχ είχε την παραμονή της παράδοσης αποθέματα ρυζιού μόλις για 8 ημέρες» (AgenceFrance Presse, Bangkok, New York Times, 9 Μάη 1975). Ούτε αναφέρει την μαρτυρία των στελεχών της US AID ότι η Πνομ Πενχ είχε αποθέματα ρυζιού μόλις για 6 ημέρες (William Goodfellow, New York Times, 14 Ιούλη 1975).

Στην πραγματικότητα, όπου είναι δυνατή μια ανεξάρτητη έρευνα, η μαρτυρία του Ponchaud είναι το λιγότερο απρόσεκτη, ενίοτε σημαντικά. Παρ΄όλα αυτά, το βιβλίο είναι ένα σοβαρό έργο, ωστόσο, ο Τύπος το έχει παραποιήσει πολύ.

Όπως επισημάνθηκε, ο Ponchaud βασίζεται πάρα πολύ σε καταθέσεις προσφύγων. Έτσι, η μαρτυρία του είναι δευτερογενής, στην καλύτερη περίπτωση, με πολλούς πρόσφυγες να αναφέρουν πως ό,τι ισχυρίζονται το άκουσαν από άλλους. Η κριτική του Lacouture δίνει στην καλύτερη μια τριτογενή μαρτυρία. Ο σχολιασμός της κριτικής του Lacouture από τον Τύπο, ο οποίος είναι εκτενής, δίνει μια τεταρτογενή μαρτυρία. Να τι είναι διαθέσιμο στους αναγνώστες του αμερικανικού Τύπου.

Για παράδειγμα, ας δούμε το editorial του Christian Science Monitor στο οποίο ήδη αναφερθήκαμε, το οποίο αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα του τι διατίθεται στο αμερικανικό κοινό. Αυτό το editorial, το οποίο βασίζεται στην κριτική του Lacouture, μιλά για «βασίλειο τρόμου εναντίον του πληθυσμού» το οποίο ίδρυσαν οι Ερυθροί Χμερ. Ο Lacouture, όπως και ο Ponchaud, δίνει έμφαση στη βαρβαρότητα του αμερικανικού πολέμου, το οποίο αποτελεί τη βάση των όσων ακολούθησαν. Αυτές οι αναφορές εξαφανίζονται από το editorial του Monitor, το οποίο υποστηρίζει ότι τα σημερινά δεινά της Καμπότζης λαμβάνουν χώρα σε κενό ιστορικού χρόνου, ως αποτέλεσμα καθαρά της κομμουνιστικής βαρβαρότητας.

Ομοίως, σε ένα άλλο άρθρο (26 Γενάρη 1977), βασισμένο στους Barron & Paul, επίσης αποφεύγει οποιαδήποτε αναφορά στις ευθύνες των ΗΠΑ, παρότι υπάρχει περισσότερη ηθικολογία για όσους είναι αδιάφοροι απέναντι σε «μια από τις πλέον βάρβαρες και συγκεντρωμένες σφαγές στην ιστορία» σε αυτή την «αγαπητή γη» αυτού του «αφοσιωμένου λαού».

***

Είναι δύσκολο να μεταφέρουμε το μεγάλο κυνισμό αυτής της εντελώς τυπικής αναφοράς η οποία αποσπά από την ιστορία τον ρόλο των ΗΠΑ στη μετατροπή της ειρηνικής Καμπότζης σε γη σφαγής, πείνας και αρρωστιών. Ενώ οι εκδότες μιλούν πολύ για ηθικότητα, άνθρωποι πεθαίνουν στην Καμπότζη ως άμεση συνέπεια των πολιτικών που οι ίδιοι υποστηρίζουν και, στην πραγματικότητα, αποκρύπτουν. Οι Hildebrand & Porter επικαλούνται έναν δυτικό γιατρό στην Πνομ Πενχ για τη μαζική πείνα που προκάλεσε ο αμερικανικός πόλεμος: «παράλληλα με το να καταστρέφει μια γενιά νέων ανθρώπων, ο πόλεμος καταστρέφει μια γενιά παιδιών»- όσων πεθάνουν από αυτή τη μόνιμη καταστροφή που προκάλεσε ο υποσιτισμός, ένα μικρό τμήμα της αμερικανικής κληρονομιάς σε αυτή την «αγαπητή γη».

Για να εκτιμήσουμε πλήρως τον κυνισμό του Τύπου και των σχολίων των άρθρων, είναι απαραίτητο να θυμηθούμε το ρόλο των αμερικανικών ΜΜΕ στην υποστήριξη του «μυστικού πολέμου» εναντίον της Καμπότζης. Πριν από την κυβέρνηση Νίξον-Κίσσιντζερ, τα καμποτζιανά χωριά υπόκεινταν σε αμερικανικές ή υποστηριζόμενες από τις ΗΠΑ ένοπλες επιθέσεις, που όλες διαψεύδονταν, όμως αργότερα τις ομολόγησαν όταν ανακαλύφθηκε ότι δυτικοί παρατηρητές ήταν παρόντες. Η μαζική επίθεση εναντίον της Καμπότζης ξεκίνησε το Μάρτη του 1969, όταν εγκαινιάστηκαν οι «μυστικές» επιδρομές των Β-52. Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, η Καμποτζιανή κυβέρνηση έκανε επανειλημμένες απόπειρες να φέρει τα γεγονότα στην προσοχή του διεθνούς Τύπου. Ο πρίγκηπας Σιχανούκ έκανε έκκληση στον Τύπο να δημοσιεύσει αυτές τις «εγκληματικές επιθέσεις» στους «ειρηνικούς καμποτζιανούς αγρότες» και να «δημοσιοποιήσουν στο εξωτερικό αυτή την ξεκάθαρη στάση της Καμπότζης», δηλαδή, στάση «αντίθεσης σε όλους τους βομβαρδισμούς σε καμποτζιανό έδαφος υπό οποιοδήποτε πρόσχημα». Το Γενάρη του 1970, η κυβέρνησή του εξέδωσε μια Λευκή Βίβλο δίνοντας λεπτομέρειες για τις επιθέσεις των ΗΠΑ σε αμάχους ως το Μάη του 1969, συμπεριλαμβανομένων ονομάτων, τοποθεσιών, ημερομηνιών, αριθμών και φωτογραφιών. Όλα αυτά αποκρύφτηκαν από τον αμερικανικό Τύπο, ο οποίος αργότερα ισχυριζόταν ότι ήταν ο Ρίτσαρντ Νίξον ο οποίος απέκρυψε τους βομβαρδισμούς του 1969 από τον Τύπο και τον αμερικανικό λαό.

Υπάρχει μια αξιοσημείωτη εξαίρεση, το ρεπορτάζ στους ΝΥΤ από τον William Beecher (9 Μάη 1969), με τίτλο «Αδιαμαρτύρητες επιδρομές στην Καμπότζη από τις ΗΠΑ» που ανέφερε επιδρομές των Β-52 σε «Βιετκονγκ και Βορειοβιετναμέζικες αποθήκες και στρατόπεδα στην Καμπότζη», επικαλούμενο πηγές των ΗΠΑ και διαψεύδροντας την παθιασμένη διαμαρτυρία του Σιχανούκ εναντίον της δολοφονίας «Χμερ αγροτών, γυναικών και παιδιών, συγκεκριμένα».

120824_05

Όμως ας επιστέψουμε στην τεταρτογενή μαρτυρία του Monitor. Επίσης αναφέρεται σε «πρόσφατες φωτογραφίες που απεικονίζουν συνθήκες καταναγκαστικής εργασίας στην επαρχία», και συγκεκριμένα, την περίπτωση στην οποία ήδη αναφερθήκαμε, προσθέτοντας ότι «δεν έχουν επαληθευτεί θετικά». Αυτό δύσκολα αναπαριστά τα γεγονότα. Το Monitor επίσης επικαλείται «αναφορές» ότι 2 εκατομμύρια ανθρώπων έχουν πεθάνει. Η μόνη πηγή την οποία μπορούμε να υποθέσουμε για αυτό είναι το ρητορικό ερώτημα του Lacouture: «Ποιοι ανατολίτες δεσπότες ή μεσαιωνικοί ανακριτές είχαν ποτέ καυχηθεί ότι εξόντωσαν, σε μια μόνο χρονιά, το ένα τέταρτο του πληθυσμού τους;»- 2 εκατομμύρια ανθρώπους. Αυτή η δήλωση, που φέρεται να βασίζεται στον Ponchaud, αναφέρεται στο Monitor. Τίποτε το υποστηρικτικό αυτού δεν υπάρχει στο βιβλίο του Ponchaud, καθώς ο Lacouture συμφωνεί σε διορθώσεις που δημοσιεύτηκαν στο New York Review (26 Μάη 1977).

Οι συγγραφείς του editorial του Monitor προφανώς δεν είχαν ποτέ δει το βιβλίο στο οποίο βάσιζαν την τοποθέτησή τους για τα γεγονότα στην Καμπότζη. Μάλλον, όπως και η πλειοψηφία του Τύπου, επέλεγαν ό,τι ήθελαν να πιστέψουν. Επικαλούμενοι το Lacouture, καταγγέλουν την τρομοκρατία και τη βαρβαρότητα των Ερυθρών Χμερ, παραλείποντας να καταγγείλουν την αμερικανική επίθεση. Ο Lacouture στην πραγματικότητα συγκρίνει τους Ερυθρούς Χμερ με τους Ναζί. Αναφέρει ότι ο Ponchaud επικαλείται «αποκαλυπτικά άρθρα» από μια εφημερίδα της Καμποτζιανής κυβέρνησης και αναφέρει μια παράγραφο όπου σημειώνεται πως «θα επιλέξουμε μόνο το φρούτο που μας ταιριάζει τέλεια», σε αντίθεση με τους Βιετναμέζους οι οποίοι «έχουν απομακρύνει μόνο το σάπιο φρούτο». Σχολιάζοντας αυτό το σημείο, ο Lacouture σημειώνει: «Ίσως ο Μπέρια δεν θα τολμούσε να το πει τόσο ανοιχτά: ο Χίμλερ θα μπορούσε να το είχε πει». Και έπειτα συμπεραίνει ότι η Καμποτζιανή επανάσταση είναι «ισάξια των Ναζί Γκαουλάιτερ».

Η αναφορά της εφημερίδας που προκάλεσε αυτούς τους χαρακτηρισμούς, στην οποία ο Τύπος άκριτα βασίζεται, εμφανίζεται στο βιβλίο του Ponchaud. Η πηγή, ωστόσο, δεν είναι από μια εφημερίδα της κυβέρνησης της Καμπότζης, αλλά από μια ταϊλανδέζικη εφημερίδα, κάτι που είναι μια σημαντική διαφορά. Η παράγραφος αυτή γράφτηκε από έναν ταϊλανδό ρεπόρτερ ο οποίος ισχυρίζεται ότι είχε μια συνέντευξη με έναν αξιωματούχο των Ερυθρών Χμερ. Στις διορθώσεις του, ο Lacouture σημειώνει το λάθος, και προσθέτει ότι αυτός ο αξιωματούχος των Ερυθρών Χμερ είπε, όπως γράφει ο Ponchaud, ότι βρήκε την επαναστατική μέθοδο των Βιετναμέζων «πολύ αργή (…)». Μια πολύ ακριβής δήλωση θα ήταν ότι ο Ταϊλανδός ρεπόρτερ ισχυρίζεται ότι αυτό ήταν που του ειπώθηκε. Ήδη, όμως, έχει δημιουργηθεί μια αρκετά μεγάλη αλυσίδα αναμετάδοσης, που γεννά πολλές αμφιβολίες. Πόσο σοβαρά μπορούμε να πάρουμε μια κριτική αναφορά στις ΗΠΑ σε ένα βιβλίο από έναν εχθρικό προς αυτές ευρωπαίο αριστερό, το οποίο βασίζεται σε ρεπορτάζ της Πράβδα για μια δήλωση που φέρεται να έκανε ένας ανώνυμος αμερικάνος αξιωματούχος; Η αναλογία είναι η ίδια. Γιατί τότε να έχουμε άποψη για μια μαρτυρία του Ponchaud περί μιας ταϊλανδέζικης αναφοράς για μια δήλωση που φέρεται ότι έκανε ένας ανώνυμος αξιωματούχος των Ερυθρών Χμερ; Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι η βάση των κατηγοριών του Lacouture, που αναφέρθηκαν παραπάνω, εξαφανίζεται όταν η παραπομπή αναφέρεται ως έχει: δηλαδή, σε έναν ταϊλανδό ρεπόρτερ, όχι σε μια εφημερίδα της Καμποτζιανής κυβέρνησης.

17-April-1975-2(πηγή)

Η κριτική του Lacouture περιείχε και άλλα λάθη, όπως σημειώνει στις διορθώσεις του. Έτσι, απέδωσε σε «κείμενα που διανεμήθηκαν στην Πνομ Πενχ» αυτό που στην πραγματικότητα πρόσφυγες θυμούνταν ως συνθήματα, άλλη μια σημαντική διαφορά. Κανένα από τα παραδείγματα που επικαλείται δεν αποδίδεται συγκεκριμένα στον Ponchaud.

Στις διορθώσεις του, ο Lacouture θέτει το ζήτημα αν η ακρίβεια σε αυτά τα θέματα είναι πολύ σημαντική. «Αντιμέτωποι με μια τόσο τερατώδη επιχείρηση όπως αυτή της νέας καμποτζιανής κυβέρνησης, θα πρέπει να δούμε ως κύριο πρόβλημα το να εντοπίσουμε με ακρίβεια ποιο πρόσωπο ξεστόμισε μια τέτοια απάνθρωπη φράση και αν το καθεστώς έχει σκοτώσει χιλιάδες ή εκατοντάδες χιλιάδων ταλαίπωρων ανθρώπων;». Προσθέτει ότι λίγο έχει σημασία ποιοι ήταν οι πραγματικοί αριθμοί των θυμάτων του Νταχάου ή του Κατύν. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, και το αν τα θύματα του My Lai αριθμούσαν σε εκατοντάδες ή δεκάδες χιλιάδες, αν ο πολλαπλασιαστής 100 είναι ασήμαντος..

Αν πράγματι η μεταπολεμική Καμπότζη είναι, όπως πιστεύει, παρόμοια με τη Ναζιστική Γερμανία, τότε το σχόλιό του είναι ίσως δίκαιο, παρότι, μπορούμε να προσθέσουμε ότι δεν έχει παραθέσει κανένα στοιχείο προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού. Όμως αν η μεταπολεμική Καμπότζη μοιάζει περισσότερο με τη Γαλλία μετά την απελευθέρωση, όπου πολλές χιλιάδες ανθρώπων σφαγιάστηκαν εντός λίγων μηνών υπό εξαιρετικά λιγότερο κρίσιμες συνθήκες από αυτές που άφησε ο αμερικανικός πόλεμος, τότε μια μάλλον διαφορετική εκτίμηση θα έπρεπε να υπάρχει. Το ότι το τελευταίο συμπέρασμα μπορεί να είναι σχεδόν σωστό συνάγεται από τις αναλύσεις που αναφέρθηκαν νωρίτερα.

Διαφωνούμε με την άποψη του Lacouture για τη σημασία της ακρίβειας στο ζήτημα. Σε εμάς φαίνεται εξαιρετικά σημαντικό, σε αυτό το σημείο για να καταλάβουμε, το να διακρίνει κανείς επίσημα κυβερνητικά κείμενα από μαρτυρίες περί συνθημάτων από πρόσφυγες, να κάνει διάκριση μεταξύ της δήλωσης ότι το καθεστώς «καυχιέται» ότι «δολοφόνησε» 2 εκατομμύρια ανθρώπων και του ισχυρισμού από δυτικές πηγές ότι περίπου ένα εκατομμύριο έχουν πεθάνει- ιδιαίτερα όταν ο κύριος όγκος αυτός των θανάτων δικαιολογημένα μπορεί να αποδοθεί στις ΗΠΑ. Ομοίως, μας φαίνεται πολύ σημαντικό το ερώτημα αν μια «απάνθρωπη φράση» την έχει ξεστομίσει ένας ταϊλανδός ρεπόρτερ ή ένας αξιωματούχος των Ερυθρών Χμερ. Όσον αφορά τους αριθμούς, μας φαίνεται πολύ σημαντικό να ερμηνεύσουμε αν ο αριθμός των συνεργατών των Ναζί που σφαγιάστηκαν στη Γαλλία ήταν της τάξης των χιλιάδων ή των εκατοντάδων χιλιάδων και αν η Γαλλική κυβέρνηση διέταξε και οργάνωσε τη σφαγή. Ακριβώς τα ίδια ερωτήματα προκύπτουν και για την περίπτωση της Καμπότζης.

***

Δεν προσποιούμαστε ότι γνωρίζουμε πού βρίσκεται η αλήθεια μεταξύ αυτών των εξαιρετικά αντιτιθέμενων ισχυρισμών: αντίθετα, θέλουμε ξανά να δώσουμε έμφαση σε μερικά κρίσιμα σημεία. Αυτό που φιλτράρεται και δίνεται στην αμερικανική κοινή γνώμη είναι μια σοβαρά παραποιημένη εκδοχή των διαθέσιμων στοιχείων, η οποία δίνει έμφαση σε θηριωδίες που φέρονται να διέπραξαν οι Ερυθροί Χμερ και υποβαθμίζει ή αγνοεί τελείως τον καταλυτικό, άμεσο ή έμμεσο, ρόλο των ΗΠΑ στην καταιγίδα που έπληξε την Καμπότζη. Τα στοιχεία που επικεντρώνουν στο ρόλο των ΗΠΑ, όπως το βιβλίο των Hildebrand & Porter, αγνοούνται, όχι στη βάση της επαλήθευσης ή της ακαδημαϊκότητας, αλλά επειδή το συμπέρασμα δεν είναι το επιθυμητό.

Είναι μια δίκαιη γενίκευση ότι όσο μεγαλύτερος αριθμός θανάτων αποδίδεται στους Ερυθρούς Χμερ και όσο περισσότερο παραμερίζεται ο ρόλος των ΗΠΑ, τόσο πιο μεγάλα ακροατήρια θα προσεγγιστούν. Το βιβλίο των Barron & Paul είναι ένα τριτογενές προπαγανδιστικό υλικό, όμως η αποκλειστική του έμφαση στην κομμουνιστική τρομοκρατία τού εξασφαλίζει ευρεία ακροατήρια. Το μακράν πιο ουσιαστικό έργο του Ponchaud έχει αντικομμουνιστική μεροληψία και συμπέρασμα, όμως του έχει αποδοθεί πρώτιστη σημασία μόνο μέσω των ακραίων αντι-Ερυθρών Χμερ παραποιήσεων που του προστέθηκαν στο άρθρο στο New York Review of Books. Το τελευταίο πρόσθεσε αρκετά μεγάλους αριθμούς εκτελεσμένων και έδωσε μια «αριστερή» «επικύρωση» του κομμουνιστικού κακού, κάτι που εξασφάλισε ένα ποιοτικό άλμα σε μαζικότερα ακροατήρια που δεν διατέθηκαν για τους Hildebrand & Porter ή την Carol Bragg. Αντεστραμμένα γεγονότα ή ακόμα και διορθώσεις των συγγραφέων για λανθασμένες δηλώσεις είτε αγνοούνταν γενικά είτε γινόταν μνεία σε αυτά με ακατάλληλο τρόπο εν είδει χρήσιμου διδάγματος (εδώ τονίζουμε μία εξαίρεση: την τίμια ανασκευή του editorial που βασιζόταν στο Lacouture από τη Boston Globe). Σημειώναμε νωρίτερα ότι το editorial του Monitor και άλλα σχόλια του Τύπου που βασίστηκαν στην κριτική του Lacouture παρέχουν μια τεταρτογενή πληροφόρηση. Η αλυσίδα της μετάδοσης ξεκινά από πρόσφυγες (ή Ταϊλανδούς ή αμερικανούς αξιωματούχους), στον Ponchaud, στο The New York Review, στον Τύπο, όπου φτάνουμε σε ένα μαζικό ακροατήριο και όπου «γεγονότα» καθιερώνονται ως η εγκεκριμένη εκδοχή της ιστορίας.

Οι Noam Chomsky και Edward Herman διδάσκουν στο M.I.T. και το University of Pennsylvania, αντίστοιχα. Είναι συγγραφείς του Counter-Revolutionary Violence: Bloodbaths in Fact and Propaganda (1973), η δεύτερη έκδοση του οποίου θα κυκλοφορήσει σύντομα.

*Βιβλιοκριτική σε τρία βιβλία για την Καμπότζη: GEORGE C. HILDEBRAND and GARETH PORTER. Cambodia: Starvation and Revolution. Monthly Review Press (1976).

FRANCOIS PONCHAUD. Cambodge Annie Zero. Juilliard Press. Paris (1977).

JOHN BARRON and ANTHONY PAUL. Murder of a Gentle Land. Thomas Y. Crowell (1977).

Δημοσιεύτηκε στο Τhe Nation, 25/06/1977

Το κείμενο στα αγγλικά: http://www.chomsky.info/articles/19770625.htm

Σημείωση από parapoda:

Δυστυχώς, ακόμα και οι πηγές του Ponchaud είναι πλέον αμφισβητήσιμες.

Σε επιστολή του στις 4/12/2009 προς το Δικαστήριο που δίκαζε μέχρι πριν λίγες ημέρες τους εν ζωή ηγέτες των Ερυθρών Χμερ, ο ίδιος ο Ponchaud χαρακτηρίζει την έρευνά του “σοβαρή, αλλά μη επιστημονική”(!).

Μάλιστα, δηλώνει ότι οι συνεντεύξεις που πήρε από τους πρόσφυγες “έχουν καταστραφεί”. Είναι αδιανόητο μία βασική πηγή ντοκουμέντων όχι απλώς για την υστεροφημία μερικών τύπων (της ηγεσίας των Ερυθρών Χμερ), αλλά για την ιστορία μίας χώρας, να φυλασσόταν αποκλειστικά από έναν ιδιώτη, ο οποίος μάλιστα να μην έχει κρατήσει αντίγραφα.

Η επιστολή του Ponchaud, εξάλλου, αποκαλύπτει ότι ο ίδιος, με το να στέλνει και σε άλλους “επιχειρήματα”, είχε αναλάβει εργολαβικά τη δυσφήμιση του Τσόμσκι, επειδή ο τελευταιος είχε απλώς την τιμιότητα να εξετάζει τα πάντα επιστημονικά (ή μάλλον, την υποχρέωση να πράττει το αυτονόητο) .

H επιστολή, τέλος, αποκαλύπτει ότι η “αλυσίδα αναμετάδοσης” δεν έχει μόνο τέσσερις κρίκους, αλλά υπάρχει και πέμπτος, καθώς ήταν ένας άλλος ιερέας που πήρε κάποιες συνεντεύξεις και τις έδωσε στον Ponchaud.

Η επιστολή του Ponchaud έχει ως εξής:

Πατήρ Francois Ponchaud

Oδός 101 57

Πνομ Πενχ, Καμπότζη

Πνομ Πενχ, 4 Δεκέμβρη 2009

Θέμα: έγγραφα που αναφέρθηκαν στην κατάθεσή μας της 13ης Φλεβάρη 2009

Εξοχώτατοι,

Σας επισυνάπτω τα έγγραφα τα οποία σας υποσχέθηκα να σας στείλω κατά την κατάθεσή μου στο Έκτακτο Δικαστήριο και ένα άρθρο που μπορεί να σας ενδιαφέρει:

α) Αντίγραφο άρθρου που δημοσιεύτηκε στη Le Monde σε τρία φύλλα, από τις 16 ως τις 18 Φλεβάρη 1976

β) Επιστολή με ημερομηνία 9 Ιούνη 1978 προς το Robert Silvers, σχετικά με την αντιδικία μου με τους Steve Heder και Noam Chomsky για την ερμηνεία της ορολογίας των Ερυθρών Χμερ

γ) Γαλλική μετάφραση της περίληψης 94 γραπτών καταθέσεων που αντιστοιχούν σε πάνω από 300 σελίδες εγγράφων (φάκελος 1)

δ) Γαλλική μετάφραση της περίληψης περίπου 100 συνεντεύξεων προσφύγων που έλαβαν χώρα στο Παρίσι ή την Ταϊλάνδη (φάκελος 2)

ε) Άρθρο με ημερομηνία 25 Γενάρη 1979 με τίτλο “Καμπότζη: μια επαναστατική οικονομία” του Francois Ponchaud.

Αναφορικά με την επιστολή της 9 Ιούνη 1978 προς το Robert Silvers (β), ο τελευταίος δημιοσίευσε μια αξιόλογη κριτική του βιβλίου Cambodia Year Zero στο New York Review of Books.

Αυτή την βιβλιοκριτική επέκρινε σφόδρα ο Noam Chomsky. Ο σκοπός της επιστολής μου ήταν να δώσω στον κ. Silvers επιχειρήματα ώστε να είναι σε θέση να απαντήσει στον Chomsky.

Θα ήθελα να αποσαφηνίσω κάποια πράγματα για το πώς απέκτησα τις καταθέσεις (γ) και τις συνεντεύξεις (δ):

Οι 94 καταθέσεις (γ)

Μερικές από τις καταθέσεις δόθηκαν προφορικά σε εμένα στη Γαλλία ή σε προσφυγικούς καταυλισμούς στην Ταϊλάνδη μεταξύ 1975 και 1976. Άλλες δόθηκαν γραπτώς από τον Πατέρα Venet, o οποίος ήταν παρόν στους καταυλισμούς, και ζήτησε να του γράψουν για τις εμπειρίες τους στη Δημοκρατική Καμπότζη. Μετέφρασα αυτά τα κείμενα κι έπειτα πήγα στους καταυλισμούς για να επαληθεύσω τις μαρτυρίες τον Ιούλη του 1976. Μια μεγάλη πλειοψηφία αυτών των μαρτυριών δόθηκαν στα Καμποτζιανά, εκτός από κάποιες που δόθηκαν στα Γαλλικά. Ο μόνος σκοπός που είχα για να πάρω αυτές τις μαρτυρίες ήταν για να εξοικειωθώ καλύτερα με την κατάσταση στη Δημοκρατική Καμπότζη, ώστε να εξοικειώσω το γαλλικό κοινό με αυτές μέσω των δημοσιεύσεω του Echanges France-Asie (Services de Documentation des Missions Etrangeres). Οι καταθέσεις επομένως μπορούν να θεωρηθούν καρπός μιας σοβαρής αλλά μη επιστημονικής έρευνας. Τα έγγραφα ήταν κάποιες από τις πηγές του Cambodia Year Zero. Αναφορικά με αυτό, γράφω στην υποσημείωση 2 στο Cambodia Year Zero (2η έκδοση, Kailash): “Έχω κάνει χρήση μαρτυριών 94 Χμερ προσφύγων, 74 στην Ταϊλάνδη και 17 στο Βιετνάμ [οι οποίες στάλθηκαν από τις Αδελφές της Πρόνοιας [Sisters of Providence], κάποιες από τις οποίες είναι βιετναμέζες μοναχές που πήγαν στο Βιετνάμ τον Ιούνη του 1975]. 32 έγραψαν τις ιστορίες τους στα Καμποτζιανά. Οι συγγραφείς του σώματος των καταθέσεων ήταν 5 γυναίκες και 89 άντρες, που περιλάμβαναν 10 φοιτητές, 8 αξιωματικούς, 7 απλούς στρατιώτες, 5 δημοσίους υπαλλήλους, 4 δασκάλους δημοτικού, 4 Ερυθρούς Χμερ, 3 μοναχούς, 3 φαρμακοποιοί, 3 υπαξιωματικούς, 2 γιατρούς, 2 ψαράδες, δύο καθηγητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, 2 υπαλλήλους γραφείου, 2 μηχανικούς, 1 αστυνομικό, 1 τελωνειακό, 1 χωροφύλακα, 1 δικαστικό κλητήρα, 1 πρίγκηπα, 1 οδηγό φορτηγού, 1 αποθηκάριο, 1 μαγαζάτορα κλπ

Οι άλλες συνεντεύξεις προσφύγων (δ)

Η ίδια μέθοδος χρησιμοποιήθηκε και ο σκοπός ήταν ο ίδιος για τις συνεντεύξεις των προσφύγων που έλαβαν χώρα μετά την έκδοση του Cambodia Year Zero.

Και στις δύο περιπτώσεις, δηλαδή τη (γ) και τη (δ), τα αρχεία καταγραφής που είχαν υπάρξει έχουν καταστραφεί. Δυστυχώς, δεν είμαι σε θέση να σας δώσω τις αυθεντικές εκδοχές στα καμποτζιανά πριν από το τέλος του έτους. Θα πρέπει να τις ψάξω στα αρχεία που άφησα στο Missions Etrangeres de Paris.

Καταλαβαίνω ότι αυτά τα έγγραφα είναι πιθανό να τεθούν στα πρακτικά του δικαστηρίου και, επομένως, να χρησιμοποιηθούν για δικαστικούς λόγους. Παρακαλώ, επιστέψτε μου τα αρχικά, μόλις βγάλετε αντίγραφα αυτών.

Με εκτίμηση,

[υπογραφή]

Francois Ponchaud

H επιστολή στα αγγλικά:

http://www.eccc.gov.kh/sites/default/files/documents/courtdoc/00598503-00598505_E3_4587_EN.TXT.pdf

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: