Ramkrishna Bhattacharya: Υλισμός & Πεσιμισμός (κριτική στον Σεμπαστιάνο Τιμπανάρο)

Μια από τις καινοφανείς έννοιες που επινόησε ο γνωστός μαρξιστής φιλόλογος- και έπειτα φιλόσοφος- Σεμπαστιάνο Τιμπανάρο (1923-2000), είναι αυτή του “υλιστικού πεσιμισμού”. O Τιμπανάρο επεδίωκε να αναγνωριστεί αυτή η έννοια ως μέρος της μαρξιστικής κοσμοαντίληψης. Αυτό πραγματεύεται στο βιβλίο του “Για τον Υλισμό” (1970). Τα παρακάτω αποτελούν μια απόπειρα αναλυτικής κριτικής στην άποψή του αυτή.

200px-Sebastiano_Timpanaro

Σεμπαστιάνο Τιμπανάρο

Είναι γενικώς αποδεκτό ότι η αισιοδοξία είναι έμφυτη στο μαρξισμό, παρότι οι θεμελιωτές του, Μαρξ και Ένγκελς, ποτέ δεν το διακήρυξαν πομπωδώς. Ο Ένγκελς στο “Αντι-Ντύρινγκ” κάπως στομφωδώς διακήρρυτε: “[Ο σοσιαλισμός] είναι το άλμα της ανθρωπότητας από το βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας”(σ.344)(1). Τέτοια δήλωση πιθανώς να σημαίνει, για τον ανυποψίαστο αναγνώστη, την άρνηση της αναγκαιότητας, των ιδιαίτερων δρόμων της αιτιότητας συνολικά. Ο Μαρξ στο “Κεφάλαιο” ήταν πιο προσεκτικός στη διατύπωσή του, παρότι χρησιμοποίησε τους ίδιους όρους:

Το βασίλειο της ελευθερίας πραγματικά ξεκινά μόνο όπου η εργασία που ορίζεται από την αναγκαιότητα και την εξωτερική σκοπιμότητα σταματά: βρίσκεται από την ίδια της τη φύση πέραν ακόμα και της σφαίρας της υλικής παραγωγής (…) Πέρα από εκεί αρχίζει η ανάπτυξη των ανθρώπινων δυνάμεων ως αυτοσκοπός, το πραγματικό βασίλειο της ελευθερίας, που δεν μπορεί να ανθήσει παρά μόνο θεμελιωμένο στο άλλο βασίλειο, στη βάση της αναγκαιότητας.” (τόμος 3, σ.σ. 958-959).

Η γέννηση ενός δίκαιου και ενάρετου κοινωνικού συστήματος, απαλλαγμένου από εκμετάλλευση και υποταγή, δεν μπορεί παρά να θεωρείται μια αισιόδοξη θεώρηση των πραγμάτων. Το τέλος της μακράς χρονικά εποχής της ταξικής κοινωνίας, θα απελευθερώσει τεράστια ενέργεια της ανθρωπότητας και θα ανοίξει νέους δρόμους για την ειρήνη και την ευημερια. Τότε γιατί ο Τιμπανάρο εγείρει το ζήτημα του πεσιμισμού, είτε αυτός είναι υλιστικός είτε όχι;

Ο Τιμπανάρο δεν διαφωνεί με την αισιόδοξη σκοπιά του Μαρξ. Ωστόσο, βλέποντας την ανθρώπινη οντότητα από τις δύο πτυχές της, την κοινωνική και τη φυσική, παρατηρεί ότι: “αντιπαραβάλλεται, από τη μια, η ιστορική και κοινωνική αισιοδοξία (ο κομμουνισμός ως ένας συγκεκριμένος πια στόχος της ανθρώπινης ιστορίας, ακόμα κι αν το τίμημα το οποιο πληρώθηκε με το σταλινισμό φάνηκε ακόμα και εκείνη την περίοδο υπερβολικό για πολλούς από εμάς, παρά την αδυναμία μας να δούμε οποιαδήποτε εναλλακτική στο σταλινισμό, πέραν της σοσιαλδημοκρατικής εναλλακτικής) και, από την άλλη, ένας πεσιμισμός που έχει να κάνει με την καταπίεση του ανθρώπου από τη φύση, η οποία καταπίεση θα συνεχίζει να αποτελεί μια αιτία δυστυχίας ακόμα και στην κομμουνιστική κοινωνία” (σ.σ.10-11).

Με την έννοια “καταπίεση του ανθρώπου από τη φύση” ο Τιμπανάρο εννοεί τους τρεις αρχέγονους εχθρούς του ανθρώπου, ή μάλλον όλων των πλασμάτων, τους οποίους επιβάλλει η φύση: ασθένεια, γήρανση, θάνατο. Πριν από πάνω από 2.500 χρόνια, ένας νεαρός ινδός πρίγκηπας, επίσης συνειδητοποίησε το βάρος αυτών των τριών εχθρών και εγκατέλειψε το σπίτι του για να βρει μια λύση έναντι αυτών. Λέγεται ότι βρήκε έναν τρόπο να τους ξεπεράσει, ακολουθώντας τη ζωή ενός ερημίτη και αναπτύσσοντας, μέσω της αυτοσυγκέντρωσης, μια δική του κοσμοαντίληψη. Η αυτεπίγνωσή του οδήγησε στο να κερδίσει το Μπόντχι (bodhi), το να φωτιστεί. Έκτοτε έγινε γνωστός ως Gautama Buddha, Gautama o πρώτος Πεφωτισμένος.

Ο Τιμπανάρο δεν πιστεύει σε κάποια φανταστική απαλλαγή από τo ζυγό των τριών εχθρών. Έτσι, προτιμά να αποκαλεί την αντίληψή του “υλιστικό πεσιμισμό”, γιατί δεν υπάρχει πραγματική εκφυγή από αυτούς. Οι άνθρωποι πρέπει να υποστούν τα δεινά που προκύπτουν από την ασθένεια, τη γήρανση και τελικά το αναπόφευκτο της διακοπής της ζωής. Είτε σε μια προ-ταξική, είτε σε μια ταξική, είτε σε μια αταξική κοινωνία, αυτοί οι τρεις εχθροί πάντοτε θα συνοδεύουν τον άνθρωπο, ανεξαρτήτως όλων των άλλων διαφορών που χαρακτηρίζουν το ένα άτομο από το άλλο. Είναι η αναγκαστική παραδοχή του αναπόφευκτου αυτής της κατάστασης του ανθρώπου που κάνει τον Τιμπανάρο να πιστεύει ότι, αντί να επιδιώκουν οποιαδήποτε εκφυγή, οι άνθρωποι θα πρέπει να αποδεχτούν την “βιολογική ευθραυστότητα του ανθρώπου”(σ.18). Έπειτα, παρατηρεί: “η έννοια “σωματικά ασθενής” (…) δεν μπορεί να αποδίδεται μόνο σε κακές κοινωνικές ρυθμίσεις: έχει τη δική της αυτόνομη και ακατανίκητη πραγματικότητα” (σ.20).

Και προειδοποιεί:

Το να ισχυρίζεται κανείς πως, αφού το “βιολογικό” πάντοτε μας παρουσιάζεται ότι διαμεσολαβείται από το “κοινωνικό”, το “βιολογικό” δεν είναι τίποτα και το “κοινωνικό” είναι τα πάντα, θα ήταν πάλι μια ιδεαλιστική σοφιστεία. Αν το αποδεχτούμε, τότε πώς θα αμυνθούμε έναντι όσων, με τη σειρά τους, ισχυρίζονται ότι, αφού όλη η πραγματικότητα (και η οικονομική και η κοινωνική πραγματικότητα) είναι γνώσιμη μόνο μέσω της γλώσσας (ή μέσω του σκεπτόμενου νου), η γλώσσα (ή ο σκεπτόμενος νους) είναι η μόνη πραγματικότητα και όλα τα άλλα είναι μια αφαίρεση;” (σ.45).

Χρησιμοποιώντας τους όρους που διατύπωσε ένας από τους πρωτοπόρους της μελέτης του μαρξισμού στην Ιταλία, ο Αντόνιο Λαμπριόλα (1843-1904), ο Τιμπανάρο κάνει λόγο για την “οριοθέτηση” που το “φυσικό πεδίο” ασκεί επί των ανθρώπων ακόμα και μετά το σχηματισμό και την ανάπτυξη του “τεχνητού πεδίου” (σ.46). Όμως το ζήτημα του θανάτου, όπως το βλέπει ο Τιμπανάρο, δεν περιορίζεται μόνο στα έμβια όντα. Αφού η αλλαγή είναι ο μόνος απαράλλαχτος παράγοντας στη φύση, “ό,τι κι αν γεννιέται αξίζει κιόλας να χαθεί”. Αυτή η αφοριστική πρόταση, παρότι διατυπώθηκε από έναν “αναξιόπιστο μάρτυρα”, το Μεφιστοφελή, στο Φάουστ του Γκαίτε (Μέρος 1, σκηνή 3), ήταν μια από τις αγαπημένες του Ένγκελς. Τον οδήγησε να προβλέψει όχι μόνο την εξαφάνιση των ανθρώπινων όντων, αλλά και του ίδιου του κόσμου. Με την απώλεια του φυσικού τους οικότοπου, όλοι οι κάτοικοι αυτού του πλανήτη (και οι άνθρωποι) θα εξαφανιστούν επίσης, και ό,τι είχε επιτεχυθεί, όχι μόνο στην ταξική αλλά και στην αταξική κοινωνία, θα εξαφανιστεί επίσης μαζί τους. Ο Τιμπανάρο σημειώνει ότι ο Ένγκελς μιλούσε με αρκετή σαφήνεια επ’ αυτού (σ. 98). Στο Αντι-Ντύρινγκ ο Ένγκελς έκανε ένα καλό αφιέρωμα στο Σαρλ Φουριέ (1772-1837), έναν αξιόλογο Γάλλο ουτοπικό σοσιαλιστή, γιατί είχε μεταχειριστεί τη “διαλεκτική με τον ίδιο έντεχο τρόπο όπως και ο σύγχρονός του Χέγκελ”(σ.315). Τι κάνει τον Ένγκελς να αποδίδει τέτοιες τιμές στο Φουριέ; Ο Ένγκελς εξηγεί:

Χρησιμοποιώντας την ίδια διαλεκτική, [ο Φουριέ] τονίζει, αντίθετα με τη φλυαρία για την απεριόριστη ανθρώπινη ικανότητα για τελειοποίηση, ότι η κάθε ιστορική φάση έχει μια περίοδο ανόδου και μια περίοδο καθόδου, επίσης, και εφαρμόζει αυτό τον τρόπο θεώρησης των πραγμάτων και για το μέλλον της ανθρωπότητας. Όπως ο Καντ εισήγαγε στη φυσική επιστήμη την ιδέα της μελλοντικής καταστροφής της γης, έτσι και ο Φουριέρ εισήγαγε στην ιστορική επιστήμη τη μελλοντική καταστροφή της ανθρωπότητας” (σ.315)(2).

friedrich-engels

Φρίντριχ Ένγκελς

Ο Τιμπανάρο, επιπροσθέτως, αναφέρεται σε ένα απόσπασμα από τη “Διαλεκτική της Φύσης” του Ένγκελς, στο οποίο νομίζει ότι δίνει “μια εικόνα του μελλοντικού τέλους του κόσμου μας στο οποίο μια τραγική αίσθηση (παρότι είναι μια ήρεμα τραγική αίσθηση) για τη μοίρα της ανθρωπότητας κυριαρχεί” (σ.98). Το απόσπασμα από τη “Διαλεκτική της Φύσης” έχει ως εξής:

Παρ’ όλα αυτά, “ό,τι γεννιέται, αξίζει να εξαφανιστεί”. Εκατομμύρια χρόνια μπορεί να περάσουν, εκατοντάδες χιλιάδες γενειών μπορεί να γεννηθούν και να πεθάνουν, όμως αδυσώπητα θα’ρθει η ώρα όπου η φθίνουσα θερμότητα του ήλιου δεν θα επαρκεί για να λιώνει τους πάγους που θα ωθούνται μόνοι τους από τους πόλους· τότε που το ανθρώπινο είδος, συνωστιζόμενο όλο και πιο πολύ γύρω από τον ισημερινό, τελικά δεν θα μπορεί να βρει εκεί αρκετή θερμότητα για να ζήσει· τότε που βαθμιαία, ακόμα και το τελευταίο ίχνος οργανικής ζωής θα έχει εξαφανιστεί και η γη, μια εκλιπούσα παγωμένη σφαίρα σαν το φεγγάρι, θα γυρνά μέσα στο βαθύτερο σκοτάδι και με μια όλο και στενότερη τροχιά γύρω από τον εξίσου εξαφανιζόμενο ήλιο, και εν τέλει θα πέσει σε αυτόν. Άλλοι πλανήτες θα έχουν προηγηθεί, άλλοι θα ακολουθήσουν· και αντί για σκοτάδι, ένα ζεστό ηλιακό σύστημα με την αρμονική διάταξη των μελών του, μόνο μια ψυχρή, νεκρή σφαίρα, θα ακολουθεί ακόμα το μοναχικό μονοπάτι της στο σύμπαν. Και αυτό που θα συμβεί στο ηλιακό μας σύστημα, θα συμβεί αργά ή γρήγορα σε όλα τα άλλα συστήματα του γαλαξία μας: θα συμβεί και σε όλους τους άλλους αμέτρητους γαλαξίες, ακόμα και εκείνους των οποίων το φως ποτέ δεν θα φτάσει τη γη, παρότι υπάρχει ένα ζωντανό ανθρώπινο μάτι για να το αντιληφθεί” (σ.σ.35-36).

Θα μπορόυσε κανείς να δει πως “αυτό το λουκρητιανό ζήτημα του τέλους του κόσμου” (σ.99) επιτρέπει στον Τιμπανάρο να συγκρίνει τα λόγια του Ένγκελς με το τέλος μιας ωδής, με τίτλο “Στο Ύψωμα Μάριο” (σ.μετ: της Ρώμης) του Τζοσουέ Καρντούτσι (1836-1907):

μέχρι ο τελευταίος εξαντλημένος απόγονος του ανθρώπου

περιορισμένος γύρω από τον ισημερινό

με το κάλεσμα μιας φευγαλέας ζεστασιάς

να έχει ένα μόνο θηλυκό, έναν άνθρωπο”.(σ.parapoda.: η μετάφραση έγινε από την ιταλική γλώσσα)

Immagine mostra. Le biblioteche del fanciullino - Giovanni Pasco

Τζοσουέ Καρντούτσι

Ο Τιμπανάρο παραδέχεται ότι κανένας από τους δύο συγγραφείς δεν μπορεί να είναι πιο διαφορετικός από τον άλλο, και ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο ένας να προκύπτει από τον άλλο. Παρ’όλα αυτά, ο Τιμπανάρο λέει: “συνιστά περαιτέρω ένδειξη της εκτεταμένης σύγχυσης επί του θέματος αυτού που επικρατεί στις πλέον διαφορετικές περιοχές της ευρωπαϊκής κουλτούρας των τελών του 19ου αιώνα” (σ.99).

Όχι μόνο ο Καρντούτσι, αλλά και ο Τζάκομο Λεοπάρντι (1798-1837), άλλος ένας ιταλός ποιητής, χρησιμοποιείται προς επίρρωση του ζητήματος περί πεσιμισμού. Ο πεσιμισμός του Λεοπάρντι, ισχυρίζεται ο Τιμπανάρο, είναι “ριζικά διαφορετικός” από όλους τους άλλους προγενέστερους των Σοπενχάουερ και Κίρκεργκαρντ ρομαντικούς και υπαρξιστές. Όμως ο Τιμπανάρο κάνει μια διάκριση μεταξύ της ιδέας του Λεοπάρντι περί “υλιστικού πεσιμισμού” και του πεσιμισμού όλων των κεντροευρωπαίων στοχαστών. Όλοι αυτοί είχαν έναν “αντιϋλιστικό, αντιδιαφωτιστικό, αντιϊακωβίνικο προσανατολισμό και, όπως είναι αναμενόμενο, όλοι καταλήγουν, ή τουλάχιστον τείνουν να καταλήξουν, πάνω κάτω σε αποκλειστικά θρησκευτικές θέσεις” (σ.19), ενώ ο πεσιμισμός του Λεοπάρντι κατέληγε σε διαφορετικό έδαφος.

Leopardi

Τζάκομο Λεοπάρντι

Ο Τιμπανάρο επίσης προειδοποιεί τους αναγνώστες του ότι δεν προτείνει “άλλο ένα πάντρεμα Μαρξισμού και πεσιμισμού “της Φρανκφούρτης”, υπαρξιστικής ή φροϋδικής καταγωγής” (σ.18). H ιδέα του περί “υλιστικού πεσιμισμού”, ισχυρίζεται ότι προκύπτει από τους ίδιους τους κλασικούς του μαρξισμού και ότι, παρ’ όλο αυτό τον πεσιμισμό, ο αγώνας για τη βελτίωση της ανθρωπότητας θα συνεχιστεί.

Τι ακριβώς εννοείται με τους όρους “αισιοδοξία” και “πεσιμισμός”; Αποφεύγοντας να ασχοληθούμε με ακριβείς ορισμούς, ας πάρουμε ως δεδομένο ότι συνιστούν δύο διαμετρικά αντίθετες θεωρήσεις των πραγμάτων: η πρώτη ενθαρρύνει την ελπίδα για μελλοντική καλυτέρευση, η δεύτερη, απελπισία για την παρούσα κατάσταση και δυσπιστία για οποιαδήποτε μελλοντική-επί το καλύτερο – αλλαγή. Γεγονός είναι ότι η αισιοδοξία, προκειμένου να είναι ρεαλιστική, πρέπει να θέτει όρια στις βλέψεις της. Μόνο ένας αφελής αισιόδοξος θα πίστευε στην απεριόριστη πρόοδο και την απρόσκοπτη ανάπτυξη. Ένας πραγματικός αισιόδοξος γνωρίζει πως η πορεία της ιστορίας έχει τόσο ανόδους όσο και καθοδικές πορίες, όπως ο Φουριέ τόνισε (βλ. παραπάνω). Οι στοχαστές του Γαλλικού Διαφωτισμού, όπως και οι προγενέστεροί τους κατά την αναγέννηση στην Ευρώπη, πίστευαν στη δυνατότητα κάθε ανθρώπου να κάνουν τα πάντα και οτιδήποτε (3).

Ο Μαρξ, από την άλλη, κατανοούσε ότι κάθε άτομο έχει τους δικούς του περιορισμούς και, συνεπώς, ακόμα και στην κομμουνιστική κοινωνία, δεν περίμενε καθένας να συμβάλλει ισομερώς στην κοινωνική ευημερία. Να γιατί έλεγε “από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του”. Στην “Κριτική του Προγράμματος της Γκότα”, ο Μαρξ επίσης τόνισε ότι οι ανάγκες κάθε ατόμου δεν μπορεί να είναι ίδιες. Κάποιοι θα χρειάζονται περισσότερα, κάποιοι λιγότερα: “Επιπροσθέτως, ένας εργάτης είναι παντρεμένος, ο άλλος όχι· ένας έχει περισσότερα παιδιά από έναν άλλο, κοκ. Έτσι, με μια ίση απόδοση εργασίας και ένα ίσο μερίδιο στο κονδύλι της κοινωνικής κατανάλωσης, ο ένας, στην πραγματικότητα, θα παίρνει περισσότερα από έναν άλλο, ο ένας θα είναι πλουσιότερος από έναν άλλο, κοκ. Για να αποφύγουμε όλα αυτά τα ελαττώματα, αντί να είμαστε ίσοι, θα πρέπει να είμαστε άνισοι”(σ.22).

Επομένως, η διανομή των προϊόντων ακόμα και σε μια σοσιαλιστική κοινωνία θα είναι δίκαια, όχι ίση. Μόνο οι απλοϊκά σκεπτόμενοι εξισωτιστές, καλοπροαίρετοι αλλά με πλήρη άγνοια της πραγματικότητας ζητούν ισότητα στη σφαίρα της διανομής. Η ισότητα μπορεί να υπονοεί μόνο ισότητα δικαιωμάτων και ευκαιριών (σε αντιπαράθεση με τα κληρονομικά δικαιώματα και προνόμια που απολάμβαναν οι ευγενείς στις προκαπιταλιστικές εποχές), τίποτε άλλο.

Στο άρθρο “Μπροσούρα του Γιούνιους” (που γράφτηκε στις 16 Ιούλη 1916 και κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 1916), ο Λένιν επίσης προειδοποιούσε τους αφελείς αισιόδοξους: “Είναι αντιδιαλεκτικό, αντεπιστημονικό και θεωρητικά εσφαλμένο να θεωρεί κανείς πως η πορία της παγκόσμιας ιστορίας είναι ήρεμη και πάντα με κατεύθυνση προς τα μπροστά, χωρίς περιστασιακά να συμβαίνουν γιγαντιαία βήματα προς τα πίσω” (1974, σ.310, δική μας η έμφαση). Τα λόγια αυτά φαίνεται να απηχούν αυτό που ο Ένγκελς στο Αντι-Ντύρινγκ έλεγε για την αντίληψη του Φουριέ και την κατά το πρότυπο του Χέγκελ άψογη γνώση της διαλεκτικής (βλ. παραπάνω).

Παρ’ όλη αυτή την πρακτική αντίληψη, ο Λένιν ισχυριζόταν: “Πρόοδος, αν αφήσουμε προς το παρόν τη δυνατότητα προσωρινών βημάτων προς τα πίσω, μπορεί να γίνει μόνο στην κατεύθυνση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, μόνο προς την κατεύθυνση της σοσιαλιστικής επανάστασης” (1974, σ.316, η έμφαση στο αρχικό).

lenin3

Βλαδίμηρος Ίλιτς Λένιν

Και η πραγματική σοσιαλιστική κοινωνία δεν θα εμφανιστεί αμέσως μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση: θα πάρει χρόνο. Θα πρέπει κανείς να είναι προετοιμασμένος να αντιμετωπίζει “περιστασιακά γιγαντιαία βήματα προς τα πίσω” σε κάθε φάση. Σε κάθε περίπτωση, θα υπάρχει ένα πρώτο στάδιο όπου η κοινωνία θα μπορεί να εξασφαλίσει μονάχα αυτό: “από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του, στον καθένα ανάλογα με τη δουλειά του”. Μετά το πέρασμα ενός μακριού δρόμου, η ανθρωπότητα θα φτάσει στη δεύτερη φάση. Ο Μαρξ στην “Κριτική του Προγράμματος της Γκότα” έλεγε:

Σε μια ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, αφότου η δουλική υποταγή του ατόμου στον καταμερισμό εργασίας, και μαζί με αυτό, και η αντίθεση σωματικής και πνευματικής εργασίας, θα έχει εξαφανιστεί· αφότου η εργασία θα έχει καταστεί όχι μόνο ένα μέσο ζωής, αλλά μια πρώτη θέληση της ζωής, αφότου οι παραγωγικές δυνάμεις θα έχουν επίσης αυξηθει μαζί με την ολόπλευρη ανάπτυξη του ατόμου, και όλες οι πηγές του συνεταιριστικού πλούτου θα αναβλύζουν πιο άφθονα- μόνο τότε ο στενός ορίζοντα του αστικού δικαίου θα ξεπεραστεί στην ολότητά του και η κοινωνία θα γράψει στις σημαίες της: από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του!” (σ.22)

Η μετάβαση από την πρώτη φάση στη δεύτερη και ανώτερη φάση, δεν μπορεί να ολοκληρωθεί γρήγορα, όσο και να το επιθυμεί κανείς. Χρειάζεται απαραιτήτως κάποιος χρόνος για να υπάρξει μια τέτοια κοινωνία. Η ανθρωπότητα θα έχει μίλια να κάνει προτού μπορέσει να φτάσει εκεί. Αν κάποιος υπεραισιόδοξος γίνει απαισιόδοξος εξαιτίας της καθυστέρησης της άφιξης σε αυτό το ανώτερο στάδιο, τότε είναι απλώς αξιοθρήνητος.

Όταν ο Ένγκελς έκανε λόγο για “τελική εξαφάνιση της ανθρωπότητας” δεν ήταν καθόλου πεσιμιστής. Αποδεχόταν εντελώς ήρεμα το γεγονός αυτό ως κάτι το αναπόφευκτο, όσο αναπόφευκτος είναι και ο θάνατος κάθε μεμονωμένου μέλους του ανθρώπινου είδους (και όλων των άλλων ειδών που είναι έμβια όντα). Όταν ο Μαρξ έκανε λόγο για “μια ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας” δεν γινόταν αισιόδοξος γιατί τότε τάχα οι άνθρωποι θα είναι σε θέση να ξεπεράσουν τους κινδύνους των γηρατειών, των ασθενειών και του θανάτου. Δεν πραγματευόταν το φυσικό ή βιολογικό πεδίο. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή τη δυνατότητα, ή καλύτερα τη βεβαιότητα για την τελική οπισθοδρόμηση, οι μαρξιστές θέτουν στον εαυτό τους το καθήκον να μελετούν την ανθρώπινη κοινωνία, ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα, και να επιδιώκουν να μετασχηματίσουν τον κόσμο.

220px-Marx6

Καρλ Μαρξ

Η απεριόριστη πρόοδος (στην οποία, ακόμα και ένας ουτοπικός σοσιαλιστής όπως ο Φουριέ δεν πίστευε) είναι μια μεγάλη ιδέα, όμως πρέπει να κατανοηθεί στο πλαίσιο της περιορισμένης φύσης της ανθρωπότητας. Οι άνθρωποι δεν έχουν φτερά, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ποτέ δεν μπορούν να κινηθούν στον αέρα. Τα αεροπλάνα επινοήθηκαν για να ξεπεραστεί αυτός ο “φυσικός” περιορισμός. Αυτό που οι μυθογράφοι φαντάζονταν δεν θα μπορούσε να πάει πέρα από τα όρια της εμπειρίας τους. Οι Αρχαίοι Έλληνες επινόησαν το Δαίδαλο και το γιο του, Ίκαρο, να πετάνε με τεχνητά φτερά. Τα φτερά έμοιαζαν πολύ με εκείνα των πουλιών με τη διαφορά ότι θα έπρεπε να ενωθούν με το σώμα με κερί. Εντελώς φυσιολογικά, όταν ο Ίκαρος, αγνοώντας τη συμβουλή του πατέρα του, πέταξε όλο και ψηλότερα, το κερί έλιωσε από τη θερμότητα του ήλιου. Συνεπώς, έπεσε κάτω και σκοτώθηκε. Προφανώς, οι μυθογράφοι επίσης ήξεραν, ή καλύτερα, έβλεπαν ότι το πέταγμα όπως τα πουλιά δεν ήταν για τους ανθρώπους. Οι ινδοί μυθογράφοι, από την άλλη, είχαν την αντίστοιχη ιδέα περί ενός άρματος με φτερά. Αυτό το άρμα, ωστόσο, αφορούσε στον Ίντρα, το βασιλιά των θεών, ή τον Κούμπερα, ημίθεο που είχε να κάνει με όλο τον υπόγειο πλούτο. Ενίοτε καταβάλλονταν δικαιώματα όπως το Rama (όπως λέγεται στο Uttarakanda του Ramanaya) ή το Dushyanta (όπως αναφέρεται στο έργο του Kālidāsa, Abhijñānaśākuntalam, Το δαχτυλίδι-σφραγίδα της Σακουντάλα), για την υπηρεσία τέτοιων εναέριων αρμάτων, όμως αυτό ήταν όλο. Οι απλοί άνθρωποι αποκλείονταν από ένα τέτοιο προνόμιο. Ανέκαθεν υπήρχε η πεποίθηση, η οποία υπονοούταν πίσω από τέτοιες φαντασίες, ότι το πέταγμα ήταν, τελικά, κάτι που κανείς θα ευχόταν, όμως δεν θα το πετύχαινε ποτέ. Ωστόσο, εφευρίσκοντας τα αεροπλάνα, όλα τα όρια που έθετε η φύση σε αυτό τον τομέα επιτυχώς ξεπεράστηκαν. Αυτό που δεν θα συνέβαινε ποτέ, τελικά συνέβη, όχι ωστόσο αγνοώντας την αναγκαιότητα, αλλά εκτιμώντας ή αναγνωρίζοντάς τη (με την έννοια του να μελετηθεί καλύτερα) και παρακάμπτοντάς τη με άλλα μέσα (4).

Εντούτοις, δεν μπορούν όλοι οι περιορισμοί που θέτει η φύση να υπερνικηθούν ή να ανατραπούν ή να ξεπεραστούν απλώς και μόνο με την εφεύρεση νέων συσκευών. Οι τρεις αρχέγονοι εχθροί, ήτοι, οι ασθένειες, η γήρανση και ο θάνατος ανήκουν σε αυτούς τους περιορισμούς. Χάρη στα γιγαντιαία άλματα που έχουν γίνει στον τομέα της ιατρικής και της χειρουργικής, η ανθρώπινη ζωή έχει τρομερά επεκταθεί χρονικά. Ωστόσο, η αθανασία παραμένει ακόμα ένα όνειρο. Η φανταστική ιδέα της “φιλοσοφικής λίθου” ή αυτού καθ’εαυτού του “ελιξιρίου της ζωής” που θα εξασφάλιζε αθανασία, οδήγησε εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες μεσαιωνικών αλχημιστών να αναζητούν τέτοια μαγικά αντικείμενα. Ωστόσο, δεν είχαν καλή τύχη. Ούτε τα γηρατειά, ούτε ο θάνατος ούτε όλες οι ασθένειες μπορούν να εξαλειφθούν, παρότι τα γηρατειά μπορούν να γίνουν πιο υποφερτά από ό,τι στο παρελθόν: ακόμα και ασθένειες που θεωρούνταν αγιάτρευτες κάποτε, τώρα μπορούν σε μεγάλο βαθμό να εξαφανιστούν, αλλά και ο θάνατος επίσης, σε κάποιες περιπτώσεις, τουλάχιστον μπορεί να γίνει λιγότερο επίπονος από ό,τι ακόμα και μόλις λίγα χρόνια πριν. Περαιτέρω επιτεύγματα στην ιατρική και τη χειρουργική μπορεί να φέρουν επιπλέον παρηγορητική δράση και ανέσεις τις οποίες οι άνθρωποι δεν μπορούν ακόμα να διανοηθούν, όμως μια τέτοια πίστη στη δυνατότητα επίτευξης κι άλλων καινοτομιών δεν είναι καθόλου αδικαιολόγητη.

Η αναγνώριση του αναπόφευκτου της παρουσίας των τριών αυτών εχθρών της ανθρωπότητας δεν πρέπει να οδηγεί στον πεσιμισμό. Αντιθέτως, μια στωική αποδοχή της παρακμής και του θανάτου συστήνεται σε κάθε ορθολογικό άνθρωπο. Ο θάνατος, άλλωστε, δεν είναι κάτι για το οποίο μόνο ο άνθρωπος προορίζεται. Η διατήρηση των ειδών, όπως η αυτοσυντήρηση, είναι κάτι έμφυτο σε όλα τα ζώα, ακόμα και τον άνθρωπο. Νέοι απόγονοι εμφανίζονται σε κάθε γενιά. Χωρίς το θάνατο, ο πληθυσμός θα αυξανόταν τόσο πολύ που θα είχαμε αναπόφευκτα μια πληθυσμιακή έκρηξη, η οποία θα οδηγούσε σε λιμούς, καταστροφές και ασύλληπτο χάος. Ο θάνατος είναι αναγκαίος προκειμένου να δοθεί χώρος στις επόμενες γενιές· το παλιό πρέπει να δώσει τη θέση του στο νέο. Επομένως, η παρακμή και ο θάνατος είναι ένα απαραίτητο τμήμα του σχήματος της φύσης. Δεν υπάρχει κάτι το πεσιμιστικό σε αυτό.

img562

Αντίθετα, μάλλον προκαλεί έκπληξη το ότι ο Τιμπανάρο, ο οποίος, ενάντια στην ενορχηστρωμένη καμπάνια κάποιων μαρξολόγων ιδιαίτερου στυλ, υπεράσπιζε το δίκαιο αίτημα ο Ένγκελς να θεωρείται συνθεμελιωτής του μαρξισμού, δεν θυμόταν ό,τι ο ίδιος ο Ένγκελς είχε πει για τη ζωή και το θάνατο στη Διαλεκτική της Φύσης. Ακολουθεί ολόκληρο το απόσπασμα:

Ζωή και θάνατος. Ήδη, καμία φυσιολογία δεν πρέπει να θεωρείται επιστημονική αν δεν θεωρεί το θάνατο ως ουσιαστικό στοιχείο της ζωής (σ., Χέγκελ, Εγκυκλοπαίδεια, I, σ.σ.152-53), αν δεν θεωρεί την άρνηση της ζωής ως κάτι που ουσιαστικά περιέχεται στην ίδια τη ζωή, ώστε η ίδια η ζωή πάντοτε να νοείται σε σχέση με το αναγκαίο της αποτέλεσμα, το θάνατο, ο οποίος πάντοτε είναι έμφυτος σε αυτή. Η διαλεκτική αντίληψη της ζωής δεν είναι τίποτε περισσότερο από αυτό. Όμως για όποιον το έχει μια φορά καταλάβει αυτό, κάθε φλυαρία περί αθανασίας της ψυχής δεν έχει κανένα νόημα. Ο θάνατος είναι είτε η αποσύνθεση του οργανικού σώματος, η οποια δεν αφήνει τίποτε πίσω της παρά τα χημικά συστατικά που σχημάτισαν την ουσία, είτε αφήνει πίσω μια ζωτική αρχή, πάνω-κάτω την ψυχή, η οποία έπειτα επιβιώνει για όλους τους ζωντανούς οργανισμούς και όχι μόνο στα ανθρώπινα όντα. Εδώ, επομένως, μέσω της διαλεκτικής, και μόνο η αποσαφήνιση της φύσης της ζωής αρκεί για να εξαλειφθεί η πανάρχαια αυτή δεισιδαιμονία. Το να ζει κανείς σημαίνει να πεθαίνει”(σ.295).

Είναι προς επίρρωση τούτων το να θυμόμαστε σχετικά πως λέξεις όπως αισιοδοξία και απαισιοδοξία (πεσιμισμός) δεν εμφανίστηκαν στα αγγλικά (και πιθανώς και σε άλλες γλώσσες, επίσης), πριν από το 18ο αιώνα. Πέρα από τη φιλοσοφική σημασία που δόθηκε στη λέξη “αισιοδοξία” από το Λάιμπνιτζ (1646-1716), κατέληξε επίσης να σημαίνει μια πίστη στην “τελική επικράτηση του καλού επί του κακού στο σύμπαν”, όπως είπε ο Έμερσον το 1841. Η αισιοδοξία, επιπλέον, σημαίνει μια “διάθεση να ελπίζει κανείς για το καλύτερο ή να κοιτά την φωτεινή πλευρά των πραγμάτων· τη γενική τάση να βλέπει κανείς ευνοϊκά τη συγκυρία και τις προοπτικές”. Ο πεσιμισμός, ομοίως, προέκυψε ως τάση να κοιτά κανείς αποκλειστικά στη σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων. Αυτή η λέξη, επίσης, έλαβε φιλοσοφικό “μανδύα” από τον Άρθουρ Σοπενχάουερ (1788-1860) και άλλους, στις αρχές του 19ου αιώνα (5).

σοπενχάουερ

Ούτε η απεριόριστη αισιοδοξία ούτε η πλήρης απαισιοδοξία μπορεί να αποτελούν τμήμα της lebensphilosophie (φιλοσοφίας της ζωής) ενός ορθολογικού. Η αισιοδοξία αυτού, επίσης, δεν είναι αφελής, αλλά είναι πάντοτε κριτική. Η κριτική αισιοδοξία καλεί όλους να βάζουν στόχους “μέχρι εκεί όπου πάει το χέρι” τους, τουλάχιστον προς το παρόν. Οι ουτοπίες, αναμφίβολα, έπαιξαν και θα παίζουν έναν ιστορικό ρόλο, βοηθώντας τους ανθρώπους να κουνίσουν τα χέρια τους για κάτι που έχουν ανάγκη απεγνωσμένα αλλά δεν είναι διαθέσιμο (7). Πολλές νέες εφευρέσεις που τώρα έχουν γίνει τμήμα της καθημερινότητας των ανθρώπων αρχικά ήταν σχεδιασμένες στις ουτοπίες, όχι απλώς την κλασική του Thomas More Ουτοπία (που κυκλοφόρησε το 1523), αλλά ακόμα πιο νωρίς, στα έργα των Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων (8).

Θα μπορούσε κανείς με αυτό να θυμηθεί την ευ(-ου-)τοπία (ένα μέρος τόσο “καλό” όσο και “μη μέρος”), της αρχαίας Ινδίας, τη μυθική γη Ουταρακούρου. Ήδη από τη βεδική περίοδο ως τα επικά και τα κείμενα Purāṇa (σ.parapoda: αρχαία ινδικά κείμενα που εκθείαζαν διάφορες θεότητες), μπορεί κανείς να διαβάσει για αυτή τη γη της αφθονίας και της ευημερίας (9). Η Ουταρακούρου διαφέρει από τον τότε κόσμο (και το σημερινό επίσης) σε δύο κυρίως σημεία: α) δεν υπάρχει ατομική ιδιοκτησία (αμάμα, δηλαδή, “όχι δικό μου”, βλ. λατινικό meum και teum, δηλ. δικό μου και δικό σου) και β), δεν υπάρχει γάμος (aparigraha). Αυτές οι δύο πτυχές αντανακλούν το δικαιολογημένο πόθο για κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και της πατριαρχίας η οποία επιβάλει το γάμο ως τη μόνη εγκεκριμένη μορφή σεξουαλικής σχέσης άνδρα-γυναίκας. Η δεύτερη δεν είναι άσχετη με την πρώτη, γιατί ο γάμος εμπεριέχει την κυριαρχία του συζύγου επί της συζύγου και την κληρονομιά του πατέρα προς τα νόμιμα παιδιά. Έτσι, ο θρύλος της Ουταρακούρου υποδεικνύει μια βάσιμη μορφή κοινωνίας, απαλλαγμένης από τα δεσμά της ατομικής ιδιοκτησίας και των νόμων περί κληρονομιάς. Το αίτημα για την κατάργηση αυτών των δύο δεινών δεν είναι κάτι αδύνατο να επιτευχθεί. Το σοσιαλιστικό πρόγραμμα που πρότειναν κοινωνικοί στοχαστές των τελών του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, όπως οι Φουριέ, Όουεν, Σαιν Σιμόν και άλλοι, που κορυφώθηκαν με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο των Μαρξ και Ένγκελς (1848) υποδεικνύουν την ίδια κατεύθυνση.

Η έννοια που αποδίδει ο Τιμπανάρο στον πεσιμισμό, η οποία συνάγεται από τους Καρντούτσι και Λεοπάρντι, φαίνεται πως είναι ένας πόθος για κάτι που διάκειται ενάντια στους νόμους της φύσης. Η έννοια περί πεσιμισμού, κατ’ αυτό τον τρόπο, υπερεκτείνεται: παραβιάζει τα όρια που θέτει η φύση, το “φυσικό πεδίο” στο οποίο οι άνθρωποι ανήκουν και πρέπει να ανήκουν.

Αντί να σκέφεται με όρους αισιοδοξίας ή απαισιοδοξίας, θα είναι καλύτερο ένας ορθολογικός άνθρωπος να δίνει μεγαλύτερη προσοχή σε αυτό που είναι αναγκαίο και επιτεύξιμο, είτε βραχυπρόθεσμα είτε μακροπρόθεσμα, παρά να λαχταρά κάτι που ούτε απαιτείται ούτε είναι πιθανό να συμβεί.

Σημειώσεις

  1. Στο απόσπασμα από το Αντι-Ντύρινγκ που εκδόθηκε ως ξεχωριστό βιβλίο, το “Σοσιαλισμός: Ουτοπικός και επιστημονικός”, η πρόταση αυτή διαβάζεται ως εξής: “Είναι η εξύψωση του ανθρώπου από το βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας” (σ.82).

  2. Η μετάφραση αυτή από τον Clemens Palme Dutt, όπως βρίσκεται στην έκδοση της Μόσχας του 1977, διαφέρει λίγο από αυτό που αναπαρήχθη στην αγγλική μετάφραση του βιβλίου του Τιμπανάρο σ.98), στη νεοϋορκέζικη έκδοση του Αντι-Ντύρινγκ (1940, σ.285).

  3. Μιλώντας για “γίγαντες” που εμφανίστηκαν κατά την Αναγέννηση, ο Ένγκελς έλεγε: “Οι ήρωες εκείνης της εποχής δεν ήταν ακόμα σκλάβοι του καταμερισμού εργασίας, την περιοριστική επιρροή του οποίου, μαζί με την παραγωγή μονομέρειας εκ μέρους του, συχνά επισημαίνουμε στους απογόνους τους” (1982, σ.22). Στην Αγία Οικογένεια, οι Μαρξ και Ένγκελς παρατηρούσαν: “Δεν υπάρχει ανάγκη για μεγαλύτερη οξυδέρκεια από τη διδασκαλεία του υλισμού για την φυσική καλοσύνη του ανθρώπου, την παντοδυναμία της εμπειρίας, της συνήθειας και της εκπαίδευσης, και την επιρροή του περιβάλλοντος στον άνθρωπο…πόσο απαραίτητα ο υλισμός σχετίζεται με τον κομμουνισμό και το σοσιαλσμό.” (1975, σ.154).

  4. Ο Ένγκελς στο Αντι-Ντύρινγκ αναφέρει από το Χέγκελ μια πρόταση: “ist die Freiheit, die Einsicht in die Notwindigkeit”. Ο Emile Burns τη μετέφρασε ως εξής: “Η ελευθερία είναι η εκτίμηση της αναγκαιότητας” (Μόσχα, σ.140). Όμως υπάρχει “αναγνώριση” αντί για “εκτίμηση” στην έκδοση του Πεκίνου (σ.144). Στη Μοσχοβίτικη μετάφραση του “Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός” του Λένιν, αποδίδοντας την ίδια πρόταση του Ένγκελς-Χέγκελ, υπάρχει η λέξη “αναγνώριση” στη νεοϋορκέζικη έκδοση των Απάντων του Λένιν (τόμος 13, σ. 154), ενώ στην μοσχοβίτικη έκδοσή τους (τ.14, σ. 187) και στο κείμενο που κυκλοφόρησε σε ξεχωριστό βιβλίο (σ.190), υπάρχει η λέξη “εκτίμηση”. Όλο αυτό προκάλεσε και προκαλεί ακόμα πολύ σύγχυση. Ο John Somerville σε μια πραγματεία του πρότεινε: “Η λέξη “επίγνωση”, όντας πολύ πιο κοντά στη λέξη “Einsicht” από όσο η “εκτίμηση” ή η “αναγνώριση”, εύστοχα αποτελεί, ως τμήμα του νοήματός της, βάση για καλύτερη δράση και έλεγχο (που ήταν κεντρικό στοιχείο τη σκέψη του Ένγκελς)”(σ.20).

  5. Όλες οι αναφορές στο Oxford English Dictionary (Compact Edition)

  6. Βλ. Bogomolov, σ.σ.52, 152. Η πηγή μπορεί να είναι Seneca, σ. 50, σημ. 17 (όπως αναφέρει η Wikipedia)

  7. Για τη σημασία των Ουτοπιών στην ιστορία, βλ. Morton και Bloch.

  8. H λέξη Ουτοπία στα λατινικά σημαίνει “μη χώρος”, ουτοπία. Το γενικό όνομα για κάθε φανταστική γη έχει προσαρμοστεί από τον τίτλο του έργου του More. Μερικά δείγματα από παλαιότερες και νεότερες ουτοπίες βρίσκονται στο J.W. Johnson (επιμ.), και την Ουτοπία του More (επιμέλεια R.M. Adams).

  9. Βλ. R.Bhattacharya 2000 και 2004 για περισσότερα.

Το κείμενο στα αγγλικά υπάρχει στο ινδικό περιοδικό Frontier, Vol.46, 2-8 Μάρτη 2014.

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: