Shan Hong: «Ανταγωνισμός» & «Ανταγωνιστικές Αντιθέσεις»

Μια απόπειρα πραγματείας περί “Ανταγωνισμού” & “Ανταγωνιστικών Αντιθέσεων”

Shan Hong

περιοδικό “Φιλοσοφική Έρευνα”, 1957, ν.2, σ.σ.128-132

Αυτό το ασυνήθιστο άρθρο θέτει σημαντικά ερωτήματα για τις συμβατικές ερμηνείες που δίνονται στις λεγόμενες “μη ανταγωνιστικές” αντιθέσεις. O συγγραφέας, που φαίνεται πως γράφει με ψευδώνυμο, ορίζει ως “ανταγωνιστική” την αντίθεση στην οποία “οι δύο πλευρές δεν ενδίδουν και δεν συμβιβάζονται”, όχι απλώς μια αντίθεση στην οποία οι δύο πλευρές επιδεικνύουν ανταγωνισμό τη μία ή την άλλη στιγμη. Ισχυρίζεται ότι αυτός ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας μιας ανταγωνιστικής αντίθεσης υπάρχει σε μια αντίθεση στην οποία “και οι δύο πλευρές είναι προδιατεθειμένες να ακολουθήσουν μια ανταγωνιστική μορφή πάλης προκειμένου αυτή να επιλυθεί”. Δέχεται ότι μια αντίθεση μπορεί να αλλάξει χαρακτήρα και να μετατραπεί από ανταγωνιστική σε μη ανταγωνιστική, ή το αντίθετο, αλλά αυτή η αλλαγή εμπεριέχει μια πολύ πιο θεμελιώδη και λιγότερο συχνή αλλαγή σε μια αντίθεση και δεν είναι απλώς επίδειξη ή μη επίδειξη ανταγωνισμού.

Ο στόχος αυτού του άρθρου είναι να πραγματευτεί εν συντομία τα παρακάτω ζητήματα: Τι είναι μια “ανταγωνιστική αντίθεση”; Έχουν η “ανταγωνιστική αντίθεση” και ο “ανταγωνισμός” την ίδια έννοια ή όχι; Αν όχι, τότε τι είδους σχέση υπάρχει μεταξύ τους; Πώς μπορεί μια ανταγωνιστική αντίθεση να μετασχηματιστεί σε μια μη ανταγωνιστική αντίθεση;

1.“Ανταγωνισμός” είναι μια μορφή πάλης σε μια αντίθεση-η μορφή μιας εξωτερικής σύγκρουσης. Αυτή η μορφή πάλης κύρια δείχνει τη μορφή που η αντίθεση αυτή λαμβάνει κατά τη στιγμη της τελικής της επίλυσης. Οι “Αντιθέσεις” [του Μαο Τσε Τουνγκ] επισημαίνουν ότι σε μια κοινωνία με ταξικές αντιπαραθέσεις “μόνο όταν η ανάπτυξη της αντίθεσης φτάσει σε ένα καθορισμένο στάδιο, η πάλη παίρνει τη μορφή ανοιχτού ανταγωνισμού, που, μέσα στο προτσές της ανάπτυξης του, μετασχηματίζεται σε επανάσταση”. Σίγουρα, κατά τη διαδικασία ανάπτυξης κάποιων αντιθέσεων, πολλές φορές μπορεί να προκύψει εξωτερική σύγκρουση επίσης, και αυτό είναι επίσης “ανταγωνισμός”. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να αρχίσουμε τη μελέτη αυτών των αντιθέσεων κατά την περίοδο της τελικής τους επίλυσης, και αναφορικά με τις μορφές πάλης που αναπόφευκτα λαμβάνουν.

Πιστεύω ότι η “ανταγωνιστική αντίθεση” και ο “ανταγωνισμός” είναι δύο διαφορετικές αλλά στενά συνδεδεμένες έννοιες. Ο “ανταγωνισμός” αφορά μια επιστημονική γενίκευση αναφορικά με τη μορφή πάλης ενός είδους αντίθεσης. Στη φύση ή την κοινωνία, μπορούμε πάντοτε να εντοπίσουμε την ύπαρξη κάποιων αντιθέσεων στις οποίες μια εξωτερική μορφή σύγκρουσης προκύπτει κατά τη στιγμή της τελικής τους επίλυσης. Οι εμφανίσεις αυτού του είδους εσωτερικής σύγκρουσης ποικίλλουν αρκετά και κάθε μια είναι διαφορετική. Υπάρχουν εκρήξεις βομβών και εκρήξεις ηφαιστείων, και υπάρχουν επίσης ένοπλες εξεγέρσεις και πόλεμοι που διαρκούν σχετικά πολύ χρόνο. Παρότι αυτές διαφέρουν από χιλιάδες πλευρές, ωστόσο, πάλι έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό και αυτό είναι ακριβώς η εξωτερική σύγκρουση. Η έννοια “ανταγωνισμός” σχηματίζεται μόνο με την απόδοση μιας επιστημονικής γενίκευσης σε αυτά τα ποικίλα και διαφορετικά φαινόμενα τα οποία έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό μια εξωτερικά συγκρουσιακή μορφή πάλης σε μια αντίθεση. Ο “ανταγωνισμός” δείχνει μόλις ένα χαρακτηριστικό ενός είδους μορφής πάλης σε μια αντίθεση, και όχι ό,τι καθορίζει το περιεχόμενο του είδους αυτής της μορφής πάλης.

Αν λέγεται ότι “ανταγωνισμός” είναι μια αντανάκλαση ενός είδους μορφής πάλης σε μια αντίθεση [και όχι ό,τι καθορίζει το περιεχόμενο του είδους αυτής της μορφής πάλης], τότε ο όρος “ανταγωνιστική αντίθεση” αντανακλά το περιεχόμενο αυτών των αντιθέσεων που αναπόφευκτα λαμβάνουν μια ανταγωνιστική μορφή ώστε τελικά να επιλυθούν. “Ανταγωνιστική αντίθεση” και “ανταγωνισμός” σχετίζονται όπως το περιεχόμενο με τη μορφή, και το πρώτο καθορίζει τη δεύτερη. Υπάρχει μια στενή, αδιαχώριστη σχέση μεταξύ τους, όμως αυτή η διάκριση δεν πρέπει να συσκοτίζεται. Είναι όπως η σχέση μεταξύ αξίας χρήσης και ανταλλακτικής αξίας. Αν δεν υπήρχε ανταλλακτική αξία, τότε ούτε αξία θα υπήρχε. Αν κατά την τελική περίοδο επίλυσης δεν λάμβαναν ανταγωνιστική μορφή, τότε ούτε ανταγωνιστικές αντιθέσεις θα υπήρχαν.

Η “ανταγωνιστική αντίθεση” είναι μια εξίσου επιστημονική έννοια, όμως δεν είναι συνώνυμη της “ταξικής εκμετάλλευσης”. Καθώς οι τομείς της φύσης και της κοινωνίας πάντοτε έχουν πλήθος αντιθέσεων που λαμβάνουν μια εξωτερική, ανταγωνιστική μορφή πάλης κατά τη στιγμή της τελικής επίλυσής τους [όμως δεν εμπεριέχουν ταξική εκμετάλλευση], τότε γιατί πρέπει να παίρνουν αυτό το είδος μορφής πάλης και όχι ένα άλλο είδος μορφής πάλης προκειμένου να είναι σε θέση να παλέψουν για να επιλυθούν; Αναμφίβολα, υπάρχουν έμφυτες αιτίες για τις οποίες την πήραν. Οι συγκεκριμένες αιτίες που αντιστοιχούν στο σύνθετο περιεχόμενο αντιθέσεων στον τομέα της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης δεν είναι οι ίδιες. Ωστόσο, έχουν επίσης ένα κοινό χαρακτηριστικό: ως αποτέλεσμα μιας επιστημονικής γενίκευσης, αυτό το είδος κοινών χαρακτηριστικών απολήγει σε μια επιστημονική έννοια, η οποία είναι ακριβώς η έννοια της “ανταγωνιστικής αντίθεσης”.

Τώρα, πρέπει να πάμε ένα βήμα παραπέρα και να μελετήσουμε τι είναι το περιεχόμενο της “ανταγωνιστικής αντίθεσης”. Με άλλα λόγια, χρειάζεται να μελετήσουμε απλώς πώς μια αντίθεση μπορεί να γίνει ανταγωνιστική αντίθεση. Εκτιμώ πως μια λεγόμενη “ανταγωνιστική αντίθεση” είναι ακριβώς η πάλη και των δύο πλευρών μιας εσωτερικής αντίθεσης κάποιων πραγμάτων οι οποίες δεν ενδίδουν και δεν συμβιβάζονται. Αυτό το είδος αντίθεσης περιέχει την ακόλουθη πραγματική δυνατότητα (ή μέγιστη πιθανότητα): κατά την τελική της επίλυση πρέπει να λάβει τη μορφή εξωτερικής σύγκρουσης. Κάποιες ανταγωνιστικές αντιθέσεις επίσης πρέπει να πάρουν πολλές μορφές εξωτερικών συγκρούσεων προκειμένου να επιλυθούν τελικά.

Οι δύο πλευρές μιας ανταγωνιστικής αντίθεσης, επομένως, δεν ενδίδουν και δεν συμβιβάζονται, επειδή αυτό είναι μια προϋπόθεση για την ύπαρξη αυτής της αντίθεσης, η οποία καθορίζεται από τα χαρακτηριστικά και των δύο πλευρών της αντίθεσης, τη σχέση μεταξύ τους, καθώς και από άλλους παράγοντες. Για παράδειγμα, ένας νεοσσός υπάρχει μέσα σε ένα κέλυφος αυγού. Από τη μια πλευρά, ο νεοσσός εξαρτάται από το κέλυφος αυγού, και από την άλλη, σε μια συγκεκριμένη περίοδο, χρειάζεται να σπάσει αυτό το κέλυφος. Αν όχι, δεν μπορεί να αναπτυχθεί και να ζήσει. Αναφορικά με το κέλυφος, από τη μια, αποτελεί προστασία για τη ζωή του νεοσσού, και από την άλλη, επίσης θέτει περιορισμούς οι οποίοι επιδρούν στην ανάπτυξη του νεοσσού. Καμία πλευρά της αντίθεσης δεν υποχωρεί έναντι της άλλης ή συμβιβάζεται με την άλλη. Σε τέτοιου είδους αντιθέσεις, το αρχικό στάδιο παραχωρεί τη θέση του σε μια φάση η οποία έχει ανταγωνιστικό χαρακτήρα, γιατί η επίλυσή τους πρέπει να περιλαμβάνει την πραγματική δυνατότητα να λάβουν ανταγωνιστική μορφή. Υπό συγκεκριμένες συνθήκες, ο νεοσσός σπάει το κέλυφος και βγαίνει έξω και η αντίθεση έχει τελικά επιλυθεί. Επίσης, σε μια ταξική κοινωνία, για παράδειγμα, στην αντίθεση μεταξύ εκμεταλλευτριών και εκμεταλλευόμενων τάξεων, αρχικά, και οι δύο πλευρές μιας αντίθεσης κοινούνται προς την προφανή απόκτηση ασυμβίβαστων και αδιάλλακτων ιδιοτήτων. Υπό φυσιολογικές περιστάσεις, η τελική επίλυση αυτού του είδους αντίθεσης επέρχεται μόνο όταν υλοποιείται η πραγματική δυνατότητα να λάβει αυτή ανταγωνιστική μορφή. Αυτό φυσικά έχει να κάνει με τα αντίθετα βασικά συμφέροντα των δύο πλευρών της αντίθεσης, όμως κατά τη μελέτη αυτού του είδους της “ανταγωνιστικής αντίθεσης”, η πιο σημαντική πτυχή είναι ότι η μάζα των εργαζόμενων ανθρώπων με τίποτα δεν θα υπόκεινται εθελοντικά σε εκμετάλλευση και καταστολή χωρίς να ξεσηκωθεί και να επαναστατήσει, και οι εκμεταλλεύτριες τάξεις με τίποτα δεν θα παραδοθούν άνευ όρων στους εργαζόμενους.

Αυτό είναι κάτι που χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση: μια ανταγωνιστική αντίθεση εξαρτάται από κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες και αυτές οι συνθήκες την κάνουν να υλοποιήσει την πραγματική δυνατότητα να λάβει ανταγωνιστική μορφή για την επίλυση αυτής της αντίθεσης: όμως αν αυτό το είδος της πραγματικής δυνατότητας απαιτεί να υπάρξει αλλαγή στην εξωτερική σύγκρουση, τότε νέες συνθήκες πρέπει πάλι να δημιουργηθούν. Για παράδειγμα, σε σχέση με μια έκρηξη βόμβας, μια κατάσταση έκρηξης πρέπει να προκύψει. Επίσης, για να ξεσπάσει ένας πόλεμος, πρέπει να προκύψουν οι συνθήκες ώστε μια πολιτική διαπάλη να μετατραπεί σε σύγκρουση. Σε φυσιολογικές περιστάσεις, ωστόσο, η εμφάνιση αυτού του είδους των συνθηκών είναι αναπόφευκτη, επομένως, το είδος αυτό της δυνατότητας είναι μια πραγματική δυνατότητα. Η ανταγωνιστική αντίθεση δεν πρέπει επ’ ουδενί να ερμηνεύεται ότι πάντοτε βρίσκεται σε μια κατάσταση εξωτερικής σύγκρουσης. Φυσικά, κατά τη διαδικασία ανάπτυξης μιας ανταγωνιστικής αντίθεσης, ένα άλλες συνθήκες μπορεί επίσης να εμφανιστούν, οι οποίες αλλάζουν αρκετά τα χαρακτηριστικά ή τη σχέση των δύο πλευρών της αντίθεσης, και τότε, μια ανταγωνιστική αντίθεση μετασχηματίζεται στο αντίθετό της.

2.Μερικοί σύντροφοι έχουν συμπεράνει ότι μια “ανταγωνιστική αντίθεση” είναι μια “αντίθεση στην οποία τα βασικά συμφέροντα και των δύο πλευρών δεν μπορούν να συμφιλιωθούν” ή απλούστερα λένε ότι το αποτέλεσμα είναι “μια αντίθεση βασικά αντιτιθέμενων ταξικών συμφερόντων”. Μια τέτοια διατύπωση προφανώς δεν μπορεί να γενικευτεί στα φυσικά φαινόμενα, επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί επιστημονικός ορισμός της “ανταγωνιστικής αντίθεσης”. Επιπλέον, μια τέτοια διατύπωση δεν είναι πλήρως κατάλληλη ούτε για τα κοινωνικά φαινόμενα. Επειδή αυτή η γενίκευση δεν περιλαμβάνει τις εσωτερικές αντιθέσεις και την πάλη των εκμεταλλευτριών τάξεων, δεν περιλαμβάνει ούτε την ποικιλία των μορφών των ταξικών αντιθέσεων σε νέες συνθήκες κατά το στάδιο της τελικής επίλυσής τους.

Για παράδειγμα, κατά την εποχή των αστικών επαναστάσεων, σε μερικές χώρες, η αστική επανάσταση πήρε τη μορφή ένοπλης πάλης για την κατάργηση του φεουδαρχικού συστήματος. Μπορεί αυτό να είναι η αντίθεση των βασικών συμφερόντων της καπιταλιστικής και της φεουδαρχικής τάξης ή όχι; Αν μπορεί να εξηγηθεί κατ’ αυτό τον τρόπο, τότε πώς πρέπει να ερμηνευτεί το γεγονός ότι σε μερικές χώρες δεν πήρε τη μορφή ένοπλης πάλης, επειδή υιοθέτησαν περισσότερο ή λιγότερο βελτιωμένες μορφές επίλυσης αντίθέσεων; Άλλο παράδειγμα: ο πόλεμος αναπόφευκτα ξεσπά μεταξύ ιμπεριαλισμών. Ασφαλώς, ανεξαρτήτως νέων συνθηκών που μπορεί να εμφανίζονται για πρώτη φορά, οι αντιθέσεις μεταξύ τους επίσης πρέπει να λάβουν χαρακτήρα πολέμου προκειμένου να επιλυθούν. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν είναι τα ταξικά συμφέροντα μεταξύ κάθε ιμπεριαλιστικής ομάδας βασικά αντιτιθέμενα αλλά πάλι βασικά ταυτόσημα; Είναι όλες τους οι αντιθέσεις ανταγωνιστικές και επίσης μη ανταγωνιστικές;

Ακολούθως, ας δούμε εν συντομία αν η διατύπωση ότι οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις είναι “αντιθέσεις βασικά αντιτιθέμενων ταξικών συμφερόντων” είναι κατάλληλη ακόμα και για ταξικές αντιθέσεις.

Η παραπάνω διατύπωση από κάποιους συντρόφους συναντά το πρόβλημα της αντίθεσης εργατικής και εθνικής αστικής τάξης κατά τη μεταβατική περίοδο στην Κίνα, παραδεχόμενη ότι η τελική της επίλυση υιοθετεί μια μη ανταγωνιστική μορφή, όμως επίσης μη παραδεχόμενη ότι το περιεχόμενο (ή η ποιότητα) της αντίθεσης φέρεται πως άλλαξε. Η διατύπωσή τους είναι: “υπό συγκεκριμένες συνθήκες, οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις μπορούν να υιοθετήσουν μια μη ανταγωνιστική μορφή επίλυσης”. Πιστεύω πως είναι αβάσιμη μια τέτοια διατύπωση. Κι αυτό γιατί: πρώτον, σε τελική ανάλυση, η μορφή καθορίζεται από το περιεχόμενο και η ανταγωνιστική φύση μιας αντίθεσης καθορίζει ότι κατά την τελική της επίλυση η αντίθεση αυτή αναπόφευκτα λαμβάνει ανταγωνιστική μορφή. Αν η φύση μιας αντίθεσης και η μορφή πάλης την οποία υιοθετεί ήταν τελείως ξεχωριστές, και η φύση της αντίθεσης δεν προκαλούσε κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα, τότε αυτό προφανώς δεν θα έστεκε λογικά. Η απάντηση είναι ότι η μορφή πάλης μιας πραγματικής αντίθεσης μπορεί να αλλάξει υπό “συγκεκριμένες συνθήκες”. Όμως, αναμφίβολα, χρειάζεται συγκεκριμένα να αναλύουμε τι είδους συνθήκες είναι αυτές οι “συγκεκριμένες συνθήκες” και να καθορίζουμε αν αυτό το είδος συνθηκών φέρεται να επηρεάζει ή όχι μόνο τις μορφές πάλης, και δεν μπορεί πραγματικά να αλλάξει την ποιότητα της αντίθεσης.

Ας υποθέσουμε ότι οι συνθήκες που εμφανίζονται είναι οι ακόλουθες: όχι μόνο επηρεάζουν τη μορφή της πάλης, αλλά, πάνω από όλα, επηρεάζουν το περιεχόμενο της αντίθεσης, επηρεάζουν τη θέση των δύο πλευρών της αντίθεσης, καθιστούν τη μία πλευρά της αντίθεσης ικανή να κάνει την άλλη να παραδοθεί ειρηνικά. Ας υποθέσουμε, ωστόσο, ότι δεν υπάρχει ακόμα η κατάσταση στην οποία καμμία εκ των δύο πλευρών δεν παραδίνεται και δεν συμβιβάζεται με την άλλη. Θα αποφαινόμασταν τότε ότι, τη στιγμή της τελικής της επίλυσης, αυτή η αντίθεση θα ήταν επίσης υποχρεωμένη να λάβει μια μη ανταγωνιστική μορφή; Σε μια τέτοια περίπτωση, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ποιότητα της αντίθεσης φαίνεται πως έχει αλλάξει; Πιστεύω ότι αυτό μπορεί πλήρως να εξηγηθεί ως ακολούθως: Στις “Αντιθέσεις” ο πρόεδρος Μαο μιλούσε ξεκάθαρα επ’αυτού: “Οι αντιθέσεις και η πάλη είναι καθολικές, απόλυτες, αλλά οι μέθοδοι για την επίλυση των αντιθέσεων, δηλαδή οι μορφές πάλης διαφέρουν ανάλογα με τη διαφορετική ποιότητα των αντιθέσεων, και δεν είναι ταυτόσημες: ορισμένες αντιθέσεις παίρνουν το χαρακτήρα ανοιχτού ανταγωνισμού, άλλες όχι” (έμφαση από το συγγραφέα). Νομίζω πως αυτό που λέγεται εδώ “ανοιχτός ανταγωνισμός” απλώς δείχνει την ποιότητα της αντίθεσης όπου καμμία εκ των δύο πλευρών της δεν ενδίδουν και δεν συμβιβάζονται, κάτι που από μόνο του μπορεί να αποφασίσει την τελική “μέθοδο επίλυσης της αντίθεσης” ή τη “μορφή πάλης”. Από την άλλη, αν η μέθοδος τελικής επίλυσης και η μορφή πάλης ενός είδους αντίθεσης είναι μη ανταγωνιστικές, τότε τι θα την καθορίσει; Αυτή προφανώς καθορίζεται από τη μη ανταγωνιστική φύση αυτού του είδους αντίθεσης.

Δεύτερον, ας υποθέσουμε πως κάποιος λέει ότι μια ανταγωνιστική αντίθεση μπορεί να υιοθετήσει μια μη ανταγωνιστική μορφή τελικής επίλυσης: ασφαλώς, σε μια άλλη κατάσταση, θα μπορούσε επίσης να ειπωθεί ότι μια μη ανταγωνιστική αντίθεση μπορεί να πάρει μια ανταγωνιστική μορφή τελικής επίλυσης. Προχωρώντας κατ’ αυτό τον τρόπο, όμως, δεν καταργείται ο επιστημονικός προβλεπτικός χαρακτήρας του μαρξισμού σε αυτό το ζήτημα; Αν, όταν αντιμετωπίζουμε έναν τύπο αντίθεσης, ακόμα δεν ξέρουμε τι μορφή πάλης η τελική της επίλυση θα λάβει, τότε πρέπει να “υποταχτούμε στις βουλές των ουρανών” και να βυθιστούμε στο βασίλειο της τυχαιότητας.

Στο σημείο αυτό φτάνουμε στο ερώτημα για το σκοπό της μελέτης της φύσης των αντιθέσεων. Οι αντιθέσεις μελετώνται ώστε να τις αποκαλύπτουμε και να τις επιλύουμε, και η ποιότητα των αντιθέσεων μελετάται προκειμένου να αποκαλύπτουμε το είδος της ποιότητάς τους, ώστε να αναδεικνύουμε εκ των προτέρων τη μορφή πάλης που αυτό το είδος αντίθεσης μπορεί αναπόφευκτα να πάρει τη στιγμή της τελικής της επίλυσης, και έτσι να υπάρχει η κατάλληλη προετοιμασία, να ακολουθήσουμε πολιτικές που αντιστοιχούν στην αντικειμενική πραγματικότητα, να προωθήσουμε την επίλυση των αντιθέσεων.

Στις “Αντιθέσεις”, ο πρόεδρος Μαο επεσήμαινε ότι το να γνωρίζουμε το στάτους του ανταγωνισμού σε μια αντίθεση είναι εξαιρετικά σημαντικό, καθώς “μας κάνει να καταλαβαίνουμε ότι σε μια ταξική κοινωνία, η επανάσταση και ο επαναστατικός πόλεμος είναι αναπόφευκτοι. Αν αυτό εγκαταλειφθεί, τότε δεν μπορούν να γίνουν άλματα της κοινωνικής ανάπτυξης, οι αντιδραστικές άρχουσες τάξεις δεν μπορούν να υποσκελιστούν ώστε ο λαός να είναι σε θέση να πάρει την πολιτική εξουσία”. Είναι πολύ ξεκάθαρο ότι αναγνωρίζουμε ανταγωνιστικές αντιθέσεις στην ταξική κοινωνία, ακριβώς για να συνεχίσουμε να ακολουθούμε τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία της κοινωνικής επανάστασης (σε συγκεκριμένες περιστάσεις, να χρησιμοποιούμε βία για να αποσπάσουμε την πολιτική εξουσία), να εμποδίσουμε ρεφορμιστικές επιθέσεις, και τελικά να επιλύσουμε αυτό το είδος ανταγωνιστικών αντιθέσεων. Αναμφίβολα, δεν μελετούμε τις ποιότητες των αντιθέσεων απλώς για να τις μελετούμε. Αν θεωρήσουμε ότι ένα είδος αντίθεσης (π.χ. μια ταξική αντίθεση) είναι εξαρχής προορισμένη να λάβει μη ανταγωνιστική μορφή κατά τη φάση επίλυσής της, όμως εμείς επιμένουμε ότι αυτό το είδος αντίθεσης είναι ανταγωνιστικό, τότε αυτό συνιστά μια μεγάλη παρέκκλιση από το στόχο της μελέτης της ποιότητας των αντιθέσεων, και έτσι χάνεται κάθε νόημα.

Εδώ έχουμε να κάνουμε και με το ζήτημα των μεθόδων μελέτης. Όλες οι αφηρημένες επιστημονικές έννοιες προκύπτουν και συνοψίζουν ένα μεγάλο αριθμό διαφορετικών φαινομένων αντικειμενικών πραγμάτων τα οποία διαφέρουν, όμως είναι ταυτόσημα από πλευράς ουσίας. Αυτές οι έννοιες θα πρέπει να παράγουν άλλες έννοιες, οι οποίες συνάδουν με την πραγματικότητα των πραγμάτων, όμως δεν θα πρέπει η πραγματικότητα να “στριμώχνεται” για να χωρέσει σε μια προκαθορισμένη έννοια. Δεν μπορούμε να προκατασκευάζουμε μια έννοια (ανεξαρτήτως αν αυτή είναι ή όχι επιστημονική) και έπειτα να βάζουμε σε μια σειρά τα πράγματα και να τα εξαναγκάζουμε να μπουν εντός αυτής της έννοιας: ό,τι συνάδει, θα παραμείνει, όμως ό,τι δεν συνάδει, θα βγει εκτός.

Το να ορίζει κανείς την έννοια “ανταγωνιστική αντίθεση” ως τα “βασικά αντιτιθέμενα ταξικά συμφέροντα” μάς οδηγεί στο εξής αποτέλεσμα: τα φυσικά φαινόμενα δεν έχουν να κάνουν με τις λεγόμενες κοινωνικές τάξεις και δεν ανταποκρίνονται σε αυτό το πλαίσιο, οπότε, αφήνεται στην άκρη, σε κάθε περίπτωση. Οι αντιθέσεις μεταξύ ιμπεριαλιστών δεν εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο, και αποτελούν επίσης μια εξαίρεση. Η αντίθεση εργατικής και καπιταλιστικής τάξης στην Κίνα εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο και οδηγείται στην επίλυση που ανταγωνιστικές αντιθέσεις λαμβάνουν, όμως αναφορικά με τη μορφή παλης που η τελική επίλυση αυτών των αντιθέσεων λαμβάνουν, επίσης χρειάζεται μια άλλη θεωρία, κοκ. Νομίζω ότι αυτό το είδος διαδικασίας δεν μπορεί να αποκαλείται επιστημονική μέθοδος. Για τη σωστή επιστημονική μελέτη του ζητήματος, είναι απαραίτητο πρώτα να επιστρέψουμε για δεύτερη φορά στη διερεύνηση του πραγματικού περιεχομένου της έννοιας “ανταγωνιστική αντίθεση”. Χωρίς τη σωστή έννοια, θα βυθιστούμε στη σύγχυση.

Αναμφίβολα, με αυτό δεν λέμε ότι η μέθοδος του να θεωρεί κανείς ότι “μια αντίθεση των οποίων οι δύο πλευρές αποτελούν βασικά αντιτιθέμενα συμφέροντα” ως το περιεχόμενο μιας ανταγωνιστικής αντίθεσης είναι εντελώς λάθος. Αν αυτό το είδος διατύπωσης χρησιμοποιούταν μόνο για την αντίθεση εκμεταλλευτριών και εκμεταλλευόμενων τάξεων, κάτι τέτοιο θα ήταν σωστό. Και οι δύο πλευρές της αντίθεσης μεταξύ εκμεταλλευτριών και εκμεταλλευόμενων τάξεων επιδεικνύουν συχνά άρνηση να ενδώσουν ή να συμβιβαστούν, όμως ένας παράγοντας για τον οποίο και οι δύο πλευρές αρνούνται να ενδώσουν ή να συμβιβαστούν είναι ακριβώς η βασική αντίθεση των ταξικών τους συμφερόντων. Ωστόσο, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να θεωρηθεί ο μοναδικός. Κατά τη μελέτη αυτού του είδους ανταγωνιστικής αντίθεσης θα μπορούσε να ειπωθεί ότι, αν μια αλλαγή στο συσχετισμό ταξικής δύναμης μπορεί να ενισχύσει τη μια από τις δύο πλευρές μιας αντίθεσης, και αυτή να κάνει μια παραχώρηση προς την άλλη πλευρά, αυτό συνιστά ένα βασικό χαρακτηριστικό και μπορεί να είναι μια πολύ σημαντική προϋπόθεση. Όταν αυτή η προϋπόθεση εμφανίζεται, η πραγματική δυνατότητα να λάβει η αντίθεση ανταγωνιστική μορφή για την τελική επίλυσή της μπορεί να εξαφανιστεί. Παρότι δύο ταξικά συμφέροντα εξακολουθούν να είναι βασικά αντιτιθέμενα, η ποιότητα αυτής της αντίθεσης αλλάζει.

Αυτό δείχνει ότι, παρότι το να θεωρεί κανείς μια ανταγωνιστική αντίθεση ως “μια αντίθεση βασικά αντιτιθέμενων ταξικών συμφερόντων” είναι μερικώς αληθινό, ο στενός και μονόπλευρος χαρακτήρας αυτής της διατύπωσης επίσης αποκαλύπτεται, και φαίνεται πως έχει μια τεχνητά αυστηρή, αντεπιστημονική έννοια. Το να τη χρησιμοποιούμε για να μελετούμε την ποιότητα μιας αντίθεσης αναπόφευκτα θα μας οδηγούσε σε αδιέξοδο.

Μερικοί σύντροφοι λένε πως το να αναγνωρίζει κανείς μια κατάσταση στην οποία η αντίθεση εργατικής και καπιταλιστικής τάξης θεωρείται μη ανταγωνιστική αντίθεση, θα συσκότιζε τη διάκριση μεταξύ αντιθέσεων εργατών και αγροτών και αντιθέσεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Πιστεύω πως αυτού του είδους η αντίληψη είναι αβάσιμη. Οι εργατοαγροτικές αντιθέσεις και οι αντιθέσεις εργασίας-κεφαλαίου έχουν μια βασική διάκριση, η οποία είναι ακριβώς η διάκριση μεταξύ βασικά ταυτόσημων και βασικά αντιτιθέμενων ταξικών συμφερόντων, όμως αυτή δεν είναι η διάκριση μεταξύ ανταγωνιστικών και μη ανταγωνιστικών αντιθέσεων.

H ανταγωνιστική αντίθεση απλώς δείχνει το είδος αντίθεσης των πραγμάτων στην οποία και οι δύο πλευρές είναι προδιατεθειμένες να πάρουν μια ανταγωνιστική μορφή πάλης προκειμένου αυτή η αντίθεση να επιλυθεί και δεν μπορεί να δείχνει το συγκεκριμένο χαρακτήρα “ανταγωνισμού”. Τα διάφορα ειδικά χαρακτηριστικά αντιθέσεων δεν θα πρέπει όλα να περιλαμβάνονται στις δύο έννοιες “ανταγωνισμός” και “μη ανταγωνισμός”. Για παράδειγμα, υπό τις παρούσες συνθήκες στην Κίνα, οι μορφές πάλης των αντιθέσεων εργατών-αγροτών και κεφαλαίου-εργασίας έχουν πολλά συγκεκριμένα σημεία διαφοράς, όμως έχουν ένα σημείο στο οποίο ταυτίζονται, το οποίο είναι ότι αυτές οι δύο ομάδες αντιθέσεων συγκεκριμένα λαμβάνουν μη ανταγωνιστικές μορφές για να επιλυθούν.

Αν η προαναφερθείσα αντίληψη είναι βάσιμη, τότε μπορούμε να θέσουμε τα παρακάτω ερωτήματα: μπορεί στη χώρα μας οι σημερινές αντιθέσεις εργασίας-κεφαλαίου και οι αντιθέσεις της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών όλου του έθνους πριν από την απελευθέρωση από τον ιμπεριαλισμό, τη φεουδαρχία και το γραφειοκρατικό καπιταλισμό, όλες να μελετώνται ως ανταγωνιστικές αντιθέσεις; Μπορεί να λέγεται ότι η διάκριση μεταξύ των δύο αυτών ομάδων αντιθέσεων συσκοτίζεται και μπορεί να λέγεται ότι διαχειριζόμαστε τις αντιθέσεις με την εθνική αστική τάξη και τις αντιθέσεις με τον ιμπεριαλισμό, τη φεουδαρχία και το γραφειοκρατικό καπιταλισμό, ωσάν να πρέπει να παίρνουν εντελώς ίδιες μορφές πάλης;

3.Οι ανταγωνιστικές και οι μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις μπορούν να μετασχηματιστούν η μία στην άλλη, όμως αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να το κάνουν αυτό. Μερικές ιδιότητες των αντιθέσεων βασικά δεν μπορούν να αλλάξουν. Για παράδειγμα, η βεβαιότητα του θανάτου εξηγείται ως η τελική επίλυση μιας αντίθεσης στη φυσιολογία ενός προσώπου.

Όμως πολλές ιδιότητες των αντιθέσεων μπορούν να αλλάξουν. Αυτό το είδος μετασχηματισμού εξαρτάται από συγκεκριμένες φυσικές και κοινωνικές συνθήκες. Όταν νέες συνθήκες εμφανιστούν, τότε επιτρέπουν την εμφάνιση αλλαγών στις θέσεις και τις σχέσεις μεταξύ δύο πλευρών μιας αντίθεσης και επίσης καθίσταται εφικτή η αλλαγή των ιδιοτήτων των αντιθέσεων. Ως παραδείγματα αντιθέσεων που μετατρέπονται σε μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις αναφέρουμε: στο καπιταλιστικό σύστημα, τις αντιθέσεις μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής, παραγωγής και αποβλήτων, πόλης και χωριού, πνευματικής και φυσικής εργασίας, ανταλλακτικής αξίας και αξίας χρήσης κλπ όλες τις αντιθέσεις που περιλαμβάνουν μια πραγματική δυνατότητα η τελική επίλυσή τους να πρέπει να πάρει μια ανταγωνιστική μορφή. Επομένως, αυτές οι αντιθέσεις είναι όλες ανταγωνιστικές αντιθέσεις. Η ποιότητα αυτών των αντιθέσεων εξαρτάται από τις κοινωνικές συνθήκες, όπως οι καπιταλιστικοί θεσμοί (υπάρχουν κάποιοι που εξαρτούν την ύπαρξή τους από κάθε εκμεταλλευτικό σύστημα). Αν αυτές οι συνθήκες συμβεί και αλλάξουν, για παράδειγμα, με την εγκαθίδρυση ενός νεοδημοκρατικού ή σοσιαλιστικού συστήματος, τότε, παρότι αυτές οι αντιθέσεις ενυπάρχουν σε αυτά τα πράγματα, ο ανταγωνισμός θα εξαφανιστεί.

Μπορούμε επίσης να πούμε κάτι τέτοιο και για τις ταξικές αντιθέσεις. Η ποιότητα των ταξικών αντιθέσεων επίσης εξαρτάται από συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες. Στη γενική κατάσταση, οι ταξικές αντιθέσεις είναι ανταγωνιστικές αντιθέσεις, και αυτό επειδή όσοι εξαρτούν την ύπαρξή τους από κάποιον άλλο είναι μια εκμεταλλεύτρια τάξη, η οποία κατέχει την άρχουσα θέση στο κοινωνικό σύστημα. Αν μεγάλες αλλαγές συμβουν σε αυτό το σύστημα, πώς μπορεί η ποιότητα των αντιθέσεών του να παραμείνει απαράλλαχτη;

Ασφαλώς, μια αλλαγή στις αντικειμενικές συνθήκες δεν προκαλεί πάντοτε απαραίτητα αλλαγή στην ποιότητα της αντίθεσης (για παράδειγμα, μετά την απελευθέρωση όλης της χώρας, η αντίθεση αγροτιάς και μεγαλοκτηματιών εξακολουθεί να έχει ανταγωνιστική μορφή επίλυσης), εξαιτίας της ανεπαρκούς της εφαρμογής σε κάποια είδη αντίθεσης ώστε να υλοποιήσουν αυτές την πραγματική δυνατότητα ειρηνικής επίλυσης. Δεν μπορούμε, ωστόσο, να αρνηθούμε ότι οι αντικειμενικές συνθήκες αλλάζουν την ποιότητα μιας αντίθεσης, μια αλλαγή που προκαλεί μια καταλυτική δράση. Το σημαντικό είναι η συγκεκριμένη ανάλυση της ποιότητας κάθε αντίθεσης και η εύρεση των πραγματικών δυνατοτήτων που περιέχονται σε αυτή.

Μερικοί πιστεύουν ότι, αναφορικά με τις ταξικές αντιθέσεις, μια ανταγωνιστική αντίθεση πρέπει να εξαλειφθεί και δεν μπορεί να μετασχηματιστεί. Νομίζω πως αυτή η άποψη είναι κάπως απόλυτη. Είναι αλήθεια ότι, στο παρελθόν, οι ταξικές αντιθέσεις που μετασχηματίζονταν και καθίσταντο μη ανταγωνιστικές είναι σπάνιο φαινόμενο. Και τώρα, κάτι τέτοιο δεν θα μπορεί να είναι ένα καθολικό φαινόμενο. Όμως, φοβάμαι πως είναι λάθος το να μη λαμβάνουμε υπόψη τις αλλαγές στη διεθνή κατάσταση, τις αλλαγές στην κοινωνική κατάσταση κάθε χώρας, τις εσωτερικές αντιτιθέμενες τάξεις σε μια χώρα και την αλλαγή των χαρακτηριστικών και των σχέσεων μεταξύ τους, αλλά να στεκόμαστε πεισματικά σε μια μόνο φόρμουλα. Θέλω να κάνω μια παρόμοια, αλλά όχι πολύ συγκεκριμένη, αναλογία (γιατί μια ταξική αντίθεση είναι μια ταξική αντίθεση, αλλά δεν είναι όλες οι ανάλογες περιπτώσεις ταξικές αντιθέσεις): στο παρελθόν, στη χώρα μας, ήταν απαραίτητο να λέμε ότι μεταξύ των κομμάτων που εκπροσωπούν τα συμφέροντα και τις ιδέες της εθνικής αστικής τάξης και του ΚΚΚ υπήρχε μια ανταγωνιστική αντίθεση. Όμως, τώρα, ίσως καταλήξουμε σε μια σοσιαλιστική κοινωνία μετά από πολλά χρόνια, και αυτές οι ομάδες κομμάτων να παραμένουν και να συνυπάρχουν ακόμα με το ΚΚΚ για μια μακρά χρονική περίοδο. Μπορεί τότε να λέει κανείς πως η αντίθεσή τους με το ΚΚΚ θα παραμένει ανταγωνιστική; Νομίζω είναι απίθανο κανείς να ισχυριστεί ότι αυτή θα είναι μια ανταγωνιστική αντίθεση. Με άλλα λόγια, αν η ποιότητα αυτού του είδους των αντιθέσεων, που είναι παρόμοια με μια ταξική αντίθεση, μπορεί επίσης να αλλάξει, εξαιτίας της αλλαγής και του μετασχηματισμού των κοινωνικών συνθηκών, τότε γιατί μια ταξική αντίθεση δεν μπορεί να μετασχηματιστεί στο αντίθετο από ό,τι αναμενόταν;

Εν συντομία, το γεγονός ότι οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις μπορούν να μετασχηματιστούν σε μη ανταγωνιστικές απλώς σημαίνει ότι κατά την τελική τους επίλυση αυτού του είδους οι αντιθέσεις φάνηκε ότι έχουν πραγματικές δυνατότητες να λάβουν ανταγωνιστική μορφή, όμως αυτή η αρχική υπαρκτή δυνατότητα να λάβουν ανταγωνιστική μορφή τείνει να εξαφανιστεί.

Μερικοί άνθρωποι λένε ότι μια αντίθεση διαπερνάται από ανταγωνισμό κάμποσες φορές πριν να μπορέσει να επιλυθεί τελικά, και λένε ότι το αποτέλεσμα είναι ότι ο ανταγωνισμός και ο μη ανταγωνισμός συχνά αλλάζουν. Σήμερα, αν μια πάλη μιας αντίθεσης λάβει ανταγωνιστική μορφή, τότε θα λέγεται ότι αυτό το είδος αντίθεσης είναι ανταγωνιστικό: αν μελλοντικά η πάλη μιας αντίθεσης λάβει μη ανταγωνιστική μορφή, τότε θα λέγεται ότι αυτό το είδος αντίθεσης μετατράπηκε σε μη ανταγωνιστικό. Αυτός ο τρόπος κατανόησης του μετασχηματισμού μιας αντίθεσης, όχι μόνο συγχέει τη μορφή με το περιεχόμενο, αλλά ακυρώνει τον καθορισμό της μορφής από το περιεχόμενο.

Εκτιμώ πως μια αντίθεση είναι ανταγωνιστική ή μη ανταγωνιστική, ανάλογα με την υπαρκτή δυνατότητα της μορφής πάλης που παίρνει κατά τη στιγμή της επίλυσής της. Κατά τη διαδικασία, δε, ανάπτυξης των αντιθέσεων, η επιρροή ενός αριθμού παραγόντων μπορεί να καταστήσει μια ανταγωνιστική αντίθεση να πάρει μια μη ανταγωνιστική μορφή πάλης και μπορεί επίσης να κάνει μια μη ανταγωνιστική αντίθεση να πάρει ανταγωνιστική μορφή πάλης.

Ως παράδειγμα του πρώτου είδους μετασχηματισμού, ας αναλογιστούμε ότι στο καπιταλιστικό σύστημα, οι αντιθέσεις εργατικής και καπιταλιστικής τάξης γενικά είναι όλες ανταγωνιστικές. Πέραν της μορφής εξωτερικού ανταγωνισμού που αναπόφευκτα παίρνει κατά την τελική της επίλυση αυτή η αντίθεση, εξωτερικός ανταγωνισμός συχνά φαίνεται και κατά τη διαδικασία ανάπτυξής της. Όμως, σίγουρα, δεν μπορεί αυτό το είδος εξωτερικού ανταγωνισμού να συμβαίνει κάθε μέρα. Μετά από μια οικονομική κρίση μπορεί να υπάρξει μια ανάκαμψη, μια φάση ευημερίας, και μετά το τέλος ενός απεργιακού αγώνα μπορεί να υπάρξει μια περίοδος επιστροφής στην εργασία. Κατά την περίοδο αυτή, η αντίθεση λαμβάνει μια μη ανταγωνιστική μορφή. Η εμφάνιση της μορφής αυτού του είδους καθοριζεται από πολλές αντικειμενικές συνθήκες. Το ζήτημα είναι αν αυτές οι αντικειμενικές συνθήκες είναι ανεπαρκείς να αλλάξουν τη θέση και τη σχέση των δύο πλευρών μιας αντίθεσης και ανεπαρκείς να υλοποιήσουν την πραγματική δυνατότητα να λάβει μια αντίθεση μη ανταγωνιστική μορφή κατά την τελική επίλυση της. Επομένως, η εμφάνιση αυτού του είδους μη ανταγωνιστικής μορφής υποβόσκει έναν πιο σοβαρό ανταγωνισμό.

Ως παράδειγμα του δεύτερου είδους μετασχηματισμού, ας αναλογιστούμε μια κατάσταση όπου μια τσιφλικάδικη τάξη είναι στην εξουσία και μια αγροτική αναταραχή ξεσπά σε ένα τμήμα της χώρας. Η αντίθεση εργατικής τάξης και αγροτιάς είναι μη ανταγωνιστική, όμως η εμφάνιση ενός αριθμού αντικειμενικών συνθηκών γεννά μερικό, προσωρινό εξωτερικό ανταγωνισμό. Το ζήτημα είναι αν αυτό το είδος του μερικού, προσωρινού εξωτερικού ανταγωνισμού πιθανώς να μη μπορούσε να αλλάξει την ποιότητα της αντίθεσης και να μη μπορούσε να υλοποιήσει την πραγματική δυνατότητα να λάβει αυτή η αντίθεση ανταγωνιστική μορφή κατά την περίοδο της τελικής της επίλυσης.

Συνάγεται από αυτό, νομίζω, ότι για κάθε είδος αντίθεσης το οποίο, κατά τη διαδικασία ανάπτυξής της, λαμβάνει διάφορες μορφές πάλης, θα πρέπει να εξεταστεί η πραγματική δυνατότητα να λάβει κατά την περίοδο της τελικής της επίλυσης τη μια ή την άλλη μορφή πάλης, και θα πρέπει επίσης να εξεταστεί η ποιότητα της αντίθεσης. Οι αντικειμενικές συνθήκες για να πάρει τη μια ή την άλλη μορφή πάλης θα πρέπει να αναλύονται συγκεκριμένα, όμως δεν χρειάζεται να συγχέει κανείς τις μορφές πάλης.

Αναφορικά με την επίδραση της μορφής πάλης στο περιεχόμενο μιας αντίθεσης, θα πρέπει και αυτό να μελετάται. Για παράδειγμα, αν σε ένα είδος μη ανταγωνιστικής αντίθεσης, εξαιτίας της επίδρασης αντικειμενικών συνθηκών, συχνά ξεσπά μια ανταγωνιστική μορφή, τότε αυτό μπορεί να προκαλέσει το μετασχηματισμό της ποιότητας της αντίθεσης. Παρότι το ζήτημα αυτό έχει μια αρκετά προφανή σχέση με το αντικείμενο αυτού του άρθρου, περαιτέρω ανάλυση δεν μπορεί να δωθεί εδώ.

Αν ένα είδος αντίθεσης θεωρείται ότι έχει χάσει τη δυνατότητα να λάβει εξωτερικό ανταγωνισμό κατά την τελική επίλυσή της, κάτι τέτοιο καθόλου δεν αποκλείει να έχει ταυτόχρονα επιπρόσθετες δυνατότητες. Αυτές οι τελευταίες, ωστόσο, δεν είναι πραγματικές δυνατότητες (είναι συγκριτικά μικρές ή πολύ μικρές) και είναι μετά βίας η δυνατότητα μιας αναπόφευκτης ανάγκης για αλλαγή. Αν ο Μαρξ πριν από πολύ καιρό παρουσίαζε τη Μεγάλη Βρετανία ως μια πανίσχυρη χώρα, όπου υπήρχε η δυνατότητα η καπιταλιστική της τάξη ειρηνικά να παραδοθεί στο προλεταριάτο, αυτή η δυνατότητα δεν εξακολουθεί να είναι πραγματική. Αυτός απλώς θεωρούσε ότι η βρετανική εργατική τάξη είχε την ικανότητα να καταστεί τόσο μεγάλη και ισχυρή ώστε να θέσει υπό τον έλεγχό της την καπιταλιστική τάξη και ότι, αν προέκυπταν αργότερα οι κατάλληλες συνθήκες, οι οποίες θα έδειχναν την πρόθεση της καπιταλιστικής τάξης, και οι οποίες θα έδειχναν επίσης την εμφάνιση των συνθηκών που προκαλούσαν την πρόθεση να παραδοθεί ειρηνικά, αυτό το είδος της δυνατότητας θα μπορούσε να αλλάξει και να γίνει πραγματική δυνατότητα. Επί του παρόντος, στη Βρετανία υπάρχει ακόμα η πραγματική δυνατότητα η αντίθεση εργατικής και καπιταλιστικής τάξης να πάρει ανταγωνιστική μορφή κατά την τελική επίλυσή της. Θα μπορούσε επίσης να συμβεί, μετά τον πόλεμο αντίστασης της χώρας μας ενάντια στην Ιαπωνία να συνεχίζαμε να διατηρούμε την υπάρχουσα τότε ενωτική κατάσταση και να αποφεύγαμε την υλοποίηση της δυνατότητας εμφυλίου πολέμου μεταξύ του κόμματός μας και της αντιδραστικής ομάδας του Κουομιντάνγκ. Το κόμμα κατέβαλε μια μεγάλη προσπάθεια για αυτή την αλλαγή. Όμως εκείνη την εποχή, η πραγματική δυνατότητα εμφάνισης κρίσης εμφυλίου πολέμου αυξανόταν επικίνδυνα (τελικά ο Τσανγκ Κάι Σεκ ακύρωσε τη συμφωνία εκεχειρίας, και άρχισε έναν πανεθνικής κλίμακας εμφύλιο πόλεμο ενάντια στο λαό) και τελικά αυτή η αντίθεση πήρε μια ανταγωνιστική μορφή επίλυσης. Κυρίως εξαιτίας αυτού, επομένως, οι δύο προαναφερθέντες τύποι αντιθέσεων ήταν τότε και οι δύο ανταγωνιστικές αντιθέσεις.

Το κείμενο στα αγγλικά:http://marxistphilosophy.org/57antag.pdf

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: