Ajith (ΚΚ Ινδίας (Μαοϊκό)): Ανάλυση για την εξωτερική πολιτική της Ινδίας

Ajith: Τα όνειρα του ινδικού επεκτατισμού να καταστεί μεγάλη δύναμη – Η Εξωτερική Πολιτική του Μόντι

Σχεδόν ένα χρόνο στην εξουσία, το καθεστώς Μόντι, πέρα από διάφορες αποφάσεις που καθιστούν περαιτέρω εύκολη τη λεηλασία της χώρας από τους ιμπεριαλιστές, ακόμα δεν έχει να παραθέσει κάτι το ουσιαστικό στο μέτωπο της λεγόμενης “οικονομικής ανάπτυξης”. Παρά τα μεγάλα κέρδη από τη δραστική μείωση των τιμών του αργού πετρελαίου, τα οικονομικά της κεντρικής κυβέρνησης βρίσκονται ακόμα σε πολύ άσχημη κατάσταση. Με την προπαγάνδα περί γρήγορης οικονομικής ανάπτυξης να έχει πια ξεφουσκώσει, οι προπαγανδιστές του Μόντι τώρα στρέφονται στην εξωτερική πολιτική του. Ισχυρίζονται ότι ο Μόντι επιτυχώς, με τις κινήσεις του, έχει εκτινάξει την Ινδία σε μια εξέχουσα θέση στην παγκόσμια αρένα. Με την επίσκεψη του Ομπάμα ως του βασικού καλεσμένου στην παρέλαση την Ημέρα της Δημοκρατίας αυτή η προπαγάνδα έφτασε στο αποκορύφωμά της. “Ισχυρή”, “δυναμική”, “στρατηγική”: κατακλυστήκαμε από τέτοιους επιθετικούς προσδιορισμούς για την Ινδία.. Βλέποντας όμως από πιο κοντά τα πράγματα, η πραγματικότητα είναι εντελώς αντίθετη.

Ο Μόντι έχει, στην πραγματικότητα, φέρει την Ινδία πιο κοντά με τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της, Ιαπωνία και Αυστραλία, οι οποίοι είναι ζωτικής σημασίας για το στρατηγικό σχέδιο των ΗΠΑ για ανάσχεση της Κίνας. Οι στενότεροι δεσμοί με το Βιετνάμ και το Φίτζι παρουσιάζονται ως αντίβαρο στην κινεζική διείσδυση στη Νότια Ασία. Όμως εκεί που πραγματικά ενδιαφέρει τον Ινδικό επεκτατισμό, στη Νότια Ασία, σταθερά αυτός πιέζεται από το αυξανόμενο βάρος της Κίνας. Παρότι οι ινδοί ηγέτες πέτυχαν ξανά να μπλοκάρουν την είσοδο της Κίνας, δεν απέτρεψαν το ζήτημα αυτό να καταστεί ένα από τα βασικά θέματα συζήτησης στη Σύνοδο της Ένωσης Περιφερειακής Συνεργασίας Νότιας Ασίας (SAARC) το Νοέμβρη του 2014. Μάλιστα, η ένταξη της Κίνας κέρδισε περισσότερους υποστηρικτές. Πέρα από το Πακιστάν, τώρα και η Σρι Λανκα και οι Μαλδίβες συνηγόρησαν σε αυτό, με το Νεπάλ σιωπηλά να συναινεί. Η Κίνα κομίζει την υπόσχεση για κολοσιαίες επενδύσεις, κάτι που σημαίνει και υψηλές προμήθειες, οπότε δεν βλέπουν το λόγο να αρνούνται. Μια τέτοια κατάσταση βρήκε τελικά την αντανάκλασή της στη διατύπωση της διακήρυξης της Συνόδου του Νοέμβρη του 2014 της SAARC, η οποία όρισε το καθήκον “….να εμπλέξει τους Παρατηρητές της SAARC σε παραγωγική συνεργασία που θα αυξάνει τη ζήτηση και θα βασίζεται σε ορθολογικά πρότζεκτ σε περιοχές προτεραιότητας όπως αυτές έχουν οριστεί από τα Κράτη-Μέλη”. Η αντίθεση της Ινδίας απομονώνεται όλο και πιο πολύ, γιατί θεωρείται πως κωλυσιεργεί τα παραπάνω. Στο μεταξύ, τα πλάνα του Ινδικού επεκτατισμού για μεγαλύτερη και γρηγορότερη οικονομική διείσδυση στη Νότια Ασία μέσω μιας Εμπορικής Συμφωνίας εξακολουθούν να μπλοκάρονται από το Πακιστάν.

Πολλές άλλες εξελίξεις επίσης υπογραμμίζουν τα όρια των πρωτοβουλιών του Μόντι στη Νότια Ασία. Οι Μαλδίβες έχουν στραφεί εδώ και καιρό προς την Κίνα. Η απόσπαση ενός μεγάλου πρότζεκτ κατασκευής αεροδρομίου από μια Ινδική εταιρία και η ανάθεσή του σε έναν κινεζικό κατασκευαστικό όμιλο ήταν η πλέον χαρακτηριστική ένδειξη αυτής της τάσης, η οποία ενισχύεται περαιτέρω από την απόφαση της κυβέρνησης των Μαλδίβων να υιοθετήσουν το Θαλάσσιο Δρόμο του Μεταξιού του 21ου αιώνα (MSR) που προωθεί ο κινεζικός επεκτατισμός. Ο MSR προσβλέπει σε μια ανάπτυξη της θαλάσσιας οδού, από την κινεζική επαρχία Φουτζιάν προς τη Μεσόγειο, μέσω της Νότιας Ασίας και της Ανατολικής Αφρικής. Λειτουργεί συμπληρωματικά προς το χερσαίο Δρόμο του Μεταξιού, ο οποίος προτείνεται να περάσει μέσα από την Κεντρική Ασία, συνδέοντας Κίνα με Ευρώπη. Η προσχώρηση των Μαλδίβων στον MSR περιλαμβάνει την κατασκευή ενός λιμανιού μεγάλου βάθους στη βορειότερη ατόλη τους, η οποία θα ανοίξει χώρο για την κινεζική ναυτική δραστηριότητα. Ο πρόεδρος των Μαλδίβων, Αμπντουλά Γιαμίν, επίσης έχει κηρύξει μια στροφή του βλέμματος “προς Ανατολάς” στην εξωτερική πολιτική, δηλαδή, μια στροφή σε στενότερους δεσμούς με την Κίνα. Η αιτιολόγηση ήταν πως η οικονομική συνεργασία με την Κίνα δεν θέτει σε κίνδυνο την “ισλαμική” ταυτότητα των Μαλδίβων, αντίθετα με τους δεσμούς με “Δυτικές αποικιακές δυνάμεις”. Είναι προφανές πως, στην πραγματικότητα, κατά νου είχε την Ινδία, η οποία είχε προσπαθήσει να προωθήσει ένα νέο κέντρο εξουσίας στις Μαλδίβες, υπό την προεδρία του Μοχάμεντ Νάσεντ, που δεν ήταν τμήμα της παραδοσιακής ηγετικής ελίτ. Όμως, οι σημαίες του βραχμανικού ινδουισμού και του Ινδουιστικού Εθνικιστικού Κινήματος (Sangh Parivar) που κομίζει το καθεστώς Μόντι, ασφαλώς, δεν πρόκειται να διευκολύνουν το δρόμο του Ινδικού επεκτατισμού προς τις Μαλδίβες.

Αν οι Μαλδίβες αποτελούν το νέο πονοκέφαλο για τους Ινδούς ηγέτες, η Σρι Λανκα, υπό τον πρώην πρόεδρό της, Μαχίντα Ραγιαπάκσε, ρητά είχε αυξήσει την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του Κινεζικού επεκτατισμού. Οι επαναλαμβανόμενες προσκλήσεις κινεζικών υποβρυχίων σε σριλανκέζικα λιμάνια, παρά την αντίθεση του Ν.Δελχί, ήταν σημαντική είδηση στα ινδικά ΜΜΕ, η οποία συνοδευόταν από ρεπορτάζ για το πώς η κυβέρνηση Μόντι γνωστοποιούσε στο Ραγιαπάκσε την “έντονη δυσαρέσκειά” της. Όμως, τίποτα δεν έδειξε πως αυτό ένοιαζε το Κολόμπο. Το καθεστώς Μόντι, αναμφίβολα, ελπίζει ότι η νέα προεδρία του Μαϊθριπάλα Σιρισένα θα συμβάλει πάλι στη διασφάλιση της κυριαρχίας του επί της Σρι Λάνκα. Διάφορα πρόσφατα ρεπορτάζ δείχνουν πως η αποσκίρτιση του Σιρισένα από το στρατόπεδο του Ραγιαπάκσε και η επιτυχία του στο σχηματισμό μιας νικηφόρας συμμαχίας δεν ήταν μια ξαφνική εξέλιξη, αλλά προϊόν πολύμηνων μυστικών διαπραγματεύσεων μεταξύ διαφόρων δυνάμεων, και με την ινδική υπηρεσία πληροφοριών RAW να διαδραματίζει ηγετικό ρόλο. Το αποτέλεσμα αυτών ήδη φαίνεται στις δηλώσεις των νέων Σριλανκέζων ηγετων περί “διόρθωσης της ανισορροπίας” στις διεθνείς σχέσεις της Σρι Λάνκα και την έκτακτη επίσκεψη στο Ν.Δελχί από το νέο Υπουργό Εξωτερικών. Όμως οι αυξανόμενες σχέσεις της Σρι Λάνκα και της Κίνας, ακόμα και σε βάρος της Ινδίας, δεν ήταν απλώς το αποτέλεσμα μόνο μιας πολιτικής του Ραγιαπάκσε. Βασίζονται στα συμφέροντα των άρχουσων τάξεων της Σρι Λάνκα. Παρά την αλλαγή καθεστώτος, αυτές θα συνεχίσουν να προσπαθούν να επωφελούνται από τους ελιγμούς μεταξύ του Ινδικού και του Κινεζικού επεκτατισμού. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, μπορεί να υπάρξει κάποια απομάκρυνση της κυβέρνησης Μαϊθριπάλα από την ανοιχτή στροφή του Ραγιαπάκσε προς την Κίνα, προκειμένου να ελίσσονται ακόμα πιο καλά. Η Κίνα έχει επενδύσει σχεδόν 300 δις ρουπίες (σ.parapoda: περίπου 4,4 δις €) σε σύγκριση με 1,8 δις ρουπίες (σ.parapoda: περίπου 26,5 εκ. €) που έχει επενδύσει η Ινδία.

Στο μεταξύ, το Πακιστάν έχει ενισχύσει τους δεσμούς του με τη Ρωσία, η οποία του παρέδωσε οπλισμό υψηλής τεχνολογίας, αγνοώντας τις αντιρρήσεις της ινδικής άρχουσας τάξης. Στην πρόσφατη συνάντηση Πούτιν-Μόντι συνεχώς χρησιμοποιούταν η συνήθης φρασεολογία περί “στρατηγικής συνεργασίας” Ρωσίας-Ινδίας. Μετά τις συνήθεις καταδίκες της “τρομοκρατίας”, το κοινό ανακοινωθέν τους αναφέρει ότι “οι δύο ηγέτες εξέφρασαν την ελπίδα ότι κάθε ασφαλές καταφύγιο για τους τρομοκράτες θα εξαλειφθεί χωρίς καθυστέρηση και ότι η τρομοκρατία θα ξεριζωθεί πλήρως από την κοινή περιοχή των χωρών εντός δεκαετίας”. Εδώ πρόκειται για μια αλλαγή στη διατύπωση σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό ανακοινωθέν όπου η στοχοποίηση του Πακιστάν ήταν τότε εμφανής: “(…) τρομοκρατικές ενέργειες(…) μπορεί να έχουν διεθνείς διασυνδέσεις και πέραν των συνόρων. Τα κράτη που βοηθούν, υποκινούν ή παρέχουν καταφύγιο για τέτοιες τρομοκρατικές δράσεις είναι εξίσου ένοχα με τους φυσικούς αυτουργούς των ενεργειών αυτών”. Παρότι η Ινδία παραμένει μια βασική αγορά για τα ρωσικά όπλα, και είναι και οι δύο μέλη των BRICS, η Μόσχα προφανώς αναπροσαρμόζει τις σχέσεις της στη Νότια Ασία, δεδομένης της αυξανόμενης εξάρτησης των ινδών ηγετών από την Ουάσινγκτον. Βραχυπρόθεσμα, δεν θα υπάρξει πλήρης αναδιαμόρφωση του πλαισίου- η Ινδία έχει γεωπολιτική αξία για το ρωσικό ιμπεριαλισμό, αν μη τι άλλο ως ανάχωμα για την Κίνα. Όμως τα άμεσα ωφέλη για το Πακιστάν, όπως και η συνεπαγόμενη αποδυνάμωση της επιρροής του Ινδικού επεκτατισμού, είναι προφανή.

Συνολικά, στο ζήτημα της επιθετικής στροφής των ινδικών συμφερόντων από το “Βλέμμα προς ανατολάς” στη “Δράση προς ανατολάς”, το καθεστώς Μόντι παραμένει στο σημείο που τα άφησε η (σ.parapoda: προηγούμενη κυβέρνηση της Ινδίας) Ενωμένη Προοδευτική Συμμαχία (UPA). Η εξωτερική πολιτική του Μόντι χαρακτηρίζεται από κάποιους (και επικρίνεται από κάποιους άλλους, όπως τους ρεβιζιονιστές του ΚΚ Ινδίας και του ΚΚ Ινδίας (Μαρξιστικού)) ως πλήρη ρήξη με την μέχρι τώρα πολιτική. Η εμβάθυνση των δεσμών με το Σιωνιστικό Ισραήλ, η πρακτική εγκατάλειψη της μακρόχρονης υποστήριξης του ινδικού κράτους στο Παλαιστινιακό ζήτημα, συχνά φέρεται ως ένα παράδειγμα αυτής της ρήξης. Η σιωπή του ινδικού κράτους στην περσινή γενοκτονία στη Γάζα σαφώς συνιστά μια πειστική ένδειξη. Όμως, μια πιο ουσιαστική μελέτη της ινδικής εξωτερικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων και των σημερινών ιδιαιτεροτήτων και αποχρώσεων, απαιτεί μια πιο προσεκτική ματιά. Η εκπληκτική στροφή στο παλαιστινιακό δεν είναι απλώς μια πολιτική του Μόντι ή του Λαϊκού Κόμματός του (BJP). Οι διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ εγκαινιάστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 από το Ινδικό Κογκρέσο που είχε τότε επικεφαλής το Ναρασίμχα Ράο. Αυτές διατηρήθηκαν και ενισχύθηκαν τις ακόλουθες δεκαετίες από τις κεντρικές κυβερνήσεις που σχηματίστηκαν ή υποστηρίχτηκαν από κόμματα από όλο το φάσμα των κοινοβουλευτικών δυνάμεων, δηλαδή από δεξιές, όπως το BJP, ως και δήθεν αριστερές, όπως το ΚΚΙ(Μ). Η συνέχεια στον προσανατολισμό της ινδικής εξωτερικής πολιτικής, ανεξαρτήτως κυβέρνησης, είναι εκπληκτική. Αυτός πηγάζει από τις επεκτατικές φιλοδοξίες ενός κράτους που στην ουσία του είναι ένα μεταπρατικό κράτος. Οι σημαντικές στροφές στον προσανατολισμό της εξωτερικής του πολιτικής, κατά τη διάρκεια των 7 δεκαετιών ύπαρξής του, είναι όλες ενταγμένες στο πλαίσιο αυτό της συνέχειας.

Δύο περιόδους μπορούμε να διακρίνουμε. Η πρώτη ήταν αυτή της λεγόμενης “Μη Δέσμευσης”, η οποία εγκαινιάστηκε από το Τζαβαχαρλάλ Νεχρού, τον πρώτο πρωθυπουργό της Ινδίας. Παρότι υπονοούσε μια ανεξάρτητη στάση της Ινδίας στα διεθνή ζητήματα, στην πραγματικότητα ήταν ένας ευφημισμός για τους ελιγμούς των ινδικών αρχουσών τάξεων στην παγκόσμια αρένα. Δύο παράγοντες κατέστησαν κάτι τέτοιο εφικτό. Ο πιο σημαντικός ήταν η αντικατάσταση της ανοιχτής αποικιοκρατίας από την έμμεση εξουσία και κυριαρχία, μέσω της νεοαποικιοκρατίας. Ο άλλος ήταν η αυξανόμενη διένεξη μεταξύ των ιμπεριαλιστικών μπλοκ που είχαν επικεφαλής τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, η οποία είχε καταστεί υπεδρύναμη μετά την παλινόρθωση του καπιταλισμού σε αυτή, κατά τη δεκαετία του ’50. Ο πρώτος παράγοντας κατέστησε τη Μη Δέσμευση μια εφικτή επιλογή, καθώς η νομιμοποίηση της νεοαποικιοκρατίας εξαρτιώταν από το αν θα αφηνόταν χώρος για επίδειξη κάποιας ανεξάρτητης στάσης από τις καταπιεσμένες χώρες. Η νεοαποικιοκρατία, εξάλλου, ήταν η ίδια μια απάντηση των ιμπεριαλιστών στο κύμα των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων. Ήθελε να τους αποπροσανατολίσει, δείχνοντας ότι παραχωρεί ανεξαρτησία. Ο δεύτερος παράγοντας, η σύγκρουση των ιμπεριαλιστών, άφηνε χώρο για ελιγμούς.

Όμως η εφικτότητα και ο χώρος δεν μεταφραζόταν αυτομάτως σε “Μη Δέσμευση”. Γεννήθηκε από την ανάγκη των νέων ηγετών των πρώην αποικιών να δημιουργήσουν και να αξιοποιήσουν το χώρο της τυπικής ανεξαρτησίας που παραχωρούταν με τη νεοαποικιακή τους ύπαρξη: Επειδή, μετά τη μεταβίβαση εξουσίας στους έμπιστούς τους, οι αποικιακές δυνάμεις προσπάθησαν να διατηρήσουν όσο περισσότερο άμεσο έλεγχο μπορούσαν στις πρώην αποικίες τους. Οι ΗΠΑ ήταν υπέρμαχοί της “αποαποικιοποίησης”, παρουσιαζόμενες να συμφωνούν με τα εθνικιστικά αισθήματα στις αποικίες, προκειμένου να εξυπηρετήσουν το στόχο τους να υποσκελίσουν τις παραδοσιακές δυνάμεις και να αποκτήσουν οι ίδιες μια κυρίαρχη θέση. Ωστόσο κι αυτές ευνόησαν τον ασφυκτικό έλεγχο. Στρατιωτικές ομαδοποιήσεις, όπως ο CENTO και ο SEATΟ, σχηματίστηκαν για αυτό το λόγο. Παρότι η ανάσχεση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και των κομμουνιστικών κινημάτων δηλωνόταν πως ήταν ο λόγος δημιουργίας τους, ο πραγματικός στόχος ήταν να περιορίσουν τις χώρες που είχαν αποκτήσει τυπική πολιτική ανεξαρτησία.

Το Κίνημα των Αδεσμεύτων (ΚτΑ) θα μπορούσε να αναδυθεί μόνο αντιπαλεύοντας κάτι τέτοιο. Στην ταραχώδη μεταπολεμική περίοδο, οποιαδήποτε αντίθεση στις παλιότερες αποικιακές δυνάμεις και τις ΗΠΑ, γρήγορα αποκτούσε μια πατριωτική, προοδευτική πολιτική απόχρωση. Η παγκόσμια κατάσταση που χαρακτηριζόταν από το αυξανόμενο κύμα των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων συντέλεσε προς κάτι τέτοιο. Το ΚτΑ κατέληξε να θεωρείται ως ο πρωτοπόρος της εθνικής ανεξαρτησίας που αντιτίθεται στο δυτικό ιμπεριαλισμό. Όμως, μια πιο προσεκτική ματιά θα αναδείκνυε ότι μετά βίας ίσχυε κάτι τέτοιο. Το ΚτΑ, στην πραγματικότητα, δεν πορευόταν βάσει αντιιμπεριαλιστικών ελατηρίων. Ήταν μια συνέχιση της αντιαποικιοκρατίας των κομπραδόρων, που ήδη, κατά την αποικιακή περίοδο, είχαν εμφανιστεί σε πολιτικά κινήματα στα οποία ηγούνταν αυτοί, λ.χ.το Ινδικό Εθνικό Κογκρέσο. Μακροπρόθεσμα, η αντίθεση τύπου ΚτΑ βοήθησε τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, καθώς ο ορισμός του ιμπεριαλισμού περιοριζόταν στην αποικιοκρατία, σε μια στιγμή που η νεοαποικιοκρατία ήδη την αντικαθιστούσε, στον πραγματικό κόσμο. Έτσι, παρότι υπήρχαν περιπτώσεις έντονης αντιπαράθεσης ή και σύγκρουσης με συγκεκριμένες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (π.χ. πόλεμος για τη Γκόα), οι δεσμοί εξάρτησης από το δυτικό ιμπεριαλισμό και η εξυπηρέτησή του μπορούσαν άνετα να εντάσσονται στο πλαίσιο της Αδέσμευτης στάσης του ινδικού κράτους.

Ινδία, Αίγυπτος και Γιουγκοσλαβία ήταν οι επιφανείς ηγέτες του ΚτΑ. Από αυτούς, η Ινδία είχε δεσμούς με πολλές δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και μια σχετικά ευμεγέθη οικονομία που αυτές ήθελαν να εκμεταλλεύονται. Η Αίγυπτος έχαιρε στρατηγικής γεωπολιτικής σημασίας. Η Γιουγκοσλαβία είχε πολιτική αξία, για την ανάσχεση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Οι ΗΠΑ υποστήριζαν τη Γιουγκοσλαβία ενάντια στη σοσιαλιστική Σοβιετική Ένωση. Επίσης, στάθηκαν ενάντια στη Βρετανική και Γαλλική ιμπεριαλιστική επίθεση στην Αίγυπτο, όταν ο τότε πρόεδρος της χώρας, Νάσερ, εθνικοποίησε τη Διώρυγα του Σουεζ. Η Ινδία, υπό το Νεχρού, επέτρεπε κατασκοπευτικές δραστηριότητες κάθε είδους εναντίον της Κίνας. Εντός του δυτικού ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου, επομένως, το ΚτΑ προκάλεσε αντιτιθέμενες απαντήσεις. Οι περισσότεροι το είδαν ως εργαλείο του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Όμως, υπήρχαν και άλλοι, οι οποίοι το αντιλαμβάνονταν ως χρήσιμο εργαλείο ενάντια στις εξελίξεις που προκάλεσε η αφροασιατική διάσκεψη στο Μπαντούνγκ το 1955, όπου οι νεοαποκιακές χώρες ενώθηκαν με τις σοσιαλιστικές χώρες και η επαναστατική Κίνα απέκτησε αναγνώριση. Αυτή η διάσταση του ΚτΑ βαθμιαία ακυρώθηκε, λόγω της ανάδυσης ενός νέου ιμπεριαλιστικού μπλοκ, με την άνοδο του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού. Όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70, η σχέση μεταξύ των δύο μπλοκ πήγε από τη συνένοχη συνεννόηση στη διένεξη, το ΚτΑ άνθισε ως θεσμικό πλαίσιο που βόλευε τη νεοαποικιοκρατία.

Η αυξανόμενη διένεξη μεταξύ των δύο μπλοκ, με επικεφαλής τις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση, έθετε την πιεστική ανάγκη στα μεταπρατικά κράτη να συμμαχήσουν με το ένα ή το άλλο μπλοκ. Θα μπορούσαν να το κάνουν και ταυτόχρονα να διατηρήσουν κάποια δυνατότητα ελιγμών όντας μέλη του ΚτΑ. Από την πλευρά τους, οι υπερδυνάμεις μπορούσαν να αξιοποιήσουν το πεδίο του ΚτΑ, μέσω των χωρών-αντιπροσώπων τους εκεί και, χρησιμοποιώντας την ανεξαρτησιακή ρητορική των τελευταίων, να αλληλοκατηγορούνται για προώθηση της ιμπεριαλιστικής ατζέντας τους και να αναμειγνύονται στο στρατόπεδο του άλλου. Το σοσιαλιμπεριαλιστικό μπλοκ, αρχικά, ήταν σε θέση να έχει ένα πλεονέκτημα, καθώς δεν είχε αποικιακό παρελθόν. Όμως, η αύξηση των επιθετικών του κινήσεων, όπως η κατοχή του Αφγανιστάν, γρήγορα το ακύρωσε. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, στρατιωτικά σύμφωνα όπως το CENTO και το SEATO που είχαν ρητή αποικιακή καταγωγή, αφανίστηκαν, ενώ το ΚτΑ παρέμεινε και μεγάλωσε. Όμως πλέον, οι διασκέψεις του όλο και πιο πολύ και ανοιχτά καθίσταντο άλλο ένα πεδίο διένεξης των υπερδυνάμεων.

Ο αποκλειστικά νεοαποικιακός χαρακτήρας της Αδέσμευτης πολιτικής φανερώθηκε με τον καλύτερο τρόπο από τον ινδικό επεκτατισμό, όταν αυτός υπέγραψε το προτεινόμενο από τους σοβιετικούς σοσιαλιμπεριαλιστές Αμυντικό Σύμφωνο το 1972, ενώ ταυτόχρονα παρέμενε σταθερός υποστηρικτής του ΚτΑ. Παρά τις απειλές των ΗΠΑ, μπόρεσε να επιτεθεί και να διαμελίσει το Πακιστάν, ελισσόμενος και αξιοποιώντας την εθνικοαπελευθερωτική υπόθεση του Μπαγκλαντές. Κατέλαβε και βίαια προσάρτησε το Σικκίμ. Απέκτησε πυρηνικά. Όλες αυτές οι κινήσεις ενίσχυσαν και εδραίωσαν την κυριαρχία του ινδικού επεκτατισμού στη Νότια Ασία. Όμως τίποτε από αυτά δεν τα κέρδισε με τη δύναμη που είχε ως ανεξάρτητη δύναμη. Όλα αυτά μπόρεσαν να γίνουν γιατί ήταν μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο, αυτό της διαμάχης των υπερδυνάμεων, υπό σοσιαλιμπεριαλιστική προστασία, την οποία εγγυώταν η Συνθήκη του 1972.

Όταν η Αδέσμευτη πολιτική τοποθετείται εντός του ευρύτερου διεθνούς πλαισίου των ιμπεριαλιστικών σχέσεων, η λογική της στροφής στην εξωτερική πολιτική που εγκαινίασε η κυβέρνηση Ναρασίμχα Ράο του Εθνικού Κογκρέσου στις αρχές της δεκαετίας του ’90 καθίσταται εμφανής. Αυτή καθίστατο επιτακτική λόγω της νέας διεθνούς κατάστασης. Η κατάρρευση του σοσιαλιμπεριαλισμού στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και η αναδιαμόρφωση της νεοαποικιακής νομιμότητας υπό την επιθετική πίεση της παγκοσμιοποίησης, κατέστησε την Αδέσμευτη πολιτική πλεονάζουσα. Τα συμφέροντα του ινδικού επεκτατισμού δεν μπορούσαν πλέον να βασίζονται στο σοσιαλιμπεριαλισμό. Χρειαζόταν να υποκλιθεί στον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ. Οι βάσεις για κάτι τέτοιο, ωστόσο, είχαν ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 τεθεί από την Ίντιρα Γκάντι. Τα αυξανόμενα πολιτικά και οικονομικά προβλήματα που αποδυνάμωναν το σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλισμό είχαν αρχίσει να περιορίζουν τις δυνατότητές του. Οι ινδικές άρχουσες τάξεις έπρεπε να στραφούν προς το ΔΝΤ. Έκτοτε, η εξάρτηση από το στρατόπεδο των ΗΠΑ συνέχισε να βαθαίνει. Παρότι όλες οι κατάλληλες Αδέσμευτες κινήσεις και τελετουργικά πραγματοποιούνταν, η στροφή προς τις ΗΠΑ στις διεθνείς σχέσεις καθίστατο όλο και πιο ρητή. Υπό το Ρατζίβ Γκάντι, οι ινδικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις προσφέρθηκαν για να γεμίζουν με καύσιμα τα αμερικανικά πολεμικά αεροπλάνα που βομβάρδιζαν το Ιράκ. Στο Ναρασίμχα Ράο έλαχε να δώσει την κρίσιμη ώθηση προς κάτι τέτοιο. Το σημαντικό: κάτι τέτοιο συνοδευόταν από τη στροφή προς την παγκοσμιοποίηση, τη φιλελευθεροποίηση και την ιδιωτικοποίηση, με την εγκατάλειψη παλαιότερων οικονομικών πολιτικών που προνομοποιούσαν το δημόσιο τομέα και έδιναν μεγαλύτερο ρόλο στην κυβέρνηση.

Για τη διασφάλιση των μεταπρατικών και επεκτατικών συμφερόντων, οι ινδικές άρχουσες τάξεις έπρεπε να εγκαταλείψουν τις πολιτικές και τις δομές που δημιουργήθηκαν επί Νεχρού, τόσο στο εσωτερικό όσο και στη διεθνή αρένα. Τέτοια αναδιαμόρφωση, ωστόσο, του πλαισίου έθετε την απειλή του ξεσκίσματος της μάσκας της ανεξαρτησίας. Αυτή μεγάλωσε περαιτέρω με τη στροφή στην πολιτική ατζέντα που έφερε η ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση. Επί πολλές δεκαετίες μετά τη μετάβαση εξουσίας το 1947, η καταγγελία του ιμπεριαλισμού και του ιμπεριαλιστικού ελέγχου, του ρόλου του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας ως νεοαποικιακών θεσμών κλπ είχε περιοριστεί στις δυνάμεις των Μαοϊστών. Είχε σχεδόν εξαφανιστεί ακόμα και από την προπαγάνδα της κοινοβουλευτικής αριστεράς, όπως το ΚΚΙ(Μ) και το ΚΚΙ. Αυτό αργότερα θα άλλαζε με την παγκόσμια στροφή στην παγκοσμιοποίηση και την πτώση του σοσιαλιμπεριαλιστικού μπλοκ που οδηγούσε στη σχεδόν πλήρη κυριαρχία των ΗΠΑ. Η ιμπεριαλιστική εξάρτηση και ο θεσμικός έλεγχος από αυτή αποτέλεσαν σημαντικά ζητήματα ακόμα και στον κοινοβουλευτικό διάλογο, με διακλαδώσεις και πέραν αυτού.

Καθώς όλο και πιο πολύ αποκαλυπτόταν η υποταγή τους στον ιμπεριαλισμό, χωρίς να μπορούν να αποτρέψουν κάτι τέτοιο, κάθε πράξη των αρχουσών τάξεων ταυτόχρονα επιβεβαίωνε την ορθότητα της ανάλυσης των Μαοϊστών για την απατηλή φύση της ανεξαρτησίας της Ινδίας. Η προσπάθεια να αποπροσανατολιστεί η κοινή γνώμη μέσω μιας επιθετικής προώθησης του βραχμανικού ινδουισμού και του σωβινισμού του ήταν χρήσιμη, στο βαθμό που βάθαινε το διακοινοτικό διχασμό. Όμως και αυτή επίσης απέτυχε στο ζήτημα της διάσωσης των σημαιών της ανεξαρτησίας που κράδαιναν οι άρχουσες τάξεις. Στην πραγματικότητα, οι ευκαιρίες που απέκτησε το Ινδουιστικό Εθνικιστικό Κίνημα Sangh Parivar να κυβερνήσει, είτε με την κυβέρνηση 13 ημερών το 1996 είτε με την πλήρη θητεία της δεύτερης κυβέρνησης της Εθνικής Δημοκρατικής Συμμαχίας (NDA), έδειξε μόνο την ακόμα πιο μεγάλη υποταγή του στα συμφέροντα των ΗΠΑ. Καθώς όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα, είτε στις κυβερνήσεις του κέντρου είτε των κρατιδίων, προωθούσαν την ιμπεριαλιστική ατζέντα της παγκοσμιοποίησης, της φιλελευθεροποίησης και της ιδιωτικοποίησης, κανένα από αυτά που εντάσσονται στο φάσμα των αρχουσών τάξεων δεν μπορούσε να παρουσιαστεί ως σωτήρας. Ανεξαρτησία, αυτάρκεια και όλη η ορολογία που παλιότερα χρησιμοποιούταν για να καλυφτεί η πραγματικότητα μιας ημιαποικιακής, ημιφεουδαρχικής ύπαρξης, έπρεπε να επανακαθοριστεί. Η παγκόσμια αναδιαμόρφωση της νεοαποικιακής νομιμότητας ήρθε να δέσει με αυτό.

Στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα που σημαδεύτηκε από τους απελευθερωτικούς αγώνες και τη στροφή στη νεοαποικιοκρατία, οι ηγέτες των χωρών του Τρίτου Κόσμου χαρακτηρίζονταν από τη δήθεν έφεσή τους στην “ανεξαρτησία”. Σε καιρούς παγκοσμιοποίησης, ήταν η “ανάπτυξη”, σε όρους ΑΕΠ, που μετρά. Η αύξηση του ΑΕΠ είναι πλέον το μέτρο για τη θέση μιας χώρας. Η αυτάρκεια, ακόμα κι αν αυτή απατηλώς και πολύμορφα χρηματοδοτούταν από ξένη βοήθεια, δεν θεωρείται πια επίτευγμα. Όλο και μεγαλύτερα ξένα κεφάλαια δεν θεωρούνται πια βλαπτικοί ή ως ένδειξη αυξανόμενου ιμπεριαλιστικού ελέγχου. Αντιθέτως, η επιτυχία στην οικονομική πολιτική μετράται από το αν είναι κανείς σε θέση να προσελκύσει μεγαλύτερα μερίδια ξένου κεφαλαιου.

Αυτή αποτέλεσε μια διέξοδο για τις ινδικές άρχουσες τάξεις, των οποίων η νομιμοποίηση κινδύνευε λόγω της στροφής στις διεθνείς εξελίξεις. Προς τούτο, πρόσθεσαν μια “τοπική χροια”- το πρόταγμα του να αποτελέσει ο ινδικός επεκτατισμός μια επίδοξη “υπερδύναμη”. Η επίτευξη μεγαλύτερου ΑΕΠ, ανεξαρτήτως του τι έφερνε μαζί του – περισσότερο ξένο κεφάλαιο, ακόμα μεγαλύτερη εξάρτηση από τις ΗΠΑ- νομιμοποιήθηκε, ως αναπόφευκτο και αναγκαίο βήμα στο δρόμο για την απόκτηση στάτους υπερδύναμης. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν αυτός ο στόχος τέθηκε, δύσκολα μπορούσε να γίνει λόγος για τη δυνατότητα επίτευξης αυτού του στάτους. Οι ινδοί ηγέτες μετά βίας τα έβγαζαν πέρα, απλώνοντας το χέρι στα αποθέματα χρυσού της χώρας. Όμως, η αύξηση του ΑΕΠ, λόγω φιλελευθεροποίησης, που φάνηκε ξεκάθαρα τη δεκαετία του 2000, με την πιο ορατή ένδειξη να δίνεται από το χείμαρρο των σύγχρονων καταναλωτικών αγαθών και των απομιμήσεών τους (η “αόρατη” ένδειξη ήταν μια εκπληκτική διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων), γρήγορα δημιούργησε χώρο για κάτι τέτοιο. Διατυπώσεις όπως ότι η ινδική οικονομία θα ξεπεράσει την αμερικανική ως τα μέσα του αιώνα και η άδεια σε κάποιους ηγέτες της Ινδίας να μπουν σε μερικούς ιμπεριαλιστικούς ομίλους, ερμηνεύτηκαν ως “απόδειξη” του ότι η Ινδία καθίστατο υπερδύναμη. Η ινδική εξωτερική πολιτική αναδιαμορφώθηκε, ώστε να είναι κατάλληλη στη νέα κατάσταση. Η υπόκλιση στις ΗΠΑ κατέστη η βάση αυτής. Αυτή νομιμοποιήθηκε ως απαραίτητη για την απόκτηση του στάτους που μόνη της η Ινδία έθεσε, και για την αντιμετώπιση της Κίνας. Αυτό ήταν το κίνητρο που επέβαλε την πολιτική του “Βλέμματος προς Ανατολάς” του Ναρασίμχα Ράο, το οποίο επεδίωκε να δημιουργήσει στρατηγικούς δεσμούς με χώρες στη Νοτιοανατολική Ασία. Ήταν επίσης μια διόρθωση από τη ρωσόφιλη “Αδέσμευτη” περίοδο η οποία είχε περιορίσει τους δεσμούς της με τις χώρες αυτής της περιοχής, καθότι αυτές ήταν κύρια προσδεμένες στο στρατόπεδο των ΗΠΑ.

Είχαμε, προηγουμένως, επισημάνει ότι η ινδική εξωτερική πολιτική καθορίζεται από τις επεκτατικές φιλοδοξίες ενός κράτους που στην ουσία του είναι μεταπρατικό. Αυτό του δίνει τη συνέχειά του. Οι κυβερνήσεις του Ενιαίου Μετώπου που ακολούθησαν εκείνη του Ναρασίμχα Ράο είναι μια απόδειξη αυτού του ισχυρισμού. Η πολιτική του “Βλέμματος προς Ανατολάς” συνεχίστηκε και τώρα βελτιώθηκε με αυτό που έμεινε γνωστό ως Δόγμα Γκουτζράλ. Παίρνοντας το όνομά του από τον υπουργό εξωτερικών και πρωθυπουργό Ιντερ Κουμάρ Γκουτζράλ, πρόκρινε τη δημιουργία σχέσεων με χώρες άμεσης γειτνίασης στη Νότια Ασία (εξαιρουμένου του Πακιστάν). Η πρώτη εκ του συνόλου των 5 αρχών προνοεί ότι “…με γείτονες όπως το Νεπάλ, το Μπαγκλαντές, το Μπουτάν, τις Μαλδίβες και τη Σρι Λάνκα, η Ινδία δεν ζητά αμοιβαιότητα, αλλά δίνει ό,τι μπορεί καλοπροαίρετα και καλή τη πίστη”. Θα ήταν σημαντικό να σημειώσουμε την αναπαραγωγή αυτών των λόγων στις μεγαλόστομες χαρακτηριστικές της ινδικής γενναιοδωρίας υποσχέσεις που έδωσε ο Μόντι στη δική του “τελετή ενθρόνισης”, όπου όλοι οι αρχηγοί κρατών της Νότιας Ασίας ήταν προσκεκλημένοι και που αργότερα επαναλήφθηκαν στη Σύνοδο της SAARC στο Κατμαντού. Είναι ακόμα πιο ενδεικτικό το ότι σχεδόν όλοι οι πολιτικοί σχολιαστές των αρχουσών τάξεων απέφυγαν κάθε αναφορά για παρόμοιες υποσχέσεις στο παρελθόν, προσπαθώντας να παρουσιάσουν τη στάση του Μόντι ως ένα νέο ξεκίνημα. Είχαν πολλούς λόγους για κάτι τέτοιο. Η βασική λογική του Δόγματος Γκουτζράλ, όπως εξηγείται από τον ίδιο τον εμπνευστή του στην αυτοβιογραφία του, ήταν ότι “καθώς είχαμε να αντιμετωπίσουμε δύο εχθρικούς γείτονες από βορρά και από δυτικά, έπρεπε να βρισκόμαστε σε “πλήρη ειρήνη” με όλους τους άμεσους γείτονες, προκειμένου να ανασχέσουμε την επιρροή του Πακιστάν και της Κίνας στην περιοχή”. Δεν θα μπορούσε να παρουσιαστεί πιο εύγλωττα τo κίνητρο για επεκτατισμό αυτής της επίδειξης καλής γειτονίας: ως αιτιολόγηση δεν αναφέρεται καν η αποτροπή οποιασδήποτε άμεσης απειλής για την Ινδία, αλλά η εξασφάλιση αυτού που αλαζονικά θεωρείται “αυλή” από τις ινδικές άρχουσες τάξεις, με το μπλοκάρισμα των άλλων. Αναμενόμενο ήταν ότι, από τους γείτονες της Ινδίας, κανένας δεν πήρε τοις μετρητοίς την “καλή πίστη και προαίρεση” του Γκουτζράλ.

Η αυξανόμενη όρεξη του ινδικού επεκτατισμού τον καθιστά ακόμα πιο φιλόδοξο. Ο Πρανάμπ Μουχέρτζι, στην προηγούμενη θητεία του ως υπουργός εξωτερικών, είχε ταπεινά σκιαγραφήσει κάτι τέτοιο ως έναν από τους “επεκτεινόμενους κύκλους”, που ξεκινούν από τη Νότια Ασία και επεκτείνονται στις αμέσως επόμενες περιοχές. Άλλοι σχεδιαστές της στρατηγικής των αρχουσών τάξεων την είχαν ορίσει ως “ομόκεντρους κύκλους”. Η λογική της είναι ότι η εξασφάλιση της κυριαρχίας στη Νότια Ασία και η μετατροπή της Ινδίας σε σημαντική δύναμη στις γειτονικές περιοχές, θα εξασφάλιζαν μια θέση για αυτές, από κοινού με τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, σε παγκόσμιο επίπεδο. Με την πάροδο των ετών, σε αυτή την ιδέα δόθηκε στρατιωτική και οικονομική σάρκα. Η ινδική βάση Κοινής Στρατιωτικής Διοίκησης στη νησιωτική περιφέρεια Άνταμαν και Νίκομπαρ έγινε μια μεγάλη βάση των τριών όπλων με 15 πλοία, δύο ναυτικές, τέσσερις αεροπορικές βάσεις και μία μεραρχία. Η Ινδία λειτουργεί επίσης μια αεροπορική βάση στο Τατζικιστάν. Κατά μήκος των βορείων συνόρων, δύο νέες μεραρχίες έχουν αναπτυχθεί και γίνονται κινήσεις για τη δημιουργία μιας ορεινής δύναμης κρούσης ειδικά εναντίον της Κίνας. Το ινδικό κράτος είναι βασικός παράγοντας στην εκπαίδευση και εξοπλισμό του αφγανικού στρατού ανδρεικέλων που δημιουργείται από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της. Έχει ιδρύσει ένα εκτεταμένο δίκτυο κυβερνητικών και ημικυβερνητικών γραφείων σε όλο το Αφγανιστάν που πολλαπλασιάζουν τις επιχειρησιακές δυνατότητες των κρυφών οργανώσεών της. Η Ινδία είναι, επίσης, βασικός προμηθευτής όπλων για το Βιετνάμ και τη Μιανμάρ. Μέσω ελεγχόμενων από το δημόσιο και ιδιωτικών εταιριών έχει δημιουργήσει ένα πλατύ δίκτυο στην Αφρική, συχνά ανταγωνιζόμενη τον κινέζικο επεκτατισμό. Επίσης ενεργά προωθεί την παρουσία της στη Νότια Αμερική.

Υπάρχει, επομένως, ένα ολόκληρο σύνολο από στρατηγικές και τακτικές κινήσεις για την κυριαρχία στη Νότια Ασία ως στόχο. Η κίνηση προς Ανατολάς είναι μια προσπάθεια για την υπερφαλάγγιση της Κίνας στην προώθησή της στη Νότια Ασία, καθώς και ως ένα βήμα για την εξασφάλιση αυτού του “βασικού συμφέροντος” με την προώθηση της ίδιας της Ινδίας στη γύρω περιοχή. Αυτός ο υπολογισμός της ινδικής εξωτερικής πολιτικής έχει τη δική της επεκτατική εσωτερική λογική. Δεν θα ήταν σωστό να την αγνοήσει κανείς ή να μη δει τη συνέχειά της από το Νεχρού ως το Μόντι και να τη θεωρεί απλώς ως ζήτημα “εγκλωβισμού της Ινδίας στα σχέδια των ΗΠΑ” ή ότι “εγκατάλειψης της ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής της Ινδίας από το BJP”, όπως λένε οι ηγέτες του ΚΚΙ και του ΚΚΙ(Μ). Πρέπει, επίσης, να κατανοηθεί ότι έχει αυτή καταστεί εφικτή ακριβώς λόγω της επανευθυγράμμισης που έλαβε χώρα στη γεωπολιτική των δύο αυτών περιοχών, της Νότιας και της Νοτιοανατολικής Ασίας. Αυτή η επανευθυγράμμιση προέκυψε λόγω της κατάρρευσης του σοσιαλιμπεριαλισμού και της αύξησης της κινεζικής οικονομικής και στρατιωτικής δύναμης. Κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, έχει αυξηθεί η στρατηγική αξία των περιοχών αυτών για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και, συνεπώς, η χρησιμότητα της προώθησης του ινδικού επεκτατισμού. Διαμορφωμένη και προωθούμενη όλα αυτά τα χρόνια, η στρατηγική των ΗΠΑ παίρνει το όνομα της “Στροφής σε Ασία-Ειρηνικό” του Ομπάμα, η οποία περιγράφεται επίσης ως “επανεξισορρόπηση στην Ασία” και απαιτεί από τον ινδικό επεκτατισμό να κάνει βήματα εμπρός.

Ενώ η πολιτική του Βλέμματος προς Ανατολάς και οι κινήσεις για την υλοποίησή της αποτελούν πάγια σταθερά της ινδικής εξωτερικής πολιτικής τις τελευταίες λίγες δεκαετίες, δεν θα μπορούσε να την πετύχει λόγω διαφόρων περιορισμών που αντιμετώπιζαν οι διαδοχικές κυβερνήσεις. Τώρα που το BJP έχει καθαρή πλειοψηφία, καθιστώντας την πολιτική συμμαχιών επουσιώδη, και ο Μόντι διαθέτει τη στήριξη όλων των τμημάτων των αρχουσών τάξεων, ο Ινδικός επεκτατισμός κινείται για να καλύψει το χαμένο χρόνο. Ωστόσο, ακόμα και το πιο δυναμικό σύνθημα που προωθεί ο Μόντι σχετικά, δηλαδή η «Δράση προς ανατολάς» αντί του «Βλέμματος προς Ανατολάς» στερείται οποιασδήποτε πρωτοτυπίας. Απλώς παπαγαλίζει τη Χίλαρι Κλίντον. Ούσα Υπουργός Εξωτερικών του Ομπάμα, κατά την πρώτη του θητεία, λίγα χρόνια πριν, είχε προτρέψει τους ινδούς ηγέτες «να μην κοιτάνε απλώς προς Ανατολάς, αλλά να καταπιαστούν με την Ανατολή και να δράσουν, επίσης, προς Ανατολάς». Δεν θα μπορούσε να υπάρξει κάτι πιο χαρακτηριστικό που να δείχνει πόσο οι κινήσεις του Μόντι βολεύουν τις ΗΠΑ. Ή, σχετικά με το ζήτημα αυτό, πώς ο βραχμανικός φασιστικός ινδουιστικός εθνικισμός της Εθνικής Οργάνωσης Εθελοντών (RSS) δουλοπρεπώς υπηρετεί τον ιμπεριαλισμό.

Η Δήλωση Στρατηγικού Οράματος που έγινε κατά την επίσκεψη Ομπάμα, επαναλαμβάνει ό,τι είχε ειπωθεί το 2014. Εδώ, ο γεωγραφικός ορισμός του «Στρατηγικού Οράματος» Ινδίας-ΗΠΑ –από την Αφρική ως την Ανατολική Ασία- έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ανταποκρίνεται στη στρατηγική των «επεκτεινόμενων κύκλων» του ινδικού επεκτατισμού και σηματοδοτεί τη θέση που ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός του έχει κατακυρώσει. Το άμεσο κίνητρο των κινήσεών τους κατονομάζεται, αφού ρητά αναφέρονται οι διαμάχες με την Κίνα και τις άλλες γειτονικές χώρες στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας και η επιμονή στη «διασφάλιση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας και των υπερπτήσεων».

Οι στρατηγικές κινήσεις της Κίνας, ο Δρόμος του Μεταξιού και ο Θαλάσσιος Δρόμος του Μεταξιού, συναντούν σε κάθε τους βήμα ένα αντίθετο όραμα- την «περιφερειακή οικονομική ολοκλήρωση» που συνδέει τη Νότια, τη Νοτιοανατολική και την Κεντρική Ασία, καθώς και τον αμερικανικό Νέο Δρόμο του Μεταξιού και τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας- Ειρηνικού. Ο ρόλος της Ινδίας επίσης υπογραμμίζεται σε σχέση με την ιμπεριαλιστική συμμαχία που δημιουργείται από τις ΗΠΑ με την Ιαπωνία.

Το ευρύτερο σχέδιο των ΗΠΑ περιλαμβάνει την καθιέρωση στενής πολιτικής και στρατιωτικής συνεργασίας, αν όχι συμμαχίας, μεταξύ Ιαπωνίας, Αυστραλίας και Ινδίας, υπό αμερικανική κηδεμονία. Διάφορες δομές έχουν ήδη δημιουργηθεί, με την ενεργό συμμετοχή των προηγούμενων ινδικών κυβερνήσεων. Περιλαμβάνουν κοινά ναυτικά γυμνάσια με δυνάμεις από αυτές τις χώρες και διμερείς και πολυμερείς διαβουλεύσεις. Υποκινούμενος από τις ΗΠΑ, ο Μόντι τώρα θέλει να κάνει αυτούς τους δεσμούς στενότερους, ειδικά στον τομέα της άμυνας. Το άνοιγμα της Ινδίας για μεγαλύτερη και βαθύτερη διείσδυση του ιαπωνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου κατέχει υψηλή προτεραιότητα. Λαμβάνοντας υπόψη τις αυξανόμενες εντάσεις μεταξύ Ιαπωνίας και Κίνας, οι Ινδοί μεταπράτες υπολογίζουν πως ένα μεγάλο τμήμα ιαπωνικών επενδυτικών κεφαλαίων μπορεί να στραφεί στην Ινδία. Επίσης, οι αυξανόμενοι μισθοί στην Κίνα καθιστούν την τελευταία λιγότερο ελκυστική για τους ιμπεριαλιστικούς υπερεθνικούς ομίλους. Αυτός είναι ένας σημαντικός παράγοντας που υπονοεί το σχέδιο του Μόντι με όνομα «Καν’το στην Ινδία». Κάνει πολύ θόρυβο ο Μόντι, σχετικά, υποσχόμενος μια καλά καταρτισμένη και χαμηλού κόστους εργατική δύναμη, με έμφαση στο τελευταίο. Οι κινήσεις που εγκαινιάστηκαν κατά την προηγούμενη διακυβέρνηση από την UPA, για την άρση οποιασδήποτε νομικής προστασίας των εργατών έναντι των εκμεταλλευτών τους, προωθούνται σε κεντρικό επίπεδο. Όλες οι κυβερνήσεις του BJP, οι οποίες επανδρώνονται από την RSS, κινούνται ξέφρενα προς την εφαρμογή των παραπάνω. Η κυβέρνηση του Ρατζαστάν (σ.parapoda: το μεγαλύτερο κρατίδιο, με 70 εκ. κατοίκους) το έχει ήδη κάνει. Αυτό που βλέπουμε είναι μια σύνδεση μεταξύ της εξωτερικής πολιτικής της «Δράσης προς Ανατολάς» του Μόντι και της οικονομικής πολιτικής του. Μοιράζονται την ίδια καταγωγή, τον ταξικό χαρακτήρα των αρχουσών τάξεων.

Σχεδόν όλες οι επισκέψεις του Μόντι στο εξωτερικό και οι επισκέψεις ξένων ηγετών στη χώρα συνάδουν με τις παραμέτρους για τις πλατιές συμμαχίες που έχουν θέσει οι ΗΠΑ. Η βελτίωση των ινδοϊαπωνικών σχέσεων, οι οποίες έφτασαν στο επίπεδο της πώλησης και της συνεργασίας για την κατασκευή τετρακινητήριου αμφίβιου αεροσκάφους, του ShinMaywa US2, είναι σημαντική. Η προσχώρηση της Ινδίας στην στρατηγική των ΗΠΑ στην περιοχή Ασίας- Ειρηνικού είναι ασφαλώς πιο διευρυμένη. Πέραν αυτού, η έναρξη πώλησης ιαπωνικών όπλων στο εξωτερικό, για πρώτη φορά, και η συνεργασία στην αμυντική τεχνολογία με μια ακόμα χώρα, μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, συνιστά ένα ακόμα σημαντικό βήμα προς τη στρατιωτικοποίηση του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού. Οι περιορισμοί στην άμυνα της Ιαπωνίας ήταν κατοχυρωμένοι από το Ιαπωνικό Σύνταγμα μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό το Σύνταγμα είχε εκπονηθεί υπό την αιγίδα των ΗΠΑ.

Ωστόσο, κατά τις τελευταίες λίγες δεκαετίες, η άρση αυτού του περιορισμού αποτελούσε σημαντικό ζήτημα στην αμερικανική ατζέντα για την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού. Οι ΗΠΑ θα ήθελαν η Ιαπωνία (και η Αυστραλία) να αναλάβουν μεγαλύτερο τμήμα στρατιωτικών υποχρεώσεων. Η ιαπωνική άρχουσα τάξη δεν βλέπει άσχημα κάτι τέτοιο. Έτσι, υπό την αθώα σημαία της «Δύναμης Αυτοάμυνας», έχει δημιουργήσει μια σημαντική χερσαία, ναυτική και αεροπορική δύναμη. Οι βιομηχανικές δυνατότητες της χώρας τής επέτρεψαν να το κάνει αυτό πολύ γρήγορα, ακόμα και να πετύχει να αποκτήσει δυνατότητες για πυρηνικά όπλα. Ένα σημαντικό εμπόδιο προς μια τέτοια κίνηση είναι η ισχυρή αντίθεση του ιαπωνικού λαού στη στρατιωτικοποίηση. Η ιαπωνική άρχουσα τάξη συνειδητά χρησιμοποιεί τις αυξανόμενες αντιθέσεις της με την Κίνα για να πλάσει το «τζινγκοϊσμό» (σ.parapoda: τον πατριωτισμό της επιθετικής ιαπωνικής εξωτερικής πολιτικής) και έτσι να πλάσει μια κοινή γνώμη που θα αποδυναμώσει και θα υποσκάψει αυτή την αντίθεση του ιαπωνικού λαού. Ο Μόντι οικειοθελώς έκανε την Ινδία ένα εργαλείο σε αυτό το βρώμικο παιχνίδι.

Είδαμε ότι η κυριαρχία επί της Νότιας Ασίας βρίσκεται στον πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής του ινδικού επεκτατισμού. Εντός αυτής, το Πακιστάν, ή μάλλον, η καθυπόταξή του, αποτελεί το πρώτο θέμα στην ατζέντα, ήδη από το 1947. Οι πυρηνικές δυνατότητές του το καθιστούν μία δύναμη που οι ινδοί ηγέτες απλούστατα δεν μπορούν να αγνοούν. Επιπροσθέτως, αυτό χαίρει μιας μοναδικής και μακρόχρονης σχέσης με την Κίνα ήδη από την ίδρυσή του το 1947. Το ίδιο ισχύει και για τις σχέσεις ΗΠΑ-Πακιστάν. Ανεξαρτήτως του πόσο οι ΗΠΑ επιθυμούν να παραχαϊδεύουν τα συμφέροντα των ινδών επεκτατιστών, δεν θα τους αφήσουν να υποτάξουν το Πακιστάν, καθώς αυτό έχει μεγάλη γεωπολιτική σημασία στο δικό τους σχήμα για την περιοχή. Η ένταση της αντίστασης στο Αφγανιστάν που αναπόφευκτα ακολουθεί την απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων προστίθεται σε αυτό. Επομένως, οι αρχές των ΗΠΑ δημόσια θα επιπλήττουν τους πακιστανούς ηγέτες, θα επιμένουν αυτοί να πάρουν μέτρα ενάντια στη μια ή την άλλη οργάνωση που θα χαρακτηρίζεται «τρομοκρατική», όμως η υποστήριξη και ο εξοπλισμός του Πακιστάν θα συνεχίζεται. Οι ινδικές άρχουσες τάξεις συνεχώς προσπαθούν αυτό να σταματήσει. Πέραν, όμως, του να ικανοποιούνται με μερικά σκληρά λόγια έναντι των ηγετών του Πακιστάν, δεν έχουν κάνει κάποιο σημαντικό βήμα προς ένα τέτοιο στόχο. Αυτό είναι που μένει τελικά, παρά την «προσωπική χημεία» με τον Ομπάμα, για την οποία πολύ λόγο κάνει ο Μόντι. Οι προπαγανδιστές του συνεχώς επισημαίνουν πως αποτελεί μια μεγάλη πρόοδο επί του θέματος το ότι χαρακτηρίστηκαν ως τρομοκρατικές διάφορες οργανώσεις (όπως o “Στρατός των Καλών” (Λασκάρ-Ι-Τάιμπα) και ο “Στρατός του Μωάμεθ” (Τζάις-Ε-Μοχάμαντ)) στο κοινό ανακοινωθέν κατά την επίσκεψη Ομπάμα. Όμως αυτό δεν ήταν παρά μια βιτρίνα: αυτές οι οργανώσεις έχουν εδώ και καιρό κατονομαστεί από τον ΟΗΕ και βρίσκονται στις λίστες τρομοκρατικών οργανώσεων των ΗΠΑ. Εξάλλου, παρά τις απαγορεύσεις και τις διάφορες λίστες, η CIA αξιοποιεί τις υπηρεσίες τους στο πλαίσιο των δικών της δράσεων. Αυτό αποκαλύφτηκε στην περίπτωση του διοικητή της, Hayden, και παρ’ όλη την κρυφή και ανοιχτή συνεργασία των δύο χωρών, οι ινδικές αρχές δεν μπόρεσαν να τον ανακρίνουν.

Οι σχέσεις των ΗΠΑ με το Πακιστάν, επομένως, παραμένουν κάτι που ερεθίζει τις ινδικές άρχουσες τάξεις, ακόμα περισσότερο για τη βραχμανική φασιστική RSS. Για αυτή την οργάνωση που ελέγχει την κυβέρνηση Μόντι, το μίσος προς τους Μουσουλμάνους και, κατ’ επέκταση, η επίθεση στο Πακιστάν, είναι ο κεντρικός στόχος, η αρχή επί της οποίας δομείται η οργάνωσή της, ο κοινοτιστικός της σωβινισμός και ο ινδουϊστικός της Εθνικισμός (‘Hindu Rashtra’). Η RSS έχει ένα μακρόχρονο προσανατολισμό δουλοπρέπειας προς τις ΗΠΑ και πρόσδεσης της Ινδίας στην τροχιά τους. Επί πολλές δεκαετίες, κατά την «Αδέσμευτή» ή την φιλική προς το ρώσικο ιμπεριαλισμό περίοδο, αυτή δεν συγχρονιζόταν με τον όλο προσανατολισμό των ινδικών αρχουσών τάξεων. Όμως, ο αναπροσανατολισμός της ινδικής εξωτερικής πολιτικής που επήλθε λόγω των παγκόσμιων εξελίξεων, ανέτρεψε κάτι τέτοιο. Επέτρεψε, επίσης, τον περιορισμό των διαφορών μεταξύ διαφόρων τμημάτων των αρχουσών τάξεων. Μια στροφή προς πιο φιλοαμερικανική στάση, επομένως, προέκυψε ως ομοθυμία. Όμως είναι μόλις τώρα, με την κυβέρνηση Μόντι, που η RSS έχει μια μοναδική ευκαιρία να προωθήσει την ατζέντα της. Ωστόσο, οι όροι τίθενται από τις ΗΠΑ, οι οποίες έχουν τις δικές τους έγνοιες. Όπως είδαμε, αυτές περιλαμβάνουν την υποστήριξη προς το πακιστανικό κράτος όσο και το καλόπιασμα και την προώθηση του ινδικού επεκτατισμού. Αν η ατζέντα της RSS για πρόσδεση της Ινδίας στην αμερικανική τροχιά ως μέσο για την προώθηση των επεκτατικών πλάνων της πρόκειται να προωθηθεί, η κυβέρνηση Μόντι πρέπει να υπακούει στις προσταγές των συμφερόντων των ΗΠΑ. Οι περιορισμοί που αυτό επιβάλλει στα φανατικά αντιμουσουλμανικά, αντι-Πακιστανικά, και Βραχμανικά κοινοτικά αισθήματα, αναμφίβολα, θα προκαλέσει πολλούς κλυδωνισμούς στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική του Μόντι.

Έναν πρόλογο αυτών είδαμε στις αντιδράσεις για το λόγο του Ομπάμα κατά την αποχώρησή του από την Ινδία. Βολικά αγνοώντας την τεράστια προώθηση της Ισλαμοφοβίας από τις ΗΠΑ και τη σειρά δολοφονιών έγχρωμων ανθρώπων επί ηγεσίας του, ο Ομπάμα κατήχησε το ακροατήριό του να σέβεται το συνταγματικά κατοχυρωμένο στην Ινδία δικαίωμα προπαγάνδισης οποιασδήποτε θρησκείας. Προφανώς, κράδαινε το μαστίγιο των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» που συχνά χρησιμοποιούν οι ΗΠΑ για να απειλούν άλλα κράτη και να διασφαλίζουν τα συμφέροντά τους. Το ξέσπασμα, άλλωστε, των επιθέσεων από βραχμανιστές ινδουιστές φασίστες σε θρησκευτικές μειονότητες, συμπεριλαμβανομένου του βίαιου εξαναγκασμού αλλαγής θρησκείας, που έχουμε δει τους τελευταίους λίγους μήνες μετά την άνοδο του Μόντι στην εξουσία, δίνει στις ΗΠΑ πολλές αφορμές για κάτι τέτοιο. Τα σχόλια του Ομπάμα ήταν μια αλαζονική ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις της Ινδίας και θα έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο διαμαρτυρίας. Αν το Κογκρέσο ή κάποιο άλλο κόμμα ήταν στην εξουσία, το όλο σχέδιο του Sangh Parivar οπορτουνιστικά θα καλούσε σε αιματοχυσία. Όμως, τίποτε τέτοιο δεν είδαμε. Αντίθετα, το επίσημο όργανό τους, ο «Οργανωτής», έδωσε άλλο ένα κλασικό παράδειγμα της δουλικής μεταπρατικής λογικής του Sangh Parivar: «Η κατανόηση από τις ΗΠΑ των θρησκευτικών ηθών της Ινδίας, σαφώς δεν συνάδει με τον τρόπο που εμείς οι ινδοί βλέπουμε την πολυθρησκευτική κοινωνία, όμως ο τρόπος που τα βλέπουν οι ΗΠΑ θα αποτελέσει το επίκεντρο για όσους σκέφτονται να επενδύσουν στην Ινδία σε μακροχρόνια βάση». Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: στο λεγόμενο ινδουιστικό έθνος που παλεύουν να κατασκευάσουν, όλοι οι εθνικιστές (Rashtravadi) θα πρέπει να μάθουν καλύτερα να διευκολύνουν «όσους σκέφτονται να επενδύσουν»: αλλιώς το δολάριο δεν θα έρθει. Πολύ πριν αυτό το κείμενο, η ανώτατη ηγεσία του BJP ήδη δρούσε βάσει αυτού, χρησιμοποιώντας κάθε ευκαιρία για να διακηρύττει την υποστήριξή της στο κοσμικό καθεστώς. Όμως δεν συμφωνούσαν όλοι με κάτι τέτοιο. Μερικά άλλα ανώτατα μέλη του Sangh Parivar στάθηκαν ενάντια στα σχόλια του Ομπάμα, παρότι όχι όσο αυστηρά όσο αν δεν ήταν στην εξουσία. Αυτή η αντίθεση αξιοποιείται στους διαξιφισμούς εντός του Sangh Parivar και εντός των διαφόρων τμημάτων του ευρύτερου βραχμανιστικού ινδουιστικού φασιστικού στρατοπέδου. Ο Βραχμανισμός θα σκύβει ενώπιον όποιου κρίνει ανώτερο και θέλει να αποσπάσει την εύνοιά του. Είναι ικανός για οπορτουνιστικές στροφές και διαστολές για τον περιορισμό τέτοιων αντιθέσεων. Ακόμα και τότε, όμως, θα υπάρχουν κάποιοι για να αναταράσσουν το παιχνίδι.

Άλλος ένας παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι αυτός των σχέσεων ΗΠΑ-Κίνας και των μεταβολών τους. Για να τον κατανοήσουμε, πρέπει πρώτα να κάνουμε μια εκτίμηση των BRICS, όπου η Κίνα και η Ινδία είναι συνεργάτες. Αυτές οι χώρες, μαζί με τη Βραζιλία και τη Νότια Αφρική, ανήκουν ακόμα στον Τρίτο Κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, έχουν ευμεγέθεις και σχετικά διαφοροποιημένες οικονομίες που τις φέρουν να απέχουν αρκετά από τα άλλα καταπιεσμένα έθνη. Οι BRICS εκφράζουν μια σύμπτωση του κοινού συμφέροντος αυτών των χωρών, για το παζάρεμα με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ιδιαίτερα των ΗΠΑ, και του Ρωσικού ιμπεριαλισμού, για την αύξηση της ικανότητάς του να ανταγωνίζεται τους άλλους ιμπεριαλιστές. Μετά την κατάρρευση του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού, οι ΗΠΑ κατέστησαν η πανίσχυρη και μοναδική υπερδύναμη. Προσπάθησαν να αξιοποιήσουν αυτή την κατάσταση, ώστε να δημιουργήσουν αυτό που περιγράφεται ως «μονοπολικός κόσμος». Αυτό μπορεί κανείς να δει ιδιαίτερα μετά τις επιθέσεις στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, στον «Πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία». Αντί για δημιουργία συμμαχίας υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, όπως ήταν η πρακτική στο παρελθόν, ο πόλεμος στο Ιράκ προετοιμάστηκε και κηρύχτηκε μόνο από τις ΗΠΑ. Αλαζονικά ειπώθηκε ότι οι ΗΠΑ δεν θα περίμεναν άλλους, ακόμα και τους συμμάχους τους. Η σχεδόν πλήρης κυριαρχία των ΗΠΑ, ανάγκασε τις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις να ακολουθήσουν κατά πόδας, παρά τις διαφορές τους και την ανησυχία μήπως υποσκελιστούν με τη λήψη τέτοιων αποφάσεων. Αυτές οι ενέργειες των ΗΠΑ εξέθεσαν τον ΟΗΕ ως ένα αναποτελεσματικό σώμα. Αυτό επίσης αποτέλεσε ένα ζήτημα ανησυχίας για αυτές και τους αντιδραστικούς ηγέτες που συχνά τον αξιοποιούσαν ως ένα χρήσιμο εργαλείο. Επομένως, οι άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, καθώς και μεγάλες τριτοκοσμικές χώρες, όπως η Κίνα και η Ινδία, αντιτάχθηκαν στους «μονοπολικούς» σχεδιασμούς των ΗΠΑ. Οι παγκόσμιες εξελίξεις τούς έδωσαν την ευκαιρία να κάνουν κάτι τέτοιο πράξη. Ανεξαρτήτως του τι σκέφτονταν οι ηγέτες των ΗΠΑ, ο κόσμος στην πραγματικότητα ήταν «πολυπολικός», καθώς η διένεξη μεταξύ των ιμπεριαλιστικών χωρών και η αντίθεση μεταξύ καταπιεζόμενων λαών και ιμπεριαλισμού αποτελεί μια μόνιμη πτυχή αυτού του συστήματος. Η πολυπολική πραγματικότητα του ιμπεριαλιστικού συστήματος φάνηκε βίαια με την έντονη ένοπλη αντίσταση που συνάντησαν οι ΗΠΑ σε Ιράκ και Αφγανιστάν. Η εμπλοκή σε αυτούς τους επιθετικούς πολέμους άρχισε να αποδυναμώνει τις ΗΠΑ. Άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ειδικά η Ρωσία, αξιοποίησαν αυτή την κατάσταση για να απωθήσουν τις ΗΠΑ. Διάφοροι νέοι διεθνείς οργανισμοί εμφανίστηκαν ως έκφραση αυτής της νέας κατάστασης. Σε αυτούς βρίσκονταν μερικές στρατηγικές ομαδοποιήσεις, όπως ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO). Το αδιέξοδο στις συμφωνίες για το εμπόριο και τις υπηρεσίες στον ΠΟΕ δημιούργησε χώρο, οδηγώντας στο σχηματισμό οργανισμών όπως η Οικονομική Συνεργασία Ασίας-Ειρηνικού (APEC). Όντας αναγκασμένες να κάνουν πίσω από τη μονομερή επιθετικότητά τους, οι ΗΠΑ επίσης προσχώρησαν στη διαδικασία ίδρυσης νέων πολυμερών θεσμών. Οι BRICS, επομένως, πρέπει να ενταχθούν εντός αυτού του παγκόσμιου πλαισίου. Φυσικά, έχουν τη δική τους ιδιαιτερότητα.

Για τις ινδικές άρχουσες τάξεις, οι BRICS χρησιμεύουν για την απόκτηση και δημιουργία περισσότερου χώρου για ελιγμούς και νίκες στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Απ’ αυτή την άποψη, μοιάζουν με το Κίνημα των Αδεσμεύτων (ΚτΑ). Το ΚτΑ ήταν μια έκφραση της δημιουργίας και εξέλιξης των διεθνών σχέσεων μετά την κατάρρευση της παλιάς αποικιακής τάξης πραγμάτων κατά τη μεταπολεμική περίοδο και την αντικατάστασή της από νεοαποικιακούς δεσμούς με τα καταπιεζόμενα έθνη. Υπό την ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση, αυτοί οι δεσμοί, όπως και το διεθνές σύστημα κρατών, έχουν εξελιχθεί περαιτέρω, παρέχοντας χώρο για τη δημιουργία θεσμών όπως οι BRICS.

Από τη μια, είναι κυρίως τριτοκοσμικός, με την εξαίρεση της Ρωσίας. Από την άλλη, οι Τριτοκοσμικές έγνοιες των BRICS είναι εντελώς διαφορετικές από τις άλλες καταπιεσμένες χώρες. Για παράδειγμα, σε φόρα όπως ο ΠΟΕ, οι BRICS έχουν δείξει την πλήρη προθυμία τους να προσχωρήσουν στις βλαπτικές πολιτικές των ιμπεριαλιστών όταν επίσης τους βολεύουν, για να εκμεταλλεύονται με τη σειρά τους άλλες τριτοκοσμικές χώρες.

Οι BRICS, επομένως, δεν είναι μια συγκυριακή υλοποίηση ενός ακρωνυμίου που κατασκεύασε κάποιος. Αντίθετα, είναι ένα προϊόν των σύγχρονων διεθνών σχέσεων. Όλοι οι τριτοκοσμικοί συμμετέχοντες στους BRICS έχουν ένα κοινό ενδιαφέρον για τη διασφάλιση και επέκτασης της θέσης και του χώρου που έχουν ήδη κατακτήσει. Ωστόσο, μεταξύ αυτών, η Κίνα είναι σε διαφορετική κατηγορία. Αυτή κατέχει μια αποφασιστική, καθοριστική θέση, τουλάχιστον λόγω της οικονομικής της ισχύος. Στο σημερινό κόσμο, χωρίς την Κίνα, ένας τέτοιος θεσμός δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί. Για τις ινδικές άρχουσες τάξεις, από την άλλη, αυτό είναι κάτι το δυσκολοχώνευτο αλλά και αναπόφευκτο συνάμα. Οι BRICS, επομένως, καθίστανται άλλος ένας χώρος για την αντιπαράθεσή τους με την Κίνα. Εδώ ο Μόντι και η ομάδα του πιστεύουν ότι μπορούν να παίξουν εξυπνότερα- να χρησιμοποιούν τη σύνδεση με τις ΗΠΑ, για να ανασχέσουν την Κίνα, και να χρησιμοποιούν τους BRICS, για καλύτερες συμφωνίες με τις ΗΠΑ. Να γιατί η Υπουργός Εξωτερικών επισκέφτηκε στο Πεκίνο αμέσως μόλις ολοκληρώθηκε η επίσκεψη Ομπάμα. Οι ινδικές άρχουσες τάξεις είναι επιδέξιες σε αυτό το παιχνίδι, το οποίο έπαιζαν, με κάποιο όφελος, κατά την περίοδο της διένεξης μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Όμως, ποιες είναι οι προοπτικές του στο σύγχρονο κόσμο;

Οι ηγέτες των ΗΠΑ επί πολλά χρόνια υπόσχονταν να κάνουν ό,τι μπορούν για να δουν την Ινδία στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Συχνά την αναγνωρίζουν ως σημαντικό παράγοντα σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό καλοπιάνει τον ινδικό επεκτατισμό. Η συμμετοχή στο διευρυμένο G-8, το G-20, χαιρετίστηκε από τις ινδικές άρχουσες τάξεις ως αναγνώριση της «άφιξής» τους στο κλαμπ των μεγάλων δυνάμεων. Υπάρχει μια δόση αλήθειας σε αυτό. Ωστόσο, όπως μόλις είδαμε, παρότι η Ινδία είναι σε διαφορετική θέση, σε σύγκριση με τις περισσότερες τριτοκοσμικές χώρες, απέχει πολύ από την Κίνα, στον οικονομικό και στρατιωτικό τομέα. Αυτοί οι τομείς κάνουν τη χώρα αυτή να έχει ένα πολιτικό βάρος σαφώς μεγαλύτερο από αυτό του ινδικού κράτους. Τη θέτει σε μια ανώτερη κατηγορία από ό,τι την Ινδία, για τις διεθνείς σχέσεις των ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ επιθυμούν την ενίσχυση του ινδικού επεκτατισμού, ακριβώς επειδή τον χρειάζονται για να κρατά υπό έλεγχο την Κίνα. Για τις ΗΠΑ, η κύρια παράμετρος για την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού είναι οι σχέσεις τους με την Κίνα, όχι με την Ινδία. Επομένως, οι παράμετροι των σχέσεών τους με την Ινδία καθορίζονται από αυτή τη θεμελιώδη έγνοια. Στην πραγματικότητα, αυτό σημαίνει ότι το ινδικό κράτος, στην αμερικανική σειρά προτεραιοτήτων είναι δευτερεύον. Προφανώς αυτό προσβάλλει τους ινδούς ηγέτες με τη σαφώς φουσκωμένη άποψή τους αναφορικά με το πού έχουν αυτοί «φτάσει» στις διεθνείς σχέσεις. Όμως, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούν να κάνουν για αυτό. Παρότι η Ινδία έχει στρατηγική γεωπολιτική αξία για τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ, αυτή δεν έχει την ίδια σημασία όπως είχε στο παρελθόν για το σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλισμό. Τότε, η Ινδία συνιστούσε ένα κρίσιμο στοιχείο για το σοσιαλιμπεριαλισμό στην αντιπαράθεσή του με το στρατόπεδο των ΗΠΑ και για να απειλεί τη σοσιαλιστική Κίνα. Σήμερα, η Ινδία είναι μόλις ένα συμπληρωματικό στοιχείο, στρατηγικός αλλά όχι αποφασιστικός παράγοντας, στο σχέδιο των ΗΠΑ για την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, όπου έχει αρκετούς δοκιμασμένους στο χρόνο συμμάχους και λακέδες.

Επομένως, τι σημαίνει αυτό για την εξωτερική πολιτική του Μόντι; Η κυβέρνηση Μόντι κινείται για την ικανοποίηση των πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών αιτημάτων των ΗΠΑ, προσδοκώντας να αποκτήσει το στάτους της παγκόσμιας δύναμης και να λάβει πλήρη υποστήριξη για τα συμφέροντα του ινδικού επεκτατισμού (ιδιαίτερα για τη Νότια Ασία και σε βαρος του Πακιστάν). Η εσωτερική και η εξωτερική πολιτική του Μόντι εξυπηρετούν αυτό το στόχο. Μερικές χειρονομίες μπορεί να αναμένονται από τις ΗΠΑ, όμως αυτές θα είναι σαφώς μικρότερης σημασίας από όσα κάποιοι είχαν ονειρευτεί. Επιπροσθέτως, αντί να δημιουργείται χώρος για περισσότερους ελιγμούς για τις ινδικές άρχουσες τάξεις, αυτές σύρονται σε όλο και πιο στενές σχέσεις εξάρτησης με τις ΗΠΑ. Αυτό έχει τρομακτικές επιπτώσεις για τη χώρα. Ήδη, η φτώχεια του λαού χρησιμοποιείται για να ρίξει στη σκλαβιά τη νεολαία μας στα στρατόπεδα των αμερικανικών στρατευμάτων κατοχής σε Ιράκ και Αφγανιστάν και για να οικοδομηθεί η αμυντική τους υποδομή. Αυτή η ανομολόγητη εξυπηρέτηση των αμερικανικών στρατιωτικών κινήσεων σύντομα θα εξελιχθεί σε ανοιχτή συμμετοχή, καθιστώντας το λαό μας κρέας για τα κανόνια της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας. Ο Μόντι, επίσης, πέρσι, είχε αλλάξει τις πολιτικές αδειοδότησης φαρμάκων ώστε να βολεύει τις πολυεθνικές, προτού συναντήσει τον Ομπάμα. Τώρα, υποτάχτηκε στα αιτήματα των αμερικανών κατασκευαστών πυρηνικών εργοστασίων για απαλλαγή τους από κάθε ευθύνη σε περίπτωση ατυχημάτων σε εργοστάσια που κατασκευάζονται με δική τους τεχνολογία. Κι άλλα παρόμοια θα πρέπει να αναμένονται καθώς θα ανθίζουν τα δηλητηριώδη μπουμπούκια του Μόντι.

Ο Ajith είναι στέλεχος του ΚΚ Ινδίας (Μαοϊκού)

Περιοδικό “People’s March”, Vol. 13, no.3, Γενάρης-Μάρτης 2015

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: