Η αναγνώριση από τους Μολότοφ-Στάλιν του εσφαλμένου των μαζικών διώξεων στην ΕΣΣΔ (Απόφαση Συμβουλίου Λαϊκών Επιτρόπων & ΚΕ ΠΚΚ(μπ.) – 17/11/1938)

Οι εκτεταμένες διώξεις στην ΕΣΣΔ την περίοδο 1937-1938, πέραν των εξωπραγματικών διαστάσεων που έχουν λάβει από τις «απεικονίσεις» τους από τους -κατ’επάγγελμα ή όχι, συνειδητά ή όχι, αδιάφορο – παραχαράκτες της ιστορίας, συσκοτίζουν ένα άλλο βασικό θέμα στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, το οποίο, αργά ή γρήγορα, όταν αυτή ξανατεθεί στην ημερήσια διάταξη, θα τεθεί και αυτό. Αφορά στο αν μπορούσαν να αποφευχθούν (οι διώξεις, γενικά). Η απάντηση σε αυτό έχει να κάνει με το πώς κανείς εκτιμά τις προθέσεις των αντιπάλων του κομμουνισμού. Πρώτον, αυτοί υπάρχουν (δυστυχώς, πολλοί, προτού κρίνουν, δεν λαμβάνουν υπόψη ούτε καν αυτό). Δεύτερον, αυτοί σίγουρα αυξάνουν την πίεσή τους όσο περισσότερο οικοδομείται ο σοσιαλισμός, αφού βλέπουν «το χάρο με τα μάτια τους». Τρίτον, με την μακρόχρονη πείρα τους στην καταστολή επαναστατικών κινημάτων (η οποία δεν διακόπτεται, εν αντιθέσει με την εμπειρία των ίδιων των επαναστατικών κινημάτων, η οποια διέπεται από ασυνέχειες, με συνέπεια, ενίοτε, την επανάληψη των λαθών ή των βημάτων, από την αρχή), έχουν τελειοποιήσει τα μέσα και τις μεθόδους. Τέταρτον, με την πίεσή τους, λυγίζουν και τμήμα των οικοδόμων του νέου κόσμου. Αυτό είναι κάτι αναπόφευκτο, ανθρώπινο θα’λεγε κανείς. Έτσι, λοιπόν, και αναγκαιότητα για επίθεση στα στοιχεία που προωθούν τον καπιταλισμό χρειάζεται, αλλά και ο αντίπαλος, τελειοποιώντας τα μέσα του, θα βάζει μέσα στο αντίπαλο στρατόπεδο ανθρώπους του ή θα αξιοποιεί όσους, με διάφορους τρόπους, κατά κάποιο τρόπο λυγίζουν ή μπορούν να αξιοποιηθούν.

Το πρόβλημα, βέβαια, αφορά και στην έκταση των διώξεων, και αν και πόσους αθώους θα «πάρει ο χάρος». Στην παρακάτω κοινή απόφαση της κυβέρνησης και του κυβερνητικού κόμματος της ΕΣΣΔ, όπου σταματούν οι διώξεις σε μεγάλο βαθμό, η αναγνώριση των όσων άσχημων συνέβησαν, σε βάρος αθώων, είναι παραπάνω από εύγλωττη.

Τίθεται, επομένως, αντικειμενικά, και ζήτημα πολιτικής ευθύνης. Στην περίπτωση της ΕΣΣΔ, ο αντίστοιχος υπουργός εσωτερικών πλήρωσε με την ανώτατη ποινή, την ευθύνη για αυτά τα αρνητικά φαινόμενα. Όμως, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, ακόμα και καλοπροαίρετος, με τέτοια έκταση εσφαλμένων διώξεων, δεν είχε και ο Στάλιν και ο Μολότοφ, ως ανώτατοι εκπρόσωποι του κυβερνητικού κόμματος και της κυβέρνησης αντίστοιχα; Και σε ποιο βαθμό αυτή αποδόθηκε εμπράκτως; Όμως, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς, πώς θα «αποδιδόταν εμπράκτως» αυτή; Με την καθαίρεσή τους; Με την εκτέλεση και των ίδιων; Και για ποιο λόγο θα γινόταν αυτή; Για την πολιτική ευθύνη για πράξεις που έγιναν σε έναν πόλεμο που δεν εξαπέλυσαν οι ίδιοι, αλλά οι αντίπαλοί τους; Και, μάλιστα, για πράξεις που επανειλημμένα (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις 24/6/1936,5/3/1937,18/1/1938) συστήνονταν να αποφεύγονται, στα πλαίσια δράσεων που έπρεπε να γίνουν; Αλλά και με δεδομένο ότι αυτές οι ασχήμιες, παρότι δεν έγιναν όλες (για την ακρίβεια, οι περισσότερες) από οπαδούς του νέου κόσμου, τις χρεώθηκε ο κομμουνισμός, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος εξίσου καλοπροαίρετος, άξιζε να γίνουν ή θα ήταν καλύτερο να έπεφτε το σύστημα τότε; Υπάρχει και το αντίστροφο ερώτημα, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς: αν έπεφτε, πάλι η «αιματολογία» δεν θα υπήρχε; Δεν υπήρξε για την Κομμούνα του Παρισιού ή για την Ουγγρική Επανάσταση του 1919; Αλλά και πάλι, υπάρχουν τόσο απλά καθήκοντα, όταν οικοδομείται νέος κόσμος, ή πρωτόγνωρα και σύνθετα καθήκοντα, με παρενέργειες που πρέπει να προσέχονται;

Αυτά τα ερωτήματα, προφανώς, δεν θα τίθονταν, αν πάντοτε λαμβάνουμε υπ’όψη και το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο διαπράχτηκαν λάθη και εγκλήματα, αλλά και έχοντας την πλήρη εικόνα (ότι υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν αντίπαλοι του νέου κόσμου), αλλά και τις σχέσεις μεταξύ των δρώντων σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο (είναι αντίπαλοι και όχι «εταίροι» που υποστηρίζουν κάποια ενότητα «του διαφωτισμού, της ειρήνης» και άλλων τέτοιων «οικουμενικών» αξιών), αλλά και ποιος έχει τη βασική ευθύνη για αυτό το είδος σχέσεων (πολεμικό) μεταξύ των δρώντων.

Παρακάτω υπάρχει η κοινή απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΚΚ(μπ.) και της κυβέρνησης της ΕΣΣΔ στις 17 Νοέμβρη 1938, με την οποία σταματούν οι διώξεις, αναγνωρίζεται ως εσφαλμένη η υιοθέτηση μαζικών συλλήψεων, όπως και άλλες άσχημες καταστάσεις. Μια απόφαση που-περιέργως πώς- δεν έχει δημοσιευτεί σε πολλές γλώσσες (σε αντίθεση με τις «αιματολογίες»)…

ΥΓ.Φυσικά, θέτει και άλλα ζητήματα η απόφαση αυτή (όπως και οι προαναφερθείσες). Όπως το ότι ποτέ τους ανθρώπους δεν τους αντιμετωπίζουμε ως «μια μονάδα από μια μάζα», αλλά πραγματευόμαστε μεμονωμένα τις περιπτώσεις τους (αφού ο εχθρός παραμονεύει).Γιατί η απώλεια και ενός συντρόφου, η απώλεια και ενός αθώου, δεν αναπληρώνεται με τη στράτευση ενός άλλου στον αγώνα. Όπως και το ότι δεν αρκεί η απόσπαση των «τεχνοκρατών» από την πολιτική καθοδήγηση, για την «αμερόληπτη» λειτουργία του κράτους. Το αντίθετο. Είναι αυτό ακριβώς που μπορεί να φέρει εκτροπές. Όπως και η έλλειψη καθοδήγησης και επίβλεψης..Λυπηρό για τους φαντασιόπληκτους «αμεσοδημοκράτες» μας (βασικά, οπαδούς του οριζόντιου-και αντιδημοκρατικού-συγκεντρωτισμού), αλλά αληθινό..

 

Για τις συλλήψεις, την επίβλεψή τους από το δημόσιο κατήγορο και τη διεξαγωγή των ερευνών:

Ψήφισμα του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού της ΕΣΣΔ και της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΚΚ(μπ.)

 

 

Προς τους Λαϊκούς Επιτρόπους Εσωτερικών Υποθέσεων (ΛΕΕΥ) των Ενωσιακών και των Αυτόνομων Δημοκρατιών, προς τους επικεφαλής των επιτροπών ΛΕΕΥ Κράι και Όμπλαστ, προς τους επικεφαλής των γραφείων του ΛΕΕΥ στις περιφέρειες (οκρούγκ), τις πόλεις και τα διαμερίσματα (ραγιόν) του ΛΕΕΥ

Προς τους δημοσίους κατηγόρους των ενωσιακών μη αυτόνομων δημοκρατιών, των κράι και των όμπλαστ, των περιφερειών, των πόλεων και των διαμερισμάτων (ραγιόν)

Προς τους γραμματείς της ΚΕ των ενωσιακών κομμάτων, των κράι, των όμπλαστ, των οκράι και των ραγιόν του ΠΚΚ(μπ.)

 

Το Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων της ΕΣΣΔ και η Κεντρική Επιτροπή του ΠΚΚ(μπ.) σημειώνουν ότι μεταξύ 1937-1938, υπό την καθοδήγηση του κόμματος, τα όργανα του ΛΕΕΥ εργάστηκαν σκληρά για να ηττηθούν οι εχθροί του λαού και εκκαθάρισαν την ΕΣΣΔ από πολυάριθμους κατασκόπους, τρομοκράτες, σαμποταριστές και υπονομευτικά στελέχη από τροτσκιστές, μπουχαρινικούς, εσέρους, μενσεβίκους, αστούς εθνικιστές, λευκοφρουρούς, φυγόδικους κουλάκους και ποινικούς που εκπροσωπούσαν μια σημαντική υποστήριξη για ξένες μυστικές υπηρεσίες στην ΕΣΣΔ και ειδικότερα, τις υπηρεσίες της Ιαπωνίας, της Γερμανίας, της Πολωνίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας.

Ταυτόχρονα, τα όργανα του ΛΕΕΥ έκαναν μια σημαντική δουλειά επίσης για να ηττηθούν οι κατάσκοποι και οι υπονομευτές πράκτορες ξένων μυστικών υπηρεσιών που εισήλθαν στη Σοβιετική Ένωση  σε μεγάλους αριθμούς, εμφανιζόμενοι ως δήθεν πολιτικοί πρόσφυγες και λιποτάκτες από τους Πολωνούς, Ρουμάνους, Φινλανδούς, Γερμανούς, Λετονούς, Εσθονούς, από το Χάρμπιν (σ.σ. πόλη της Βορειοανατολικής Κίνας) κλπ.

Η εκκαθάριση της χώρας από τους υπονομευτές ανατροπείς και τα στελέχη κατασκοπιών έπαιξε ένα θετικό ρόλο  στην υπόθεση της διασφάλισης της συνέχισης της επιτυχούς σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Ωστόσο, δεν θα πρέπει να πιστεύει κανείς ότι αυτή η υπόθεση εκκαθάρισης της ΕΣΣΔ από κατασκόπους, υπονομευτές, τρομοκράτες και σαμποτέρ έχει τελειώσει.

Η πρόκληση πλέον έγκειται στο να συνεχιστεί ένας αδυσώπητος αγώνας εναντίον όλων των εχθρών της ΕΣΣΔ, οργανώνοντας αυτό τον αγώνα με μια πιο εξελιγμένη και αξιόπιστη μέθοδο.

Αυτό είναι ακόμα πιο απαραίτητο, δεδομένου ότι οι μαζικές επιχειρήσεις για την ήττα και το ξερίζωμα των εχθρικών στοιχείων που διεξήγαν τα όργανα του ΛΕΕΥ το 1937-1938, και του γεγονότος ότι έγιναν απλοϊκές οι έρευνες και οι δίκες, δεν μπορούσε παρά να οδηγήσουν σε μια σειρά από μεγάλα σφάλματα και ανωμαλίες στο έργο των οργάνων του ΛΕΕΥ και των εισαγγελέων. Επιπροσθέτως, εχθροί του λαού και κατάσκοποι ξένων μυστικών υπηρεσιών, εισήλθαν στα όργανα του ΛΕΕΥ, τόσο κεντρικά όσο και κατά τόπους, συνεχίζοντας το υπονομευτικό τους έργο, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να αποπροσανατολίσουν τις έρευνες και την αποκάλυψη των υποθέσεων, συνειδητά παραβίασαν τους σοβιετικούς νόμους και προέβησαν μαζικά σε αυθαίρετες συλλήψεις, ενώ ταυτόχρονα, απέτρεψαν την ήττα των συνεργών τους, ειδικά όσων είχαν εισέλθει στο ΛΕΕΥ.

Οι σοβαρότερες ελλείψεις που εντοπίζονται τα τελευταία χρόνια στα όργανα του ΛΕΕΥ και των εισαγγελέων έχουν ως εξής:

Πρώτον, οι εργαζόμενοι του ΛΕΕΥ πλήρως εγκατέλειψαν την διερευνητική εργασία του δικτύου πληροφοριών, προτιμώντας να δρουν με έναν πιο απλοϊκό τρόπο, υιοθετώντας την πρακτική των μαζικών συλλήψεων χωρίς να νοιάζονται για την ορθότητα ή την ποιότητα της έρευνας.

Οι εργαζόμενοι του ΛΕΕΥ ήταν ελάχιστα εξοικειωμένοι με τη σκληρή, συστηματική δουλειά του δικτύου πληροφοριών και για αυτό υιοθέτησαν μια απλοϊκή διαδικασία παραγωγής αιτημάτων, μέχρι πολύ πρόσφατα, για την υπέρβαση των λεγόμενων «ορίων» στη διεξαγωγή μαζικών συλλήψεων.

Αυτό οδήγησε στο γεγονός ότι η ήδη αδύναμη δουλειά διερεύνησης βάσει της δημιουργίας δικτύων πληροφόρησης πήγε ακόμα πιο πίσω, και, το χειρότερο από όλα, πολλοί εργαζόμενοι στο ΛΕΕΥ έχασαν την συναίσθηση του έργου τους, του ότι παίζουν με το ερευνητικό τους έργο έναν κρίσιμο ρόλο.

Αυτό οδήγησε τελικά στο γεγονός ότι, με την απουσία μιας συστηματικής διερευνητικής δουλειάς βάσει δικτύων πληροφοριών, κατά κανόνα, δεν επιτεύχθηκε η πλήρης αποκάλυψη των συλληφθέντων κατασκόπων και υπονομευτών των ξένων μυστικών υπηρεσιών και η πλήρης αποκάλυψη των εγκληματικών διασυνδέσεών τους.

Αυτή η υποεκτίμηση της αξίας της διερευνητικής δουλειάς βάσει δικτύων πληροφοριών και η απαράδεκτα χαλαρή στάση απέναντι στις συλλήψεις είναι ακόμα απαράδεκτη, δεδομένου ότι το Συμβούλιο Λαϊκών Επιτρόπων της ΕΣΣΔ και η ΚΕ του ΠΚΚ(μπ.) στις διάφορες οδηγίες τους στις 8 Μάη 1933, στις 17 Ιούνη 1935 και, τελικά, στις 3 Μάρτη 1937, έδιναν συγκεκριμένες κατευθύνσεις για την ανάγκη της οργάνωσης της ερευνητικής δουλειάς, του περιορισμού των συλλήψεων και της βελτίωσης της έρευνας.

Δεύτερον, το μεγαλύτερο λάθος στο έργο του ΛΕΕΥ έχει τη βαθιά του ρίζα στην υιοθέτηση απλοϊκών διαδικασιών για την έρευνα, η οποία, κατά κανόνα, περιοριζόταν στην ανάκριση και την ομολογία του κατηγορουμένου, χωρίς έγνοια για ενίσχυση της ομολογίας με την παροχή κι άλλων στοιχείων και ενδείξεων (μαρτυρίες, εμπειρογνωμοσύνες, αποδεικτικά στοιχεία κλπ).

Συχνά οι συλληφθέντες δεν ανακρίνονταν επί ένα μήνα μετά τη σύλληψη, ενίοτε, ακόμα περισσότερο. Κατά την ανάκριση, πρωτόκολλα ανάκρισης δεν συντάσσονταν πάντα. Συχνά, υπήρχαν περιπτώσεις όπου οι ομολογίες των συλληφθέντων καταγράφονταν σε σημειώσεις και έπειτα, μετά από πολύ καιρό (δέκα μέρες, μήνα, ενίοτε και περισσότερο), προετοιμαζόταν ένα κανονικό πρωτόκολλο, κάτι που δεν συνάδει με τις απαιτήσεις του άρθρου 133 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την αυτολεξεί, ει δυνατόν, καταγραφή της ομολογίας του συλληφθέντα. Ακόμα πιο συχνά, το πρωτόκολλο ανάκρισης δεν συντασσόταν, παρά μόνο αν ο συλληφθείς αναγνώριζε ότι διέπραξε τα εγκλήματα που του αποδίδονταν. Όχι σπάνια, στο πρωτόκολλο ανάκρισης δεν αναγραφόταν καμία δήλωση του κατηγορουμένου, για την απόρριψη της συγκεκριμένης ή κάποιας άλλης κατηγορίας.

Οι διερευνήσεις των υποθέσεων γίνονται τόσο πρόχειρα. Σε μια περίπτωση χοντροκομμένα, κάποιος άγνωστος διόρθωσε και έσβησε κατάθεση καταγραμμένη με μολύβι, δεν υπήρχε η υπογραφή του ανακρινόμενου, τα πρακτικά της ανάκρισης δεν ήταν επικυρωμένα, περιλαμβάνονταν ανυπόγραφα και ασταθή συμπεράσματα κλπ.

Οι διωκτικές αρχές, από την πλευρά τους, δεν παίρνουν τα απαραίτητα μέτρα για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, περιορίζοντας, κατά κανόνα, τη συμμετοχή τους στην έρευνα σε μια απλή καταχώριση και σφράγισμα ερευνητικών υλικών. Οι διωκτικές αρχές, όχι μόνο απέτυχαν να εξαλείψουν τις παραβιάσεις της επαναστατικής νομιμότητας, αλλά, στην πραγματικότητα, νομιμοποιούν αυτές τις παραβιάσεις.

Αυτό το είδος ανεύθυνης στάσης κατά τη διεξαγωγή της έρευνας και τις ωμές παραβιάσεις των προβλεπόμενων διαδικασιών, αξιοποίησαν όχι σπάνια, οι εχθροί του λαού που είχαν εισχωρήσει στο ΛΕΕΥ και στα γραφεία των εισαγγελέων τόσο κεντρικά όσο και τοπικά. Συνειδητά παραβίαζαν τους νόμους, παραποιούσαν τα ανακριτικά έγγραφα, οδηγούσαν στη δικαιοσύνη και προέβαιναν σε συλλήψεις για ασήμαντους λόγους, και ακόμα και χωρίς λόγο, δημιουργούσαν προβοκατόρικα «υποθέσεις» εναντίον αθώων ανθρώπων και, ταυτόχρονα, έπαιρναν όλα τα μέτρα ώστε, επιπροσθέτως, να αποκρύψουν και να σώσουν από την καταστροφή τους αντισοβιετικούς συνεργούς τους στις εγκληματικές δραστηριότητες. Τέτοια γεγονότα έλαβαν χώρα τόσο στον κεντρικό μηχανισμό του ΛΕΕΥ όσο και τοπικά.

Όλα τα προαναφερθέντα και πλήρως απαράδεκτα στο έργο των οργάνων του ΛΕΕΥ και των εισαγγελιών έγιναν εφικτά, μόνο επειδή εισχώρησαν στα όργανα του ΛΕΕΥ και των εισαγγελιών εχθροί του λαού που προσπαθούσαν να αποκόψουν το έργο των οργάνων του ΛΕΕΥ και των εισαγγελειών από τα κομματικά όργανα, να ξεφύγουν από τον κομματικό έλεγχο και καθοδήγηση και έτσι, να διευκολυνθούν αυτοί και οι συνεργοί τους ώστε να μπορούν να συνεχίσουν τις αντισοβιετικές συνωμοτικές τους δράσεις.

Προκειμένου αποφασιστικά να εξαλειφθούν αυτά τα ελαττώματα και να υπάρξει η κατάλληλη οργάνωση στο διερευνητικό έργο των οργάνων του ΛΕΕΥ και των εισαγγελιών, το Συμβούλιο των Επιτρόπων του Λαού και η ΚΕ του ΠΚΚ(μπ.) θεσπίζουν:

1.Την απαγόρευση στα όργανα του ΛΕΕΥ και των εισαγγελιών να προβαίνουν σε οποιαδήποτε επιχείρηση μαζικών συλλήψεων και εκτοπίσεων.

Σύμφωνα με το άρθρο 127 του Συντάγματος της ΕΣΣΔ οι συλλήψεις λαμβάνουν χώρα μόνο κατόπιν απόφασης δικαστηρίου ή με επικύρωση από τον εισαγγελέα.

Η απομάκρυνση από συνοριακές ζώνες επιτρέπεται μετά από άδεια του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού και της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ(μπ.) με ειδικό εκπρόσωπο από την αντίστοιχη επιτροπή όμπλαστ, κράι ή την ΚΕ του ενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος, με τη συμφωνία του ΛΕΕΥ της ΕΣΣΔ.

2.Τη διάλυση των δικαστικών τροΐκων που δρουν υπό τις οδηγίες του ΛΕΕΥ της ΕΣΣΔ, όπως και των τροΐκων της Εργατοαγροτικής Πολιτοφυλακής σε επίπεδο όμπλαστ, κράι και ενωσιακών δημοκρατιών.

Εφ’εξής, όλες οι περιπτώσεις, σε πλήρη συμφωνία με τους νόμους, θα παραπέμπονται στα δικαστήρια ή τις ειδικές συνεδρίες του ΛΕΕΥ της ΕΣΣΔ.

3.Για τις συλλήψεις από τα όργανα του ΛΕΕΥ και των εισαγγελιών να ακολουθούνται τα παρακάτω:

Α) η έγκριση των συλλήψεων θα γίνεται με πλήρη εφαρμογή όσων θέσπισαν το Συμβούλιο των Επιτρόπων του Λαού της ΕΣΣΔ και η ΚΕ του ΠΚΚ(μπ.) από τις 17 Ιούνη 1935.

Β) για την αίτηση στους δημοσίους κατηγόρους για επικύρωση των συλλήψεων τα όργανα του ΛΕΕΥ θα υποβάλουν έκθεση αιτιολόγησης και όλα τα υλικά που δικαιολογούσαν τη σύλληψη.

Γ) τα όργανα των εισαγγελιών υποχρεούνται προσεκτικά και ουσιαστικά να ελέγχουν την βασιμότητα των αποφάσεων των οργάνων του ΛΕΕΥ απαιτώντας, αν χρειάζεται, τη διεξαγωγή πρόσθετης έρευνας ή την υποβολή επιπρόσθετων διερευνητικών υλικών.

Δ) τα όργανα των εισαγγελιών είναι υποχρεωμένα να απαγορεύουν τις συλλήψεις που γίνονται χωρίς σοβαρό λόγο.

Θεσπίζεται πως για κάθε εσφαλμένη σύλληψη, μαζί με τους υπεύθυνους για αυτή εργαζόμενους του ΛΕΕΥ, θα εκδίδεται και ένταλμα σύλληψης και για τον εισαγγελέα.

4.Υποχρεώνονται τα όργανα του ΛΕΕΥ, κατά τη διάρκεια της έρευνας, να τηρούν πλήρως όλες τις πρόνοιες του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Συγκεκριμένα:

Α) να ολοκληρώνεται η έρευνα εντός των χρονικών ορίων που θεσπίζει ο νόμος

Β) να πραγματοποιείται η ανάκριση του συλληφθέντα όχι αργότερα από 24 ώρες από τη σύλληψη: μετά από κάθε ανάκριση άμεσα να συντάσσεται πρωτόκολλο, σε συμφωνία με τις πρόνοιες του άρθρου 138 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με αναγραφή της ακριβούς ώρας έναρξης και τερματισμού της ανάκρισης.

Ο δημόσιος κατήγορος όταν διαβάζει την έκθεση της ανάκρισης υποχρεώνεται να κάνει μια καταχώριση στο πρωτόκολλο για την αναγραφή της ώρας, της μέρας, του μήνα και του έτους

Γ) τα έγγραφα, η αλληλογραφία και άλλα αντικείμενα που συλλέγονται κατά την έρευνα, σφραγίζονται άμεσα στο μέρος της έρευνας, σύμφωνα με το άρθρο 184 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, φτιάχνοντας ένα αρχείο λεπτομερούς καταγραφής όλων των σφραγισμένων.

5.Υποχρεούνται τα όργανα της εισαγγελίας πλήρως να συμμορφώνονται με τους προβλεπόμενους κώδικες και διαδικασίες, προκειμένου να μπορεί να προβαίνει σε επίβλεψη ο δημόσιος κατήγορος επί της έρευνας των οργάνων του ΛΕΕΥ.

Αντίστοιχα, υποχρεούνται οι δημόσιοι κατήγοροι συστηματικά να επαληθεύουν ότι το έργο των ερευνητικών οργάνων συνάδει με όλους τους νόμους που διέπουν την έρευνα και άμεσα να εξαλείφουν κάθε παραβίαση αυτών των νόμων: να παίρνουν μέτρα για να διασφαλίζουν στον κατηγορούμενο όλα τα προβλεπόμενα από το νόμο δικαιώματα κλπ.

6.Δεδομένου του αυξανόμενου ρόλου επίβλεψης από το δημόσιο κατήγορο και της ανάθεσης στα όργανα των εισαγγελιών της ευθύνης για τις συλλήψεις και την έρευνα που διεξάγουν τα όργανα του ΛΕΕΥ, αναγνωρίζονται ως απαραίτητα:

Α) η καθιέρωση ότι όλοι οι δημόσιοι κατήγοροι που επιβλέπουν την έρευνα που διεξήγαγαν όργανα του ΛΕΕΥ να εγκρίνονται από την ΚΕ του ΠΚΚ(μπ.) με την αντίστοιχη εισήγηση των επιτροπών όμπλαστ, κράι, των Κεντρικών Επιτροπών των ενωσιακών κομμουνιστικών κομμάτων και του δημόσιου κατήγορου της Ένωσης ΣΣΔ

Β) η υποχρέωση των επιτροπών όμπλαστ, κράι και των Κεντρικών Επιτροπών των ενωσιακών κομμουνιστικών κομμάτων εντός μήνα να ελέγξουν και να προτείνουν για έγκριση από την ΚΕ του ΠΚΚ(μπ.) υποψηφιότητες όλων των δημοσίων κατηγόρων που θα επιβλέπουν το ερευνητικό έργο των οργάνων του ΛΕΕΥ

Γ) η υποχρέωση του δημοσίου κατηγόρου της Ένωσης ΣΣΔ συν. Βισίνσκι να υποδείξει από το κεντρικό επιτελείο πολιτικά ικανούς και εγκεκριμένους εισαγγελείς για την επίβλεψη της έρευνας που διεξάγει ο κεντρικός μηχανισμός του ΛΕΕΥ της ΕΣΣΔ και εντός 20 ημερών να τους υποβάλει προς έγκριση από την Κεντρική Επιτροπή του ΠΚΚ(μπ.)

7.Εγκρίνονται τα μέτρα που έλαβε το ΛΕΕΥ της ΕΣΣΔ για τον εξορθολογισμό των ερευνών στις οποίες προβαίνουν τα όργανα του ΛΕΕΥ, όπως ορίστηκαν στην οδηγία της 23 Οκτώβρη 1938. Συγκεκριμένα, υιοθετείται η απόφαση του ΛΕΕΥ για την οργάνωση στα επιχειρησιακά τμήματα ειδικών ερευνητικών μονάδων.

Αναγνωρίζοντας τη σημασία της κατάλληλης οργάνωσης του ειδικού ερευνητικού έργου των οργάνων του ΛΕΕΥ, υποχρεούται το ΛΕΕΥ να εξασφαλίσει τον ορισμό ερευνητών σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο, οι οποίοι θα είναι ελεγμένοι πολιτικά και οι πιο δοκιμασμένοι στο έργο τους από μέλη του κόμματος.

Θεσπίζεται πως όλοι όσοι στα όργανα του ΛΕΕΥ προβαίνουν, σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο, σε έρευνες, ορίζονται μόνο με οδηγία του Λαϊκού Επιτρόπου Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΣΣΔ.

8.Υποχρεούνται το ΛΕΕΥ της ΕΣΣΔ και ο δημόσιος κατήγορος της Ένωσης ΣΣΔ να δώσουν τις δικές τους οδηγίες στα τοπικά όργανα για την ακριβή εκτέλεση της απόφασης.

***

Το Συμβούλιο των Επιτρόπων του Λαού της ΕΣΣΔ και η ΚΕ του ΠΚΚ(μπ.) εφιστούν την προσοχή σε όλους τους εργαζόμενους του ΛΕΕΥ και των εισαγγελιών για την ανάγκη να εξαλείψουν αποφασιστικά τα παραπάνω ελαττώματα στο έργο των οργάνων του ΛΕΕΥ και των εισαγγελιών και την εξαιρετική σημασία της οργάνωσης του ερευνητικού και εισαγγελικού έργου με ένα νέο τρόπο. Το Συμβούλιο των Επιτρόπων του Λαού της ΕΣΣΔ και η ΚΕ του ΠΚΚ(μπ.) προειδοποιούν όλους τους εργαζόμενους του ΛΕΕΥ και των εισαγγελιών ότι για την παραμικρή παραβίαση των σοβιετικών νόμων και κομματικών και κυβερνητικών οδηγιών κάθε εργαζόμενος του ΛΕΕΥ και της εισαγγελίας, ανεξαρτήτως προσώπου, θα υπόκειται στις αυστηρότερες κυρώσεις.

 

Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων της ΕΣΣΔ

Β. Μολότοφ

Ο Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΚΚ(μπ.)

Ι. Στάλιν

 

Το κείμενο στα ρώσικα: http://grachev62.narod.ru/stalin/t14/t14_56.htm

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: