Ο Στάλιν στο Μαο για τον πολυκομματισμό και το γρήγορο πέρασμα στο σοσιαλισμό στην Κίνα (20/04/1948) και ένα σχόλιο για τη σημερινή σχετική συζήτηση

Σε μεγάλο κύκλο κομμουνιστών, αλλά και ως γενική εντύπωση, λόγω του αντικομμουνισμού, έχει παγιωθεί το ότι η επικράτηση των κομμουνιστών στην εξουσία σημαίνει επιβολή μονοκομματισμού και γρήγορο πέρασμα στο σοσιαλισμό, με εθνικοποιήσεις των πάντων. Η πρώτη από τις δύο αυτές εντυπώσεις οφείλεται φυσικά και στις ιστορικές συνθήκες που έφεραν το μονοκομματισμό στη Σοβιετική Ένωση (λόγω της κήρυξης ένοπλου αγώνα από τα υπόλοιπα κόμματα, και παρότι η αριστερή πτέρυγα του Κόμματος Επαναστατών Σοσιαλιστών συγκυβερνούσε με τους μπολσεβίκους ως την υπογραφή του Μπρεστ-Λιτόφσκ), στην Ουγγαρία (μετά το 1956, που ως αίτημα προωθήθηκε-δυσφημίστηκε από τους αντεπαναστάτες, και την εξέταση του οποίου αιτήματος ανέλαβαν ρεβιζιονιστές) και στην Αλβανία (όπου δεν υπήρχαν από πριν κόμματα).

Φυσικά, στη συζήτηση για το μονοκομματισμό-πολυκομματισμό πολλά μπορούν να ειπωθούν. Πρώτον, χρειάζεται να ξεκαθαρίζεται ότι στη δικτατορία της αστικής τάξης, ο πολυκομματισμός δεν ήταν εξ’αρχής δεδομένος. Κατακτήθηκε από την εργατική τάξη, μόνο μετά από αγώνες. Το ίδιο το δικαίωμα του εκλέγειν, άλλωστε, δεν ήταν καθολικό, αλλά περιορισμένο σε όσους, συνήθως, είχαν να πληρώσουν. Από κει και πέρα, και στη δικτατορία της αστικής τάξης, ο πολυκομματισμός υπάρχει και δεν αμφισβητείται από τους κρατούντες μόνο στο βαθμό που δεν απειλεί το ίδιο το (καπιταλιστικό) σύστημα. Επίσης, πολυκομματισμός μπορεί να υπάρχει, αλλά ενίοτε με απαγορευμένα εργατικά κόμματα, ακριβώς επειδή οι αστοί έχουν ως ένα σημείο αντικρουόμενα συμφέροντα (ενώ οι εργάτες μεταξύ τους, όχι), άρα, καθένας θέλει και το κόμμα του, το οποίο να υποστηρίζει τα συμφέροντά του (π.χ. μεγαλοαστικά κόμματα, μεγαλοαστικά vs. μικροαστικά κόμματα κοκ): όμως, κοινό συμφέρον έχουν από την καταστολή του εργατικού κινήματος, και γι’ αυτό απαγορεύουν τα εργατικά κόμματα. Τέλος, πολυκομματισμός μπορεί να υπάρχει ενίοτε μόνο επειδή μπορεί να αναγκάζονται οι αστοί να έχουν νόμιμα τα εργατικά κόμματα, είτε γιατί τους το επιβάλει η ίδια η εργατική δράση, με καθημερινές διώξεις όμως, είτε επειδή αυτά είναι εντελώς αδύναμα (πχ λόγω πολυδιάσπασης, την οποία έχουν κάθε λόγο να προκαλούν) και άρα δεν φτάνουν στην εργατική τάξη οι θέσεις των κομμάτων αυτών, άρα ακίνδυνα, ενώ ενίοτε (ή και παράλληλα), μπορεί να έχουν και γιαλαντζί εργατικά κόμματα (που κι αυτά, ακόμα, ενίοτε τα διώκουν).

Δεύτερον, η συζήτηση για μονοκομματισμό-πολυκομματισμό έχει να κάνει με τη δυνατότητα ή μη εφαρμογής  πολιτικών που ευνοούν πάντα μόνο ένα από τα πολλά αντικρουόμενα συμφέροντα σε μια κοινωνία. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, χοντρικά ο πολυκομματισμός δεν είναι το 100% ακριβώς αντίθετο του μονοκομματισμού, παρά μόνο στη μορφή. Δεν αφορά, δηλαδή, στο περιεχόμενο, στην ουσία. Κι αυτό γιατί ακόμα και στο μονοκομματισμό είναι δυνατό να εκφράζονται εντός αυτού του μοναδικού κόμματος αντικρουόμενα συμφέροντα (αν αυτό είναι ή έχει γίνει αστικό, ή αντανακλά στο εσωτερικό του την ύπαρξη άλλων τάξεων ή υπολειμμάτων τάξεων ή ξένων δυνάμεων). Παράδειγμα εμφανέστατο, οι φατρίες στο ρεβιζιονιστικό ΚΚΣΕ την περίοδο Γκορμπατσώφ,  με τη μια να εξυπηρετεί τους διευθυντές της ελαφράς βιομηχανίας, την άλλη, τους διευθυντές της βαριάς, μια τρίτη τους διοικούντες το εμπορικό δίκτυο (και άρα και τις επαφές με το ξένο κεφάλαιο), και από αυτή την κατάσταση να κρίνεται η μορφή του κράτους, αν δηλαδή παραμείνει η ΕΣΣΔ ως ΕΣΣΔ ή όχι.

Θα πρέπει, επίσης, να βλέπουμε και τα πραγματικά αποτελέσματα και σε πιο δυναμική διάσταση, δηλαδή, με βάση τη στροφή προς πιο «μονοκομματικές» μορφές, με τις συνενώσεις των κυβερνώντων μεγαλύτερων κομμάτων στις λαϊκές δημοκρατίες με τα άλλα κόμματα. Οι κινήσεις αυτές δεν πέτυχαν το σκοπό τους. Π.χ. το ΕΣΚΓ (ανατολικής Γερμανίας) εκδήλωνε εξαιρετικά οπορτουνιστικές πολιτικές, που έστριβαν πότε δεξιά και πότε υπεραριστερά, εν μέρει ως αποτέλεσμα της μικροαστικοποίησης του μετά τη συνένωση με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Ή, στη ΛΔ Κορέας, η συγχώνευση του ΚΚ με το αντίστοιχο Χριστιανοδημοκρατικό, θα έπαιξε κάποιο ρόλο στην αντικατάσταση του μαρξισμού-λενινισμού από την ιδεολογία της «Ανεξαρτησίας», στο Κόμμα Εργατών Κορέας. Αντίστοιχα πράγματα υπήρχαν στην Πολωνία, όπου εκεί υπήρχε συν τοις άλλοις και ισχυρή παράδοση κοσμικής παρέμβασης της εκκλησίας, και το PZRP ιδρύθηκε από 500.000 Σοσιαλιστές και 400.000 μέλη του ΚΚ: εκεί μόλις το 1958 επανήλθε η ατομική ιδιοκτησία στη γη (85% των συνολικών εκτάσεων).

Τρίτον, βλέποντας πάλι ιστορικά το ζήτημα του πολυκομματισμού, αυτός είχε να κάνει και με το ρόλο του όποιου καθεστώτος εγκαθιδρυόταν: ο πολυκομματισμός στις λαϊκές δημοκρατίες του 20ού αιώνα σχετιζόταν και με το ρόλο της ίδιας της λαϊκής δημοκρατίας (που δεν ήταν σοβιετικής ΜΟΡΦΗΣ εξουσία). Ήταν η συμμαχία εργατών, αγροτών, ελευθέρων επαγγελματιών, βιοτεχνών, διανόησης, μικρών και μεσαίων αστών, και τα διάφορα κεντροαριστερά Μέτωπα που ιδρύθηκαν μεταπολεμικά εξέφραζαν τα ΚΟΙΝΑ τους συμφέροντα.  Τα μεγαλοαστικά κόμματα, εξάλλου, δεν τέθηκαν εκτός νόμου εξ’αρχής, με το που κέρδισαν τα κεντροαριστερά Μέτωπα (με αστικές εκλογές) την πλειοψηφία, παρά μόνο τα χιτλεροφασιστικά (κάτι που γινόταν σε όλη την Ευρώπη), και μόνο στο βαθμό που τα άλλα δεν αντιστέκονταν στο νέο, λαϊκοδημοκρατικό σύνταγμα: αλλά, όντας σε χώρες που κάποτε εξαρτώνταν από το δυτικό ξένο κεφάλαιο, οι μεγαλοαστικές τάξεις εξαρτώνταν και είχαν πάρε δώσε με το ξένο κεφάλαιο, δεν ήταν δυνατό να διακόψουν και τη σύνδεσή τους με τη Δύση, και δεν άντεξαν όταν κόπηκε (ή επρόκειτο να κοπεί) ο ομφάλιός τους λώρος: έτσι διάφορα κόμματα είτε εξαφανίστηκαν όπως και οι τάξεις που εκπροσωπούσαν, είτε μπήκαν στον πειρασμό να συνεχίσουν τα πάρε δώσε, οπότε..πάλι, δηλαδή, για ιστορικούς λόγους, και όχι για λόγους αρχών, τέθηκαν εκτός νόμου (καποια εξ αυτών, μάλιστα, όπως το κόμμα του Πφάιφερ στην Ουγγαρία, πριν την ανακήρυξη των λαϊκών δημοκρατιών).

Αξίζει να σταθεί κανείς σε άλλα δύο σημεία: αφ’ ενός, η διαδικασία της παλινόρθωσης δεν ξεκίνησε από τα άλλα νόμιμα μη Εργατικά κόμματα (π.χ. από το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα της Ανατολικής Γερμανίας), αλλά από τα Εργατικά, αφ’ ετέρου, όταν έγινε η δεξιά στροφή από το ’56 και μετά, τα κόμματα που διώκονταν με τη μεγαλύτερη μανία ήταν τα μαρξιστικά-λενινιστικά (π.χ. το ΚΚΓ/Μ-Λ στην Ανατολική Γερμανία και το ΚΚ Πολωνίας).

Η δεύτερη παγειωθείσα εντύπωση, σχετικά με το ότι το πέρασμα στο σοσιαλισμό είναι εξ ορισμού άμεσο ή γρήγορο, έχει να κάνει και με τις προπολεμικές αποφάσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και τις αντίστοιχες στα εθνικά κομμουνιστικά κόμματα (βλ. έκτη ολομέλεια ΚΚΕ 1934). Από τότε, πολύ νερό έχει κυλήσει στο αυλάκι της σχετικής συζήτησης. Το θέμα της ταχύτητας χρησιμοποιήθηκε από το χρουσωφικό ρεβιζιονισμό για να χτυπήσει το μ-λ κίνημα, αλλά και από τους –κυρίως δυτικούς- υποστηρικτές του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας μετά τη ρήξη με τη ΛΔ Κίνας. Χρησιμοποιείται και ως «εξ αριστερών» κατηγορία εναντίον των σύγχρονων λατινοαμερικάνικων εμπειριών. Όλα αυτά, ωστόσο, βασίστηκαν και βασίζονται σε συσκότιση της πραγματικότητας των πολιτικών που εφαρμόζονταν (ή έστω, αποφασίζονταν-γιατί πάντα υπήρχαν παρεκκλίσεις) ως το 1953, σε απλουστευτική απεικόνιση μιας πιο σύνθετης-σε σχέση με το 1929- πραγματικότητας (κάτι που επιτρέπει την ανακάλυψη-«αποκάλυψη».. νέων Μπουχάριν), αλλά και σε εκθειασμό των ρεβιζιονιστικών πολιτικών που εφαρμόστηκαν μετά το 1953 σε διάφορες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες πολιτικές, αν και «αριστερές» στη μορφή, διέσπαγαν την ενότητα εργατικής-αγροτικής τάξης, και άρα λειτουργούσαν και υποκειμενικά υπέρ του καπιταλισμού (βλ. το παράδειγμα της ΛΔ Ρουμανίας, μετά την καθαίρεση της Άνα Πάουκερ και του Βασίλε Λούκα, εδώ και εδώ). Πλέον, η σχετική συζήτηση έχει φτωχύνει τόσο πολύ σε κάποια τμήματα του σύγχρονου κομμουνιστικού κινήματος, όπου έχουμε ακόμα και το…μηδενισμό αυτού του χρονικού διαστήματος (από την ομάδα Μαΐλη-Μπέλλου). Φυσικά, ένα αίτιο για τον (αδύνατο) μηδενισμό αυτού του διαστήματος, πέραν της αιτιολόγησης των μη επιδεχόμενων αιτιολόγησης στην καθημερινή πολιτική πρακτική, έχει να κάνει με την άρνηση παραδοχής ότι η παλινόρθωση άρχισε κυρίως από τα μέσα, από τις ίδιες τις πολιτικές των κομμουνιστικών κομμάτων (και όχι ως αποτέλεσμα επίδρασης των διαφόρων συμμάχων), και με την άρνηση δηλαδή ότι στα κόμματα αυτά είχαν επικρατήσει δυνάμεις που εκπροσωπούσαν τον καπιταλισμό δεκαετίες (και όχι λίγα χρόνια) πριν από την τυπική αλλαγή της μορφής των κρατών όπου αυτά τα κόμματα ήταν επικεφαλής.

Κάπου εδώ, φυσικά, τίθεται το ερώτημα και για το μέλλον: «Και στο επόμενο πείραμα για έναν νέο κόσμο θα έχουμε μονοκομματισμό;». Η απάντηση, δεδομένης και της εμπειρίας από το σοσιαλισμό στον 20ό αιώνα, χρήσιμο είναι να δοθεί και με όρους «κόστους-οφέλους». Δηλαδή, το κόστος από την επιβολή μονοκομματισμού ή, ακόμα κι από την κατάσταση μονοκομματισμού στην οποία – όχι σκόπιμα και προμελετημένα- μπορεί να περιέλθει κάποιο λαϊκό δημοκρατικό καθεστώς, είναι μεγαλύτερο από ό,τι αν διατηρούνται ή δημιουργούνται κόμματα που εκφράζουν αστικά ή ακόμα και μόνο προσωπικά γινάτια, ή συμφέροντα; Εξάλλου, είναι καλύτερο, από τη στιγμή που σε κάθε περίπτωση υπάρχουν συμφέροντα αστικά ή καλλιεργείται η ανάπτυξή τους, αυτά να διοχετεύονται και να εκφράζονται μέσα από τα ΚΚ, από ό,τι αν επιτρέπεται να δημιουργούνται αστικά κόμματα; Αλλά, από την άλλη, και η ύπαρξη αστικών κομμάτων, αποκλείει εξ ορισμού (ή και δεν ευνοεί, αφού τα «εξοικειώνει») το να εκφράζονται συμφέροντα αστικά και μέσα από τα ΚΚ; Σίγουρα όχι. Και η μορφή επιδρά στο περιεχόμενο και ο τύπος στην ουσία. Αλλά το κόστος για τη φήμη του κομμουνισμού είναι μικρότερο, και οι γραμμές του ΚΚ πιο ξεκαθαρισμένες (παρότι όχι απόλυτα), ή έστω, μπορούν να ξεκαθαρίζονται πιο εύκολα. Και πάνω από όλα, ένα τέτοιο κόστος, το οποίο μάλιστα αφορά στη μορφή και όχι στο περιεχόμενο, είναι εξαιρετικά δυσανάλογο για να το καταβάλλει ο κομμουνισμός.

Εξάλλου, η συζήτηση δεν αφορά μόνο στο αν μελλοντικά θα υπάρχουν και άλλα κόμματα, αλλά και το βαθμό ανταγωνιστικής έκφρασης της ύπαρξης αυτών των κομμάτων. Στο Νεπάλ, στην απόφαση για τη δημοκρατία στον 21ο αιώνα (βλ.εδώ), υπήρχε πρόνοια για ανταγωνιστική ύπαρξη των διαφόρων αντιϊμπεριαλιστικών κομμάτων. Παρ’ότι η απόφαση στο Νεπάλ ξεχειλώθηκε, ώστε να νομιμοποιηθούν οι συναλλαγές με τα ινδόφιλα κόμματα, θα πρέπει να αναγνωρίζουμε ότι είναι δύσκολο πολιτικά να εντοπίζεται ποιος είναι ο φιλοϊμπεριαλιστής: ο χαρακτηρισμός (που κρίνει τη νομιμότητα ή όχι) κάποιου κόμματος ως ιμπεριαλιστικού ασφαλώς ανάγεται στη σφαίρα της δικαιοσύνης (με την παροχή πειστηρίων για συναλλαγές με ξένες δυνάμεις) αλλά υπάρχει και η σφαίρα της πολιτικής π.χ. στις διάφορες πολιτικές πλατφόρμες, όπου πρέπει να αποδειχθεί -στον τελικό κριτή, το λαό, ο οποίος πρέπει να πειστεί- ποιος είναι φιλοϊμπεριαλιστής. Π.χ. μπορεί μια τακτική υποχώρηση ή συμμαχία με μια ιμπεριαλιστική δύναμη που προτείνεται ανοιχτά από ένα κόμμα να καθιστά αυτό το κόμμα φιλοϊμπεριαλιστικό; Και γιατί δεν είναι καποιο άλλο κόμμα φιλοϊμπεριαλιστικό, όταν αυτό διέπεται από μονόφθαλμο αντιϊμπεριαλισμό, ή με τη δράση του ευνοεί, π.χ. στο κλείσιμο επιχειρήσεων αστών συνδεδεμένων με συγκεκριμένες ιμπεριαλιστικές χώρες, αλλά όχι επιχειρήσεων συνδεδεμένων με άλλες συγκεκριμένες ιμπεριαλιστικές χώρες; Και μπορεί κάποιος να δείχνει τακτικά «αντιιμπεριαλιστής», αλλά στρατηγικά να ευνοεί έναν άλλο ιμπεριαλιστή, και μάλιστα σιωπηρά. Εξάλλου, υπάρχει και το ακόμα πιο δύσκολο καθήκον, να πείθεται ο τελικός κριτής, γιατί η συμμαχία με τον τάδε ιμπεριαλισμό είναι κατ’ ανάγκη επιβλαβής.

Θα πρέπει, επιπροσθέτως, να λαμβάνεται υπ’όψη ότι ένα βασικό αίτιο για την παλινόρθωση του καπιταλισμού στον 20ό αιώνα ήταν και η αδυναμία-απαγόρευση δημιουργίας νέου –αντιρεβιζιονιστικού- κομμουνιστικού κόμματος. Εξάλλου, η σχέση των διαφορετικών κομμάτων στις λαϊκές δημοκρατίες του 20ού αιώνα, παρότι με τη δημιουργία των διαφόρων Μετώπων εξέφραζαν την ενότητα συμφερόντων, ωστόσο, υπήρχε και η αντίθεση συμφερόντων, και αυτά, εντέλει, τυπικά δεν μπορούσαν να εκφραστούν. Αλλά, στην ουσία εκφράστηκαν, και μάλιστα, μέσα από τα ΚΚ, και ακόμα χειρότερα, εκφράστηκε και η ανταγωνιστική πλευρά των διαφορετικών συμφερόντων, κάτι που επέτεινε την ιδεολογική σύγχυση (και μάλιστα, την απομάκρυνση ή τη μη ουσιαστική συμμετοχή της εργατικής τάξης). Από την άλλη, η καθιέρωση ποικιλίας ψηφοδελτίων δεν είναι εξ ορισμού δεδομένο ότι εκφράζει πάντοτε και μόνο την ανταγωνιστική πλευρά των διαφορετικών συμφερόντων. Χρειάζεται πολιτική (εσφαλμένη) δουλειά για να γίνει κάτι τέτοιο, το να λάβει ανταγωνιστικό χαρακτήρα μια εκλογική διαδικασία εντός του λαϊκοδημοκρατικού στρατοπέδου, άσχετα αν καποιος δεν το παραδέχεται.

Όμως, ακόμα και η ύπαρξη ή η άδεια δημιουργίας κομμάτων που εκφράζουν ξεκάθαρα και ξεδιάντροπα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, είναι τόσο επιβαρυντική για τον κομμουνισμό; Ή μήπως, αντίθετα, χρειάζεται απλώς περισσότερη ιδεολογική δουλειά από πλευράς ΚΚ; Και, ως εκ τούτου, είναι δυνατό να θεωρητικοποιείται η πνευματική οκνηρία κάποιων γραφειοκρατών, δηλαδή, επειδή βαριούνται κάποια –συνήθως-επαγγελματικά και γραφειοκρατικοποιημένα στελέχη, δεν θα γίνεται εντατική ιδεολογική δουλειά και μάλιστα, όλο και πιο καλή, ώστε να ανταποκρίνεται στο αυξανόμενο επίπεδο της ολοένα πιο «εκλεπτυσμένης» ιμπεριαλιστικής ιδεολογικής δουλειάς; Εδώ δεν γίνεται λόγος για άδεια χρηματοδότησης αυτών των φιλοϊμπεριαλιστικών κομμάτων από τους ιμπεριαλιστές. Φυσικά η έξωθεν χρηματοδότηση πρέπει να απαγορεύεται (οι διεθνείς σχέσεις είναι άλλο πράγμα). Αλλά είναι δυνατόν κάτι που ούτως ή άλλως θα κάνουν οι ιμπεριαλιστές (την υπονομευτική δραστηριότητα και ιδεολογική πίεση), να επιτρέψουμε και αυτή τη φορά να γυρίσει μπούμερανγκ, τόσο για τη φήμη μας, όσο και για το ιδεολογικό μας στίγμα (αφού, θα γίνει απόπειρα να εκφραστούν αυτά τα συμφέροντα μέσα από τα νόμιμα κόμματα); Είναι δυνατό να περιορίζουμε αντικειμενικά το χώρο και τα καθήκοντά μας στον ιδεολογικό τομέα, στο να κερδίσουμε ιδεολογικά (και όχι δια νομοθετημάτων και διοικητικά, δηλαδή, χωρίς γερά θεμέλια, αν όχι τύποις και υποκριτικά) τις καρδιές και το νου των εργατών και όσων περισσότερων γίνεται; Εν τέλει, τα διοικητικά εμπόδια αρκούσαν για να επιτρέψουν τη διείσδυση της καπιταλιστικής ιδεολογίας και την πολιτική έκφραση των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων στη χώρα, στην κοινωνία, αλλά ακόμα και στα ίδια τα κομμουνιστικά κόμματα; Όχι. Και αν δεν αρκούσαν, και δεδομένου του κόστους τους, συμφέρει η εκ νέου επιβολή τους;

Σε κάθε περίπτωση, πολλές ακόμα παράμετροι θα μπορούσαν να συζητηθούν και για τον πολυκομματισμό και για το θέμα του γρήγορου περάσματος στο σοσιαλισμό. Το συγκεκριμένο γράμμα, παρακάτω, αφορά μόνο στο ποιος έθεσε πρώτος το ζήτημα του πολυκομματισμού στις λαϊκές δημοκρατίες και της ταχύτητας του περάσματος στο σοσιαλισμό, και μάλιστα για την Κίνα. Και προς μεγάλη έκπληξη των διαφόρων όψιμων «σταλινικών» (και ανέκαθεν μπρεζνιεφικών και διασπαστών της ενότητας της εργατικής τάξης και της ενότητάς της τάξης με την αγροτική ή με άλλες τάξεις και στρώματα με κοινά συμφέροντα), είναι ο Στάλιν. Κάποιοι μπορεί να επικαλεστούν την αναφορά του Στάλιν ότι «η διχτατορία του προλεταριάτου μπορεί να είναι πλέρια μόνο στην περίπτωση που θα την καθοδηγεί ένα μόνο κόμμα, το κόμμα των κομμουνιστών, που δεν μοιράζεται και δεν πρέπει να μοιράζεται την καθοδήγηση με άλλα κόμματα». Όμως, στη συγκεκριμένη φράση ο Στάλιν δεν τοποθετείται για την ύπαρξη ή μη άλλων κομμάτων, αλλά για το ποιος θα ηγείται (κάτι που αναφέρει και στο παρακάτω γράμμα προς το Μαο), ούτε τοποθετείται για τη συμμετοχή στην κυβέρνηση αυτών των άλλων κομμάτων, αλλά για την «συμμετοχή» στην εξουσία. Φυσικά, στο σοσιαλισμό (και πιο πριν, στη φάση για την οποία γράφει ο Στάλιν στο Μαο στο παρακάτω γράμμα) ηγείται το κόμμα της εργατικής τάξης. Κάποιοι μπορεί να επικαλεστούν την απάντηση του Στάλιν στους εκπροσώπους αμερικανών εργατών για το θέμα. Όμως και ο ίδιος ο Στάλιν έδειχνε ότι οι μπολσεβίκοι έχουν και ενίοτε αλλάζουν θέση, αναλόγως της εμπειρίας που συσσωρεύουν (βλ. στάση στο εθνικό και αιτιολόγηση, Στάλιν, Άπαντα τόμος 3). Έτσι, κι εμείς, δεν μπορούμε να μην κρίνουμε με βάση τη συσσωρευθείσα εμπειρία και το όλο κόστος. Και βέβαια, οι συμμαχίες με άλλα κόμματα, είναι γνωστό ότι φτάνουν ως ένα μόνο σημείο, αν δεν έχει αλλάξει η ταξική τους βάση και συμφέροντα. Εξάλλου, ας θυμηθούμε ότι την κατηγορία περί μονοκομματισμού (της πΔΚ), την προσάπταν οι πραξικοπηματίες της 6ης Ολομέλειας (1956) στο Νίκο Ζαχαριάδη, και ο οποίος την αντέκρουε.

Στο παρακάτω, λοιπόν, γράμμα, ο Στάλιν διορθώνει το Μαο αναφορικά με την απαγόρευση των άλλων κομμάτων. Μάλιστα, συμφωνεί με το Μαο στη συμπερίληψη στην κυβέρνηση εκπροσώπων  (ως προσώπων, όχι ως κομμάτων) της φιλελεύθερης αστικής τάξης, συνεχίζοντας προφανώς την επιτυχημένη ενότητα Κομμουνιστών και Φιλελεύθερων όπως αυτή είχε καθιερωθεί ήδη από τη δεκαετία ’30, μη χαρίζοντας τους Φιλελεύθερους (παρά τα διαφορετικά ταξικά συμφέροντα) στους ιμπεριαλιστές. Τέλος, ρητά αναφέρει ως μη προσδιορίσιμο το διάστημα μέχρι το οποίο πρέπει να μη λάβει χώρα η σοσιαλιστικοποίηση όλης της οικονομίας της Κίνας. Παρότι δεν απορρίπτει τις εθνικοποιήσεις, ακόμα και τις άμεσες, ωστόσο, αφήνει απροσδιόριστο ποιο τμήμα της μεγάλης βιομηχανικής και εμπορικής τάξης και των μεγαλοκτηματιών θα πρέπει να εθνικοποιηθεί. Δεν είναι τυχαία όλα αυτά ή κάποια «κωλοτούμπα» του Στάλιν. Είναι στο μήκος κύματος των τριών λενινιστικών αρχών τακτικής που είχε ο ίδιος διατυπώσει (και την αναγκαιότητα διατήρησης συμμάχων, όσο ταλαντευόμενοι και να είναι αυτοί), κάτι που ανέφερε και στη συζήτησή του με τον Τορέζ το 1944(βλ.εδώ). Φυσικά, όλα αυτά στο συγκεκριμένο γράμμα αφορούν στην Κίνα. Όμως και μόνο η αναφορά τους δείχνει πως κάποια πράγματα που εσφαλμένα από κάποιους κομμουνιστές θεωρούνται θέματα αρχής, για το Στάλιν αποτελούσαν ανοιχτά θέματα προς συζήτηση, ανάλογα τη χώρα και την περίοδο.

Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, πως ακόμα και αυτή καθ’εαυτή ανταλλαγή επιστολών μεταξύ Στάλιν και Μαο απαντά σε διάφορα άλλα που κυκλοφορούν σχετικά με την κακή σχέση σοβιετικών και κινέζων κομμουνιστών ειδικά την περίοδο της δεκαετίας του ’40, και αποδεικνύουν το ότι ο Μαο ζητούσε συμβουλές από το Στάλιν και τους σοβιετικούς κομμουνιστές (αλλά και το κακό επίπεδο πληροφόρησης που είχαν οι κινέζοι κομμουνιστές για το τι συνέβαινε στις άλλες λαϊκές δημοκρατίες, βλ. την αναφορά τους για μονοκομματισμό στη Γιουγκοσλαβία).

***

 

Στον Τερέμπιν για να μεταβιβαστεί στο Μαο Τσε Τουνγκ

 

Λάβαμε δύο γράμματα από το Σύντροφο Μαο Τσε Τουνγκ, με ημερομηνία 30 Νοέμβρη 1947 και 15 Μάρτη 1948. Δεν μπορέσαμε να αντιδράσουμε άμεσα σε αυτά γιατί ελέγχαμε κάποιες πληροφορίες απαραίτητες για την απάντησή μας. Τώρα που τα γεγονότα αυτά έχουν επαληθευτεί, μπορούμε να απαντήσουμε και στα δύο γράμματα.

Πρώτον. Η απάντηση στην επιστολή της 30ής Νοέμβρη 1947. Είμαστε πολύ ευγνώμονες για την πληροφόρηση από το Σύντροφο Μαο Τσε Τουνγκ. Συμφωνούμε με την εκτίμηση της κατάστασης έτσι όπως την έδωσε ο Σύντροφος Μαο Τσε Τουνγκ.

‘Εχουμε αμφιβολίες μόνο για ένα σημείο στην επιστολή, εκεί όπου λέγεται ότι “Στην περίοδο της τελικής νίκης της Κινεζικής Επανάστασης, ακολουθώντας το παράδειγμα της ΕΣΣΔ και της Γιουγκοσλαβίας, όλα τα πολιτικά κόμματα εκτός από το ΚΚΚ θα εγκαταλείψουν την πολιτική σκηνή, κάτι που θα δυναμώσει σημαντικά την κινεζική επανάσταση». Δεν συμφωνούμε με αυτό. Πιστεύουμε ότι τα διάφορα αντιπολιτευτικά κόμματα που εκπροσωπούν τα μεσαία στρώματα του κινεζικού πληθυσμού και αντιτίθενται στην κλίκα του Κουομιντάνγκ θα υπάρχουν για μια μακρά περίοδο.

Όμως και το ΚΚΚ θα πρέπει να κάνει μαζί τους συνεργασία ενάντια στις κινεζικές αντιδραστικές δυνάμεις και τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ενώ παράλληλα θα διατηρεί την ηγεμονία, δηλ. την ηγετική θέση, στα χέρια του. Είναι εφικτό κάποιοι εκπρόσωποι από αυτά τα κόμματα να πρέπει να συμπεριληφθούν στην κινεζική λαϊκοδημοκρατική κυβέρνηση και η ίδια η κυβέρνηση να ονομαστεί κυβέρνηση συνεργασίας, προκειμένου να διευρύνει τη βάση της στον πληθυσμό και να απομονώσει τους ιμπεριαλιστές και τους πράκτορές τους του Κουομιντάνγκ.

Είναι απαραίτητο να λαμβάνουμε υπόψη ότι η κινεζική κυβέρνηση στην πολιτική της θα είναι μια εθνική επαναστατικο-δημοκρατική κυβέρνηση, όχι μια κομμουνιστική κυβέρνηση, μετά τη νίκη του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού της Κίνας, σε κάθε περίπτωση αμέσως μετά τη νίκη, και για ένα διάστημα το οποίο είναι δύσκολο να προσδιοριστεί από τώρα. Αυτό σημαίνει ότι η εθνικοποίηση όλης της γης και η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας της γης, η κατάσχεση της ιδιοκτησίας όλης της βιομηχανικής και της εμπορικής αστικής τάξης, από τη μικρή ως τη μεγάλη, η δήμευση της ιδιοκτησίας που ανήκει όχι μόνο στους μεγαλοκτηματίες αλλά και στους μεσαίους και μικρούς ιδιοκτήτες που εκμεταλλεύονται μισθωτή εργασία, δεν θα λάβουν χώρα προς το παρόν.

Αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να περιμένουν για κάποιο διάστημα. Πρέπει να ειπωθεί, άλλωστε, προς ενημέρωσή σας, ότι υπάρχουν και άλλα κόμματα στη Γιουγκοσλαβία, πέραν των κομμουνιστών, τα οποία αποτελούν τμήμα του Λαϊκού Μετώπου.

Δεύτερον. Η απάντηση στο γράμμα του Συντρόφου Μαο Τσε Τουνγκ της 15ης Μάρτη 1948. Είμαστε πολύ ευγνώμονες προς το Σύντροφο Μαο Τσε Τουνγκ για τη λεπτομερή ενημέρωση για στρατιωτικά και πολιτικά ζητήματα. Συμφωνούμε με όλα τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει ο Σύντροφος Μαο Τσε Τουνγκ σε αυτή την επιστολή. Θεωρούμε απολύτως σωστές τις σκέψεις του Συντρόφου Μαο Τσε Τουνγκ αναφορικά με τη δημιουργία μιας κεντρικής κυβέρνησης της Κίνας και τη συμπερίληψη σε αυτή εκπροσώπων της φιλελεύθερης αστικής τάξης.

Με κομμουνιστικούς χαιρετισμούς.
Στάλιν

20 Απρίλη 1948

Πηγές: (στα αγγλικά) http://digitalarchive.wilsoncenter.org/document/113618

(στα ρώσικα) http://grachev62.narod.ru/stalin/t18/t18_213.htm

Advertisements

Tagged: , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: