Το «Πιστεύω» του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε (1994)

Πολλοί έχουν εκπλαγεί τον τελευταίο καιρό με την σκληρή στάση του γερμανού Υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έναντι της Ελλάδας. Πρόκειται όμως για μια «προσωπική τρέλα» ενός.. «κομπλεξικού ανάπηρου»; Ή, αντιθέτως, είναι απλώς η έκφραση μιας στρατηγικής η οποία έχει εκπονηθεί εδώ και δεκαετίες;

Το παρακάτω κείμενο, γνωστό και ως Schäuble-Lamers Paper, έχει συνταχθεί το 1994 από το Βόλφγκανγκ Σόιμπλε (τότε πρόεδρο της κοινοβουλευτικής ομάδας του CDU/CSU και πολιτικό υπεύθυνο για το κείμενο) και τον Καρλ Λάμερς (εκπρόσωπο του υπουργείου εξωτερικών). Εκφράζοντας τα συμφέροντα του πιο «επιθετικού» και αυτόνομου από τις ΗΠΑ τμήματος της γερμανικής αστικής τάξης, υιοθετήθηκε από την κοινοβουλευτική ομάδα του CDU/CSU, ταράσσοντας τα νερά στη συζήτηση για την προοπτική της ΕΕ εν μέσω πολέμου στην καρδιά της Ευρώπης (Γιουγκοσλαβία).

Ο λόγος ήταν ο απερίφραστος χαρακτήρας των διατυπώσεων στο κείμενο, το οποίο μελετά τη θέση της Γερμανίας και προβαίνει σε προτάσεις για τη μορφή και την παρουσία της ΕΕ στο μεταψυχροπολεμικό κόσμο, ο οποίος συνίστατο πρωτίστως στη δημιουργία ενός πολιτικού κενού στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη.

Χαρακτηριστικά, οι Σόιμπλε-Λάμερς θεωρούν πως «πότε δε θα πρέπει να δημιουργηθει πάλι ένα αποσταθεροποιητικό πολιτικό κενό στην Κεντρική Ευρώπη. Εάν η (Δυτικό-) Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν προχωρήσει, τότε η Γερμανία ενδεχομένως προσκληθεί, ή μπει στον πειρασμό από τις δικές της αμυντικές ανάγκες, να προσπαθήσει να σταθεροποιήσει την κατάσταση στην Ανατολική Ευρώπη μόνη της και με τον παραδοσιακό τρόπο

Τέτοιες εκφράσεις φαίνονται αναμενόμενες, αφού για τους Σόιμπλε-Λάμερς, «η ιδέα της αδιαπραγμάτευτης κυριαρχίας του «έθνους – κράτους» (…) έχει προ καιρού μετατραπεί σε κέλυφος άνευ περιεχομένου». Και αν αυτό αναφέρεται σε παράγραφο για τη Γαλλία, το ίδιο και πολύ περισσότερο θα ισχύει για τα μικρά κράτη της ΕΕ.

Όσον αφορά τις γαλλογερμανικές σχέσεις, που δοκιμάστηκαν τις τελευταίες ημέρες, λόγω της προσπάθειας της Γαλλίας να αποκαταστήσει το κύρος της (πέραν του φόβου της ότι είναι ο επόμενος, μετά την Ελλάδα),  οι Σόιμπλε-Λάμερς, χρησιμοποιούν πολλά «πρέπει»: Χαρακτηριστικά, «όταν η Γερμανία υποβάλει ξεκάθαρες και σαφείς προτάσεις τότε η Γαλλία θα πρέπει να παίρνει τις ανάλογες σαφείς και ξεκάθαρες αποφάσεις».

Μία τέτοια αλαζονία δεν αφορά μόνο στην αντιμετώπιση της Γαλλίας, αλλά ακόμα και τις ΗΠΑ, των οποίων η ηγεμονική θέση αμφισβητείται απερίφραστα: «τώρα που η σύγκρουση Ανατολής-Δύσης έχει τερματιστεί, οι ΗΠΑ δεν μπορούν πλέον να διαδραματίζουν τον παραδοσιακό τους ρόλο με τον ίδιο τρόπο».

Η αμφισβήτηση των ΗΠΑ δεν αφορά στο ρόλο τους μόνο στην Ευρώπη, αλλά παγκοσμίως, αφού ζητώντας «αναδιάρθρωση των ευρωατλαντικών σχέσεων» οι Σόιμπλε-Λάμερς φτάνουν να απαιτούν «μετατροπή του ΝΑΤΟ σε μια συμμαχία μέσα στην οποία η Ευρώπη και οι ΗΠΑ και ο Καναδάς θα έχουν το ίδιο βάρος και θα αποτελούν μια ενότητα ικανή για αποτελεσματική δράση».

Προσπαθώντας, μάλιστα, να πατήσουν πόδι και στα γειτονικά «τσιφλίκια» Γαλλίας και ΗΠΑ, οι Σόιμπλε- Λάμερς ζητούν «ανάπτυξη μιας στρατηγικής σύμπραξης με την Τουρκία», αλλά και «μια κοινή Μεσογειακή πολιτική, η σταθερότητα της οποίας έχει ζωτική σημασία όχι μόνο για τις Μεσογειακές χώρες- μέλη αλλά και για τη Γερμανία».

Αυτή  η «μεγαλόκαρδη» στάση της Γερμανίας δεν υπάρχει μόνο ως απάντηση στο μεταψυχροπολεμικό κόσμο γενικώς αλλά και με την επίκληση της τάσης «η οποια φαίνεται να κερδίζει πάλι έδαφος κυρίως μεταξύ των διανοουμένων για την αναζήτηση ενός χωριστού «Γερμανικού δρόμου»».

Όσον αφορά την ίδια τη μοίρα της ΕΕ, όχι μόνο προάγουν ένα πιο ομοσπονδιακό μοντέλο βασισμένο στην αρχή της επικουρικότητας, αλλά εισάγουν την ιδέα, την οποία συνεχίζουμε να βλέπουμε και σήμερα, για μια ΕΕ «πολλών ταχυτήτων».

Πέρα από τις «πολλές ταχύτητες» εισάγουν και την έννοια του «σκληρού πυρήνα», ο οποίος αποτελείται «από 5 ή 6 χώρες», αποκλείοντας από αυτόν την Ιταλία. Φυσικά, «αυτός ο πυρήνας δε θα πρέπει να είναι κλειστός σε άλλα κράτη-μέλη, αλλά να είναι ανοικτός σε κάθε μέλος το οποίο επιθυμεί και δύναται να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις».

Πέραν, ωστόσο, όλων των άλλων, κάτι που προξενεί εντύπωση είναι πως, παρότι η Ρωσία είχε υποστεί μια στρατηγική καταστροφή μόλις 3 χρόνια πριν, οι Σόιμπλε-Λάμερς τη χαρακτήριζαν «τον άλλο πόλο της πολιτικής τάξης στην Ευρώπη». Ενώ πρακτικά, τότε, η Ρωσία είχε χάσει τα περισσότερα ερείσματά της στην περιοχή, οι Σόιμπλε-Λάμερς θεωρούσαν πως η ενσωμάτωση των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στην ΕΕ θα πρέπει να γίνει σε συνεννόηση μ’αυτή, καθώς, θα «πρέπει να συνοδεύεται με την σύσταση μιας ευρείας συνεργασίας μεταξύ της ΕΕ και της Ρωσίας». Είναι τόση η σημασία που δίνουν στη Ρωσία, καθώς στη «μόνη λύση» που βρίσκουν οι Σόιμπλε-Λάμερς «η οποια θα απέτρεπε την επιστροφή στο προπολεμικό ασταθές σύστημα», αποδίδουν ίση σημασία στην «ενσωμάτωση των γειτόνων της στη Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη στο (Δυτικο)Ευρωπαικό μεταπολεμικό σύστημα» και στην «εμπέδωση ενός ευρέως φάσματος συνεταιρισμού αυτού του συστήματος και της Ρωσίας».

Σε κάθε περίπτωση, θα είχε πολύ ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς την πολιτική του Β.Σόιμπλε, έκτοτε, και πόσο αυτή, με τη λογική του «σκληρού πυρήνα», που αντικειμενικά πριόνιζε το «βατήρα» επί του οποίου μπορεί να κάνει άλμα για να αναβαθμίσει, εν μέσω δύσης της Δύσης, το στάτους της, δηλ. διέσπαγε την ΕΕ, π.χ. σε Βορρά και Νότο, τελικά, έβλαπτε ή ωφελούσε τη Ρωσία.

schauble

Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, σε μια.. σπάνια φωτογραφία, χαμογελαστός

Θέσεις της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του CDU/CSU για το Μέλλον της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης – Σεπτέμβριος, 1994

«Σκέψεις για την Ευρωπαϊκή Πολιτική»

Ι. Η κατάσταση

Η διαδικασία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης έχει φτάσει σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι στην εξέλιξη της. Εαν στα επόμενα δυο έως τέσσερα χρόνια δε βρεθούν λύσεις στα αίτια αυτής της κρίσιμης κατάστασης ή ‘Ενωση, σε αντίθεση με το στόχο για στενότερη ένωση που αναφέρεται στη Συνθήκη του Μάαστριχτ θα μετατραπεί ουσιαστικά σε μια χαλαρή ομαδα κρατών που θα περιορίζονται σε ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες απαρτιζόμενη από διάφορες υπο-ομαδες. Δε θα αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια «επιτήδευτη» ζώνη ελεύθερων συναλλαγών, ανίκανη να επιλύσει τα υπάρχοντα εσωτερικά προβλήματα των κοινωνιών της, και τις εξωτερικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν.

Τα κύρια αίτια (της κρίσης) είναι:

– Υπερκόπωση των θεσμών της ΕΕ, οι οποίοι αρχικά δημιουργήθηκαν για έξι κράτη-μέλη και που σήμερα πρέπει να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις δώδεκα μελών -τα οποία σύντομα αναμένεται να αυξηθούν σε 16.

– Μια αυξανόμενη διαφοροποίηση στα συμφέροντα (των κρατών-μελών) η οποία τροφοδοτείται από διάφορες στο επίπεδο της κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης, η οποία απειλεί να αλλοιώσει την αρχή της κοινοτικοποίησης των συμφερόντων.

– Διαφορετικές εκτιμήσεις των εσωτερικών και κυρίως των εξωτερικών προτεραιοτήτων (πχ. Μαγκρέμπ/Ανατολική Ευρώπη) σε μια Ένωση που επεκτείνεται από το Βόρειο Ακρωτήρι στο Γιβραλτάρ.

– Από βαθιές οικονομικές αλλαγές. Με μαζική ανεργία, την οποία θα είναι αδύνατον να αντιμετωπιστεί βραχυπρόθεσμα, αυτή η κρίση ήδη θέτει σε απειλή τα ήδη δοκιμαζόμενα κοινωνικά συστήματα (των κρατών-μελών) και την κοινωνική σταθερότητα. Η οικονομική κρίση αποτελεί μια μόνο πτυχή ή μιας γενικότερης κρίσης των σύγχρονων Δυτικών κοινωνιών.

– Μία αύξηση στον «οπισθοδρομικό εθνικισμό» σε (σχεδόν) όλα τα κράτη-μέλη, η οποία είναι προϊόν ενδομυχών φόβων και ανησυχιών που προκαλούνται από την εσωτερική κρίση των σύγχρονων κοινωνιών και από εξωτερικές απειλές, όπως η μετανάστευση. Ο φόβος και η ανησυχία οδηγούν τους λαούς να αναζητούν, αν όχι λύσεις, τουλάχιστον καταφύγιο και προστασία στο έθνος-κρατος και σε ότι έχει να κανει μ’ αυτό.

– Οι ισοπεδωτικές επιπτώσεις στις εθνικές κυβερνήσεις και κοινοβούλια που προκαλούνται από τα παραπανω προβλήματα.

– Το ανοικτό θέμα, τουλάχιστον όσον αφορά το «πότε» και «πως», της εμπλοκής των χωρών της Κεντρικής-Ανατολικής Ευρώπης στην ΕΕ. Για τα σημερινά μέλη της ΕΕ η διεύρυνση της Ένωσης προς Ανατολας αποτελεί μια πρόκληση και ένα τεστ όχι μόνο σχετικα με τη συμβολή που είναι αυτά διατεθειμένα να κάνουν αλλά επίσης και όσον αφορα την ηθική και πνευματική τους υπόσταση. Η ανταπόκριση της Ένωσης θα δείξει κατα πόσο είναι ικανή και πρόθυμη να γίνει ο κύριος κορμός μιας ηπειρωτικής τάξης, μαζί με μια εκδημοκρατισμένη και σταθεροποιημένη Ρωσία και σε συμμαχία με τις ΗΠΑ.

ΙΙ. Τα γερμανικά συμφέροντα

Η Γερμανία, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, το μέγεθος της και της ιστορίας της, έχει ειδικούς λόγους και συμφέρον να αποτρέψει την διαδικασία αποδιοργάνωσης στην Ευρώπη. Σε περίπτωση που η Ευρώπη αποδιοργανώνονταν η Γερμανία, για μια ακόμη φορά, θα βρισκόταν στη μέση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, δηλαδή σε μια κατάσταση η οποία σε όλη την ιστορία της την παρεμπόδιζε να βρει ένα σαφή προσανατολισμό για την εσωτερική της τάξη και να εμπεδώσει μια σταθερή και βιώσιμη ισορροπία στις εξωτερικές της σχέσεις. Γερμανικές προσπάθειες να επιλύσουν το πρόβλημα των συγκρούσεων στο κέντρο της Ευρώπης μέσω ηγεμονίας απέτυχαν. Η στρατιωτική, ηθική και πολιτική καταστροφή του 1945 -το αποτέλεσμα της τελευταίας προσπάθειας για ηγεμονία – όχι μόνο έκανε τη Γερμανία να – κατανοήσει ότι στερείτο τα απαραίτητα μέσα αλλά κυρίως την οδήγησε στη διαπίστωση ότι η ασφάλεια θα μπορούσε να εδραιωθεί μόνο με μια ριζική αλλαγή του συστήματος στην Ευρώπη ώστε η ηγεμονία να μην ήταν ούτε εφικτή ούτε επιθυμητή. Αυτή η πεποίθηση έγινε ο ακρογωνιαίος λίθος της γερμανικής πολιτικής. Μ’ αυτόν τον τρόπο το πρόβλημα της ασφάλειας «εναντίον» της Γερμανίας λύθηκε στη Δύση με τη δημιουργία ενός συστήματος ασφάλειας «με» την Γερμανία. Αυτό το νέο σύστημα συνδύαζε τον έλεγχο της Γερμανίας από τους εταίρους της με τον έλεγχο των εταίρων από τη Γερμανία. Μια προϋπόθεση για την εμπέδωση του ήταν ότι το δυτικό μέρος της Γερμανίας έγινε απαραίτητο για την ασφάλεια της Δύσης στην αντιπαράθεση της με τη Σοβιετική Ένωση και ότι η στρατιωτική πτυχή του ΝΑΤΟ, κάτω από την Αμερικανική ηγεσία, ανέλαβε αυτό το διπλό καθήκον της ενσωμάτωσης της Γερμανίας. Στον οικονομικό και σταδιακά στον πολιτικό τομέα η λύση συνίστατο στην ενσωμάτωση της Γερμανίας στην ΕΚ/ΕΕ. Αυτό συμβάδιζε με την ανάγκη για την ίδρυση κοινών θεσμών για την διαχείριση του όλο και πυκνότερου δικτύου των σχέσεων μεταξύ των χωρών της (Δυτικής) Ευρώπης. Μέσα σ αυτό το σύστημα η σχετική οικονομική ανωτερότητα της Γερμανίας δεν οδηγούσε στην κυριαρχία της αλλά είχε ευεργετικά αποτελέσματα για όλους. Μ’ αυτόν τον τρόπο η Γερμανία -ή τουλάχιστον ένα μέρος της – για πρώτη φορά στην ιστορία της αποτέλεσε μέρος της Δύσης τόσο σχετικά με την εσωτερική της τάξη όσο και στον προσανατολισμό της εξωτερικής της πολιτικής. Για τη Γερμανία δεν υπήρχε άλλος εναλλακτικός δρόμος εκτός από εκείνο της μεταπολεμικής περιόδου που προσέφερε πρωτόγνωρη σταθερότητα. Λόγω ή της σύγκρουσης Ανατολής-Δύσης και της ολοκληρωτικής ήττας της Γερμανίας το 1945, η δυνατότητα μιας ανεξάρτητης γερμανικής πολιτικής προς Ανατολάς, ή ακόμα και η αναζήτηση συμμαχίας με την Ανατολή, απλώς ήταν ανύπαρκτη.

Τώρα που η σύγκρουση Ανατολής-Δύσης έχει τερματιστεί πρέπει να εξευρεθεί ένα σταθερό πλαίσιο και για το ανατολικό ήμισυ (της Ευρώπης). Αυτό ενδιαφέρει κυρίως την Γερμανία καθώς λόγω της γεωγραφικής της θέσης, θα επηρεαζόταν πιο άμεσα και ταχύτερα από τις επιπτώσεις ενδεχόμενης αστάθειας στην Ανατολική Ευρώπη. Η μόνη λύση η οποια θα απέτρεπε την επιστροφή στο προπολεμικό ασταθές σύστημα, με τη Γερμανία εγκλωβισμένη στη μέση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, είναι η ενσωμάτωση των γειτόνων της στη Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη στο (Δυτικο)Ευρωπαικό μεταπολεμικό σύστημα και η εμπέδωση ενός ευρέως φάσματος συνεταιρισμού αυτού του συστήματος και της Ρωσιας. Πότε δε θα πρέπει να δημιουργηθει πάλι ένα αποσταθεροποιητικό πολιτικό κενό στην Κεντρική Ευρώπη. Εάν η (Δυτικό) Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δε προχωρήσει, τότε η Γερμανία ενδεχομένως προσκληθεί, ή μπει στον πειρασμό από τις δικές της αμυντικές ανάγκες, να προσπαθήσει να σταθεροποιήσει την κατάσταση στην Ανατολική Ευρώπη μόνη της και με τον παραδοσιακό τρόπο. Αυτό, ωστόσο, θα υπερέβαινε κατά πολύ τις δυνατότητες της ενώ ταυτόχρονα θα υπονόμευε/διάβρωνε την συνοχή της ΕΕ, καθώς παντού οι μνήμες παραμένουν ακόμη πολύ νωπές ότι στο παρελθόν η γερμανική πολιτική προς Ανατολάς στηρίζονταν στη στενή συνεργασία με τη Ρωσια, σε βάρος των ενδιάμεσων χωρών. Συνεπώς η Γερμανία έχει στοιχειώδες συμφέρον τόσο στην διεύρυνση της ΕΕ προς Ανατολάς όσο και στην ενίσχυση της εμβάθυνσης της. Σαφώς η εμβάθυνσή της ΕΕ αποτελεί προϋπόθεση για τη διεύρυνση. Χωρίς την εσωτερική της ενδυνάμωση η ΕΕ θα αδυνατούσε να αντιμετωπίσει την τεράστια πρόκληση της διεύρυνσης προς Ανατολάς. Ενδεχομένως και να κατέρρεε και να γινόταν παλι τίποτε περισσότερο από μια χαλαρή ομαδα κρατών ανίκανα να διασφαλίσουν τη σταθερότητα. Μόνο όταν το νέο σύστημα που διαμορφώθηκε μετά το 1945 – για να διευθετεί συγκρούσεις, να εξισορροπεί συμφέροντα, να προάγει αμοιβαια αναπτυξη και να διασφαλίσει την ανακτηση του κύρους της ΕΚ στις εξωτερικές της σχέσεις – θα μπορέσει να αναπτυχθεί περαιτέρω και να επεκταθεί, ώστε να συμπεριλάβει τους ανατολικούς γείτονες της Γερμανίας, τότε μόνο θα έχει την δυνατότητα η τελευταία να γίνει το κέντρο σταθερότητας στην καρδιά της Ευρώπης. Αυτός ο γερμανικός προβληματισμός για τη σταθερότητα της ασφάλειας ουσιαστικά ταυτίζεται με εκείνο της Ευρώπης. Η Γερμανία λόγω της θέσης της, ή του μεγέθους της και τις στενές σχέσεις της με τη Γαλλία, έχει μια ιδιαίτερη ευθύνη καθώς και μια μεγάλη ευκαιρία να διαδραματίσει ένα ηγετικό ρόλο για να προάγει μια διαδικασία που θα είναι επωφελή στην ίδια και για την Ευρώπη. Οι προσπαθειες της για την ευόδωση αυτού του κολοσσιαίου μακρόπνοου στόχου ήδη ξεκίνησαν από την πρώτη Ιουλίου 1994 όταν η Γερμανία ανέλαβε την Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ.

Τι πρέπει να γίνει; – Προτάσεις

Ο παραπάνω στόχος μπορεί μόνο να πραγματοποιηθεί με την υιοθέτηση συνδυασμένων μέτρων στο θεσμικό τομέα, και σε ορισμένες πολιτικές. Οι ακόλουθες πέντε προτάσεις είναι αλληλοεξαρτώμενες και αλληλο-ενισχυόμενες και αποτελούν ένα ολοκληρωμένο σύνολο.

– Η περαιτέρω ανάπτυξη των θεσμών της ΕΕ και η εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας, συμπεριλαμβανομένης και της εκχώρησης εξουσιών.

– Η περαιτέρω ενίσχυση του σκληρού πυρήνα της ΕΕ.

– Η ποιοτική αναβάθμιση των γαλλο-γερμανικών σχέσεων σε νέο επίπεδο.

– Η βελτίωση των δυνατοτήτων της ΕΕ για αποτελεσματική δράση στον τομέα της ΚΕΠΠΑ.

– Η επέκταση της ΕΕ προς Ανατολάς. Εξυπακούεται ότι αυτό τα μέτρα, για να κερδίσουν την μεγαλύτερη αποδοχή από τους πολίτες, θα πρέπει να συνοδεύονται από προσπάθειες για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, την υιοθέτηση κοινής μεταναστευτικής πολιτικής, κοινής κοινωνικής πολιτικής, την καταπολέμηση της ανεργίας, την προστασία του περιβάλλοντος και την διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης.

  1. Η περαιτέρω ανάπτυξη των θεσμών της ΕΕ

Η περαιτέρω ανάπτυξη των θεσμών της ΕΕ, που περιλαμβάνεται στην ατζέντα της ΔΚΔ του 1996, θα πρέπει να βασιστεί στις ακόλουθες αρχές:

Ο στόχος πρέπει να είναι η ενίσχυση των δυνατοτήτων της ΕΕ να αναλάβει δράση και να καταστήσει τις δομές της και τις διαδικασίες της πιο δημοκρατικές και ομόσπονδες.

– Για την εκπλήρωση αυτού του στόχου το ερώτημα ποιος κάνει τι πρέπει να απαντηθεί. Αυτό πρέπει να γίνει σε ένα «οιονεί συνταγματικό» κείμενο το οποίο, σε καθαρή γλώσσα, ή θα περιγράφει τον καταμερισμό εξουσιών μεταξύ της ΕΕ, των εθνών-κρατών και των περιφερειών της, και θα καθορίζει τις θεμελιώδεις αξίες στις οποίες στηρίζεται η Ένωση.

– Αυτό το κείμενο θα πρέπει να εκλαμβάνει σαν βάση ένα «ομόσπονδο κράτος» και την αρχή της επικουρικότητας. Αυτό ισχύει όχι μόνο στον καταμερισμό εξουσιών αλλά επίσης στο θέμα κατά πόσο δημόσιοι φορείς, συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων της Ένωσης, θα πρέπει να ασκούν ορισμένες αρμοδιότητες ή αν θα πρέπει να τις εκχωρούν σε κοινωνικές ομάδες. Η Γερμανία, η οποία ήταν εκείνη που ζήτησε να περιληφθεί η αρχή της επικουρικότητας στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, και η οποία έχει πείρα στην εφαρμογή της, καλείται να υποβάλει προτάσεις όχι μόνο στο πως η αρχή της επικουρικότητας μπορεί να εφαρμοστεί σε μελλοντικά μέτρα της ΕΕ, αλλά επίσης στο πως οι υπάρχουσες ρυθμίσεις μπορούν να προσαρμοστούν σ’ αυτήν.

Όλοι οι παρόντες θεσμοί – το Συμβούλιο, η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο – πρέπει να αναμορφωθούν. Πλήθος προτάσεων για μεταρρυθμίσεις έχουν υποβληθεί, συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων της κοινοβουλευτικής Ομάδας του CDU-CSU. Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να είναι προσανατολισμένες στην ιδέα μιας νέας θεσμικής ισορροπίας, σύμφωνα με την ή οποία το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σταδιακά θα γίνει ένα γνήσιο νομοθετικό όργανο και θα απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα όπως και το Συμβούλιο. Το Συμβούλιο, πέραν από τα καθήκοντα του κυρίως στο δια-κυβερνητικό τομέα, θα αναλάβει το ρόλο μιας δεύτερης Βουλής, δηλαδή της Βουλής των κρατών-μελών. Και η Επιτροπή θα αναλάβει το χαρακτήρα μιας Ευρωπαϊκής Κυβέρνησης. Εκτός από την μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, ο εκδημοκρατισμός πρέπει να αναγνωριστεί σαν την καθοριστική αρχή όλων των μεταρρυθμίσεων. Φυσικά αυτό ισχύει πρωτίστως για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το οποίο θα πρέπει να συμμετέχει ενεργά από την αρχή στις προετοιμασίες για τη ΔΚΔ του 1996. Αυτό πρέπει να συνοδεύεται – αλλά όχι να προηγείται – με προσπάθειες για την ενίσχυση της συμμετοχής των εθνικών κοινοβουλίων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων στην ΕΕ. Αναφορικά με το Συμβούλιο, εκδημοκρατικοποίηση σημαίνει η εξεύρεση μιας καλύτερης ισορροπίας μεταξύ της βασικής ή ισότητας όλων των κρατών-μελών, από τη μια μεριά και από την άλλη η αναλογία μεταξύ του πληθυσμού ενός κράτους-μέλους και των ψήφων που δικαιούται στο Συμβούλιο. Η περαιτέρω θεσμική ανάπτυξη της ΕΕ πρέπει να συνδυάζει  συνοχή και συνέπεια με ελαστικότητα και προσαρμοστικότητα. Από τη μια πλευρά οι θεσμοί θα πρέπει να είναι αρκετά ευπροσάρμοστοι ώστε να απορροφούν και αποζημιώνουν για τις εντάσεις που εκ των πραγμάτων υπάρχουν σε μια Κοινότητα η οποία επεκτείνεται από το Βόρειο Ακρωτήρι στο Γιβραλτάρ, και αρκετά διαφοροποιημένη ώστε να αντεπεξέρχεται στις ικανότητες ή θέληση) των κρατών-μελών να συνεχίσουν στην περαιτέρω ολοκλήρωση. Από την άλλη πλευρά θα πρέπει να είναι αρκετά ισχυροί ώστε να διασφαλίσουν την ικανότητα της Ένωσης να δρα ακόμα και όταν αντιμετωπίζει κολοσσιαίες προκλήσεις.

Για την επίτευξη αυτού του στόχου η προσέγγιση της «μεταβλητής γεωμετρίας» ή των «πολλαπλών ταχυτήτων» θα πρέπει να υιοθετηθεί και θεσμοθετηθεί στην Συνθήκη της Ένωσης ή στο νέο «οιονεί συνταγματικό» κείμενο, παρά τις μεγάλες συνταγματικές και πρακτικές δυσκολίες που θα προκύψουν. Διαφορετικά αυτή η προσέγγιση θα εξακολουθεί να περιορίζεται στην διακυβερνητική συνεργασία κάτι που ενδεχομένως να ενθαρρύνει τις τάσεις για μια «Ευρώπη α λα καρτ». Πρέπει συνεπώς να αποφασιστεί εάν, στην περίπτωση τροποποιήσεων της Συνθήκης του Μάαστριχτ, η αρχή της ομοφωνίας όπως είναι διατυπωμένη στο άρθρο Ν θα πρέπει να αντικατασταθεί από μια πλειοψηφία η οποία θα είναι σαφέστερα καθορισμένη. Είναι πρωτεύον ότι καμιά χώρα-μέλος δεν θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί το δικαίωμα του βέτο για να παρεμποδίζει τις προσπάθειες άλλων χωρών-μελών οι οποίες είναι ικανότερες και επιδεικνύουν μεγαλυτερη θέληση να εντείνουν και εμβαθύνουν την ολοκλήρωση. Η διαμόρφωση ευέλικτων προσεγγίσεων στην διαδικασία της ολοκλήρωσης, όπως προβλέπεται για την Νομισματική Ένωση στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, και όπως ήδη εφαρμόζεται εκτός της Συνθήκης στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Σένγκεν, είναι περισσότερο επιτακτική εν όψει των τεράστιων δυσχερειών που θα επιφέρουν οι παραπάνω θεσμικές αλλαγές, ακόμα και με την παρούσα αριθμητική σύνθεση της ΕΕ. Όπως έδειξαν οι διαπραγματεύσεις για την ένταξη στην ΕΕ των χωρών της ΕFTΑ, αυτές οι δυσχέρειες μάλλον δε θα μειωθούν στο μέλλον. Η αποτροπή του παγώματος της διαδικασίας της ολοκλήρωσης, κάτι που θα σήμαινε ένα πισωγύρισμα, θα αποτελεί σημαντικό κατόρθωμα.

  1. Η περαιτέρω ενίσχυση του σκληρού πυρήνα της ΕΕ

Εκτός από την διασφάλιση της διαδικασίας για ένα πιο δημοκρατικό και αποτελεσματικό θεσμικό πλαίσιο θα πρέπει επίσης να ενισχυθεί και ο υπάρχον σκληρός πυρήνας αποτελούμενος από χώρες-μέλη που αποβλέπουν σε στενότερη συνεργασία και περισσότερη ολοκλήρωση. Σήμερα ο πυρήνας αποτελείται από 5 ή 6 χώρες. Αυτός ο πυρήνας δε θα πρέπει να είναι κλειστός σε άλλα κράτη-μέλη, αλλά να είναι ανοικτός σε κάθε μέλος το οποίο επιθυμεί και δύναται να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. Καθήκον του σκληρού πυρήνα είναι να προσδώσει στην Ένωση ένα δυνατό κέντρο που να αντισταθμίζει τις κεντρόφυγες δυνάμεις οι οποίες δημιουργούνται από τις συνεχείς διευρύνσεις (της ΕΕ) και συνεπώς να αποτρέψει τη δημιουργία μιας ομάδας Νοτιο-Δυτικών κρατών-μελών, ηγούμενη από την Γαλλία, η οποία τείνει προς τον προστατευτισμό, να απομακρυνθεί από μια Βορειο-Ανατολική ομάδα, η οποία δείχνει μεγαλύτερη έφεση για το ελεύθερο εμπόριο και στην οποία ηγείται η Γερμανία. Γι’ αυτό το σκοπό οι χώρες του σκληρού πυρήνα δε θα πρέπει μόνο να συμμετέχουν δικαιωματικά σε όλες τις πολιτικές (της ΕΕ), αλλά θα πρέπει επίσης να επιδεικνύουν μεγαλύτερο κοινοτικό πνεύμα στις κοινές τους δραστηριότητες από τις άλλες χώρες-μέλη και να αναλαμβάνουν κοινές πρωτοβουλίες οι οποίες θα αποσκοπούν στην ανάπτυξη της Ένωσης. Συνεπώς το Βέλγιο το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία θα πρέπει να συμμετέχουν στενότερα στην γαλλο-γερμανική συνεργασία, κυρίως καθώς η Ολλανδία έχει κι εκείνη αναθεωρήσει την μέχρι πρότινος ή δύσπιστη στάση της όσον αφορά τον ουσιώδη ρόλο που αυτές οι δυο χώρες (Γαλλία-Γερμανία) διαδραματίζουν στην Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η συνεργασία μεταξύ των χωρών-μελών του σκληρού πυρήνα θα πρέπει να επικεντρωθεί κυρίως στις νέες πολιτικές που προστέθηκαν στη Συνθήκη της Ρώμης με τη Συνθήκη τα Μάαστριχτ. Υπάρχουν επίσης σοβαρές ενδείξεις ότι αναδύεται ένας σκληρός πυρήνας από 5 χώρες και στον νομισματικό τομέα. Αυτές οι 5 χώρες (μαζί με τη Δανία και την Ιρλανδία) είναι εκείνες που σχεδόν πληρούν τα κριτήρια σύγκλισης που καθορίζονται στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς η νομισματική ένωση αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής ένωσης (και όχι, όπως συχνά νομίζουν πολλοί στην Γερμανία, απλώς μια πρόσθετη παράμετρος της ολοκλήρωσης, δηλαδή ένα συστατικό της πολιτικής ένωσης).

Εάν η νομισματική ένωση πρόκειται να ολοκληρωθεί μέσα στο καθορισμένο χρονοδιάγραμμα πιθανώς δε θα περιλαμβάνει περισσότερα από ένα μικρό αριθμό κρατών-μελών όπως καθορίζουν οι όροι στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Ακόμα και τότε θα μπορέσει να ολοκληρωθεί μόνο όταν ο σκληρός πυρήνας των 5 ή εργαστεί προς αυτόν τον στόχο συστηματικά και με αποφασιστικότητα. Γι’ αυτό το σκοπό, στους τομείς της:

– νομισματικής πολιτικής

– δημοσιονομικής πολιτικής

– οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Θα πρέπει να μεριμνήσουν για στενότερο συντονισμό και για την υιοθέτηση κοινών πολιτικών έτσι ώστε – άσχετα από τις κοινές αποφάσεις που θα ληφθούν το 1997 ή το 1999 – να έχουν θέσει έως τότε τις βάσεις για νομισματική ένωση μεταξύ τους. Οι χώρες του σκληρού πυρήνα θα πρέπει να πείσουν όλες τις άλλες χώρες της ΕΕ – και κυρίως την Ιταλία, ένα ιδρυτικό μέλος της ΕΚ, αλλά επίσης και την Ισπανία και βεβαίως τη Μεγάλη Βρετανία – για την πλήρη επιθυμία τους να τις εντάξουν και αυτές, όταν θα έχουν ξεπεράσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα, στον πυρήνα και εφόσον αυτές επιθυμούν να συμβάλλουν για την εκπλήρωση των κοινών στόχων. Η δημιουργία ενός σκληρού πυρήνα δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την σύζευξη δυο φαινομενικά αντικρουόμενων στόχων: της διεύρυνσης και της εμβάθυνσης της ΕΕ.

  1. Η πειστική αναβάθμιση των γαλλο-γερμανικών σχέσεων σε νέο επίπεδο

Για να μην εξαντληθεί η ιστορική διαδικασία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης πριν πετύχει τον πολιτικό της στόχο θα πρέπει οι Γαλλο-Γερμανικές σχέσεις ποιοτικά να αναβαθμιστούν. Συνεπώς δε μπορεί να αντιληφθεί καμιά σημαντική δράση στην εξωτερική, ή τις άλλες πολιτικές της Ένωσης χωρίς προκαταρκτικές διαβουλεύσεις μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας. Μετά το τέλος της σύγκρουσης Ανατολής – Δύσης η σημασία της γαλλογερμανικής συνεργασίας δεν έχει μειωθεί. Τουναντίον έχει ενισχυθεί περισσότερο. Η Γερμανία και η Γαλλία αποτελούν τον πυρήνα του σκληρού πυρήνα. Από την αρχή αυτές αποτέλεσαν την κινητήρια δύναμη για την Ευρωπαϊκή ενοποίηση. Η ειδική σχέση μεταξύ των δυο χωρών αντιμετωπίζει σκληρή δοκιμασία γιατί κι αυτή παρουσιάζει συμπτώματα της διαφοροποίησης συμφερόντων και προσανατολισμών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν ή στην αποξένωση τους. Στη Γαλλία εκφράζονται φόβοι ότι η διαδικασία της διεύρυνσης, προς τις Σκανδιναβικές χώρες (και ιδιαίτερα προς την Αυστρία) και αργότερα προς τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, θα μεταβάλλει την Ένωση σε μια χαλαρή ομάδα κρατών στην οποία η Γερμανία ενδεχομένως θα αποκτούσε πολύ μεγαλύτερη δύναμη εδραιώνοντας μια ή ηγεμονική θέση. Συνεπώς για τη Γαλλία το θέμα της εμβάθυνσης της Ένωσης πριν από τη διεύρυνση έχει ζωτική σημασία. Τώρα που η Γερμανία είναι πάλι ενωμένη και – ακόμα πιο σημαντικό – τώρα που μπορεί να ακολουθήσει μια δυναμική πολιτική στην Ανατολική Ευρώπη και που έχει την ίδια ελευθερία κινήσεων όπως οι εταίροι της στη Δύση, το παλιό πρόβλημα της ενσωμάτωσης μιας δυνατής Γερμανίας στις Ευρωπαϊκές δομές, το οποίο ανέκυψε όταν η διαδικασία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης ξεκίνησε – περιορισμένο τότε στη Δυτική Ευρώπη – έχει εκλάβει τώρα μια νέα, αν όχι την πραγματική της διάσταση. Έχει σημασία κυρίως για τις γαλλο-γερμανικές σχέσεις αυτό το πρόβλημα να αντιμετωπιστεί με ειλικρίνεια ώστε να αποφευχτούν παρεξηγήσεις και καχυποψίες. Μια πρόχειρη απάντηση – σημαντική και για τη Γερμανία – θα μπορούσε να είναι το ότι τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης επιδιώκουν να ενταχθούν στην ΕΕ γιατί δεν επιθυμούν να εξαρτώνται τόσο πολύ από τη Γερμανία (κάτι παρόμοιο και με τις χώρες της ΕFTΑ). Ωστόσο κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί μονάχα σ’ ένα πλαίσιο που είναι κάτι παραπάνω από απλώς μια ζώνη ελεύθερων συναλλαγών.

Οπωσδήποτε είναι ζωτικό ότι ακριβώς σ’ αυτό το σημείο η Γερμανία θα πρέπει, με τις πολιτικές της, να δείξει την αταλάντευτη προσήλωση της στο στόχο για μια δυνατή και ενωμένη Ευρώπη, ικανή για να αναλάβει αποτελεσματική δράση. (Η Γερμανία πιστεύει ότι έχει αποδείξει εδώ και καιρό την προσήλωσή της αλλά όπως φαίνεται από τις επικρίσεις που της έγιναν σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε στην ένταξη των χωρών της Σκανδιναβίας και της Αυστρίας, αυτή η εντύπωση δεν είναι κοινώς αποδεκτή). Η Γερμανία θα πρέπει να προσφέρει τις απαιτούμενες πρόσθετες αποδείξεις καταθέτοντας προτάσεις για την εμβάθυνση της Ένωσης στον θεσμικό και πολιτικό τομέα πριν την περαιτέρω διεύρυνση της. Αυτές οι προτάσεις πρέπει ωστόσο να γίνουν και εν όψει της μελλοντικής διεύρυνσης της Ένωσης.

Όταν η Γερμανία υποβάλει ξεκάθαρες και σαφείς προτάσεις τότε η Γαλλία θα πρέπει να παίρνει τις ανάλογες σαφείς και ξεκάθαρες αποφάσεις. Θα πρέπει να ανασκευάσει την εντύπωση ότι, αν και δεν αμφισβητεί την βασική της προσήλωση στην προαγωγή της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, συχνά διστάζει στη λήψη συγκεκριμένων μέτρων για την ευόδωση αυτού του στόχου – η ιδέα της αδιαπραγμάτευτης κυριαρχίας του «έθνους – κράτους» εξακολουθεί να θέλγει, αν και αυτή (η κυριαρχία) έχει προ καιρού μετατραπεί σε κέλυφος άνευ περιεχομένου. Δεδομένης της σημασίας της νομισματικής ένωσης για τις γαλλο-γερμανικές σχέσεις κυρίως, πρέπει να γίνουν προσπάθειες – πρόσθετες με εκείνες μεταξύ των χωρών-μελών του σκληρού πυρήνα – για την υπερπήδηση των διαφορετικών αντιλήψεων μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας σε θεμελιώδη ζητήματα οικονομικής πολιτικής. Αυτά περιλαμβάνουν την ουσία της «βιομηχανικής πολιτικής» και της νομοθεσίας για τον ανταγωνισμό. Προς αυτή την κατεύθυνση θα αποτελούσε θετικό βήμα εάν επέρχετο συμφωνία για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Γραφείου Καρτέλ. Θα πρέπει επίσης να ξεκινήσει ένας διάλογος σχετικά με τους μακροπρόθεσμους στόχους της κοινής Αγροτικής Πολιτικής και για τα κύρια χαρακτηριστικά του μελλοντικού χρηματοδοτικού συστήματος της Ένωσης.

Το ίδιο ισχύει και για τις συχνές αποκλίσεις απόψεων μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας στο ζωτικό θέμα της κοινής Ευρωπαϊκής άμυνας και της σχέσης της με το ΝΑΤΟ (όπως προκύπτει  πχ. από την τρέχουσα συζήτηση για την εφαρμογή της απόφασης της αποκαλούμενης Combined Joint Task Forces (CJTF) που πάρθηκε στη συνάντηση κορυφής του ΝΑΤΟ τον Ιανουάριο του 1994).

Και στα δυο ζητήματα τα αντίστοιχα γαλλο-γερμανικά συμβούλια (οικονομικό και κοινωνικό συμβούλιο και αμυντικό συμβούλιο) θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν σαν forum για μια διεξοδική, απροκατάληπτη και αδογμάτιστη συζήτηση. Περισσότερο από όσο ποτέ άλλοτε οι σχέσεις της Γερμανίας με τη Γαλλια αποτελούν σήμερα το μέτρο σύγκρισης για τη μέτρηση της προσήλωσης της σε μια Δυτική κοινότητα κοινών πολιτικών και πολιτισμικών αξιών, σε αντίθεση με την τάση η οποια φαίνεται να κερδίζει πάλι έδαφος κυρίως μεταξύ των διανοουμένων για την αναζήτηση ενός χωριστού «Γερμανικού δρόμου». Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί, τώρα που η σύγκρουση Ανατολής-Δύσης έχει τερματιστει, οι ΗΠΑ δεν μπορούν πλέον να διαδραματίζουν τον παραδοσιακό τους ρόλο με τον ιδιο τρόπο. Η ύπαρξη ενός σοβαρού και ανοικτού διαλόγου πάνω στις συμπεριφορές οι οποιες διαμορφώνουν αυτές τις τάσεις καθώς και για τα αμοιβαια αισθήματα και μνησικακιες στις γαλλο-γερμανικές σχέσεις, ειναι τόσο σημαντική όσο και η ποιοτική αναβάθμιση της πολιτικής συνεργασιας μεταξύ των δυο χωρών.

  1. Η βελτίωση των δυνατοτήτων της ΕΕ για αποτελεσματική δράση στον τομέα της ΚΕΠΠΑ

Έχει ζωτική σημασία για το μέλλον να προσδώσουμε στην Ένωση τις δυνατότητες για πιο αποτελεσματική δράση στον τομέα της ΚΕΠΠΑ. Τα έθνη-κράτη της Ευρώπης δεν είναι πλέον ικανά να εγγυηθούν την εξωτερική τους ασφάλεια, ιδιαιτερα καθώς άλλα προβλήματα ασφάλειας τα οποια θα έπρεπε να ειχαν εξαλειφθεί στην Ευρώπη έχουν επανεμφανιστεί και επειδή, μετά τον τερματισμό της σύγκρουσης Ανατολής-Δύσης, η συνδρομή των ΗΠΑ για την επίλυση κάθε είδους σύγκρουσης δεν είναι δεδομένη. Ωστόσο η ικανότητα ενός κράτους να εγγυηθεί την εξωτερική του ασφάλεια – η ικανότητά του να υπερασπιστεί τον εαυτό του – αποτελεί την προϋπόθεση και την πεμπτουσία της κυριαρχίας. Αυτό ισχύει και για την ΕΕ, σαν μια κοινότητα κρατών, στο βαθμό που μόνο μέσα σ’ αυτήν την κοινότητα μπορούν ή τα έθνη-κράτη να διατηρήσουν την κυριαρχία τους. Εξάλλου καθώς η επίγνωση της εθνικής κυριαρχίας καθορίζει όχι μόνο την ταυτότητα ενός έθνους αλλά επίσης και τις σχέσεις τους με άλλα έθνη, η κοινή αμυντική ικανότητα της Ευρωπαϊκής κοινότητας κρατών αποτελεί απαραίτητο παράγοντα για την πρόσδεση στην ΕΕ της δικής της ταυτότητας, μιας ταυτότητας η οποία όμως θα επιτρέπει την διατήρηση του αισθήματος εθνικής ταυτότητας του κάθε κράτους. Στα λίγα χρόνια από τον τερματισμό της σύγκρουσης Ανατολής-Δύσης, η δημιουργία μιας ΚΕΠΠΑ έχει καταστεί πιο αναγκαία και πιο επιτακτική απ’ ότι προβλέπεται στην Συνθήκη του Μάαστριχτ. Ακόμα ούτε τα μεγαλύτερα κράτη-μέλη της ΕΕ δεν είναι ικανά να αντιμετωπίσουν μόνα τους τις νέες εξωτερικές προκλήσεις. Όλες οι σφυγμομετρήσεις δείχνουν ότι η μεγαλύτερη πλειοψηφία των πολιτών επιθυμεί τη διαμόρφωση μιας ΚΕΠΠΑ. Οι αδυναμίες αντίδρασης της Ένωσης στις δραματικές εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη έχει προκαλέσει μια σαφή μείωση στην υποστήριξη της κοινής γνώμης στην διαδικασία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το θέμα της αμυντικής υπόστασης των μελλοντικών μελών της ΕΕ έχει αποφασιστική σημασία για την πολιτική διαμόρφωση της Ευρώπης και για ολόκληρη την πολιτική της τάξη. Η δράση της ΕΕ στον τομέα της ΚΕΠΠΑ θα πρέπει να βασίζεται σε ένα στρατηγικό δόγμα το οποίο θα καθορίζει επακριβώς τα κοινά συμφέροντα και στόχους και θα καθορίζει τους όρους και τις διαδικασίες καθώς και τα πολιτικά και οικονομικά μέσα (για την επίτευξη τους). Η ΚΕΠΠΑ θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στους εξής τομείς:

– Μια κοινή πολιτική που θα αποβλέπει στη σταθεροποίηση της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

– Η ανάπτυξη σχέσεων με τη Ρωσία με στόχο τη δημιουργία μιας ευρέως φάσματος συνεργασίας.

– Μια κοινή Μεσογειακή πολιτική, η σταθερότητα της οποίας έχει ζωτική σημασία όχι μόνο για τις Μεσογειακές χώρες- μέλη αλλά και για τη Γερμανία.

– Η ανάπτυξη μιας στρατηγικής σύμπραξης με την Τουρκία.

– Αναδιάρθρωση των Ατλαντικών σχέσεων. Οι Ατλαντικές σχέσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία γιατί καλύπτουν όλο το φάσμα των θεμάτων που σχετίζονται με την ΚΕΠΠΑ. Γι’ αυτό το λόγο η ΕΕ και οι ΗΠΑ θα πρέπει να διαμορφώσουν μια κοινή πολιτική σ’ αυτά τα θέματα. Θα πρέπει επίσης να συντονίζουν τις προσπάθειες τους για την αντιμετώπιση των διεθνών προβλημάτων. Το πρόβλημα μιας Κοινής Ευρωπαϊκής άμυνας είναι πιο επείγον απ’ ότι διαπιστώνεται στην Συνθήκη του Μάαστριχτ. Αυτή θα πρέπει να δημιουργηθεί τώρα παρά «εν καιρώ» όπως αναφέρεται στη Συνθήκη. Η ανάγκη για μια άμεση αντιμετώπιση έγινε καταφανής από τις δυσκολίες μεταξύ των Ευρωπαϊκών χωρών και με τις ΗΠΑ στην αντιμετώπιση του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Συνεπώς οι προσπάθειες για τη δημιουργία μιας κοινής άμυνας θα πρέπει να ενταθούν. Οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να αναλάβουν ένα πολυ μεγαλυτερο μέρος της ευθυνης για την ασφάλειά τους. Αυτό αφορά τόσο μέτρα για τη διατήρηση και την εμπέδωση της ειρήνης όσο κυρίως στο θέμα της αμυντικής υπόστασης μελλοντικών μελών της Ένωσης. Σε μια κοινότητα κρατών η οποία θεωρεί τον εαυτόν της ως μια αυθεντική ένωση, όλα τα μέλη πρέπει να απολαμβάνουν το ίδιο κύρος σχετικά με την ασφάλειά τους. Αυτό αποτελεί προκαταρκτικό γύρο για συμμετοχή. Αλλά εάν αναμένεται από τις ΗΠΑ να επιδείξουν την βούλησή τους όχι μόνο στη διατήρηση των υποχρεώσεων τους στην παρούσα έκταση της Συμμαχίας αλλά να τη διευρύνουν (τουλάχιστον) σε εκείνες τις χώρες που θα γίνουν μέλη της Ένωσης, τότε στον τομέα των συμβατικών όπλων η Ευρώπη θα πρέπει η ίδια να κάνει μεγαλύτερη συνεισφορά για την άμυνά της. Προσβλέποντας στο μέλλον αυτό σημαίνει την μετατροπή του ΝΑΤΟ σε μια συμμαχία μέσα στην οποία η Ευρώπη και οι ΗΠΑ και ο Καναδάς θα έχουν το ίδιο βάρος και θα αποτελούν μια ενότητα ικανή για αποτελεσματική δράση. Για αυτό το λόγο η ΔΚΔ του 1996 θα πρέπει να αναδιοργανώσει τις σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και της ΔΕΕ σύμφωνα με το Αρθρο Ι.4, παράγραφος 6.

Αναφορικά με το τρέχον ζήτημα της αναδόμησης των σχέσεων μεταξύ της ΔΕΕ και του ΝΑΤΟ σχετικά με τις αρμοδιότητες που δε καλύπτονται από το Αρθρο 5 του Βορειο-Ατλαντικού Συμφώνου (CJTF), θα πρέπει να βρεθεί μια λύση η οποία, με βάση την απόφαση του Συμβουλίου του ΝΑΤΟ σε κάθε χωριστή περίπτωσή (και οπωσδήποτε με τη συμμετοχή των ΗΠΑ), θα επιτρέπει στους Ευρωπαίους να αναλαμβάνουν ανεξάρτητη δράση χρησιμοποιώντας τις ευκολίες του ΝΑΤΟ και ορισμένα από τα επιτελεία του ΝΑΤΟ. Όπως ο πρόεδρος Clinton διασαφήνισε στην πρόσφατη ομιλία του στο Παρίσι, οι ΗΠΑ όχι μόνο επικροτούν αλλά ζητούν τη δημιουργία μιας Ευρωπαικής αμυντικής ταυτότητας. Μια δυναμική και αποτελεσματική ΚΕΠΠΑ χρειάζεται ένα πιο ευέλικτο και πρακτικό σύστημα διαχείρισης και συντονισμού. Γι’ αυτό το σκοπό θα πρέπει να δημιουργηθεί ένας ψηλού επιπέδου πυρήνας σχεδιασμού που θα έχει πρόσβαση στους policy makers των κρατών-μελών και που θα ασχολείται με τη χάραξη μακροχρόνιων στόχων. Παρένθεση Η πρόταση για τη δημιουργία ενός σκληρού πυρήνα στην Ευρώπη και για την περαιτέρω εντατικοποίηση της γαλλο-γερμανικής συνεργασίας δεν σημαίνει ότι έχουν εγκαταλειφθεί οι ελπίδες για να αναλάβει η Μεγάλη Βρετανία τον δικό της ρόλο «στην καρδιά της Ευρώπης και συνεπώς στον πυρήνα της. Μάλλον αυτές οι προτάσεις πηγάζουν από την πεποίθηση ότι αποφασιστικές προσπάθειες για την επιτάχυνση της ανάπτυξης της ι Ευρώπης αποτελούν τον καλύτερο τρόπο για την άσκηση θετικής επιρροής ώστε να ξεκαθαρίσει η Βρετανία τη σχέση της με την Ευρώπη και για τη βούλησή της να συμμετέχει στα περαιτέρω βήματα για την ολοκλήρωση.

  1. Η προς Ανατολάς διεύρυνση της ΕΕ

Η Πολωνία, οι δημοκρατίες της Τσεχίας και της Σλοβακίας, η Ουγγαρία (και η Σλοβενία) θα πρέπει να γίνουν μέλη της ΕΕ γύρω στο 2000. Η ένταξή τους θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή των ανωτέρω μέτρων και από τους στόχους τους. Η βεβαιότητα της προοπτικής για ένταξη τους στην ΕΕ και ακόμη περισσότερο η ένταξή τους, θα προήγαγε την οικονομική και πολιτική ανάπτυξη αυτών των χωρών περισσότερο απ’ οποιοδήποτε μέτρο για εξωτερική βοήθεια. Παρά τα πολιτικά και ψυχολογικά πλεονεκτήματα, ωστόσο η ένταξη τους θα προκαλέσει διάφορες οικονομικές πιέσεις στα μέλη της ΕΕ, παλιά και νέα, που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με ένα συνδυασμό από μέτρα. Σ’ αυτό συμπεριλαμβάνονται όχι μόνο η εναρμόνιση της νομοθεσίας στις εν λόγω χώρες, η οποία ήδη υπάρχει στις Ευρωπαϊκές συμφωνίες, αλλά επίσης αλλαγές σε διάφορους τομείς των πολιτικών της ΕΕ, κυρίως στην γεωργία. Επίσης, για την οικονομική τους προσαρμογή, θα πρέπει να υπάρχουν πολύ μεγάλες μεταβατικές περίοδοι (ενδεχομένως προσαρμοσμένες από χώρα σε χώρα), οι οποίες θα υπόκεινται στη ιδέα της «διαφορικής γεωμετρίας». Το αποτέλεσμα πρέπει να είναι ότι το κόστος για τις δυο πλευρές δε θα πρέπει να είναι ψηλότερο απ’ ό,τι εάν η ένταξη γινόταν αργότερα. Θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη ότι όσο αργότερα πραγματοποιηθεί η ένταξη τόσο ψηλότερο θα είναι το κόστος. Η ένταξη των χωρών αυτών θα πρέπει να γίνει σταδιακά και δ να συνοδεύεται από την περαιτέρω εμβάθυνση της συνεργασίας. Γι’ αυτό το σκοπό προτείνονται τα ακόλουθα: – Η πλήρης εφαρμογή του ανοίγματος των αγορών στις Ευρωπαϊκές συμφωνίες.

– Ο συντονισμός της εμπορικής πολιτικής.

– Η προαγωγή του ελεύθερου εμπορίου και συνεργασίας μεταξύ των υποψηφίων χωρών.

– Διεύρυνση της συμμετοχής στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη σε ορισμένους τομείς της ΚΕΠΠΑ της ΕΕ, δηλαδή η πολυδιάσταση της συνεργασίας.

– Η εφαρμογή της συνεργασίας στην άμυνα με βάση τη Διακήρυξη του Kirchberg για «συμβαλλόμενα μέλη» της ΔΕΕ.

– Σχετικά με τη δικαιοσύνη και την εσωτερική τάξη, την συμμετοχή των χωρών αυτών σε συνεργασία στους τομείς των αλλοδαπών, μετανάστευση, άσυλο και Με καθώς και στην Εuropol.

Η ενσωμάτωση των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στην ΕΕ θα πρέπει να συνοδεύεται με την σύσταση μιας ευρείας συνεργασίας μεταξύ της ΕΕ και της Ρωσίας. Αυτή η πολιτική, στο σημείο που αυτό είναι δυνατό, θα πρέπει να δίνει στη Ρωσία τη βεβαιότητα ότι, μαζί με την ΕΕ, αυτή αναγνωρίζεται ως ο άλλος πόλος της πολιτικής τάξης στην Ευρώπη. Η συμφωνία για συνεταιρισμό και συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Θα πρέπει να ακολουθηθεί με συμφωνίες για την ασφάλεια σε συνδυασμό με την ένταξη των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στην ΕΕ/ΔΕΕ και το ΝΑΤΟ. Η εφαρμογή του προγράμματος που προτείνεται παραπάνω προσφέρει τη μεγαλυτερη πιθανότητα για την υπερπήδηση της παρούσας αβεβαιότητας στους πολίτες μας σχετικά με τη διαδικασία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης. Σε αντίθεση με πολλούς διανοούμενους – και καμιά φορά και πολιτικούς – οι οποίοι εκφράζουν απόψεις οι οποίες δεν είναι μόνο ασυστατες άλλες και απέχουν πολύ της πραγματικότητας, θεωρητικολογούν και είναι πολιτικά επικίνδυνες, η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών αναγνωρίζει ξεκάθαρα την ανάγκη για Ευρωπαϊκή ενότητα. Ωστόσο οι πολίτες αυτοί με το δίκιο τους απαιτούν περισσότερη δημοκρατία, διαφάνεια και πάνω απ όλα επιτυχημένες πολιτικές της ΕΕ στους παραπάνω τομείς. Βασικά οι πολίτες μας γνωρίζουν άριστα ότι τα συμφέροντα της Γερμανίας μπορούν να εξυπηρετηθούν μόνο μαζί και δια μέσου της Ευρώπης και ότι, όχι μόνο αυτό δε συνεπάγεται απειλή στο έθνος αλλά στην ουσία προστατεύει την υπόσταση του γιατί προστατεύει το μέλλον του.

Σημείωση: η μετάφραση έχει γίνει από τον Πάνο Τσακαλογιάννη, τότε αν. καθηγητή του τμήματος Διεθνών & Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και βρίσκεται στο εγχειρίδιο (σε επιμέλεια δική του) για την Πολιτική Ολοκλήρωση της ΕΕ (εκδόσεις Οικον.Πανεπιστημίου Αθηνών, 2001).

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: