Σ. Μ. Βακάρ – Η ταξική φύση του Γκαντισμού

Σε κάθε μεταβατική περίοδο, οι οπαδοί της διατήρησης της καθεστηκυίας τάξης προσπαθούν με κάθε μέσο να διατηρήσουν τα προνόμιά τους. Το καλύτερο για αυτό το σκοπό μέσο, αποτελούσε ανέκαθεν το ιδεολογικό. Συντηρητικές, κατά βάση, ιδεολογίες και θεωρίες, ανασύρονταν από τον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας και παρουσιάζονταν ως νέες ή υπήρχε μια προπαγάνδιση της λατρείας του “παλιού, αγνού” σε σχέση με οτιδήποτε “νέο” και “μολυσμένο” με τα “δεινά” της σύγχρονης εποχής. Ιδιαίτερη ιδεολογική “δουλειά” γινόταν ανέκαθεν στον τομέα των τρόπων με τον οποίο θα άλλαζε η καθεστηκυία τάξη, με τη βία να είναι το μέσο εκείνο που έπρεπε, πρακτικά αλλά και ιδεολογικά, να παραμείνει, σε κάθε περίπτωση, μονοπώλιο των κρατούντων. Στη χώρα μας, το θέμα της βίας επανήλθε με δριμύτητα τα πέντε τελευταία (μνημονιακά) χρόνια, ή και ίσως λίγο νωρίτερα, με το Δεκέμβρη του 2008. Ακόμα και στο πολιτικό εποικοδόμημα, έγινε απόπειρα να κατοχυρωθεί ένας πόλος που, με την κομματική ονομασία “Δημοκρατική Αριστερά”, θα διαχωριζόταν από την -προφανώς-“αντιδημοκρατική, βίαιη” Αριστερά που “έκαιγε τη Μαρφίν” κλπ κλπ. Φυσικά, η ίδια η ζωή αχρήστευε και αχρηστεύει κάθε απόπειρα να παρεμποδιστεί η έκφραση της ριζοσπαστικοποίησης του λαϊκού παράγοντα (ακόμα και στις πιο ειρηνικές μορφές της, όπως οι εκλογές). Ωστόσο, η βία, παρότι παραμένει το μόνο αποτελεσματικό εργαλείο (όχι χώρος) επίτευξης ουσιαστικών και πιο μόνιμων προοδευτικών αλλαγών στην κοινωνία από το λαό, όντας συνώνυμο των κρατούντων που ως τώρα την ασκούν, σε πλατιές μάζες, και ιδιαίτερα νεανικές, είναι -δικαίως- ειδεχθής. Αυτή είναι μια κατάσταση που οι κρατούντες εκμεταλλεύονται και για αυτό διαδίδουν κάθε είδους ειρηνιστική ιδεολογία που “αφοπλίζει” το λαό. Η ιδεολογία του Μαχάτμα Γκάντι είναι μια από αυτές και το απέδειξε αυτό με την καχεκτική ανεξαρτησία που επέφερε στην ινδική υποήπειρο, αφού μάλιστα τη διέσπασε (σε Ινδία και Πακιστάν), η οποία ως τις μέρες μας πνίγεται στο αίμα. Γι’ αυτό, πρέπει συστηματικά να γίνεται πόλεμος ενάντιά της και να αποκαλύπτεται ποιους ακριβώς εξυπηρετεί αυτή.

Η ταξική φύση του Γκαντισμού

Σ. Μ. Βακάρ

Στις 30 Γενάρη 1948, ο Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι, ο πιο επιδραστικός ηγέτης του Ινδικού Εθνικού Κόγκρέσου και ένας από τους πιο δημοφιλής πολιτικούς ηγέτες της Ινδίας στις μάζες, δολοφονήθηκε στο Δελχί.

Παρά το γεγονός ότι ο Γκάντι θεωρούσε την ενοποίηση και την ανεξαρτησία του ινδικού λαού ως το στόχο της δραστηριότητάς του, το αντιδραστικό-ουτοπικό περιεχόμενο της κοινωνικής του θεωρίας και οι ρεφορμιστικές μέθοδοι πάλης που συνδέονταν με αυτή, οδήγησαν στο γεγονός, όχι μόνο η δράση του να μη διευκολύνει την ανατροπή του αποικιακού ζυγού, αλλά να χρησιμοποιηθεί ευρέως από το βρετανικό ιμπεριαλισμό, για τους δικούς του ιδιοτελείς σκοπούς.

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η κρίση του βρετανικού αποικιακού συστήματος, η οποία συνδεόταν με τη γενική κρίση του καπιταλισμού, υποχρέωσε τους βρετανούς ιμπεριαλιστές σε έναν νέο πολιτικό ελιγμό. Αυτός ο πολιτικός ελιγμός συνίστατο στην προσπάθεια διαίρεσης της Ινδίας σε δύο κράτη, ώστε να προκληθεί η μέγιστη εχθρότητα μεταξύ τους και να διατηρήσουν την κυριαρχία επ’αυτών. Το μίσος μεταξύ ινδουϊστών και μουσουλμάνων, το οποίο υπέθαλπταν οι βρετανοί αποικιοκράτες στην Ινδία, έλαβε τη μορφή ένοπλων συγκρούσεων μεταξύ κρατών (π.χ., στο Κασμίρ και το Πουντζάμπ). Ο Γκάντι, όντας υποστηρικτής μιας ενωμένης Ινδίας, προσπάθησε να αποτρέψει τις αιματηρές θρησκευτικο-κοινοτικές συγκρούσεις που προκαλούσε ο βρετανικός ιμπεριαλισμός, και απηύθυνε έκκληση για ειρήνη μεταξύ ινδουιστών και μουσουλμάνων. Έξι μήνες μετά τη διαίρεση της Ινδίας, ο Γκάντι δολοφονήθηκε από έναν ακτιβιστή της Ινδουιστικής Συνέλευσης (Χιντού Μαχασάμπχα)- μιας ινδουιστικής οργάνωσης ημιφασιστικού χαρακτήρα. Η βρετανική ιμπεριαλιστική αστική τάξη, έχοντας χρησιμοποιήσει το Γκάντι στο έπακρο, κατά τις περιόδους όπου αυτό ήταν εφικτό, σε μια νέα φάση της πάλης της για την κυριαρχία της, διείδε ένα εμπόδιο σε αυτή τη φιγούρα και παραμέρισε το Γκάντι. Η κοινωνική ουσία του Γκαντισμού και ο βασικά αντιδραστικός ρόλος του στην ιστορία του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος στην Ινδία δεν έχουν αποσαφηνιστεί μέχρι σήμερα στη μαρξιστική φιλολογία. Στο μεταξύ, ο Γκαντισμός, ακόμα και σήμερα εμποδίζει την ανάπτυξη της συνείδησης των ινδικων μαζών, οι οποίες ξεσηκώνονται στον αγώνα ενάντια στο βρετανικό ιμπεριαλισμό.

Η σημερινή κρίση του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού στενά συνδέεται με την δυναμική ανάπτυξη του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος στην αποικιακή Ανατολή. Ο τερματισμός του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου άνοιξε μια νέα φάση στην ανάπτυξη του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος στην Ινδία, το οποίο είναι ένα από τα μεγαλύτερα και πιο ανεπτυγμένα κινήματα στις αποικίες. Αυτή η φάση χαρακτηρίζεται από μια γοργή άνοδο του εργατικού και αγροτικού κινήματος, από την προσχώρηση της εθνικής αστικής τάξης στο στρατόπεδο του ιμπεριαλισμού και από την ενδυνάμωση του ηγετικού ρόλου της ινδικής εργατικής τάξης στο αντιιμπεριαλιστικό και αντιφεουδαρχικό κίνημα των μαζών.

Το ύψιστο καθήκον του ινδικού προλεταριάτου σε αυτή τη φάση συνίσταται στη χειραφέτηση εκατομμυρίων αγροτικών μαζών από την ιδεολογική και πολιτική επιρροή της αστικής τάξης και, ειδικότερα, από την επιρροή της Γκαντιανής ιδεολογίας. Χωρίς μια τέτοια απελευθέρωση, όπως επισημαίνει και ο σ. Στάλιν, “η επανάσταση δεν μπορεί να προχωρήσει και η πλήρης ανεξαρτησία των καπιταλιστικά ανεπτυγμένων αποικιών και εξαρτημένων χωρών δεν μπορεί να επιτευχθεί”. (Στάλιν, Λόγος στο Πανεπιστήμιο των Εργαζομένων της Ανατολής, στο Λένιν- Στάλιν- Ζούκοφ, Για το Αποικιακό Ζήτημα, ΡΡΗ, σ.17).

Η μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση έφερε μια ριζική αλλαγή στην ανάπτυξη των εθνικών κινημάτων των αποικιών και των εξαρτημένων χωρών.

η Οκτωβριανή Επανάσταση είναι η πρώτη επανάσταση στην ιστορία του κόσμου που έσπασε τον αιώνιο ύπνο των εργαζόμενων μαζών των καταπιεσμένων λαών της Ανατολής και τις προσέλκυσε στην πάλη ενάντια στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό” (Στάλιν, Η Οκτωβριανή Επανάσταση και το Εθνικό Ζήτημα, στο Ο Μαρξισμός και το Εθνικό & Αποικιακό Ζήτημα, Λονδίνο, Lawrence and Wishart, 1942, σ.72).

Τονίζοντας τη ριζική αλλαγή στην κοινωνική σύνθεση των εθνικών κινημάτων μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο σ. Στάλιν δίνει έμφαση στο ότι “το κύριο σημείο εδώ δεν είναι ότι η αστική τάξη της μιας χώρας στρέφεται ή μπορεί να στρέφεται εναντίον της αστικής τάξης μιας άλλης εθνότητας κατά την ανταγωνιστική πάλη μεταξύ τους, αλλά ότι η ιμπεριαλιστική ομάδα της άρχουσας εθνότητας εκμεταλλεύεται και καταπιέζει τη μεγαλύτερη μάζα και, πάνω από όλα, τις αγροτικές μάζες των αποικιών και των εξαρτημένων εθνοτήτων και ότι, με την καταπίεση και την εκμετάλλευσή τους, τις σύρει στον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τους κάνει συμμάχους της προλεταριακής επανάστασης” (Στάλιν, Το Εθνικό Ζήτημα Άλλη μια Φορά, στο Ο Μαρξισμός & το Εθνικό και Αποικιακό Ζήτημα, Λονδίνο, Lawrence and Wishart, 1942, σ.225).

Η Οκτωβριανή Επανάσταση ενεργοποίησε και την ινδική αγροτιά επίσης, η πολιτική αφύπνιση της οποίας άρχισε να μετατρέπει το αστικό απελευθερωτικό κίνημα της Ινδίας σε εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα.

Η νέα φάση του απελευθερωτικού κινήματος στην Ινδία που ακολούθησε την Οκτωβριανή Επανάσταση, άρχισε με το δυναμικό επαναστατικό κίνημα του 1919-1922. Η ινδική μεγαλοαστική τάξη βρέθηκε αντιμέτωπη με την πραγματικότητα μιας τρομακτικής ανάπτυξης του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος των ινδικών μαζών. Ενώ χρησιμοποιούσε την ισχύ του μαζικού κινήματος ως μέσο πίεσης του βρετανικού ιμπεριαλισμού, η ινδική αστική τάξη, ταυτόχρονα, αναζητούσε ένα μέσο ώστε να μπορέσει να αναχαιτίσει την επαναστατική ενέργεια των μαζών εντός των ορίων που της χρειαζόταν. Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή για την ινδική εθνική αστική τάξη, εμφανίστηκε στην πολιτική αρένα της Ινδίας ο Γκάντι, με τη θεωρία του περί “μη βίας” και “μη βίαιων” τακτικών. Εμφανίστηκε με ένα προφίλ σχεδόν αγίου, το οποίο είχε αποκτήσει κατά την 20ετή περίοδο πολιτικής δραστηριότητας στη Νότια Αφρική, όπου κατέφερε σημαντικές επιτυχίες στον αγώνα ενάντια στις φυλετικές διακρίσεις σε βάρος των Ινδών.

ganddd10O Γκάντι επιστρέφει στην Ινδία (πηγή)

Ο Γκάντι θεμελίωσε την κοινωνικο-πολιτική του διδασκαλία στη βάση της θρησκείας του Ινδουϊσμού, που ήταν κυρίαρχος στην ινδική αγροτιά, η ουσία των δογμάτων του οποίου απαιτεί να μην ασκείται βία σε κανένα άτομο. Τα στοιχεία Τολστοϊσμού με τα οποία αυτό το δόγμα έχει αναμειχθεί, δάνεισαν στον Γκαντισμό ένα ιδιαίτερο τύπο χαρακτήρα αναζήτησης της αλήθειας, μέσω της αγάπης, των δεινών και της αυτοθυσίας, τα οποία είναι τα μέσα για την εύρεση της αλήθειας και την επίτευξη της δικαιοσύνης.

Καθώς ο Γκαντισμός έχει, σε μεγάλο βαθμό, βγει από τη θρησκευτική ιδεολογία των ινδικών μαζών, καθίσταται δύσκολο να ορίσει κανείς σε ποιο σημείο τελειώνει η επιρροή του Γκαντισμού και αρχίζει η επιρροή της θρησκείας. Ο Γκαντισμός, όπως και γενικά η θρησκεία, είναι μια από της μορφές της “πνευματικής καταπίεσης που βαραίνει παντού τις λαϊκές μάζες, που έχουν γονατίσει από την αιώνια εκμετάλλευση από άλλους, από τη θέληση και τη μοναξιά” (Λένιν, Διαλεχτά Έργα, Τόμος 11, Λονδίνο, Lawrence and Wishart, 1942, σ.658).

Μιλώντας για τις ταξικές βάσεις της σύγχρονης θρησκείας, ο Β.Ι. Λένιν έλεγε: “Η βαθύτερη ρίζα της θρησκείας σήμερα είναι η κοινωνική καταπίεση των εργαζόμενων μαζών και η προφανώς πλήρης αδυναμία τους απέναντι στις τυφλές δυνάμεις του καπιταλισμού”(Λένιν, Η Στάση του Εργατικού Κόμματος Απέναντι στη Θρησκεία, Ινστιτούτο Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν, Αγγλική Έκδοση, Μόσχα, 1947, σ.σ.143-144).

Η κύρια ρίζα του Γκαντισμού ως μαζικού αγροτικού φαινομένου είναι αυτή της σύγχρονης θρησκείας όπως την υπέδειξε ο Λένιν. Τα αντικαπιταλιστικά στοιχεία που βρίσκονται στον Γκαντισμό εκφράζονται αδύναμα και με εξαιρετική ασυνέπεια (βλ., π.χ. την κριτική στάση του Γκάντι στην καπιταλιστική βιομηχανία και την αστική κουλτούρα). Όμως, ήταν αυτό που διευκόλυνε τη διάδοση και δημοφιλία του Γκαντισμού στις μάζες. Στην Ινδία, μια χώρα της οποίας η ανάπτυξη τεχνητά συγκρατείται από τους βρετανούς αποικιοκράτες στο στάδιο των ημιφεουδαρχικών σχέσεων, οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες ζωής συνέβαλαν στη διάδοση του Γκαντισμού που είχε άμεσους δεσμούς με τη φεουδαρχική ιδεολογία. Θα πρέπει να θυμήσουμε ότι στην Ινδία μέχρι σήμερα, 45% της γης ανήκει σε 600 φεουδάρχες Πρίγκιπες, όπου ζουν συνολικά 100 εκατομμύρια άνθρωποι. Πέρα από αυτά τα ανατολίτικα δεσποτικά κράτη όπου υπήρχε σκλαβιά και όλες οι μορφές φεουδαρχικών δεσμών, συμπεριλαμβανομένης της σκλαβιάς του χρέους, σε όλη την Ινδία εξακολουθούν να υφίστανται εξαιρετικά δυνατές επιβιώσεις φεουδαρχίας, με διαφορετικές μορφές και χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, μια τέτοια επιβίωση φεουδαρχικών σχέσεων όπως ο χωρισμός των ανθρώπων σε κάστες παίζει όχι μικρό ρόλο στη ζωή της σύγχρονης Ινδίας. Ταυτόχρονα, η ινδική επαρχία υφίσταται τις καταστροφικές επιπτώσεις των καπιταλιστικών σχέσεων- ο πληθυσμός αρχίζει να διαφοροποιείται, ο παλιός τρόπος ζωής να σταματά και ο παλιός ρυθμός της ζωής να αλλάζει.

Οι εκκλήσεις στο “πνεύμα” για “μη αντίσταση” συνιστούν μια ιδεολογία που αναπόφευκτα εμφανίζεται σε τέτοιες περιόδους, λέει ο Λένιν, “όπου ολόκληρη η παλιά τάξη έχει ανατραπεί και όπου οι μάζες που μεγάλωσαν σε αυτή την παλιά τάξη, που έχουν εμποτιστεί με το μητρικό τους γάλα σε αυτές τις αρχές, τις συνήθειες, τις παραδόσεις και τις πεποιθήσεις αυτής της τάξης, δεν εντοπίζουν και δεν μπορούν να εντοπίζουν τι “σχήμα” παίρνει η νέα τάξη, ποιες είναι οι κοινωνικές δυνάμεις που τη διαμορφώνουν, και πώς ακριβώς αυτές οι κοινωνικές τάξεις είναι ικανές να φέρουν τη σωτηρία από τα πολυάριθμα και έντονα δεινά που είναι φυσιολογικά σε αυτές τις περιόδους της “ρήξης”” (Λένιν, Διαλεχτά Έργα, Τόμος 11, Lawrence & Wishart, σ. 689).

Ο Γκάντι καλεί στο να γυρίσει ο τροχός της ιστορίας πίσω στη μεσαιωνική κοινοτική δομή, τη βάση του ανατολίτικου δεσποτισμού: εκθειάζει τη φτώχεια, τον ασκητισμό και μια πρωτόγονη αγροτική ζωή. Προτείνει όχι την άνοδο του βιοτικού επιπέδου της εξαθλιωμένης αγροτιάς, αλλά τη βύθιση όλων των τάξεων σε ένα χαμηλό επίπεδο ζωής στο οποίο βρίσκονται ήδη εκατομμύρια Ινδοί (“Ομολογία Πίστης”, Νέα Ινδία, 13 Ιούλη 1921, σ. 783). Ο Γκάντι εκθέτει τις αντιδραστικές ουτοπικές του απόψεις για την οικονομική ανάπτυξη στην “Ομολογία Πίστης” του.

Το οικονομικό πρόγραμμα του Γκαντισμού συνίσταται στη διατήρηση της φεουδαρχικής καθυστέρησης στην ινδική επαρχία και στην αντίθεση στην εκβιομηχάνιση (“εκμηχανισμός”, σύμφωνα με την ορολογία του Γκάντι). Ο Γκάντι βλέπει την πρακτική εφαρμογή του προγράμματος αυτού α) στην ανάπτυξη της αγροτικής οικιακής βιοτεχνίας, β) στη διάδοση της χρήσης της “τσάρκα” (σ.parapoda: ινδική πρώιμη ρόκα) και γ) στην προπαγάνδιση του Κάδι (σ.parapoda: βαμβακερό ρούχο της υποηπείρου, το οποίο έγινε “κίνημα” από τον Γκάντι, ώστε να μην αγοράζονται τα ακριβά και τα βρετανικά ρούχα).

Gandhi_spinning(πηγή)

Τα σχέδια του Γκάντι για οικονομικές μεταρρυθμίσεις βασίζονται σε μια χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας, σε πρωτόγονη τεχνική και μεθόδους παραγωγής- συνεπώς, η Γκαντιανή εκδοχή πρωτόγονης οικονομίας ως λύση για τα προβλήματα της Ινδίας είναι εξαιρετικά επιβλαβής. Η στάση του Γκάντι απέναντι στην εκβιομηχάνιση συνδέεται άμεσα με την προπαγάνδισή του για την αγροτική οικονομία. Βέβαια, οι απόψεις του Γκάντι επί του ζητήματος αυτού, έχουν κάπως τροποποιηθεί- από την πλήρη άρνηση του “σατανικού” εκπολιτισμού και του “εκμηχανισμού”, σε μια αναγνώριση της χρησιμότητάς τους, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Αρχίζοντας το 1909 με μια πλήρη απόρριψη του εκμηχανισμού, ο Γκάντι μετά από 30 χρόνια, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι “ο εκμηχανισμός είναι καλός, όταν τα χέρια είναι πολύ λίγα για τη δουλειά που έχουμε πρόθεση να υλοποιήσουμε. Είναι όμως ένα κακό όταν υπάρχουν περισσότερα χέρια από όσο απαιτούνται για τη δουλειά αυτή, όπως είναι η περίπτωση της Ινδίας” (βλ.Ρ. Πάλμε Ντάτ, Ινδία Σήμερα, ΡΡΗ, Βομβάη, 1947, σ.509).

Το κοινωνικοοικονομικό πρόγραμμα του Γκάντι είναι γεμάτο ασυμφιλίωτες αντιφάσεις. Έτσι, ο Γκάντι αναγνωρίζει την αναγκαιότητα (όχι τη δυνατότητα, αλλά την αναγκαιότητα!) διατήρησης της φεουδαρχικής-τσιφλικάδικης γαιοκτησίας στην Ινδία. Ο Γκάντι κηρύσσει ως στόχο των οικονομικών του μέτρων τη βελτίωση των υλικών συνθηκών ζωής της ινδικής αγροτιάς που είναι γονατισμένη από τον τσιφλικάδικο-τοκογλυφικό ζυγό. Όμως, ταυτόχρονα, ο Γκάντι κηρύσσει ως απαραβίαστη την κύρια πηγή των κοινωνικών δεινών της αγροτιάς- το φεουδαρχικό-καπιταλιστικό σύστημα εκμετάλλευσης. Επιθυμεί μόνο να τα μετριάσει με τη βοήθεια των ουτοπικών του μεταρρυθμίσεων.

Ο Γκάντι υποστηρίζει την αναγκαιότητα διατήρησης αυτού του προμαχώνα της αντίδρασης και του δεσποτισμού που συνιστούν οι Ινδοί Πρίγκιπες. Παρεκκλίνοντας από τις βασικές αρχές της ίδιας του της θεωρίας, ο Γκάντι φτάνει να δικαιολογεί ανοιχτά την κοινωνική ανισότητα και να αναγνωρίζει την αναγκαιότητα διατήρησης των καστών. Η αναγκαιότητα διατήρησης των καστών, σύμφωνα με τα λόγια του Γκάντι, “βασίζεται σε μια οικονομία κοινωνικής ενέργειας (στη βάση της δίκαιης διανομής της) και σε έναν υγιή αυτοπεριορισμό του ανθρώπου από τη θέλησή του” (βλ.Ρομάν Ρολάντ, Μαχάτμα Γκάντι, 1924, σ.34). Έτσι, η “οικονομία κοινωνικής ενέργειας” πρέπει να πραγματοποιείται, κατά την άποψη του Γκάντι, με τη διατήρηση της προνομιακής θέσης των εκμεταλλευτριών τάξεων, για έναν “υγιή αυτοπεριορισμό” στον οποίο ο Γκάντι καλεί μόνο τις πεινασμένες κατώτερες τάξεις.

Πέρα από αυτή την ψευτοεπιστημονική φρασεολογία, δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς μια δικαιολόγηση της ύπαρξης κοινωνικών προνομίων, έναν καλλωπισμό του ταξικού ανταγωνισμού και μια ευλογία στο συντηρητισμό και την αντίδραση.

Εξυψώνοντας στους ουρανούς το δόγμα και τους θεσμούς του Ινδουισμού που εκθειάζουν τις κοινωνικές ανισότητες και καλλιεργούν τη βαρβαρότητα και το σκοταδισμό, ο Γκάντι προκύπτει ως υπερασπιστής της πνευματικής σκλαβιάς του ινδικού λαού. Προκαλεί μεγάλη ζημιά στη συνείδηση των μαζών με τα κηρύγματά του, για “ένα από τα πιο ειδεχθή πράγματα που υπάρχουν σε αυτό τον κόσμο, και συγκεκριμένα, τη θρησκεία” (Λένιν).

Έτσι, το κοινωνικοοικονομικό πρόγραμμα του Γκάντι είναι ένα πρόγραμμα συντηρητικό και αντιδραστικό. Οι κοινωνικές ιδέες που προπαγανδίζει ο Γκάντι έχουν ενισχύσει ό,τι αποτελεί το πιο στάσιμο, ακίνητο και το οποίο φυτοζωεί στη ζωή και τη συνείδηση της ινδικής αγροτιάς. Και αυτό βόλεψε το βρετανικό ιμπεριαλισμό ο οποίος, για την εκμετάλλευση στην οποία υποβάλλει τον ινδικό λαό, βασίζεται στα αντιδραστικά φεουδαρχικά στοιχεία της ινδικής κοινωνίας. Όπως λέγεται και στη διακήρυξη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ινδίας, “Οι πρίγκιπες είναι ένα δημιούργημα της βρετανικής κυβέρνησης. Υποστηρίχτηκαν στο παρελθόν και υποστηρίζονται σήμερα από τα βρετανικά όπλα, γιατί είναι το στήριγμα της βρετανικής εξουσίας” (Διακήρυξη Ανεξαρτησίας, 1946, σ. 4).

Μη θέτοντας τα ζητήματα στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, ο Γκάντι επιχειρηματολογεί με αφηρημένο τρόπο, από τη σκοπιά δήθεν “αιώνιων” αρχών, αυτών της ηθικότητας και της θρησκείας. Όμως, ένας τέτοιος τρόπος σκέψης είναι μια ιδεολογική αντανάκλαση της παλιάς φεουδαρχικής τάξης.

Σχετικά με τις παρόμοιες υπεριστορικές φιλοσοφίζουσες πεποιθήσεις του Τολστόι, ο Λένιν έλεγε:

Ο τολστοϊσµός, όσον αφορά το πραγµατικό ιστορικό του περιεχόµενο, είναι ακριβώς η ιδεολογία του ανατολίτικου, του ασιατικού καθεστώτος. Από δω απορρέει και ο ασκητισµός και η µη αντίσταση στο κακό µε τη βία και η µεγάλη απαισιοδοξία και η πεποίθηση ότι ‘όλα είναι µηδέν’, ‘κάθε τι το υλικό είναι µηδέν(Λένιν, Διαλεχτά Έργα, Τόμος 11, Lawrence and Wishart, σ.688).

Mohandas_Gandhi-Satyagraha (πηγή)

Στη μορφή, η Γκαντιανή θεωρία περί “μη βίας” είναι σχεδόν συνώνυμη με τη “μη αντίσταση στο κακό” του Τολστόι. Όμως, το κοινωνικό περιεχόμενο του Γκαντισμού είναι διαμετρικά αντίθετο προς τον Τολστοϊσμό. Σύμφωνα με τα λόγια του Β. Ι. Λένιν, ο τελευταίος είναι μια έκφραση της αυθόρμητης διαμαρτυρίας και αγανάκτησης της ρωσικής πατριαρχικής γεωργίας, και εκφράζει τις ισχυρές και αδύναμες πλευρές της. Όμως ο Γκαντισμός προέκυψε ως μια συγκεκριμένη μορφή της ταξικής πάλης της ινδικής αντιδραστικής αστικής τάξης ενάντια στο επαναστατικό κίνημα των ινδικών μαζών. Σε τελική ανάλυση, ο Γκάντι χρησιμοποιεί “την αυθόρμητη διαμαρτυρία και την αγανάκτηση” των ινδικών αγροτικών μαζών, που έχουν λυγίσει κάτω από έναν διπλό ζυγό. Εκμεταλλεύεται τη θρησκευτική τους ιδεολογία για τους ταξικούς σκοπούς των ινδικών αστικών-τσιφλικάδικων αντώτερων στρωμάτων. Αν στα έργα του Τολστόι εμφανίζεται ο αγρότης που “παλεύει να τελειώσει πλήρως με την επίσημη εκκλησία, τους μεγαλοκτηματίες και την κυβέρνησή τους, που παλεύει να καταστρέψει όλες τις παλιές μορφές και συστήματα γαιοκτησίας (…)” (στο ίδιο, σ. 583), στο Γκάντι δε βρίσκουμε τίποτα παρόμοιο με αυτές τις επαναστατικές φιλοδοξίες της αγροτιάς.

Πέρα από το κοινωνικο-οικονομικό του πρόγραμμα, ο Γκαντισμός συνιστά τη θρησκευτικό-ηθική θεωρία “μη βίας”, της οποίας η πρακτική μέθοδος είναι η “μη βίαιη αντίθεση”. Επίσης, συνιστά τη θεωρία της “αρμονίας των ταξικών συμφερόντων”, καθώς προκύπτει ως πρακτικό συμπέρασμα το κάλεσμα για ταξική συνεργασία.

Ο συνδυασμός θρησκείας και πολιτικής, ο οποίος είναι χαρακτηριστικό του Γκαντισμού, δεν είναι κάτι το νέο κατ’ αρχήν. Ο ιστορικός ρόλος της θρησκείας συνίσταται στο ότι αποτελεί ένα εργαλείο για την πνευματική σκλάβωση των λαϊκών μαζών και, συνεπώς, ασφαλώς και αποτελεί ένα πολιτικό όπλο. Στο Γκαντισμό, η θρησκεία αναπόφευκτα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των εκμεταλλευτριών τάξεων. Ο Γκαντισμός χρησιμοποιήθηκε από τα ινδικά αστικά-τσιφλικάδικα ανώτερα στρώματα, προκειμένου να κρατήσουν τις ινδικές μάζες στο σκοτάδι και τη σκλαβιά, και να τις εκμεταλλεύονται ατιμώρητα. Η βρετανική ιμπεριαλιστική αστική τάξη χρησιμοποίησε, με τη σειρά της, αυτές τις πτυχές του Γκαντισμού, προκειμένου να ανακόψει και να αποδυναμώσει το πανινδικό εθνικό απελευθερωτικό κίνημα.

Η βάση των θρησκευτικο-ηθικών απόψεων του Γκάντι είναι το δόγμα της “μη βίας”. Οι διδασκαλίες περί “μη βίας” υπάρχουν σε πολλές θρησκείες (Χριστιανισμό, Ινδουϊσμό, Βουδισμό). Το νέο στοιχείο στο Γκαντισμό είναι ότι ο Γκάντι για πρώτη φορά έκανε αυτή τη “διδασκαλία” θεωρητική βάση για τις πρακτικές του δραστηριότητες.

Ο Γκάντι δηλώνει ότι η “μη βία” είναι το πρώτο και το τελευταίο δόγμα της πίστης του, και την προτείνει για την Ινδία ως το μόνο δρόμο για την απελευθέρωση από τους βρετανούς αποικιοκράτες (Μ.Κ. Γκάντι, Η Μεγάλη Δίκη, Νέα Ινδία, 23 Μάρτη 1922, σ. 1053). Η ουσία της Γκαντιανής “μη βίας” έγκειται στο να αντιτάσσουμε στη δύναμη των όπλων τη δύναμη της ηθικής ανωτερότητας (Μ.Κ. Γκάντι, Το Δόγμα του Ξίφους, Νέα Ινδία, 11 Αυγούστου 1920, σ. 262). Στρεφόμενος σε πρακτικά ζητήματα, σε ζητήματα των αμοιβαίων σχέσεων μεταξύ της σκλαβωμένης Ινδίας και του ιμπεριαλιστή εκμεταλλευτή, του βρετανικού ιμπεριαλισμού, ο Γκάντι, ως λογική κατάληξη, φτάνει να προτείνει το να αντιπαρατίθεται στα βρετανικά όπλα το “πνεύμα” της Ινδίας (Μ.Κ. Γκάντι, Χιντ Σουαράτζ, Νέα Ινδία, 26 Γενάρη 1921, σ.867).

Έτσι, η Γκαντιανή θεωρία περί “μη βίας” σημαίνει στην πράξη πλήρη αφοπλισμό του ινδικού λαού απέναντι στον ένοπλο ιμπεριαλιστή αντίπαλο.

Απαντώντας στην αιματηρή καταστολή του λαϊκού κινήματος από τους βρετανούς ιμπεριαλιστές, ο Γκάντι κάλεσε τον ινδικό λαό “(…) να μάθει να διατηρεί πνευματική αυτοκυριαρχία στη θέα όχι μιας, αλλά πολλών χιλιάδων δολοφόνων αθώων αντρών και γυναικών (…) Ας κοιτά ο καθένας τις αγχόνες ως κάτι το καθημερινό στη ζωή” (βλ. Ρομάν Ρολάντ, Μαχάτμα Γκάντι, 1924,σ.48).

Όπως έχει δείξει η εμπειρία του ινδικού εθνικού κινήματος, ο αριθμός των θυμάτων της Γκαντιανής “μη βίας” ξεπέρασε κάθε προσδοκία του Γκάντι. Η απελευθέρωση, όπως ο ίδιος ο Γκάντι έχει παραδεχτεί, θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί ευκολότερα και γρηγορότερα με τη χρήση των όπλων (Μ.Κ. Γκάντι, Το Δόγμα του Ξίφους, Νέα Ινδία, 1922, σ.263). Η παρακάτω ειλικρινής ομολογία, στην οποια προέβη ο Γκάντι το Φλεβάρη του 1922, είναι χαρακτηριστική: “Αξιολογώ τη δική μου σωτηρία πάνω από οτιδήποτε άλλο, είμαι πρώτα ένας ινδουιστής και έπειτα είμαι ένας πατριώτης” (Μ.Κ. Γκάντι, Κανένα Τέλος στις Λύπες μου, Νέα Ινδία, 23 Φλεβάρη 1922, σ.681).

Η ανάπτυξη του ινδικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, και ιδιαίτερα του μαζικού κινήματος, δίνει μια πειστική απεικόνιση του γεγονότος ότι ο Γκάντι έβλεπε την προοπτική απελευθέρωσης της Ινδίας από τον ιμπεριαλιστικό ζυγό ως κάτι το άμεσα και απολύτως εξαρτώμενο από την τήρηση της διαβόητης “μη βίας”. Έτσι το 1922, όταν το επαναστατικό κίνημα των μαζών άρχιζε να σπάει τα όρια της Γκαντιανής τακτικής, ο Γκάντι προτίμησε την καταστροφή του κινήματος και συμβιβάστηκε με τον ιμπεριαλισμό.

Μια ανάλογη κατάσταση δημιουργήθηκε το 1930-31, όταν ένα νέο και ακόμα πιο απειλητικό κύμα του επαναστατικού κινήματος κατέληξε από το Γκάντι, ως ηγέτη αυτού του κινήματος, σε μια νέα προδοσία. Τελικά, ήταν ο ίδιος ο Γκάντι το 1934 που, υπό την άμεση απειλή επίθεσης από τον ιαπωνικό ιμπεριαλισμό, καλούσε σε πασιφισμό και “μη βίαιη” αντίσταση στον ιάπωνα επιτιθέμενο, εκθέτοντας έτσι την Ινδία στον κίνδυνο της φασιστικής εισβολής. Για την επίτευξη του στόχου της πάλης ενάντια στο βρετανικό ιμπεριαλισμό, ο Γκάντι αναγνώριζε μόνο ειρηνικά μέσα πάλης, από το μποϊκοτάζ στα βρετανικά αγαθά ως την άρνηση καταβολής φόρων στην κυβέρνηση. Ήθελε τις θεμελιώδεις μορφές της τακτικής του να είναι αυτές της “μη βίας”, της “μη συνεργασίας” και της “πολιτικής ανυπακοής”, ατομικά ή μαζικά. Ο Γκάντι περιγράφει τη μέθοδο δράσης του ως “ομοιοπαθητική”. Αυτή η μέθοδος έχει την προοπτική όχι ριζικού κοινωνικο-πολιτικού μετασχηματισμού, αλλά μιας αργής και βαθμιαίας μεταρρύθμισης των κοινωνικών συνθηκών, στη βάση του συμβιβασμού και την απόσπαση παραχωρήσεων από τις βρετανικές αρχές.

Στην πραγματικότητα, ακόμα και στο στρατόπεδο της ινδικής αστικής τάξης, αναγνωριζόταν ότι πίσω από τη Γκαντιανή “μη βία”, “δεν υπήρχε καμμία σκέψη (…) για την αντιμετώπιση των μεγαλύτερων κοινωνικών προβλημάτων και για την αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών” (Τζ. Νεχρού, Αυτοβιογραφία, 1937, σ.537). Στις περιπτώσεις όπου ο Γκάντι καλεί σε ανυπακοή, απαιτεί αυτή να είναι “πράα”, “ταπεινή” και “εθελοντική”. Η αγάπη προς τον καταπιεστή, η ταπεινότητα και η εθελοντική υποταγή στους ιμπεριαλιστές αποικιοκράτες- αυτό είναι ό,τι, σε τελική ανάλυση, καλούσε ο Γκάντι από το λαό του που υφίστατο τόσα πολλά.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο Γκάντι, φοβούμενος περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την επαναστατική δραστηριότητα των μαζών, στην πορεία του μακρού κοινωνικο-πολιτικού του βίου, δεν κάλεσε ποτέ σε μια εκστρατεία μαζικής πολιτικής ανυπακοής.

Η εμφάνιση του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος του 1919-1922 έδειχνε την έναρξη στην Ινδία της νέας εποχής που εγκαινίασε η μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση- την εποχή της επανάστασης των αποικιών. Αυτά τα χρόνια αποτέλεσαν τη λυδία λίθο της πολιτικής φιλοσοφίας, της τακτικής και της ηγεσίας του Γκάντι στο ινδικό έδαφος.

Σε αυτή την περίοδο, το ινδικό προλεταριάτο άρχισε να εμφανίζεται ως μια ανεξάρτητη πολιτική δύναμη, με τα δικά της πολιτικά συνθήματα και τις δικές της προλεταριακές μεθόδους πάλης. Εμφανίστηκαν διάφορες κομμουνιστικές ομάδες (τη δεκαετία του ’20), οι οποίες αργότερα (το 1933) ενώθηκαν σε ένα Κομμουνιστικό Κόμμα Ινδίας.

ganddd3

Στην κορύφωση του επαναστατικού κινήματος 1919-1922, η βρετανική κυβέρνηση έφερε έναν νόμο που ακύρωνε τις κανονικές ποινικές διαδικασίες και προέβλεπε φυλάκιση χωρίς δίκη (το λεγόμενο Νόμο Ρόουλατ). Αυτός ο νόμος προκάλεσε την αγανάκτηση των πλατιών μαζών. Ο Γκάντι, δρώντας για λογαριασμό και εξ ονόματος του Ινδικού Εθνικού Κογκρέσου και, συνεπώς, της ινδικής αστικής τάξης, προσπάθησε να συγκρατήσει το λαϊκό κίνημα στο δρόμο της οργάνωσης “μη βίαιης” αντίστασης σε αυτό το Νόμο. Όμως, οι μάζες απάντησαν στο κάλεσμα του Γκάντι με ενέργειες που ξεπέρασαν κατά πολύ τις επιθυμίες του “μεγάλου σοφού”. Στη χώρα ξέσπασε ένα κύμα απεργιών, διαδηλώσεων και εξεγέρσεων στις οποίες εκφραζόταν μια άνευ προηγουμένου ενότητα όλων των λαών της Ινδίας, ανεξαρτήτως καστας, θρησκείας και γλώσσας. Αυτό το κίνημα συντρίφτηκε με την πιο σκληρή καταστολή. Όμως ο Γκάντι, φοβισμένος από τις επαναστατικές δραστηριότητες των μαζών, αποστασιοποιήθηκε από τα συμφέροντα του λαού και αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με τα “ανεύθυνα στοιχεία που προκαλούν αταξία”. Προσπαθώντας να κρατήσει το κίνημα εντός των ορίων που επέτρεπαν τον έλεγχό του από τους ηγέτες του Κογκρέσου, ο Γκάντι, για πρώτη φορά στην Ινδία, προώθησε το σχέδιο της “μη βίας, μη συνεργασίας”, το οποίο, σύμφωνα με ό,τι πίστευε, θα υποχρέωνε τους βρετανούς ιμπεριαλιστές να παραχωρήσουν ανεξαρτησία στον ινδικό λαό. Αυτό ήταν ένα τυπικό αστικό-ρεφορμιστικό σχέδιο πάλης για ανεξαρτησία με ειρηνικά, “νόμιμα” μέσα. Προνοούσε διάφορα στάδια πάλης- μποϊκοτάζ βρετανικών αγαθών, μποϊκοτάζ νομοθετικών οργάνων, εκπαιδευτικών θεσμών, και, τελικά, το έσχατο, αποφασιστικό μέτρο- την άρνηση καταβολής φόρων.

Όμως το μαζικό κίνημα, από τις πρώτες φάσεις του, ξεπέρασε τα όρια του ρεφορμιστικού πολιτικού προγράμματος του Γκάντι. Οι λαϊκές μάζες δεν είχαν πρόθεση να αναμένουν παραχωρήσεις από τους εκμεταλλευτές. Μαζικές απεργίες, εξεγέρσεις, το κίνημα ενάντια στους τσιφλικάδες και, τέλος, η γενική απεργία- αυτές ήταν οι μορφές του μαζικού κινήματος το οποίο ο Γκάντι προσπαθούσε να εκτρέψει στο μεταρρυθμιστικό δρόμο.

Η δυναμική πρόοδος του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος 1919-1922 συνιστούσε μια απειλή για τη βρετανική εξουσία στην Ινδία. Όπως παραδέχονται επίσημοι βρετανικοί κύκλοι, το ινδικό “κίνημα έλαβε τον αδιαμφισβήτητο χαρακτήρα μιας οργανωμένης εξέγερσης εναντίον της βρετανικής εξουσίας” (Β.Τσιρόλ, Ινδία, 1926, σ.207). Το επανασταικό κύμα αγκάλιασε τα πολλά εκατομμύρια των αγροτικών μαζών. Σε αυτή την καθοριστική στιγμή για την Ινδία, ο Γκάντι, ο αναγνωρισμένος ηγέτης του κινήματος, ήρθε σε συμβιβασμό με τη βρετανική κυβέρνηση και ο ίδιος αποκεφάλισε το επαναστατικό μαζικό κίνημα (Φλεβάρης 1922).

Στο άρθρο του “Ευθύνη μου (Μέα Κούλπα”)”, ο Γκάντι δίνει ως λόγο για την “αναστολή” (για την ακρίβεια, προδοσία) του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος το γεγονός ότι οι μάζες είχαν έρθει σε ρήξη με την αρχή της “μη βίας”. Στα γεγονότα του 1922, για πρώτη φορά, η επαναστατική εμπειρία εδωσε στοιχεία που αποκάλυπταν την ταξική φύση της Γκαντιανής “μη βίας”. Ξεκάθαρα απαντούσε στο ερώτημα αναφορικά με το ποιον εξυπηρετεί και τίνος τα συμφέροντα υπερασπίζεται η “μη βία”. Αποκαλύφτηκε ότι, κατά τον ινδό συνήγορο της “μη βίας”, αυτή δεν ήταν πάντα αυτοσκοπός και, σε κάποια σημεία, φανερωνόταν ο πιο πραγματικός και συγκεκριμένος στόχος του καλέσματος του Γκάντι για “μη βία”.

Ο Γκάντι στιγματίζει την άρνηση των αγροτών να πληρώσουν ενοίκιο στους μεγαλοκτηματίες, χαρακτηρίζοντάς τη “μαζική βία” (βλ.Απόφαση του Ινδικού Εθνικού Κογκρέσου στο Μπαρντόλι, Μάρτης 1922). Μόνο η λογική του ταξικού συμφέροντος θα μπορούσε να κάνει το Γκάντι να αντιλαμβάνεται μια τέτοια ειρηνική μορφή διαμαρτυρίας ως “βίαιη” δράση. Ωστόσο, παρότι ήταν ειρηνική, αυτή η μορφή διαμαρτυρίας ήταν ταυτόχρονα μια έκφραση ταξικής πάλης. Έτσι, η Γκαντιανή απατηλή στάση έναντι της αρχής της “μη βίας” αποκαλύφτηκε και το διπρόσωπο ταξικό περιεχόμενό της ξεσκεπάστηκε. Η “μη βία” του Γκάντι σήμαινε καταδίκη της ταξικής πάλης των εργατών σε όλες της τις μορφές, σήμαινε καταδίκη των επαναστατικών ενεργειών των μαζών του ινδικού προλεταριάτου και της ινδικής αγροτιάς. Έτσι, η Γκαντιανή “μη βία” στέκεται ανοιχτά ως φύλακας των συμφερόντων των εκμεταλλευτριών τάξεων και στα χέρια τους παίζει το ρόλο όπλου ενάντια στο επαναστατικό κίνημα των μαζών.

Οποιαδήποτε εμπειρία Γκαντιανής “μη βίαιας” πρακτικής επιβεβαιώνει ότι ο Γκάντι, μαζί με όλες τις ινδικές εκμεταλλεύτριες τάξεις φοβάται περισσότερο τον ίδιο του το λαό παρά το βρετανικό ιμπεριαλισμό- το χειρότερο εχθρό του ινδικού λαού. “Σε καμία περίπτωση βία του όχλου”-αυτό είναι το βασικό σύνθημα του Γκάντι. Η ταξική φύση του Γκάντι εκφράζεται εδώ αρκετά ξεκάθαρα και συγκεκριμένα.

Σε σχέση με αυτό, η ακόλουθη δήλωση του Γκάντι είναι χαρακτηριστική: “Αν δεν θέλουμε να προκύψει βία από τη μη αντίστασή μας στο κακό, πρέπει να κάνουμε βήματα πίσω το συντομότερο δυνατό (…) ας μας κατηγορήσει ο εχθρός για δειλία, καλύτερα μια κακή φήμη παρά μια προδοσία στο Θεό” (βλ.Ρομάν Ρολάντ, Μαχάτμα Γκάντι, 1924, σ.114).

Οι βρετανοί ιμπεριαλιστές, των οποίων η εξουσία απειλούταν από κάθε πρόοδο που σημείωνε ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας, θεωρούσαν τον Γκαντισμό σύμμαχό τους απέναντι από το στρατόπεδο του μόνου ασυμφιλίωτου εχθρού που ηγούνταν οι ιμπεριαλιστές αποικιοκράτες, δηλ.στο στρατόπεδο του λαϊκού απελευθερωτικού κινήματος των ινδικών μαζών. Και ο Γκαντισμός, είτε το ήθελε ο Γκάντι είτε όχι, έγινε ο πιο πιστός σύμμαχος του βρετανικού ιμπεριαλισμού, στεκόμενος μεταξύ ιμπεριαλισμού και μαζικού κινήματος το οποίο αναπόφευκτα θα έφερνε την καταστροφή του πρώτου.

Αυτό που θα διευκόλυνε την ανατροπή της βρετανικής εξουσία στην Ινδία, ο Γκάντι το χαρακτηρίζει μοιραίο για…την Ινδία. Έτσι, φτάνει ως και να θεωρήσει απαράδεκτη τη βία του πλήθους “ακόμα και ως απάντηση σε μια μεγάλη πρόκληση” (βλ. C.F.Andrews, Οι ιδέες του Μαχάτμα Γκάντι, 1929, σ.285).

Επιπροσθέτως, είναι ακριβώς όταν το μαζικό κίνημα αρχίζει να ξεπερνά τα όρια της μη βίας, τα οποία ο Γκάντι με προνοητικότητα έχει ορίσει για αυτό, που ο Γκάντι το προδίδει και γίνεται άμεσος σύμμαχος της βρετανικής κυβέρνησης. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο Γκαντισμός καθίσταται όχι μόνο το ταξικό όπλο των ινδών μεγαλοκτηματιών και της αστικής τάξης, αλλά αντικειμενικά ένα όπλο των βρετανών ιμπεριαλιστών. Και αυτό είναι τελείως λογικό, δεδομένου ότι ο ινδικός λαός βρίσκεται αντιμέτωπος με δύο κατηγορίες εκμεταλλευτών- τους “δικούς του”, ντόπιους, εκμεταλλευτές και τους ξένους ιμπεριαλιστές. Αργά ή γρήγορα, η ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος των μαζών οδηγεί σε μια κατάσταση όπου και οι δύο βρίσκονται στο ίδιο στρατόπεδο, αυτό των εχθρών της επανάστασης. Όντας όπλο των ντόπιων εκμεταλλευτών, ο Γκαντισμός δεν μπορεί παρά να καταστεί όπλο των βρετανών αποικιοκρατών. Το Γκαντιανό δόγμα περί μη βίας είναι μια έκφραση του φόβου των εκμεταλλευτριών τάξεων απέναντι στο αυξανόμενο λαϊκό απελευθερωτικό κίνημα. Αργότερα (το 1930), ο Γκάντι ανοιχτά αναγνώρισε την αναγκαιότητα της πάλης σε δύο μέτωπα-ενάντια στον εξωτερικό εχθρό, το βρετανικό ιμπεριαλισμό, και ενάντια στον εσωτερικό εχθρό, το επαναστατικό κίνημα των ινδικών μαζών.

Στην επιστολή του στον αντιβασιλέα της Ινδίας, ο Γκάντι έγραφε: “Είναι σκοπός μου να θέσω σε κίνηση αυτή τη δύναμη (της μη βίας) τόσο ενάντια στην οργανωμένη βίαιη δύναμη της βρετανικής εξουσίας όσο και (…) στο μεγεθυνόμενο κόμμα της βίας” (Μ.Κ.Γκάντι, Επιστολή στον Αντιβασιλέα, 2 Μάρτη 1930).

Το κάλεσμα του Γκάντι για πάλη σε δύο μέτωπα αντανακλούσε τη διάσπαση του ινδικού εθνικού κινήματος σε δύο ασυμφιλίωτα στρατόπεδα- το επαναστατικό και το συμβιβαστικό στρατόπεδο. Και σηματοδοτούσε την προσχώρηση της εθνικής αστικής τάξης και του Γκάντι, στο στρατόπεδο της πάλης ενάντια στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα.

Τέτοια, αντικειμενικά, είναι η ταξική σημασία και ο αντιδραστικός ρόλος του Γκαντιανού δόγματος περί “μη βίας”, ως όπλου ενάντια στον επαναστατικό αγώνα των ινδικών μαζών, και της Γκαντιανής τακτικής της “μη βίαιης αντίστασης”, ως μιας συμβιβαστικής τακτικής ταξικής ειρήνης.

ntora-kai-gkanti

(Ακόμα και) η Ντόρα Μπακογιάννη βρίσκεται υπό την επήρρεια του Μαχάτμα Γκάντι (πηγή)

Η ταξική φύση του Γκαντισμού ξεσκεπάζεται με ιδιαίτερη καθαρότητα στη θεωρία που κήρυττε ο Γκάντι περί “αρμονίας” συμφερόντων εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων. Αυτή η θεωρία είναι η λογική απόληξη του Γκαντισμού, λόγω της ρεφορμιστικής φύσης της πολιτικής και τακτικής του Γκάντι και της συνεχούς τάσης του για συμβιβασμό και ταξική συνεργασία. Η ίδια η στάση του Γκάντι έναντι των διαφόρων κοινωνικών ομάδων αρχίζει να φαίνεται όλο και πιο ξεκάθαρα. Επομένως, αυτή η πτυχή του Γκαντισμού είναι το κλειδί το οποίο αποκαλύπτει την κοινωνική σημασία των άλλων του πτυχών- το θρησκευτικοηθικό δόγμα περί “μη βίας”, η τακτική της “μη βίαιης αντίστασης”, το κοινωνικοοικονομικό πρόγραμμα. Αναφορικά με τη σχέση μεταξύ ινδικής αγροτιάς και των ζαμιντάρ και των ταλουκντάρ (ινδών μεγαλοκτηματιών), ο Γκάντι διαβεβαίωνε τους τελευταίους ότι “το κίνημα του Κογκρέσου, με κανέναν τρόπο, δεν προτίθεται να επιτεθεί στα νόμιμα δικαιώματά τους” (Απόφαση του Μπαρντόλι, 2 Μάρτη 1922).

Ο Γκάντι δηλώνει ότι η διαμεσολάβηση είναι το μόνο μέσο για επίλυση των συγκρούσεων μεταξύ αγροτιάς και μεγαλοκτηματιών. Η ταξική πάλη κατηγορηματικά και απόλυτα απαγορεύεται. Ενώ παριστάνει τον υπερασπιστή της ινδικής αγροτιάς ο Γκάντι, ταυτόχρονα, επιχειρεί να σβήσει την ανταγωνιστική αντίθεση μεταξύ αγροτιάς και των ανώτερων στρωμάτων των μεγαλοκτηματιών, η οποία συνιστά το βασικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής της ινδικής επαρχίας.

Σε αυτό το σημείο, επίσης, εκφράζονται πολύ ξεκάθαρα η αντίφαση και η ασυνέπειά του. Από τη μια, ο Γκάντι βλέπει ως “πραγματική δημοκρατία” την εξιδανικευμένη “απλή, αγροτική ζωή”. Από την άλλη, παρά αυτόν τον Τολστοϊκό τύπο ηθικισμού, ο Γκάντι, όχι μόνο αναγνωρίζει την αναγκαιότητα διατήρησης του συστήματος των μεγαλοκτηματιών, αλλά, μάλιστα, θεωρεί πως αυτό το σύστημα, τόσο επιβλαβές για την αγροτιά, είναι “επιθυμητό” από τη σκοπιά των συμφερόντων της ινδικής οικονομίας. Ο Γκάντι αποκαλεί τους τοκογλύφους, τους χειρότερους εχθρούς των ινδών αγροτών που κρατούν εκατομμύρια αγρότες στο δίκτυο της σκλαβιάς του χρέους, “θεματοφύλακες των άτυχων ανθρώπων” (βλ. Τζ.Νεχρού, Αυτοβιογραφία, 1937, σ.517). Αναφορικά με τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας, ο Γκάντι προτείνει στον εργάτη να απευθύνει έκκληση στην καλή προαίρεση των καπιταλιστών, και να διεξάγει κάθε αγώνα με στόχο να κερδίσει όχι ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά “τις καρδιές των αφεντών” (Μ. Κ. Γκάντι, Σατυαγκράχα στη Νότια Αφρική, 1928, σ.4).

Ο Γκάντι εκφράστηκε με τη μεγαλύτερη κατηγορηματικότητα στο ζήτημα της σχέσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, στο άρθρο του “Μισθοί και Αξίες”.

Γνωρίζω ότι το δικαίωμα της απεργίας είναι ένα αναπόσπαστο δικαίωμα του εργάτη προκειμένου να πετύχει δικαιοσύνη. Όμως πρέπει να θεωρείται έγκλημα άμεσα, όταν ο καπιταλιστής αποδέχεται την αρχή της διαπραγμάτευσης (…) Όταν ο εργάτης στο εργοστάσιο μαθαίνει να ταυτίζεται και να ταυτίζει τα συμφέροντά του με αυτά των ιδιοκτητών του εργοστασίου (…), τότε μαζί με αυτούς ανθίζει η βιομηχανία της χώρας μας” (Μ.Κ. Γκάντι, Μισθοί και Αξίες, 6 Οκτώβρη 1920, Νέα Ινδία, σ. 732).

Έδώ έχουμε ένα τυπικό αστικό κήρυγμα για “αρμονία” (ακόμα και “ταυτότητα”) συμφερόντων της αστικής τάξης και του προλεταριάτου, των μεγαλοκτηματιών και της αγροτιάς.

Για να προσπαθήσει να κάνει αυτό το κήρυγμα πράξη, ο Γκάντι ίδρυσε το Αχμανταμπάντ (Γκουτζαράτ) μια ξεχωριστή εργατική ένωση. Αυτή η οργάνωση δημιουργήθηκε και συνεχίζει να είναι φιλικά συνδεδεμένη με τους εργοδότες. Όπως επισημαίνει ο Πάλμε Ντατ στο βιβλίο του, η Ένωση του Αχμανταμπάντ ήταν πάντοτε απομονωμένη από το ινδικό εργατικό κίνημα, όντας, στην πράξη, μια οργάνωση πρακτόρων των συμφερόντων της αστικής τάξης εντός του εργατικού κινήματος. Τέτοιος είναι ο ολέθριος συνδυασμός Γκαντισμού και εργατικού κινήματος.

Ο Γκάντι κηρύσσει την ταξική ειρήνη και συνεργασία αναγκαία και εφικτή υπό συνθήκες καπιταλισμού, όταν “η κύρια πτυχή του καπιταλιστικού συστήματος είναι η πλέον έντονη ταξική πάλη μεταξύ εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων” (Ιστορία του ΚΚΣΕ(μπ.), Μικρό Εγχειρίδιο, Μόσχα, 1945, σ. 126). Πράγματι, η “ταξική συνεργασία” του Γκάντι είναι η “συνεργασία” μεταξύ του καβαλάρη και του αλόγου. Ο Γκάντι αντικαθιστά την ταξική πάλη από την ηθική αυτοκάθαρση τόσο των εκμεταλλευτών όσο και των εκμεταλλευομένων, στο πνεύμα του Τολστοϊκού κηρύγματος, το οποίο ο Β.Ι. Λένιν τόσο αλύπητα γελοιοποιούσε.

Αντιπαρατιθέμενος με τις ιδέες του επιστημονικού Σοσιαλισμού, ο Γκάντι προπαγανδίζει το δικό του “σοσιαλισμό”, έναν Σοσιαλισμό για όλες τις τάξεις- για τους εκμεταλλευτές και τους εκμεταλλευομένους. Έγραφε το 1934: “Ο σοσιαλισμός ή κομμουνισμός μας θα πρέπει να βασίζεται στη μη βία, και την αρμονική συνεργασία της εργασίας και του κεφαλαίου, του κτηματία και του ενοικιαστή” (βλ. Τζ. Νεχρού, Αυτοβιογραφία, 1937, σ.535). Και 6 χρόνια αργότερα, ο Γκάντι, δημοσίως διακήρυττε στο κείμενό του “Χαριτζάν”, “(…) ελπίζω να μην αναμένεται συνειδητά από μένα να ξεκινήσω έναν αγώνα που θα καταλήξει στην αναρχία και τον κόκκινο όλεθρο” (Χαριτζάν, Απρίλης 1940). Ο φόβος απέναντι στον “κόκκινο όλεθρο” ένωσε σε ένα στρατόπεδο τους ινδούς εκμεταλλευτές και τους βρετανούς ιμπεριαλιστές με τους ντόπιους ρεφορμιστές τύπου Γκάντι.

Ο Γκάντι καθόρισε τη θέση του με τον ακόλουθο τρόπο απέναντι σε μια πιθανή επανάσταση: “Δεν θα είμαι υπέρ της αφαίρεσης της ιδιωτικής περιουσίας των ιδιοκτητριών τάξεων χωρίς κάποια δίκαιη(!) αιτία (…). Μπορείτε να είστε σίγουροι ότι θα ρίξω όλο το βάρος της επιρροής μου για την αποτροπή ενός ταξικού πολέμου (…). Αν, υποθετκά, υπάρξει μια απόπειρα άδικα να σας στερήσουν την ιδιοκτησία σας, θα βρείτε εμένα να πολεμώ στο πλευρό σας(…)”. (Μ.Κ. Γκάντι, Συνέντευξη σε αντιπροσωπεία των Ζαμιντάρ των Ενωμένων Επαρχιών, σ. 62).

Έτσι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ιδεολογία του Γκάντι συνίσταται στην υποστήριξη των συμφερόντων των ανώτερων εκμεταλλευτικών στρωμάτων. Υπηρετεί τόσο τα φεουδαρχικά στρώματα όσο και την αστική τάξη στην πάλη τους ενάντια στην εργατική τάξη.

Ο Πάλμε Ντατ αναδεικνύει το ακόλουθο γεγονός, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει ως ξεκάθαρη αποκάλυψη της αντιλαϊκής φύσης του Γκαντισμού. Αυτό το περιστατικό, το οποίο επισημαίνει ο Ντατ, αποκρύφτηκε πλήρως από τον αστικό Τύπο (συμπεριλαμβανομένου του τύπου του Κογκρέσου). Σχετίζεται με το γεγονός που έλαβε χώρα στην Πεσαβάρ το 1930. Όταν το μαζικό κίνημα έλαβε τεράστιες διαστάσεις, τα ινδικά στρατεύματα (δύο τμήματα της 2ης ταξιαρχίας του 18ου βασιλικού πυροβολικού Γκαρουάλι) που στάλθηκαν να καταστείλουν το κίνημα, αρνήθηκαν να πυροβολήσουν εναντίον του μουσουλμανικού πλήθους. Υπήρχε αδελφοποίηση και πολλοί στρατιώτες παρέδωσαν τα όπλα τους στο λαό της Πεσαβάρ. Αυτό το γεγονός είναι τρομακτικής σημασίας για τη μετέπειτα εξέλιξη του κινήματος. Τα στρατεύματα άμεσα αποσύρθηκαν από την Πεσαβάρ και για δέκα ημέρες (25 Απρίλη ως 4 Μάη), η πόλη βρισκόταν στα χέρια του λαού. Ακολούθως, 7 στρατιώτες της Γκαρουάλι καταδικάστηκαν από το στρατοδικείο σε διάφορες ποινές.

Ποια ήταν η στάση του Γκάντι σε αυτή την εκδήλωση “ένωσης μεταξύ θρησκειών και καστών”;

Καθ’ όσον αυτή η “μη βία” και “συμμαχία των τάξεων” συνιστούσε πραγματική απειλή όχι μόνο για το βρετανικό ιμπεριαλισμό στην Ινδία, αλλά και για την ύπαρξη των ντόπιων εκμεταλλευτριών αρχουσών τάξεων, ο Γκάντι, με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, καταδίκασε τους Γκαρουάλι: “Ένας στρατιώτης που δεν υπακούει σε μια διαταγή να ανοίξει πυρ, παραβιάζει τον όρο που έχει δώσει και καθιστά τον εαυτό του ένοχο για εγκληματική ανυπακοή” (βλ. Πάλμε Ντατ, Ινδία Σήμερα, ΡΡΗ, Βομβάη, 1947, σ.303). Πολύ αργότερα (το 1946), ο Γκάντι τελικά αποκάλυψε το πραγματικό κίνητρο της στάσης του το 1930. Δεν το έκρυβε πλέον με λόγια όπως “όρκο” και “ανυπακοή”, αλλά ανοιχτά έλεγε ότι ήταν η ενότητα εργατών και αγροτών, ινδουιστών και μουσουλμάνων αυτή που “θα σήμαινε παράδοση της Ινδίας στον όχλο. Δεν θέλω να ζήσω ως τα 125”, συνεχίζει ο Γκάντι, που αυτοαποκαλούταν “πραγματικός δημοκράτης”, “για να ζήσω αυτή την κατάληξη. Προτιμώ να έχω πεθάνει στις φλόγες” (στο ίδιο, σ.474). Αυτή η εξήγηση του Γκάντι μιλά περισσότερο από όλες τις “φιλοσοφικές” διατυπώσεις και τη “μη βίαια” φρασεολογία του.

Η προπαγάνδιση του Γκάντι της “αρμονίας” των ταξικών συμφερόντων σε συνδυασμό με τις “μη βίαιες” μεθόδους δράσης οι οποίες, στην πραγματικότητα, απέκλειαν την ταξική πάλη των μαζών, ήταν η αιτία για την ασυμφιλίωτη αντίθεση μεταξύ Γκαντισμού και της ινδικής εργατικής τάξης. Μόνο το προλεταριάτο, η μόνη συνεπής επαναστατική τάξη, μπορεί να εκπληρώσει το ρόλο του νεκροθάφτη της αστικής τάξης και των λακέδων της, των ντόπιων ρεφορμιστών. Δεν είναι χωρίς λόγο που ο Ντατ αποκαλεί την ινδική εργατική τάξη τη μόνη δύναμη που παλεύει το Γκάντι.

Η αντίθεση μεταξύ Γκαντισμού και ινδικού προλεταριάτου βαθαίνει σε κάθε απεργία, με κάθε νέα φάση του κινήματος, ως αποτέλεσμα της ανόδου της ταξικής συνείδησης και οργάνωσης του προλεταριάτου.

Τη δεκαετία του ’20, ως αποτέλεσμα της μεγάλης επιρροής της μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης, η ινδική εργατική τάξη για πρώτη φορά εμφανίστηκε με τα δικά της ανεξάρτητα πολιτικά αιτήματα. Αντίταξε στη γκαντιανή “μη βία” τις δικές της επαναστατικές προλεταριακές μεθόδους πάλης. Είναι ακριβώς αυτή τη στιγμή που η κρίση του Γκαντισμού αρχίζει να οξύνεται στο έπακρο, και η αντιδραστική φύση και αδυναμία της Γκαντιανής ηγεσίας επί του μαζικού κινήματος αυξάνεται.

Κατά τη διάρκεια και μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η αντίθεση μεταξύ Γκαντισμού και ινδικού προλεταριάτου, το οποίο είχε αρχίσει να αναλαμβάνει την ηγεμονία του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, επιταχύνει τη βαθμιαία πολιτική και ιδεολογική απομάκρυνση των ινδικών αγροτικών μαζών από το Γκαντισμό.

Τα πολλά εκατομμυρια ινδών αγροτών, αποτελώντας την τεράστια δύναμη του εθνικοαπελευθρωτικού κινήματος, ήταν αρχικά η κύρια κοινωνική βάση του Γκαντισμού.

Η εξήγηση για την τεράστια επιρροή του Γκαντισμού στην πρώτη περίοδο εμφάνισής του στην Ινδία, πρέπει να αναζητηθεί στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της ινδικής αγροτιάς, στο χαμηλό επίπεδο της ταξικής συνείδησης, στις συνθήκες απίστευτου σκοταδιού στο οποίο ζούσε, χωρίς δικαιώματα, ευρισκόμενη στο έλεος των προλήψεων και των θρησκευτικών δεισιδαιμονιών που προωθούσε η διπλή και χωρίς όρια ντόπια και ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση. Σε τέτοιες συνθήκες, οι ουτοπικές θεωρίες του Γκάντι, οι οποίες επανέφεραν στο παρελθόν, εξιδανίκευαν τον πατριαρχικό τρόπο ζωής και αγιοποιούσαν τους κανόνες και τις παλιές παραδόσεις του Ινδουισμού, βρήκαν εύκολη ανταπόκριση από τις αγροτικές μάζες.

Όμως, με την πρώτη κιόλας εμφάνιση του Γκάντι στην ηγεσία του αγροτικού κινήματος (Σατυαγκράχα στο Τσαμπαράν), αποδείχτηκε ότι η γκαντιανή ηγεσία του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, βασισμένη στην αγροτιά, δεν θα μπορούσε να είναι συνεπής και, στην πραγματικότητα, πάντοτε παρέμενε αστική ρεφορμιστική. Αποκαλύφτηκε ότι, μεταξύ των συμφερόντων του Γκαντισμού και της ινδικής αγροτιάς, υπήρχαν ασυμφιλίωτες εσωτερικές αντιθέσεις, οι οποίες προέκυπταν από τα αντιτιθέμενα καθήκοντα και μεθόδους πάλης.

Οι ιστορικοί στόχοι του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος είναι η ανατροπή του βρετανικού ιμπεριαλιστικού ζυγού και, περαιτέρω, το πέρασμα στην αγροτική επανάσταση (το αγροτικό ζήτημα παραμένει το βασικό πρόβλημα στην αγροτική Ινδία).

Ο Γκάντι ποτέ δεν προώθησε τα καθήκοντα της ανατροπής της βρετανικής εξουσίας. Οι στόχοι του περιορίζονταν στο να επηρεάζει ηθικά τους βρετανούς αποικιοκράτες, προκειμένου να τους “πείσει” για την αναγκαιότητα απόδοσης στην Ινδία καθεστώτος αυτοδιοίκησης (σουαράτζ). Όσο για την αγροτική επανάσταση, ο Γκάντι ήταν ένας από τους πιο ένθερμους αντιπάλους της, όπως και της επανάστασης γενικά.

Όπως το έθετε ο σ. Στάλιν, είναι αδύνατο για το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα να μη συνδέεται με την αγροτική επανάσταση, καθ’ όσον, στην εποχή της κρίσης του ιμπεριαλισμού, “η αγροτιά αποτελεί τον κύριο στρατό του εθνικού κινήματος” (Στάλιν, Άπαντα, Τόμος 7, ρωσική έκδοση, σ. 71). Ο Στάλιν επίσης τονίζει ότι “το εθνικό και αποικιακό ζήτημα είναι αξεχώριστο από το ζήτημα της χειραφέτησης από το ζυγό του κεφαλαίου”.

Η λογική των γεγονότων ανάγκασαν το Γκάντι να προβεί σε μια πολύτιμη και πλήρως ειλικρινή παραδοχή ότι το “Κογκρέσο δεν έκανε ποτέ μια προσπάθεια για τη νίκη” (Μ.Κ. Γκάντι, Λόγοι και Κείμενα, σ. 778). Αν λάβουμε υπ’ όψη τους στόχους και τα καθήκοντα του ινδικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, η εμπειρία του όλου μη βίαιου κινήματος μας λέει το ίδιο ακριβώς πράγμα. Δεν ήταν χωρίς λόγο που ο Πάλμε Ντατ αποκαλούσε το Γκάντι “στρατηγό των συνεχών καταστροφών”.

Οι αγροτικές μάζες, περνώντας από το σχολιό του επαναστατικού κινήματος, μεγαλώνουν πολιτικά, και ανεβαίνει η ταξική συνείδηση και οργάνωσή τους.

Η τελική προδοσία, από την αστική τάξη, της υπόθεσης της ελευθερίας της Ινδίας και η προσχώρησή της στο στρατόπεδο του ιμπεριαλισμού, ιδιαίτερα μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, δυνάμωσε την αύξηση της ταξικής συνείδησης της ινδικής αγροτιάς. Η ινδική εργατική τάξη, όντας επικεφαλής του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, όλο και περισσότερο προσελκύει τις αγροτικές μάζες να συσπειρωθούν γύρω από τη σημαία της.

***

Η σημασία του Γκαντισμού ως μιας συγκεκριμένης ιδεολογίας, σε συνθήκες ταξικής κοινωνίας, έγκειται στο γεγονός ότι, στην πράξη, πάντοτε αντανακλά και υπερασπίζεται τα ταξικά συμφέροντα των αστικών και φεουδαρχικών ανώτερων στρωμάτων της ινδικής κοινωνίας και χρησιμοποιεί τα αδύνατα σημεία των ινδικών μαζών- τις θρησκευτικές τους προλήψεις και την κοινωνική καταπίεση- προς το συμφέρον αυτών των ανώτερων στρωμάτων. Ο Γκαντισμός πάντοτε, και ακόμα και σήμερα, παραμένει το ισχυρότερο εμπόδιο για την ανάπτυξη του μαζικού επαναστατικού κινήματος. Αποτελεί εργαλείο στα χέρια του βρετανικού ιμπεριαλισμού, με το να τον βοηθά να συντρίβει το κίνημα των ινδικών μαζών, και για να παραμείνει η Ινδία σ’αυτόν. Ο Γκάντι, όταν προτείνει λύση σε οποιοδήποτε πρόβλημα, ξεκινά με δεδομένο ότι το κοινωνικό στάτους κβο- η ισχύς και προνομιακή θέση των αρχουσών τάξεων- πρέπει να διατηρηθεί.

Στο έργο του, Για το Διαλεκτικό & Ιστορικό Υλισμό, ο σ. Στάλιν επισημαίνει την ιστορική σημασία των ιδεών και των θεωριών στην κοινωνική ανάπτυξη: “Υπάρχουν παλιές ιδέες και θεωρίες, που έχει περάσει η εποχή τους και που εξυπηρετούνε τα συμφέροντα των δυνάμεων της κοινωνίας που πεθαίνουνε. Ή σημασία τους είναι το ότι φρενάρουνε την εξέλιξη της κοινωνίας, την πρόοδο της”. Αυτός ακριβώς είναι ο ρόλος του Γκαντισμού στη σύγχρονη Ινδία. Η θεωρία και η τακτική του Γκάντι έχουν παίξει ένα βλαπτικό και αντιδραστικό ρόλο στην ανάπτυξη του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος.

Θα πρέπει κανείς να δει την ιστορική αποστολή του Γκαντισμού ως ενός σοβαρού εμποδίου στο δρόμο της ανάπτυξης του ινδικού εθνικοαπελευθερωτικού και δημοκρατικού κινήματος. Θα πρέπει κανείς να δει την ιστορική αποστολή του Γκαντισμού ως όπλου του βρετανικού ιμπεριαλισμού.

Στην αποικιακή τους πολιτική, οι βρετανοί ιμπεριαλιστές χρησιμοποίησαν το Γκαντισμό ως ιδεολογικό και πολιτικό τους όπλο.

Το αναπτυσσόμενο αντιιμπεριαλιστικό κίνημα στις αποικίες συνιστούσε απειλή στα μετόπισθεν του ιμπεριαλισμού, δηλαδή, για την ίδια την ύπαρξη της βρετανικής εξουσίας στην Ινδία. Η παλιά, ανοιχτά αποικιακή μέθοδος εκμετάλλευσης, η οποία βασιζόταν στην αρχή “δια πυρός και σιδήρου”, είχε καταστεί ακατάλληλη ή καθόλου βολική στις νέες ιστορικές συνθήκες. Κατέστη αναγκαία η εξαγορά των ανώτερων στρωμάτων των ντόπιων εκμεταλλευτών και η αποδυνάμωση και διάσπαση του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος στις αποικίες, ενώ συνεχιζόταν η παλιά ιμπεριαλιστική πολιτική στη βάση του “διαίρει και βασίλευε”, καθώς και στην υποστήριξη φεουδαρχικών επιβιώσεων και στην υποστήριξη της εγχώριας κοινωνικής αντίδρασης.

Η εφαρμογή αυτού του προγράμματος στην πράξη διευκολύνθηκε σε αξιοσημείωτο βαθμό από την αντιδραστική ιδεολογία του Γκαντισμού. Ο ινδουιστικός προσανατολισμός του Γκαντισμού διευκόλυνε τη διάσπαση του ενωμένου εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος στη βάση θρησκείας και κάστας, δηλαδή, αντικειμενικά έχυσε νερό στο μύλο της βρετανικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής.

Στο κοινωνικοοικονομικό του πρόγραμμα, ο Γκάντι εξιδανίκευε τις επιβιώσεις και παραδόσεις της μεσαιωνικής Ινδίας, δηλαδή, διάκειτο υπέρ όχι της κοινωνικής προόδου, αλλά της κοινωνικής οπισθοδρόμησης, και αυτό βοήθησε τους βρετανούς ιμπεριαλιστές να εδραιώσουν την εξουσία τους στην Ινδία.

Κηρύσσοντας τη “μη βία” ως τη βασική μέθοδο κοινωνικής και πολιτικής πάλης, ο Γκαντισμός προξένησε τη μεγαλύτερη ζημιά στον ταξικό και στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα αποπροσανατολίζοντας το μαζικό κίνημα από επαναστατικούς σκοπούς και εκτρέποντάς το στα κανάλια του ντόπιου ρεφορμισμού.

Ο Γκαντισμός δεν είναι ένα τυχαίο φαινόμενο. Προέκυψε σε μια στιγμή όπου οι ινδικές μάζες για πρώτη φορά είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στην πολιτική ζωή, όταν η ταξική συνείδηση του προλεταριάτου και της αγροτιάς και η οργάνωσή τους ως τάξεις δεν είχε φτάσει ένα αρκετά υψηλό επίπεδο. Η καταπίεση, η οπισθοδρόμηση, το χαμηλό επίπεδο ταξικής συνείδησης των ινδικών μαζών, σε συνδυασμό με τον τρομακτικό ρόλο της θρησκείας, αποτελούσαν το γόνιμο έδαφος για τη σπορά του Γκαντισμού και ενίσχυσαν την επιρροή του στις λαϊκές μάζες.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος επέφερε βαθιές αλλαγές στη διεθνή κατάσταση. Η νέα ιστορική κατάσταση χαρακτηρίζεται από τη γενική κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού και ιδιαίτερα του αποικιακού του συστήματος, καθως και, αντίστοιχα, από μια αποδυνάμωση των εξωτερικών και εσωτερικών θέσεων του βρετανικού ιμπεριαλισμού. “Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος επιδείνωσε την κρίση του αποικιακού συστήματος, καθώς αυτή εκφράστηκε από την άνοδο ενός ισχυρού κινήματος για εθνική απελευθέρωση στις αποικίες και τις εξαρτώμενες χώρες. Αυτό έθεσε τα μετόπισθεν του ιμπεριαλισμού σε αναταραχή” (Ζντάνοφ, Η διεθνής κατάσταση, Μόσχα, 1947, σ.11).

Στις συνθήκες της πιο οξείας κρίσης του αποικιακού ιμπεριαλιστικού συστήματος, οι βρετανοί αποικιοκράτες ήταν υποχρεωμένοι να αναζητήσουν νέες μορφές αποικιακής κυριαρχίας, μορφές που θα ήταν πιο ευέλικτες και καμουφλαρισμένες σε σχέση με πριν.

Οι λαοί των αποικιών δεν επιθυμούν πλέον να ζουν με τον παλιό τρόπο. Οι άρχουσες τάξεις των μητροπολιτικών χωρών δεν μπορούν πια να κυβερνούν τις αποικίες με τις παλιές μορφές”.

Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το ινδικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα εισήλθε σε μια νέα και ανώτερη φάση της ανάπτυξής του. Η εξέγερση στο ινδικό ναυτικό και ο ηρωικός αγώνας των εργατών της Βομβάης το Φλεβάρη του 1946 αποδείχτηκε ότι ήταν η αρχή της νέας φάσης του κινήματος της ελευθερίας.

Το χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής της φάσης είναι η αξιοσημείωτη οργάνωση του ινδικού προλεταριάτου, η ανάπτυξη της ταξικής του συνείδησης και μια ενίσχυση της ηγεμονίας του προλεταριάτου στο ινδικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. Άλλο ένα χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η γοργή ανάπτυξη του αγροτικού κινήματος το οποίο (για παράδειγμα, στην περιοχή της Τελανγκάνα, στο Πριγκιπάτο του Χαϊντεραμπάντ), τείνει να εξελιχθεί σε αγροτική επανάσταση. Μια τρίτη πτυχή της νέας αυτής φάσης είναι η άνοδος του αντιιμπεριαλιστικού και αντιφεουδαρχικού κινήματος στα ινδικά Πριγκιπάτα (Χαϊντεραμπάντ, Κασμίρ κ.α.). Η επιρροή του Κομμουνιστικού Κόμματος Ινδίας αυξάνεται όχι μόνο στην εργατική τάξη αλλά και στην ινδική αγροτιά. Το 2ο Συνέδριο του ΚΚ Ινδίας που πραγματοποιήθηκε το Μάρτη του 1948, αποδεικνύει κάτι τέτοιο. Το ΚΚ Ινδίας είναι η πρωτοπορία του αγώνα για πραγματική ανεξαρτησία και δημοκρατία.

Η ανάπτυξη του επαναστατικού αγώνα των μαζών οδήγησε σε έναν διαχωρισμό των κοινωνικών δυνάμεων, σε μια διαίρεση σε δύο στρατόπεδα στην Ινδία. Από τη μια, είναι το αντιιμπεριαλιστικό στρατόπεδο που ενώνει τα επαναστατικά στοιχεία της κοινωνίας, με την ινδική εργατική τάξη επικεφαλής, και από την άλλη, το στρατόπεδο του ιμπεριαλισμού, το οποίο περιλαμβάνει την ινδική μεγαλοαστική τάξη, τα φεουδαρχικά στοιχεία και την ιμπεριαλιστική αστική τάξη.

Ο σ. Στάλιν χαρακτηρίζει την προδοσία από τη συμβιβασμένη εθνική αστική τάξη της υπόθεσης της εθνικής χειραφέτησης της χώρας της, με τον ακόλουθο τρόπο: “Φοβούμενο την επανάσταση περισσότερο από τον ιμπεριαλισμό, απασχολημένο περισσότερο για τις σακούλες με τα χρήματά του παρά για τα συμφέροντα της ίδιας του της χώρας, αυτό το τμήμα της αστικής τάξης, το πλουσιότερο και με τη μεγαλύτερη επιρροή, προσχωρεί πλήρως στο στρατόπεδο των ασυμφιλίωτων εχθρών της επανάστασης, έχοντας προσχωρήσει σε ένα μπλοκ με τον ιμπεριαλισμό ενάντια στους εργάτες και αγρότες της δικής του χώρας” (Στάλιν, Ομιλία στο Πανεπιστήμιο των Εργαζομένων της Ανατολής, στο Λένιν-Στάλιν-Ζούκοφ, Για το αποικιακό Ζήτημα, ΡΡΗ, Βομβάη, 1948, σ.19).

Στην πολιτική έκθεση της Κεντρικής Επιτροπής προς το 16ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (μπ.), ο σ. Στάλιν, μιλώντας για την ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος στην Ινδία, την Ινδοκίνα, την Ινδονησία και άλλες χώρες, έδωσε τον ακόλουθο χαρακτηρισμό για τους αστούς ηγέτες τύπου Γκάντι: “Οι κύριοι αυτοί της αστικής τάξης υπολογίζουν να πνίξουν τις χώρες αυτές στο αίμα και βασίζονται στα ρόπαλα της αστυνομίας, απεύθυνοντας έκκληση σε ανθρώπους όπως ο Γκάντι για βοήθεια. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα ρόπαλα της αστυνομίας είναι μια κακή υποστήριξη. Και ο Τσαρισμός είχε δοκιμάσει, στις μέρες του, να στηριχτεί στα ρόπαλα της αστυνομίας, όμως αυτό το είδος υποστήριξης αποδείχτηκε σε όλους πόσο τον βοήθησε. Αναφορικά με τη βοήθεια τύπου Γκάντι, ο Τσαρισμός είχε ένα μάτσο από τέτοιους στο πρόσωπο των φιλελεύθερων συμβιβαστών κάθε είδους, από τους οποίους, ωστόσο, τίποτε άλλο παρά σύγχυση προκαλούταν” (Στάλιν, Έκθεση στο 16ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ(μπ.)).

Το Σχέδιο Μαουντμπάτεν και η διαίρεση της Ινδίας είναι ένα άμεσο αποτέλεσμα του συμβιβασμού μεταξύ βρετανικού ιμπεριαλισμού και των ινδικών εκμεταλλευτικών ανώτερων στρωμάτων. Η βρετανική κυβέρνηση, αντιμέτωπη με την μεγεθυνόμενη αποικιακή επανάσταση στην Ινδία, προσέφυγε στην εξαγορά της ινδικής μεγαλοαστικής τάξης, με το να της επιτρέψει να διοικήσει τη χώρα της, υπό την ιδιότητα του νεαρού συνεργάτη. Η κυβέρνηση Νεχρού-Πάτελ, έχοντας έρθει στην εξουσία, πήρε το δρόμο της καταστολής κάθε τι του προοδευτικού, το δρόμο της υποστήριξης της πιο βίαιας αντίδρασης. Προσχώρησε σε μια πολιτική τρόμου. Υιοθέτησε μια πολιτική τρομοκράτησης του εργατικού και αγροτικού κινήματος και των μελών του ΚΚ Ινδίας και των συνδικάτων. Εκφράζοντας τη διαμαρτυρία του για τη σύλληψη των ηγετών των ινδικών συνδικάτων, το ΚΚ της Μεγάλης Βρετανίας έγραφε: “Η Ινδική Εθνική Κυβέρνηση ξεδιάντροπα χρησιμοποιεί όλες τις κατασταλτικές και δεσποτικές πολιτικές μεθόδους που πάντοτε συνδέονταν με την ιμπεριαλιστική εξουσία”(Πράβντα, 18 Απρίλη 1948).

Σε αυτές τις νέες ιστορικές συνθήκες, ένας νέος ιδεολογικός “εγκωμιασμός” της βρετανικής εξουσίας στην Ινδία είναι απαραίτητος. Η βία συνάδει περισσότερο με τις νέες ανάγκες της ιμπεριαλιστικής αντίδρασης παρά με τον αντιδραστικό-ουτοπικό Γκαντισμό. Ο Γκαντισμός υφίσταται μια οξεία εσωτερική κρίση, η οποία έχει ιστορικά δρομολογηθεί. Η ανάπτυξη του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος έπαιξε έναν αποφασιστικό ρόλο στην όξυνση της κρίσης του Γκαντισμού. Από τη σκοπιά των εκμεταλλευτικών ανώτερων στρωμάτων, η ιστορική αποστολή του Γκαντισμού έχει τελειώσει. Ο Γκάντι δεν μπορεί πια να συγκρατήσει το επαναστατικό κίνημα των μαζών. Η ινδική μεγάλη επιχειρηματική τάξη, στη νέα αυτή φάση, προσχωρεί σε μια πολιτική άνευ όρων υποδούλωσης έναντι του βρετανικού και αμερικανικού κεφαλαίου.

Όμως ο ρόλος του Γκαντισμού ως εργαλείου για την πνευματική καταστολή των καθυστερημένων μαζών της Ινδίας δεν έχει ακόμα τελειώσει. Οι ινδοί εκμεταλλευτές και οι βρετανοί αποικιοκράτες χρησιμοποιούν ακόμα το Γκαντισμό, προκειμένου να εκμεταλλεύονται τη συνείδηση των καταπιεσμένων ινδικών μαζών. Ένα ξεκάθαρο παράδειγμα μιας τέτοιας χρησιμοποίησης του Γκαντισμού φαίνεται στο γεγονός ότι το πρώτο πιο οργανωμένο και επαναστατικό βήμα των ινδών ναυτικών το Φλεβάρη του 1946, αφοπλίστηκε ακριβώς με τη “βοήθεια” του Γκαντισμού.

Η ιδεολογία μπορεί να αποτελέσει μια δύναμη για το συντηρητισμό- επιβιώσεις της παλιάς ιδεολογίας συνεχίζουν να υπάρχουν, ακόμα κι αν το έδαφος επί του οποίου προέκυψε μια τέτοια ιδεολογία έχει εξαφανιστεί. Το κοινωνικό έδαφος του Γκάντι, ωστόσο, δεν έχει εξαφανιστεί ακόμα. Οι επιβιώσεις της αντιδραστικής ιδεολογίας δεν εξαφανίζονται από μόνες τους από τη συνείδηση των μαζών, και είναι απαραίτητη μια ασυμφιλίωτη πάλη. Η πάλη ενάντια στο Γκαντισμό είναι μια από τις μορφές της ταξικής πάλης του ινδικού προλεταριάτου- η ιδεολογική ταξική πάλη. Η πάλη ενάντια στις επιρροές της Γκαντιανής ιδεολογίας είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία, καθώς οι βρετανοί αποικιοκράτες προσπαθούν να δώσουν στον “παλιό, πατριαρχικό” Γκαντισμό ένα “νέο”, φιλοφασιστικό χρώμα, και να κάνουν αυτό το Γκαντισμό νέας κοπής τη σημαία της σημερινής ιμπεριαλιστικής αντίδρασης στην Ινδία.

Ήδη το 1924, ο σ. Στάλιν επεσήμαινε ότι υπάρχουν τρομακτικές επαναστατικές δυνατότητες στην Ινδία: “Ακριβώς γιατί αυτή η χώρα έχει ένα νεαρό, αγωνιστικό, επαναστατικό προλεταριάτο το οποίο έχει έναν τέτοιο σύμμαχο όπως είναι το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα- έναν αναμβίβολα ισχυρό και σημαντικό σύμμαχο. Γιατί εκεί η επανάσταση έχει αντίπαλο έναν τέτοιο γνωστό εχθρό, όπως είναι ο ξένος ιμπεριαλισμός, ο οποίος στερείται ηθικών γνωρισμάτων και δικαιολογημένα μισείται από τις καταπιεζόμενες και εκμεταλλευόμενες μάζες της Ινδίας” (Στάλιν, Προβλήματα Λενινισμού, σ. 32).

Η χειραφέτηση των ινδικών εργατικών μαζών από την επιρροή της Γκαντιανής ιδεολογίας είναι το απαραίτητο βήμα στο δρόμο για τη νίκη της ινδικής επανάστασης.

Το κείμενο στα αγγλικά υπάρχει στο περιοδικό The Communist, Τόμος 3, τεύχος 1, Βομβάη, Γενάρης 1950, σ.σ. 6-27

Βλ.επίσης:Γ. Ροσλάβλεφ: οι βασικοί δρόμοι της κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης της αποικιακής Ινδίας & οι ταξικές ρίζες του Γκαντισμού (1931)

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: