Louis Harap: Σαρτρ & Υπαρξισμός

Ένα σημαντικό ζήτημα στο επαναστατικό κίνημα είναι η σχέση με τους διάφορους συμπαθούντες και φίλους. Είναι χρήσιμοι; Κι αν ναι, έχουν δικαίωμα και πόσο να συνδιαμορφώνουν και να συναποφασίζουν την πορεία του, αφ’ης στιγμής δεν έχουν κανένα είδος δέσμευσης; Γιατί τι δημοκρατία είναι αυτή που για κάποιους μόνο αποδίδει, χωρίς καμία υποχρέωση, δικαιώματα και μάλιστα το δικαίωμα να μη συμμετέχουν καν σε αυτό το «χώρο» αλλά να τον συνδιαμορφώνουν; Τα παραδείγματα δεν είναι λίγα από τη ζημιά που έχουν κάνει διάφοροι «φίλοι» και σύμμαχοι. Η ζημιά συνήθως γίνεται υπό τη μορφή της διάπραξης «δεξιών» λαθών. Π.χ. οργανωτικά να χαλαρώνει μια συλλογικότητα, ένα κόμμα, για να γίνει τάχα πιο «μαζικό», να μπουν οι «φίλοι»: μια αποτυχημένη κίνηση, όπου παντού και κάθε φορά είχε αρνητικότατα αποτελέσματα (Ελλάδα-ΕΔΑ, Νορβηγία-Κόκκινο Κόμμα, Πορτογαλία-Μπλόκο της Αριστεράς κλπ).. Υπάρχει, όμως, και η ζημιά που διαπράττουν οι φίλοι «εξ αριστερών». Όταν πρόκειται να διασπαστεί μια συμμαχία κλπ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: πρώτα πήραν απόφαση για αποχή οι σύμμαχοι του ΚΚΕ στο ΕΑΜ και μετά το ΚΚΕ. Ή, στη διάσπαση των μ-λ κομμάτων σε κινεζοφιλα και αλβανόφιλα, όπου ιδιαίτερο ρόλο έπαιξαν κάποιοι φίλοι (βλ.εδώ).

Όπως και να’χει, υπάρχουν διάφορα επίπεδα «φιλίας»: μεμονωμένοι φίλοι, σύμμαχοι, γνωστές προσωπικότητες με άλλη ιδεολογία κλπ.. Και φυσικά δεν χρειάζεται να τσουβαλιάζονται όλοι. Όμως, δεν χρειάζονται ούτε η σιωπή στις ιδεολογίες τους, ούτε η ανάμειξή τους σε εσω-«κομματικές» υποθέσεις. Γιατί μόνο πολιτική και οργανωτική ζημιά διαπράττεται όταν, αφ’ενός, υπάρχει «ειρηνική συνύπαρξη» με αντιδραστικές ιδεολογίες, αφ’ετέρου, κάποιοι έχουν παραπάνω δικαιώματα από τους «χαμάληδες», τα «απλά» μέλη, των οποίων ο εγωισμός έτσι καλλιεργείται, όπως γίνεται και στην αστική κοινωνία.

Ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ ήταν ο ορισμός του χρήσιμου-με την καλή έννοια- «συνοδοιπόρου». Έχοντας τη δική του ιδεολογία, δήλωνε παρών στα κύρια διακυβεύματα κάθε φορά. Επί κατοχής, κάθε άλλο παρά συνεργάτης.. Αργότερα, συμμετέχων στο Κίνημα Ειρήνης. Κλονίστηκε η σχέση του με το κομμουνιστικό κίνημα, όταν η Σοβιετική Ένωση μετατράπηκε σε ρεβιζιονιστική και προσπάθησε να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα, έτσι όπως τα’χει κάνει, στην Ουγγαρία το 1956..Παρενέβη και τότε, έστω με λάθος και απλοϊκό τρόπο, «καταγγέλοντας». Όμως, έτσι κι αλλιώς, ελάχιστοι ήταν δυνατό τότε να παρέμβουν με το «σωστό τρόπο», γιατί πολύ απλά, ελάχιστοι παγκοσμίως είχαν συνειδητοποιήσει τι επιπτώσεις θα είχε η επικράτηση του ρεβιζιονισμού στην ηγεσία του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος και ότι η «Ουγγαρία του ‘56» δεν ήταν παρά ένα αποτέλεσμα της όλης εκτροπής και του επερχόμενου πισωγυρίσματος..

 Όμως και πάλι, ο Σαρτρ βρέθηκε στο πλευρό και της απελευθερωμένης Κούβας (ασχέτως αν αργότερα τα χάλασε και μ’αυτή, όταν κι εκεί επικράτησε ο ρεβιζιονισμός), καθώς και στα ανερχόμενα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, και αργότερα κοντά στο τότε ανερχόμενο μ-λ κίνημα στη Γαλλία. Την ιδεολογία του προσπάθησαν να την αξιοποιήσουν οι καπιταλιστές.. Όμως ο ίδιος, προς τιμήν του, αρνήθηκε τις όποιες βραβεύσεις της Δύσης. (και τα χρηματικά τους ποσά).

Όλα τα παραπάνω δεν αθωώνουν την ιδεολογία του, η οποία επ’ουδενί δεν θα μπορούσε να επηρεάσει θετικά στην κυρίαρχη ιδεολογία του τότε επαναστατικού κινήματος, κάτι που αποδεικνύει το παρακάτω άρθρο. Απ’ αυτή την άποψη, όμως, ο Σαρτρ αποτελεί ένα υπόδειγμα φίλου και συμπαθούντος το επαναστατικό κίνημα: γιατί, ως ανεξάρτητη υπόσταση, δημιούργησε μια σχέση με τα πάνω της και τα κάτω της, χωρίς όμως εκατέρωθεν δημοσιοσχετίστικα «γλειψίματα» και σιωπές όπως συνήθως συμβαίνει με τους «φίλους».

ΥΓ. Ένα άλλο πρόβλημα έχει να κάνει με το ότι, ως φίλοι, συνήθως εννοούνται οι φίλοι των στελεχών. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση…

***

Λούις Χάραπ: Σαρτρ & Υπαρξισμός

Με πραγματική γαλήνη η Νέα Υόρκη υποδέχτηκε το έργο του Γάλλου υπαρξιστή ηγέτη, Ζαν Πωλ Σαρτρ. Το ακροατήριο του «Με κλειστές τις πόρτες» (Σ.Μ.: Ο τίτλος του έργου γαλλικά είναι Huis Clos, στα αγγλικά μεταφράστηκε με τη φράση No Exit, που σημαίνει «χωρίς έξοδο». Προτίμησα την απόδοση με την παραπάνω φράση, γιατί αποδίδει πλέρια την έννοια του τίτλου του έργου στη γαλλική) μακριά από του να προκαλέσει φασαρίες, όπως φαίνεται ότι συνηθίζεται στο Παρίσι, σε κάθε παράσταση υπαρξιστικού έργου, βγήκε από το θέατρο ξαφνιασμένο. Περί τίνος λοιπόν πρόκειται; Αναρωτιόντουσαν. Οι υπαρξιστές, είπε ο Σαρτρ σε πρόσφατο άρθρο του στο περιοδικό Theatre Arts, δεν είναι διατεθειμένοι να παράγουν φιλοσοφικά θεατρικά έργα, αν αυτό σημαίνει έργα που εσκεμμένα σκοπεύουν να εμφανίσουν από τη σκηνή τη φιλοσοφία του Μαρξ, του Αγίου Θωμά ή του υπαρξισμού. Αλλά αν αυτό το έργο δεν είναι φιλοσοφικό, με την πιο πλατιά κυριολεξία της έννοιας, τότε οι λέξεις δεν έχουν σημασία. Γιατί δεν ξέρω κανένα έργο που να προσπαθεί να αποδώσει από τη σκηνή πιο επίμονα και πιο αναμφίβολα μια δυσνόητη, μπερδεμένη, λεπτολογημένη, τεχνική φιλοσοφία από το έργο: «Με κλειστές τις πόρτες». Καμία έκπληξη, συνεπούμενα, πως το ακροατήριο ξαφνιάστηκε. Σχεδόν κάθε λέξη, κάθε κατάσταση, κάθε ιδέα στο έργο μπορεί να συσχετιστεί με κάποιο φιλοσοφικό νόημα ή επιχείρημα. Το αποτέλεσμα είναι πως μονάχα ένα πολύ μικρό ποσοστό, απ’ όσους βλέπουν το έργο, αποκομίζει μια πολύ ξεθωριασμένη ιδέα κείνου που ο Σαρτρ επιχειρεί να πει. Το χειρότερο, όμως, είναι πως πολύς κόσμος το παρεξηγεί. Γιατί συμπεραίνει, όπως την έπαθαν μερικοί κριτικοί, ότι ο υπαρξισμός δεν είναι και τόσο κακό πράγμα, αν πιστέψει, όπως φαίνεται να τους λέει το έργο, πως κακοήθεις άνθρωποι σαν τους τρεις ήρωες του έργου (μια ασυνείδητη Λεσβιάδα, ένας παιδοκτόνος και ένας άναντρος συνεργός) υποφέρουν εξαιρετικά διανοητικά μαρτύρια όταν φτάνουν στον Άδη, όπου τοποθετείται το δράμα.

1006406-Jean-Paul_Sartre

Ο Ζαν – Πωλ Σαρτρ στα τέλη της δεκαετίας του ’60

Όμως η έννοια του έργου δεν είναι διόλου αυτή. «Κόλαση, (για μένα) είναι οι άλλοι», όπως λέει ο ένας από τους ήρωες του δράματος, συνοψίζοντας την σκέψη του έργου – όχι μονάχα σαν πεθάνουμε, αλλά όμοια κι εδώ πάνω στη γη, σ’ ολάκερη τη ζωή, αδιάφορα του τι κάνουμε ή λέμε, ανεξάρτητα του πόσο καλοί ή κακοί θα είμαστε.

Η αποτυχία, η αυτοκαταστροφή, η κακομοιριά, η «μόνιμη ένταση» είναι η αναπόδραστη, αναπόφευκτη μοίρα όλων των συνειδητών όντων. Γιατί όμως ο Σαρτρ δεν αποπειράθηκε να πει στο ακροατήριο πως αυτό σκόπευε να εκφράσει, αν επιθυμούσε να εμφανίσει τη φιλοσοφία του; Δεν το είπε, γιατί, από τη μια, δεν ήθελε να κατέβει στο επίπεδό τους, και γιατί, από την άλλη, μπόρεσε να αναπτύξει περισσότερες φάσεις της φιλοσοφίας του, τοποθετώντας την υπόθεση στην Κόλαση. Θα ήταν πολύ πιο τίμιο να δείξει πως η «Κόλαση είναι οι άλλοι», ακόμα και στην Κόλαση, με πρόσωπα που δεν είναι ανώμαλα, κακά. Στην περίπτωση αυτή, στο κάτω-κάτω, το κοινό θα σχημάτιζε μια πιο κατά προσέγγιση ιδέα των συμπερασμάτων του υπαρξισμού για την κρίσιμη εποχή μας. Παρά την περιορισμένη απήχηση της φιλοσοφίας αυτής, ειδικά στους αμερικανούς διανοούμενους, πρέπει να κατανοήσουμε μερικά από τα συμπεράσματα αυτά. Νομίζουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια σειρά υπαρξιστικών έργων. Τούτη την περίοδο θα παιχθεί επίσης και το έργο του Καμύ Καλιγούλας. Η καινούργια αυτή φωνή στη Βαβέλ της σύγχυσης ανάμεσα στους αμερικανούς διανοούμενους δεν μπορεί να περάσει ασχολίαστη.

***

Ο υπαρξισμός, όπως συχνά δείχτηκε, αποτελεί στην ουσία του, μια πολύ παλιά φιλοσοφία. Ευαίσθητοι άνθρωποι, τσακισμένοι από την αναποφασιστικότητα, σαν αντίκρισαν τα παράδοξα της ζωής και του θανάτου, καταπιεζόμενοι από το παράλογο της ύπαρξης και τις ατέλειες του λογικού, υπήρξαν «υπαρξιστές». Ένας απ’ αυτούς είναι ο Αμλέτος: τη στιγμή που αντιμετωπίζει την ανάγκη να πάρει μια μεγάλη απόφαση σκέφτεται την αυτοκτονία. Παύει να είναι υπαρξιστής στο τέλος του έργου, όταν δρα αποφασιστικά και συνεπούμενα αποτινάζει τις αμφιβολίες του. Ο υπαρξιστής είναι ο άνθρωπος που η συνείδησή του βασανίζεται, που αμφιβάλλει για την ύπαρξη και το λογικό και συνεπούμενα ζει σε μια διαρκή κατάσταση έντασης. Συγκεντρώνεται στη συνείδηση του ίδιου του εαυτού του, που είναι γι’ αυτόν πάρα πολύ πιο σπουδαία από το γύρω του φυσικό ή κοινωνικό κόσμο. Συνήθως, στο παρελθόν, ξεπερνούσε την ένστασή του αυτή με την επικοινωνία με το Θεό, που του απέδιδε υπερλογικά, αυτόγνωστα μέσα, όπως έκαμε ο Πασκάλ. Η κυριότερη πηγή του υπαρξισμού κατά τον περασμένο αιώνα ήταν ο Σέρεν Κίργκεγκορ (1813-1855), ο Δανός συγγραφέας. Η φροντίδα του, που αγκάλιαζε τα πάντα, ήταν να ξεπεράσει την συναίσθηση της απομόνωσής του από το σύμπαν μπροστά στα παράδοξα και την αυτοκαταστρέφουσα δύναμη του κακού. «Η ύπαρξη», γι’ αυτόν, ήταν η γεμάτη πάθος δύναμη να διαλέξει «να ζει μέσα σε κάποια αυτοκαταστρέφουσα επαφή με το Θεό». Ο άνθρωπος υπάρχει, έλεγε, μέσα σε μια κατάσταση αγωνίας, μέσα στο «φόβο και τρόμο», μέσα σε μια κατάσταση άλυτης έντασης μπροστά στις αντιθέσεις της ύπαρξης και στον «παραλογισμό» της. Ο Κίρκεγκορ βρήκε λύση ζώντας αιώνια με το Θεό (αδιάφορο τι σημαίνει αυτό) παράλληλα με την ύπαρξη μέσα στις άλυτες εντάσεις.

Blaise_Pascal

Ο Μπλεζ Πασκάλ (1623-1662)

Η αβάσταχτη απομόνωση που οδήγησε τον Κίρκεγκορ στο να διερευνήσει τους πιο βαθύτερους μυχούς του υποκειμενισμού, συνδέεται με την απομόνωση που αισθανόταν ο καλλιτέχνης με μεγαλύτερη ή μικρότερη αγωνία μέσα στην αστική κοινωνία τον τελευταίο ενάμιση αιώνα, αν και υπήρχαν επίσης και ιδιωτικά και προσωπικά αίτια για την τέτοια του φιλοσοφία. Η παρακάτω δήλωση του Κίρκεγκορ, αποτελεί απόδειξη του δεσμού αυτού: «Όταν ήμουνα νέος λησμόνησα να γελώ: αργότερα, σαν άνοιξα τα μάτια μου και μελέτησα την πραγματικότητα, άρχισα να γελώ, κι από τότε δεν σταμάτησα. Είδα πως το πιο σπουδαίο στη ζωή είναι να έχεις κάποιο πόρο ζωής, πως ο σκοπός της είναι να πάρεις μια θέση αξιωματούχου, ότι οι χαρές του έρωτα βρίσκονταν στο γάμο με μια πλούσια γυναίκα, ότι το υψηλότερο πλεονέκτημα της φιλίας ήταν ο αλληλοδανεισμός χρημάτων, ότι η σοφία ήταν η κοινή γνώμη, ότι ο ενθουσιασμός βρισκόταν στην εκφώνηση ενός λόγου, το θάρρος στο να ριψοκινδυνεύεις στοίχημα δέκα κορωνών, η αγαθότητα στη φιλοξενία ξένων σε γεύμα, η ευσέβεια στη μετάληψη μια φορά το χρόνο. Τα έβλεπα όλα αυτά και γελούσα.»

Η μετατόπιση από τη μικροαστική αυτή ύπαρξη, όπως στην περίπτωση πολλών καλλιτεχνών του δεκάτου ενάτου αιώνα, ήταν ένας σταθμός στην πορεία που βοήθησε τον Κίρκεγκορ να γίνει υπαρξιστής.

250px-Kierkegaard

Ο Σέρεν Κίργκεγκορ (1813-1855)

Ο Κίρκεγκορ εξάσκησε μεγάλη επίδραση πάνω σε πολλούς κατοπινούς λόγιους, που ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο Νίτσε. Αλλά ο άμεσος πρόδομος της φιλοσοφίας του Σαρτρ υπήρξε ο Μάρτιν Χάιντεγκερ, Γερμανός φιλόσοφος που προσηλυτίστηκε στο Ναζισμό από το 1932 ως το 1934. Ο Χάιντεγκερ απόρριψε την προσπάθεια του Κίρκεγκορ, που έτεινε προς το Θεό σαν μια μορφή υπέρβασης της υπαρξιστικής αμηχανίας και στη θέση της ανάπτυξε την ιδέα ότι υπερβαίνουμε- που πάει να πει υψωνόμαστε πάνω από- τις κοσμικές αγωνίες των συνειδητών ανθρώπων με την ελευθερία της δράσης για τα ενδεχόμενα του μέλλοντος στη συνείδηση. Αυτό το θεωρούσε σαν μια πρόοδο προς την «Αν-υπαρξία» ή το «Μη Ον». Η «υπεροχή» αυτή είναι δυνατή μονάχα στην ανθρώπινη συνείδηση. Η φιλοσοφία αυτή της συνείδησης που ο Χάιντεγκερ και άλλοι ανάλυσαν με μεγάλη λεπτολογία- τόσο μεγάλη, ώστε να χάνουν συχνά πέρα για πέρα την επαφή με την εμπειρική πραγματικότητα- είναι μια μορφή του υποκειμενισμού και ισχυρίζεται ότι προχωρεί πέρα τόσο από τον υλισμό όσο και από τον ιδεαλισμό, που τους θεωρεί σαν λαθεμένες λύσεις. Πρέπει να θυμηθούμε ότι ο ισχυρισμός αυτός διατυπώθηκε επίσης από τους εμπειρομονιστές, που τα επιχειρήματά τους τα γκρέμισε ο Λένιν στο έργο του Υλισμός & Εμπειριοκριτικισμός. Έτσι ο Χάιντεγκερ απάντησε στην υπαρξιστική ανοησία για τα παράδοξα της ύπαρξης και την κακομοιριά του ανθρώπου, επεξεργαζόμενος μια υποκειμενική προσέγγιση, που σύμφωνα μ’ αυτήν η ατομική σωτηρία πρέπει ν’ αναζητηθεί στις υπερβατικές ενέργειες της συνείδησης.

Martin_Heidegger1

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ (1889-1976)

***

Έχει σημασία να θυμίσουμε ότι ο γαλλικός υπαρξισμός δεν είναι απόλυτα μια μεταπολεμική κίνηση. Το Χαϊντεγκεριανό διήγημα του Σαρτρ «Η Ναυτία» δημοσιεύτηκε το 1938 και ερμήνευε μια μηδενιστική φιλοσοφία για το παράλογο, και την πέρα για πέρα αυτοδιάψευση των ελπίδων, της ύπαρξης. Όλες οι αξίες τέθηκαν υπό αμφιβολία. «Δεν υπάρχει τίποτε, τίποτε, δεν υπάρχει δικαιολογία για την ύπαρξη», έγραφε ο Σαρτρ. Στο τέλος του βιβλίο προτείνει κάποιον «ανθρωπισμό», που δύσκολα μπορεί να συμβιβαστεί με το βασικό μηδενισμό της θέσης του. Η θεϊστική παρηγοριά του Κίρκεγκορ και άλλων υπαρξιστών του παρελθόντος, δεν έχει πια καμία νοστιμάδα για τη βασανιζόμενη, ολότελα απογοητευμένη, άστεγη ψυχή, μέσα στον καπιταλισμό, στα έσχατα στάδια της παρακμής του. Η φασιστική ιδεολογία ήταν πολύ κτηνώδης γι’ ανθρώπους σαν το Σαρτρ που διατηρούσαν ακόμα την ευπρέπειά τους. Ο Καθολικισμός ή η διδασκαλία των Βούδα ή της Γιόγκι αποκρουόταν από τη λογική και το μοντερνισμό τους. Περδικλωμένοι καθώς ήσαν από τα κατακάθια των αστικών πλανών, δεν μπορούσαν να δεχτούν το Μαρξισμό, την άποψη της εργατικής τάξης. Συνεπούμενα είναι ολότελα λογικό το ότι στράφηκαν προς τον υποκειμενισμό, που τους απορρόφησε σε μια ενσαρκωμένη ανάλυση των προσωπικών διανοητικών και συγκινητικών προβλημάτων τους, και που η θεωρία του ουσιαστικά τους γλύτωνε από την ευθύνη για τις κοινωνικές καταστάσεις. Αφοσιωθήκανε με τη γενικευμένη «ανθρώπινη κατάσταση» περισσότερο, παρά με το κοινωνικό πρόβλημα του ανθρώπου της παρούσας στιγμής.

tumblr_lsxb1gY0JR1qk8tqwo1_1280

O Σαρτρ (κάτω αριστερά) και ο Καμύ (κάτω δεξιά) το 1944, μαζί με τους (από πάνω αριστερά) Jacques Lacan, Cécile  Éluard, Pierre Reverdy, Louise Leiris, Pablo Picasso, Zanie de Campan, Valentine Hugo, Simone de Beauvoir, Brassaï, και καθήμενους αριστερά του Καμύ τους Michel Leiris, Jean Aubier (πηγή)

Στη διάρκεια της κατοχής, οι υπαρξιστές σαν το Σαρτρ και τον Καμύ έπαιξαν έντιμο ρόλο στην Αντίσταση. Ήσαν από τους ανθρώπους που πήραν μέρος στη δράση. Στην περίπτωση του Σαρτρ, η συμμετοχή αυτή στη δράση εκδηλώθηκε, όπως θα δούμε, στη μεταπολεμική του φιλοσοφία, ενώ ο Καμύ εξακολούθησε την πολιτική δραστηριότητα στην παρισινή εφημερίδα «Μάχη». Στη διάρκεια της κατοχής, ο Σαρτρ εξακολουθούσε τις υπαρξιστικές του μελέτες. Το θεατρικό του έργο «Με κλειστές τις πόρτες», παίχτηκε στο Παρίσι το Μάη του 1944. Το 1943 δημοσίευσε την 700 σελίδων έκθεσή του για τον υπαρξισμό, «Το Ον και το Μηδέν», για να χρονολογήσουμε την τυπική του μελέτη. Το τελευταίο έργο ερμηνεύει τις θέσεις που το πρώτο απλοποιεί με παραδείγματα σε δραματική μορφή. Και οι Γερμανοί δεν ήσαν τόσο ηλίθιοι, όσο ίσως μπορεί να υποτεθεί, ώστε να επιτρέψουν την παράσταση του έργου, αλλά την δέχτηκαν γιατί η ακαταληψία του και η συγκέντρωσή του στην αφηρημένη, υποκειμενική φιλοσοφία της συνείδησης, δεν μπορούσε να ζημιώσει σοβαρά την κατοχή. Συνεπούμενα, ο υπαρξισμός είναι συνέχιση προπολεμικής και, όπως θα προσπαθήσω ν’ αποδείξω, ουσιαστικά αντιδραστικής τάσης, παρ’ όλες τις «επαναστατικές» διαμαρτυρίες του Σαρτρ.

Δεν είναι δυνατό στο χώρο που είναι διαθέσιμος να δοθεί πλέρια ερμηνεία της φιλοσοφίας του Σαρτρ, αλλά θα γίνει προσπάθεια να εκτεθούν μερικές από τις κυριότερες ιδέες της. Η αρχή πρέπει να γίνει από το υπαρξιστικό τραύμα: η ύπαρξη των πραγμάτων δεν μπορεί να εξηγηθεί από το λογικό, γι’ αυτό πρέπει κάπου αλλού να βρούμε τη δικαιολογία της συνέχισης της ύπαρξης ή αλλιώς να αυτοκτονήσουμε. «Κάθε τι που υπάρχει, είπε ο Σαρτρ, γεννήθηκε χωρίς λόγο, διαιωνίζεται, εκτός αν αδρανεί, και πεθαίνει τυχαία» (1). Αυτό σημαίνει πως η ύπαρξη είναι παραλογισμός ή καθαρή σύμπτωση. Αλλά τι είναι ύπαρξη; Είναι το «μη εκείνο» (thatness) των ατομικών αντικειμένων, που ξεγυμνώθηκαν από κάθε ατομικότητά τους, «η καρδιά και η σάρκα» των όντων (2), κείνο που είναι σ’ όλα τα όντα κοινό. Η αναγνώριση της φύσης αυτής της ύπαρξης τόσο χωρισμένης από τα ατομικά όντα, τόσο «μαλακών, γυμνών, άταχτων μαζών, τερατόμορφων και αισχρών στην τρομαχτική τους γδύμνια» (3), είναι για τον Σαρτρ μια υπαρξική κατάσταση που προκαλεί ναυτία, γιατί η ύπαρξη δεν είναι αναγκαία, αλλά συμπτωματική, αδικαιολόγητη, περιττή.

Αν κι ο άνθρωπος, μόνος του, βρίσκεται ανάμεσα στον «αισχρό» αυτό κυκεώνα της ύπαρξης, λέει ο Σαρτρ, μπορεί να τον ξεπεράσει εξαιτίας της φύσης της συνείδησής του. Ο συνειδητός άνθρωπος μπορεί όχι απλώς να χρησιμοποιεί τα όργανα των αισθήσεών του- της όρασης, της ακοής, της αφής, της γνώσης, αλλά επίσης ξέρει πως αισθάνεται, βλέπει, ακούει, ξέρει, πιστεύει. Η γνώση αυτή του ανθρώπου ότι ξέρει κλπ αποτελεί «υπέρβαση» (υπεροχή). Στερούμενα της δύναμης αυτής της υπέρβασης, όλα τα άλλα όντα και αντικείμενα που υπάρχουν στον κόσμο είναι πέρα για πέρα απαράλλαχτα με τον εαυτό τους, όντα καθ’ εαυτά (êtres en soi). Αλλά η συνείδηση, λέει ο Χάιντεγκερ και ο Σαρτρ, από τη φύση της είναι «προθετική»: αυτό πάει να πει ότι διευθύνεται πάντα προς κάποιο άλλο αντικείμενο, έτσι που δεν είναι απλώς ο εαυτός της, αλλά επίσης κάτι διαφορετικό, και συνεπούμενα διασπάται μέσα στον εαυτό της. Έτσι ο άνθρωπος είναι ον για τον εαυτό του (l’être pour soi), μα είναι επίσης και δημιουργός, γιατί η διάσπαση αυτή της συνείδησης κάνει τον άνθρωπο συμμέτοχο στη δημιουργία του περιεχομένου της συνείδησης. Από τη δημιουργική αυτή ενέργεια της συνείδησης αναδύεται η ελευθερία του ανθρώπου, μια κεντρική έννοια του υπαρξισμού.

Κonstantin Simonov, Nikolai Bazhan, Jean-Paul Sartre and Simone de Beauvoir

Ο Σαρτρ και η Σιμόν Ντε Μποβουάρ στη Σοβιετική Ένωση με τους Κονσταντίν Σιμόνοφ, Νικαλάι Μπαζάν

Εκείνο που κάνει δυνατή αυτή την ελευθερία, είναι η παρεισαγωγή ανάμεσα στις δύο αυτές φάσεις της συνείδησης- του ίδιου του είναι και του είναι των άλλων που η συνείδηση δημιούργησε – του Μηδενός ή της Άρνησης (le Néant). Η πηγή της συνείδησης είναι αυτό το «Μηδέν» που αξιοποιεί τη δημιουργική ενέργεια του ανθρώπου, αφού είναι ικανή να είναι άλλα όντα καθώς και ο ίδιος εαυτός του στη συνείδηση. Εφ’ όσον λοιπόν η ελευθερία στηρίζεται στο «Μη είναι» ή το «Μηδέν», τίποτε δεν την προσδιορίζει αναγκαστικά στο παρελθόν του ανθρώπου. Η ελευθερία του είναι απόλυτα απροσδιόριστη, πέρα για πέρα ελεύθερη εκλογή. «Ο άνθρωπος», έγραψε ο Σαρτρ, «δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται σαν «λογικό ζώον» ή «κοινωνικό», αλλά σαν ελεύθερο ον, ολότελα ακαθόριστο που πρέπει να εκλέξει το ίδιο του το είναι …»(4). Μπορεί κανείς να βγάλει το συμπέρασμα πως η ανθρώπινη ιστορία είναι ένα ολότελα αυθαίρετο και χωρίς νόμους προτσές που πέρα απ’ αυτό καμία τάξη δεν μπορεί να υπάρξει. Δεν είναι φανερό πως μια τέτοια αντίληψη για την ελευθερία είναι έκφραση του ίδιου εκείνου μικροαστικού ατομικισμού απ’ όπου προήλθε ο αναρχισμός, που όμοια εκθειάζει την αυθαίρετη προσωπική ελευθερία;

Όμοια με πολλούς νέους φιλοσόφους, ο Σαρτρ ισχυρίζεται πως υψώθηκε τόσο πάνω από τον υλισμό όσο και από τον ιδεαλισμό: όμως, σαν κι αυτούς, στην πραγματικότητα, παράμεινε ιδεαλιστής. Λίγα αποφασιστικά επιχειρήματα θα το επιβεβαιώσουν. Αν υπάρχει κάτι «αντικειμενικό» και ανεξάρτητο από τη συνείδηση στη φιλοσοφία του Σαρτρ, είναι το αντικείμενο καθ’ εαυτό (l’en soi). Κάθε τι στον κόσμο εκτός της συνείδησης είναι αντικείμενο καθ’ εαυτό, και μόνο τα ανθρώπινα όντα έχουν υπερβατική συνείδηση. Αυτά τα αντικείμενα καθ’ εαυτά, λέει ο Σαρτρ, είναι απόλυτα στατικά, πέρα για πέρα αμετάβλητα- είναι ολότελα έξω από κάθε εξέλιξη. Κανένα ον τέτοιας λογής δεν έχει καμία αναγκαία σχέση με κάτι άλλο: είναι πέρα για πέρα και μόνον ο εαυτός του. Αλλά αν αυτός είναι ο πραγματικός κόσμος του Σαρτρ, τότε δεν έχει καμία ομοιότητα με τον πραγματικό φυσικό κόσμο, που σ’ αυτόν τίποτε δεν είναι στατικό, κάθε τι έρχεται ή φεύγει από την ύπαρξη, και σ’ αυτόν τα αντικείμενα υπάρχουν έχοντας αναγκαίες σχέσεις μ’ άλλα αντικείμενα και με το όλο σύστημα της φύσης. Το αντικείμενο καθ’ εαυτό του Σαρτρ δεν αντιστοιχεί σε κανένα φυσικό αντικείμενο, αλλά αποτελεί μια απόλυτα αφηρημένη έννοια. Κι αυτό περιορίζει τον «αντικειμενικό» του κόσμο στο πνεύμα.

che-beavouir-sartre

Ο Σαρτρ και η Σιμόν Ντε Μποβουάρ στην Κούβα με τον Τσε Γκεβάρα (πηγή)

Η άλλη κατηγορία του όντος του Σαρτρ, το αντικείμενο για εαυτό (le pour soi) ανήκει στην περιοχή της συνείδησης και απ’ αυτό αποκαλύπτονται τα παραπέρα ιδεαλιστικά χαρακτηριστικά του συστήματός του. Γιατί ο Σαρτρ υποστηρίζει πως ο χρόνος και το διάστημα είναι προϊόντα της συνείδησης, του αντικειμένου για εαυτό (le pour soi). Οι χρονικές σχέσεις γεννήθηκαν, λέει, χάρις στην ελευθερία του ανθρώπου, που ενεργεί με βάση τις επιθυμίες του που προέρχονται από το παρελθόν (αν κι η εκλογή τους δεν καθορίζεται από το παρελθόν) και που περιμένει να πραγματοποιηθούν στο μέλλον, και η χρονική αυτή μορφή της εκλογής του ανθρώπου δημιουργεί το χρόνο. Ο χωρισμός και η πολλαπλότητα που χαρακτηρίζουν το χώρο συνεπάγεται εξωτερικές σχέσεις ανάμεσα στα αντικείμενα που είναι αδύνατες για το αντικείμενο καθ’ εαυτό (l’ en soi), οι σχέσεις όμως του χώρου ολοκληρώνονται από το αντικείμενο για εαυτό (le pour-soi), που διαφοροποιείται. Μ’ άλλα λόγια, ο χώρος κι ο χρόνος εξαρτιώνται από την ενέργεια του πνεύματος (πιο συγκεκριμένα, της συνείδησης). Θα πρέπει επίσης να τονιστεί πως η θεωρία του Σαρτρ πως η ελευθερία είναι πέρα για πέρα απροσδιόριστη αποτελεί εγκατάλειψη της αιτιότητας, ουσιαστικής κατηγορίας του φυσικού κόσμου, αποσπώντας έτσι την ελευθερία από την περιοχή της εμπειρίας. Αυτά είναι μερικά από τα βασικά σημεία που δείχνουν τον ιδεαλιστικό χαρακτήρα του υπαρξισμού.

***

Όπως υπενθύμισα νωρίτερα, στο σύστημα του Σαρτρ, η σχέση με άλλους είναι αναπόφευκτη, αυτοκαταστροφική, όπως προσπάθησε ν’ αποδείξει στο έργο του «Με κλειστές τις πόρτες». Ο Σαρτρ αποδίδει μεγάλη σημασία στην ιδέα της κακοπιστίας (mauvaise foi), δηλαδή, του ψεύδους προς τον εαυτό του, που προέρχεται από τη διάσπαση της συνείδησης, κάνοντάς μας άλλους απ’ ό,τι είμαστε. Δεν μπορεί κανείς ποτέ να είναι απόλυτα ο εαυτός του, όπως απαιτεί η ειλικρίνεια, γιατί η ειλικρίνεια αποτελεί στην πραγματικότητα «υποκρισία», αναγνωρίζοντας εκείνο που θα είναι κανείς, από τη μια μεριά, και όντας αυτής της λογής πρόσωπο, από την άλλη μεριά. Γιατί η φύση της συνείδησης είναι τέτοια ώστε μόνο με συνειδητά όντα είναι εαυτά και όχι άλλα, ενώ η συνείδηση είναι πάντα ο εαυτός της και άλλοι. Ο έρωτας είναι καταδικασμένος σε στέρηση και αυτοκαταστροφή, γιατί από τη φύση του επιθυμεί να κατέχει την ελευθερία κάποιου άλλου, πράγμα αδύνατο. Κι έτσι, με τη βοήθεια ολάκερης της σειράς των ανθρώπινων σχέσεων, κατά τη θεωρία του Σαρτρ, υπάρχει ριζική ατέλεια απ’ όπου η φυγή είναι αδύνατη. Συνείδηση της κοσμικής αυτής έλλειψης είναι η στέρηση, μια πηγή της υπαρξιστικής ψυχικής οδύνης. Η ζωή είναι κάπως ανεχτή, γιατί καθένας «αυταπατάται» πως έχει ικανοποιητικές σχέσεις, αλλά ο υπαρξιστής ξέρει πως η ζωή είναι απάτη. Θα μπορούσε να παρατηρηθεί πως η ανάλυση του Σαρτρ παραμένει στο επίπεδο των προσωπικών σχέσεων και δεν πραγματεύεται την κοινωνική τους μορφή όπου θα μπορούσε να έχει κάποια σπουδαιότητα για την προσπάθεια μεταβολής του κόσμου. Η κατεύθυνση της υπαρξιστικής ανάλυσης είναι αμετάβλητα εσωσκοπική: γιατί γι’ αυτήν τα μοναδικά σημαντικά προβλήματα είναι προσωπικά και όχι κοινωνικά.

sartre-beauvoir-castro-1

Ο Σαρτρ και η Σιμόν Ντε Μποβουάρ στην Κούβα με τον Φιντέλ Κάστρο (πηγή)

Ο υπαρξισμός είναι μια ψευδοφιλοσοφία, όχι γιατί καταπιάστηκε με υποκειμενικά προβλήματα, αλλά πιο πολύ γιατί ερμηνεύει τον κόσμο με αποκλειστικά υποκειμενικούς όρους. Η στέρηση, το παράδοξο, η αγωνία, ο φόβος και τρόμος, η εχθρότητα της αντικειμενικής πραγματικότητας αποτελούν πραγματικά ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής. Τόσο μεγάλα και πανταχού παρόντα ώστε η απαισιοδοξία (πεσιμισμός) δεν μπορεί να αποφευχθεί. Η ανάλυση των δυσμενών αυτών πλευρών της συνειδητής ζωής πρέπει ν’ αποτελεί μέρος κάθε ολοκληρωμένης ερμηνείας της ανθρώπινης ύπαρξης. Όμως, η υπαρξιστική απάντηση στα προβλήματα αυτά, η συνθηκολόγησή του μπροστά τους, είναι παθολογική. Αντίθετη σ’ αυτόν στέκεται η πνευματικά υγιής και πραγματικά πιο ταιριαστή τάση που αναγνωρίζει ότι οι όψεις αυτές της ζωής δεν την τσακίζουν, και πως η αποκλειστική απασχόληση μ’ αυτά οδηγεί στην τρέλα- όπως έδειξε ο Αμλέτος. Η «σκληροκέφαλη» τάση «δέχεται το σύμπαν»: δέχεται την ύπαρξη σαν δοσμένη και αναμφισβήτητη: χτίζει πάνω στις θετικές αξίες που προσφέρει η ύπαρξη. Ο Μαρξιστής προχωρεί παραπέρα, υποστηρίζοντας πως η υπαρξιστική έλλειψη προσανατολισμού προς την πραγματικότητα έχει τις ρίζες της στις διαστραφείσες κοινωνικές καταστάσεις και ότι οι υλικές συνθήκες της αταξικής κοινωνίας θα μετακινήσουν τη μολυσματική εστία που συμπτώματά της είναι η αίσθηση της κοσμικής απομόνωσης και των αυτοκαταστροφικών ανθρώπινων σχέσεων. Αυτό δεν σημαίνει πως η προσωπική έλλειψη προσανατολισμού θα λείψει στην αταξική κοινωνία, αλλά μάλλον πως θα περιοριστεί στο ελάχιστο. Η ωφέλιμη μαρτυρία του χαμηλού ποσοστού της διανοητικής διαταραχής στη Σοβιετική Ένωση ασφαλώς δίδει αποτελεσματικό επιχείρημα στη θέση αυτή. Ο σημερινός υπαρξιστής δεν είναι θύμα του κοσμικού κακού, αλλά της αρρώστιας της αστικής κοινωνίας.

***

Ο Σαρτρ ισχυρίζεται ότι είναι δυναμικός και μάλιστα επαναστάτης. Και εφάρμοσε την υπαρξιστική του φιλοσοφία στα τρέχοντα προβλήματα γενικού περιεχομένου. Το εναρκτήριο άρθρο του στην εφημερίδα του Les Temps Modernes (Σύγχρονοι Καιροί), ήταν μια ρωμαλέα επικύρωση της ευθύνης των συγγραφέων σε σχέση με τις τρέχουσες κοινωνικές εκδηλώσεις. Προχωρεί μάλιστα τόσο πολύ ώστε να βεβαιώνει: «Θεωρώ το Φλωμπέρ και τον Γκογκούρ υπεύθυνους για τα εγκλήματα που επακολούθησαν την Κομμούνα, γιατί δεν έγραψαν ούτε μια λέξη για να τα προλάβουν».

Ο Σαρτρ ξεκαθάρισε τη στάση του απέναντι στο Μαρξισμό και την επανάσταση με δυο άρθρα τους «Σύγχρονους Καιρούς» του Ιούνη και Ιούλη τούτου του χρόνου (1946). Η σημερινή νεολαία, λέει, απορρίπτει τον υλισμό, γιατί φιλοσοφικά είναι λαθεμένος και τον ιδεαλισμό «επειδή εξυπηρετεί ένα μύθο για τις κατέχουσες τάξεις». Ένα άρθρο του είναι αφιερωμένο στην «άρνηση» του υλισμού, υποστηρίζοντας πως δεν είναι διαλεκτικός, γιατί στηρίζεται στην επιστήμη, που η μέθοδός της, λέει, είναι ταυτόχρονα υλιστική και ιδεαλιστική. Από τη μια μεριά, η επιστήμη πραγματεύεται μονάχα την ποσότητα και προχωρεί πιότερο με τη «γραμμική» παρά τη συνθετική διαλεκτική μέθοδο, κι από την άλλη μεριά, χρησιμοποιεί επιστημονικές αντιλήψεις με την ιδεαλιστική, εγελιανή έννοια. Συμπεραίνει πως ο υλισμός περιέχει κάποια αλήθεια, αλλά όχι ολάκερη την αλήθεια, και ότι ο υλισμός αποτελεί «το μοναδικό μύθο που ταιριάζει σε επαναστατικές απαιτήσεις», αλλά δεν εξυπηρετεί τη μακριά σειρά των αναγκών της επαναστατικής κίνησης για την «Αλήθεια».

les-temps-modernes-ninth-edition

To τεύχος 1/6/1946 του περιοδικού του Σαρτρ «Σύγχρονοι Καιροί» που περιλαμβάνει το άρθρο «Υλισμός & Επανάσταση»

Στο δεύτερο άρθρο του ο Σαρτρ ερμηνεύει την δικιά του άποψη για την «επανάσταση». Εδώ αποκαλύπτει μια πέρα για πέρα παρανόηση του Μαρξισμού, που φτάνει μάλιστα ίσα με το σημείο να μπερδεύει το ντετερμινισμό με τον φαταλισμό. Οι κομμουνιστές εξαπατούν τους εργάτες, λέει, απαιτώντας «δικαιώματα» γι’ αυτούς, πράγμα που ο Σαρτρ θεωρεί αστική αντίληψη. Γιατί πώς μπορούν οι άνθρωποι να έχουν δικαιώματα, αφού τίποτε δεν υπάρχει απαρέγκλιτα αλλά, σύμφωνα με τον υπαρξισμό, μονάχα τυχαία; Για τους καταπιεζόμενους, ο Σαρτρ λέει: «Οι πατέρες τους δεν ήλθαν στον κόσμο για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό, αλλά τυχαία, για τίποτε». Η ύπαρξη κατά κύριο λόγο είναι παράλογη: συνεπούμενα, αποτελεί παραδοξολογία να υποθέτουμε ότι οι άνθρωποι έχουν δικαιώματα. Ο επαναστατικός ουμανισμός, λέει ο Σαρτρ, «δεν στηρίζεται στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αλλά αρνείται στον άνθρωπο κάθε ιδιαίτερη αξιοπρέπεια». Το ανθρώπινο γένος, λέει, αποτελεί «μια αδικαιολόγητη και συμπτωματική παρουσία» και το καλύτερο που μπορεί να κάμει η επανάσταση είναι να φτάσει σε μια «πιο λογική ισορροπία» για ολόκληρη τη φυλή. Ποια θα είναι αυτή η ισορροπία δεν λέει, αν και πρέπει να υποτεθεί πως θέλει να πει όλοι οι άνθρωποι πρέπει να γίνουν υπαρξιστές, γιατί «η επαναστατική φιλοσοφία πρέπει να είναι φιλοσοφία υπέρβασης». Παραπέρα, ο Σαρτρ καταδικάζει τη μαρξιστική άποψη που σύμφωνα μ’ αυτήν η ελευθερία είναι η αναγνώριση της αναγκαιότητας επειδή την ερμηνεύει με μηχανιστικούς, μοιρολατρικούς όρους. Βέβαια, η αντίληψη αυτή για την ελευθερία είναι ασυμβίβαστη με τη θεωρία περί ελευθερίας του Σαρτρ που διδάσκει ότι είναι η απόλυτη εκλογή χωρίς εξάρτηση από το παρελθόν, την κοινωνία ή την ιστορία. Προβάλλει τον χυδαίο, πολυαναιρεμένο ισχυρισμό πως η μαρξιστική θεωρία για την ελευθερία κάνει την ατομική δράση και προσπάθεια ανίκανη και επιτρέπει στον άνθρωπο να διαβάζει απλώς την ιστορία και όχι να τη δημιουργεί.

«Ξέρω καλά», γράφει ο Σαρτρ, «πως δεν υπάρχει άλλη σωτηρία για τον άνθρωπο εκτός από την απελευθέρωση της εργατικής τάξης». Αλλά υπάρχει ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ της υπαρξιστικής φιλοσοφίας του και της κοινωνικής του δραστηριότητας. Όπως είδαμε, η φιλοσοφία αυτή συγκεντρώνεται αποκλειστικά στην ανάλυση της κίνησης της συνείδησης. Είναι αδύνατο, σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, να εκδηλωθεί στα γήινα κοινωνικά προβλήματα, γιατί όλα τα προβλήματα προσανατολίζονται προς τις κεντρικές υποκειμενικές ιδέες του υπαρξισμού. Πώς μπορεί ο υπαρξισμός να έχει αποδοτική σχέση με τη διατήρηση της τιμής του φράγκου, την προώθηση της παραγωγής στο ανώτατο όριο, την καταπολέμηση της αντίδρασης ή την ένταση της κίνησης για την εθνικοποίηση; Τα προβλήματα αυτά ουσιαστικά είναι άσχετα προς τον υπαρξισμό που ενασχολείται απλώς και μόνο με «ευχαρίστηση» με τις προσωπικές σχέσεις και στηρίζεται πάνω στην ανάλυσή τους. Παραπέρα, γιατί να υπάρξει γενικά επαναστατική κίνηση αφού οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι στη στέρηση; Ο άνθρωπος είναι ένα «υπερβατικό» πλάσμα κάτω από οποιοδήποτε κοινωνικό σύστημα και μπορεί να χρησιμοποιεί την «ελευθερία» του κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις αφού αυτή δεν καθορίζεται από την ιστορία ή τις κοινωνικές περιστάσεις. Είναι αλήθεια πως ο άνθρωπος περιόρισε την υποκειμενική ελευθερία ακόμα και κάτω από το φασισμό (προτιμώντας το θάνατο καλύτερα, παρά να υποκύψει στους φασίστες). Αλλά ασφαλώς η πολιτική και κοινωνική ελευθερία διαφέρουν τεράστια κάτω από διαφορετικά κοινωνικά συστήματα. Γιατί ο άνθρωπος να ενδιαφερθεί να μεταβάλει την «κατάστασή» του (είναι μια από τις αγαπημένες φράσεις του Σαρτρ), αφού δεν θα υποφέρει λιγότερες στερήσεις κάτω από το σοσιαλισμό απ’ όσες κάτω από το φασισμό; Πραγματικά, ο Σαρτρ βεβαίωσε: «Ποτέ δεν ήμαστε πιο ελεύθεροι όσο κάτω από τη γερμανική κατοχή». Ο άνθρωπος είναι αιχμάλωτος της αυτοκαταστρεφόμενης φύσης της συνείδησης που δεν μπορεί να την ξεφύγει κάτω από οποιοδήποτε κοινωνικό σύστημα. Ο υπαρξισμός στο παρελθόν, όπως στις περιπτώσεις του Πασκάλ και του Κίρκεγκορ, εύρισκε συνήθως δικαίωμα στο Θεό: όμως ο Σαρτρ, απορρίπτοντας την φαντασιοπληξία αυτή δεν αφήνει καμιάς λογής ελπίδα για τον άνθρωπο, αν τηρηθούν αυστηρά οι συνέπειες της φιλοσοφίας του. Ο υπαρξισμός, συνεπούμενα, αποτελεί αντιδραστική φιλοσοφία γιατί η επίμονη τήρησή του υπαγορεύει την αδράνεια και την ανικανότητα.

***

Ας ρίξουμε τώρα μια ματιά σε μερικά παραδείγματα. Ποιο είναι το πιθανό διαφωτιστικό συμπέρασμα που βγαίνει από το έργο του Σαρτρ «Με κλειστές τις πόρτες» για τη σύγχρονη κοινωνία μας; Το έργο αρχίζει και τελειώνει με γενικευμένα προβλήματα της συνείδησης. Ένας από τους ήρωες του έργου είναι συνεργός, αλλά ο Σαρτρ δεν ενδιαφέρεται διόλου με τις συνέπειες της συνεργείας, αλλά με την κατάσταση της συνείδησης του ήρωα. Και ο Σαρτρ όχι μονάχα δεν ενδιαφέρεται κυρίως για τη συνεργεία, αν και αυτή φυσικά καταδικάζεται, αλλά με το γεγονός αν ο ήρωας συνεργάστηκε όχι από δειλία. Το πραγματικό πρόβλημα για τον ήρωα αυτόν είναι το γενικευμένο πρόβλημα της γνώσης αν ήταν ή όχι πραγματικά δειλός, που από τη φύση της περίπτωσης είναι αδύνατο να καθοριστεί. Μ’ άλλα λόγια, το έργο καταπιάνεται αποκλειστικά με υποκειμενικά προβλήματα. Ή, ας ρίξουμε μια ματιά στη μελέτη του Σαρτρ «Πορτρέτο ενός Αντισημίτη». Μήπως εδώ ο Σαρτρ επιχειρεί να ερευνήσει τις κοινωνικές συνέπειες του Αντισημιτισμού, το καταστροφικό αποτέλεσμά του πάνω στην κοινωνία; Ο Σαρτρ είναι σαφής και υπέροχος όταν καταδικάζει την αισχρότητα του Αντισημιτισμού, αλλά το πρωταρχικό του ενδιαφέρον στρέφεται στο να αποδείξει πως η αντισημιτική συνείδηση είναι πραγματικά μια περίπτωση δειλίας και κακοπιστίας. Έτσι, όλα τα συγγράμματα του Σαρτρ, ακόμα κι όταν πραγματεύεται κοινωνικά θέματα, καταντούν στο τέλος ν’ αποτελούν υποκειμενικές αναλύσεις.

tumblr_mdp7rduwyQ1r44q44o1_1280

Ο Σαρτρ σε διανομή της μαοϊκής εφημερίδας Cause du Peuple το 1970 η οποία είχε τεθεί εκτός νόμου στη Γαλλία του Ντε Γκωλ (πηγή)

Ο υπαρξισμός είναι επίσης αντιδραστικός στη στάση του μπροστά στην επιστήμη και την ιστορία, τα δύο αυτά απαραίτητα όργανα της ανθρώπινης ανόδου. Ουσιαστικά, ο υπαρξισμός αδιαφορεί για την επιστήμη, γιατί απορρίπτει τη γνώμη ότι η επιστημονική μέθοδος αποδίδει τις πιο βάσιμες αλήθειες. Υπολογίζει σε κάποιο εξ εμφύτου διαφωτισμό για την υπέρτατη αλήθεια: και ενώ ο Σαρτρ παραδέχεται ότι η επιστήμη έχει κάποια περιορισμένη ωφελιμότητα, δεν αναζητά σ’ αυτήν λύση των ανθρωπίνων προβλημάτων. Να τον λοιπόν μέσα στη σύγχρονη επισκοπιστική παράδοση που συγκαταλέγει τον Μπέρξον, τους προαισθητικούς φιλοσόφους και διάφορους άλλους ιδεαλιστές ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της. Σαν και το δάσκαλό του, τον Χάιντεγκερ, ο Σαρτρ απόρριψε επίσης την ιστορία σαν διευθυνόμενη και επιστημονική αγωγή. Και πραγματικά, πώς μπορεί η ιστορία να είναι διευθυνόμενη και νοητή και να συμβιβάζεται με την άποψή του περί απόλυτης ελευθερίας;

«Πρέπει να είμεθα ευχαριστημένοι» γράφει ο Σαρτρ, «να φτιάνουμε την ιστορία μας κατά τύχη, από μέρα σε μέρα, διαλέγοντας απ’ όλες τις πλευρές οτιδήποτε ταιριάζει καλύτερα στην τρέχουσα στιγμή» (5). Κοροϊδεύει την προσπάθεια για σύγχρονες ιστορικές κρίσεις, επειδή η μελλοντική ετυμηγορία θα είναι πολύ διαφορετική από τις δικές μας αφού οι άνθρωποι θα έχουν στο μέλλον το πανόραμα της εποχής μας. Όμως αποτελεί γεγονός ότι άνθρωποι σαν το Μαρξ και Ένγκελς εχτίμησαν προφητικά και με ακρίβεια την εποχή τους: και παραπέρα, ο ιστορικός υλισμός αποδείχτηκε ισχυρό επιστημονικό όργανο για την ανάλυση και την κριτική των ιστορικών δυνάμεων. Μόνο με την εφαρμογή της πιο πειθαρχημένης και αυστηρής γνώσης της ιστορίας μπορούμε ν’ αποφύγουμε το ξαναζωντάνεμα του φασισμού και να οδηγήσουμε κοντύτερα στο σοσιαλισμό. Όταν ο Σαρτρ αποδίδει δευτερεύουσα σημασία στην επιστήμη και την ιστορία και θέτει την υποκειμενική ανάλυση στο κέντρο «της επαναστατικής» δραστηριότητας, βοηθά την αντίδραση να ακινητοποιήσει τους διανοουμένους.

***

Όσο κι αν ο Σαρτρ επιθυμεί να φτάσει τις μάζες με την υπαρξιστική του φιλοσοφία, δεν υπάρχει κανένας φόβος πως θα το πετύχει. Εδώ, προκάλεσε μια διαταραχή σε περιορισμένο κύκλο διανοουμένων, αλλά η φιλοσοφία είναι πολύ τεχνική και είναι δύσκολο να προξενήσει μεγάλη εντύπωση ακόμα και στους κύκλους αυτούς και μπορεί να παραμείνει μια μισο-υπονοούμενη φαντασιοπληξία για κάμποσο καιρό. Αναμφισβήτητα δημιούργησε πιο βαθιά εντύπωση στη Γαλλία: αβασάνιστες δημοσιογραφικές πληροφορίες για την έκταση της επίδρασής του μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα πως οι γαλλικές μάζες είναι φανατικοί οπαδοί ή αντίπαλοι του υπαρξισμού. Όμως και στη Γαλλία έχει επίδραση μονάχα στους κύκλους των διανοουμένων. Ο συνηθισμένος άνθρωπος έχει πάρα πολύ κοινή λογική ώστε να μην ανέχεται την πλαδαρή υποκειμενική ανάλυση που παράτησε από τα πρώτα της βήματα την εμπειρική πραγματικότητα. Αν και ο υπαρξισμός απόδωσε ψυχολογικές διαγνώσεις, στο σύνολό του αποτελεί λογικό και θεωρητικό οικοδόμημα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο κοινός άνθρωπος ξέρει αρκετά καλά ότι η ζωή είναι σπαρμένη με στερήσεις, ότι το κακό είναι πανταχού παρόν, αλλά βρίσκεται πολύ κοντά στις πραγματικές ανάγκες βελτίωσης της ζωής του ώστε να μην μπορεί να πιστέψει στον υπαρξιστικό μηδενισμό. Υπήρξαν εποχές στο παρελθόν όπου οι μάζες, κατατσακισμένες από την απελπιστικότητα της κατάστασής των- παράδειγμα, η τελευταία ελληνιστική περίοδος- υπέκυψαν σε ακραίου αλλοκοσμικούς τρόπους ζωής. Μα τα χρόνια γι’ αυτό πέρασαν. Ο υπαρξισμός μάταια ελπίζει να επηρεάσει τις μάζες ακριβώς τη στιγμή που οι αντικειμενικοί όροι είναι πάρα πολύ ώριμοι για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης από την προαιώνια υποταγή της.

242

Η εργατική τάξη είναι σήμερα οργανωμένη. Στη Σοβιετική Ένωση είναι το κράτος, και σε διάφορες χώρες, μαζί με τους συμμάχους της έχει στα χέρια της την κρατική δύναμη. Μια δυναμική τάξη δεν υποδουλώνεται στην υπαρξιστική αναπηρία. Αν θα πείτε σήμερα σ’ έναν οργανωμένο εργάτη στη διάρκεια μιας απεργίας ότι η σχέση του με τους συναδέλφους του απεργούς είναι αυτοκαταστροφική, δεν θα σας δώσει καμία προσοχή. Κείνο που ξέρει από την πείρα είναι ότι μερικές σχέσεις, σαν τη συνδικαλιστική και πολιτική οργάνωση, είναι πολύ αποτελεσματικά μέσα για την επιτυχία καλύτερων όρων ζωής.

Όπως απόδειξαν οι Γάλλοι κομμουνιστές, ο υπαρξισμός δεν τρομοκρατεί τους κεφαλαιοκράτες, γιατί είναι πέρα για πέρα υποκειμενικός και απαισιόδοξος. Αποδείξανε πως αν και η φιλοσοφία του χτυπήθηκε τόσο από τους κομμουνιστές και τους καθολικούς, ο Σαρτρ προτίμησε να στρέψει την πολεμική του μόνο ενάντια στους κομμουνιστές, αντί να καταπολεμήσει τους αντιδραστικούς. Έτσι, είναι σύμφωνος με το κλασικό παράδειγμα των μικροαστών «επαναστατών» που, πραγματικά βλέπουν τους κομμουνιστές σαν τους κυριότερους ανταγωνιστές τους στη στρατολογία ανάμεσα στους διανοούμενους και τη μικροαστική τάξη. Ο Σαρτρ είναι απλώς λίγο πιο πολύ σύνθετος από πολλούς μικροαστούς «επαναστάτες», αφού αναγνωρίζει, στα λόγια τουλάχιστον, πως «το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι το μοναδικό επαναστατικό κόμμα» (6). Αλλά οι επίμονες επιθέσεις του ενάντια στη φιλοσοφία του Κομμουνιστικού Κόμματος, από τη μια μεριά, και η δική του υποκειμενική, αποχαυνωτική υπαρξιστική φιλοσοφία, από την άλλη, του θέτουν τη σφραγίδα της αντιδραστικής επίδρασης. Συνεχίζει την προπολεμική κατάπτωση του μικροαστικού γαλλικού διανοητισμού στην περίοδο της ανόδου της εργατικής τάξης.

les-tribulations-de-mr-sartre-et-mme-de-beauvoir-vers-le-caucase-9168

O Σαρτρ με τη Σιμόν Ντε Μποβουάρ στον Καύκασο της ΕΣΣΔ το 1963 (πηγή)

Πού θα καταλήξει ο Σαρτρ είναι δύσκολο να γνωστεί σήμερα. Στην πρόσφατη επιστροφή του από τη Γαλλία, ο Αλβάρεθ Ντελ Βάγιο είπε: «Όπως εμφανίζεται σήμερα ο υπαρξισμός, ανεξαρτήτως πολιτικών αντιλήψεων, αποτελεί μια θολή, αρνητική, αυτοκαταστρέφουσα θεωρία. Από τον υπαρξισμό ίσαμε τον κυνισμό, ο δρόμος είναι εύκολος: και πάντα η αντίδραση βρίσκει στις τάξεις των απογοητευμένων, στην αποφασιστική στιγμή, τη διανοητική συνεργεία που είναι τόσο χρήσιμη για να εμφανίσει κάθε υποχώρηση ακίνδυνη, και μάλιστα αξιέπαινη, σ’ όλους εκείνους που δεν έχουν πια τη δύναμη ν’ αγωνιστούν» (7).

Βασικά, οι υπαρξιστές, παρά τις διαμαρτυρίες ανθρώπων σαν τον Σαρτρ, καταβασανίζονται από την κακομοιριά και την απομόνωση, γιατί δεν συνταύτισαν την τύχη τους με την εργατική τάξη, όπου υπάρχει η μόνη ελπίδα. Ο πραγματικός επαναστάτης σήμερα, δεν είναι ο υποκειμενιστής, αλλά ο υλιστής που εντοπίζει τους πιο σημαντικούς αγώνες σε μια πολύ πραγματική, αντικειμενική κοινωνία και κατανοεί ότι το πιο σημαντικό όργανο στον αγώνα αυτόν είναι ο Μαρξισμός.

Μετάφραση: Ι.Ν.Β.

Σημειώσεις

(1) Ζ. Π. Σαρτρ, Η Ρίζα της Καστανιάς (από τη «Ναυτία»), Παριζιάνικη Επιθεώρηση, Χειμώνας 1946, σελ.34

(2) Στο ίδιο

(3) Στο ίδιο

(4) Ζ. Π. Σαρτρ, Πλαστογράφος Μύθων, Theater Arts, Ιούνης 1946, σ.325

(5) Ζ. Π. Σαρτρ, Η Εθνικοποίηση της Φιλολογίας

(6) Ζ. Π. Σαρτρ, Υλισμός και Επανάσταση, Οι Σύγχρονοι Καιροί, Ιούλης 1946, σ.32

(7) Α. Ντε Βάγιο, Πολιτική και Διανοούμενοι, Έθνος, 20 Σεπτέμβρη 1946, σ.348-9.

Πηγή: Περιοδικό The New Masses (US) τεύχη 31 Δεκέμβρη 1946, σ.σ.8-10 και 7 Γενάρη 1947, σ.σ.21-22

Μεταφράστηκε στα ελληνικά και δημοσιεύτηκε στο δισεβδομαδιαίο περιοδικό «Μόρφωση», όργανο της κεντρικής επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας στο τεύχος 25/08/1947, σ.σ. 320-327

Για το βιογραφικό του Λούις Χάραπ βλ.εδώ.

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: