Στέφαν Τσβάιχ – Διεθνισμός ή Κοσμοπολιτισμός;

Τα συχνά επεισόδια μεταξύ κοσμοπολιτισμού και εθνικισμού στη νεοελληνική μας πραγματικότητα, στα οποία τμήμα της αριστεράς (για λόγους διατήρησης “πιάτσας”) “την πατάει”, είτε παίρνοντας το μέρος του ενός αντιμαχόμενου, είτε παραμένοντας απαθής, αντί να αντιτάξει την ατζέντα της (βλ.και εδώ), συσκοτίζουν μια άλλη εξίσου σημαντική αντίθεση: αυτή μεταξύ κοσμοπολιτισμού και διεθνισμού. Πάσχουσα από πνευματική οκνηρία (όταν περιορίζεται στο να “συμβάλλει” και δεν επιδιώκει να πρωταγωνιστεί), μη φωτίζοντας ούτε αυτή την αντίθεση, η αριστερά καταλήγει να αποδέχεται να ταυτίζεται ένα συστατικό της στοιχείο, ο διεθνισμός, με τον κοσμοπολιτισμό. Έτσι, ούσα -στην πράξη- άβουλη, ενίοτε τοποθετείται (ή την τοποθετούν) στο στρατόπεδο του κοσμοπολιτισμού, και, αφού δεν αναπτύσσει την ατζέντα της, ούσα μια δευτερεύουσα και παρασιτική δύναμη, χρεώνεται, όταν δεν αναπαράγει η ίδια, τα κοσμοπολίτικα επιχειρήματα κατά του εθνικισμού.

Ομοίως, στον εθνικισμό, άλλα πράγματα (π.χ. πατριωτισμός), εξίσου αντικρουόμενα όσο και ο διεθνισμός με τον κοσμοπολιτισμό, τσουβαλιάζονται από την αστική τάξη και τους ιμπεριαλιστές, οι οποίοι πάντα σπρώχνουν σε μια ατζέντα αποτελούμενη από ψευτοδιλήμματα με απατηλές έννοιες και απατηλά “στρατόπεδα”. Έτσι, ενίοτε υπάρχει και η αντίστροφη κατάντια για την αριστερά, όταν αυτή δεν προτάσσει ανεξάρτητη ατζέντα και στρατόπεδο, δεν διακρίνει τον πατριωτισμό από τον εθνικισμό, και παύει να κάνει αντιεθνικιστικό αγώνα: να προσχωρεί στο στρατόπεδο του εθνικισμού, ακόμα και του σκοταδισμού, να υιοθετεί την -αντιαριστερή και όχι αντικοσμοπολίτικη – επιχειρηματολογία του, ακόμα και τη γλώσσα του, και να έχει τους ίδιους εχθρούς με τους εθνικιστές και τους σκοταδιστές.

Έχοντας ζήσει τη φρίκη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (αλλά και πιο πριν), ο Στέφαν Τσβάιχ ανήκε σταθερά στο “στρατόπεδο” των άνευ όρων διεθνιστών. Μπορούσε, ωστόσο, μεταπολεμικά να διακρίνει και να επικρίνει τον εσκεμμένο διεθνισμό. Έναν “διεθνισμό” που, όπως σωστά επεσήμαινε ο Τσβάιχ, είχε (και έχει) μια ιδιαίτερη παράμετρο: συγκεκριμένα, την κρατική (ιμπεριαλιστική) έγκριση, διαμεσολάβηση και προώθηση, που, με κρατική παραγγελία, είναι δυνατό να αρθεί, και να αντιστραφεί. Έτσι, ο Τσβάιχ ορθά τον διαχώριζε από το διεθνισμό και τον χαρακτήριζε κοσμοπολιτισμό.

Stefan_Zweig_1900_cropped

Το παρακάτω άρθρο του Τσβάιχ έχει, φυσικά, και ελλείψεις. Μη όντας στρατευμένος στο επαναστατικό πολιτικό κίνημα, δεν διέκρινε το διεθνισμό σε διάφορα είδη: π.χ. τον προλεταριακό διεθνισμό. Διαπνεόταν, επίσης, από κάποιο ευρωποκεντρισμό και ιδεαλισμό. Ήταν άνευ όρων ειρηνιστής, και εσφαλμένα, δεν διέκρινε τους πολέμους σε δίκαιους και άδικους. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, και παρά τα πιο “πρωτόγονα” αναλυτικά εργαλεία, ο Τσβάιχ, έβλεπε σωστά ύπαρξη στρατοπέδων και εχθρού (έστω και στο πρόσωπο του κράτους), έστεκε στο σωστό στρατόπεδο, και σε ζητήματα θεμελιακά (όχι π.χ. αναφορικά με την τρέχουσα – τότε – εσωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ), δεν δεχόταν να “την πατήσει”. Ανεξαρτήτως κόστους.

 ***

Στέφαν Τσβάιχ – Διεθνισμός ή Κοσμοπολιτισμός;

Αν δεν είχαμε ξεμάθει την ευπιστία, θα μπορούσαμε να πιστέψουμε πως ποτέ στην Ευρώπη η Διεθνής του πνεύματος δεν είχε τέτοια γιορτή. Διαδηλώσεις και τελετές διαδέχονται η μία την άλληνε· κάθε εβδομάδα ιδρύονται και νέα κλούμπ, σύλλογοι και εταιρίες, όλες με το ίδιο πνεύμα της αδερφοποίησης, κι ο συγγραφέας που θα’θελε να ανταποκριθεί σ’ όλες αυτές τις προσκλήσεις θα περνούσε τις νύχτες του στα τραίνε και τις μέρες του σε συμπόσια και πανηγύρια. Από την εποχή που σ’ όλα τα Κράτη οι υπουργοί δείχνουν εύνοια στον ευρωπαϊσμό – ύστερα από τους βιομήχανους και τους τραπεζίτες (αυτό δα! Από καιρό τώρα δουλεύουνε μαζί σιωπηλά) – έρχονται στη σειρά οι συγγραφείς με πολλή φασαρία μάλιστα, και τ’άρθρα, οι λόγοι και τα βιβλία δεν τους αρκούνε για να διακηρύξουν από λαό σε λαό την αιφνίδιά τους αγάπη.

Εκείνο που μας κάνει δύσπιστους, εμάς, δεν είναι τ’ ότι βλέπουμε τόσον κόσμο να διακηρύττει τόσο ξαφνικά και με τόσο ζήλο την προσχώρησή του στη Διεθνή του πνεύματος, αλλά μονάχα ο θόρυβος και το ντελάλισμα που συνοδεύουνε αυτές τις εκδηλώσεις. Γιατί, κι αυτό το ξέρουμε καλά, πάντα είναι οι αμαρτωλοί που διακηρύττουνε την πίστη τους με τόσο θόρυβο. Είναι οι αμαρτωλοί και μόνοι, των οποίων τα μαλιά είναι ακόμα υγρά από το νέρο του βαφτίσματος που παίρνουν αυτή τη στάση και τοιχοκολλούνε τις πεποιθήσεις τους μπροστά στους καθρέφτες της δημοσιότητας. Είναι γι’ αυτό που λ.χ. εγώ, δεν καταλαβαίνω μερικούς γερμανούς συγγραφείς που τώρα απορούνε γιατί με δέχτηκαν τόσο καλά στο Παρίσι. Εμείς που δεν περιμέναμε την επίσημη άδεια για να ‘μαστε διεθνιστές διανοούμενοι, δεν ήταν δυνατό να φανταστούμε πως θα μπορούσε αυτό να γίνει αλλιώς, δηλαδή, πως άνθρωποι της ίδιας γενιάς και έχοντας τις ίδιες ιδέες, απότομα, γιατί μερικοί υπουργοί έκαναν την ανοησία να μην οπισθοχωρήσουνε μπροστά στον πόλεμο, θα ορκίζονταν επίσημα να μη δώσουνε ποτέ πια τα χέρια.

Κατά τη γνώμη μου, οι αμοιβαίες επισκέψεις που τώρα γίνονται με αρκετή πόζα, στις διάφορες πόλεις, οι διαλέξεις στα ξένα Πανεπιστήμια, τα συμπόσια, τα γεύματα κι οι συνεντεύξεις, ακόμα κι οι ενσταντανέ φωτογραφίες που παίρνονται μαζί, δε νομίζω να είναι πράγματα πολύ ενθαρρυντικά και πολύ χρήσιμα για τη διανοητική ένωση των λαών. Είναι συμπτώματα για τα οποία δεν πρέπει να λογίζεται κανείς ευτυχής – πραγματικά, είναι συμπτώματα που δεν έχουνε τίποτε το υποχρεωτικό και που είναι ακριβώς τα ίδια όπως τα είχαμε δει και πριν από τον πόλεμο. Και την εποχή εκείνη, επίσης υπήρχανε αυτού του είδους οι αδερφοποιήσεις και τέτοια συμπόσια, στα οποία μάλιστα έπαιρναν μέρος και αυτοκράτορες για μεγαλύτερη έμφαση. Ο Νικόλαος μόλις επρόφτανε να κατασπάζεται το Γουλιέλμο κι ο Γιουλιέλμος πήγαινε να κάνει επίσκεψη του Εδουάρδου. Όλοι ακριβώς, όπως και σήμερα, έγραφαν βαρυσήμαντα κύρια άρθρα, παρακάθονταν σε μεγαλοπρεπή συμπόσια, έπαιρναν ενσταντανέ φωτογραφίες και μιλούσανε με τόνο στομφώδικο για την επιδίωξη των αυτών σκοπών και για την αιώνια αδερφοποίηση. Κι ωστόσο, αν εξετάσει κανείς κατά βάθος τα πράγματα, όλα αυτά δεν άξιζαν ούτε όσο ένα σβωλαράκι μπαρουτιού, ακριβώς γιατί αυτά δεν εμποδίσανε τα εκατομμυρια φονικά βόλια να σκοτώνουνε τον κόσμο.

131939

Συνεπώς, όλες αυτές οι προσπάθειες, όπως το Πεν Κλουμπ, οι Σύνδεσμοι για την Κοινωνία των Εθνών, η Ένωση της Κουλτούρ, οι γερμανικοί και γαλλικοί σύλλογοι, δε μπορούνε να’χουνε καμια αξία εφόσο βασίζονται στο ανεύθυνο και το μη εξαναγκαστό, εφ’ όσον προέρχονται από σχέσεις καθαρά κοσμικές, αλλά μονάχα όταν βασιστούνε στην αμοιβαία υποχρέωση, αν πάψουνε να’ναι “φύσεως κοσμοπολίτικης” για να δώσουνε εγγυήσεις με ένα χαρακτήρα αληθινά διεθνιστικό.

Κοσμοπολιτισμός” και “διεθνισμός” είναι δύο λέξεις που κινδυνεύουνε σε καιρό ειρήνης να θεωρηθούνε ταυτόσημες και να συγχυστούν ανάμεσά τους, αλλά θαρρώ πως είναι καρός ν’ απαιτήσουμε σήμερα να γίνεται μια διάκριση μεταξύ τους.

Ο κοσμοπολιτισμός είναι απλούστατα ένα είδος αμοιβαίας φιλοξενίας που υφίσταται ανάμεσα στα κράτη, στο επίπεδο των κοσμικών σχέσεων και κατόπιν “συμβάσεως”, προϋποθέτουνε δε ανάμεσα στα έθνη αυτά μια πολιτική φιλική. Δεν εφαρμόζεται, λοιπόν, παρά σε καιρό ειρήνης, και δεν υποχρεώνει καθόλου σε καιρό πολέμου, είναι ολότελα απρόσβλητος γιατί σε κάθε στιγμή μπορεί να διαλυθεί. Κάνεις επισκέψεις, σε δέχονται ευχαρίστως, εφ’ όσον οι κυβερνήσεις το επιτρέπουν και ξαναπαίρνεις το ντουφέκι ή τη φαρμακωμένη πένα, μόλις το θελήσει πάλι η Κυβέρνηση.

Αντίθετα, ο διεθνισμός είναι η προσχώρηση στο δόγμα της αδιάσπαστης ενότητας των εθνών, ανεξάρτητης από τις μεταβολές και τις μεταστροφές της κυβερνητικής πολιτικής· όχι μονάχα επιζεί του πολέμου, αλλά ακριβώς ο πόλεμος γίνεται η υπέρτατη και αποφασιστική δοκιμασία της ένωσης αυτής. Απαιτεί μια προσχώρηση λεύτερη κι ακόμα επικίνδυνη απέναντι στον κίνδυνο· δένει, υποχρεώνει το πνεύμα που είναι πραγματικά πεπεισμένο σε μια διαρκή πίστη για τη διανοητική ένωση της Οικουμένης, πίστη που δε μπορεί να επηρεάσει καμιά επιδρομή, καμιά αδικία. Δεν ξέρει ιδιαίτερη φιλοξενία προς τους ξένους, γιατί δεν ξέρει έθνη “ξένα”, δεν έχει πια ανάγκη εκδηλώσεων, γιατί παραδέχεται ως φυσική την αδερφοποίηση του πνεύματος. Ο διεθνισμός αποκλείει ολότελα το στρατιωτικό καθήκον του πνεύματος και θεωρεί ως πόλεμο κάθε είδους πόλεμο.

zweig

Γι’ αυτό, απόλυτη ανάγκη είναι κάθε εταιρία, κάθε σύνδεσμος, κάθε σύλλογος, κι ακόμα, κάθε άτομο που θέλει να υπηρετήσει την ευρωπαϊκή κοινωνία, να ξέρει πρώτα το ίδιο με απόλυτη σαφήνεια αν είναι απλώς κοσμοπολίτης ή διεθνιστής, δηλαδή αν είναι διατεθειμένος να δεθεί με την πιο ιερή υποχρέωση ακόμα και σε περίπτωση πολέμου. Σε τι θα χρησίμευε λοιπόν αυτή η κοινή ένωση γύρω από καλοστρωμένα τραπέζια, αν το ίδιο χέρι, σαν παίρνει κανείς το ποτήρι, για να εκφωνήσει μια παθητική πρόποση για την αδερφοποίηση, είναι έτοιμο να χρησιμοποιήσει και το μαχαίρι ή την πένα κατά του γείτονά του, όταν την επαύριο ένας διχτάτορας ή ένα κρατικό διάταγμα κηρύττει την έναρξη των εχθροπραξιών; Αν το Πεν Κλουμπ, ο Σύνδεμος της Κοινωνίας των Εθνών, η Ένωση για την Κουλτούρα κι όλες αυτές οι ενώσεις, οποιεσδήποτε κι αν είναι, εκφράζανε πραγματικά ένα ηθικό σκοπό, θα όφειλαν το ταχύτερο ν’ απαιτήσουν εγγυήσεις οι οποίες δε θ’ αφορούσανε μονάχα την κανονικότητα της καταβολής των συνδρομών ή ένα στιγμιαίο ειρηνισμό ή ευρωπαϊσμό, αλλά εγγυήσεις πραγματικής και διαρκούς προσπάθειας για την αντιμετώπιση κάθε κινδύνου.

Με δυο λόγια, χρειαζόμαστε εγγυήσεις κι όχι λόγια, έχουμε ανάγκη το διεθνισμό και όχι τον κοσμοπολιτισμό, έχουμε ανάγκη σαφήνειας πρώτα από όλα. Στον καθένα απομένει να κρίνει σε ποιο μέτρο πρέπει να υποχρεωθεί και σε ποια μεριά του οδοφράγματος βρίσκεται. Μας φτάνουν πια οι αμφίβολες οικειότητες, και ο ευρωπαϊσμός αυτός των συμποσίων, χωρίς κίνδυνο, όπως και χωρίς υποχρεώσεις. Αυτό που χρειάζεται σήμερα, είναι μια απόφαση και δράση. Δεν χρειάζονται μονάχα κοσμικές φιλοφρονήσεις, αλλά μια καρδιά, δε χρειάζεται πια ο ξεθωριασμενος κοσμοπολιτισμός που ισχύει “μέχρι νεοτέρας διαταγής”, αλλά διεθνισμός ειλικρινής, έτοιμος για όλες τις θυσίες, και πίστη διαρκής και αδιάσπαστη στη μόνη αληθινή και κοινή πατρίδα, που είναι μια για όλους τους ευρωπαίους διανοούμενους.

Δημοσιεύτηκε στο Die Literarische Welt 2 (1926), Nr. 27. Η μετάφραση προέρχεται από τη “Λογοτεχνική Επιθεώρηση”, τ.3, 1927, σ.σ.43-44.

Advertisements

Tagged: , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: