Στεπάν Φιόντοροβιτς Κετσεκιάν: Το σύστημα του σοβιετικού σοσιαλιστικού δικαίου (1946)


Ι. Η συζήτηση για το σύστημα του σοβιετικού σοσιαλιστικού δικαίου στη νομική φιλολογία μας και στις συσκέψεις που είναι αφιερωμένες ειδικά σ’ αυτό το ζήτημα, παρουσίασε μια διαφωνία ανάμεσα στους επιστήμονες νομικούς μας σχετικά με τις αφετηριακές θέσεις για τη δημιουργία του συστήματος του σοβιετικού δικαίου. Άλλοι υποστήριζαν πως η συστηματοποίηση των κανόνων του δικαίου μας πρέπει να γίνεται με βάση τις διαφορές στις μέθοδες της νομικής ρύθμισης, άλλοι πάλι νόμιζαν πως το σύστημα του δικαίου μας πρέπει να ανοικοδομηθεί ξεκινώντας από τη διαφορά σχετικά με το αντικείμενο της νομικής ρύθμισης, δηλαδή, από τη διαφορά του περιεχομένου των νομικών μορφών που αφορούν τις διάφορες κοινωνικές σχέσεις.

Οι μέθοδες της νομικής ρύθμισης πραγματικά διαφέρουν τόσο στο δικό μας όσο και στα άλλα συστήματα δικαίου. Είναι διαφορετικός ο χαρακτήρας του καταναγκασμού που πραγματοποιείται μέσω των νομικών κανόνων, είναι διαφορετική στις διάφορες περιπτώσεις η σχέση των οργάνων της εξουσίας προς τον κάθε πολίτη, διαφορετικός ο βαθμός της “αυτονομίας” και της αυτοτέλειας που παραχωρείται στον κάθε πολίτη. Οι κανόνες δικαίου παρουσιάζουν και αντανακλούν όλες τις πολυποίκιλες μέθοδες της κρατικής διοίκησης.

Σε μερικές περιπτώσεις, το κράτος ενεργεί αυταρχικά, υπαγορεύοντας στους πολίτες μια καθορισμένη διαγωγή, σε άλλες περιπτώσεις, τους επιτρέπει να καθορίζουν ανεξάρτητα το χαρακτήρα της δράσης τους και την κατεύθυνσή της. Σε άλλες περιπτώσεις, το κράτος πραγματοποιεί έναν αυταρχικό διακανονισμό της οικονομίας, που δεν αναγνωρίζει καμία ανεξαρτησία σε χωριστές οργανώσεις και σε χωριστά άτομα, σε άλλες περιπτώσεις φτάνει στο σκοπό του διατηρώντας μια ορισμένη αυτονομία των ατόμων και των οργανώσεων. Μια και το κράτος πραγματοποιεί τη διοίκησή του μέσω του δικαίου, όταν είναι διαφορετικές οι μέθοδες της κρατικής διοίκησης, είναι διαφορετικές και οι μέθοδες της νομικής ρύθμισης.

Σχετικά με τη σοβιετική διοίκηση, μπορούμε να σημειώσουμε μια ορισμένη ποικιλομορφία και στις μέθοδές της. Φτάνει να παραβάλλει κανείς τη διεύθυνση της αγροτικής οικονομίας που πραγματοποιείται μέσα στα σοβχόζ, με τη διεύθυνση που εφαρμόζεται σχετικά με τα κολχόζ. Το συγκεντροποιημένο εφοδιασμό της βιομηχανίες με πρώτες ύλες στην περίοδο του πολεμικού κομμουνισμού – και τον αποκεντρωμένο εφοδιασμό της με συναλλαγές στην αγορά που εφαρμόστηκε στην πρώτη περίοδο της ΝΕΠ. Την καθιερωμένη τάξη πρόσκλησης των πολιτών και εκτέλεσης της στρατιωτικής τους θητείας, με την είσοδό τους σε εθελοντικές ενώσεις και την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους σαν μέλη αυτών των οργανώσεων κλπ.

Ωστόσο, εξετάζοντας πιο προσχετικά το ζήτημα, θα δει κανείς πως η μέθοδος της νομικής ρύθμισης δε μπορεί να χωριστεί από το αντικείμενό της. Το αντικείμενο της ρύθμισης, δηλαδή, η μια είτε η άλλη κοινωνική σχέση, αποτελεί ένα σύνολο με τη νομική διατύπωσή της, συνεπώς, περιέχει πάντα μέσα της μια ορισμένη μέθοδο ρύθμισης.

Οι οικονομικές σχέσεις δεν υπάρχουν χωρίς τη νομική τους εκδήλωση. Το δίκαιο μπαίνει και αυτό μέσα στην υφή της οικονομικής ζωής σαν συστατικό της μέρος. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι ο Μαρξ, απαριθμώντας τα στοιχεία της αστικής οικονομίας, αναφέρει και το αστικό κράτος (1). Το ίδιο το κράτος αποτελεί οικονομική δύναμη, στην πραγματικότητα, υπάρχει, μόνο σε στενότατη και αδιάρρηχτη σύνδεση με την οικονομική βάση, και η οικονομία είναι σε μεφάλο βαθμό αποτέλεσμα της επίδρασης που εξασκεί πάνω της το πολιτικό εποικοδόμημα.

Οι διάφορες μορφές διακανονισμού, οι διάφορες μέθοδες της νομικής ρύθμισης περιλαμβάνονται κι αυτές στην οικονομία της κοινωνίας, καθορίζοντας τη διαμόρφωση ειδικών κοινωνικών φαινομένων. Π.χ. Η λεγόμενη “μη επέμβαση” του αστικού κράτους στην οικονομική σφαίρα δεν είναι μόνο μια ειδική μέθοδος νομικής ρύθμισης των σχέσεων της αστικής κοινωνίας με τη χαρακτηριστική για την κεφαλαιοκρατική οικονομιία αναρχία της παραγωγής. Η πλατιά ανεξαρτησία (“αυτονομία”) των ιδιοκτητών στην κοινωνία, που προκαθορίζεται από τη “μη επέμβαση”, αποτελεί πρώτα-πρώτα μια ορισμένη αλληλουχία κοινωνικών σχέσεων, ένα ορισμένο αντικείμενο ρύθμισης, αν και στην υφή αυτών των σχέσεων, αναμφισβήτητα, πραγματοποιείται κιόλας κάποια ιδιαίτερη ειδική μέθοδος νομικής ρύθμισης, που η ιδιομορφία της συνίσταται στην εξασφάλιση μιας πλατιάς “προαιρετικότητας”, “αυτόβουλης διάθεσης” της συμπεριφοράς των ανθρώπων μέσα στην κοινωνία (2) .

Κατά τον ίδιο τρόπο, και η “ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι” είναι αναμφισβήτητα το αποτέλεσμα ειδικών μορφών νομικής ρύθμισης, που επιτρέπουν την αυτοτέλεια χωριστών υποκειμένων στη λύση τούτων είτε κείνων των οικονομικών καθηκόντων. Ταυτόχρονα, όμως, η “ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι” είναι μια έκφραση των ειδικών χαρακτηριστικών της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας και αποτελεί κάποιο ιδιαίτερο κύκλο των κοινωνικών σχέσεων.

Οι ιδιομορφίες της διοίκησης και, συνεπώς, οι ιδιομορφίες στις μέθοδες της νομικής ρύθμισης, καθορίζουν και στη χώρα μας τον κύκλο της εφαρμογής των συνεταιρικών σχέσεων στις αμοιβαίες σχέσεις των κρατικών οργάνων. Όλη η ανεξάρτητη εμπορική διαχείριση αντιπροσωπεύει ταυτόχρονα ειδική μέθοδο νομικής ρύθμισης των οικονομικών σχέσεων και ένα ιδιαίτερο αντικείμενο ρύθμισης – την κυκλοφορία της σοσιαλιστικής οικονομίας.

Γι’ αυτό, σ’ όλες τις περιπτώσεις, μόνο πολύ σχετικά μπορεί να γίνεται λόγος για συστηματοποίηση του δικαίου με τη μέθοδο της ρύθμισης, γιατί πίσω από την ιδιαίτερη μέθοδο κρύβεται αναπόφευκτα η ιδιαίτερη ειδική σφαίρα των κοινωνικών σχέσεων.

Ωστόσο, η αστική διαίρεση του δικαίου σε ιδιωτικό και δημόσιο αγκαλιάζει τόσο πλατιά τους πιο διάφορους κλάδους των κοινωνικών σχέσεων, που προβάλει σαν διαίρεση par excellence, αν και χωρίς αμφιβολία, και στα αστικά συστήματα του δικαίου στις δύο κύριες μέθοδες ρύθμισης (“ιδιωτικό” δίκαιο και “δημόσιο” δίκαιο) αντιστοιχεί κάποια κύρια διαίρεση κοινωνικών σχέσεων (πολιτική οργάνωση, από το ένα μέρος, και η απελευθερωμένη από την πολιτική καθοδήγηση “ιδιωτική” δράση των ιδιοκτητών, από το άλλο).

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως στο σοβιετικό σοσιαλιστικό δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμοσθεί το αστικό σχεδιάγραμμα της διαίρεσης του νομικού υλικού σε δημόσιο και ιδιωτικό, που πηγάζει κατά πρώτο λόγο από τη διαφορά των μεθόδων της νομικής ρύθμισης. Είναι ολοφάνερο πως δεν έχουμε και δεν μπορούμε να έχουμε ιδιωτικό δίκαιο, γιατί η σοσιαλιστική κοινωνία απόκτησε πολιτικό χαρακτήρα και οικονομική και πολιτική διοίκηση αποτελούν σε εμάς ένα ενιαίο σύνολο.

Ο κάθε σοβιετικός πολίτης δεν παίρνει τα πολιτικά του δικαιώματα σαν άνθρωπος γενικά, σαν μια απομονωμένη, εγωιστική ύπαρξη, γνωστή στην αστική κοινωνία, αλλά σαν μέλος της σοσιαλιστικής κοινωνίας και, συνεπώς, σαν πολίτης της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Ο Λένιν, σ’ ένα σημείωμά του στον Κούρκι, λέει: “Εμείς δεν αναγνωρίζουμε τίποτα “ιδιωτικό”, για μας τα πάντα στον τομέα της οικονομίας ανήκουν στο δημόσιο δίκαιο και όχι στο ιδιωτικό”(3).

Από δω απορρέει πως, στην πλατιά έννοια, όλο το δίκαιό μας είναι δημόσιο. Ο μετασχηματισμός της κοινωνίας που δημιούργησε η μεγάλη σοσιαλιστική επανάσταση του Οχτώβρη, οδήγησε στην εξάλειψη του “ιδιωτικού” δικαίου.

Γι’ αυτό και η διαίρεση του σοβιετικού σοσιαλιστικού δικαίου με τη μέθοδο της ρύθμισης δεν μπορεί να μπει στη βάση του συστήματος του δικαίου μας.

Η διοίκηση με τις εντολές των ανωτέρων οργάνων της εξουσίας, υποχρεωτικές για τα κατώτερα, αγκαλιάζει ολόπλευρα τη σοσιαλιστική οικονομία. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά κάτω από το σοσιαλιστικό σύστημα της οικονομίας, που βασίζεται στη συγκεντροποιημένη σχεδιασμένη διεύθυνση. Είναι αλήθεια πως “η σοβιετική κυκλοφορία” προβλέπει μια ορισμένη ανεξαρτησία του κάθε κρίκου της κρατικής βιομηχανίας, των μεταφορών κλπ. Η σοβιετική κρατική διοίκηση της οικονομίας είναι χτισμένη πάνω στην αυτοτέλεια της δράσης του κάθε κρίκου του μηχανισμού της διοίκησης, στην πρωτοβουλία, την αυτονομία αυτών των κρίκων που ενεργούν μέσα στις συνθήκες τη ανεξάρτητης εμπορικής διαχείρισης, δηλαδή, έχοντας υπ’ όψη τόσο τα συμφέροντα της σοσιαλιστικής οικονομίας συνολικά, όσο και τα συμφέροντα του δοσμένου κρίκου. Η ενιαία σχεδιασμένη διεύθυνση της οικονομίας δεν αποκλείει την εμπορική και οικονομική ανεξαρτησία των χωριστών οργανώσεων της οικονομίας. Αντίθετα, η ανεξάρτητη εμπορική τους διαχείριση είναι το καλύτερο μέσο για την εκπλήρωση του σχεδίου. Η άμεση συγκεντρωμένη διεύθυνση της παραγωγής και του καταμερισμού, με εξαίρεση την ανεξαρτησία των χωριστών κρατικών οργανώσεων και επιχειρήσεων, δε θα ανταποκρινόταν, τουλάχιστον στην παρούσα στιγμή, στα καθήκοντα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Ωστόσο, αυτή η ανεξαρτησία είναι πολύ σχετική, εφ’ όσον όλη η δράση του κάθε χωριστού κρίκου γίνεται μέσα στα πλαίσια του σχεδίου και με βάση τις οδηγίες που δίνουν τα ανώτερα όργανα της κρατικής εξουσίας που διευθύνουν την οικονομία. Αν και ο κάθε κρίκος διαθέτει έναν ορισμένο βαθμό αυτονομίας, προβλέπεται μερικά η δυνατότητα να συναφθούν συμφωνίες ανάμεσα στα οικονομικά μας όργανα, η αυτονομία όμως των οικονομικών οργάνων περιορίζεται σε σχετικά στενά πλαίσια. Δεν επεκτείνεται, σε πολλές περιπτώσεις, ούτε στην εκλογή του συμβαλλόμενου, ούτε στους βασικούς όρους της συμφωνίας (ποσότητα, τιμή, προθεσμίες κλπ).

Η αυτονομία του κάθε πολίτη της ΕΣΣΔ στην οικονομική κυκλοφορία, αν και είναι πιο πλήρης, με την έννοια ότι οι πολίτες της ΕΣΣΔ δεν δεσμεύονται από άμεσες διατάξεις της εξουσίας σχετικά με την εκλογή του επαγγέλματος και το χαρακτήρα της εργατικής τους δράσης, των περιουσιακών αποχτημάτων, ωστόσο, κάτω από το σοσιαλιστικό σύστημα της οικονομίας, αυτή η αυτονομία δε μπορεί παρά να έχει σχετικά στενό πεδίο δράσης για την πραγματοποίησή της, περιοριζόμενη στον τομέα της εκμετάλλευσης της προσωπικής ιδιοκτησίας των σοβιετικών πολιτών και της ιδιωτικής οικονομίας των μονονοικοκυραίων και των βιοτεχνών.

Η αυτόνομη δράση των σοβιετικών οικονομικών οργανώσεων και, σε ορισμένες πτώσεις, η αυτόνομη δράση των χωριστών πολιτών, βασίζεται πάνω στη μια ή στην άλλη πράξη του οργάνου της κρατικής εξουσίας, που γεννά αυτή τη δράση και που καθορίζει, ίσαμε ένα ορισμένο βαθμό, την ίδια την κατεύθυνση αυτής της δράσης. Αυτή η πράξη, που η σημασία της σαν πράξη “δημοσίου δικαίου” δεν αμφισβητείται, πρέπει αναπόφευκτα να παίρνεται υπ’ όψη όταν εξετάζεται η αυτόνομη δράση των οικονομικών οργανώσεων και η αυτόνομη δράση του κάθε σοβιετικού πολίτη, π.χ. η πράξη για την παραχώρηση των γαιών όταν εξετάζεται η σύμβαση για τη χρήση της γης, η έκδοση διατακτικής για στέγαση όταν εξετάζοναι οι αμοιβαίες σχέσεις της συμφωνίας ανάμεσα στο όργανο της στέγασης και τον ενοικιαστή και άλλες πράξεις σχεδιασμού, όταν εξετάζονται οι συμβάσεις ανάμεσα στις φάμπρικες και τα εργοστάσια. Συνεπώς, η εξέταση των νομικών σχέσεων που γεννιούνται από την αυτονομία των κρατικών οργανώσεων και του κάθε πολίτη, φαίνεται πως είναι συνδεδεμένη με την εξέταση των πράξεων “δημοσίου δικαίου” και, γι’ αυτό, δεν είναι σκόπιμο να τα πραγματεύεται κανείς ξεχωριστά στη νομοθεσία και στην επιστήμη του δικαίου.

Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να απορριφθεί η διαίρεση του σοβιετικού δικαίου με τη μέθοδο της ρύθμισης, γιατί οδηγεί, πρώτο, στο να ξεχωριστεί σαν βασικός τομέας ένα νομικό υλικό που δεν έχει βασική σημασία μέσα στο σύστημα του σοβιετικού σοσιαλιστικού δικαίου και, δεύτερο, καθιστά αδύνατο να καθοριστούν οπουδήποτε ακριβή όρια ανάμεσα στους διάφορους τομείς του δικαίου.

ΙΙ. Για να διαιρεθεί το σοβιετικό δίκαιο σύμφωνα με το θέμα της ρύθμισης, είναι πρώτα απ’ όλα ανάγκη να καθοριστεί τι εννοείται σαν αντικείμενο της ρύθμισης και τι σαν διαίρεση του δικαίου πάνω σ’ αυτή τη βάση.

Το να δημιουργηθεί σύστημα δικαίου σύμφωνα με το αντικείμενο της ρύθμισης σημαίνει να προσανατολίζεται η ρύθμιση προς το σύστημα των κοινωνικών σχέσεων.

Στην πορεία της ιστορικής εξέλιξης, αυτές οι σχέσεις αλλάζουν, αλλά σε κάθε δοσμένη στιγμή αντιπροσωπεύουν κάποοι τελειωμένο σύνολο και είναι διαποτισμένες με την ενότητα των αρχών που βρίσκονται στη βάση τους.

Γι’ αυτό, όταν καταπιανόμαστε με τη δημιουργία του συστήματος του σοβιετικού σοσιαλιστικού δικαίου σύμφωνα με το αντικείμενο της ρύθμισης, πρέπει να ανατρέξουμε στις κοινωνικές σχέσεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας, που αποτελούν το αντικείμενο της νομικής ρύθμισης μέσα στο σοβιετικό καθεστώς. Ανάλογα με τις ιδιομορφίες αυτών των σχέσεων καθορίζεται και το σύστημα του σοσιαλιστικού δικαίου που προορίζεται να τις ρυθμίσει.

Είναι απαραίτητο, πρώτα απ’ όλα, να ληφθεί υπ’όψη η διαφορά στις οικονομικές και ιδεολογικές σχέσεις, στη βάση και στο εποικοδόμημα, έχοντας συγχρόνως υπ’όψη πως, στην πραγματικότητα, όπως είπαμε κιόλας παραπάνω, η οικονομική βάση, σαν περιεχόμενο είναι αδιάσπαστη από τη νομική και πολιτική της μορφή και αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο μαζί της. Εδώ, εφ’ όσο πρόκειται για τις σχέσεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας, πρέπει να ξεκινούμε από τη διαφορά και τις αμοιβαίες σχέσεις της σοσιαλιστικής οικονομίας, από το ένα μέρος, και του σοσιαλιστικού κράτους και δικαίου και ολόκληρου του ιδεολογικού εποικοδομήματος της σοσιαλιστικής κοινωνίας συνολικά, από το άλλο.

Αφετηρία για το χαρακτηρισμό των κοινωνικών σχέσεων της κοινωνίας μας είναι η δικτατορία της εργατικής τάξης που πραγματοποιείται στη χώρα μας και το σοσιαλιστικό σύστημα της οικονομίας. Γι’ αυτό, αφετηρία για το σύστημα του δικαίου είναι το σύνολο των κανόνων του πολιτειακού δικαίου, που καθορίζει και κατοχυρώνει τις βάσεις του κοινωνικού μας καθεστώτος και της πολιτικής μας οργάνωσης. Οι κανόνες του σοβιετικού πολιτειακού δικαίου εκφράζουν και κατοχυρώνουν “…το κοινωνικό και κρατικό σύστημα της ΕΣΣΔ, τις λειτουργίες και τις μορφές του κράτους της δικτατορίας της εργατικής τάξης και τις αρχές της δράσης του, τα βασικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών της ΕΣΣΔ”(4). Αυτοί οι κανόνες εκφράζονται, πρώτα απ’ όλα, στο σταλινικό Σύνταγμα της ΕΣΣΔ και, έπειτα, και στις άλλες συνταγματικές και νομοθετικές πράξεις του σοβιετικού κράτους. Στους κανόνες του σοβιετικού πολιτειακού δικαίου εκδράζονται οι αρχές της οργάνωσης του σοβιετικού κράτους και κατοχυρώνονται οι βασικές αρχές του κοινωνικού μας καθεστώτος. Αυτά καθορίζουν την ιδιαίτερη θέση του πολιτειακού μας δικαίου, που λες και ανακαλύπτει το σύστημα του σοβιετικού σοσιαλιστικού δικαίου και προετοιμάζει το σύστημα ολόκληρου του υπόλοιπου νομικού υλικού.

Ανατρέχοντας στις οικονομικές σχέσεις, για να καθορίσουμε τις παραπέρα διαφορές στο αντικείμενο της νομικής ρύθμισης και για να φανερώσουμε τους άλλους κλάδους του σοσιαλιστικού μας δικαίου, θα σημειώσουμε πρώτα απ’ όλα πως η οικονομία, στη βάση της, είναι η παραγωγή. Η ανταλλαγή και η διανομή αντιπροσωπεύουν συντελεστές που εξαρτώνται από την παραγωγή και στην πλατιά έννοια της λέξης μπαίνουν στη σύνθεση της παραγωγής (5).

Στην αστική κοινωνία, όπου η μορφή του εμπορεύματος είναι η πιο γενική μορφή της αστικής παραγωγής (6), η ανταλλαγή είναι ένα πολύ ουσιαστικό στοιχείο του κοινωνικού συστήματος. Εδώ, οι κάτοχοι εμπορευμάτων αντιπροσωπεύουν μεμονωμένες οικονομικές μονάδες που έρχονται σε αμοιβαίες σχέσεις χωρίς μια γενική κατευθυντήρια γραμμή από μέρους των οργάνων του κράτους. Αυτό γεννά και την ειδική μορφή του “ιδιωτικού” δικαίου, που μέσα στο αστικό κράτος περιλαμβάνει όχι μόνο τις σχέσεις ανταλλαγής, αλλά και, σε μεγάλο βαθμό, και τις σχέσεις της παραγωγής και της διανομής.

Στη σοσιαλιστική κοινωνία δεν υπάρχουν αυτοί οι ξεμοναχιασμένοι ο ένας από τον άλλο και ανεξάρτητοι στη δράση τους από το κοινωνικό σύνολο “απομονωμένοι” κάτοχοι εμπορευμάτων. Το σοβιετικό κράτος “επιτελεί ένα τεράστιο οικονομικό-οργανωτικό έργο που αγκαλιάζει όλες τις πλευρές της κοινωνικής ανάπτυξης” (7). Οργανώνει ολόκληρη την οικονομία πάνω σε σχέδια, πραγματοποιεί ένα παλλαϊκό υπολογισμό και έλεγχο πάνω στο μέτρο της εργασίας και το μέτρο της κατανάλωσης και, έτσι, παρουσιάζεται σαν μια “γιγάντια οικονομική δύναμη”, που επιδρά με τον πιο δραστικό τρόπο σ’ όλους τους κλάδους και τις πλευρές της λαϊκής οικονομίας.

Ωστόσο, στην κοινωνία μας διατηρούνται οι κατηγορίες “εμπόρευμα” και “αξία”. Τα προϊόντα της σοσιαλιστικής παραγωγής πηγαίνουν στους καταναλωτές μέσω του εμπορίου, δηλαδή, με τη βοήθεια του χρήματος. “Στη σχεδιασμένη σοσιαλιστική οικονομία της ΕΣΣΔ τα εμπορεύματα είναι αντικείμενα αγοράς και πώλησης και έχουν τιμές που είναι η χρηματική έκφραση της αξίας τους”(8).

Η σοσιαλιστική κοινωνία, με σκοπό τη σχεδιασμένη διεύθυνση της οικονομίας, κυριαρχί με το νόμο της αξίας και χρησιμοποιεί σαν μέσο για τους σκοπούς που βάζει το χρήμα, το εμπόριο, τις τράπεζες κλπ. Έτσι, μέσα στη σύνθεση της σοσιαλιστικής οικονομίας, οι σχέσεις της ανταλλαγής διατηρούν ακόμα μια πολύ σημαντική θέση. Η άμεση κοινωνική και η άμεση ατομική ιδιοποίηση των προϊόντων που αναφέρει ο Ένγκελς στην “Εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη”, είναι υπόθεση του μέλλοντος. Η εμπορευματική παραγωγή και ανταλλαγή, οι κατηγορίες της “αξίας” και της “ισοδύναμου” στις αμοιβαίες σχέσεις των ατόμων και των οργανώσεων διατηρούνται στη σοσιαλιστική μας οικονομία.

Η ανταλλαγή διατηρείται, πρώτα απ’ όλα, στις αμοιβαίες σχέσεις των κρατικών μας οργάνων ανάμεσά τους και ανάμεσα στα κρατικά όργανα και τις συνεταιριστικές οργανώσεις. Αν και αυτές οι αμοιβαίες σχέσεις εξαρτώνται από τη δράση του σχεδίου της λαϊκής οικονομίας, στα όρια όμως του σχεδίου, και για την πιο επιτυχή του εκπλήρωση, καταρτίζονται πάνω στις αρχές του οικονομικού προϋπολογισμού, που εξασφαλίζει ανεξάρτητη δράση στον κάθε οπωσδήποτε σημαντικό κρίκο του οικονομικού συστήματος που προβλέπει πως μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέσα στις δικές μας συνθήκες η κατηγορία του κόστους του χρήματος, της ανταλλαγής.

Η ανταλλαγή διατηρείται επίσης στις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών πολιτών, που παραχωρεί ο ένας στον άλλο τα αντικείμενα της προσωπικής του ιδιοκτησίας πάνω στις αρχές του ισοδυνάμου. Η ανταλλαγή πραγματοποιείται πλατιά και στον τομέα του εξωτερικού μας εμπορίου (9).

Έτσι, αν και το κράτος πραγματοποιεί τη διεύθυνση της οικονομίας, ωστόσο, όλη η περιοχή των οικονομικών σχέσεων δε διευθύνεται με την άμεση επίδραση των οργάνων του κράτους. Μ’ άλλα λόγια, δε μπαίνει ολόκληρη στη σφαίρα εκείνης της δράσης των οργάνων αυτών που περιλαμβάνεται στην έννοια της άμεσης διεύθυνσης.

Ενώ η σφαίρα παραγωγής μέσα στη σοσιαλιστική κοινωνία είναι κυριολεκτικά ένας τομέας οργανωμένος ολότελα πάνω στις αρχές της κατευθείαν και άμεσης επίδρασης των κρατικών οργάνων και, συνεπώς, αποτελεί το αντικείμενο ρύθμισης από τους κανόνες του διοικητικού δικαίου, η ανταλλαγή και η διανομή αποτελούν έναν ειδικό τομέα σχέσεων που διαφέρουν και στην οικονομική τους σημασία και στις μορφές του συσχετισμού τους με την πολιτική οργάνωση της κοινωνίας μας.

Στην περίοδο του πολεμικού κομμουνισμού, η άμεση διανομή εκτόπισε την κίνηση του εμπορεύματος προς τον καταναλωτή, καθώς και από τη μια κρατική επιχείρηση στην άλλη ως προς την κυκλοφορία τους. Η ανταλλαγή εκτοπίστηκε από τη λαϊκή μας οικονομία μαζί με τα στοιχεία των εμπορευματικών-χρηματικών σχέσεων. Αργότερα, με το πέρασμα στη ΝΕΠ, ξαναπαρουσιάζεται η ανταλλαγή σε πλατύτερη κλίμακα, με την παραδοχή των στοιχείων της αγοράς, δηλαδή, με την παραδοχή της ισχύος του νόμου της ζήτησης και της προσφοράς, Τέλος, ακόμα αργότερα, η ανταλλαγή πήρε μια καινούργια σημασία στις αμοιβαίες σχέσεις των οικονομικών οργάνων ανάμεσά τους. Όπως είπαμε κιόλας παραπάνω, η ανταλλαγή έγινε ένα από τα μέρα για την πραγματοποίηση της ανεξάρτητης εμπορικής διαχείρισης και για τη συνδεμένη μαζί της εκπλήρωση του σχεδίου, διατηρώντας την ανεξαρτησία των πράξεων της κάθε επιχείρησης και οργάνωσης, με τον ακριβή υπολογισμό του κόστους παραγωγής των προϊόντων.

Έτσι, η ανταλλαγή αποτελεί στη χώρα μας μια σφαίρα σχέσεων που κατέχει ειδική θέση στην οικονομία μας. Η ανταλλαγή πραγματοποιείται σε εμάς, σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητα από τις άμεσες διαταγές των οργάνων του σοβιετικού κράτους. Τα διοικητικά όργανα διευθύνουν την οργάνωση της λαϊκής οικονομίας και, μαζί, τα μέτρα που εξασφαλίζουν τη δυνατότητα της ανταλλαγής, αφήνουν, ωστόσο, αυτό το ίδιο προτσές της ανταλλαγής έξω από τη σφαίρα της άμεσης επίδρασής τους.

Αν στην αστική κοινωνία ολόκληρη ή σχεδόν ολόκληρη η αλληλουχία των οικονομικών σχέσεων, μη εξαιρώντας την παραγωγή και διανομή, αποτελεί σφαίρα των “ιδιωτικών” συμφερόντων και της “ιδιωτικής οικονομίας”, σε εμάς, στον οικονομικό τομέα δεν υπάρχει “ιδιωτική” σφαίρα. Ωστόσο, και σε εμάς η οικονομία δεν αποτελεί κάτι το ομοιογενές σε όλες τις πλευρές και τα μέρη του, σχετικά με το χαρακτήρα των αμοιβαίων σχέσεων του πολιτικού εποικοδομήματος με την οικονομική βάση. Ο χαρακτήρας της πολιτικής επίδρασης στην οικονομία δεν είναι παντού ο ίδιος. Στην οικονομία μας, η σφαίρα της ανταλλαγής εξαιρείται από τον κύκλο των σχέσεων που αποτελούν αντικείμενο της κρατικής διοίκησης. Σε αντιστοιχεία με αυτό, τις οικονομικές σχέσεις στη χώρα μας δεν τις ρυθμίζει ένας οποιοσδήποτε κλάδος του δικαίου. Το δίκαιο που ρυθμίζει τη διοίκηση – το διοικητικό δίκαιο- αγκαλιάζει ένα σημαντικό μέρος, όχι όμως και όλο τον κύκλο των οικονομικών σχέσεων. Οι σχέσεις της ανταλλαγής – η κυκλοφορία- μένουν έξω από τα όρια της επίδρασης του διοικητικού δικαίου και ανήκουν στην περιοχή των σχέσεων του αστικού δικαίου.

Ο Δ.Μ. Γένκιν πολύ σωστά υπόδειξε στο άρθρο του που είναι αφιερωμένο στο αντικείμενο του αστικού δικαίου πως “…στο αστικό δίκαιο πρέπει να υπάγεται η ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων της σοβιετικής κυκλοφορίας με την πλατιά έννοια αυτής της λάξης”. Αποσαφηνίζοντας παραπέρα την έννοια της κυκλοφορίας, ανάγει στον τομέα του αστικού δικαίου τον πλατύ κύκλο των λεγόμενων περιουσιακών σχέσεων – “όχι μόνο περιουσιακές σχέσεις μέσα στο σοβιετικό εμπόριο, αλλά και κάθε λογής άλλες περιουσιακές σχέσεις που δημιουργούνται ανάμεσα στις οργανώσεις και τα ιδρύματα και ανάμεσα στους πολίτες (μεταβίβαση των κρατικών επιχειρήσεων, δικαιώματα στέγασης κλπ)”(10).

Οι περιουσιακές σχέσεις είναι σχέσεις που καθορίζονται από το ότι σε κάποιο ανήκουν τούτα είτε εκείνα τα αγαθά, δηλαδή, από την ιδιοκτησία που υπάρχει σε μια δοσμένη κοινωνία και επειδή η ιδιοκτησία καθορίζει όλο το σύνολο των άλλων οικονομικών σχέσεων, η έννοια “περιουσιακές σχέσεις” περιλαμβάνει, αναμφισβήτητα, έναν πλατύ κύκλο οικονομικών σχέσεων”(11).

Από εδώ, μόνο του ζητεί να βγει το συμπέρασμα πως όλες οι περιουσιακές σχέσεις δεν αποτελούν αντικείμενο ρύθμισης του αστικού δικαίου. Στη σοσιαλιστική κοινωνία, οι περιουσιακές σχέσεις, σε αρκετά σημαντικό βαθμό αποτελούν αντικείμενο ρύθμισης του διοικητικού δικαίου. Το αστικό δίκαιο αγκαλιάζει μόνο ένα μέρος των περιουσιακών σχέσεων – της σχέσεις της σοσιαλιστικής ανταλλαγής, τη σφαίρα της ισοδύναμης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Οι σχέσεις αυτές χωρίζονται από την υπόλοιπη μάζα των περιουσιακών νομικών σχέσεων και από τις νομικές σχέσεις που διαμορφώνονται στον τομέα της ανταλλαγής. Η ισοδυναμία, δηλαδή, η σχέση της ισότητας, αποτελεί προϋπόθεση για τις εμπορευματικές χρηματικές σχέσεις και επειδή οι τελευταίες αυτές διατηρούνται και στη σοσιαλιστική ανταλλαγή, γι’ αυτό και εδώ, στην αξία των εμπορευμάτων, βρίσκει την έκφρασή της η σχέση της ισότητας. “Η ισοδύναμη μορφή ενός οποιουδήποτε εμπορεύματος είναι …η άμεση μορφή της άμεσης ανταλλακτικότητάς του με άλλο εμπόρευμα”(12).

Ακριβώς όπως γίνεται με την ισοδύναμηη ανταλλαγή των εμπορευμάτων, πάνω στις ίδιες βάσεις διεξάγεται και η ισοδύναμη ανταλλαγή υπηρεσιών, δηλαδή, η χρησιμοποίηση ξένων πραγμάτων και μη υλοποιημένων αποτελεσμάτων ξένης εργασίας κλπ. Τέλος, εδώ υπάγεται όλη η περιοχή της ισοδύναμης αντικατάστασης για ζημιάπου έγινε ή για αποκατάσταση της ισοδυναμίας που παρουσιάζεται από το λεγόμενο αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ολόκληρη αυτή η σφαίρα σχέσεων- στη βάση της σφαίρας ανταλλαγής- αποτελεί αντικείμενο ρύθμισης αστικού δικαίου.

Για αυτό, δε θα ήταν σωστό να υπαχθεί στο πεδίο του αστικού δικαίου όλη η περιοχή των περιουσιακών νομικών σχέσεων, αποκλείοντάς την ολότελα από το πεδίο του διοικητικού δικαίου. Δε χωρεί αμφιβολία πως το πεδίο της κρατικής διοίκησης επεκτείνεται και στις περιουσιακές σχέσεις, αγκαλιάζει το σχεδιασμό και τη ρύθμιση της λαϊκής οικονομίας, καθορίζει τη θέση της κρατικής ιδιοκτησίας, την εισροή των φόρων στα ταμεία του κράτους κλπ.

Έγιναν προσπάθειες να συμπεριληφθούν αυτές οι σχέσεις στην έννοια των “οργανωτικών” και να αντιπαραταχθούν στις περιουσιακές σχέσεις που αφορούν την περιουσία.

Ωστόσο, μια τέτοια σύγκριση δε δικαιολογείται. Είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς πως η διοικητική δράση του κράτους, που είναι οργανωτική δράση, ταυτόχρονα κατευθύνεται, ως ένα ορισμένο σημείο, προς τις περιουσιακές σχέσεις και έχει για αντικείμενό της ακριβώς αυτές τις σχέσεις. Την έννοια των περιουσιακών σχέσεων πρέπει να την παίρνει κανείς με την εντελώς τεχνητή και σχετική τους σημασία, για να μπορέσει να τις αντιπαραθέσει στις οργανωτικές.

ΙV. Το εγχειρίδιο του αστικού δικαίου που εκδόθηκε με τη σύνταξη του καθηγητή Μ.Μ. Αγκάρκοφ και του καθηγητή Δ. Μ. Γένκιν πλησιάζει προς τη σωστή, σύμφωνα με την άποψή μας, λύση του ζητήματος. Αυτό το εγχειρίδιο δεν υπάγει όλες τις περιουσιακές σχέσεις (την ιδιοκτησία) στον τομέα του αστικού δικαίου, αλλά μόνο ένα μέρος τους, αναγνωρίζοντας πως αυτές οι σχέσεις ρυθμίζονται επίσης και από τους άλλους κλάδους του σοβιετικού δικαίου, μαζί και από το διοικητικό δίκαιο.

Ωστόσο, περνώντας στη λύση του ζητήματος: τι υπάγεται στο αστικό και τι στο διοικητικό; Το εγχειρίδιο υποστηρίζει θετικά μόνο εκείνο το μέρος των νομικών σχέσεων που υπάγεται στο διοικητικό δίκαιο (“νομικές σχέσεις που γεννιούνται στον τομέα της κρατικής διοίκησης σαν συνέπεια της εκτέλεσης από το κράτος της εκτελεστικής-οργανωτικής λειτουργίας”, σελ.11) και δεν ορίζει θετικά το μέρος εκείνο των νομικών σχέσεων που αναφέρεται στο αστικό δίκαιο.

Οι συγγραφείς που αναφέραμε αντιπαραθέτουν παρακάτω τις νομικές σχέσεις που γεννιούνται από πράξεις “οργανωτικού δημιουργικού χαρακτήρα” και από τις σχέσεις “οικονομικών πράξεων”, αυτό όμως αφορά μόνο ιδιωτικές περιπτώσεις και δεν έχει την αξίωση γενικής φύσης που προορίζεται να δώσει το κριτήριο για τη διάκριση ανάμεσα στο αστικό και το διοικητικό δίκαιο. Μια τέτοια αντιπαράθεση δε θα μπορούσε να αποτελέσει γενικά κριτήρια, γιατί, χωρίς αμφιβολία, οι σχέσεις των “οικονομικών πράξεων” συχνά παρουσιάζονται πάνω στην πραγματοποίηση της εκτελεστικής-οργανωτικής λειτουργίας του κράτους, από πράξεις “οργανικο-δημιουργικές” και πρέπει συνεπώς να αναχθούν στον τομέα του διοικητικού δικαίου.

Είναι επίσης σωστή η θέση που υποστηρίζει το εγχειρίδιο ότι όλες οι περιουσιακές σχέσεις δε ρυθμίζονται στη χώρα μας από το αστικό δίκαιο και ορισμένο μέρος τους υπάγεται στους κανόνες του διοικητικού δικαίου.

Άν, όμως, το αστικό δίκαιο ρυθμίζει μόνο ορισμένες και όχι όλες τις περιουσιακές σχέσεις, και το διοικητικό δίκαιο κι αυτό δεν επεκτείνεται σε όλες, αλλά μόνο σε ορισμένες πλευρές της σοσιαλιστικής μας οικονομίας.

Είδαμε κιόλας πως οι κανόνες του διοικητικού δικαίου δεν αγκαλιάζουν τις σχέσεις της σοσιαλιστικής ανταλλαγής, που η ρύθμισή τους είναι ζήτημα αστικού δικαίου. Παράλληλα μ’ αυτό, από τη σφαίρα του διοικητικού δικαίου πρέπει να χωριστούν και οι κανόνες που ρυθμίζουν τη διοίκηση της κρατικής έγγειας ιδιοκτησίας και οι σχέσεις που γεννιούνται σχετικά με τη χρήση της γης που γίνεται από τις κρατικές συνεταιριστικές-κολχόζνικες και κοινωνικές οργανώσεις, καθώς και από χωριστά φυσικά πρόσωπα. Αυτοί οι κανόνες, αν υπάγονται ουσιαστικά στους κανόνες του διοικητικού δικαίου, ξεχωρίζουν απ’ αυτό και σχηματίζουν έναν ιδιαίτερο τομέα, το λεγόμενο αγροτικό δίκαιο με βάση το ειδικό σύστημα όπου υπάγονται η γη, τα δάση και το υπέδαφος και την ειδική τάξη χρησικτησίας από τις χωριστές οργανώσεις και πρόσωπα.

Το ίδιο και το δημοσιονομικό δίκαιο, αν και οι κανόνες του ρυθμίζουν έναν ορισμένο τομέα κρατικής διοίκησης, αποτελεί ένα ιδιαίτερο κλάδο δικαίου, που οι κανόνες του ρυθμίζουν τη δράση των οργάνων του κράτους κατά τη συσσώρευση (accumulation) και τη διανομή των κρατικών χρηματικών πόρων (13).

Έναν ειδικό τομέα σχέσεων αγκαλιάζει το δίκαιο των κολχόζ. Αυτό ρυθμίζει τις σχέσεις για την οργάνωση και τη δράση των κολχόζ, την κρατική καθοδήγηση της δράσης τους, καθώς και τις σχέσεις των κολχόζ με τα μέλη τους. Σ’ αυτές τις σχέσεις παρουσιάζονται ορισμένα στοιχεία σχέσεων ισοδυναμίας, στοιχεία ανταλλαγής υπηρεσιών (σύμβαση των σταθμών μηχανών και τρακτέρ με τα κολχόζ, διανομή των προσόδων κλπ). Απ’ αυτές τις πλευρές οι νομικές σχέσεις των κολχόζ προσεγγίζουν στο αστικό δίκαιο, αν και η ιδιαίτερη συνεταιρική μορφή της οργάνωσης των κολχόζ, καθώς και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των σχέσεων που συνδέονται με τη ζωή των κολχόζ, δικαιολογούν το χώρισμα του κολχόζνικου δικαίου σαν ιδιαίτερου κλάδου.

Κάθε παραγωγή, τόσο η υλική όσο και η πνευματική, για βάση της έχει την εργασία. Οι σχέσεις που διαμορφώνονται πάνω στο προτσές της εφαρμογής της εργασίας στη σοσιαλιστική κοινωνία, αποτελούν το αντικείμενο ρύθμισης του ειδικού εργατικού δικαίου. Η αρχή της αμοιβής ανάλογα με την ποιότητα και την ποσότητα της εργασίας προσεγγίζουν τις εργατικές νομικές σχέσεις στις σχέσεις του αστικού δικαίου. Ωστόσο, η οργάνωση της πειθαρχίας της εργασίας στις επιχειρήσεις και στα ιδρύματα, που προϋποθέτει πλατιά εξουσιοδότηση στους διευθυντές τους σχετικά με όλο το προσωπικό των εργατών και υπαλλήλων, η μεγάλη σημασία των άμεσων εντολών των αρχών για την κατανομή της εργατικής δύναμης, που επηρεάζει τον τρόπο της γέννησης και της διακοπής των εργατικών σχέσεων – όλα αυτά δημιουργούν ιδιόμορφες νομικές σχέσεις στον τομέα της χρησιμοποίησης της εργασίας των εργατών, των υπαλλήλων, καθώς και των μελών των συνεταιρισμών, που η δουλειά τους σε πολλά σημεία ρυθμίζεται από τους κανόνες του εργατικού δικαίου.

Ύστερα από την οικονομία, περνούμε στις ιδεολογικές σχέσεις και, πρώτα από όλα, στο πολιτικό εποικοδόμημα. Σ’ αυτόν τον τομέα είναι ανάγκη να ξεχωριστεί πρώτα-πρώτα η οργάνωση του κράτους μας και οι βασικές αρχές της δράσης του.

Αυτό τον κύκλο των σχέσεων τον έχουμε κιόλας εξετάσει. Ρυθμίζεται από τους κανόνες του σοβιετικού πολιτειακού δικαίου.

Ένα ιδιαίτερο τομέα, αποσπασμένο από το πολιτειακό δίκαιο πρέπει να αποτελέσουν οι νομικοί κανόνες που ρυθμίζουν τη δράση των οργάνων της κρατικής διοίκησης. Αυτοί οι κανόνες ρυθμίζουν όχι μόνο τη συγκρότηση και τις αρχές της δράσης των οργάνων της διοίκησης, αλλά και την ίδια τη δράση αυτών των οργάνων στη διεξαγωγή της λειτουργίας του σοσιαλιστικού κράτους.

Εδώ υπάγεται, πρώτα από όλα, η δράση των οργάνων του κράτους για την εκπλήρωση της λειοτυργίας της ασφάλειας και της πολεμικής άμυνας της χώρας από μια ξενική επίθεση, δηλ. Ο τομέας της διοίκησης, που έχει βασικό του σκοπό τη διατήρηση της ακεραιότητας και της ασφέλειας του ίδιου του κράτους.

Με τα όργανα της διοίκησης, το κράτος μας πραγματοποιεί επίσης την οικονομική-οργανωτική και μορφωτική λειτουργία. Όπως αναφέρεται παραπάνω, όλες οι μορφές της αυτεξούσιας ρύθμισης της οικονομίας με τις εντολές των οργάνων της εξουσίας, που καθοδηγούνται από ένα ενιαίο λαϊκό οικονομικό σχέδιο, υπάγονται στον ίδιο τομέα της κρατικής διοίκησης και οι αντίστοιχες νομικέςς σχέσεις στο διοικητικό δίκαιο.

Τέλος, η τεράστια και ποικιλόμορφη δράση των οργάνων του κράτους μας για την εκπολιτιστική ανοικοδόμηση (πολιτική διαπαιδαγώγηση, σχολική και εξωσχολική μόρφωση, επιστημονική εργασία, προστασία της υγείας, κοινωνικές ασφαλίσεις κλπ), αποτελούν επίσης έναν τομέα της κρατικής διοίκησης.

Έτσι, ολόκληρη η πλατύτατη σφαίρα του ιδεολογικού εποικοδομήματος, όλες οι κοινωνικές σχέσεις που σχετίζονται με την επιστημονική και καλλιτεχνική δημιουργία, την αγωγή, τη μόρφωση, τη σωματική ανάπτυξη των νέων, την προστασία της υγείας, τις κοινωνικές ασφαλίσεις κλπ περιλαμβάνονται στους κανόνες που ρυθμίζουν την κρατική διοίκηση, δηλαδή, στο διοικητικό δίκαιο.

Η προστασία της υπάρχουσας κοινωνικής και πολιτικής τάξης πραγμάτων και του ισχύοντος συστήματος δικαίου πραγματοποιείται επίσης με την ποινική δράση του κράτους και τη δράση του για την απονομή δικαιοσύνης.

Η νομική ρύθμιση της ποινικής δράσης του κράτους αποτελεί το αντικείμενο του ποινικού δικαίου. Το σοβιετικό σοσιαλιστικό ποινικό δίκαιο περιλαμβάνει το σύνολο των κανόνων που προστατεύουν τις κοινωνικές σχέσεις και το πολιτικό καθεστώς της σοσιαλιστικής κοινωνίας, τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του ατόμου και ολόκληρη τη σοσιαλιστική νομική τάξη πραγμάτων με την επιβολή ποινής στα άτομα που έκαναν εγκληματικές απόπειρες.

Η νομική ρύθμιση της δράσης του κράτους για την απονομή δικαιοσύνης αποτελεί αντικείμενο της δικονομίας. Οι κανόνες της σοβιετικής δικονομίας ρυθμίζουν την οργάνωση και τον τρόπο της διεξαγωγής της σοβιετικής σοσιαλιστικής δικαστικής διαδικασίας. Η επίλυση του ζητήματος, ποια ακριβώς δράση των οργάνων μας σχετίζεται με τη λεγόμενη δικαιοσύνη, αυτό ξεπερνά τα πλαίσια των καθηκόντων αυτού του άρθρου.

Έναν ιδιαίτερο τομέα κοινωνικών σχέσεων αποτελεί η οικογένεια. “Η τρίτη σχέση, που από μιας αρχής συμπεριλαμβάνεται στην πορεία της ιστορικής εξέλιξης, βρίσκεται στο ότι οι άνθρωποι που αναπαράγουν κάθε μέρα την ίδια τους τη ζωή, αρχίζουν να παράγουν άλλους ανθρώπους, να πολλαπλασιάζονται: αυτή η σχέση ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά είναι η οικογένεια”(14). Το σοβιετικό οικογενειακό δίκαιο περιλαμβάνει τους κανόνες που ρυθμίζουν τις σχέσεις, που δημιουργούνται από την κοινή ζωή του άνδρα και της γυναίκας, από την αλληλοβοήθεια των μελών της οικογενείας, από την κοινή διαχείριση ενός νοικοκυριού, από τη γέννηση, τη συντήρηση και τη σοσιαλιστική ανατροφή των παιδιών.

V. Σχηματίζουν άραγε οι κλάδοι του σοβιετικού δικαίου που αναφέρονται παραπάνω, στο σύνολό τους, ένα σύστημα, δηλαδή, αποτελούν άραγε μια εσωτερικά συντονισμένη ενότητα κανόνων σοσιαλιστικού δικαίου και εξαντλούν ολόκληρο το νομικό υλικό που υπάρχει, δηλαδή, περιλαμβάνουν άραγε όλο το υπάρχον σύνολο των νομικών κανόνων του σοβιετικού κράτους;

Μόνη της βγαίνει μια καταφατική απάντηση σ’ αυτές τις ερωτήσεις ύστερα από όσα έχουμε εκθέσει.

Σε κάθε τομέα των κοινωνικών σχέσεων που αναφέραμε, αντιστοιχεί και ένας ειδικός κλάδος δικαίου. Συνεπώς, ένας κύκλος νομικών σχέσεων δε μπορεί να αναφέρεται συγχρόνως σε δύο διαφορετικούς κλάδους δικαίου και να συζητείται σύμφωνα με διαφορετικές νομικές αρχές.

Οι εσωτερικές αντιθέσεις είναι άγνωστες στο σοσιαλιστικό δίκαιο που είναι διαποτισμένο με την ενότητα των βασικών του αρχών. Καταμερίζοντας σωστά το νομικό υλικό, ανάλογα με τις διαφορές στο περιεχόμενο των ρυθμιζόμενων κοινωνικών σχέσεων, μπορεί να είναι κανείς βέβαιος πως το σύνολο των νομικών σχέσεων και των νομικών κανόνων νθα είναι μια εσωτερικά συντονισμένη ενότητα – ένα σύστημα.

Καταφατικά, επίσης, πρέπει να απαντήσουμε και στο ερώτημα αν οι κλάδοι που αναφέρονται παραπάνω, εξαντλούν όλο τον υπάρχοντα κύκλο των νομικών σχέσεων.

Ξεκινώντας κατά τη δημιουργία του συστήματος από το αντικείμενο της ρύθμισης, προσπαθήσαμε να αγκαλιάσουμε το σύνολο των σχέσεων της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Αρχίσαμε από τη διάκριση ανάμεσα στις οικονομικές και ιδεολογικές σχέσεις. Στον τομέα των οικονομικών σχέσεων, προσπαθήσαμε να παρακολουθήσουμε όλες τις διάφορες μορφές τους και να σημειώσουμε, ανάλογα μ’ αυτή τη διαφορά, τους κλάδους του δικαίου που ρυθμίζουν αυτές τις σχέσεις. Το ίδιο κάναμε όταν ανατρέξαμε και στο εποικοδόμημα. Εξετάζοντας το περιεχόμενο του πολιτικού εποικοδομήματος, προσπαθήσαμε να αποκαλύψουμε εκείνα τα στοιχεία του που καθορίζουν το σχηματισμό ιδιαίτερων κλάδων δικαίου, χάρη στον ιδιαίτερο χαρακτήρα των σχέσεων που ρυθμίζουν. Τέλος, υποδείξαμε ιδιαίτερα τους κανόνες που ρυθμίζουν τον τομέα των σχέσεων του γάμου και της οικογένειας.

Σημειώσεις

  1. Μαρξ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Μόσχα, 1938. Πρόλογος: “Εξετάζω το σύστημα της αστικής οικονομίας με την παρακάτω σειρά: κεφάλαιο, γαιοκτησία, μισθωτή εργασία, κράτος, εξωτερικό εμπόριο, παγκόσμια αγορά”.

  2. Βλ. Μ. Α. Αρζάνωφ, Για τις αρχές της δημιουργίας του σοβιετικού σοσιαλιστικού δικαίου, Σοβιετικό κράτος και δίκαιο, 1939, αρ.3.

  3. Λένιν, Άπαντα, τ. 28, σελ. 419

  4. Το σύστημα του σοβιετικού σοσιαλιστικού δικαίου (Θέσεις)”, Μόσχα 1941. Βλ. επίσης, Ι.Π. Τραΐνιν, Για το περιεχόμενο και το σύστημα του πολιτειακού δικαίου, Σοβιετικό κράτος και δικαιο, 1939, αρ.3, σελ.36

  5. Βλ. Μαρξ, Εισαγωγή στο έργο “Κριτική της πολιτικής οικονομίας”

  6. Βλ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 1, σελ. 81

  7. Μερικά προβλήματα από τη διδασκαλία της πολιτικής οικονομίας”, ελληνική έκδοση, Παράρτημα στο Β’ τόμο της “Πολιτικής Οικονομίας” του Σεγκάλ σ.325.

  8. Στο ίδιο έργο, σελ.333

  9. Βλ. Μ.Μ. Αγκάρκωφ, Το αντικείμενο και το σύστημα του σοβιετικού σοσιαλιστικού αστικού δικαίου, Σοβιετικό κράτος και δίκαιο, 1940, αρ.8-9, σελ.52.

      10. Δ. Μ. Γένκιν, Το θέμα του σοβιετικού αστικού δικαίου, Σοβιετικό κράτος και δίκαιο, αρ. 4, σελ.28.

     11. Ο Μαρξ στο “Μανιφέστο του κομμουνιστικού κόμματος” ξεχωρίζει τις παραγωγικές σχέσεις από τις περιουσιακές. Αποτεινόμενος στους εκπροσώπους της αστικής τάξης λέει: “Οι ιδέες σας οι ίδιες είναι προϊόν των αστικών παραγωγικών και περιουσιακών σχέσεων…”, Διαλεχτικά έργα, τόμος 1ος, σελ.166.

    12. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος 1ος, 1937, σ.56

    13. Βλ.Ε. Ροβίνσκι, Το θέμα του σοβιετικού δημοσιονομικού δικαίου, Σοβιετικό κράτος και δίκαιο, αρ.3.

    14. Μαρξ-Ένγκελς, Άπαντα, τόμος 4ος, σελ.19.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Σοβιετικό κράτος και δίκαιο” (Σαβιέτσκι Γκασουντάρστβα ή Πράβα), τεύχος 2, 1946

Η μετάφραση του κειμένου στα ελληνικά (από τον/την Μ.Ι.) δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Μόρφωση”, δεκαπενθήμερο θεωρητικό όργανο της κεντρικής επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, τ.12, 10 Νοέμβρη 1946

***

Кечекьян_Степан_ФедоровичO Στεπάν Φιόντοροβιτς Κετσεκιάν (25/03/1890-24/06/1967) ήταν ένας σοβιετικός νομικός, ειδικευμένος στη θεωρία του κράτους και του δικαίου, της ιστορίας της πολιτικής και νομικής επιστήμης, δρ. Δικαίου, Τιμημένος Επιστήμονας της Ρωσικής Σοσιαλιστικής Σοβιετικής Δημοκρατίας (1960). Για περισσότερα, βλ. εδώ.

Μερικά από τα έργα του είναι τα παρακάτω:

Monographs and textbooks

General History of State and Law. Part 1. Ancient World. Vol. 1. Ancient East and Ancient Greece. – ​​1944.

Universal, equal, direct and secret suffrage. – 1917.

State and Law of Ancient Greece. – 1963.

On a question about the difference between private and public law. – Kharkiv, 1927.

The mandates of the League of Nations in the Arab East. – 1930.

International legal protection of national minorities. – Baku 1929.

The national question in the West and in Russia. – 1917.

The legal relations in a socialist society. – 1958.

Aristotle’s doctrine of state and law. – 1947 (κατεβάστε το στα ρωσικά εδώ)

Constituent Assembly. – 1917.

What is freedom ?. – 1917.

Spinoza’s ethical worldview. – 1914.

Collective work

History of State and Law. Textbook / Under total. Ed. ZM Chernilovskogo. – 1949 – Volume 1.

History of state and law of foreign countries. Textbook / Under total. Ed. PN Galanzy. – 1963. – Volume 1.

The history of political doctrines. Textbook / Ed. SF Kechekyana and GI Fedkina. – 1955.

The history of political doctrines. Textbook / Ed. SF Kechekyana and GI Fedkina. – 2nd ed. – 1960.

Moscow University for 50 years of Soviet power / Ch. Ed. IG Petrovsky. – 1967.

The Soviet administrative law. Textbook / Ed. AI Denisov. – 1940.

Theory of Government and Rights. Textbook / Ed. MP Kareva. – 1949.

Theory of Government and Rights. Fundamentals of Marxist-Leninist theory of the state and law / Ed. PS Romashkina, MS Strogovich, VA Tumanov. – 1962.

Articles

American Sociological theory of law // Bulletin of Moscow University. A series of rules. – 1967. – № 2.

Hegel and the historical school of law // Jurisprudence. – 1967. – № 1.

On the question of the role of law in the history // Questions of history. – 1961. – № 7.

Lenin and Bakunin // before 1918. – № 5.

The Communist Manifesto, and his contemporary bourgeois political doctrine // the Soviet state and the right. – 1948. – № 4.

Methodological issues of history of political doctrines // Problems of Philosophy. – 1962. – № 2.

Some questions of the methodology of history of political doctrines // Questions of history. – 1958. – № 7.

Rule of law and legal relations // the Soviet state and the right. – 1955. – № 2.

On the concept of natural law in Kant and Hegel // Problems of Philosophy and Psychology. – 1915 – Vol. 125.

On the concept of source of law // Scientific notes of the Moscow State University. – 1946 – Vol. 116.

On the system of Soviet socialist law // the Soviet state and the right. – 1946. – № 2.

On the interpretation of laws Court // The right to life. – 1928. – № 1.

The political ideology of the French bourgeoisie on the eve of the Revolution of the XVIII century // Problems of state and law in the French bourgeois revolution of the XVIII century. – 1940 (κατεβάστε το στα ρωσικά εδώ).

Political and legal views of Montesquieu // the Soviet state and the right. – 1955. – № 4.

Revolution and religion // before 1918. – № 1.

Soviet law by Stalin Constitution // Bulletin of Moscow University. A series of rules. – 1952. – № 4.

Sociological views of Auguste Comte // the Soviet state and the right. – 1957. – № 12.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: