Καρλ Μαρξ: Στη μνήμη των αγωνιστών του Ιούνη (29/06/1848)

Οι παρισινοί εργάτες έχουν τσακιστεί από δυνάμεις ανώτερες, μα δεν εξοντωθήκανε. Χτυπήθηκαν, μα νικημένοι είναι οι αντίπαλοί τους. Ο στιγμιαίος θρίαμβος της ωμής βίας, αγοράστηκε με τον αφανισμό που έπαθαν όλες οι αυταπάτες κι όλες οι ελπίδες που είχε γεννήσει η επανάσταση του Φλεβάρη, με τη διάλυση του παλιού ρεπουμπλικανικού κόμματος, με το χωρισμό του γαλλικού έθνους σε δύο έθνη, που τα χωρίζει άβυσσος: το έθνος των εργατών και το έθνος εκείνων που κατέχουν τα αγαθά. Η τρίχρωμη δημοκρατία, σηκώνει πια μονάχα σημαία μονόχρωμη, τη σημαία των νικημένων, τη σημαία του αίματος. Τώρα είναι η κόκκινη δημοκρατία.

Καμιά από τις παλιές δημοκρατικές δόξες της “Εθνικής” και της “Μεταρρύθμισης” δεν ταχτήκανε με το μέρος του λαού. Δίχως άλλο αρχηγό, δίχως άλλη βοήθεια από τον ίδιο τον ξεσηκωμό, ο λαός αντιστάθηκε στη μπουρζουαζία και στους σακαράκες μαζί, περισσότερο από όσο μπόρεσε ποτέ να αντισταθεί μια δυναστεία, ακόμα κι όταν στηριζότανε σ’ ολόκληρο το στρατιωτικό της μηχανισμό, σ’ ένα τμήμα της μπουρζουαζίας ενωμένης με το λαό. Για να εξαφανιστεί και η στερνή λαϊκή αυταπάτη, για να ολοκληρωθεί η διακοπή με το παρελθόν, έπρεπε κι η ενθουσιώδικη νεολαία της μπουρζουαζίας, οι μαθητές της πολυτεχνικής Σχολής, με τα τρίκωχα, συνηθισμένο ποιητικό στολίδι κάθε εξέγερσης στη Γαλλία, έπρεπε κι αυτή, τούτη τη φορά, να ταχτεί με το μέρος των καταπιεστών. Έπρεπε οι φοιτητές της Ιατρικής Σχολής να αρνηθούν να δώσουν στους πληγωμένους εργάτες την αρωγή της επιστήμης τους. Η επιστήμη δεν υπάρχει για πληβείους, που έκαναν το ανήκουστο, το ακατανόμαστο έγκλημα, να κατεβούνε στους δρόμους και να χτυπηθούνε εκεί για την ίδια τους την ύπαρξη, αντί να χτυπηθούνε για το Λουδοβίκο Φίλιππο ή για τον κύριο Μαρά.

Το τελευταίο επίσημο απομεινάρι της επανάστασης του Φλεβάρη, η Εκτελεστική Επιτροπή, έσβησε κι αυτή σαν ένα φάντασμα, στην πρώτη πνοή των γεγονότων. Τα πυροτεχνήματά του Λαμαρτίνου, τα διαδεχτήκανε οι εμπρηστικές βόμβες του Καβενιάκ.

Πού βρίσκεται λοιπόν η αδελφοσύνη ανάμεσα στις αντίπαλες τάξεις που η μια εκμεταλλεύεται την άλλη, αυτή η αδελφοσύνη που διακηρύχτηκε το Φλεβάρη και γράφτηκε με κεφαλαία στην προμετωπίδα του Παρισιού, σ’ όλες τις φυλακές και σ’ όλους τους στρατώνες; Η αληθινή, η πεζή μορφή της, είναι ο εμφύλιος πόλεμος με το φριχτό του πρόσωπο, ο πόλεμος του Κεφαλαίου και της Εργασίας. Η αδελφοσύνη φλογοβολούσε απ’ όλα τα παράθυρα του Παρισιού, το βράδι της 25 του Ιούνη όταν το Παρίσι της μπουρζουαζίας ήταν φωταγωγημένο και το προλεταριακό Παρίσι καιγόταν, βογγούσε και έσταζε αίμα.

Η αδελφοσύνη βάσταξε όσο το συμφέρον της μπουρζουαζίας ήταν συνδεδεμένο με το συμφέρον του προλεταριάτου. Ανάμεσα στους ανθρώπους του Φλεβάρη βρισκόταν κάθε καρυδιάς καρύδι: Σχολαστικοί που επιζούσανε από την παλιά επαναστατική γενιά του 1793, άλλοι κατασκευαστές σοσιαλιστικών συστημάτων που ζητιανεύανε από τη μπουρζουαζία για το λαό και που τους επιτρεπόταν να κάνουν μακροσκελή κηρύγματα και να συμβιβάζονται όσο έπρεπε για να αποκοιμίζουνε το λαϊκό λιοντάρι, δημοκράτες που θέλανε να διατηρήσουν ολόκληρο το παλιό αστικό καθεστώς εκτός από το κεφάλι που φορούσε το στέμμα, μέλη της δυναστικής αντιπολίτευσης, που σ’ αυτους η τύχη είχε φέρει την πτώση μιας δυναστείας αντί να φέρει μια κυβερνητική μεταβολή, νομιμόφρονες που δεν αντικρούανε τη λιβρέα μα που θέλανε ν’ αλλάξουν το κόψιμό της – τέτοιοι ήταν οι παράδοξοι σύμμαχοι που με δαύτους ο λαός πραγματοποίησε τις μέρες του Φλεβάρη. Εκείνο που ο λαός σιχαινόταν στο Λουδοβίκο Φίλιππο, δεν ήταν ο άνθρωπος ο ίδιος, ήταν η εστεμμένη κυριαρχία μιας τάξης, το κεφάλαιο εγκατεστημένο στο θρόνο. Μα γενναιόκαρδος σαν και πάντα, νόμισε πως είχε καταστρέψει τον δικό του τον εχθρό, σαν είχε αφανίσει τον κοινό εχθρό, τον εχθρό των εχθρών του.

Η επανάσταση του Φλεβάρη ήταν μια ωραία επανάσταση, η επανάσταση της γενικής συμπάθειας, γιατί οι αντιθέσεις που ξεσπάσανε μέσα της ενάντια στη βασιλεία, δεν είχαν ακόμα αναπτυχθεί, γειτονεύανε ακόμα δίχως να χτυπιούνται ανάμεσά τους, γιατί η οικονομική πάλη που αποτελούσε το φόντο της δεν είχε ακόμα παρά μια ύπαρξη αιθέρια, που δε ζούσε, παρά σε λόγια και σε φράσεις. Απεναντίας, η επανάσταση του Ιούνη είναι μια μισητή επανάσταση, μια επανάσταση αποκρουστική, γιατί σ’ αυτήν τα έργα αντικαταστήσανε τις φράσεις, γιατί η δημοκρατία αναγκάστηκε να ξεσκεπάσει το κεφάλι του τέρατος, κάνοντα να πέσει απ’ αυτό η κορώνα που τα μάσκαρε όλα.

“Η τάξη!”, τέτοια ήταν η πολεμική κραυγή του Γκιζό. “Η τάξη!”, φώναζε ο Σεμπαστιανί, ο μικροπόδαρος Γκιζό, εκρωσίζοντας τη Βαρσοβία. “Η τάξη!”, ξεφωνίζει σήμερα κι ο Καβαινιάκ, χυδαίος αντίλαλος της γαλλικής εθνοσυνέλευσης και της δημοκρατικής μπουρζουαζίας. “Η τάξη!”, σφυρίζανε οι σφαίρες του ξεσκίζοντας το στήθος του προλεταριάτου.

Καμιά από τις πολυάριθμες επαναστάσεις που είχε κάνει η γαλλική μπουρζουαζία από το 1789 και δώθε, δεν υπήρξε πραξικόπημα ενάντια στην Τάξη. Όλες αφήνανε άθιχτη την ταξική κυριαρχία, τη σκλαβιά των εργατών, όλες αφήνανε απείραχτο το αστικό καθεστώς, μ’ όλο που τροποποιούσανε την πολιτική μορφή αυτής της κυριαρχίας ή αυτής της σκλαβιάς. Ο Ιούνης είχε σαλέψει κάπως την τάξη. Αλοίμονο στον Ιούνη!

Κάτω απ’ την προσωρινή κυβέρνηση, θεωρούνταν καθώς πρέπει, ήταν μάλιστα ανάγκη να επαναλαμβάνεται σ’ αυτούς τους θαρραλέους εργάτες που, καθώς διακηρύχνανε οι επίσημες αφίσες σε εκατομμύρια αντίτυπα, “είχαν βάλει τρεις μήνες αθλιότητας στην υπηρεσία της δημοκρατίας”, πως είχαν κάνει την επανάσταση του Φλεβάρη για το δικό τους το συμφέρον, και πως πρώτα απ’ όλα επρόκειτο για τα συμφέροντα των εργατών στην επανάσταση του Φλεβάρη. Ήταν σύγχρονα πολιτική και κολακεία. Αφότου άνοιξε η Εθνοσυνέλευση, τα πράγματα γίνηκαν πεζότερα. Τώρα πια, καθώς έλεγε ο Υπουργός Τρελά, το ζήτημα ήταν πώς να ξαναγυρίσει η εργασία στις παλιές της συνθήκες. Έτσι οι εργάτες είχαν χτυπηθεί το Φλεβάρη, για να ριχτούν σε μια βιομηχανική κρίση.

Η δουλειά της Εθνοσυνέλευσης ήταν να σβήσει το Φλεβάρη, τουλάχιστο για τους εργάτες, και να τους ξαναφέρει στην παλιά κατάσταση. Η Εθνοσυνέλευση δεν το κατάφερε ούτε αυτό, γιατί δεν είναι βέβαια στο χέρι μιας εθνοσυνέλευσης, μήτε στο χέρι ενός βασιλιά, να παραγγείλει μια βιομηχανική κρίση με παγκόσμιο χαρακτήρα: “Θα πας ίσαμε εδω κι όχι πιο πέρα”. Η Εθνοσυνέλευση, μέσα στο βίαιο ζήλο της να ξεμπερδέψει με την επικίνδυνη ρητορεία του Φλεβάρη, δεν πήρε μάλιστα ούτε τα μέτρα εκείνα που θα’τανε δυνατά κάτω απ’ τις παλιές συνθήκες. Μάζεψε τους παρισινούς εργάτες από 17 ίσαμε 25 χρονών για το στρατό της και τους έριξε στο πεζοδρόμιο. Απ’έλασε απ’ το Παρίσι τους ξένους εργάτες και τους έστειλε στο Σόλογν δίχως καν να τους κανονίσει ό,τι τους χρωστούσε. Προσωρινά έκανε τη χάρη στους παρισινούς ενήλικους να τους εξασφαλίζει το ψωμί μέσα στα εργαστήρια τα οργανωμένα στρατιωτικά, με τον όρο όμως να μην παίρνουν μέρος σε καμιά δημόσια συγκέντρωση, δηλαδή, με τον όρο να πάψουνε να είναι δημοκράτες. Η αισθηματική ρητορεία μετά από το Φλεβάρη, δεν είχε τίποτα λύσει, όπως τίποτα δεν έλυσε και η βάναυση νομοθεσία μετά απ’ τις 15 του Μάη. Έπρεπε να βρεθεί μια πρακτική λύση. “Για εμάς ή για εσάς κάνατε την επανάσταση, βρωμόσκυλα;”.

Η μπουρζουαζία έβαζε αυτό το ερώτημε με τέτοιο τρόπο, που χρειάστηκε να δοθεί σ’ αυτό η απάντηση τον Ιούνη με τα οδοφράγματα και με τα βόλια.

Κι ωστόσο, όπως το λέει στις 25 του Ιούνη ένας αντιπρόσωπος του λαού, ολόκληρη της Εθνοσυνέλευση, την πιάνει μια σαστιμάρα.

Τα’χει χαμένα όταν ερώτημα και απάντηση αιματοβάφουνε το λιθόστρωτο του Παρισιού. Είναι κατάπληχτοι, τούτοι γιατί ο καπνός της μπαρούτης παράσυρε μαζί, τις αυταπάτες τους, οι άλλοι γιατί δεν καταλαβαίνουν πώς ο λαός τόλμησε να βαλθεί να υπερασπίσει μονάχος τα δικά του τα συμφέροντα. Τους χρειάζεται να εφεύρουν ένα σωρό ιστορίες, για να μπορέσει το μυαλό τους να χωρέσει αυτό το παράξενο γεγονός: το ρωσικό χρήμα, το χρήμα το αγγλικό, το βοναπαρτικό αετό, τα κρίνα (σ.σ.το έμβλημα του βασιλικού οίκου της Ορλεάνης). Όμως και οι δύο μερίδες της Εθνοσυνέλευσης νιώθουνε τι άβυσσος τους χωρίζει από το λαό. Μήτε ένας βουλευτής δεν τολμάει να υψώσει τη φωνή του για την υπεράσπισή του.

Όταν η πρώτη σαστιμάρα πέρασε, ξέσπασε η λύσσα, η πλειοψηφία προγκάρει όλους τους δύστυχους ουτοπιστές, όλους τους αναχρονιστικούς ονειροπόλους, που έχουν ακόμα στο στόμα την κούφια λέξη της αδελφοσύνης. Πρόκειται να αφανιστούνε οι αυταπάτες που περικλείνει αυτή η λέξη. Όταν ο νομιμόφρονας Λα Ροσιζακλαίν, ένας ιπποτικός ονειροπόλος, διαμαρτύρεται για τη βιασύνη που δείχνει η Εθνοσυνέλευση να φωνάξει: “Ουαί τοις ηττημένοις!”, η πλειοψηφία αναβάλλει τη συζήτηση, σαν να την είχε πιάσει τρέμολο. Φωνάζει “ουαί”, για να κρύψει από τους εργάτες πως δεν υπάρχει άλλος “ηττημένος” από την ίδια, πως ένας από τους δύο, η Δημοκρατία ή αυτή, πρέπει να λείψει. Και γι’ αυτό φωνάζει τόσο δυνατά: “Ζήτω η Δημοκρατία!”.

Η άβυσσος που ανοίχτηκε μπροστά μας, μπορεί τάχα να ξεγελάσει τους δημοκράτες, μπορεί να μας κάνει να πιστέψουμε πως οι αγώνες για τη μορφή του κράτους δεν είναι άδειοι, πλανεροί τιποτένιοι;

Μονάχα οι αδύναμοι και οι άνανδροι μπορεί να κάνουνε αυτό το ερώτημα. Οι διαμάχες που γεννιούνται απ’ τις ίδιες τις συνθήκες της αστικής κοινωνίας δε θα μπορούσαν ν’ απομακρυνθούν με τα όνειρα, πρέπει να λυθούν μέσα στην πάλη. Η καλύτερη μορφή του κράτους δεν είναι εκείνη που οι κοινωνικές αντιθέσεις σβήνονται ή καταστέλλονται με τη βία, δηλαδή περιορίζονται τεχνητά, φαινομενικά. Η καλύτερη κρατική μορφή είναι εκείνη όπου οι αντιθέσεις συγκρούονται ελεύθερα μέσα στην πάλη και βρίσκουνε μέσα σε δαύτη τη λύση τους.

Αλλά, θα μας ρωτήσουνε, δεν έχετε ένα δάκρυ, ούτε τόση δα λύπηση, ούτε ένα λόγο γι’ αυτούς που πέσανε θύματα της λαϊκής ορφής, για την εθνική φρουρά, τη φρουρά της δημοκρατίας, το στρατό της γραμμής, την κινητή φρουρά;

Το κράτος θα φροντίσει για τις χήρες τους και για τα ορφανά τους. Θα τιμηθούνε με διάταγμα. Θα τους γίνει κηδεία μεγαλόπρεπη. Ο τύπος ο επίσημος θα τους ανακηρύξει αθάνατους. Η ευρωπαϊκή αντίδραση θα διαλαλήσει τη δόξα τους από Ανατολή σε Δύση.

Όμως τους πληβείους τους στραγγισμένους απ’ την πείνα, τους στιγματισμένους από τον τύπο, τους αφημένους απ’ τους γιατρούς, αυτούς που τους θεωρούνε οι τίμιοι άνθεωρποι για ληστές, για εμπρηστές, για κακούργους, αυτούς που οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους βυθίστηκαν σε μια νέα άβυσσο αθλιότητας, που οι καλύτεροι από αυτούς που επιζήσανε εξορίστηκαν πέρα απ’ τις θάλασσες…σ’ αυτούς, ο δημοκρατικός τύπος, είναι δικαίωμά του και τιμή του, θα πλέξει γύρω από το σκοτεινό τους μέτωπο το δάφνινο στεφάνι.

Καρλ Μαρξ

Το άρθρο γράφτηκε για την επανάσταση του 1848 (στις 29 Ιούνη) και δημοσιεύτηκε στη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου.

Η μετάφραση δημοσιεύτηκε στο έκτακτο τεύχος των “Νέων Πρωτοπόρων” το 1933. Έγιναν μικρές τροποποιήσεις.

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: