Περί «πολυ»(α)ταξικών στερεοτύπων (Llambro Filo: Θεωρητικές διαστρεβλώσεις των σοβιετικών ρεβιζιονιστών σχετικά με το κομμουνιστικό κόμμα)

Το κλείσιμο ενός κύκλου με μια ταπεινωτική ήττα (για όλη την αριστερά, κι όχι μόνο όση συμμετείχε στο ΣΥΡΙΖΑ, αφού όλες οι εκδοχές της κρίνονται με βάση το αν δημιούργησαν ένα πλατύ μέτωπο, αναγνωρίζοντας την ιδιαιτερότητα της κατάστασης, ή έμειναν προσηλωμένες στα «κλασικά», θεωρώντας το μνημόνιο μια ακόμα «αντεργατική επίθεση») ανανεώνει αντικειμενικά τη συζήτηση για την ισχύ καποιων «θεσφάτων», τα οποία κυριάρχησαν παγκοσμίως την τελευταία 15ετία (με την εμφάνιση του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος και την αντίσταση στη μονοκρατορία των ΗΠΑ). Στο παρακάτω κείμενο, το οποίο είναι γραμμένο στα βάθη της δεκαετίας του ’80, αναδεικνύεται το γεγονός ότι η ταύτιση της κοινωνικής σύνθεσης ενός μετώπου με την κοινωνική σύνθεση του πολιτικού φορέα ο οποίος τίθεται επικεφαλής του μετώπου αυτού (γιατί πάντα καποιος τίθεται), δεν είναι απλώς μια αθώα αναθεώρηση του μαρξισμού, η οποία εμποδίζει την αυτόνομη πολιτική ύπαρξη και δράση της εργατικής τάξης, αλλά προέρχεται κατ’ευθείαν από το θεωρητικό οπλοστάσιο του ιμπεριαλισμού.

Γενικότερα, όμως, κάθε θεωρητική ή πολιτική πρόταση (π.χ. περί «μεταβατικού ή μη προγράμματος»), όσο κι αν δεν το καταλαβαίνουν αυτοί που τη διατυπώνουν, συνδέεται αντικειμενικά με το «ισοζύγιο» των διαφόρων ιμπεριαλισμών και επιφέρει τροποποιήσεις στο συσχετισμό δύναμης μεταξύ λαού-ιμπεριαλισμού, και, συνεπώς, θα πρέπει να αξιολογείται και από αυτή την οπτική.

***

Llambro Filo: Θεωρητικές διαστρεβλώσεις των σοβιετικών ρεβιζιονιστών σχετικά με το κομμουνιστικό κόμμα

Castro & Mengistu parade1977

Οι Φιντέλ Κάστρο και Μενγκίστου Χαϊλέ Μαριάμ σε παρέλαση το 1977

Ένας από τους “νεωτερισμούς” που κομίζουν οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές, κατά την εφαρμογή της θεωρίας του “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης”, και κατά την «πορεία προς το σοσιαλισμό”, είναι η “διοίκηση των χωρών σοσιαλιστικού προσανατολισμού” όχι από “δημοκρατικά και εθνικά κόμματα”, αλλά από “δημοκρατικά και επαναστατικά κόμματα, πρωτοπορίες των εργαζόμενων μαζών”, τα οποία παρουσιάζονται ως “ποιοτικό άλμα” σε σύγκριση με τα πρώτα (1). Ισχυρίζονται πως αυτά τα κόμματα, “μέσα από την ιδεολογική τους εξέλιξη, και, επομένως, το πέρασμά τους, από διάφορες μη προλεταριακές ιδέες περί σοσιαλισμού στη συνειδητοποίηση των ιδιαίτερων θέσεων του μαρξισμού-λενινισμού και, τελικώς, στην πλήρη υιοθέτηση αυτής της θεωρίας, μπορούν να καταστούν ικανά να επιτελέσουν το ρόλο του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος και να μετασχηματιστούν, με διάφορα βήματα, σε πραγματικά κομμουνιστικά κόμματα” (2).

Οι ρεβιζιονιστές στοχαστές διατυπώνουν μια θεωρία σχετικά με την ταξική φύση των κομμάτων αυτών. Τα παρουσιάζουν ωσάν να είναι διαφοροποιημένης κοινωνικής σύνθεσης, ως “μια συσπείρωση στοιχείων που προέρχονται ουσιαστικά από τις τάξεις της αγροτιάς, της υπό ανάπτυξη εργατικής τάξης, των μισοπρολεταριακών στρωμάτων, της διανόησης, των υπαλλήλων, της μικροαστικής τάξης, κλπ”(3). Ισχυρίζονται πως τέτοια κόμματα “είναι σε θέση να οδηγήσουν τις λαϊκές μάζες στο στάδιο της μετεξέλιξης της εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης σε σοσιαλιστική επανάσταση” (4).

Η ιδέα περί “επαναστατικού δημοκρατικού πρωτοπόρου κόμματος των εργαζόμενων μαζών” είναι μια αντιμαρξιστική ιδέα, η οποία αντιτίθεται πλήρως στην αποστολή του προλεταριακού κόμματος, το οποίο καλείται να ηγηθεί της σοσιαλιστικής επανάστασης. Όλες οι ρεβιζιονιστικές θέσεις γύρω από την ίδρυση και την οργανωτική οικοδόμηση, τον ταξικό χαρακτήρα και την πρακτική πολιτική δράση αυτών των κομμάτων, προέρχονται από αντιμαρξιστικές απόψεις.

Έτσι, όταν οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές πραγματεύονται το ζήτημα της βάσης αυτών των κομμάτων, υποδηλώνουν ότι είναι αναγκαία η “δημιουργία ενός πλατιού μετώπου” εθνικο-δημοκρατικού τύπου, το οποίο να συνιστά την απαραίτητη βάση για τα “επαναστατικά δημοκρατικά πρωτοπόρα κόμματα των εργαζόμενων μαζών”, και επίσης καλούν σε “αναδιοργάνωση” των “ηγετικών συμμαχιών που βρίσκονται στην εξουσία”, ώστε να βρίσκονται διάφορα πολιτικά και κοινωνικά ρεύματα, τα οποία εκπροσωπούν ακόμα και τις εκμεταλλεύτριες τάξεις, και τα οποία δήθεν γίνεται να “βιώνουν ποιοτικές αλλαγές στην ταξική φύση και δράση τους”.

Οι ρεβιζιονιστικές απόψεις σχετικά με τη δημιουργία “πρωτοπόρων κομμάτων των εργαζόμενων μαζών” είναι μια ακόμα προσπάθεια για να ερμηνευτούν από θέσεις αντιμαρξιστικές η φύση και ο ρόλος των διαφόρων τάξεων και πολιτικών δυνάμεων και των στόχων τους. Είναι παράλογο να ταυτίζεται το ενιαίο αντιιμπεριαλιστικό ή δημοκρατικό εθνικό μέτωπο, όπου διάφορες κοινωνικές τάξεις και στρώματα συμμετέχουν, με τα πολιτικά κόμματα που είναι επικεφαλής του μετώπου αυτού, όπως και είναι παράλογο να θεωρεί κανείς το μέτωπο ως τη “βάση” της δημιουργίας ενός κόμματος που θα αναπτυχθεί ώστε να επιτελεί “το ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος”.

Γνωρίζουμε ότι τα ενιαία δημοκρατικά ή εθνικά μέτωπα προκύπτουν κατά τη διάρκεια του προτσές των επαναστατικών κινημάτων εθνικής απελευθέρωσης των διαφόρων αποικιακών και εξαρτώμενων χωρών. Η δημιουργία μετώπων θεωρείται απαραίτητη, γιατί οι δημοκρατικές και εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις έχουν μια πολύ διευρυμένη κοινωνική βάση. Υπάρχουν διάφορες τάξεις και πολιτικές δυνάμεις που ενδιαφέρονται, σε διαφορετικό βαθμό, για τα “κοινά” καθήκοντα της πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό και για την εθνική απελευθέρωση και τον εκδημοκρατισμό της χώρας και οι οποίες μπορούν να συμμετέχουν σε αυτή την επανάσταση. Όμως, ακόμα και όταν έχουμε να κάνουμε με αυτά τα μέτωπα, ο μαρξισμός-λενινισμός μάς διδάσκει ότι δεν πρέπει ποτέ να αμελούμε να προβαίνουμε σε ταξική ανάλυση των διαφόρων ταξικών δυνάμεων που συμμετέχουν σε αυτά τα μέτωπα, ούτε να υποτιμούμε την πάλη των τάξεων που διεξάγεται στο εσωτερικό τους. Στην πραγματικότητα, οι τάξεις που συμμετέχουν στην εθνική δημοκρατική επανάσταση δεν ενδιαφέρονται όλες στον ίδιο βαθμό για την εμβάθυνση και διεύρυνση της ανάπτυξης του προτσές αυτού και, κάτω από την εκπροσώπηση των “κοινών καθηκόντων”, προκύπτουν αντιθέσεις και συγκρούσεις που σηματοδοτούν τις διαφορές συμφερόντων κάθε τάξης.

Επικρίνοντας τις θέσεις των διαφόρων οπορτουνιστών που δεν λαμβάνουν υπόψη τις πολυάριθμες διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των διαφόρων τάξεων, τα συμφέροντα και τους στόχους τους, ο Λένιν κάποτε είπε:

η ιδέα γενικά περί “επανάστασης” πρέπει να προξενεί στο μαρξιστή το αίσθημα της αναγκαιότητας να προβαίνει σε μια ακριβή ανάλυση των διαφόρων συμφερόντων των διαφόρων τάξεων, των συμφερόντων που συμπίπτουν στην πορεία της πάλης αναφορικά με την επίλυση των συγκεκριμένων, περιορισμένων και καλά ορισμένων, καθηκόντων. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η ιδέα δεν μπορεί επ’ουδενί να συμβάλλει στη συσκότιση, στην παραμέληση της μελέτης της ταξικής πάλης που υπάρχει στην πορεία της μιας ή της άλλης επανάστασης” (Β.Ι.Λένιν, Άπαντα, τ.12, αλβ.έκδ.,σ.σ.458-459)

Ο ρόλος, η σημασία και η ζωτικότητα του μετώπου εξαρτάται άμεσα από την πολιτική δύναμη που τίθεται επικεφαλής. Προκειμένου το μέτωπο αυτό να μην μένει πίσω, το κομμουνιστικό κόμμα πρέπει να επιδιώκει να τίθεται επικεφαλής αυτού του μετώπου. Ο σ. Ενβέρ Χότζα τόνιζε στο 8ο συνέδριο του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας:

Σε κάθε συμμαχία ή μέτωπο, το κόμμα πρέπει να διατηρεί την προσωπικότητά του, ακόμα και όταν, για αντικειμενικούς λόγους, δεν είναι επικεφαλής αυτό” (Ενβέρ Χότζα, Εισήγηση στο 8ο συνέδριο του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας, 1η Νοέμβρη 1981).

Το κομμουνιστικό κόμμα δεν πρέπει να ξεχνά ποτέ τον τελικό σκοπό του, την πάλη για το σοσιαλισμό, η οποία περιλαμβάνει το μετασχηματισμό της εθνικο-δημοκρατικής επανάστασης σε μια σοσιαλιστική επανάσταση, η οποία, όπως γνωρίζουμε, σημαίνει πόλωση μεταξύ των ταξικών δυνάμεων και κατευθύνει τα κύρια πυρά της ενάντια στην αστική τάξη.

Οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές, με τις απόψεις τους για τη μετατροπή των εθνικών και δημοκρατικών μετώπων σε “επαναστατικά και δημοκρατικά πρωτοπόρα κόμματα” με ταξική σύνθεση παρόμοια με εκείνη του μετώπου, λένε ότι αυτά “είναι ικανά να κυβερνήσουν τις διάφορες χώρες σοσιαλιστικού προσανατολισμού”, αν και με αυτό τοποθετούνται, συν τοις άλλοις, ανοιχτά ενάντια στο να οργανωθεί το προλεταριάτο πολιτικά μέσω ενός ανεξάρτητου κόμματός του. Τέτοιες απόψεις οδηγούν στη συγχώνευση των ταξικών συμφερόντων του προλεταριάτου με τα συμφέροντα άλλων πολιτικών δυνάμεων και, για αυτό, στοχεύουν στον περιορισμό του προλεταριάτου σε μια θέση υποταγής, καταπίεσης και καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Δεν μπορεί να δώσει κανείς κάποια σοβαρή θεμελίωση στον ισχυρισμό ότι “τα δημοκρατικά και επαναστατικά πρωτοπόρα κόμματα” αποτελούν τους “πυρήνες” της “αναδιοργάνωσης των κυβερνώντων συνασπισμών, με συμμετοχή διαφόρων ταξικών δυνάμεων” ή ότι, “μέσω της εξέλιξης των ιδεών” ή μιας “μεταβατικής ιδεολογίας”, αυτά “μετατρέπονται σε κόμματα που υιοθετούν μια πλατφόρμα μαρξιστική-λενινιστική” ή ότι “εκφράζουν τα συμφέροντα των πλατιών εργαζόμενων μαζών και, υπό την ηγεσία τους, διεξάγουν κοινωνικούς και οικονομικούς μετασχηματισμούς σοσιαλιστικού χαρακτήρα”(6).

Πρώτον, το πραγματικό μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα, παρά τους ισχυρισμούς των σοβιετικών ρεβιζιονιστών, δεν μπορεί ποτέ και σε καμία περίπτωση να γεννηθεί από μη προλεταριακά κόμματα. Ακόμα λιγότερο είναι δυνατό να μετατραπούν σε μαρξιστικά-λενινιστικά τα μη προλεταριακά κόμματα που συμμετέχουν σε συνασπισμούς διαφόρων πολιτικών δυνάμεων. Το πραγματικό μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα του προλεταριάτου, ως πρωτοπόρο τμήμα του, είναι, πριν απ’ όλα, τμήμα του, ήδη από τη γέννησή του. Με τα παραπάνω επιχειρήματά τους, οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές υπερασπίζουν τις ταξικές απόψεις των αστικών δυνάμεων σε βάρος των εργαζόμενων μαζών. Αποκαλύπτοντας τις προσπάθειες της “αστικής και μικροαστικής δημοκρατίας” για την “ίδρυση ενός μεγάλου ενιαίου κόμματος” στο οποίο οι εργάτες να ενωθούν, ο Καρλ Μαρξ επεσήμαινε ότι “τέτοια ένωση θα έβλαπτε την υπόθεση του προλεταριάτου, και απηύθυνε έκκληση στους εργάτες να “εργαστούν για την οικοδόμηση μιας διακριτής οργάνωσης, όπου οι θέσεις και τα συμφέροντα του προλεταριάτου θα συζητούνται ανεξάρτητα από τις αστικές επιρροές”.

Δεύτερον, οι απόψεις περί της “εξέλιξης των ιδεών” ή περί μιας “μεταβατικής ιδεολογίας”, η οποία τάχα θα επικρατεί σε αυτά τα “δημοκρατικά και επαναστατικά πρωτοπόρα κόμματα”, είναι κάτι που βρίσκεται σε ξεκάθαρη αντίθεση με το μαρξισμό-λενινισμό. Ο Λένιν ήδη επεσήμαινε ότι υπάρχουν μόνο δύο ιδεολογίες: η προλεταριακή και η αστική, και ότι οποιαδήποτε απόπειρα δημιουργίας ενός τύπου μεταβατικής ιδεολογίας επιτίθεται στη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία της εργατικής τάξης.

Τρίτον, τα “δημοκρατικά και επαναστατικά” κόμματα που θεωρούνται από τους σοβιετικούς ρεβιζιονιστές ως “κόμματα ετερογενούς κοινωνικού περιεχομένου”, δεν είναι και δεν μπορούν να είναι υπεράνω των άλλων κομμάτων και των τάξεων, γιατί δεν υπάρχουν κόμματα μη ταξικά. Ο μαρξισμός-λενινισμός μάς διδάσκει ότι τα πολιτικά κόμματα έχουν ένα χαρακτήρα ταξικό, ότι εκφράζουν και υπερασπίζουν συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα. Δεν μπορείς να δημιουργήσεις κόμματα που δεν εκφράζουν συμφέροντα συγκεκριμένων τάξεων και δεν αντανακλούν την ιδεολογία τους. Έτσι, παρά το δήθεν “ετερογενές” “κοινωνικό περιεχόμενο” αυτών των κομμάτων, οι πράξεις δείχνουν πως αυτά υποστηρίζουν τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων. Ανεξάρτητα από τις ετικέτες που αυτά φέρουν, τα κόμματα αυτά δεν είναι και δεν μπορούν να γίνουν κόμματα του προλεταριάτου. Ένα πολιτικό κόμμα, όπως ο Λένιν μάς δίδασκε, δεν κρίνεται από τα λόγια του και τις διακηρύξεις του, αλλά από το ζήτημα του σε ποια τάξη ανήκει και ποιας τάξης τα συμφέροντα υπηρετεί, ποια ιδεολογία το εμπνέει και ποια πολιτική ασκεί.

***

Οι αντιμαρξιστικές φόρμουλες των σοβιετικών ρεβιζιονιστών για τα λεγόμενα “δημοκρατικά και επαναστατικά πρωτοπόρα κόμματα των εργαζόμενων μαζών” είναι στενά συνδεδεμένες με τις αντιμαρξιστικές θέσεις της θεωρίας του “κράτους σοσιαλιστικού προσανατολισμού”. Πέραν του ότι θέτουν τα κόμματα αυτά επικεφαλής του “κράτους σοσιαλιστικού προσανατολισμού”, κάνουν λόγο επίσης για σοσιαλιστικό χαρακτήρα των λειτουργιών που δήθεν επιτελεί αυτό το κράτος. Απ’ αυτή την άποψη, αναφέρουν μια σειρά “δείκτες” που είναι τάχα το αποτέλεσμα της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων στον οικονομικό τομέα και στον κρατικό μηχανισμό, μεταρρυθμίσεις όμως στο υπάρχον εποικοδόμημα, χωρίς προσφυγή, σε καμία περίπτωση, στη βίαιη επανάσταση και στο τσάκισμα του μηχανισμού του αστικού κράτους. Οι “δείκτες” που υποστηρίζουν οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές δεν είναι τίποτε άλλο παρά δημαγωγικές και απατηλές φόρμουλες που διάφορα “δημοκρατικά και επαναστατικά πρωτοπόρα” κόμματα αναφέρουν στα προγράμματα, τα έγγραφα, τις νομικές και συνταγματικές πράξεις τους, με φράσεις όπως “η εξουσία των εργαζόμενων μαζών που υποστηρίζουν τα συμφέροντά τους”, “λαϊκή σύνθεση των κρατικών οργάνων”, “πάλη ενάντια στη γραφειοκρατικοποίηση του διοικητικού μηχανισμού του κράτους”, “βαθμιαία ενίσχυση του κρατικού μηχανισμού από εθνικά στελέχη, πιστά στο λαό” κλπ.

Η όλη συζήτηση για το “κράτος σοσιαλιστικού προσανατολισμού” και τα συμπληρώματά της περί του δήθεν σοσιαλιστικού του χαρακτήρα στρέφονται ενάντια στη δικτατορία του προλεταριάτου γιατί, όπως δείχνει ο μαρξισμός-λενινισμός, δεν μπορείς να περάσεις στη σοσιαλιστική κοινωνία, όντας ευρισκόμενος στο δρόμο της καπιταλιστικής τάξης, χωρίς να προσφεύγεις στη βίαιη επανάσταση, μη καταστρέφοντας εκ θεμελίων τον παλιό κρατικό μηχανισμό, όλο το αστικό εποικοδόμημα, και χωρίς να εγκαθιδρύεις την εξουσία του προλεταριάτου με επικεφαλής το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα του που πρωτοπορεί. Ο Στάλιν έλεγε:

Η δικτατορία του προλεταριάτου δεν μπορεί να προκύψει ως αποτέλεσμα της ειρηνικής εξέλιξης της αστικής κοινωνίας και της αστικής δημοκρατίας: μπορεί να προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα της καταστροφής του μηχανισμού του αστικού κράτους, του αστικού στρατού, του αστικού γραφειοκρατικού μηχανισμού, της αστικής αστυνομίας” (Ι.Β. Στάλιν, Οι Βάσεις του Λενινισμού).

Τα κόμματα που κυβερνούν στις εξαρτημένες πρώην αποικιακές χώρες είναι αστικά κόμματα που, κατά τη δράση τους, ασκούν μια πολιτική διατήρησης και ενίσχυσης της υπάρχουσας αστικής και καπιταλιστικής τάξης και προσανατολίζονται προς τις υπερδυνάμεις και το παγκόσμιο κεφάλαιο. Διάφορες αντιιμπεριαλιστικές και προοδευτικές θέσεις του ενός ή του άλλου κόμματος δεν τα καθιστούν ικανά να τους αποδοθεί ο χαρακτηρισμός ότι υφίστανται μια “εξέλιξη” προς τον επιστημονικό σοσιαλισμό, και δεν μπορούν αυτές να αποτελούν βάση για να τους ανατίθεται η υλοποίηση καθηκόντων σοσιαλιστικού χαρακτήρα, όπως διατείνονται οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές. Μόνο το κομμουνιστικό κόμμα του προλεταριάτου μπορεί να είναι ο φορέας της μαρξιστικής θεωρίας, μόνο αυτό είναι ικανό να την αναπτύξει και να την εφαρμόσει προκειμένου να οικοδομηθεί μια πραγματική σοσιαλιστική κοινωνία.

Στις αναπτυσσόμενες χώρες, το μαρξιστικό-λενινιστικό κομμουνιστικό κόμμα, επίσης, παλεύει για να είναι επικεφαλής των εργαζόμενων μαζών, για να τις διαπαιδαγωγήσει στο πνεύμα της ανεξάρτητης επαναστατικής πάλης των τάξεων και τις εκπαιδεύει σε δυναμικές δράσεις για να δώσει ώθηση και να επεκτείνει την πάλη για δημοκρατικές ριζοσπαστικές διεκδικήσεις, με επιστέγασμα την άμεση επίθεση ενάντια στην αστική τάξη μέσω της επανάστασης. Ο σ. Ενβέρ Χότζα έγραφε:

Οι κομμουνιστές αυτών των χωρών πρέπει να είναι εξοικειωμένοι με τις συγκεκριμένες συνθήκες και να προβαίνουν σε μια ορθή εκτίμηση των στρατηγικών και των τακτικών που πρέπει να ακολουθηθεί. Ο μαρξισμός-λενινισμός διδάσκει ότι μια αστική ή μικροαστική κυβέρνηση δεν μπορεί να είναι επαναστατική και συνεπής και, έτσι, αφήνει την επανάσταση στα μισά του δρόμου. Είναι σε τέτοιες καταστάσεις που ενίοτε οι κομμουνιστές των χωρών αυτών είναι ικανοποιημένοι και σταυρώνουν τα χέρια, σκεπτόμενοι ότι δεν είναι απαραίτητο να κάνουν επανάσταση, ότι το προλεταριάτο δεν πρέπει να εγκαθιδρύσει τη δική του εξουσία και δικτατορία, γιατί η αστική κυβέρνηση που βρίσκεται στην εξουσία είναι, πάνω-κάτω, προοδευτική. Αυτά, φυσικά, δεν είναι οι μαρξιστικές-λενινιστικές ιδέες” (Ενβέρ Χότζα, Η ρεβιζιονιστική “βοήθεια” φέρνει τις αλυσίδες της σκλαβιάς, 11 Μάη 1964).

***

Οι εκτιμήσεις των σοβιετικών σοσιαλιμπεριαλιστών για τις κυβερνήσεις των λεγόμενων “χωρών σοσιαλιστικού προσανατολισμού” με “δημοκρατικά πρωτοπόρα κόμματα των εργαζόμενων μαζών”, το μόνο που κάνουν είναι να πραγματοποιούν άμεσες προσπάθειες για τη διασφάλιση και ενίσχυση της κοινωνικής βάσης και της στήριξης της νεοαποικιακής τους κυριαρχίας σε πρώην αποικιακές χώρες.

Είναι προφανές πως οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές, όπως οι άλλοι ιμπεριαλιστές, δεν μπορούν να επιτύχουν τους νεοαποικιακούς στόχους τους, στις χώρες στις οποίες ασκούν την επιρροή τους, με άλλο τρόπο από το να στηρίζονται σε μη προλεταριακές δυνάμεις, στα κόμματά τους και στις αστικές και μικροαστικές κυβερνήσεις τους, οι οποίες πάντοτε είναι έτοιμες να πουλήσουν την κυριαρχία της χώρας. Δεν μπορούν να ενωθούν με το προλεταριάτο, ούτε με τις εργαζόμενες μάζες, καθώς αυτοί είναι εχθροί των καταπιεστών και των εκμεταλλευτών, τόσο των ντόπιων όσο και των ξένων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο επικεντρώνουν την προσοχή τους στα κόμματα και τις κυβερνήσεις που είναι στην εξουσία και που γενικά δεν συμφωνούν με τις δυτικές χώρες και διατηρούν ψευδαισθήσεις για πιθανή “στήριξη” από τη Σοβιετική Ένωση. Σε αυτό το πλαίσιο, όταν τα κυβερνητικά κόμματα σε αυτές τις χώρες μπαίνουν σε τροχιά νεοαποικισμού από τη Σοβιετική Ένωση, γίνονται αποδεκτά ως “δημοκρατικά και επαναστατικά πρωτοπόρα κόμματα” που “έχουν ασπαστεί το δόγμα του επιστημονικού σοσιαλισμού” και “λαμβάνουν υπ’ όψη τα συμφέροντα του προλεταριάτου” κλπ. Αυτό χρησιμεύει ως βάση για μια συμμαχία και συνεργασία μεταξύ της σοσιαλιμπεριαλιστικής Σοβιετικής Ένωσης και των κυβερνητικών κομμάτων αυτών των χωρών. Έτσι, προς το κοινό συμφέρον των δύο μερών, γίνεται προσπάθεια να αποκρυφτεί η πραγματική ταξική φύση της εξουσίας που υπάρχει στη μια ή την άλλη χώρα, ώστε οι εργαζόμενες μάζες που επιθυμούν την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση να εξαπατηθούν και να εγκαταλείψουν την ταξική πάλη ενάντια στους κυβερνώντες και καταπιεστές τους από το εσωτερικό και το εξωτερικό. Ομοίως, και τα δύο μέρη έχουν συμφέρον να παρουσιάζουν τις νεοαποικιακές μεταξύ τους σχέσεις ως “φιλική συμμαχία”, “θεμελιωμένη σε διεθνιστικές βάσεις” κλπ. Τα γεγονότα αυτά δείχνουν ότι τα κόμματα και οι κυβερνήσεις “σοσιαλιστικού προσανατολισμού”, υποστηριζόμενα από τους σοβιετικούς ρεβιζιονιστές, αυξάνουν αναπόφευκτα τη δημαγωγία τους. Τέτοια κόμματα και κυβερνήσεις δεν διστάζουν να δηλώνουν ότι οικοδομούν το “σοσιαλισμό”, και πως αυτό γίνεται με διαφορετικές “εκδοχές” σοσιαλισμού. Οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές, από την πλευρά τους, είναι αλληλέγγυοι με οποιαδήποτε εκδοχή “σοσιαλισμού”, παντού και πάντοτε όμως, μόνο όταν αυτή η εκδοχή αντιτίθεται στη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία και τον πραγματικό σοσιαλισμό. Έτσι, ισχυρίζονται ότι οι “θεωρίες” περί “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης” και “σοσιαλιστικού προσανατολισμού” ταυτίζονται με τις “σοσιαλιστικές απόψεις” των αφρικανικών και ασιατικών κομμάτων και κυβερνήσεων που, στην πραγματικότητα, δεν είναι άλλο πράγμα από τις απόψεις που ανοίγουν το δρόμο στη νεοαποικιακή επέκταση εκεί. Ο Ενβέρ Χότζα έγραφε:

Οι ρεβιζιονιστές είναι πλήρως σύμφωνοι με αυτές τις απόψεις και στηρίζουν κάθε δημαγωγία, κάθε παραποίηση, κάθε αναθεώρηση του μαρξισμού, είναι υπέρ οποιαδήποτε εκδοχής, οποιουδήποτε εκλεκτικισμού στον οποίο μπορεί κανείς να προβεί από το μαρξισμό-λενινσμό, αρκεί να καταπολεμάται ο επιστημονικός μαρξισμός-λενινισμός” (Ενβέρ Χότζα, “Σοσιαλισμός” που δεν έχει σχέση με την επιστημονική έννοια του σοσιαλισμού, 31/01/1965).

Κατά τα πρόσφατα χρόνια, οι κομματικές σχέσεις μεταξύ σοβιετικών σοσιαλιμπεριαλιστών και των ηγετικών κομμάτων των χωρών όπου αυτοί ασκούν επιρροή, έχουν ενισχυθεί με διάφορους τρόπους. Μια από τις ιδιαιτερότητες της δράσης του σοβιετικού νεοαποικισμού είναι η υποστήριξη των αστικών κυβερνητικών κομμάτων, πέραν της στήριξης των ρεβιζιονιστικών κομμάτων (Llambro Filo, Ο “μη καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης” και ο “σοσιαλιστικός προσανατολισμός”, “θεωρίες” που υπονομεύουν την επανάσταση και ανοίγουν το δρόμο στη νεοαποικιακή επέκταση, 1985).

Σημειώσεις

1) Voprosi istorii KPSS (Ζητήματα Ιστορίας του ΚΚΣΕ), σ. 86, 1981, n° 6.

(2) Aktualnie problemi ideologii nacionalno-osvoboditelnovo dvizhenija v stranach Azii i Afriki (Σύγχρονα Ιδεολογικά Προβλήματα των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων της Ασίας και της Αφρικής), σ. 97, Μόσχα, 1982.

(3) A. S. Shin, Nacionalnoe-demokratitcheskie revolucii (Εθνικοδημοκρατικές Επαναστάσεις0, σ. 233, Μόσχα, 1981

(4) K. M. Tsagalov, Osvobodivtchiesia strani, zashita socialnoj revolucii (Για την Απελευθέρωση των Χωρών, Για την Πρόοδο της Κοινωνικής Επανάστασης), σ. 19, Μόσχα, 1981

(5) Azia i Ajrika sevodnja (Η Ασία και η Αφρική Σήμερα), σ. 48, n° 3, 1983

(6) A. S. Shin, ό.π., σ. 235

Advertisements

Tagged: , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: