Llambro Filo: Ο “μη καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης” και ο “σοσιαλιστικός προσανατολισμός”, “θεωρίες” που υπονομεύουν την επανάσταση και ανοίγουν το δρόμο στη νεοαποικιακή επέκταση

To ζήτημα των κρατικοποιήσεων έχει βυθίσει την αριστερά για τα καλά σε ένα ψευτοδίλημμα υπεράσπισης της μιας ή της άλλης μερίδας της αστικής τάξης, αφ’ής στιγμής οι κρατικοποιήσεις από μόνες τους δεν αλλάζουν το συσχετισμό δύναμης υπέρ των εργαζόμενων μαζών, όταν αυτές γίνονται χωρίς καμία αλλαγή στο κράτος και στην εξουσία που αυτό υποστηρίζει. Όμως, αυτή η πραγματικότητα των κρατικοποιήσεων είναι εύκολα διαπιστώσιμη και μάλλον κοινώς αποδεκτή στις τάξεις των αριστερών (ασχέτως αν, στην Ελλάδα, αυτοί πάντοτε μπλέκονται στις σχετικές συζητήσεις και καταλήγουν να υποστηρίζουν την κρατικοποίηση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, βλ. διαστρέβλωση της σημασίας των εθνικοποιήσεων από στις προοδευτικές κυβερνήσεις της Λ.Αμερικής).

Το λιγότερο φανερό στοιχείο στις κρατικοποιήσεις είναι η “διεθνής” τους διάσταση: συγκεκριμένα, με τις κρατικοποιήσεις, ενίοτε, μπορεί ένας ιμπεριαλισμός να αποκτά ως και κοινωνική βάση αποδοχής του εντός μιας χώρας εξαρτημένης (ακόμα και από άλλο ιμπεριαλισμό).

Το παρακάτω άρθρο αναλύει την κατάσταση που ίσχυε με τη Σοβιετική Ένωση κατά τις δύο-τρεις τελευταίες δεκαετίες της. Και το ερώτημα που αναφύεται είναι όχι μόνο το γιατί η σημερινή ελληνική αριστερά, στη συντριπτική της πλειοψηφία, έχει ξεχάσει το πραγματικό νόημα των εθνικοποιήσεων, αλλά και το αν σήμερα, άλλες χώρες, π.χ. η Ρωσία, χρησιμοποιούν τα ίδια μέσα για τη διείσδυσή τους. Η απάντηση, για οποιον δεν παρασύρεται από συναισθηματισμούς, δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική.

***

Το ζήτημα της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης είναι αξεχώριστο από την ανάπτυξη των απελευθερωτικών κινημάτων των λαών των εξαρτημένων χωρών. Αυτά συνιστούν την εφεδρεία της επανάστασης αυτής και αποτελούν μια σημαντική δύναμη που με τα χτυπήματά της κλονίζει τον ιμπεριαλισμό και τον σοσιαλιμπεριαλισμό, το νεοαποικισμό και την αντίδραση. Στο 8ο συνέδριο του Κόμματος, ο σ. Ενβέρ Χότζα υπογράμμιζε: “οι σημερινοί εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες έχουν ως σημαντικό χαρακτηριστικό το ότι η πολιτική αφύπνιση για την κατάκτηση και υπεράσπιση της ελευθερίας και της πλήρους εθνικής ανεξαρτησίας συνοδεύονται από την κοινωνική αφύπνιση”(1). Οι λαοί και οι επαναστατικές δυνάμεις δεν μπορούν να αντέχουν τον ξένο ζυγό και τα κυρίαρχα αστικά και φεουδαρχικά ντόπια καθεστώτα. Επιθυμούν μια πραγματική εθνική και κοινωνική απελευθέρωση και παλεύουν για να την κατακτήσουν.

Οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές, όπως όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που προσπαθούν να σαμποτάρουν αυτούς τους αγώνες και να αντικαταστήσουν την παλιά αποικιοκρατία από μια νέα αποικιοκρατία, δεν μένουν ακίνητοι, αλλά επιδιώκουν να τεκμηριώσουν θεωρητικά τους επεκτατικούς, νεοαποικιακούς και αντεπαναστατικούς σχεδιασμούς τους έναντι αυτών των χωρών, διατυπώνοντας ειδικές “θεωρίες”, όπως αυτές του “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης” και της “τάσης προς το σοσιαλισμό”.

12180047_1628412637410962_133455720_n 

Ο Κονσταντίν Τσερνιένκο (1911-1985), επικεφαλής της ΕΣΣΔ (1984-1985) με το Μενγκίστου Χαϊλέ Μαριάμ της Συντονιστικής Επιτροπής των Ενόπλων Δυνάμεων, της Αστυνομίας και του Περιφερειακού Στρατού (DERG) της Αιθιοπίας

Η “θεωρία” του “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης”, διαμέσου της οποίας προωθούν την “επιλογή του σοσιαλιστικού προσανατολισμού και της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας” στις απελευθέρωμένες από τον αποικιακό ζυγό χώρες, κατέχει μια σημαντική θέση στην όλη προπαγάνδα που διεξάγουν οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές. Κατ’ αυτούς, η “θεωρία” αυτή συνιστά την “εκπόνηση και περαιτέρω ανάπτυξη, στις σημερινές συνθήκες, της λενινιστικής θέσης για τη δυνατότητα των καθυστερημένων χωρών (των αποικιακών ή των μισοαποικιακών που βρίσκονται στο στάδιο της προκαπιταλιστικής ανάπτυξης ή του υπό εκκόλαψη καπιταλισμού) να περάσουν στο σοσιαλισμό χωρίς να γνωρίσουν τη φάση του αναπτυγμένου καπιταλισμού” (2). Ταυτόχρονα, οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές έχουν επινοήσει και διαδίδουν επίσης τη “θεωρία” του “κράτους με σοσιαλιστικό προσανατολισμό” ως μια σημαντική έκφραση του “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης” και πρακτική εφαρμογή στις σημερινές συνθήκες των πρώην αποικιακών χωρών της Αφρικής και της Ασίας. Το βιβλίο με τίτλο “Η ΕΣΣΔ στην παγκόσμια πολιτική 1917-1980” τονίζει την ιδέα ότι “μια εικοσάδα χωρών υπό ανάπτυξη επέλεξαν το σοσιαλιστικό προσανατολισμό”(3) και ότι “βαδίζουν στο δρόμο της σοσιαλιστικής ανάπτυξης”(4). Οι “θεωρίες” για το “μη καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης” και του “σοσιαλιστικού προσανατολισμού” αποτελούν συστατικό τμήμα της ρεβιζιονιστικής και σοσιαλιμπεριαλιστικής ιδεολογίας και πολιτικής της Σοβιετικής Ένωσης. Δεν έχουν καμία σχέση με “ανάπτυξη των λενινιστικών θέσεων”, αλλά είναι αντίθετες προς αυτές, έχοντας σκοπούς εντελώς συγκεκριμένους. Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά αρχών μεταξύ των διδαγμάτων του Λένιν για το πέρασμα των καθυστερημένων χωρών στο σοσιαλισμό και τις θέσεις που υποστηρίζουν οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές. Αυτή η διαφορά προκύπτει από τη ρεβιζιονιστική αντίληψη για το περιεχόμενο του “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης” και τον τρόπο με τον οποίο αυτός πρέπει να ακολουθηθεί.

Έτσι, αναλύοντας την ίδια την ουσία της θεωρίας του “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης”, οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές τον θεωρούν ένα πρωτότυπο στάδιο οικονομικής, πολιτικής, ιδεολογικής και κοινωνικής οργάνωσης μεταβατικού χαρακτήρα, κατά τη διάρκεια του οποίου, μέσω της ίδιας της εξέλιξης των δημοκρατικών και εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων με τον ειρηνικό δρόμο, επομένως, χωρίς την προσφυγή στην προλεταριακή επανάσταση και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, δήθεν “δημιουργούνται γρήγορα οι υλικές, τεχνικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες για την πραγματοποίηση του περάσματος των καθυστερημένων χωρών στο σοσιαλισμό”(5). Διατυπώνεται έτσι ο ισχυρισμός ότι υπάρχουν χώρες “σε μια κατάσταση ενδιάμεση”, οι οποίες δεν είναι ούτε καπιταλιστικές, ούτε σοσιαλιστικές, κάτι που στερείται κάθε αντικειμενικής και ταξικής βάσης.

Διατυπώνεται επίσης ο ισχυρισμός ότι το πέρασμα στο σοσιαλισμό είναι εφικτό υπό την καθοδήγηση μη προλεταριακών δυνάμεων οι οποίες βρίσκονται επικεφαλής του “κράτους με σοσιαλιστικό προσανατολισμό”. Στις σημερινές συνθήκες, ισχυρίζονται, χάρη στο “μη καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης”, οι χώρες “όπου το προλεταριάτο είναι αριθμητικά περιορισμένο και βρίσκεται υπό διαμόρφωση” και όπου “η ταξική διαφοροποίηση είναι αδύναμη, όπως και ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο αντιτιθέμενων ταξικών πόλων”, μπορούν να προκύψουν “δραστήριες” δυνάμεις όπως τα “ενδιάμεσα στρώματα” (μικροαστοί, διανόηση, αξιωματούχοι κλπ), “ικανά να ενώσουν τα δημοκρατικά και σοσιαλιστικά κινήματα” και να πραγματοποιήσουν το “πέρασμα στο σοσιαλισμό”. Αυτό το φαινόμενο συνιστά, κατ’ αυτούς, ένα “χαρακτηριστικό που το ξεχωρίζει” από “την αρχική εμπειρία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού υπό την καθοδήγηση του προλεταριάτου”(6).

Οι πολυάριθμες ρεβιζιονιστικές θέσεις για το “μη καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης” βασίζονται σε αντιμαρξιστικές ερμηνείες για το ρόλο του εσωτερικού και εξωτερικού παράγοντα στην επανάσταση και στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Αντίθετα με τα διδάγματα του μαρξισμού-λενινισμού για τον καθοριστικό ρόλο του εσωτερικού παράγοντα, οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές καθορίζουν ως “θεμελιώδη προϋπόθεση” και “καθοριστική” για το πέρασμα προς το σοσιαλισμό “μέσα από το μη καπιταλιστικό δρομο ανάπτυξης”, την άμεση βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης, τη συνεργασία μαζί της σε όλες τις παραμέτρους, οι οποίες είναι δήθεν “συμπληρωματικοί παράγοντες, αλλά επίσης και οργανικά στοιχεία του συνόλου των κοινωνικών και οικονομικών μετασχηματισμών στα κράτη με σοσιαλιστικό προσανατολισμό”(7). Με άλλα λόγια, αν οι καθυστερημένες χώρες συνδεθούν με τη σοσιαλιμπεριαλιστική Σοβιετική Ένωση, το “κενό” που υπάρχει λόγω της απουσίας καθοδήγησης του προλεταριάτου στην επανάσταση θα “καλυφθεί” και η υλοποίηση όλων των “οικονομικών και κοινωνικών μετασχηματισμών” προς το “σοσιαλισμό” υπό την καθοδήγηση μη προλεταριακών δυνάμεων θα “διασφαλιστεί”.

Οι “θεωρίες” των σοβιετικών ρεβιζιονιστών περί “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης” και “σοσιαλιστικού προσανατολισμού” επιφέρουν ολέθριες συνέπειες για την ελευθερία και την ανεξαρτησία των πρώην αποικιακών χωρών, για μια πραγματική εθνική και κοινωνική απελευθέρωση των λαών αυτών των χωρών. Έχουν δημιουργηθεί ειδικά για να υπονομεύσουν την υπόθεση της επανάστασης και της πάλης για το θρίαμβο του σοσιαλισμού, για να διαιωνίσουν το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό καθεστώς καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και για την υλοποίηση των σοσιαλιμπεριαλιστικών βλέψεων έναντι άλλων χωρών. Αποκαλύπτοντας και αναδεικνύοντας την αντεπιστημονική και αντεπαναστατική ουσία των “θεωριών” περί “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης” και “σοσιαλιστικού προσανατολισμού”, όπως και τους στόχους που οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές επιδιώκουν να πετύχουν με αυτές τις θέσεις τους, ο σ. Ενβέρ Χότζα υπογράμμιζε ότι αυτές οι “θέσεις” όπως και οι άλλες ρεβιζιονιστικές “θεωρίες” “(…)χρησιμεύουν ως βάση για την προπαγάνδιση των πιο ακραίων αντιλήψεων, οι οποίες αρνούνται πλήρως το ρόλο της θεωρίας και την αναγκαιότητα του κόμματος της εργατικής τάξης”(8) και ότι “το αντικειμενικό περιεχόμενο όλων αυτών των “θεωριών” οι οποίες αρνούνται την αναγκαιότητα του καθοδηγητικού ρόλου της εργατικής τάξης και του κόμματός της, καταλήγει στην άρνηση της επανάστασης, του σοσιαλισμού και του μαρξισμού-λενινισμού”(9).

Οι κλασικοί του μαρξισμού-λενινισμού, σε αντίθεση με ό,τι ισχυρίζονται οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές, δεν εξαρτούσαν ποτέ το πέρασμα των υπανάπτυκτων χωρών στο σοσιαλισμό από τη συνήθη εθνική δημοκρατική επανάσταση που καθοδηγείται από μη προλεταριακές δυνάμεις.

Ο Λένιν, ο οποίος ανέπτυξε περαιτέρω τις ιδέες του Μαρξ και του Ένγκελς για το άμεσο πέρασμα των υπανάπτυκτων χωρών στο σοσιαλισμό χωρίς προηγουμένως πέρασμα από τη φάση του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, σύνδεσε αυτό το πέρασμα με την επιτυχία της επανάστασης σε συνθήκες ιμπεριαλισμού, με τον αδιάκοπο μετασχηματισμό της εθνικής δημοκρατικής και λαϊκής επανάστασης η οποία καθοδηγείται από το προλεταριάτο, το οποίο έχει επικεφαλής το κομμουνιστικό κόμμα του, σε σοσιαλιστική επανάσταση, χάρη στην ανατροπή της εξουσίας της αστικής και φεουδαρχικής τάξης, και με την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Τα διδάγματα του Λένιν παραμένουν πάντοτε επίκαιρα. Όλες οι επαναστατικές δυνάμεις που παλεύουν για την ανατροπή του αστικού καθεστώτος μπορούν να πετύχουν τη νίκη, αν στην πάλη τους συνενωθούν με την εργατική τάξη, αν γνωρίσουν και παραδεχτούν τον ηγετικό ρόλο της και αυτόν του μαρξιστικού-λενινιστικού προλεταριακού κόμματός της. Αυτό, όπως υπογράμμισε το κόμμα μας, είναι μια αντικειμενική αναγκαιότητα. Οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική θα οδηγούσε στον τυχοδιωκτισμό και την ήττα.

Οι απόψεις και οι πρακτικές των σοβιετικών ρεβιζιονιστών οι οποίοι στοχεύουν στο να υπονομεύσουν και να καταπνίξουν τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα των λαών των πρώην αποικιακών χωρών είναι στενά συνδεδεμένες με την επεκτατική, νεοαποικιακή πολιτική της σοσιαλιμπεριαλιστικής Σοβιετικής Ένωσης. Όπως το ΚΕΑ και ο σ. Ενβέρ Χότζα έχουν δείξει εδώ και καιρό, οι απόψεις και οι θέσεις των σοβιετικών ρεβιιζονιστών, δεν ήταν ούτε “μονάχα ιδεολογικές παραποιήσεις” ούτε εσφαλμένες εκτιμήσεις των καταστάσεων. Είναι ιδεολογικοί και πολιτικοί μηχανισμοί, επιλεγμένοι ειδικά για την εφαρμογή της σοσιαλιμπεριαλιστικής πολιτικής και οι οποίες συνιστούν τη θεωρητική βάση αυτής της πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό, οι “θεωρίες” του “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης” και του “σοσιαλιστικού προσανατολισμού” προέρχονται επίσης από το ιδεολογικό οπλοστάσιο των σοβιετικών σοσιαλιμπεριαλιστών, προκειμένου αυτοί να καλύψουν, να δικαιολογήσουν και να προετοιμάσουν το έδαφος και τους δρόμους για τη νεοαποικιακή επέκτασή τους στις χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.

Ευρισκόμενοι σε ανταγωνισμό με τις δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, οι οποίες κατέχουν σταθερές πολιτικές και οικονομικές θέσεις στις πρώην αποικιακές χώρες, και εκμεταλλευόμενοι την όλο και πιο οξυμένη αντίσταση ενάντια στον ξένο ζυγό, οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές προσπαθούν να καλύψουν τις απόψεις και τις κινήσεις τους με “λενινιστική” φρασεολογία και συνθήματα “σοσιαλιστικής” απόχρωσης και, υπό την κάλυψη της “υποστήριξης στις επαναστατικές και αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις” και της “διεθνιστικής βοήθειας που πρέπει να παρασχεθεί στα νέα κράτη”, να παρουσιάσουν τη Σοβιετική Ένωση ως “τον υπερασπιστή τους”, το “μαχητή για μια νέα κοινωνία” σε αυτές τις χώρες (10). Στο έργο του “Ιμπεριαλισμός & Επανάσταση”, ο σ. Ενβέρ Χότζα έγραφε: “Η σοσιαλιμπεριαλιστική Σοβιετική Ένωση επιδιώκει να ανοίξει το δρόμο για την υλοποίηση των νεοαποικιακών, επεκτατικών της σχεδίων, προσπαθώντας να γίνει πιστευτή ότι ακολουθεί μια λενινιστική και διεθνιστική βοήθεια, ότι είναι ο σύμμαχος, ο φίλος και ο υπερασπιστής των νέων εθνικών κρατών, των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών κλπ. Οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές υποστηρίζουν ότι αυτές οι χώρες μπορούν να αναπτυχθούν επιτυχώς στο δρόμο της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας, ακόμα και του σοσιαλισμού, αν συνδεθούν με τη Σοβιετική Ένωση και τη δήθεν σοσιαλιστική κοινότητα, την οποία χαρακτηρίζουν ως “τη βασική κινητήρια δυναμη της σημερινής παγκόσμιας ανάπτυξης”. Προς τούτο, έχουν επινοήσει, μεταξύ άλλων, τις θεωρίες περί “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης” και “σοσιαλιστικού προσανατολισμού”(11)”.

Συγκεκριμένα, η επέκταση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, της επιρροής και της νεοαποικιακής κυριαρχίας των σοβιετικών σοσιαλιμπεριαλιστών σε διάφορες χώρες της Αφρικής και της Ασίας συνοδεύτηκε από τον “εμπλουτισμό” των “θεωριών” περί “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης” και “σοσιαλιστικού προσανατολισμού” από νέες “θέσεις” και “ιδέες”. Οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές άρχισαν να κάνουν μεγάλο θόρυβο γύρω από την “γενικευμένη πρακτική εφαρμογή” αυτών των “θεωριών”(12), μέσω ενός “συνόλου πολιτικών, οργανωτικών, ιδεολογικών και πολιτιστικών μέτρων, που εφαρμόζουν τα κράτη που ακολουθούν την πολιτική του σοσιαλιστικού προσανατολισμού και που βρίσκονται στο δρόμο της σοσιαλιστικής ανάπτυξης”(13).

1.Μια από τις “καινοτομίες” που οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές κομίζουν με την “εφαρμογή” της “θεωρίας” τους περί “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης” και της “πορείας προς το σοσιαλισμό” είναι η “διεύθυνση των χωρών σοσιαλιστικού προσανατολισμού” όχι από “δημοκρατικά και εθνικά κόμματα”, αλλά από “δημοκρατικά και επαναστατικά κόμματα, πρωτοπορίες των εργαζόμενων μαζών” που παρουσιάζονται ως ένα “ποιοτικό άλμα” σε σχέση με τα πρώτα κόμματα (14). Ισχυρίζονται ότι αυτά τα κόμματα, “μέσω της ιδεολογικής τους εξέλιξης” και “του περάσματος τους, από διάφορες μη προλεταριακές ιδέες περί σοσιαλισμού, στη γνώση των ιδιαίτερων θέσεων του μαρξισμού-λενινισμού και ως την πλήρη υιοθέτηση αυτής της θεωρίας, μπορούν τα ίδια να καλύψουν τις λειτουργίες ενός μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος και να μετασχηματιστούν, περνώντας μέσα από καποια συγκεκριμένα στάδια, σε πραγματικά κομμουνιστικά κόμματα”(15).

Οι ρεβιζιονιστές συγγραφείς, στα κείμενά τους, θεωρητικολογούν πολύ γύρω από την ταξική φύση αυτών των κομμάτων. Τα παρουσιάζουν ωσάν να είναι ποικίλης κοινωνικής σύνθεσης, ως μια “συγκέντρωση στοιχείων προερχομένων κυρίως από τις τάξεις της αγροτιάς, της υπό διαμόρφωση εργατικής τάξης, των μισοπρολεταριακών στρωμάτων, της δυανόησης, των υπαλλήλων της μικροαστικής τάξης, κλπ”(16). Ισχυρίζονται ότι παρόμοια κόμματα που παρουσιάζονται ως “κόμματα όλων των τάξεων” καθίστανται “ικανά να ηγηθούν των λαϊκών μαζών στη φάση της ανάπτυξης της εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης και να τη μετατρέψουν σε σοσιαλιστική επανάσταση”(17).

Η ιδέα περί “δημοκρατικού επαναστατικού κόμματος, πρωτοπορίας των εργαζόμενων μαζών” είναι μια αντιμαρξιστική ιδέα που αντιτίθεται πλήρως στην αποστολή του κόμματος του προλεταριάτου που καλείται να ηγηθεί της σοσιαλιστικής επανάστασης. Όλες οι ρεβιζιονιστικές θέσεις γύρω από την ίδρυση και την οργανωτική οικοδόμηση, την ταξική φύση και την πρακτική πολιτική δράση αυτών των κομμάτων, εμπνέονται από αντιμαρξιστικές ερμηνείες.

Έτσι, όταν οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές θέτουν το ζήτημα της ίδρυσης τέτοιων κομμάτων, υπονοούν τη δημιουργία ενός “τεράστιου μετώπου” εθνικοδημοκρατικού τύπου που να αποτελεί την απαραίτητη “βάση” για το πέρασμα σε “δημοκρατικά και επαναστατικά κόμματα πρωτοπορίας των εργαζόμενων μαζών” ή στην “αναδιοργάνωση” των ηγετιδών συμμαχιών που βρίσκονται στην εξουσία, όπου βρίσκονται διάφορες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις και ρεύματα, τα οποία εκπροσωπούν και τις εκμεταλλεύτριες τάξεις, και οι οποίες συμμαχίες δήθεν “βρίσκονται σε φάση να υποστούν ποιοτικές αλλαγές στη φύση τους και στην ταξική τους στάση”(18).

Οι ρεβιζιονιστικές απόψεις γύρω από τη δημιουργία των κομμάτων “πρωτοπορίας των εργαζόμενων μαζών” είναι άλλη μια προσπάθεια για ένα διαφορετικό σχέδιο για να ερμηνευτεί από πλήρως αντιμαρξιστικές θέσεις η φύση και ο ρόλος των διαφόρων τάξεων και πολιτικών δυνάμεων, όπως και οι σκοποί τους. Είναι παράλογο να ταυτίζεται το εθνικό αντιιμπεριαλιστικό ή δημοκρατικό ενιαίο μέτωπο, στο οποίο συμμετέχουν διάφορες τάξεις και κοινωνικά στρώματα, και το επικεφαλής πολιτικό του κόμμα, ή να θεωρείται το μέτωπο ως η “βάση” για την ίδρυση τέτοιων κομμάτων που εκπληρώνουν “τις λειτουργίες του κομμουνιστικού κόμματος”.

Είναι γνωστό ότι τα εθνικά ή δημοκρατικά ενιαία μέτωπα δημιουργούνται στην πορεία της διαδικασίας των δημοκρατικών, επαναστατικών εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στις διάφορες αποικιακές και εξαρτημένες χώρες. Αυτό καθίσταται αναγκαίο γιατί οι δημοκρατικές και εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις έχουν μια πιο πλατιά κοινωνική βάση. Διάφορες τάξεις και πολιτικές δυνάμεις που ενδιαφέρονται, σε διαφορετικό βαθμό, για την εκπλήρωση των “κοινών” καθηκόντων της πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό, για την εθνική απελευθέρωση και για τον εκδημοκρατισμό της χώρας, μπορούν κάλλιστα να συμμετέχουν σε αυτά τα μέτωπα. Όμως, παρότι πρόκειται για μέτωπα, ο μαρξισμός – λενινισμός μάς διδάσκει ότι δεν πρέπει ποτέ να αμελούμε την ταξική ανάλυση των ταξικών δυνάμεων που συμμετέχουν σε αυτά τα μέτωπα, ούτε να υποεκτιμούμε την ταξική πάλη στο εσωτερικό τους. Στην πραγματικότητα, οι τάξεις που συμμετέχουν στην εθνική δημοκρατική επανάσταση, δεν ενδιαφέρονται στον ίδιο βαθμό στο όλο προτσές, σε βάθος και σε πλάτος, και στο πλαίσιο της υλοποίησης των “κοινών καθηκόντων” προκύπτουν αντιθέσεις και συγκρούσεις και καθίσταται ξεκάθαρη η διαφορά μεταξύ των ταξικών συμφερόντων.

Επικρίνοντας τις θέσεις των διαφόρων οπορτουνιστών, οι οποίοι απάλειφαν τις διαφορές μεταξύ των διαφορετικών τάξεων, τα συμφέροντα και τους σκοπούς τους, ο Λένιν υπογράμμιζε: “Η ιδέα περί “γενικής εθνικής επανάστασης” πρέπει να προκαλεί στο μαρξιστή την ανάγκη για μια ακριβή ανάλυση των διαφόρων συμφερόντων των διαφόρων τάξεων, συμφερόντων τα οποία συμπίπτουν στην πορεία της πάλης για την επίλυση συγκεκριμένων κοινών καθηκόντων, περιορισμένων σε αριθμό και καλά ορισμένων. Αυτή η έννοια δεν μπορεί επ’ ουδενί να συσκοτιστεί, να ξεχαστεί η μελέτη της πάλης των τάξεων στην πορεία της μιας ή της άλλης επανάστασης”(19).

Ο ρόλος, η σημασία και η ζωτικότητα του μετώπου εξαρτάται άμεσα από την πολιτική δύναμη που βρίσκεται επικεφαλής του. Για να μη μένει πίσω το κομμουνιστικό κόμμα, θα πρέπει να διασφααλίζει την καθοδήγηση του μετώπου αυτού από το ίδιο. Το κομμουνιστικό κόμμα δεν συγχωνεύεται ποτέ με το μέτωπο. Ο σ. Ενβέρ Χότζα υπογράμμιζε στο 8ο συνέδριο του Κόμματος: “Σε κάθε συμμαχία και κάθε μέτωπο, το κόμμα διατηρεί την προσωπικότητά του, ακόμα κι όταν, για αντικειμενικούς λόγους, δεν ηγείται αυτό της συμμαχίας ή του μετώπου αυτού”(20).

Το κομμουνιστικό κόμμα δεν πρέπει να ξεχνά ποτέ τον τελικό του σκοπό, την πάλη για το σοσιαλισμό που επιφέρει το μετασχηματισμό της εθνικοδημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική επανάσταση, η οποία, όπως γνωρίζουμε, σηματοδοτεί μια νέα ευθυγράμμιση των ταξικών δυνάμεων και κατευθύνει την αιχμή του δόρατος της πάλης τους, σε πρώτη φάση, ενάντια στην αστική τάξη.

Οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές, μαζί με τις απόψεις τους για μετατροπή των εθνικών και δημοκρατικών μετώπων σε “δημοκρατικά και επαναστατικά κόμματα πρωτοπορίας” ταξικής σύνθεσης παρόμοιας με εκείνης του μετώπου και τα οποία δήθεν “είναι ικανά να κατευθύνουν διάφορες χώρες προς ένα σοσιαλιστικό προσανατολισμό”, τίθενται ανοιχτά ενάντια στην ανεξάρτητη πολιτική οργάνωση του προλεταριάτου μέσω της ίδρυσης του κόμματός του. Αυτές οι απόψεις καταλήγουν στη συγχώνευση των ταξικών συμφερόντων του προλεταριάτου με τα συμφέροντα των άλλων πολιτικών δυνάμεων και στοχεύουν έτσι στο να αφήνουν το προλεταριάτο σε θέσεις υποταγής, καταστολής και καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Δεν μπορούμε, κατ’αρχήν, να θεωρήσουμε βάσιμο τον ισχυρισμό σύμφωνα με τον οποίο “τα δημοκρατικά και επαναστατικά κόμματα πρωτοπορίας” σχηματίζουν τους “πυρήνες” τους κατά τη φάση της “αναδιοργάνωσης των ηγέτιδων συμμαχιών με τη συμμετοχή διαφόρων ταξικών δυνάμεων” και “διαμέσου της εξέλιξης των ιδεών” ή της “μεταβατικής ιδεολογίας” μετασχηματίζονται σε “κόμματα με μαρξιστική-λενινιστική πλατφόρμα”, που “εκφράζουν τα συμφέροντα των πλατιών εργαζόμενων μαζών και υπό την ηγεσία των οποίων πραγματοποιούν επίσης οικονομικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς σοσιαλιστικού χαρακτήρα”(21).

Πρώτον, το πραγματικό μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα δεν μπορεί ποτέ και επ’ουδενί, αντίθετα με τους ισχυρισμούς των σοβιετικών ρεβιζιονιστών, να γεννηθεί από μη προλεταριακό κόμμα. Και ακόμα λιγότερο μπορούν να μετασχηματιστούν σε μαρξιστικά-λενινιστικά κόμματα, τα μη προλεταριακά κόμματα ή οι συμμαχίες διαφορετικών πολιτικών δυνάμεων που βρίσκονται στην εξουσία. Το πραγματικό μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα του προλεταριάτου, ως πρωτοπόρο απόσπασμα του τελευταίου, είναι τέτοιο από τη γέννησή του. Με τις θέσεις τους, οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές υπερασπίζονται τις ταξικές απόψεις των αστικών δυνάμεων σε βάρος των εργαζόμενων μαζών. Αποκαλύπτοντας τις προσπάθειες της “αστικής και μικροαστικής δημοκρατίας” για την “ίδρυση ενός μεγάλου ενιαίου κόμματος” στο οποίο επίσης θα “προσελκύονταν και οι εργάτες”, ο Καρλ Μαρξ υπογράμμιζε ότι “μια τέτοια ένωση θα έβλαπτε την υπόθεση του προλεταριάτου” και ανέθετε “στους εργάτες το καθήκον της εργασίας για τη δημιουργία μιας οργάνωσης διακριτής όπου η θέση και τα συμφέροντα του προλεταριάτου θα μπορούσαν να συζητούνται ανεξάρτητα από αστικές επιρροές”(22).

Δεύτερον, οι απόψεις για την “εξέλιξη των ιδεών” ή περί μιας “μεταβατικής ιδεολογίας”, οι οποίες δήθεν αναπτύσσονται εντός των “δημοκρατικών και επαναστατικών κομμάτων πρωτοπορίας”, αντιτίθενται πρόδηλα στο μαρξισμό-λενινισμό. Ο Λένιν υπογράμμιζε ότι υπάρχουν μόνο δύο ιδεολογίες, η προλεταριακή και η αστική ιδεολογία. Κάθε προσπάθεια δημιουργίας μιας ιδεολογίας μεταβατικού τύπου στοχοποιεί τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία και το κόμμα της εργατικής τάξης.

Τρίτον, τα δημοκρατικά και επαναστατικά κόμματα, εννοούμενα από τους σοβιετικούς ρεβιζιονιστές ως “κόμματα ετερογενούς κοινωνικού περιεχομένου” δεν μπορούν ούτε μπορούν να είναι κόμματα υπεράνω τάξεων και κόμματα όλων των τάξεων, γιατί δεν μπορούν να υπάρξουν κόμματα αταξικά ή υπεράνω των τάξεων. Ο μαρξισμός-λενινισμός μάς διδάσκει ότι τα πολιτικά κόμματα έχουν ταξικό χαρακτήρα, εκφράζουν και υπερασπίζουν συμφέροντα συγκεκριμένων τάξεων. Δεν μπορούν να γίνονται αντιληπτά ωσάν να είναι αποκομμένα από συγκεκριμένες τάξεις, τα ταξικά τους συμφέροντα και την ιδεολογία τους. Όσο “ετερογενές” και να είναι το “κοινωνικό περιεχόμενο” αυτών των κομμάτων, στην πραγματικότητα, εκπροσωπούν και υπερασπίζονται τα συμφέροντα της τάξης που βρίσκεται στην εξουσία. Αυτή η τάξη δεν είναι το προλεταριάτο και αυτά τα κόμματα, ανεξάρτητα από τις ετικέτες που φέρουν, δεν μπορούν να είναι ούτε ποτέ γίνονται κόμματα του προλεταριάτου. Ένα πολιτικό κόμμα, μας διδάσκει ο Λένιν, δεν αξιολογείται από τα λόγια του, τις διακηρύξεις του, αλλά από το σε ποια τάξη ανήκει και ποια τάξη υπηρετεί, από ποια ιδεολογία εμπνέεται και ποια πολιτική ακολουθεί.

23sld1

O Λεονίντ Μπρέζνιεφ με το Τζαβαχαρλάλ Νεχρού (1889 – 1964) της «κυρίαρχης, σοσιαλιστικής, κοσμικής και λαοκρατικής δημοκρατίας» (σύμφωνα με την 42η συνταγματική αναθεώρηση του 1976) της Ινδίας (πηγή)

Οι αντιμαρξιστικές ερμηνείες που οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές έχουν για τα λεγόμενα “δημοκρατικά και επαναστατικά κόμματα πρωτοπορίας των εργαζόμενων μαζών” είναι στενά συνδεδεμένες με τις αντιμαρξιστικές ερμηνείες περί “κράτους σοσιαλιστικού προσανατολισμού”. Θέτοντας αυτά τα κόμματα επικεφαλής του “κράτους σοσιαλιστικού προσανατολισμού”, μιλούν επίσης για το ρόλο σοσιαλιστικού χαρακτήρα που εκπληρώνει αυτό το κράτος. Σχετικά με αυτό, αναφέρουν μια σειρά “δεικτών” που δήθεν είναι το αποτέλεσμα “της υλοποίησης μεταρρυθμίσεων στον οικονομικό τομέα” και εντός του κρατικού μηχανισμού, στο πλαίσιο του υπάρχοντος εποικοδομήματος, χωρίς προσφυγή στην βίαιη επανάσταση και την καταστροφή του αστικού κρατικού μηχανισμού. Οι “δείχτες” που χρησιμοποιούν οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές δεν είναι τίποτα άλλο από δημαγωγικές και απατηλές φόρμουλες που διάφορα λεγόμενα “δημοκρατικά, επαναστατικά και πρωτοπόρα” κόμματα αναφέρουν στα προγράμματά τους, τα κείμενά τους, τις νομικές και καταστατικές πράξεις τους υπό ονομασίες όπως “εξουσία των εργαζόμενων μαζών που υπερασπίζει τα συμφέροντά τους”, “λαϊκή σύνθεση των εκλεγμένων οργάνων”, “πάλη ενάντια στη γραφειοκρατικοποίηση του διοικητικού μηχανισμού του κράτους”, “βαθμιαία ενίσχυση του κρατικού μηχανισμού από στελέχη εθνικά, πιστά στο λαό”(23) κλπ.

Οι συζητήσεις για το “κράτος σοσιαλιστικού προσανατολισμού”, οι οποίες συμπληρώνονται από αποδόσεις δήθεν σοσιαλιστικού χαρακτήρα, κατευθύνονται ενάντια στη δικτατορία του προλεταριάτου γιατί, όπως έχει αποδείξει ο μαρξισμός-λενινισμός, δεν περνάμε στη σοσιαλιστική κοινωνία παραμένοντας στο πλαίσιο του καπιταλιστικού καθεστώτος, αλλά με την προσφυγή στη βίαιη επανάσταση, και με την καταστροφή εκ θεμελίων του παλιού κρατικού μηχανισμού, όλου του αστικού εποικοδομήματος και με την εγκαθίδρυση της εξουσίας του προλεταριάτου το οποίο καθοδηγείται από την πρωτοπορία του, το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα. Ο Στάλιν έλεγε: “Η δικτατορία του προλεταριάτου δεν μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της ειρηνικής ανάπτυξης της αστικής κοινωνίας και της αστικής δημοκρατίας, δεν μπορεί να είναι παρά το αποτέλεσμα της καταστροφής του αστικού κρατικού μηχανισμού, του αστικού στρατού, του αστικού διοικητικού μηχανισμού, της αστικής αστυνομίας” (24).

Τα κόμματα που ηγούνται των πρώην αποικιακών εξαρτημένων χωρών είναι κόμματα αστικά τα οποία, κατά τη δράση τους, ακολουθούν την πολιτική της διατήρησης και ενίσχυσης της υπάρχουσας αστικής και καπιταλιστικής τάξης και κατευθύνονται από τις υπερδυνάμεις και το παγκόσμιο κεφάλαιο. Διάφορες αντιιμπεριαλιστικές και προοδευτικές θέσεις του ενός ή του άλλου κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία δεν συνιστούν επ’ ουδενί το χαρακτηριστικό σημάδι μιας κάποιας “εξέλιξης” αυτών των κομμάτων προς τον επιστημονικό σοσιαλισμό και δεν μπορούν να χρησιμεύουν ως η βάση για να τους ανατίθεται η εκπλήρωση καθηκόντων σοσιαλιστικού χαρακτήρα όπως ισχυρίζονται οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές. Μόνο το κομμουνιστικό κόμμα του προλεταριάτου μπορεί να είναι ο φορέας της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας, ικανό να την αναπτύξει και να την εφαρμόσει προκειμένου να οικοδομήσει την πραγματική σοσιαλιστική κοινωνία.

Στις υπανάπτυκτες χώρες, επίσης, το μαρξιστικό-λενινιστικό κομμουνιστικό κόμμα του προλεταριάτου παλεύει για να τεθεί επικεφαλής των εργαζόμενων μαζών, να τις εκπαιδεύει στο πνεύμα της ανεξάρτητης επαναστατικής πάλης των τάξεων και να τις οδηγεί σε δυναμικές δράσεις, προωθώντας και επεκτείνοντας την πάλη για δημοκρατικές ριζοσπαστικές διεκδικήσεις μέχρι την άμεση επίθεση ενάντια στην αστική τάξη μέσω της επανάστασης. “Οι κομμουνιστές αυτών των χωρών”, λέει ο σ. Ενβέρ Χότζα, “πρέπει να γνωρίζουν καλά τις συγκεκριμένες αυτές συνθήκες και να κάνουν μια ορθή εκτίμησή τους κατά τον καθορισμό της τακτικής και της στρατηγικής τους. Ο μαρξισμός-λενινισμός μάς διδάσκει ότι μια αστική ή μικροαστική κυβέρνηση δεν μπορεί να είναι επαναστατική και συνεπής ταυτόχρονα, και ότι εγκαταλείπει την επανάσταση στη μέση. Να γιατί, αν οι κομμουνιστές αυτών των χωρών νιώθουν ικανοποιημένοι και σταυρώνουν τα χέρια, σκεπτόμενοι πως δεν χρειάζεται να κάνουν την επανάσταση, ότι το προλεταριάτο δεν χρειάζεται να πάρει την εξουσία για να εγκαθιδρύσει τη δική του δικτατορία, και αυτό γιατί οι αστικές κυβερνήσεις που βρίσκονται στην εξουσία είναι λιγότερο ή περισσότερο προοδευτικές, τότε δεν έχουν καθόλου μαρξιστικές-λενινιστικές ιδέες”(25).

Οι εκτιμήσεις που διατυπώνουν οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές για την ηγεσία των λεγόμενων “χωρών με σοσιαλιστικό προσανατολισμό” από “δημοκρατικά, επαναστατικά κόμματα πρωτοπορίας των εργαζομένων μαζών” συνάδουν άμεσα με τις προσπάθειές τους για να διασφαλίσουν και να ενισχύσουν την κοινωνική βάση υποστήριξης της νεοαποικιακής κυριαρχίας τους σε αυτές τις πρώην αποικιακές χώρες.

image1

Ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ με το Μουάμαρ Καντάφι της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Λιβύης – Αραβικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας των Μαζών (πηγή)

Είναι προφανές πως οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές, όχι λιγότερο από τους άλλους ιμπεριαλιστές, δεν μπορούν να υλοποιήσουν τις νεοαποικιακές βλέψεις τους, στις χώρες όπου ασκούν επιρροή, αν δεν στηρίζονται στις μη προλεταριακές δυνάμεις, στα αστικά και μικροαστικά κόμματα και κυβερνήσεις που είναι έτοιμα να πουλήσουν την κυριαρχία της χώρας τους. Δεν μπορούν να συσπειρώσουν το προλεταριάτο και τις εργαζόμενες μάζες που είναι εχθροί των καταπιεστών και των εκμεταλλευτών τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού. Να γιατί επικεντρώνουν την προσοχή τους στα κόμματα και τις κυβερνήσεις που βρίσκονται στην εξουσία και γενικά στα κόμματα που βρίσκονται σε διαφωνία με τις δυτικές χώρες και οι οποίες τρέφουν αυταπάτες για την πιθανή “υποστήριξη” από πλευράς Σοβιετικής Ένωσης. Σε αυτό το πλαίσιο, αν τα κόμματα που βρίσκονται στην εξουσία σε αυτές τις χώρες που εισέρχονται σε τροχιά σοβιετικού νεοαποικισμού, χαρακτηρίζονται “δημοκρατικά και επαναστατικά κόμματα πρωτοπορίας”, τα οποία “έχουν ασπαστεί το δόγμα του επιστημονικού σοσιαλισμού” και “λαμβάνουν υπ’όψη τα συμφέροντα του προλεταριάτου” κλπ, ειναι για να χρησιμεύσει ως βάση για τη συμμαχία και τη συνεργασία μεταξύ σοσιαλιμπεριαλιστικής Σοβιετικής Ένωσης και των κυβερνητικών κομμάτων σε αυτές τις χώρες. Έτσι, το κοινό συμφέρον των δύο μερών είναι να αποκρύπτεται η πραγματική ταξική φύση της εξουσίας που υπάρχει στη μια ή την άλλη χώρα, ώστε οι εργαζόμενες μάζες, οι οποίες επιθυμούν την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση, να εξαπατώνται και να απαρνούνται την ταξική πάλη ενάντια στους κυβερνώντες και τους ντόπιους και ξένους καταπιεστές τους. Ομοίως, τα δύο μέρη έχουν συμφέρον να παρουσιάζουν τις υπάρχουσες νεοαποικιακές σχέσεις μεταξύ τους ως “συμμαχίες φιλίας”, “οικοδομημένες σε διεθνιστικές βάσεις” κλπ. Τα γεγονότα δείχνουν ότι τα κόμματα και οι κυβερνήσεις στις χώρες του λεγόμενου “σοσιαλιστικού προσανατολισμού” που υποστηρίζονται από τους σοβιετικούς ρεβιζιονιστές, έχουν εντείνει τη δημαγωγία τους. Δεν διστάζουν να παρουσιάζουν ότι οικοδομούν το “σοσιαλισμό” και ότι έχουν υιοθετήσει διάφορες “εκδοχές” σοσιαλισμού. Οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές, από την πλευρά τους, στέκονται αλληλέγγυοι με κάθε “σοσιαλισμό”, ανεξαρτήτως είδους, αρκεί να αντιτίθεται στη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία και στον πραγματικό σοσιαλισμό. Επίσης, υποστηρίζουν ότι οι “θεωρίες” του “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης” και του “σοσιαλιστικού προσανατολισμού” ταυτίζονται με τις “σοσιαλιστικές απόψεις” των κομμάτων και των κυβερνήσεων σε διάφορες ασιατικές και αφρικανικές χώρες, γιατί αυτό ανοίγει το δρόμο για τη νεοαποικακή τους επέκταση. Αποκαλύπτοντας τις θέσεις των σοβιετικών ρεβιζιονιστών, όπως και άλλων ρεβιζιονιστών, για τη λεγόμενη “οικοδόμηση του σοσιαλισμού” υπό την καθοδήγηση δυνάμεων μη προλεταριακών, αναδεικνύοντας, επίσης, τους λόγους της αλληλεγγύης τους με τα διάφορα μη προλεταριακά κόμματα για το ζήτημα του δήθεν καθοδηγητικού ρόλου τους στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στις χώρες τους, ο σ. Ενβέρ Χότζα έγραφε:

Οι ρεβιζιονιστές υποστηρίζουν πλήρως αυτές τις απόψεις και στηρίζουν κάθε δημαγωγία, κάθε διαστρέβλωση, κάθε αναθεώρηση του μαρξισμού, είναι υπέρ οποιασδήποτε εκδοχής μαρξισμού-λενινισμού, υπέρ οποιουδήποτε εκλεκτικιστικού συστήματος, αρκεί αυτό να καταπολεμά το μαρξισμό-λενινισμό”(26).

Τα τελευταία χρόνια, οι σχέσεις σε κομματικό επίπεδο μεταξύ σοβιετικών σοσιαλιμπεριαλιστών και των καθοδηγητικών κομμάτων στις χώρες όπου εκτείνεται η σοβιετική επιρροή αναπτύσσονται υπό διάφορες μορφές. Μια από τις ιδιαιτερότητες της δράσης του σοβιετικού νεοαποικισμού είναι η στήριξη στα αστικά κυβερνητικά κόμματα, πέραν της στήριξης στα ρεβιζιονιστικά κόμματα.

104411788

Ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ με τον Χαφέζ Αλ Άσαντ του συριακού τμήματος του Αραβικού Σοσιαλιστικού Κόμματος Μπάαθ 

2.Οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές θεωρούν “τη δημιουργία και την ανάπτυξη του κρατικού τομέα της οικονομίας και τη βαθμιαία εφαρμογή των σοσιαλιστικών μορφών διαχείρισης αυτού του τομέα”, “τη βαθμιαία ένταξη της αγροτιάς σε προσοσιαλιστικές και σοσιαλιστικές μορφές οργάνωσης της δουλειάς και εκμετάλλευσης της γης”, “τη σχεδιασμένη ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας”(27) ως άλλη μια “εκδήλωση” της πρακτικής εφαρμογής του “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης”. Όλα αυτά, κατ’ αυτούς, συνιστούν ποιοτικές αλλαγές στη σφαίρα των “οικονομικών” σχέσεων και αν, κατά τύχη, στις χώρες “σοσιαλιστικού προσανατολισμού”, “ο κρατικός τομέας και ο συνεργατικός τομέας καθίστανται οι κυρίαρχοι τομείς, τότε είναι δυνατό να γίνεται λόγος για θρίαμβο των σοσιαλιστικών σχέσεων και της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας”(28).

Οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές κάνουν θόρυβο για τα προοδευτικά μέτρα που παίρνουν όχι λίγες χώρες για την εθνικοποίηση του ξένου κεφαλαίου. Οι εθνικοποιημένες χώρες συνιστούν τον κρατικό τομέα της οικονομίας. Αυτός ο τομέας περιλαμβάνει επίσης και άλλες νέες επιχειρήσεις που τίθενται υπό κρατική διεύθυνση.

Ο μαρξισμός-λενινισμός μάς διδάσκει ότι το περιεχόμενο του κρατικού τομέα της οικονομίας εξαρτάται πλήρως από τη φύση της πολιτικής εξουσίας. Ο τομέας αυτός εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ταξικών δυνάμεων που βρίσκονται στην εξουσία. Στις χώρες όπου κυριαρχεί η εθνική αστική τάξη, ο κρατικός τομέας εκπροσωπεί μία μορφή άσκησης της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Βλέπουμε και εκεί να δρουν όλοι οι νόμοι και οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και διανομής των υλικών αγαθών, η καταπίεση και εκμετάλλευση των εργαζόμενων μαζών. Δεν μπορεί κάτι τέτοιο να επιφέρει καμία αλλαγή στη θέση που καταλαμβάνουν οι τάξεις μέσα στο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής. Αντίθετα, αυτό έχει ως σκοπό την ενίσχυση των ταξικών πολιτικών και οικονομικών θέσεων της αστικής τάξης.

Το αστικό κράτος των πρώην αποικιακών χωρών, στις συνθήκες βαθιάς καθυστέρησης και αδυναμίας που βρίσκεται η αστική τους τάξη, παρεμβαίνει ως σημαντικός παράγοντας για να τη βοηθήσει, συσσωρεύοντας και συγκεντρώνοντας τα αναγκαία χρηματικά μέσα και υλικές εφεδρείες που χρησιμεύουν για την ανάπτυξη των τομέων της οικονομίας που απαιτούν τα πιο σημαντικά κεφάλαια, τα οποία δεν μπορούν να δοθούν από τους μεμονωμένους καπιταλιστές. Βοηθά να αυξηθούν οι επενδύσεις, να ενταθεί η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και να κερδηθούν περισσότερα. Αυτό φαίνεται επίσης από το γεγονός ότι το κράτος πραγματοποιεί επενδύσεις σε συγκεκριμένους τομείς, ικανούς να υποστηρίξουν και να ωθήσουν την ανάπτυξη του ιδιωτικού κεφαλαίου όπως, για παράδειγμα, στον τομέα της ενέργειας, των χημικών προϊόντων που χρησιμεύουν για πρώτες ύλες, της μεταλλουργίας, των μεταφορών, όπως και στον τραπεζικό τομέα και αυτόν του εξωτερικού εμπορίου. Από αυτό το γεγονός σε όλες τις χώρες όπου υπάρχει ο κρατικές τομέας βλέπουμε να ευξάνονται οι επιχειρήσεις και να ενισχύεται ο ιδιωτικός καπιταλιστικός τομέας ο οποίος χαίρει απεριόριστων δικαιωμάτων.

image20

Ο Σαμόρα Ματσέλ (1933-1986), Πρόεδρος της Μοζαμβίκης, με το Φιντέλ Κάστρο (πηγή)

Από την άλλη, η τοπική ελίτ και οι αξιωματούχοι των κομμάτων και του κράτους πλουτίζουν και διασφαλίζουν τους απαραίτητους πόρους για αυτούς σε βάρος του προϋπολογισμού και του κρατικού τομέα, για να εμπλακούν σε διάφορες επιχειρήσεις. Διάφοροι δυτικοί συγγραφείς, πραγματευόμενοι το ζήτημα της κοινωνίας στις πρώην αποικιακές χώρες, κάνουν λόγο επίσης για μια “γραφειοκρατική”, “διοικητική” και “κρατική” αστική τάξη η οποία χαίρει μιας προνομιακής θέσης στις σχέσεις της με τις εργαζόμενες μάζες και “πραγματοποιεί, χάρη στη θέση της στον κρατικό μηχανισμό, την απαραίτητη ιδιωτική συσσώρευση κεφαλαίου για να μετατραπεί σε αστική τάξη” και η οποία σηματοδοτείται από τις σχέσεις της με το ξένο κεφάλαιο.

Με τη δημαγωγία τους για το ρόλο του κρατικού τομέα, οι ρεβιζιονιστές και τα ντόπια αστικά πολιτικά κόμματα στοχεύουν να αποκρύψουν την καταπίεση και εκμετάλλευση των εργαζόμενων μαζών, να δημιουργήσουν αυταπάτες για τη λεγόμενη δημιουργία μιας “νέας κοινωνίας” μέσω της ειρηνικής μετάβασης “στο σοσιαλισμό”. Αυτή η δημαγωγία χρησιμεύει στο να καταπνίξει το μαχητικό ταξικό πνεύμα του προλεταριάτου και να το κάνει να απαρνηθεί την προλεταριακή πάλη. Επίσης, παραποιώντας την πραγματικότητα των χωρών του λεγόμενου “σοσιαλιστικού προσανατολισμού”, οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές φτάνουν να ισχυρίζονται ότι “οι εργαζόμενοι που απασχολούνται στον κρατικό τομέα δεν απεργούν και δεν προχωρούν σε κινήσεις μαζικής διαμαρτυρίας παρότι το βιοτικό τους επίπεδο παραμένει ελάχιστα πιο ανεβασμένο και πολλά από τα προβλήματά τους απαιτούν επίλυση”(29).

Ο σ. Ενβέρ Χότζα, αποκαλύπτοντας τις απόψεις των σοβιετικών ρεβιζιονιστών σχετικά με τον “κρατικό τομέα”, υπογράμμιζε: “Η Σοβιετική Ένωση προσανατόλισε την προπαγάνδα της στο ότι οι χώρες του τρίτου κόσμου πρέπει να εκμεταλλεύονται τις εθνικοποιημένες επιχειρήσεις, και να στηρίζονται σε αυτές για να πάνε “στο σοσιαλισμό”…Αναρωτιέται κανείς: Υπό ποιου τη διεύθυνση βρίσκονται αυτές οι εθνικοποιημένες επιχειρήσεις; Τις διαχειρίζεται ο λαός ή οι αστικές καπιταλιστικές κλίκες αυτών των χωρών; Σαφώς τις διαχειρίζονται οι αστικές κλίκες, και αν η Σοβιετική Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες βοηθούν αυτές τις αστικές καπιταλιστικές κλίκες, είναι ακριβώς για να διατηρήσουν και να ενισχύσουυν αυτές οι κλίκες την εξουσία τους στην πλάτη του λαού τους”(30).

Είναι μόνο στο πλαίσιο μιας επανάστασης που καθοδηγείται από το προλεταριάτο με το μαρξιστικό-λενινιστικό κομμουνιστικό κόμμα του επικεφαλής και μέσω της εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του προλεταριάτου που μπορεί να υπάρχουν στέρεες βάσεις για την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής ώστε αυτή να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των παραγωγών των υλικών αγαθών.

Αναπτύσσοντας τον κρατικό τομέα των πρώην αποικιακών χωρών, οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές επιδιώκουν να αναπτύξουν τη νεοαποικιακή επέκτασή τους στην οικονομία. Έτσι, η “δημιουργία κρατικών επιχειρήσεων” συνδέεται επίσης με την εξαγωγή σοβιετικού κεφαλαίου, ιδιαίτερα υπό τη μορφή της εξαγωγής πιστώσεων και δανείων κράτους προς κράτος. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές παραχώρησαν στις αφρικανικές χώρες του δήθεν “σοσιαλιστικού προσανατολισμού” πιστώσεις που ανέρχονται σε 5 εκατομμύρια ρούβλια για την οικοδόμηση διαφόρων έργων. Χρηματοδότησαν την κατασκευή 509 επιχειρήσεων (31) ενώ, στο πλαίσιο της οργάνωσης της Κομεκόν, η οποία συνάδει με τις επεκτατικές βλέψεις των σοβιετικών σοσιαλιμπεριαλιστών και τους χρησιμεύει ως εργαλείο για την εφαρμογή της νεοαποικακής πολιτικής τους, οι σοβιετικοί έχουν εμπλακεί στη δημιουργία πάνω από 1.689 επιχειρήσεων και βιομηχανικών και αγροτικών ιδρυμάτων και οργανισμών (32).

Gorbachev Kadhafi

Ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ με το Μουάμαρ Καντάφι της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Λιβύης – Αραβικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας των Μαζών

Η πλειοψηφία των κρατικών επιχειρήσεων στις χώρες του λεγόμενου “σοσιαλιστικού προσανατολισμού” είναι “μικτές επιχειρήσεις” με τη συμμετοχή του σοβιετικού κεφαλαίου σε συνεργασία με το ντόπιο κεφάλαιο. Οι σοβιετικές βασικές επενδύσεις κατέχουν τις κυρίαρχες θέσεις. Σύμφωνα με τους σοβιετικούς ρεβιζιονιστές, η Σοβιετική Ένωση “βοηθά και ελέγχει την οργάνωση της παραγωγής και της πώλησής της”, συμμετέχει “στην εκμετάλλευση των πρώτων υλών και στη διοίκηση ανθρωπίνων πόρων”(33).

Στις χώρες όπου έχουν δημιουργηθεί, οι “μικτές επιχειρήσεις” πρέπει να αποζημιώνουν τις σοβιετικές “βοήθειες” σε δάνεια και πιστώσεις, όχι μόνο με την αξία των “παραδοσιακών προϊόντων εξαγωγής” τους, αλλά και με αυτή των προϊόντων των επιχειρήσεων που στήθηκαν χάρη σε αυτό τον τύπο “βοήθειας”. Τα προϊόντα αυτά πρέπει να περνούν από τη σοβιετική μητρόπολη υπό μορφή “αποζημίωσης”. Έτσι, ένα τμήμα των κερδών αυτών των “μικτών επιχειρήσεων” χρησιμοποιείται μόνο για την αγορά σοβιετικών εμπορευμάτων στη βάση ενός άνισου εμπορίου”(34).

Είναι στη “συνεργασία” με τη σοσιαλιμπεριαλιστική Σοβιετική Ένωση που αποδίδεται επίσης η λεγόμενη σχεδιοποίηση της οικονομίας στις χώρες του “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης”. Στη σοβιετική ρεβιζιονιστική φιλολογία μπορούμε να διαβάσουμε ότι “σε όλες τις χώρες υπό μη καπιταλιστική ανάπτυξη, το πέρασμα προς τη σχεδιοποίηση πραγματοποιείται υπό την άμεση επιρροή της εμπειρίας της σχεδιοποίησης της εθνικής οικονομίας της Σοβιετικής Ένωσης. Οι σοβιετικοί εμπειρογνώμονες παρέχουν τη βοήθειά τους με συστάσεις και τους αναγκαίους προσανατολισμούς στην ουσιαστική διαχείριση της ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας των απελευθερωμένων χωρών και στην εκπόνηση βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων σχεδίων”(35). Καταλαβαίνει κανείς αρκετά καλά ότι, υπό συνθήκες καπιταλιστικού συστήματος το οποίο επικρατεί σε αυτές τις χώρες, και στο πλαίσιο νεοαποικιακών σχέσεων με τη Σοβιετική Ένωση, η “σχεδιοποίηση” για την οποία μιλούν οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές αφορά αποκλειστικά τον προσανατολισμό και τηνανάπτυξη των τομέων της οικονομίας των αφρικανικών και ασιατικών χωρών οι οποίοι ενδιαφέρουν τη σοβιετική μητρόπολη. Η λεγόμενη σχεδιοποίηση είναι ένα μέσο για την ανάμειξη σε όλη την οικονομική ζωή αυτών των χωρών για τη διατήρησή τους υπό καθεστώς πλήρους εξάρτησης. Οι οικονομικές “βοήθειες” των σοβιετικών σοσιαλιμπεριαλιστών, όπως και όλων των άλλων ιμπεριαλιστών, χρησιμοποιούν για την οικονομική και πολιτική υποδούλωση των χωρών που τις λαμβάνουν.

3. Οι θεωρίες περί “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης” και “σοσιαλιστικού προσανατολισμού” χρησιμοποιήθηκαν για να ανοίξει ο δρόμος και για να δικαιολογηθεί η πολιτική και στρατιωτική επέκταση που εκπροσωπεί την κύρια μορφή νεοαποικιακής ολοκλήρωσης των πρώην αποικιακών χωρών. Υπό τα πλέον διαφορετικά πρσχήματα, μέσω των οποίων η σοσιαλιμπεριαλιστική Σοβιετική Ένωση παρουσιάζεται ως “φυσική σύμμαχος” των λαών που παλεύουν για την “εθνική” απελευθέρωσή τους και την “παντοτινή φιλία” τους, οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές αναμειγνύονται στα αντιιμπεριαλιστικά και εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα των καταπιεσμένων λαών για να τα καταπνίξουν και να τα χρησιμοποιήσουν υπέρ των επεκτατικών και νεοαποικακών συμφερόντων τους.

0,,15838292_403,00

Ο Χοσέ Εντουάρντο Ντος Σάντος, δεύτερος πρόεδρος της Ανγκόλας, με τον Έρικ Χόνεκερ στη ΓΛΔ (πηγή)

Έτσι, υπό το πρόσχημα της “βοήθειας” στο ανγκολέζικο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, δημιούργησαν δεσμούς με τις ντόπιες καιπιταλιστικές-αστικές πολιτικές δυνάμεις, τις υποστήριξαν στην πορεία της εσωτερικής τους πάλης ενάντια σε άλλες ανταγωνιστικές αστικές δυνάμεις για την κατάληψη της εξουσίας και τις εκμεταλλεύτηκαν για να ανοίξει ο δρόμος για τη στρατιωτική επέμβαση στην Ανγκόλα δι’ αντιπροσώπου, ώστε να ενταχθεί αυτή η χώρα στην τροχιά της σοβιετικής κυριαρχίας. Οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές εγκαθίδρυσαν στην Ανγκόλα ένα σώμα 20.000 μισθοφόρων ώστε να κρατάται κατεσταλμένος ο ανγκολέζικος λαός και για να υλοποιούνται οι επεκτατικές τους βλέψεις προς άλλες χώρες. Ομοίως, υπό το πρόσχημα της “στήριξης” προς επαναστατικές δυνάμεις και της πάλης ενάντια στο μοναρχικό καθεστώς στην Αιθιοπία, οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές παρενέβησαν στη χώρα αυτή επίσης με μισθοφόρους.

Ποζάροντας ως “σύμμαχοι” οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές οργάνωσαν την ανοιχτή στρατιωτική επίθεση ενάντια στο Αφγανιστάν, η οποία, όπως έλεγε ο σ. Ενβέρ Χότζα “σηματοδοτεί την έναρξη της μεγάλης πορείας του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού προς νότο, όπου βρίσκονται οι πλέον πλούσιες πηγές ενέργειας σοτν κόσμο, οι πλέον στρατηγικοί κόμβοι, οι ζώνες όπου συγκρούονται οι πιο οξυμένοι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί”(36).

Ο αφγανικός λαός έχει μπει με τα όπλα στο χέρι στον αγώνα για την απελευθέρωση της χώρας του και πλήττει συνεχώς τους σοβιετικούς κατακτητές. Ο δίκαιος απελευθερωτικός αγώνας τους έχει επίσης ξεσκίσει όλες τις μάσκες των σοσιαλιμπεριαλιστών αναφορικά με τη λεγόμενη “διεθνιστική βοήθεια” από “φίλους” και “συμμάχους” προς αυτή τη χώρα και σχετικά με το δήθεν “βάδισμα του Αφγανιστάν στο δρόμο της σοσιαλιστικής ανάπτυξης”.

Οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές, όπως οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές και οι άλλοι ιμπεριαλιστές, είναι οργανωτές πραξικοπημάτων. Αυτές οι μορφές δράσεις είναι συστατικό τμήμα της πολιτικής και στρατιωτικής επέκτασης ενάντια στις πρώην αποικιακές χώρες. Οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις ασταθείς πολιτικές συνθήκες αυτών των χωρών, τον ανεπαρκή βαθμό πολιτικής οργάνωσης των δυνάμεων των τάξεων και την εχθρότητα μεταξύ των διαφόρων ομάδων και πολιτικών φραξιών, ώστε να κυριαρχήσουν και εκεί. Κερδίζουν στοιχεία, φράξιες και αστικές και μικροαστικές πολιτικές οργανώσεις, και αφού τις θέσουν στην υπηρεσία των επεκτατικών τους σχεδίων, δεν παραλείπουν να τις παρουσιάζουν ως δυνάμεις “πατριωτικές”, “αντιιμπεριαλιστικές”, “επαναστατικές”, τις ενθαρρύνουν να οργανώνουν πραξικοπήματα, να ανατρέπουν κυβερνήσεις και καθεστώτα που καθοδηγούνται από τη Δύση, προκειμένου, ανερχόμενα στην εξουσία, να θέσουν τη χώρα τους στην τροχιά της σοβιετικής κυριαρχίας.

Εξάλλου, στη βάση της “θεωρίας” περί “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης”, αυτά τα πραξικοπήματα θεωρούνται “προοδευτικές κινήσεις”, “μια μορφή ένοπλης επανάστασης που υπηρετεί το στόχο της πάλης ενάντια στα αντιδραστικά καθεστώτα”, που “ανοίγει το δρόμο στη μη καπιταλιστική ανάπτυξη”(37), κάτι που είναι επίσης αντίθετο με την πραγματική εθνική και κοινωνική επανάσταση.

Τα “σύμφωνα φιλίας και συνεργασίας” που η σοσιαλιμπεριαλιστική Σοβιετική Ένωση έχει υποβάλλει σε διάφορες χώρες της Αφρικής και της Ασίας έχουν ένα περιεχόμενο βαθιά υποδουλωτικό. Αυτά τα σύμφωνα επικυρώνουν την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική επέκταση των σοβιετικών σοσιαλιμπεριαλιστών, την πολιτική υπαγόρευσής τους η οποία βασίζεται σε θέσεις ισχύος, το καθεστώς υποταγής και εξάρτησης των χωρών που υπογράφουν.

Οι ίδιοι οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές, επικαλούμενοι το αποτέλεσμα αυτών των συνθηκών, θεωρούν “χαρακτηριστικό στοιχείο το γεγονός ότι δεν υπάρχει μόνο ζήτημα σχέσεων φιλίας μεταξύ των χωρών, αλλά και αποφασιστικότητας της ΕΣΣΔ να συνεργαστεί (…) προκειμένου να υπερασπιστεί και να αυξήσει τα επαναστατικά κεκτημένα”. Χάρη σε αυτά τα “σύμφωνα”, η σοσιαλιμπεριαλιστική Σοβιετική Ένωση χαίρει ενός στάτους που της παρέχει το δικαίωμα να συμβάλλει “στην ανάπτυξη των σύμμαχων χωρών”. Όπως διατυπώνεται σε αυτά τα σύμφωνα, “διασφαλίζει τις προϋποέσεις διάσωσης των οικονομικών και κοινωνικών κεκτημένων”. Ιδιαίτερες ρήτρες σε αυτά τα σύμφωνα επιτρέπουν στους σοβιετικούς σοσιαλιμπεριαλιστές να παρεμβαίνουν ακόμα και στρατιωτικά, υπό το πρόσχημα της “ενίσχυσης της αμυντικής ικανότητας αυτών των χωρών”.

14

Ο δρ. Αγκοστίνιο Νέτο (1922-1979), πρώτος πρόεδρος της Ανγκόλας, με τον Φιντέλ Κάστρο (πηγή)

Μέχρι σήμερα, ταυτόχρονα με την αποστολή μισθοφόρων τους, των κουβανών στρατιωτών, σε διάφορες χώρες, οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές έκαναν κινήσεις για την εγκαθίδρυση στρατιωτικών βάσεών τους και διασφάλισαν δικαιώματα ελλιμενισμού του πολεμικού τους στόλου που πλέει στα νερά γύρω από την αφρικανική ήπειρο, το δικαίωμα δημιουργίας αεροπορικών γραμμών, υπερπτήσεις των αεροσκαφών τους πάνω από τα εδάφη των χωρών αυτών κλπ.

Έτσι, όπως έγινε γνωστό, οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές ανέπτυξαν μια δύναμη 2.000 ανδρών στο νησί Σοκότρα στην είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας, και πάνω από 1.700 στρατιώτες στρατοπεδεύουν στη σημαντική βάση του Άντεν. Αυτή η ίδια βάση, σύμφωνα με τα ξένα πρακτορεία, στεγάζει τη σοβιετική διοίκηση των “επιχειρήσεων στον Ινδικό Ωκεανό”, επιχειρήσεων που εκτείνονται επίσης στις χώρες της Αφρικής που βλέπουν προς τον Ινδικό Ωκεανό. Εξάλλου, τα στρατεύματα μισθοφόρων κουβανών που διοικούνται από τους Σοβιετικούς και είναι σταθμευμένα στην Αιθιοπία και στην Ερυθραία συνιστούν αφ’εαυτού στρατιωτικές βάσες που χρησιμεύουν ως υποστηρικτικά σημεία για τη σοβιετική διείσδυση στην αφρικανική ήπειρο. Το στρατιωτικό “κορδόνι” των σοβιετικών σοσιαλιμπεριαλιστών ενώνεται με τις βάσεις των μισθοφόρων τους στην Ανγκόλα, στα νοτιοδυτικά της Αφρικής, και με το στόλο τους που πλέει στη Μεσόγειο κοντά στις ακτές της βόρειας Αφρικής, όπου έχουν επίσης εξασφαλιστεί ναυτικές βάσεις. Όλα αυτά συνιστούν έναν πραγματικό κίνδυνο επέμβασης και κατοχής των αφρικανικών χωρών.

Η ψευτοσοσιαλιστική προπαγάνδα, παρότι παρουσιάζει ως “βοήθεια” ενός “φίλου” και “φυσικού συμμάχου” την επέκταση των σοβιετικών σοσιαλιμπεριαλιστών, είναι, παρά τα “σύμφωνα φιλίας και συνεργασίας” εξίσου στυγνή και επιθετική όπως αυτή των αμερικάνων ιμπεριαλιστών. Από την ίδια τη σοσιαλιμπεριαλιστική φύση τους, οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές είναι υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουν τα ίδια ιμπεριαλιστικά και νεοαποικιακά μέσα επέκτασης και να επιδιώκουν τους ίδιους ηγεμονίστικους στόχους τους με τους αμερικάνους ιμπεριαλιστές για να κατακτήσουν τον κόσμο. “Η πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης”, τόνιζε ο σ. Ενβέρ Χότζα στο 8ο συνέδριο του ΚΕΑ, “έχει τα ίδια επιθετικά, επεκτατικά, φιλοπόλεμα χαρακτηριστικά με αυτά των ΗΠΑ. Αυτό παρατηρείται ξεκάθαρα στην ταυτότητα σκοπών και στον παραλληλισμό των απόψεών τους. Η Σοβιετική Ένωση επιδιώκει να αποκτήσει στρατιωτικές βάσεις εκτός των συνόρων της, δημιουργεί με άλλες χώρες πολιτικές και στρατιωτικές συμμαχίες ώστε να χρησιμεύσουν ως υποστηρίγματα για την επέκταση της κυριαρχίας της επί των λαών και να αντιπαρατεθεί στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό”(38).

Dmitry_Medvedev_in_Angola_26_June_2009-8

Ο διάδοχος του δρ. Νέτο Ντος Σάντος με το Μεντβιέντεφ στην Ανγκόλα, σε επίσημη επίσκεψη του τελευταίου στις 26/06/2009. (πηγή)

Όλες οι θέσεις των σοβιετικών ρεβιζιονιστών, παρουσιαζόμενες ως “νέες εκδηλώσεις” στην εφαρμογή των “θεωριών” τους περί “μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης” και περί “σοσιαλιστικού προσανατολισμού” περικλείουν τα σχέδιά τους να αποκρύψουν και να υπερασπιστούν τις νεοαποικιακές θέσεις τους στις πρώην αποικιακές χώρες, όπως και να κατακτήσουν νέες θέσεις, για την κυριαρχία, την καταστολή και την εκμετάλλευση και άλλων χωρών. Είναι αυτές ακριβώς οι χώρες στις οποίες οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές επεκτείνουν τη νεοαποικιακή επιρροή τους που χαρακτηρίζουν “χώρες σοσιαλιστικού προσανατολισμού”. Το μαρτυρά επίσης το γεγονός ότι οι χαρακτηρισμοί αυτών των χωρών ως “κρατών με σοσιαλιστικό προσανατολισμό” αλλάζουν κατά καιρούς, “για τον απλούστατο λόγο” ότι οι ηγετικοί κύκλοι αυτών των χωρών ενίοτε διακόπτουν τις σχέσεις τους με τους σοβιετικούς σοσιαλιμπεριαλιστές, αλλάζουν προσανατολισμό και προσεταιρίζονται τη Δύση. Στο μέλλον επίσης θα μπορούμε να ακούμε να γίνεται λόγος για νέες “ευθυγραμμίσεις” των “κρατών σοσιαλιστικού προσανατολισμού”, κάτι που θα γίνεται σε αντιστοιχία με τους οικονομικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς δεσμούς που οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές θα δημιουργούν με διάφορες χώρες.

Οι χώρες που οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές θεωρούν “χώρες σοσιαλιστικού προσανατολισμού” είναι τμήμα, όπως όλες οι άλλες πρώην αποικιακές χώρες, του καπιταλιστικού και του ρεβιζιονιστικού κόσμου. Βρίσκονται σε κατάσταση νεοαποικιακής εξάρτησης ή αποτελούν στόχο νεοαποικιακών βλέψεων. Το ξένο κεφάλαιο κατέχει σημαντικές θέσεις σε πλήθος χωρών της Αφρικής και της Ασίας, ελέγχει και κυριαρχεί στους τομείς-κλειδιά της οικονομίας. Οι χώρες αυτές διατηρούν, εξάλλου, κατάλοιπα προκαπιταλιστικών σχέσεων, γιατί οι αστικοί και δημοκρατικοί μετασχηματισμοί δεν έχουν προχωρήσει πλήρως. Οι εργαζόμενες μάζες καταστέλλονται και αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης διπλά, και από το ξένο και από το ντόπιο κεφάλαιο, τα οποία συνδέονται και αλληλοεξαρτώνται. Βυθίζονται στην εξαθλίωση, την ανεργία και μια πολιτική αντίδραση, όλο και πιο έντονα. Να γιατί οι εσωτερικές αντιθέσεις μεταξύ των ανταγωνιστριών τάξεων, όπως και οι αντιθέσεις μεταξύ των λαών και των νέων αποικιοκρατών δεν σταματούν να οξύνονται. Πλήθος αυτών των χωρών βρίσκονται σήμερα μπροστά στο στάδιο της εθνικοαπελευθερωτικής, αντιιμπεριαλιστικής και δημοκρατικής επανάστασης.

Όπως έχουν δείξει το ΚΕΑ και ο σ. Ενβέρ Χότζα στα μεγαλειώδη έργα του, ιδίως στο “Ιμπεριαλισμός & Επανάσταση”, οι λαοί αυτών των χωρών έχουν ακόμα μια μεγάλη πάλη να διεξάγουν. Αυτή η πάλη θα έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε κάθε χώρα. Αυτό που χαρακτηρίζει γενικά, όμως, αυτή την πάλη, είναι η απόρριψη κάθε ξένου, ιμπεριαλιστικού, αποικιακού και νεοαποικιακού ζυγού, όπως και η εξάλειψη την καταπίεσης που ασκείται από τη ντόπια καπιταλιστική αστική τάξη και τους μεγαλοκτηματίες που συνδέονται με τον ιμπεριαλισμό και το σοσιαλιμπεριαλισμό.

Δημοσιεύεται σύμφωνα με το ν.9/1985 του περιοδικού “Πολιτικές & Κοινωνικές Μελέτες” που εκδόθηκε στα αλβανικά. Στα ελληνικά μεταφράστηκε από το ν.4/1987 της γαλλικής συλλογής άρθρων από αυτό το περιοδικό. Το 1ο τμήμα είχε δημοσιευτεί και εδώ με ελαφρώς διαφορετική μετάφραση.

Σημειώσεις

1.Ενβέρ Χότζα, Εισήγηση στο 8ο συνέδριο του ΚΕΑ, γαλλ.έκδ, σ.24, Τίρανα, 1981.

2.O. V. Martishen, Σοσιαλισμός & Πατριωτισμός στην Αφρική, σ.28, Μόσχα,1972.

3.N. I. Lebediev, Η ΕΣΣΔ στην παγκόσμια πολιτική 1917-1980, σ.198, Μόσχα, 1980.

4.J. N. Gavrilov, Εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα: προοπτικές ανάπτυξης, σ.32, Μόσχα,1981.

5.Λενινισμός & Εθνικό Κίνημα, σ.251, Μόσχα, 1969.

6.Σύγχρονα προβλήματα ιδεολογίας των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στις χώρες της Ασίας και της Αφρικής, Μόσχα, 1982.

7.MEMO, τ.10, 1980, σ. 152.

8.Ενβέρ Χότζα, Εισήγηση στο 6ο συνέδριο του ΚΕΑ, γαλλ.έκδ, σ.234, Τίρανα, 1972.

9.Στο ίδιο

10.Ιστορία της ΕΣΣΔ, Εποχή του Σοσιαλισμού, σ.454, Μόσχα,1974.

11.Ενβέρ Χότζα, Ιμπεριαλισμός & Επανάσταση, γαλλ.έκδ., σ.39, Εκδόσεις “8 Νοέμβρη”, Τίρανα,1979.

12.Συνέντευξη του διευθυντή του Ινστιτούτου Αφρικής της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, στο περιοδικό “Η Ασία & Η Αφρική Σήμερα”, τ. 5,1979

13.J. N. Gavrilov, ό.π., σ. 32.

14.Ζητήματα Ιστορίας του ΚΚΣΕ, σ.86, 1981, τ. 6.

15.Σύγχρονα προβλήματα ιδεολογίας των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στις χώρες της Ασίας και της Αφρικής, σ.97, Μόσχα,1982.

16.A. S. Shin, Εθνικοδημοκρατικές Επαναστάσεις, σ.233, Μόσχα,1981.

17.K. M. Tsagalov, Για την Απελευθέρωση των χωρών, για την πρόοδο της κοινωνικής επανάστασης, σ.19, Μόσχα,1981.

18.Η Ασία & Η Αφρική Σήμερα, σ.48, τ. 3, 1983.

19.Β.Ι.Λένιν, Άπαντα, τ. 12, σ.σ. 458-459.

20.Ενβέρ Χότζα, Εισήγηση στο 8ο συνέδριο του ΚΕΑ, γαλλ.έκδ, σ.279, Τίρανα, 1981.

21.A. S. Shin, ό.π., σ.235,455

22.Μαρξ – Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, αλβ.έκδ., τ.1, σ.105, Τίρανα, 1975.

23.Εισήγηση στο 26ο συνέδριο του ΚΚΣΕ στην Πράβδα της 24/2/1982.

24.J. Staline, Οι βάσεις του Λενινισμού, αλβ.έκδ. σ.50, Τίρανα,1979.

25.Ενβέρ Χότζα, Άπαντα, αλβ.έκδ., τ. 26, σ. 374.

26.Ενβέρ Χότζα, Σκέψεις για τη Μέση Ανατολή, γαλλ.έκδ., σ.σ.22-23, Εκδόσεις “8 Νοέμβρη”, Τίρανα, 1984.

27.A. S. Shin, ό.π., σ.σ.233-234.

28.Η Ασία & Η Αφρική Σήμερα, τ.4, 1981.

29.Στο ίδιο, τ. 4, 1979, σ. 32.

30.Ενβέρ Χότζα, Σκέψεις για την Κίνα, γαλλ.έκδ., τ.2, σ.σ.487-488. Εκδόσεις “8 Νοέμβρη”, Τίρανα, 1979.

31.Σοβιετο-αφρικανικές Σχέσεις, Μόσχα, 1982, σ. 9.

32.Ιστορία Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής της ΕΣΣΔ (1968-1979), Μόσχα, 1979, σ. 253.

33.Η Ασία & Η Αφρική Σήμερα, τ.1, 1978.

34.Σοβιετο-αφρικανικές Σχέσεις, Μόσχα, 1982, σ. 45.

35.K. M. Tsagallov, Α Για την Απελευθέρωση των χωρών, για την πρόοδο της κοινωνικής επανάστασης, σ. 176, Μόσχα,1981.

36.Ενβέρ Χότζα, Εισήγηση στο 8ο συνέδριο του ΚΕΑ, γαλλ.έκδ, σ.180, Τίρανα, 1981.

37.Οι προοπτικές του αγώνα των λαών της Αφρικής για ελευθερία και ανεξαρτησία, σ. 319, Μόσχα1974.

38.Ενβέρ Χότζα, ό.π., σ.σ.181-182.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: