Ορθοδοξία και δογματισμός στο κομμουνιστικό κίνημα

Αυτές τις δύο σημαντικές έννοιες συστηματικά και περίτεχνα τις αντιπαραβάλλουν και τις συγχέουν οι εχθροί μας, ειδικά οι ρεβιζιονιστές και οι τσαρλατάνοι της αστικής “αριστεράς”. Για αυτό είναι σημαντικό να τις αποσαφηνίσουμε, δεδομένης της σημασίας τους και των καταστροφικών συνεπειών από τη μη ορθή κατανόησή τους και τη σχετική λαθροχειρία. Ας ξεκινήσουμε από μια διάσημη παρατήρηση στην οποία είχε προβεί ο Γκράμσι:

Από πολλά σημεία που αναπτύχθηκαν προηγουμένως, διαφαίνεται πως η έννοια της “ορθοδοξίας” πρέπει να ανανεωθεί και να επαναφερθεί στην αυθεντική της προέλευση. Η ορθοδοξία δεν πρέπει να αναζητείται στον τάδε ή το δείνα οπαδό της φιλοσοφίας της πράξης, στην τάδε ή τη δείνα τάση που συνδέεται με ρεύματα ξένα προς το αρχικό δόγμα, αλλά στο θεμελιακό πλαίσιο στο οποίο η φιλοσοφία της πράξης “αρκεί από μόνη της”, περιλαμβάνει εντός της όλα τα θεμελιακά στοιχεία όχι μόνο για να οικοδομηθεί μια πλήρης και συνεκτική κοσμοαντίληψη, μια πλήρης φιλοσοφία και θεωρία για τις φυσικές επιστήμες, αλλά και για να δώσει ζωή σε μια ολοκληρωμένη πρακτική οργάνωση της κοινωνίας, δηλαδή, για να καταστεί ένας πλήρης, συνολικός πολιτισμός. Αυτή η τόσο ανανεωμένη έννοια της ορθοδοξίας, χρησιμεύει για να ορίσουμε καλύτερα την “επαναστατική” συμβολή η οποία συνήθως τόσο εύκολα εφαρμόζεται σε διάφορες κοσμοαντιλήψεις, θεωρίες, φιλοσοφίες”.

Και επίσης: “Μια θεωρία είναι “επαναστατική” στο βαθμό κατά τον οποίο αυτή είναι στοιχείο διαχωρισμού και συνειδητής διάκρισης δύο στρατοπέδων, στο βαθμό κατά τον οποίο αυτή είναι μια κορυφή μη προσβάσιμη στο εχθρικό στρατόπεδο. Το να θεωρεί κανείς πως η φιλοσοφία της πράξης δεν είναι μια δομή σκέψης πλήρως αυτόνομη και ανεξάρτητη, ευρισκόμενη σε ανταγωνισμό με όλες τις παραδοσιακές φιλοσοφίες και θρησκείες, σημαίνει, στην πραγματικότητα, το να μην έχει κόψει τους δεσμού με τον παλιό κόσμο, αν δεν έχει, στην πραγματικότητα, συνθηκολογήσει. Η φιλοσοφία της πράξης δεν έχει ανάγκη από ετερογενείς υποστηρικτές, είναι η ίδια τόσο ισχυρή και γόνιμη προς νέες αλήθειες που ο παλιός κόσμος ανατρέψει σε αυτή για να εξασφαλίσει στο οπλοστάσιό του πιο σύγχρονα και αποτελεσματικά όπλα” (Τετράδια της Φυλακής, Τετράδιο 11, παρ.27).

Ο Γκράμσι εδώ ξαναπραγματεύεται την έννοια της ορθοδοξίας που είχε διατυπώσει ο Αντόνιο Λαμπριόλα, ο φιλόσοφος που κατά την τελευταία 15ετία του 19ου αιώνα είχε προσχωρήσει στο μαρξισμό και τον είχε διαδώσει, έστω με καποιους περιορισμούς, και ευρισκόμενος σε μια κατάσταση πολιτικής απομόνωσης.

Ο Λαμπριόλα επέβαλε μια νέα έννοια της ορθοδοξίας, αντίθετη από αυτή του χυδαίου υλισμού, ο οποίος ήταν επηρεασμένος από τον αστικό θετικισμό (π.χ., Πλεχάνοφ), και από νεοιδεαλιστικές τάσεις που είχαν αρχίσει να επικρατούν στην Ευρώπη και την Ιταλία.

Αυτός είχε, πράγματι, σημείο εκκίνησης την προϋπόυθεση της ανεξαρτησίας, της αυτάρκειας και της πρωτοτυπίας του μαρξισμού, μια απαραίτητη προϋπόθεση για την κατανόηση και τον πρακτικό μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Επομένως, νοούσε την ορθοδοξία ως βάση η ίδια της επιστημονικότητας και της επαναστατικής φύσης του μαρξισμού, ως βαθιά ανταπόκριση, ενότητα μεταξύ θεωρίας και επαναστατικής πράξης.

Στην πραγματικότητα, ο Λαμπριόλα, ισχυριζόμενος ότι η φιλοσοφία της πράξης είναι ανεξάρτητη από κάθε άλλο φιλοσοφικό ρεύμα, είναι επαρκής, είναι ο μόνος που είχε επιδιώξει επιστημονικά να οικοδομήσει τη φιλοσοφία της πράξης” (στο ίδιο, παρ.70).

Ορθοδοξία” είναι, επομένως, μια θετική έννοια, καθώς σημαίνει ότι η θεωρητικο-επιστημονική έκφραση των συμφερόντων του προλεταριάτου – η οποία είναι βασισμένη στη θέση, την ιστορική εμπειρία και τον επαναστατικό ρόλο του προλεταριάτου στην κοινωνία (ο μαρξισμός – λενινισμός) – είναι μια νέα και πλήρης αντίληψη για τη φύση και την κοινωνία, ανώτερη από όλες τις φιλοσοφίες και τις θρησκείες οι οποίες γεννήθηκαν στο έδαφος της κοινωνίας η οποία χωρίζεται σε τάξεις· μια κοσμοαντίληψη που δεν πρέπει να αναθεωρείται, να συγχέεται, να “αραιώνεται”, να συγχωνευεται, να περιορίζεται, να διαβρώνεται ή να “διορθώνεται” από άλλα ρεύματα σκέψεις που εκφράζουν τα συμφέροντων των ιδιοκτητριών και μη προλεταριακών τάξεων, ειδικά της μικρής παραγωγής ή των προνομιούχων μεσαίων στρωμάτων· μια επιστημονική ιδεολογία της εργατικής τάξης η οποία βρίσκεται σε ασυμφιλίωτη πάλη με όλες τις άλλες ιδεολογίες.

Από αυτό συνάγεται πως όποιος ασπάζεται την πρωτοπόρα θεωρία η οποία εκφράζει τις απαιτήσεις ανάπτυξης της υλικής ζωής της κοινωνίας – που εμείς αποκαλούμε μαρξισμό-λενινισμό ή επιστημονικό σοσιαλισμό – πρέπει πλήρως να εγκατελείπει τις αστικές και μικροαστικές αποπροσανατολιστικές αντιλήψεις, πρέπει να τις απορρίπτει και να τις αντιπαλεύει σε κάθε επίπεδο, διατηρώντας σταθερά έναν ιδεολογικό διαχωρισμό μεταξύ των δύο στρατοπέδων, αυτό του προλεταριάτου και εκείνο της αστικής τάξης.

Αυτή η αντίληψη του μαρξισμού-λενινισμού, ως αποφασιστικού και αδιαμφισβήτητου σημείου ρήξης με τον παλιό κόσμο της αστικής φιλοσοφίας, είναι η ίδια προϋπόθεση για την πλήρη αφομοίωση και εφαρμογή του στη συγκεκριμένη πραγματικότητα, για να γίνει οδηγός για την επαναστατική δράση και περαιτέρω ανάπτυξή του.

Πρόκειται για μια αντίληψη που έχει καθοριστική σημασία για την οικοδόμηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, ως θεωρητικού κέντρου, οργανωτή και συλλογικού διανοούμενου του προλεταριάτου που κάνει δικό του ένα ενιαίο και οργανικό δόγμα, με εσωτερικές αρχές συνεκτικές και καθολικές, απορρίπτοντας εκλεκτικισμούς, αποδιοργανωτικά μείγματα και αγνωστικισμούς που αναπόφευκτα θα το έκαναν υποτελή στις ιδιοκτήτριες τάξεις.

Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο σε μια χώρα όπως η Ιταλία, η οποία χαρακτηρίζεται από πλατιά μικροαστικά στρώματα, τα οποία ωθούνται από την καπιταλιστική επίθεση προς το προλεταριάτο.

Αυτά τα στρώματα είναι φορείς ιδεολογικών αντιλήψεων και πολιτικών πρακτικών που μεταφράζονται στα διάφορα ρεύματα του ρεβιζιονισμού και του σοσιαλδημοκρατικού ρεφορμισμού, και συχνά τραβιούνται εκ νέου και ξανακερδίζονται από το αστικό στρατόπεδο. Αυτή η διαπλοκή σχέσεων, εκδηλώνεται στον ιδεολογικό αγώνα που αναπτύσσεται εντός του κομμουνιστικού κινήματος. Εξ ου και η σημασία της ορθοδοξίας, προς υπεράσπιση της προλεταριακής ιδεολογίας.

Η έννοια της ορθοδοξίας και της ανεξαρτησίας του επαναστατικού μαρξισμού είναι στενά συνδεδεμένη με την έννοια του “ανεξάρτητου και επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης”, δηλαδή, με το γεγονός ότι το προλεταριάτο οργανώνεται πολιτικά ως τάξης, ανεξάρτητο από όλες τις άλλες, για να θριαμβεύσει η κοινωνική επανάσταση.

Το προλεταριάτο έρχεται απαραίτητα σε επαφή και σε συμμαχία με άλλες κοινωνικές τάξεις και στρώματα, με τους φτωχούς αγρότες και τα κατώτερα στρώματα των μικροαστών της πόλης: πρέπει, επομένως, να καθιερώσει σχέσεις συνεργασιας με άλλες ομάδες· όμως πρέπει να το κάνει με αφετηρία τα δικά του ανεξάρτητα συμφέροντα ως τάξης, με αφετηρία τη δική του ανεξάρτητη κοσμοαντίληψη και τη δική του ανεξάρτητη πολιτική οργάνωση.

Η μη κατανόηση αυτού σημαίνει εκ γενετής παρεμπόδιση του κόμματος του προλεταριάτου να ασκεί τον καθοδηγητικό του ρόλο σε όλους τους εκμεταλλευομένους και καταπιεζόμενους, να βαθαίνει την ταξική συνείδηση, να είναι ο φορέας της νέας αντίληψης για την κοινωνία και για τον κόσμο, κάτι που είναι βασικά ίδιο με την έννοια της “ηγεμονίας του προλεταριάτου”, η οποία αποτελεί το σπέρμα της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Η έννοια της ορθοδοξίας που υποστηρίζουμε σε αυτό το άρθρο, ξεκάθαρα, δεν σημαίνει ανεπιδεκτικότητα της θεωρίας και κλείσιμό της έναντι του νέου. Αυτό θα σήμαινε να πέφτουμε σε μια δογματική αλαζονία, η οποία είναι ένα τυπικό χαρακτηριστικό όλων των θρησκειών και όλων των θεωρητικών συστημάτων που υπερασπίζονται τον παλιό κόσμο, την αντίδραση, που παλεύουν ενάντια στο νέο, ενάντια σε ό,τι αναπτύσσεται.

Ο μαρξισμός-λενινισμός δεν είναι ένα σώμα από συμπεράσματα και φόρμουλες που έχουν διατυπωθεί και οριστεί μια για πάντα, ένα σύστημα κλειστό στο οποίο “όλα έχουν ειπωθεί”, μια θεωρία ακίνητη και ασύνδετη με την κοινωνική πρακτική.

Αντιθέτως, είναι ένα θεωρητικό σύστημα, ευρισκόμενο σε συνεχή ανάπτυξη και τελειοποίηση, κινούμενο και δυναμικό, όντας επικεντρωμένο στο πραγματικό, το οποίο πρέπει να αναλυθεί με μια αυστηρή μέθοδο. Είναι μια θεωρία-πρόγραμμα του διεθνούς εργατικού κινήματος ικανή να απαντήσει στα ερωτήματα που τίθενται από την πράξη, αντλεί ζωή από τις νέες γνώσεις και τις νέες εμπειρίες, εμπλουτίζεται στη βάση των νέων δεδομένων της κοινωνικής ανάπτυξης, των αποτελεσμάτων των επιστημών στην πορεία της ανάπτυξής τους, της επαναστατικής πρακτικής των μαζών.

Η μάχη ενάντια στο δογματισμό – μια ψεύτική μορφή ορθοδοξίας που ρόλος της είναι να περιορίζει το διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό στο πλαίσιο του χυδαίου υλισμού, του μηχανικισμού και της αστικής σκέψης – έχει μια μεγάλη δημασία για τη διατήρηση του επαναστατικού χαρακτήρα του μαρξισμού-λενινισμού, ο οποίος είναι το πιο ισχυρό όπλο μας για το μετασχηματισμό του κόσμου, για την οργάνωση ενός νέου τύπου κοινωνίας και μιας νέας τάξης ηθικο-διανοητικής.

Ο δογματισμός, ο φορμαλισμός και ο σχολαστικισμός αποτελούν τυπικές εκφράσεις του οπορτουνισμού. Πρέπει να αναγνωρίζουμε ότι μεταξύ των ιστορικών αιτιών που επέτρεψαν την ανάπτυξή τους, υπήρξε επίσης και η παρατεταμένη μάχη ενάντια στο ρεβιζιονισμό, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις μεταφράστηκε σε μια απλή και καθαρή διατήρηση του υπαρκτού θεωρητικού μηχανισμού, εμποδίζοντας την ανάπτυξή του, η οποία είναι απαραίτητη για την επαναστατική πολιτική δράση.

Ο δογματισμός είναι μια επικίνδυνη τάση, καθώς ανακόπτει, εμποδίζει και καθυστερεί τη δημιουργική ανάπτυξη του μαρξισμού-λενινισμού, αποκρυσταλλώνοντας διάφορα συμπεράσματα και φόρμουλές του, εμποδίζοντας την εφαρμογή των αρχών του στη συγκεκριμένη κατάσταση. Έτσι διασπά τη διαλεκτική σχέση μεταξύ πράξης – θεωρίας – πράξης.

Οι Λένιν και Στάλιν πάντοτε πάλευαν ενάντια στο δογματικό εκχυδαϊσμό του μαρξισμού στον οποίο προέβαιναν οι οπορτουνιστές με σκοπό να σαμποτάρουν τον κριτικό και επαναστατικό χαρακτήρα αυτού του θεωρητικού όπλου του προλεταριάτου.

Ο Λένιν ισχυριζόταν ότι “η επαναστατική θεωρία δεν είναι ένα δόγμα: διαμορφώνεται οριστικά μόνο σε στενή σχέση με την πρακτική ενός κινήματος πραγματικά επαναστατικού και πραγματικά μαζικού” (Λένιν, Αριστερισμός, η παιδική αρρώστια του κομμουνισμού).

Και ο Στάλιν ξεκαθάριζε με υποδειγματικό τρόπο μια αντίθεση αρχών που υπάρχει ως και σήμερα:

Υπάρχουν δύο ομάδες μαρξιστών. Και οι δύο εργάζονται υπό τη σημαία του μαρξισμού και θεωρούνται “πραγματικοί” μαρξιστές. Και όμως, μόνο ίδιοι δεν είναι. Αντίθετα, μια άβυσσος τούς χωρίζει, γιατί οι μέθοδοι εργασίας τους είναι διαμετρικά αντίθετες.

Η πρώτη ομάδα περιορίζεται συνήθως στην εξωτερική αναγνώριση του μαρξισμού, στην πομπώδη διατράνωσή του. Μη γνωρίζοντας ή μη θέλοντας να διεισδύσει στην ουσία του μαρξισμού, μη γνωρίζοντας ή μη θέλοντας να τον εφαρμόσει στην πράξη, μετασχηματίζει τις σφριγηλές και επαναστατικές θέσεις του μαρξισμού σε νεκρές φόρμουλες που δεν λένε τίποτα. Αυτή η ομάδα δεν βασίζει τη δράση της στην εμπειρία, στα διαδάγματα της πρακτικής δουλειάς, αλλά σε τσιτάτα του Μαρξ, συνάγει υποδείξεις και οδηγίες όχι από την ανάλυση της ζωντανής πραγματικότητας, αλλά από ιστορικούς παραλληλισμούς και αναλογίες. Η διάσταση μεταξύ λόγων και έργων: αυτή είναι η κύρια ασθένεια αυτής της ομάδας. Εξ ου, οι απογοητεύσεις και η αιώνια δυσαρέσκεια προς τη μοίρα, η οποία συνεχώς και συστηματικά την προδίδει, την περιγελά. Το όνομα αυτής της ομάδας είναι μενσεβικισμός (στη Ρωσία), οπορτουνισμός (στην Ευρώπη). Στο Συνέδριο του Λονδίνου, ο σύντροφος Tyszko (Jogiches) έδωσε έναν αρκετά ακριβή ορισμό αυτής της ομάδας, λέγοντας πως αυτή το μαρξισμό δεν τον έχει για σημείο εκκίνησης, αλλά για να αναπαύεται πάνω του.

Η δεύτερη ομάδα, αντιθέτως, μεταφέρει το κέντρο βάρους του ζητήματος από την εξωτερική αναγνώριση του μαρξισμού στην υλοποίησή του, στην πρακτική εφαρμογή του: στην υπόδειξη, σε αντιστοιχία με την κατάσταση, των δρόμων και των μέσων για την υλοποίηση του μαρξισμού, στην τροποποίηση αυτών των δρόμων και αυτών των μέσεων όταν η κατάσταση αλλάζει: να τα σημεία στα οποία κυρίως αυτή η ομάδα στρέφει την προσοχή της. Αυτή συνάγει οδηγίες και διδάγματα όχι από τους ιστορικούς παραλληλισμούς και αναλογίες, αλλά από τη μελέτη των περιστάσεων. Κατά τη δραστηριότητά της, δεν βασίζεται σε τσιτάτα και φράσεις, αλλά στην πρακτική εμπειρία: ελέγχει καθένα από τα βήματα που κάνει, με βάση την εμπειρία: αντλεί διδάγματα από τα λάθη της και διδάσκει τους άλλους την οικοδόμηση μιας νέας ζωής. Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί, κατά τη δραστηριότητα αυτής της ομάδας, τα λόγια δεν βρίσκονται σε διάσταση με τη δράση, και το δόγμα του Μαρξ διατηρεί πλήρως τη ζώσα επαναστατική του δύναμη. Σε αυτή την ομάδα ταιριάζουν πλήρως τα λόγια του Μαρξ, σύμφωνα με τα οποία, οι μαρξιστές δεν μπορεί να περιορίζονται στην εξήγηση του κόσμου, αλλά πρέπει να προχωρούν περαιτέρω, με σκοπό να τον μετασχηματίσουν. Το όνομα αυτής της ομάδας είναι μπολσεβικισμός, κομμουνισμός.

Οργανωτής και επικεφαλής αυτής της ομάδας είναι ο Β. Ι. Λένιν” (Στάλιν, Λένιν: Οργανωτής και επικεφαλής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρωσίας, 1920).

Δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία: ο μαρξισμός-λενινισμός είναι μια μετασχηματιστική επαναστατική θεωρία και πολιτική, η οποία πρέπει να εννοείται, να μελετάται και να εφαρμόζεται ως οδηγός για δράση, ως μια πρωτοπόρα επιστήμη, η οποία δεν παραμένει ακίνητη, αλλά προχωρά μαζί με τη ζωή και προχωρά την ίδια τη ζωή.

Περιοδικό “Θεωρία & Πράξη”, Όργανο της ιταλικής Κομμουνιστικής Πλατφόρμας – για την οικοδόμηση του Κομμουνιστικού Κόμματος του Προλεταριάτου της Ιταλίας, τ. 27, Σεπτέμβρης 2015

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: