Τροφίμ Ντενίσοβιτς Λυσένκο: Νέες εξελίξεις στην έννοια των βιολογικών ειδών

Δεν υπάρχει ίσως πιο “επιστημονικά τεκμηριωμένη” επίθεση στο σοσιαλισμό που οικοδομούταν στην ΕΣΣΔ από την επίθεση ενάντια στο θεωρητικό και πρακτικό έργο του βιολόγου-αγρονόμου ερευνητή Τροφίμ Ντενίσοβιτς Λυσένκο. Βασισμένοι στην άγνοια της πλατιάς μάζας των κομμουνιστών – και γενικότερα των απλών ανθρώπων – επί θεμάτων βιολογίας, γεωπονίας κλπ, αντικομμουνιστές αλλά και κομμουνιστές που όμως στους επιστημονικούς τομείς αυτούς δεν είναι βέβαιο ότι έχουν αναπτύξει μια διαλεκτική μέθοδο και υιοθετούν την “καθιερωμένη”, απαξιούν ακόμα και να μελετήσουν το έργο του Λυσένκο, αυτό καθ’εαυτό. Στην καλύτερη για αυτόν περίπτωση, κατηγορείται ο Λυσένκο για σχετική απολυτοποίηση του εξωτερικού παράγοντα (περιβάλλοντος) στο μετασχηματισμό του εσωτερικού ενός οργανισμού.

Η επίθεση κατά του Λυσένκο κορυφώθηκε μεταπολεμικά. Όχι τυχαία: ήταν η περίοδος που μαζικά επιστήμονες από όλες τις χώρες αναγνώριζαν την υπεροχή του μαρξισμού-λενινισμού και της διαλεκτικής υλιστικής μεθόδου και, πολιτικά, προσχωρούσαν στο στρατόπεδο της ειρήνης, της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, στη μεγάλη – τότε – οικογένεια της προοδευτικής ανθρωπότητας. Ο ίδιος ο Λυσένκο, ωστόσο, ήδη από το 1940, στο άρθρο του “Γεωπόνοι Επιστήμονες Εργάτες” έγραφε: “Πολλά από τα επιστημονικά συμπεράσματα και μέτρα μας προκάλεσαν έναν ήπιο σαρκασμό από την πλευρά των εκπροσώπων της παλιάς γεωπονίας. Όμως η αντίθεσή τους δεν μπορούσε και δεν μπόρεσε να αποκρύψει τις δραστηριότητές μας, τη δημιουργική μας προσπάθεια προς ένα σκοπό, γιατί υποστηριζόμαστε από την αλήθεια μιας θεωρίας η οποία όλη την ώρα αποτελεί αντικείμενο εξέτασης και επαληθεύεται στην πράξη”.

Σε καμία περίπτωση δεν διεκδικείται καποια γνώση επί των θεμάτων: τα λάθη του parapoda στη μετάφραση του παρακάτω κειμένου επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο. Ωστόσο, καλό είναι όσοι και όσες γνωρίζουν παραπάνω τα θέματα με τα οποία ασχολήθηκε ο Λυσένκο, να τοποθετούνται, είτε θετικά είτε αρνητικά είτε ακόμα και απαξιωτικά, επί όσων ο ίδιος ο Λυσένκο έγραψε, και όχι επί όσων ακούγεται ότι ο Λυσένκο έγραψε ή έκανε.

ΥΓ. Θερμές ευχαριστίες στο Δημ.Παπαχρ. ο οποίος, με τις γνώσεις του, βοήθησε στη μετάφραση.

***

Τροφίμ Ντενίσοβιτς Λυσένκο: Νέες εξελίξεις στην έννοια των βιολογικών ειδώνtrofim-lysenko-1

Μέχρι σήμερα, στη βιολογία, δεν υπάρχει ξεκάθαρος ορισμός της έννοιας του είδους (species). Και όμως, κάθε μελετητής της ζωντανής φύσης, και ειδικά οι άνθρωποι της πράξης – οι ασχολούμενοι με φυτά, ζώα και μικροοργανισμούς – γνωρίζουν καλά το γεγονός ότι το σύνολο της αλληλοσυνδεόμενης οργανικής φύσης αποτελείται από ξεχωριστές, ποιοτικά διαφορετικές μορφές. Για παράδειγμα, το άλογο, την αγελάδα, τον τράγο, το πρόβατο, ή σιτάρι, σίκαλη, βρώμη, κριθάρι, καρότα. Αυτά είναι ξεχωριστές, ποιοτικά διαφορετικές μορφές ζώων και φυτών. Συνήθως, υπό κανονικές συνθήκες ζωής, είτε αποτυγχάνουν να διασταυρωθούν είτε, όταν διασταυρώνονται, αποτυγχάνουν να δώσουν φυσιολογικά γόνιμους απογόνους. Τέτοιες ασύμβατες από άποψη φυσιολογίας μορφές εντάσσονται στην κατηγορία “είδη” (species).

Η ίδια η δομή της ζωντανής φύσης, η οποία αποτελείται από μορφές που είναι, από πολλές απόψεις, όμοιες και, ταυτόχρονα ασυνεχείς, διακριτές και ιδιαίτερες, οι οποίες αποτυγχάνουν να διασταυρωθούν υπό φυσιολογικές συνθήκες, αποτελούσε ήδη ένδειξη στους φυσιοδίφες ότι το ένα είδος προέκυψε από το άλλο, ότι τα σχετιζόμενα είδη είχαν πολλά κοινά και πως ό,τι είχαν κοινό, ως αποτέλεσμα των γονιδιακών (genetic) τους σχέσεων, μπορούσε να αποκληθεί γενετικό (generic).

Να γιατί η ίδια η φύση οδήγησε σε διττή ονοματολογία των ειδών στην επιστήμη, για παράδειγμα: Triticum vulgare (μαλακό σιτάρι), Triticum durum (σκληρό σιτάρι) κ.α.

Στην προδαρβινική βιολογία κυριαρχούσε μια μεταφυσική αντεπιστημονική αντίληψη για τα είδη. Θεωρούταν ότι τα είδη ήταν απαράλλαχτα, ότι ήταν πλήρως ασυνεχή όσον αφορά την καταγωγή και την εξέλιξη. Γινόταν λόγος ότι ένα είδος δεν μπορούσε να προκύψει από καποιο άλλο, ότι κάθε ένα από αυτά είχε δημιουργηθεί ξεχωριστά, ανεξάρτητα από το άλλο.

Με τη δημιουργία της θεωρίας της εξέλιξης, ο Λαμάρκ και ειδικά ο Δαρβίνος απέρριψαν τον απατηλό ισχυρισμό της μεταφυσικής βιολογίας ότι τα είδη ήταν αιώνια αμετάβλητες μορφές, ανεξάρτητες όσον αφορά την καταγωγή τους.

Στη θεωρία του περί εξέλιξης, ο Δαρβίνος απέδειξε ότι οι φυτικές και ζωικές μορφές – τα είδη – προκύπτουν το ένα από το άλλο. Έτσι, αποδείχτηκε ότι η ζωντανή φύση είχε την ιστορία της, παρελθόν, παρόν και μέλλον. Αυτό είναι μια από τις αθάνατες αξίες της θεωρίας του Δαρβίνου.

Όμως, ο δαρβινισμός βασίζεται σε έναν μονόπλευρο, επίπεδο εξελικτισμό. H θεωρία της εξέλιξης εκκινεί από την αναγνώριση των ποσοτικών αλλαγών μόνο και αρνείται το γεγονός ότι μετασχηματισμοί, μεταβάσεις από τη μια ποιοτική κατάσταση στην άλλη, είναι υποχρεωτικοί και τακτικοί. Και όμως, χωρίς το μετασχηματισμό από τη μια ποιοτική κατάσταση στην άλλη, χωρίς την εμφάνιση μιας νέας ποιοτικής κατάστασης εντός της παλιάς, δεν μπορεί να υπάρχει καμία εξέλιξη, υπάρχει μόνο μια αύξηση ή μείωση σε ποσότητα, υπάρχει μόνο αυτό που αποκαλείται συνήθως ανάπτυξη.

Ο δαρβινισμός έθεσε στη βιολογική επιστήμη την ιδέα της εξέλιξης, την ιδέα της καταγωγής της μιας οργανικής μορφής από την άλλη. Ωστόσο, ο δαρβινισμός θεωρούσε την ανάπτυξη στη ζωντανή φύση ως μια αυστηρή συνέχεια. Να γιατί στη βιολογική επιστήμη – μόνο στην επιστήμη, όχι όμως στην πράξη, τα είδη έπαυαν να αντιμετωπίζονται όπως είναι στην πραγματικότητα, ως ασυνεχείς ποιοτικές καταστάσεις στη ζωντανή φύση.

Έτσι, στην “Καταγωγή των Ειδών”, ο Δαρβίνος έγραφε: “Από αυτές τις επισημάνσεις μπορεί να ειδωθεί ότι εγώ βλέπω ότι ο όρος “είδος” έχει δοθεί αυθαιρέτως, για λόγους ευκολίας, σε ένα σύνολο μεμονωμένων όντων που μοιάζουν στενά το ένα με το άλλο, και ότι δεν διαφέρει ουσιαστικά από τον όρο “ποικιλία”, ο οποίος δίνεται σε λιγότερο διακριτές και περισσότερο ευμετάβλητες (σ.Τ.Λ.: σε χαρακτήρα) μορφές. Ο όρος “ποικιλία”, πάλι, σε σύγκριση με τις απλές ατομικές διαφορές, εφαρμόζεται επίσης αυθαίρετα, για λόγους ευκολίας” (Κ. Δαρβίνος, Η καταγωγή των ειδών, 6η αγγλική έκδοση, 1902, σ. 39. Σημ.parapoda:αντιπαραβλήθηκε με την ελλ.έκδοση των εκδόσεων Γκοβόστη, μετάφρ.Ανδρ. Πάγκαλου, σ.σ.65-66).

Ο Κ.Α. Τιμιριάζεφ έγραφε το ίδιο πράγμα: “Μια ποικιλία και ένα είδος διαφέρουν μόνο όσον αφορά στο χρόνο, δεν υπάρχει καμία δυνατή διαχωριστική γραμμή εν προκειμένω” (Κ.Α. Τιμιριάζεφ, τόμος 7ος, σ. 97, Σελχόζγκιζ, 1939).

Έτσι, σύμφωνα με τη δαρβινική θεωρία, δεν υπάρχουν φυσικά σύνορα, καμία ασυνέχεια μεταξύ των ειδών.

Η θεωρία της επίπεδης εξέλιξης περιορίζει την ανάπτυξη του οργανικού κόσμου απλώς σε αργές ποιοτικές αλλαγές και δεν επιτρέπει την εμφάνιση νεών ιδιοτήτων εντός του παλιού, για την περαιτέρω ανάπτυξη της νέας ποιότητας ως ενός νέου συνδυασμού ιδιοτήτων. Αυτή η θεωρία ισχυρίζεται ότι ο χρόνος που απαιτείται ώστε ένα είδος να εξελιχτεί σε ένα άλλο είναι τόσο μεγάλος που εντός της ιστορίας της ανθρωπότητας είναι αδύνατο να παρατηρηθεί η εμφάνιση ενός είδους από ένα άλλο.

Η ίδια θεωρία ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί, στην πράξη, να υπάρχει καμία διαχωριστική γραμμή μεταξύ του αναδυόμενου είδους και του παλιού από το οποίο το πρώτο προκύπτει. Να γιατί, γενικά, είναι υποθετικά αδύνατη ο εντοπισμός της εμφάνισης ενός νέου είδους εντός του παλιού.

Παρά τη θεωρία της πλήρους διαβάθμισης, η οποία ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να υπάρχει διαχωριστική γραμμή μεταξύ των ειδών, τέτοιες γραμμές, στην πραγματικότητα, υπάρχουν και οι φυσιοδίφες από αμνημονεύτων χρόνων το γνωρίζουν. Να γιατί, προκειμένου να εξηγήσει την ασυνέχεια των ειδών, ο δαρβινισμός ήταν αναγκασμένος να επινοήσει το λεγόμενο ενδοειδικό ανταγωνισμό ή ενδοειδική πάλη. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, όλες οι ενδιάμεσες μορφές, οι οποίες υποθετικά κάλυπταν τα κενά μεταξύ των ειδών, και επομένως σχημάτιζαν μια συνεχή γραμμή οργανικής φύσης, προέκυψαν κατά τη διαδικασία της πάλης για ύπαρξη, ως λιγότερο προσαρμοσμένες μορφές.

Έτσι, προκειμένου να εξομαλύνει την προφανή διαφορά μεταξύ της θεωρίας της εξέλιξης και την πραγματική ανάπτυξη του φυτικού και του ζωικού κόσμου, ο Δαρβίνος προσέτρεξε στην αντιδραστική ψευτοεπιστημονική θεωρία του Μάλθους για την ενδοειδική πάλη. Αυτή η πάλη δήθεν προκύπτει ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι νεότερα μέλη ενός δεδομένου είδους παράγονται στη φύση παρά, στην πραγματικότητα, επιβιώνουν στις δεδομένες συνθήκες ζωής. Είναι σε αυτή τη βάση που ο Δαρβίνος έχτισε τη θεωρία του περί απόκλισης χαρακτήρων, εμφάνισης κενών και ασυνεχειών στη συνεχή γραμμή των οργανικών μορφών, η οποία οδηγεί στο σχηματισμό εύκολα διακριτών ομάδων – ειδών φυτών και ζώων. Επομένως, σύμφωνα με το δαρβινισμό, η διαχωριστική γραμμή, η ασυνέχεια των σχετικών ειδών προκύπτει, όχι ως αποτέλεσμα ποιοτικών αλλαγών, της εμφάνισης ποιοτικά νέων ομάδων, οργανισμών, ειδών φυτών και ζώων, αλλά ως αποτέλεσμα μιας μηχανικής εξαφάνισης μορφών, ως αποτέλεσμα μιας αμοιβαίας καταστροφής ποιοτικά παρόμοιων μορφών, οι οποιες συνδέονται μεταξύ τους σε μια συνεχή σειρά.

Να γιατί όλοι οι οπαδοί της θεωρίας της επίπεδης εξέλιξης καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, θεωρητικά, τα είδη δεν είναι το αποτέλεσμα της ανάπτυξης της ζωντανής φύσης, όπως έχει αποκαλύψει η επιστήμη και η πράξη, αλλά βολικά σύμβολα που επινοήθηκαν για λόγους ευκολίας ταξινόμησης.

Έτσι, υπήρχε και ακόμα υπάρχει μια προφανής αντίθεση μεταξύ εξελικτικής θεωρίας και πραγματικότητας, της ανάπτυξης της οργανικής φύσης. Επομένως, ο δαρβινισμός μπορούσε μόνο να δώσει μια απλή, πρόχειρη εξήγηση της ανάπτυξης του οργανικού κόσμου. Όμως αυτή η εξήγηση δεν μπορούσε να χρησιμεύσει ως μια επιδραστική θεωρητική βάση για σχεδιασμένη τροποποίηση της ζωντανής φύσης ώστε να υπηρετεί τα συμφέροντα της πράξης.

Παρότι ο εκπληκτικός βιολόγος και ενθουσιώδης μαχητής εναντίον του ιδεαλισμού και της αντίδρασης στην επιστήμη Κ. Α. Τιμιριάζεφ, δεν μπορούσε στην εποχή του να υπερβεί τα όρια της δαρβινικής θεωρίας της επίπεδης εξέλιξης, εντούτοις, ξεκάθαρα είδε ότι τα είδη δεν είναι βολικά σύμβολα, αλλά πραγματικά φυσικά φαινόμενα. Να γιατί είχε γράψει: “Αυτές οι διακρίσεις, αυτοί οι ασυνεχείς κρίκοι στην οργανική αλυσίδα, δεν εισάγονται στη φύση από τον άνθρωπο, όμως επιβάλλονται σε αυτόν από την ίδια τη φύση. Αυτό το πραγματικό γεγονός απαιτεί μια πραγματική εξήγηση” (Κ.Α. Τιμιριάζεφ, τόμος 6ος, σ. 105, Σελχόζγκιζ, 1939).

Όμως, από τη σκοπιά της επίπεδης εξέλιξης, δεν μπορούσε να δοθεί πραγματική εξήγηση, και ο Κ. Α. Τιμιριάζεφ αποδέχτηκε την εσφαλμένη δαρβινική εξήγηση αυτού του γεγονότος, υποθέτοντας πως είναι το αποτέλεσμα του δήθεν ενδοειδικού ανταγωνισμού.

Είναι μόνο στη γη μας του νικηφόρου Σοσιαλισμού, όπου ο διαλεκτικός υλισμός είναι η κυρίαρχη κοσμοαντίληψη, που τώρα υπάρχει η δυνατότητα να δοθεί μια πραγματική εξήγηση των πραγματικών βιολογικών δεδομένων, όπως τα είδη. Η συλλογική και κρατική καλλιέργεια στη γεωργία παρέχεi κάθε δυνατότητα για την απεριόριστη ανάπτυξη της υλιστικής βιολογικής επιστήμης και για την απεριόριστη ανάπτυξη της θεωρίας του Μιτσούριν, του δημιουργικού δαρβινισμού.

Η θεωρία του Μιτσούριν – ο δημιουργικός δαρβινισμός – βλέπει την ανάπτυξη όχι ως μια επίπεδη εξέλιξη, αλλά ως την εμφάνιση μιας νέας ποιότητας, αντιτιθέμενης με την παλιά, εντός των ορίων της τελευταίας, ως τη διαδοχική βαθμιαία ποσοτική συσσώρευση των ειδικών πτυχών της, και, στην πορεία της πάλης της με την παλιά ποιότητα, ως το σχηματισμό ενός νέου, ουσιωδώς διαφορετικού συνδυασμού ιδιοτήτων που συνάδουν με τους δικούς του νόμους της ύπαρξής του.

Ο διαλεκτικός υλισμός, ο οποίος αναπτύχτηκε και έφτασε σε νέα ύψη με τα διδάγματα του σ. Στάλιν, χρησιμεύει στους σοβιετικούς μιτσουρινικούς βιολόγους ως το πιο πολύτιμο και ισχυρό θεωρητικό όπλο για την επίλυση των πιο βαθιών βιολογικών προβλημάτων, συμπεριλαμβανομένου του προβλήματος της καταγωγής του ενός είδους από το άλλο.

Τόσο στη φύση όσο και στην αγροτική πρακτική, πάντα υπάρχουν διακρίσεις, σχετικές, ωστόσο αρκετά συγκεκριμένες, μεταξύ των ειδών. Αυτό σημαίνει ότι, παράλληλα με τις ομοιότητες μεταξύ ειδών, υπάρχουν πάντα συγκεκριμένες διαφορές, οι οποίες διαιρούν την οργανική φύση σε ποιοτικά διαφορετικούς, ωστόσο, αλληλοσυνδεόμενους, κρίκους, δηλαδή, είδη.

Αποτυγχάνουμε να βρούμε ένα πλήρως συνεχές φάσμα μορφών μεταξύ ειδών, ως ποιοτικά ορισμένες καταστάσεις ζωντανής ύλης, όχι επειδή οι ενδιάμεσες μορφές πεθαίνουν κατά την πορεία του ανταγωνισμού, αλλά γιατί δεν υπήρχε ούτε μπορούσε να υπάρξει τέτοια συνέχεια στη φύση. Δεν υπάρχει ποτέ πλήρης συνέχεια στη φύση, το συνεχές και το ασυνεχές πάντοτε σχηματίζουν μαι ενότητα.

Είδος είναι μια ιδιαίτερη, συγκεκριμένη, ποιοτική κατάσταση ζωντανών μορφών ύλης. Τα είδη των φυτών, των ζώων και των μικροοργανισμών χαρακτηρίζονται από ορισμένες ενδοειδικές σχέσεις μεταξύ μονάδων. Αυτές οι ενδοειδικές σχέσεις είναι ποιοτικά διαφορετικές από τις σχέσεις μεταξύ μονάδων διαφορετικών ειδών. Να γιατί η ποιοτική διαφορά μεταξύ ενδοειδικών και διαειδικών σχέσεων είναι ένα από τα σημαντικότερα κριτήρια για να κάνει κανείς διάκριση μεταξύ είδους και ποικιλίας.

Είναι λάθος να δηλώνουμε ότι η ποικιλία είναι ένα είδος υπό σχηματισμό, και ότι ένα είδος δεν είναι παρά μια διακριτά εκφρασμένη ποικιλία.

Η ποικιλία είναι μια από τις μορφές ύπαρξης ενός δεδομένου είδους, και όχι ένα βήμα προς το μετασχηματισμό του σε άλλο είδος. H πληθώρα ποικιλιών παρέχει σε ένα είδος μεγαλύτερη οικολογική προσαρμοστικότητα και συμβάλλει στην ευημερία και τη διατήρησή του.

Όσο πιο μεγάλος ο αριθμός ποικιλιών εντός ενός είδους, όσο μεγαλύτερη η ποικιλομορφία των ενδοειδικών πληθυσμών, τόσο περισσότερα μπορούν να κερδηθούν, π.χ., από τη διασταυρούμενη γονιμοποίηση για τη διασφάλιση της ευημερίας των ειδών και όλων των ποικιλιών τους.

Όπως έχει ήδη σημειωθεί, οι ενδοειδικές σχέσεις μεταξύ ατόμων διαφέρουν ποιοτικά από τις σχέσεις μεταξύ ατόμων που ανήκουν σε διαφορετικά είδη. Να γιατί ο όρος “είδος” στη βιολογική επιστήμη διαφέρει θεωρητικά από όλους τους άλλους βοτανικούς και ζωολογικούς όρους, όπως γένος, οικογένεια, κ.ο.κ.

Μπορεί εύκολα να ειδωθεί ότι οι σχέσεις μεταξύ ατόμων που ανήκουν σε διαφορετικά είδη ενός και του ίδιου βοτανικού ή ζωολογικού γένους, όχι μόνο δεν συμβάλλουν στην ευημερία των συγκεκριμένων ειδών αλλά, αντιθέτως, αυτές οι σχέσεις είναι ανταγωνιστικές, εχθρικές. Να γιατί, τόσο στη φύση όσο και στην αγροτική πράξη, είναι δύσκολο να βρει κανείς παραδείγματα πληθυσμών που αποτελούνται από μονάδες που ανήκουν σε διαφορετικά αλλά στενά συνδεδεμένα είδη, δηλαδή σε ένα βοτανικό γένος, που να συνυπάρχουν για οποιοδήποτε σημαντικό χρονικό διάστημα. Τα φυτικά είδη συχνά συνυπάρχουν. Όμως είναι διακριτά είδη που ανήκουν σε διαφορετικά βοτανικά γένη. Η συνύπαρξη των ειδών που ανήκουν στο ίδιο βοτανικό γένος είναι πιθανή μόνο αν οι μονάδες κάθε είδους μεγαλώνουν σε συστάδες ή παρτέρια.

Να γιατί ο όρος “γένος” στη βοτανική και τη ζωολογία δεν στέκει για τον τύπο συγγένειας που χαρακτηρίζει τις σχέσεις εντός των ειδών, αλλά μόνο υποδηλώνει τις άμεσες συνδέσεις στην καταγωγή των ειδών τα οποία ανήκουν σε ένα δεδομένο γένος. Ο όρος “γένος” χρησιμεύει στο να υποδηλωθούν μορφολογικά παρόμοια, όμως ποιοτικά διακριτά, είδη.

Τα άτομα από διαφορετικά είδη που ανήκουν στο ίδιο γένος, παρά την εξωτερική ομοιότητά τους, υπό κανονικές συνθήκες αποτυγχάνουν να διασταυρωθούν, ή, όταν διασταυρώνονται, δεν παράγουν φυσιολογικά γόνιμους απογόνους, δηλαδή, είναι φυσιολογικά ασύμβατες. Εξάλλου, όπως έχει ήδη επισημανθεί, οι σχέσεις μεταξύ ειδών που ανήκουν στο ίδιο γένος είναι ανταγωνιστικές, αμοιβαία αποκλειόμενες.

Τα είδη είναι κρίκοι στην αλυσίδα της ζωντανής φύσης, φάσης ποιοτικής απομόνωσης, βήματα στη βαθμιαία ιστορική ανάπτυξη του οργανικού κόσμου.

Στη φύση υπάρχουν ποιοτικά συγκεκριμένες διαφορές μεταξύ των ειδών, σχετικές, αλλά εντελώς ορισμένες, διακρίσεις. Είναι αυτές που πρέπει να βρεθούν προκειμένου σωστά να σκιαγραφηθούν συγκεκριμένες μορφές, ομάδες φυτών, ζώων και μικροοργανισμών, με σύστημα και με ταξινόμηση.

Είναι επίσης λάθος να ισχυριζόμαστε ότι τα είδη δεν έχουν σε καμία χρονική περίοδο σταθερότητα στον προσδιορισμό της ποιότητας και των ιδιοτήτων τους. Στην πραγματικότητα, στη φύση, τα δεδομένα είδη φυτών, ζώων και μικροοργανισμών συνεχίζουν να υπάρχουν για όσο υπάρχουν οι απαιτούμενες συνθήκες των μονάδων αυτών των ειδών.

Η αλλαγή στις περιβαλλοντικές συνθήκες των φυτών και των ζώων, η αλλαγή στον τύπο του μεταβολισμού, είναι η αρχική αιτία της εμφάνισης ειδών από άλλα είδη και των ενδοειδικών διαφορών μορφών.

Η καταγωγή και η ανάπτυξη νέων ειδών προκύπτει από τέτοιες αλλαγές στον τύπο του μεταβολισμού του αναπτυσσόμενου οργανισμού που επιδρούν στις ιδιαίτερες ιδιότητές του.

Αυτό επιβεβαιώνεται από τα πραγματικά δεδομένα που αποκτήθηκαν στα πρόσφατα χρόνια από το ερευνητικό έργο για τα ζητήματα του σχηματισμού των ειδών στο φυτικό κόσμο.

Το 1948, τα πειράματα του Β. Κ. Καραπετιάν απέδειξαν ότι αν το σκληρό σιτάρι 28 χρωμοσωμάτων σπαρεί τέλη φθινοπώρου, μερικά από τα φυτά πολύ γρήγορα – σε δυο με τρεις γενιές – μετασχηματίζονται σε άλλο είδος, σε 42 χρωμοσωμάτων μαλακό σιτάρι (Triticum vulgare).

Ξεκινώντας από τη γενετική ετερογένεια του φυτικού οργανισμού, που προηγουμένως είχε καθιερωθεί από τη μιτσουρινική βιολογία, αποφασίστηκε να αναζητηθούν σπόροι του 42 χρωμοσωμάτων μαλακού σιταριού στα στάχυα των πειραματικών φυτειών σκληρού σιταριού. Ως αποτέλεσμα, μεμονωμένοι σπόροι μαλακού σιταριού βρέθηκαν εύκολα σε σκληρό σιτάρι, δηλαδή, οι σπόροι ενός βοτανικού είδους βρέθηκαν στα στάχυα άλλου είδους.

Σπέρνοντας τους σπόρους μαλακού σιταριού (T.vulgare) από τα στάχυα του σκληρού σιταριού (T. durum), κατά κανόνα επιτεύχθηκαν φυτείες μαλακού σιταριού. Αν γίνουν προσεκτικές έρευνες, σπόροι μαλακού σιταριού μπορεί ετησίως να βρεθούν σε μερικά στάχυα σκληρού σιταριού ανάμεσα στους συνηθισμένους σπόρους σε πολλές περιφέρειες.

Το 1949, έρευνες διεξήχθησαν για σπόρους σίκαλης στα στάχυα σιταριού που είχε σπαρεί σε σιτοβολώνες σε περιοχές πρόποδων, όπου η σίκαλη συχνά βρίσκεται ως αγριόχορτο στις χειμερινές καλλιέργειες σιταριού. Οι λόγοι για την εμφάνιση σίκαλης σε καλλιέργειες σιταριού σε αυτές τις περιοχές δεν ήταν, μέχρι πρόσφατα, γνωστοί στην επιστήμη.

Οι εργάτες έρευνας Β. Κ. Καραπετιάν, Μ. Μ. Γιακούμπτσινερ, Β.Ν. Γκοροματσέφσκι και άλλοι, με καποιους αγρονόμους και φοιτητές, βρήκαν μεμονωμένους σπόρους σίκαλης στα στάχυα σκληρού και μαλακού σιταριού, δηλ. δύο ειδών σιταριού – στα πεδία διάφορων περιοχών πρόποδων. Πάνω από 200 τέτοιοι σπόροι βρέθηκαν το 1949.

Σπέρνοντας τους σπόρους σίκαλης που είχαν αναπτυχθεί στα στάχυα του σκληρού και μαλακού σιταριού, με πολύ λίγες εξαιρέσεις, επιτεύχθηκαν ποικίλες, όμως, τυπικά φυτά σίκαλης. Μόνο σε λίγες περιπτώσεις επιτεύχθηκαν φυτά σιταριού από σπόρους σίκαλης.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, ούτε τα φυτά τα ίδια όπου βρέθηκαν σπόροι άλλων ειδών, ούτε τα στάχυα τους, παρουσίασαν οποιοδήποτε σήμα ενδιάμεσης μορφής. Φάνηκαν ότι είναι τυπικά στάχυα σκληρού ή μαλακού σιταριού. Όμως, η εσωτερική κατάσταση αυτών των φυτών σιταριού δεν ήταν πλέον η σύνηθης ποιοτικά ομοιογενής κατάσταση που χαρακτηρίζει ένα είδος. Αυτό μπορεί να ειδωθεί από το γεγονός ότι τα φυτά έδωσαν όχι μόνο σπόρους σιταριού, αλλά και σπόρους σίκαλης, δηλαδή σπόρους άλλου είδους.

Το 1949, η Ακαδημία Αγροτικών Επιστημών ΕΣΣΔ “Λένιν” έλαβε ένα δείγμα από βρώμη, οι ανθήρες της οποίας περιείχαν μεμονωμένους σπόρους αγριοβρώμης. Με άλλα λόγια, το φυτό ενός είδους – βρώμης (Avena sativa) – έδωσε σπόρους ενός άλλου είδους, της αγριοβρώμης (A. fatua). Τόσο στη δική μας όσο και στην ξένη επιστημονική φιλολογία έχει πολλάκις επισημανθεί ότι η αγριοβρώμη εμφανίζεται σε καθαρές γραμμές βρώμης.

Στο δίκοκκο σιτάρι (Triticum turgidum) που καλλιεργήθηκε σε πειραματικές φυτείες της Ακαδημίας Αγροτικών Επιστημών της ΕΣΣΔ “Λένιν”, και σε άλλα μέρη, βρέθηκαν ετησίως μερικά μαλακά και σκληρά σιτάρια, βρώμες, δίστιχα και τετράστιχα κριθάρια, όπως επίσης και ανοιξιάτικη σίκαλη.

Όλες οι παρατηρήσεις μας, μας οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι το ίδιο το διακλαδισμένο σιτάρι δίνει όλες αυτές τις προσμίξεις.

To 1950 βρέθηκε ότι καποιες από τα φυτά κριθαριού που μεγάλωναν στις σοδειές του διακλαδισμένου σιταριού είχαν αναπτυχθεί από σπόρους που επ’ουδενί δεν διέφεραν στην εξωτερική τους εμφάνιση από τους σπόρους του σιταριού (Τ.turgidum).

Επανειλημμένα έχει υποδειχτεί στην πράξη ότι τα είδη των αγροτικών φυτειών μπορούν να μετασχηματιστούν, ή να εκφυλιστούν σε άλλα είδη, όπως, για παράδειγμα, το σιτάρι σε σίκαλη.

Σε σχέση με αυτό το ζήτημα, υπήρξε σημαντική συζήτηση στον επιστημονικό Τύπο μας ήδη από το πρώτο μισό του τελευταίου αιώνα. Φαίνεται, επομένως, ότι ο μετασχηματισμός του σκληρού σιταριού σε μαλακό και του σκληρού και μαλακού σιταριού σε σίκαλη δεν είναι νέα δεδομένα. Όλα όσα τίθενται από εμάς, ωστόσο, είτε στοχευμένα επιτεύχθηκαν είτε ανακαλύφθηκαν από στοχευμένες έρευνες.

Κατά το παρελθόν, πριν από τις έρευνές μας, τα δεδομένα είχαν ως εξής: στις σπορές σκληρού σιταριού εμφανίζονταν μεμονωμένα φυτά μαλακού σιταριού που, με τις νέες σπορές του δεδομένου σιταριού, πολλαπλασιαζόταν όλο και περισσότερο και έτεινε να εκτοπίσει το σκληρό σιτάρι. Ομοίως, στις χειμερινές σπορές σιταριού εμφανίζονταν μεμονωμένα φυτά σίκαλης: με τις νέες σπορές σιταριού από την παραγωγή που βγήκε από τέτοιες φυτείες, η σίκαλη πολλαπλασιαζόταν γρήγορα και έτεινε να εκτοπίσει το σιτάρι.

Όμως οι άνθρωποι της επιστήμης αρνούνταν να εκτιμήσουν θεωρητικά τέτοια ευρήματα μερικών ειδών φυτικών μορφών σε σπορές άλλων ειδών ως το αποτέλεσμα του μετασχηματισμού του ενός είδος σε ένα άλλο. Εκφράζονταν πάντοτε βάσιμες αμφιβολίες. Δεν θεωρούταν ότι τα φυτά δεν είχαν εμφανιστεί ως αποτέλεσμα σύνηθους μηχανικής πρόσμιξης. Ούτε υπήρχε καποια βεβαιότητα ότι οι αρχικές σπορές ήταν απολύτως καθαρές, δηλαδή, ότι δεν είχαν υπάρξει μεμονωμένοι σπόροι άλλων ειδών μεταξύ τους: ούτε υπήρχε καποια βεβαιότητα ότι οι σπορές άλλων ειδών δεν είχαν έρθει στις εκτάσεις όταν η σοδειά μεγάλωνε, μέσω του νερού, του αέρα, των πουλιών κ.ο.κ.: ούτε μπορούσε να υπάρχει καποια βεβαιότητα ότι οι σπορές περιστασιακών καλλιεργειών άλλων ειδών δεν βρίσκονταν στο έδαφος των εκτάσεων αυτών επί μακρό χρονικό διάστημα, κ.ο.κ.

Να γιατί, στη βάση των προηγούμενων δεδομένων, ήταν ανέφικτο να αποδειχτεί ότι η αρχική αιτία των διαφορετικών προσμίξεων, και των συγκεκριμένων ζιζανίων στις καλλιέργειες, πέρα από τις σύνηθεις περιπτώσεις μηχανικής εισαγωγής, ήταν η καταγωγή του ενός φυτικού είδους από το άλλο.

Καμία από αυτές τις αντιρρήσεις στην καταγωγή του ενός είδους από το άλλο δεν ισχύει πλέον στις περιπτώσεις που αναφέραμε. Στην πραγματικότητα, οι μεμονωμένοι σπόροι σίκαλης που βρέθηκαν στα στάχυα σιταριού που μεγάλωνε επί αρκετές γενιές σε συγκεκριμένες συνθήκες, δεν θα μπορούσαν πιθανώς να είχαν τεθεί εκεί από πουλιά, ή από ανθρώπους ή με καποιον άλλο τρόπο.

Αυτοί οι σπόροι σίκαλης είχαν παραχθεί από τις φυτείες σιταριού και είχαν αναπτυχθεί στα στάχυα σιταριού.

Η υπόθεση ότι αυτοί οι σπόροι είναι υβριδικής καταγωγής πρέπει, ομοίως, να απορριφθεί. Είναι γνωστό ότι το σιτάρι μπορεί, αν και σπάνια, να διασταυρωθεί με τη σίκαλη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ωστόσο, παράγονται τυπικά υβρίδια σίκαλης – σιταριού, τα οποία είναι εύκολα διακριτά τόσο από το σιτάρι όσο και από τη σίκαλη από την εξωτερκή τους εμφάνιση. Εξάλλου, τα υβρίδια σίκαλης – σιταριού κατά κανόνα είναι στείρα: αποτυγχάνουν να παράγουν σπόρους και είναι σε θέση να τους παράγουν μόνο αν γονιμοποιηθούν με τη γύρη ενός από τα φυτά – γονείς, ειδικά το σιτάρι. Στην περίπτωσή μας, οι σπόροι σίκαλης που βρέθηκαν στα στάχυα σιταριού έδωσαν σύνηθη φυσιολογικά γόνιμα φυτά σίκαλης. Αυτά τα φυτά δεν έδειχναν την παραμικρή ιδιότητα υβριδίου.

Το ίδιο ισχύει για τα υπόλοιπα των δεδομένων που αναφέραμε.

Τα παραδείγματα που αναφέρθηκαν σε σχέση με την καταγωγή του ενός φυτικού είδους από το άλλο είναι ιδιαίτερα αξόλογα, γιατί ανάλογα μπορούν να παρατηρηθούν σε αντίστοιχες εκτάσεις κάθε χρόνο. Παρόμοια στοιχεία μπορούν να αποκτηθούν από φυτά που μεγαλώνουν με ειδικές σπορές σε πειραματικές συνθήκες.

Μέχρι τώρα, όλα τα πραγματικά στοιχεία για το ζήτημα του σχηματισμού των ειδών έχουν να κάνουν μόνο με το φυτικό κόσμο. Ως τώρα δεν έχουμε τα απαραίτητα στοιχεία για το σχηματισμό των ειδών στο ζωικό κόσμο. Όμως, μπορούμε να μένουμε βέβαιοι ότι η περαιτέρω ανάπτυξη της θεωρίας της μιτσουρινικής βιολογίας, όχι σε μεγάλο χρονικό διάστημα, θα καταστήσει ικανή την περαιτέρω συσσώρευση παρόμοιου υλικού στον τομέα της ζωολογίας.

Τα διαθέσιμα στοιχεία για το ζήτημα του σχηματισμού των ειδών στο φυτικό κόσμο μάς επιτρέπουν να δηλώσουμε ότι, αν όχι όλα, τουλάχιστον πολλά υπάρχοντα είδη φυτών μπορούν να προκύψουν εκ νέου στις μέρες μας, και ότι, σε συγκεκριμένες συνθήκες, επανειλημμένα παράγονται από άλλα είδη. Το ίδιο είδος φυτού μπορεί να παράγει διαφορετικά σχετικά είδη. Για παράδειγμα, το ίδιο είδος σκληρού σιταριού (T. durum) μπορεί να παράγει τόσο μαλακό σιτάρι (T.vulgare) όσο και σίκαλη (Secale cereale).

Οι αλλαγές στις περιβαλλοντικές συνθήκες που είναι ζωτικής σημασίας για τις ιδιαίτερες ιδιότητες ενός δεδομένου οργανισμού, αργά ή γρήγορα θα οδηγήσουν σε αλλαγές στις ιδιαίτερες ιδιότητες: το ένα είδος θα οδηγήσει στο άλλο. Υπό την επίδραση των αλλαγμένων συνθηκών, που δεν είναι πλέον ευνοϊκές για τη φύση (την κληρονομικότητα) των φυτικών ειδών που μεγαλώνουν εδώ, στοιχεία άλλων ειδών, καλύτερα προσαρμοσμένων στις τροποποιημένες περιβαλλοντικές συνθήκες, αρχίζουν να σχηματίζονται στους οργανισμούς των αρχικών ειδών. Τέτοια ετερογένεια στο σώμα του ίδιου φυτικού οργανισμού, που χαρακτηρίζει διάφορα είδη, μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να παρατηρηθεί, δια γυμνού οφθαλμού.

Το ότι είδη μπορεί επανειλημμένα να οδηγήσουν σε άλλα, ήδη, επί μακρόν υπάρχοντα, είδη εξηγείται από τη συγκεκριμένη ετερογένεια του φυτικού σώματος που προκύπτει υπό την επιρροή κατάλληλων περιβαλλοντικών συνθηκών. Αν ένα φυτό ενός δεδομένου είδους με καποιο τρόπο τοποθετηθεί σε συνθήκες συγκριτικά δυσμενείς προς τη φυσιολογική του ανάπτυξη των ειδικών του χαρακτηριστικών, εξαναγκάζεται να υποστεί μια αλλαγή, και εμφανίζονται σε αυτό στοιχεία που είναι πιο χαρακτηριστικά σε άλλα είδη, τα οποία ειναι καλύτερα προσαρμοσμένα να αναπτυχθούν στις νέες περιβαλλοντικές συνθήκες. Τα μεμονωμένα δείγματα νέων ειδών που εμφανίζονται εντός των παλιών, όντας καλύτερα προσαρμοσμένα στις υπάρχουσες συνθήκες, αρχίζουν να αναπαράγονται γρήγορα και είναι ικανά να εκτοπίσουν τα είδη από τα οποία προέρχονται. Αν αυτό λάβει χώρα στη φύση, το είδος που προκύπτει αναπαράγεται γρήγορα και εκτοπίζει στη δεδομένη περιοχή το είδος από το οποίο κατάγεται.

Στην αγροτική πρακτική, όπου καλλιέργειες προστατεύονται έναντι ζιζανίων από αγροτεχνικά μέσα, τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Επί μακρόν είναι γνωστό στην επιστήμη ότι πολλά είδη ζιζανίων υπάρχουν μόνο σε καλλιεργούμενες εκτάσεις και δεν βρίσκονται ούτε μπορούν πιθανώς να ζήσουν στην άγρια φύση. Έτσι, για παράδειγμα, αν αφήσουμε σε αγρανάπαυση μια έκταση γεμάτη με πολλά είδη ζιζανίων, συγκριτικά γρήγορα, σε 20-30 χρόνια περίπου, θα απαλλαχτεί από πολλά από αυτά πλήρως. Τα είδη ζιζανίων θα αντικατασταθούν από φυτά τα οποία συνήθως μεγαλώνουν σε παρθένα εδάφη σε αυτή την ιδιαίτερη τοποθεσία.

Είδη ζιζανίων παράγονται τόσο από συγκεκριμένα είδη που ζουν στην άγρια φύση όσο και από μερικά καλλιεργούμενα φυτά: για παράδειγμα, αυτό το επιζήμιο ζιζάνιο, η αγριοβρώμη, μπορεί να προκύψει από βρώμη.

Όταν το παρθένο έδαφος οργώνεται, ούτε ένα από τα είδη που είναι χαρακτηριστικά του παρθένου εδάφους δεν μπορεί να βρει τις απαραίτητες συνθήκες για τη φυσιολογική του ανάπτυξη.

Να γιατί, αργά ή γρήγορα, τα είδη που έζησαν στο παρθένο έδαφος μετασχηματίζονται σε άλλα, καλύτερα προσαρμοσμένα στις συνθήκες στις οποίες το έδαφος καλλιεργείται. Το ίδιο ισχύει για καλλιεργούμενα φυτά που τίθενται σε δυσμενείς κλιματολογικές ή αγροτεχνικές συνθήκες. Αργά ή γρήγορα και αυτά, επίσης, μετασχηματίζονται σε άλλα είδη, καλύτερα προσαρμοσμένα στις συνθήκες που επικρατούν.

Καποια ζιζάνια έχουν από καιρό εισαχθεί σε καλλιέργεια. Για παράδειγμα, όταν σε συγκεκριμένες συνθήκες σίκαλη παράγεται από σιτάρι, συμπεριφέρεται ως ένα επιζήμιο ζιζάνιο που εκτοπίζει το σιτάρι από τις εκτάσεις. Να γιατί, σε τέτοιες περιοχές, πρέπει να λαμβάνονται ειδικά μέτρα για την παρεμπόδιση της εκτόπισης του σιταριού από τη σίκαλη: οι καλλιέργειες ξεχορταριάζονται και οι σπόροι από σιτάρι καθαρίζονται από τη σίκαλη που ενυπάρχει. Σε άλλες περιοχές, η σίκαλη καλλιεργείται από αμνημονεύτων χρόνων. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για το μαλακό σιτάρι. Επανειλημμένα έχει παραχθεί από σκληρό σιτάρι και, σε τέτοιες περιπτώσεις, θεωρείται ζιζάνιο. Να γιατί το σκληρό σιτάρι προστατεύεται έναντι του μαλακού με το ξεχορτάριασμα των καλλιεργειών. Όμως, επίσης, το μαλακό σιτάρι επί μακρόν καλλιεργείται ως κανονική καλλιέργεια.

Πολλά είδη καλλιεργούμενων φυτών έχουν παραχθεί από άλλα καλλιεργούμενα φυτά. Αυτό εξηγεί γιατί καμία άγρια προγονική μορφή δεν έχει βρεθεί ακόμα για διάφορα είδη καλλιεργούμενων φυτών.

Με την αποτυχία δημιουργίας των κατάλληλων ευνοϊκών συνθηκών για τα καλλιεργούμενα φυτά, η φτωχή αγρο-τεχνική οδηγεί στην επιδείνωση της φύσης τους αναφορικά με την παραγωγή και την ποιότητα. Ταυτόχρονα, η φτωχή καλλιέργεια ευνοεί την αναπαραγωγή διαφορετικών ειδών ζιζανίων, των οποίων οι σπόροι είτε υπήρχαν στο έδαφος είτε ήρθαν στις εκτάσεις με κακής επιλογής υλικό για σπορά. Τέλος, η φτωχή αγρο-τεχνική μπορεί επίσης να δημιουργήσει συνθήκες για την παραγωγή μιας σειράς ζιζανίων εκ νέου από μεμονωμένα καλλιεργούμενα φυτά.

Ένα από τα πιο φλέγοντα προβλήματα της αγροβιολογίας είναι η αποσαφήνιση των αιτιών της εμφάνισης καποιων ειδών ζιζανίων και να αναδείξει ποιες περιβαλλοντικές συνθήκες προωθούν το σχηματισμό τους. Η ερευνητική δουλειά προς αυτή την κατεύθυνση δεν θα βοηθήσει μόνο στην καταπολέμηση των υπαρχόντων ζιζανίων στις εκτάσεις, αλλά θα παρεμποδίσει την παραγωγή ενός είδους ζιζανίου από άλλα είδη ζιζανίου ή από καλλιεργούμενα φυτά.

Με τη δημιουργία νέων συνθηκών για οργανισμούς, ή με την εξάλειψη της επιρροής συγκεκριμένων περιβαλλοντικών συνθηκών, νέα είδη χρήσιμων αγροτικών φυτών μπορούν να δημιουργηθούν και ο σχηματισμός ειδών ζιζανίων επιβλαβών στη γεωργία να ανακοπεί.

Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα πρακτικά καθήκοντα, παρότι, επ’ ουδενί το μοναδικό, της θεωρητικής επίλυσης του προβλήματος του σχηματισμού των ειδών.

Μεταφράστηκε από ένα άρθρο στην Πράβδα (ν.307, 3 Νοέμβρη 1950) και συμπληρώθηκε από το πλήρες κείμενο που υπήρχε στο Doklady Ak: Sel: Nauk Im: V. I. Lenina, 1950, 12. Δημοσιεύτηκε στο AngloSoviet Journal, 1ο τρίμηνο 1951, από όπου και πάρθηκε για να μεταφραστεί στα ελληνικά.

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: