Οι κίνδυνοι από την απολυτοποίηση του αντι-Ερντογανισμού

Gulen - ErdoghanΗ στάση μεγάλου τμήματος της ελληνικής αριστεράς και της κοινής γνώμης έναντι των εξελίξεων στην Τουρκία («όλα τα πυρά στον Ερντογάν») μάλλον επιβεβαιώνει όσους ισχυρίζονται ότι αυτό το τμήμα δεν προβαίνει (πια) σε αναλύσεις με βάση κριτήρια και αρχές, αλλά έχει περιοριστεί σε απλοϊκές τοποθετήσεις που μόνο νερό στο μύλο πολιτικών αντιπάλων και εξωτερικών εχθρών της χώρας ρίχνουν, καθώς αφοπλίζουν ένα δυναμικό αγωνιστών, το οποίο είτε παρακολουθεί αποσβολωμένο τις εξελίξεις, είτε βάλλει κατά λάθος στόχου. Γιατί είναι πράγματι λάθος ο στόχος, όταν αυτός είναι, στην πραγματικότητα, δευτερεύων. Και είναι στην ουσία αφοπλισμός, όταν καποιος δεν σπεύδει να διακρίνει μεταξύ κύριου και δευτερεύοντος στόχου. Είναι όμως και εξ ορισμού επικίνδυνο, όταν καποιος δεν καταλαβαίνει ότι υπάρχουν και άλλοι στόχοι, και άρα μόνο συγκυριακά μπορεί να βάλλει, ενίοτε, κάπου εύστοχα.

Ας τα δούμε όλα αυτά πιο συγκεκριμένα. Πρώτα από όλα, ένα καθεστώς δεν πρέπει να το κρίνουμε ποτέ μόνο με βάση την εσωτερική του πολιτική, αν π.χ. είναι δικτατορικό, θεοκρατικό, στερεί ελευθερίες κλπ. Φυσικά, πρέπει να εξεγειρόμαστε απέναντι σε τέτοιες πρακτικές. Όμως, τα καθεστώτα πρέπει να τα κρίνουμε πρωτίστως με βάση την εξωτερική τους πολιτική, γιατί με αυτή κυρίως μπορούν να ανακόπτουν ή να προωθούν, έστω και έμμεσα, παγκοσμίως την επανάσταση ή, έστω, την αποδυνάμωση του ιμπεριαλισμού ή πολλών μεγάλων δυνάμεων.

Στην περίπτωση του Ερντογάν, βεβαίως, δεν πρόκειται απλώς για καποιον αντιδραστικό εμίρη σαν αυτόν του Αφγανιστάν τη δεκαετία του ’20, ο οποίος, ωστόσο, είχε αντικειμενικά αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά. Ο Ερντογάν εκφράζει κάτι πιο επικίνδυνο: την πτέρυγα εκείνη της αστικής τάξης που έχει περιφερειακές φιλοδοξίες και, μάλιστα, με τάσεις αυτονόμησης από τις ΗΠΑ (δεν θέλει, δηλαδή, να είναι ο τοπικός χωροφύλακας των ΗΠΑ όπως επί στρατιωτικών). Αυτές οι περιφερειακές φιλοδοξίες, όμως, έχουν δύο διαστάσεις, στις οποίες πρέπει να δώσουμε καποια σημασία: αφ’ενός, έναντι των μικρότερων χωρών της περιοχής (π.χ. Ελλάδα, Συρία), αυτές οι φιλοδοξίες εκφράζονται με παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και της εθνικής κυριαρχίας, τραμπουκισμούς, ανάμειξη στο εσωτερικό κλπ. Η στάση, φυσικά, κάθε αντιιμπεριαλιστή πρέπει να είναι ενάντια σε αυτή την έκφραση των τουρκικών περιφερειακών φιλοδοξιών.

Αφ’ετέρου, ωστόσο, οφείλουμε να αναγνωρίζουμε ότι οι περιφερειακές φιλοδοξίες της κάθε Τουρκίας έχουν και μια άλλη διάσταση: καθιστούν αντικειμενικά την Τουρκία αντίπαλο και των μεγάλων δυνάμεων (ΗΠΑ-Ρωσία) που διαφεντεύουν την περιοχή. Απ’ αυτή την άποψη, την υπό τον Ερντογάν Τουρκία δεν πρέπει να την κρίνουμε μόνο με βάση την αντίθεση “wannabe περιφερειακή δύναμη vs. λαοί”, αλλά και με βάση την αντίθεση “wannabe περιφερειακή δύναμη vs. ιμπεριαλιστικές δυνάμεις”.

Κι αν στην πρώτη αντίθεση είναι σαφής ποια είναι η προτίμηση των φιλειρηνιστών και των αντιιμπεριαλιστών, στη δεύτερη αντίθεση τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Θα πρέπει να κρίνουμε με βάση την εκάστοτε περιοχή και την εκάστοτε συμπεριφορά των ιμπεριαλιστών. Όμως, θα πρέπει να κρίνουμε και με βάση τη γενικότερη εικόνα, τον παγκόσμιο χάρτη. Θα είναι καλύτερος και πιο ειρηνικός ο κόσμος αν υπάρχουν μόνο δύο υπερδυνάμεις που μοιράζουν τον κόσμο ή αν ο κόσμος είναι πολυπολικός; Φυσικά, παρότι και ο πολυπολικός κόσμος, δεδομένου ότι μόλις βγαίνουμε από μια περίοδο μονοκρατορίας (των ΗΠΑ), στην πράξη παίζει το παιχνίδι άλλων (των ανερχόμενων) δυνάμεων, εντούτοις, σίγουρα δίνει περισσότερες δυνατότητες σε διάφορες χώρες να ακολουθήσουν μια πιο πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Από αυτή την άποψη, αν λάβουμε υπ’ όψη και τις δύο αντιθέσεις, αλλά και το ιστορικό της καταστρεπτικής παρέμβασης των δύο μεγάλων δυνάμεων (ΗΠΑ-Ρωσία) στην περιοχή, ακόμα και στην Ελλάδα επ’ ουδενί δεν πρέπει να στηρίζουμε τους ιμπεριαλιστές κατά τη σύγκρουσή τους με wannabe περιφερειακές δυνάμεις, ιδιαίτερα όταν οι πρώτοι παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο σε βάρος των δεύτερων. Γιατί μια χώρα σαν την Ελλάδα, η οποία έχει ως βασικό όπλο της το διεθνές δίκαιο, πρέπει να τη νοιάζει η μη απαξίωσή του, δηλαδή, να μην εξοικειωθεί ο κόσμος με τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου.

Έτσι, για παράδειγμα, πράγματι, από τη μια, πρέπει να βγάλουμε στο κλαρί την Τουρκία για τις συστηματικές-καθημερινές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και της εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας και άλλων χωρών (Συρία, Ιράκ). Όμως, από την άλλη, η (σύνθετη και αντιφατική) πραγματικότητα είναι ότι, όταν η Τουρκία (για δικούς της λόγους, επειδή η συνεννόηση Ρωσίας-ΗΠΑ στο Συριακό “έριχνε” τις wannabe περιφερειακές δυνάμεις και ειδικά την Τουρκία, τόσο τις περιφερειακές φιλοδοξίες του Ερντογάν, όσο και την ψυχροπολεμική αμερικανόφιλη πτέρυγα του στρατού) κατέρριπτε το ρωσικό αεροπλάνο, υπεράσπιζε όχι απλώς τις περιφερειακές της φιλοδοξίες, αλλά την εθνική της κυριαρχία και αντικειμενικά και το διεθνές δίκαιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι παίρνουμε το μέρος του Ερντογάν, ότι χαμηλώνουμε την κριτική σε αυτόν, ή ότι αποδεχόμαστε τις περιφερειακές του φιλοδοξίες. Το αντίθετο, τις καταγγέλουμε ως επικίνδυνες για την ειρήνη στην περιοχή και για την εθνική μας κυριαρχία. Όμως, δεν πρέπει να φτάνουμε στο άλλο άκρο, προτιμώντας, όχι απλώς μια Τουρκία χωρίς περιφερειακές φιλοδοξίες, αλλά υποτελή στις μεγάλες δυνάμεις, και να φτάνουμε να καταγγέλουμε την Τουρκία για την κατάρριψη αεροπλάνου που παραβίαζε την εθνική της κυριαρχία. Ασχέτως αν σε εμάς η Τουρκία παραβιάζει το διεθνές δίκαιο ή μας φαίνεται ότι η Ρωσία είναι “ο εχθρός του εχθρού” μας αμερικάνου.. Δεν πρέπει να απαξιώνουμε κι εμείς το βασικό όπλο μας, το διεθνές δίκαιο.

Αντίθετα, πρέπει να αναγνωρίζουμε την ύπαρξη όλων των αντιθέσεων στην περιοχή, και να αναγνωρίζουμε ποια αντίθεση από τις δύο προαναφερθείσες (“wannabe περιφερειακή δύναμη vs. λαοί”, και “ιμπεριαλιστικές δυνάμεις vs.wannabe περιφερειακή δύναμη”) είναι σημαντικότερη αυτή την περίοδο στην περιοχή. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να δίνουμε σημασία και στην προαναφερθείσα φράση: “αυτή την περίοδο”. Μπορεί, δηλαδή, τώρα η αντίθεση “ιμπεριαλιστικές δυνάμεις vs.wannabe περιφερειακή δύναμη” να είναι σημαντικότερη, οπότε πολιτική πρόταση μπορεί να είναι η εντονότερη κριτική στις δύο μεγάλες δυνάμεις σε σχέση με την κριτική προς στην ερντογανική Τουρκία, ωστόσο, αργότερα, ή σε προηγούμενη φάση (όταν οι τουρκικοί περιφερειακοί “τσαμπουκάδες” ήταν πρωτίστως διαμεσολάβηση για λογαριασμό των ΗΠΑ, ή αν οι “μεγάλοι” είχαν αλλού την προσοχή τους), θα μπορούσε να είναι η άλλη αντίθεση.

Ας δούμε, όμως, και την εσωτερική ζωή της Τουρκίας. Πράγματι, μόνο για καταγγελία είναι οι σφαγές μειονοτικών και οι ανηλεείς διώξεις πολιτικών αντιπάλων. Ωστόσο, είναι αυτές ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Ερντογάν; Δεν συνέβαιναν και παλαιότερα; Συνέβαιναν. Επομένως, η εσωτερική πολιτική του Ερντογάν δεν μπορεί να είναι το ιδιαίτερο, το σημαντικότερο στοιχείο στην άσκηση κριτικής προς αυτόν. Αντίθετα, θα πρέπει να κρίνουμε τον Ερντογάν, δεδομένης της ύπαρξης των πολιτικών του αντιπάλων. Πρέπει, δηλαδή, να κρίνουμε και τις υπόλοιπες πολιτικές (ή μη) παρατάξεις στη σημερινή Τουρκία. Και όχι μόνο για το τι προτάσεις έχουν για την εσωτερική πολιτική (εξίσου κατασταλτική). Αλλά και για το τι αντικειμενικά εκφράζουν στην εξωτερική τους πολιτική.

Έτσι, υπάρχει η πτέρυγα των στρατιωτικών, η οποία είναι παραδοσιακά δυτικόφιλη, και μάλιστα της “ψυχροπολεμικής” σχολής, σε βάρος δηλαδή της Ρωσίας, με βάση την παλιά διάταξη συμμαχιών. Έχουμε δει, μήπως, από αυτή την πτέρυγα καποια φιλικότερη εξωτερική πολιτική έναντι της Ελλάδας; Όχι. Είναι μήπως η αμερικάνικη παρεμβατικότητα στην περιοχή ή έναντι της Ελλάδας (δια μέσου των στρατιωτικών) λιγότερο βλαπτική προς το διεθνές δίκαιο και τα ελληνικά συμφέροντα; Όχι.

Υπάρχει, ωστόσο, στην Τουρκία και ένας λιγότερο γνωστός πολιτικός παράγοντας. Είναι η άτυπη παράταξη Γκιουλέν. Πρώην σύμμαχος του Ερντογάν ο Φετχουλάχ Γκιουλέν, έσπευσε να δικτυωθεί στο κράτος, και με τις μηχανορραφίες του, βύθισε την Τουρκία σε μια ατελείωτη αναστάτωση στην πολιτική ζωή, η οποία, σε πρώτη φάση, αποδυνάμωσε τη φιλοαμερικανική πτέρυγα (το στρατό). Αυτά στο εσωτερικό. Γιατί αναφορικά με την “εξωτερική πολιτική” του, αυτή, κατ’αρχάς, μέσω της ίδρυσης θρησκευτικών σχολών και παρά τη χρήση του ίδιου με τον Ερντογάν μέσου, της θρησκείας, συνίσταται στην πολιτική απόσυρση της (έχουσας περιφερειακές φιλοδοξίες υπό τον Ερντογάν) Τουρκίας π.χ.από τα Βαλκάνια, κάτι που ευνοεί άλλους παράγοντες που παρεμβαίνουν στην περιοχή (ΗΠΑ-Ρωσία). Επίσης, το 2010, στην ισραηλινή επιδρομή στο Μαβί Μαρμαρά ο Γκιουλέν είχε επικρίνει την τουρκική συμμετοχή (που εντασσόταν στα πλαίσια ανοίγματος του Ερντογάν στον αραβικό κόσμο, το οποίο έφερε τη ρήξη Ερντογάν – Ισραήλ), ενώ πρόσφατα φέρεται να κατηγόρησε την Τουρκία για την κατάρριψη του ρωσικού αεροπλάνου που παραβίασε τον τουρκικό εναέριο χώρο. Εξάλλου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Γκιουλέν φιλοξενείται στις ΗΠΑ. Αυτό αποτελεί γενικά αιτία φθοράς των σχέσεων ΗΠΑ-Τουρκίας, κάτι που έσπευσε να αξιοποιήσει η Ρωσία (η οποία -στα πλαίσια της προσφιλούς τακτικής της “να εκτεθείς εσύ, όχι εγώ”- στο εσωτερικό της έχει κλείσει τα σχολεία του και τον “διώκει”). Ειδικά, όμως, αφού αυτή η φιλοξενία Γκιουλέν στις ΗΠΑ διατηρείται από την αμερικανική πτέρυγα που προνομοποιεί μια άτυπη συνεννόηση με τη Ρωσία σε βάρος των wannabe περιφερειακών δυνάμεων (άρα και του Ερντογάν), αυτή η φιλοξενία ευνοεί και τη Ρωσία (όχι ότι και μια πιθανή απέλασή του από την ίδια πτέρυγα και μια επιστροφή του στην Τουρκία, με την πολιτική αναταραχή που θα επέφερε, δεν θα είχε παρόμοια αποτελέσματα).

Συνεπώς, με βάση την εξωτερική πολιτική, οι πραγματικές εναλλακτικές είναι τρεις: περιφερειακές φιλοδοξίες (Ερντογάν), ΗΠΑ (Στρατός), Ρωσία (Γκιουλέν). Δεν είναι το απλοϊκό, αποπροσανατολιστικό και, εν τέλει, αντικειμενικά υπέρ των ιμπεριαλιστών δίλημμα Ερντογάν – “Αντι-Ερντογάν”.

Τέλος, μόλις προχτές ανακοινώθηκε η ίδρυση του Λαϊκού Ενιαίου Επαναστατικού Κινήματος, το οποίο αποτελείται από αριστερά τουρκικά και κουρδικά κόμματα όπως τα TKP/ML, PKK, THKP-C/MLSPB, MKP, TKEP-LENİNİST, TİKB, DKP, DEVRÎMCÎ KARARGAH και MLKP. Είναι, πράγματι, ελπιδοφόρο το ότι μπορεί πια να αποκτήσει πανεθνική παρουσία μια προοδευτική πολιτική οντότητα, και οι εναλλακτικές να γίνουν τέσσερις. Ομως, πραγματικά τέταρτη εναλλακτική θα είναι αυτό το Μέτωπο μόνο αν η εξωτερική πολιτική του δεν θα ευνοεί – ευθέως ή εμμέσως – καποια ιμπεριαλιστική δύναμη. Κυρίως με βάση τις τροποποιήσεις που επιφέρει (ή φιλοδοξεί να επιφέρει) στην αντίθεση “ιμπεριαλισμός vs. λαοί” πρέπει να κρίνεται και αυτό το Μέτωπο. Και αν η συμμετοχή του ΡΚΚ σε αυτό, με την όλη πολιτική του (ευνόηση Ρωσίας, και άνοιγμα επαφών με την πτέρυγα στις ΗΠΑ που προνομοποιούν συνεννόηση με Ρωσία σε βάρος των wannabe περιφερειακών δυνάμεων), και παρά τον ηρωικό χαρακτήρα της πάλης του με το Ισλαμικό Κράτος και τα διαδοχικά τουρκικά καθεστώτα, δεν αποτελεί καποια εγγύηση (ναι, ακόμα και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, όσο ηρωικά, συγκινητικά και δίκαια και να είναι, με βάση την πολιτική τους έναντι του ιμπεριαλισμού πρέπει να τα κρίνουμε, όπως έκαναν οι Μαρξ-Ένγκελς), ας ελπίσουμε ότι η παρουσία άλλων δυνάμεων θα κατοχυρώσει τον αντικειμενικά πλήρως αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του Μετώπου, τον οποίο πρέπει να στηρίξουμε ολόψυχα.

 

***

Αν καποιοι θεώρησαν την παραπάνω ανάλυση “φιλοτουρκική” ή “φιλοερντογανική-φιλοφασιστική”, δεν έχουν παρά να διαβάσουν το παρακάτω ντοκουμέντο της Κομμουνιστικής Διεθνούς από το 1939, λίγο πριν το ξέσπασμα του πολέμου, για να διαπιστώσουν τι ανάλυση και στάση είχε το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα απέναντι στα διάφορα καθεστώτα. Η ανάλυση και η τοποθέτηση της Κομιντέρν έναντι του Μεταξά καθοριζόταν δευτερευόντως από την εσωτερική πολιτική του και πρωτίστως από τη θέση που αυτός έπαιρνε απέναντι στο ξέσπασμα του πολέμου, και τον τότε κύριο εχθρό, το γερμανοϊταλικό φασισμό, παρότι ήταν κι ο ίδιος (ο Μεταξάς) φασίστας.

Η «γενική γραμμή» της Κομμουνιστικής Διεθνούς για τα Βαλκάνια και ειδικές υποδείξεις της προς το ΚΚΕ

«Απόρρητο. Στέλνουμε για ΑΜΕΣΗ διαβίβαση στη χώρα την απόφαση της Γραμματείας της ΕΕΚΔ για το Βαλκανικό Συνασπισμό άμυνας μαζί με την εγκριθείσα “Πλατφόρμα κινήματος για Βαλκανικό Συνασπισμό”. Η απόφαση της ΕΕΚΔ δεν είναι προς δημοσίευση, αλλά η Πλατφόρμα είναι ανάγκη να εκλαϊκευθεί παντοιοτρόπως στις μάζες ως έργο της πρωτοβουλίας των μαζικών οργανώσεων στην Ελλάδα. Στην απόφαση δίνεται η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ για όλα τα κομμουνιστικά κόμματα των Βαλκανίων στις τωρινές συνθήκες της απειλής εκ μέρους των γερμανοϊταλικών φασιστών επιδρομέων. Το ελληνικό ΚΚ πρέπει να προάγει αυτή τη γενική γραμμή και να ξεκινάει απ’ αυτή όταν επεξεργάζεται τη δική του συγκεκριμένη τακτική.

Καθοδηγούμενοι από τις υποδείξεις της απόφασης της ΕΕΚΔ, δεν είναι δύσκολο να διαπιστωθεί ότι τα συνθήματα του ΚΚΕ που προβάλλονται στην τωρινή κατάσταση, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑΦΗ, δεν συμβάλλουν στην κινητοποίηση ενός πλατιού εθνικού μετώπου άμυνας εναντίον της ενισχυμένης απειλής επίθεσης εκ μέρους της Ιταλίας και μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρά λάθη.

Στο σύνθημα του κόμματος γίνεται λόγος για στερέωση “πανελληνιστικου μετώπου εθνικής σωτηρίας” (“Front Panellenique de salut national”). Θεωρούμε ότι το “πανελληνιστικό μέτωπο εθνικής σωτηρίας” αποτελεί αντίληψη πανελληνιστικών και ιμπεριαλιστικών στοιχείων, που ζητούν ν’ αγκαλιάσουν Έλληνες και μόνον Έλληνες, όχι μόνο επί του εδάφους της Ελλάδας, αλλά και ΕΞΩ ΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ ΤΗΣ, π.χ. της Τουρκίας . Το “Πανελληνιστικό Μέτωπο” θα απωθεί, δεν θα προσελκύει, τις μη ελληνικές εθνικές ομάδες στην Ελλάδα. Το “Πανελληνιστικό Μέτωπο” δεν συμβάλλει στη διαμόρφωση βαλκανικού αμυντικού [η λέξη έχει προστεθεί ιδιοχείρως από τον Δημητρόφ] συνασπισμού, σε δημιουργία και δυνάμωμα μιας Βαλκανικής Αντάντ, αντιθέτως διασπά τα Βαλκάνια, σπέρνει δυσπιστία σ’ εκείνες τις χώρες, όπως η Τουρκία, όπου ζουν πιο συμπαγείς μάζες Ελλήνων. Αντί γι’ αυτό, θα έπρεπε να προβάλει το απλό σύνθημα δημιουργίας και στερέωσης ΕΘΝΙΚΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, που συμπεριλαμβάνει, μαζί με τον ελληνικό λαό, όλους τους λαούς και τις εθνότητες που ζουν στο έδαφος της Ελλάδας.

Ο βασικός εχθρός είναι ο άξονας Βερολίνο-Ρώμη, που στην Ελλάδα δρα κυρίως με την ιταλική πτέρυγα. Ο Μουσολίνι είναι ο σπουδαιότατος και εγγύτατος εχθρός, εναντίον του οποίου πρέπει να κινητοποιηθεί ο ελληνικός λαός. Αλλά από το κομμάτι της απόφασης του ΚΚΕ, όπου τίθεται το ζήτημα της συμπεριφοράς των κομμουνιστών σε περίπτωση επιστράτευσης, προκύπτει ότι το ΚΚΕ θεωρεί “κύριο εχθρό της χώρας” τη δικτατορία, χωρίς να παίρνει υπόψη του την εξωτερική πολιτική του Μεταξά, τη στάση του προς τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ . Από όσα γνωρίζουμε, η εξωτερική πολιτική του Μεταξά είναι, γενικά και ως σύνολο, ευνοϊκή προς την Αγγλία. Αυτός [ο Μεταξάς] υποστηρίζει τις συμμαχικές σχέσεις με την Τουρκία και γενικά είναι υπέρ της Βαλκανικής Αντάντ. Ο Μουσολίνι τον βλέπει σαν εμπόδιο στη δική του πολιτική και ραδιουργεί εναντίον του, υποστηρίζοντας στρατιωτικούς κινηματίες για την ανατροπή του.

Δουλεύοντας για τη διαμόρφωση πλατύτατου εθνικού μετώπου άμυνας κατά του Μουσολίνι και του Χίτλερ, το ΚΚΕ οφείλει να παλεύει κατά του δικτατορικού καθεστώτος, γιατί η δικτατορία παρεμποδίζει τη συσπείρωση όλου του λαού, δεν μπορεί να εξασφαλίσει την άμυνα της χώρας κατά των επιδρομέων. Ο ελληνικός λαός διεξάγει την πιο ενεργητική πάλη εναντίον της δικτατορίας στο όνομά της καλύτερης υπεράσπισης της ανεξαρτησίας του. Απ’ όσα γνωρίζουμε, στο “αντιδικτατορικό μέτωπο” της Ελλάδας υπάρχουν ορισμένες αντιδραστικές ομαδούλες, που θέλουν ν’ ανατρέψουν τον Μεταξά, όχι γιατί είναι δικτάτορας, αλλά γιατί δεν συμφωνούν με την εξωτερική του πολιτική, της συνεργασίας με την Τουρκία και τις άλλες βαλκανικές χώρες κατά των επιδρομέων. Για τους παράγοντες αυτούς το αντιδικτατορικό σύνθημα αποτελεί μόνο προκάλυμμα της πολιτικής τους συμφωνίας με τον Μουσολίνι στο όνομα του πανελληνιστικού ιμπεριαλισμού.

Τέτοια αντιδραστικά στοιχεία δεν ανήκουν στο εθνικό μέτωπο άμυνας και πρέπει να προειδοποιούμε τις μάζες για να μην πέφτουν στην παγίδα τους.

Αν συμβεί να επιτεθούν κατά της Ελλάδας οι φασίστες επιδρομείς (Μουσολίνι, Χίτλερ) ενώ στην εξουσία βρίσκεται η δικτατορική κυβέρνηση του Μεταξά, δεν μπορεί ούτε λόγος να γίνει για να στρέψουμε εναντίον της τα όπλα, εάν αυτή θα αντισταθεί στους επιδρομείς. Εμείς θα μαχόμαστε με όλες τις δυνάμεις εναντίον του κύριου εχθρού, των φασιστικών στρατευμάτων που εισέβαλαν στην Ελλάδα. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση, οφείλουμε να μην ξεχνάμε ότι η δικτατορία της βασιλοστρατοκρατικής και μεγαλοκαπιταλιστικής κλίκας δεν αποτελεί καμιά εγγύηση, δεν αξίζει να την εμπιστευόμαστε, γιατί αυτή μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να συνθηκολογήσει με τον εχθρό, να προδώσει το λαό. Εμείς πρέπει να παίρνουμε όλα τα επιβαλλόμενα από τις περιστάσεις μέτρα, για να συσπειρώνουμε τις δημοκρατικές μάζες, να τις δραστηριοποιούμε, ώστε να είναι σε θέση να παρεμποδίσουν οποιαδήποτε συνθηκολόγηση και προδοσία, να μπορέσουν να φέρουν το έργο της άμυνας της χώρας σε νικηφόρο πέρας.

Ότι η δικτατορία διώκει τους κομμουνιστές, είναι σε όλους γνωστό. Αν αυτή, κατά την επιστράτευση, απαιτήσει τυπική αντικομουνιστική δήλωση ή όχι, αυτό δεν μπορεί να αλλάξει τη γραμμή μας.

Αυτή είναι η απάντησή μας στα τεθέντα ερωτήματα».

Πηγή: Γρ. Φαράκος, Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος – Σχέσεις ΚΚΕ και Διεθνούς Κομμουνιστικού Κέντρου, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004, σ.σ. 341 – 343. Το κείμενο (με αριθμό πρωτοκόλλου εισερχομένων 925/14-7-1939) έχει ημερομηνία επικύρωσης από το Γκεόργκι Δημητρόφ 29/7/1939, και στάλθηκε στο Σακαρέλο, σύνδεσμο της Κομιντέρν με την Κ.Ε. του ΚΚΕ στο Παρίσι.

Advertisements

Tagged: , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: