Πραξικόπημα στην Τουρκία: Γιατί τώρα; Μετά, τι;

Για να εντοπίσει κανείς τους λόγους για τη διεξαγωγή πραξικοπήματος από τμήμα του παραδοσιακά δυτικόφιλου τουρκικού στρατού, θα πρέπει να ξεκινήσει από τη μελέτη των τριών βασικών πτερύγων του τουρκικού πολιτικού-οικονομικού συστήματος και του συσχετισμού δύναμης μεταξύ τους, και από τις πρόσφατες εξελίξεις στην εξωτερική πολιτική του Ερντογάν.

Ο Ερντογάν, σε αντίθεση με όσους “αντιδυτικούς”-τουρκοφάγους θεωρούσαν μέχρι χτες τη στάση του ως μια έκφραση – απόληξη της δυτικής πολιτικής, εκφράζει το τμήμα εκείνο της τουρκικής αστικής τάξης που, με δεδομένη τη στρατηγική εξασθένιση της Δύσης και δη των ΗΠΑ, των οποίων τα συμφέροντα εξέφραζε ο τουρκικός επεκτατισμός επί εποχής παντοδυναμίας των στρατηγών, επιθυμεί να εκφραστεί σχετικά ανεξάρτητα από τη Δύση, καθιστώντας την Τουρκία περιφερειακή δύναμη.

Από την άλλη, η “παράταξη” των στρατιωτικών είναι παραδοσιακά δυτικόφιλη (και συγκεκριμένα συνδεόμενη με την πτέρυγα της Δύσης που θέλει ψυχροπολεμική αντιμετώπιση της Ρωσίας), όμως είναι αποδυναμωμένη από τις απανωτές εκκαθαρίσεις, μετά τις υποθέσεις τύπου “Βαριοπούλα”, “Εργκένεκον” κ.α.

13680798_665190520286235_3981512025189284571_n

Το σκιτσάκι του Latuff πάλι μονόπλευρο: Η ισχύς του Γκιουλέν αυξήθηκε ή όχι; Γιατί δεν υπάρχουν μόνο ο Ερντογάν και οι πραξικοπηματίες και δεν βγήκε ευνοημένος μόνο ο Ερντογάν.

Τέλος (1), η άτυπη παράταξη Γκιουλέν που, επιθυμώντας μία “πνευματική” στροφή, στην ουσία αποσύρει την Τουρκία από τον πολιτικό ανταγωνισμό της με τις δύο μεγάλες δυνάμεις που δρουν στην περιοχή, ΗΠΑ και Ρωσία, εκφράζει την πτέρυγα στις ΗΠΑ που προνομοποιεί μία υφεσιακή αντιμετώπιση της Ρωσίας (σε βάρος των απογαλακτιζόμενων από τις ΗΠΑ), και άρα, αντικειμενικά ευνοεί τη Ρωσία.

Εν προκειμένω, δεν μπορεί καποιος να γνωρίζει επακριβώς το βαθμό στον οποίο ο στρατός είχε “διαβρωθεί” από το κλασικά (όπως όλα τα “μετριοπαθή” θρησκευτικά κινήματα) εισοδιστικό κίνημα Γκιουλέν, το οποίο ο Ερντογάν κατηγόρησε για την απόπειρα πραξικοπήματος. Φαίνεται, όμως, ότι στον – συνολικά αποδυναμωμένο – στρατό έχει, από την άλλη, αυξηθεί η επιρροή Ερντογάν. Η δυτικόφιλη πτέρυγα του στρατού ήταν πλέον αποδυναμωμένη. Το πραξικόπημα αποτέλεσε ίσως την τελευταία της κίνηση.

Δεν μπορεί, ωστόσο, να εξηγηθεί η στιγμή κατά την οποία εκδηλώθηκε αυτή η κίνηση, αν δεν την συνδυάσουμε με την αλλαγή στην εξωτερική πολιτική του Ερντογάν, η οποία εξέφραζε τη φιλοδοξία της τουρκικής εθνικής αστικής τάξης για να γίνει η Τουρκία περιφερειακή δύναμη. Ο Ερντογάν έφτασε να ζητήσει συγγνώμη από τη Ρωσία η οποία συστηματικά παραβίαζε την τουρκική εθνική κυριαρχία με πρόσχημα την καταπολέμηση της τρομοκρατίας στη Συρία. Επίσης, έσπευσε να κλείσει το μέτωπο με το Ισραήλ που είχε ανοίξει εδώ και έξι χρόνια με την ισραηλινή επίθεση στο πλοιάριο Μαβί Μαρμαρά που κατευθυνόταν στην αποκλεισμένη Γάζα. Ακόμα, μέσω του πρωθυπουργού του, εξέφρασε την πρόθεσή του να βελτιώσει τις σχέσεις με τη Συρία και το Ιράκ.

Όλες αυτές όμως οι κινήσεις επ’ ουδενί δεν σημαίνουν ότι ο Ερντογάν υποχωρεί διεθνώς και σταματά να υλοποιεί το σχέδιο μετατροπής της Τουρκίας σε περιφερειακή δύναμη. Το αντίθετο. Απλώς, καθώς, με την τυχοδιωκτική του πολιτική, είχε χαλάσει τις σχέσεις του με όλους σε περιφερειακό επίπεδο, αλλάζει μόνο τακτική.

Απόδειξη αυτού είναι οι άλλες δύο κινήσεις του σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής: η πρώτη, παρότι τυπικά αφορά το εσωτερικό της χώρας, έχει να κάνει με την πρόθεση απόδοσης τουρκικής υπηκοότητας στους Σύρους πρόσφυγες. Με αυτό τον τρόπο, απαντά στην πρόθεση των Κούρδων να δημιουργήσουν ανεξάρτητο (ή δεύτερο ομόσπονδο) κουρδικό κράτος στο νότο της Τουρκίας. Αλλοιώνοντας την πληθυσμιακή σύνθεση του νότου, θέτει εμπόδιο στην επέκταση της “φλόγας της ανεξαρτησίας” των Κούρδων στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Η δεύτερη κίνηση, με ακόμα πιο σημαντικές επιπτώσεις, είναι η αποκατάσταση των σχέσεων με την Αίγυπτο, οι οποίες είχαν διαρραγεί μετά την πραξικοπηματική καθαίρεση του “αδερφου (μουσουλμάνου)” του Ερντογάν, Μόρσι. Η κίνηση αυτή ανοίγει πλέον το δρόμο για αποκατάσταση του “περιφερειακού μπλοκ” Τουρκίας – Αιγύπτου – Σ.Αραβίας – Κατάρ, το οποιο, ως το 2013 προσπαθούσε να επιβάλλει τη δική του λύση στο Συριακό, ανεξάρτητα από τις δύο δυνάμεις (ΗΠΑ-Ρωσία), και το οποίο (μπλοκ) διαλύθηκε το 2013, όταν οι ΗΠΑ παρενέβησαν ενεργά, αποσύροντας τον εμίρη του Κατάρ, διώκοντας το Μόρσι, και απομονώνοντας τελικά τη Σ. Αραβία, αφού εγκαινίασαν την άτυπη συνεννόηση με Ρωσία (σε βάρος όλων των εχόντων περιφερειακές φιλοδοξίες). Είναι χαρακτηριστικό ότι οι πρόσφατες δηλώσεις από τουρκικής πλευράς για την αναγκαιότητα βελτίωσης των σχέσεων με την Αίγυπτο αναφέρονται ακριβώς στην ανάγκη περιφερειακής συνεννόησης για την επίλυση του Συριακού.

Σε μία τέτοια κατάσταση, η δυτικόφιλη πτέρυγα, πουλώντας εκδούλευση στην Ουάσινγκτον, προέβη στο πραξικόπημα, για να καταστείλει τις ανεξάρτητες τάσεις της τουρκικής αστικής τάξης που εξέφραζε ο Ερντογάν, οι οποίες αναζωογονούνταν με την αλλαγή τακτικής του τελευταίου. Όπως και στην περίπτωση της κατάρριψης του ρωσικού αεροπλάνου, σε μια προσπάθεια να επικρατήσει στη Δύση η πτέρυγα που αντιμετωπίζει ψυχροπολεμικά τη Ρωσία, “έπαιξε τα ρέστα της”· όπως, όμως, έδειξε η έκφραση απλώς “συμπάθειας” από πλευράς ΝΑΤΟ, και όχι η ενεργοποίηση του άρθρου 5(2) του Συμφώνου κατά την κατάρριψη του ρωσικού αεροπλάνου, η πτέρυγα Ομπάμα δεν επιθυμεί για τα μάτια της Τουρκίας ή άλλης αποσπώμενης από τις ΗΠΑ δύναμης να χαλάσει την άτυπη συμμαχία της – συνεννόηση “με τα μάτια”- με τη Ρωσία, με την οποία “ρίχνουν” όλους τους άλλους.

Η εκδούλευση δεν πέτυχε, αλλά οι ΗΠΑ, η ΕΕ, και η Ρωσία, με τη στάση αναμονής, αλλά και το γεγονός ότι οι πρώτες τους αντιδράσεις ήταν ότι προέχει η “σταθερότητα” της Τουρκίας και όχι η υποστήριξη του δημοκρατικά εκλεγμένου Ερντογάν, μαρτυρά ότι δεν θα τους χαλούσε επ’ ουδενί μία ανατροπή του Ερντογάν, με την οποία θα έφευγε από τα πόδια τους ένας αντίπαλος που πιάνει χώρο σε μια περιοχή που ΗΠΑ – Ρωσία θεωρούν “αυλή” τους. Το γεγονός ότι ευθύς εξαρχής δεν στήριξαν το πραξικόπημα έχει να κάνει με τη συσσωρευθείσα εμπειρία (π.χ. άμεση στήριξη στο αντιτσαβικό πραξικόπημα στη Βενεζουέλα το 2002 που απέτυχε σε δύο ημέρες) και στη γνώση ότι ο Ερντογάν έχει ισχυρά ερείσματα σε λαό και στρατό, και επ’ουδενί δεν επιθυμούν να υπάρξει ευθεία ρήξη με έναν τόσο πολύτιμο (πιο πολύτιμο από την Ελλάδα) παράγοντα.

Παραμένει ένα ερώτημα, του οποίου η απάντηση θα βοηθούσε στο να δει κανείς με σαφήνεια τις τάσεις στην Τουρκία, και συγκεκριμένα τον τρόπο που -σίγουρα- θα εκδηλωθούν και στο μέλλον οι προσπάθειες ανάσχεσης των ανεξάρτητων-περιφερειακών φιλοδοξιών του Ερντογάν: ποια ήταν η σχέση ανάμεσα στους (αποδυναμωμένους) δυτικόφιλους στο στρατό και τους Γκιουλενικούς (άγνωστου, πάντος σημαντικού, βάρους εντός της κρατικής-στρατιωτικής μηχανής). Σε ποιο βαθμό υπήρξε μία άτυπη συνεννόηση μεταξύ τους για τη διεξαγωγή του πραξικοπήματος; Ή έσπρωξαν οι δεύτεροι τους πρώτους, ώστε, με την αποτυχία του πραξικοπήματος, οι Γκιουλενικοί να ενισχυθούν περαιτέρω; Και με ποιο τρόπο το πέτυχαν; Σε κάθε περίπτωση, με δεδομένη την ενίσχυση των Γκιουλενικών που πολιτεύονται με ειρηνικό τρόπο, και την κατάρρευση των brutal στρατηγών, στρατιωτική λύση μπορεί να επαναληφθεί να δοθεί μόνο μάλλον λόγω εξελίξεων στο κουρδικό.

Όπως και να’χει, θέση αρχής θα πρέπει να είναι για την Ελλάδα το ότι τη συμφέρει η σταθερότητα και η δημοκρατία στην Τουρκία. Ούτε καλύτερα ήταν επί κεμαλιστών (απλώς, ο τουρκικός επεκτατισμός εξέφραζε κυρίως άλλα συμφέροντα και όχι τουρκικά), ενώ, ο Ερντογάν σπάει τη διεθνή απομόνωσή του και οι περιφερειακές φιλοδοξίες που εκφράζει δεν ανακόπτονται με όλα τα πυρά σε αυτόν.

Περισσότερα στο άρθρο “Οι κίνδυνοι από την απολυτοποίηση του αντι-Ερντογανισμού” (14/03/2016)

Σημειώσεις: (1) Δυστυχώς, η προσφάτως ενοποιημένη επαναστατική αριστερά στην Τουρκία ακόμα δεν έχει αποδείξει ότι έχει περιορίσει τις τάσεις της κουρδικής ηγεσίας, η οποία, θεωρώντας ότι υπάρχει ιστορική ευκαιρία την εποχή για δημιουργία ανεξάρτητου κουρδικού κράτους, κάνει τα γλυκά μάτια και σε Ρωσία αλλά και σε ΗΠΑ. Έτσι, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν εντάσσεται στους σχεδιασμούς τους και ότι είναι ανεξάρτητος – υπολογίσιμος παράγοντας.

(2) Το άρθρο 5 αναφέρει: “Τα μέρη του ΝΑΤΟ συμφωνούν ότι μια ένοπλη επίθεση κατά ενός η περισσοτέρων μερών της Συμμαχίας, στην Ευρώπη ή στην Βόρειο Αμερική, θα θεωρηθεί ως επίθεση κατά όλων των μελών της συμμαχίας. Επίσης συμφωνούν, ότι σε περίπτωση που υπάρξει μια τέτοια επίθεση, κάθε σύμμαχος, θα θέση σε ισχύ το δικαίωμα της μονομερούς η πολυμερούς αυτοάμυνας , θα παρέχει στο μέρος η στα μέρη που έχουν δεχθεί επίθεση, μονομερώς και σε συνεννόηση με τα άλλα μέρη, κάθε δυνατή ενέργεια την οποία θεωρεί απαραίτητη, συμπεριλαμβανομένου των ενόπλων δυνάμεων, έτσι ώστε να επανέλθει και να διατηρηθεί η ασφάλεια της Βόρειο-Ατλαντικής περιοχής”. Είναι προφανές ότι το τι σημαίνει “ένοπλη επίθεση” ερμηνεύεται ποικιλοτρόπως και δεν υπάρχει αντικειμενικός ορισμός, αλλά όλα επαφίονται στην πολιτική.

Advertisements

4 thoughts on “Πραξικόπημα στην Τουρκία: Γιατί τώρα; Μετά, τι;

  1. Иван Д Ιουλίου 17, 2016 στο 7:28 πμ Reply

    Τα ερωτήματα που ανακύπτουν από την ανάλυση είναι δύο: πως διαχωρίζονται τα συμφέροντα που εκφράζει ο τουρκικός επεκτατισμός σε τουρκικά και μη τουρκικά, και πως ερμηνεύεται ο ερασιτεχνισμός τον οποίο επέδειξαν οι «δυτικόφιλοι» – όπως χαρακτηρίζονται – πραξικοπηματίες.

    • parapoda Ιουλίου 17, 2016 στο 7:46 μμ Reply

      Για το πρώτο ερώτημα: η διάκριση υπάρχει τόσο αναφορικά με το κατά πόσο η εξωτερική πολιτική συνέπιπτε ή όχι με αυτό ακριβώς που ήθελαν οι ΗΠΑ, όσο και με το ποια συγκεκριμένα τμήματα της αστικής τάξης εκφράζει, και πόσο συνδέονται αυτά με το εξωτερικό. Τις τρεις-τέσσερις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, η τουρκική εξωτερική πολιτική καθοριζόταν από τις ανάγκες των ΗΠΑ για ανάσχεση των ανεξαρτησιακών ή προοδευτικών κινημάτων. Τις δύο επόμενες (’80-’90), αντιμετώπισε το κουρδικό στοιχείο, μολονότι αυτό θα μπορούσε με μια άλλη πολιτική να αποτελεί γέφυρα για περιφερειακή πολιτική, όπως βόλευε τη μονοκρατορία τότε (ΗΠΑ), δηλαδή, ως απότοκο μιας ρωσικής πολιτικής, και παρότι ο ρωσικός ιμπεριαλισμός υπέστη μεγάλη αναδίπλωση, με μόνο κέρδος οικονομική επιρροή στο Ιρακινό Κουρδιστάν. Επίσης, δεν ανέπτυξε σοβαρές (και ανταγωνιστικές με τις ΗΠΑ) σχέσεις με τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας, παρά τις προφανείς τεράστιες δυνατότητες.
      Όσον αφορά τα ίδια τα τμήματα της αστικής τάξης. Κατ’αρχάς, πρέπει να συμφωνήσουμε ότι στην Τουρκία, σε αντίθεση με την Ελλάδα, υπάρχει εθνική αστική τάξη. Όμως, η “παλιά” εθνική αστική τάξη είχε συσχετισθεί με το επί δεκαετίες στο δυτικό άρμα κράτος, ήταν μια πολιτικο-οικονομικο-στρατιωτικο-κρατική ελίτ, ενώ η “νεότερη” που εκφράζεται από τον Ερντογάν, αναπτύχθηκε στη μικρότερη παραγωγή και – χοντρικά μιλώντας – σχεδόν σε αντίθεση με αυτή την ελίτ και το κράτος της.
      Για το δεύτερο ερώτημα: οι “ερασιτεχνισμοί” ερμηνεύονται, πρώτον, με την προαναφερθείσα πιθανή ώθηση των πραξικοπηματιών από ανθρώπους του Γκιουλέν (ή συνεργασία με την οποία εκτέθηκαν μόνο οι “δυτικόφιλοι”), οι οποίοι ήθελαν να τελειώνουν με τη δυτική επιρροή, ή αν τέτοια συνεργασία πιστεύει κανείς πως δεν υπήρχε, με τo περιορισμένo πια εύρος και δυνατότητες των “δυτικόφιλων”, και, δεύτερον, με την ανάγκη των πραξικοπηματιών να αποκτήσουν λαϊκά ερείσματα, κάτι που, μετά από δεκαετίες ταύτισής τους με βία και αντιδημοκρατικότητα, θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με τη μικρότερη δυνατή προσφυγή στη βία ή αντιδημοκρατική συμπεριφορά (π.χ. κλείσιμο όλων των καναλιών, μαζικό πυρ ενάντια σε όλους τους άοπλους διαδηλωτές).

  2. Иван Д Ιουλίου 18, 2016 στο 7:21 πμ Reply

    Εμένα το ερώτημά μου προήλθε από την αναφορά που υπάρχει στην Ελλάδα, γιατί δε νομίζω ότι σε αυτόν τον επεκτατισμό προς τη χώρα μας υπάρχει κάποια διαφοροποίηση σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο. Σε κάθε περίπτωση, μια σοβαρή περιφερειακή δύναμη έχει πάντα εθνική εξωτερική πολιτική, και αστική τάξη, ακόμα κι αν τα συμφέροντά της κατά περίπτωση ταυτίζονται – ή έρχονται σε σύγκρουση – με αυτά των μεγάλων δυνάμεων. Ο σαφής διαχωρισμός είναι δύσκολος. Για τους δε «ερασιτεχνισμούς» τείνω να συμφωνήσω με την πιθανή ώθηση κάποιων αφελών ή ελλιπώς ενημερωμένων για διάφορους λόγους, παρά με τη δημοκρατική ευαισθησία των στασιαστών.

  3. parapoda Ιουλίου 18, 2016 στο 1:40 μμ Reply

    Προφανώς, τον επεκτατισμό οι μικρές χώρες τον αντιπαλεύουν σε κάθε περίπτωση. Όμως, έχουν κατά νου όχι μόνο τη συμπεριφορά των επεκτατιστών έναντί τους, αλλά και τη συμπεριφορά έναντι των ιμπεριαλιστών (οι οποίοι έναντι των μικρών χωρών δεν φέρονται καλύτερα από τους επεκτατιστές).Με δυο λόγια, για χώρες σαν την Ελλάδα, που (θα έπρεπε να) παλεύουν για α-πολικό κόσμο, καλύτερα πολυπολικός, παρά διπολικός ή μονοπολικός. Με βάση αυτό επίσης, οι μαρξιστές-λενινιστές ποτέ δεν κρίνουν ένα καθεστώς μόνο από την εσωτερική του πολιτική, αλλά και τη σχέση του με τους ιμπεριαλιστές. Επ’ουδενί δεν πρέπει να στέκονται μόνο στην αντιδημοκρατικότητα του Ερντογάν (δίχως να λαμβάνουν υπ’όψη την αντιδημοκρατικότητα ή φιλοϊμπεριαλιστικότητα ή μη των εγχώριων ανταγωνιστών του).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: