Ν. Ζαχαριάδη: Για μια μπολσεβίκικη πολιτική στελεχών (1952)

Οι περισσότερες προσπάθειες για δημιουργία νέων, επαναστατικών συλλογικοτήτων μετά την επικράτηση του ρεβιζιονισμού στα κομμουνιστικά κόμματα και οργανώσεις, τα τελευταία 60 χρόνια, στέφθηκαν με αποτυχία. Τα βαριά πολιτικά καθήκοντα (π.χ. απολογισμός, ανάλυση νέας διεθνούς και εγχώριας κατάστασης – λόγω και της καθυστέρησης της διαφοροποίησης από τις ρεβιζιονιστικές και εκφυλισμένες συλλογικότητες) αντικειμενικά δεν άφησαν “χώρο” στα εξίσου βαριά οργανωτικά καθήκοντα. Έτσι, αν στα πρώτα αντιστοιχίσουμε τη “θεωρία” και στα δεύτερα την “πράξη”, η αναζήτηση της σωστής “θεωρίας” δεν επέτρεψε την αναζήτηση της σωστής “πράξης”. Θα δούμε π.χ. πολλούς μαρξιστικά πιο μορφωμένους επαναστάτες- αντιρεβιζιονιστές κομμουνιστές σε σχέση με όσους έμειναν στις εκφυλισμένες- ρεβιζιονιστικές συλλογικότητες, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η πράξη των πρώτων ήταν εξίσου δυναμική όσο των ρεβιζιονιστικών συλλογικοτήτων, παρότι οι πρώτοι χρειαζόταν να καλύψουν και το “χαμένο έδαφος” λόγω της διατήρησης της “σφραγίδας” του ονόματος της (άλλοτε ενιαίας) συλλογικότητας από τους ρεβιζιονιστές.

Ειδικά στις μέρες μας, όπου το μαρξιστικό – λενινιστικό κίνημα, το οποίο ήταν ο τελευταίος (και ίσως μόνος) επαναστατικός χώρος που διατηρούσε επαφή με την τροπή των εξελίξεων σε διεθνές και εγχώριο επίπεδο, από τα τέλη της δεκαετίας ’70 έχασε κι αυτό την επαφή, τα πολιτικά καθήκοντα είναι ακόμα πιο βαριά σε σχέση π.χ. με τη δεκαετία του ’60, γιατί πρέπει να ξαναπιαστεί το “νήμα” των εξελίξεων από τότε. Όμως και τα οργανωτικά καθήκοντα είναι ακόμα πιο βαριά, ειδικά αφού, καλούνται οι κομμουνιστές να οργανωθούν σε επαναστατική συλλογικότητα τη στιγμή που, με χίλια νήματα, είναι δεμένοι και αυτοί, με το μικροαστισμό και τον αντιοργανωτισμό που αυτός συνεπάγεται.

Γι’ αυτό, οποιαδήποτε νέα προσπάθεια, θα πάει και αυτή χαμένη στο βαθμό που δεν θα μελετήσει τα οργανωτικά ζητήματα της συλλογικότητας όπως και όσο και τα πολιτικά ζητήματα.

Το βιβλίο “Τα προβλήματα καθοδήγησης στο ΚΚΕ” του Νίκου Ζαχαριάδη καταπιάνεται σε μεγάλο βαθμό με αυτό το ζήτημα, ειδικά στο τελευταίο κεφάλαιο (ΧΙ. Το πρόβλημα των στελεχών στο ΚΚΕ), από όπου και το πρώτο υποκεφάλαιο παρακάτω. Πραγματικά, σε καποια σημεία, θα μπορούσε κανείς να νομίσει ότι το κείμενο γράφτηκε το 2016. Σε πόσες συλλογικότητες μετά τη μεταπολίτευση δεν συνάντησε κανείς αρχηγίσκους βγαλμένους “από τον κομματικό σωλήνα”, με μόνο ατού την “ευφράδεια”, ή τη συμπάθεια και οικειότητα καποιου άλλου στελέχους, αλλά με προσωπικότητα του χειρότερου σατράπη, αυτού που καταπατά κάθε αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, αυτού που δε δίνει λογαριασμό, αυτού που απεχθάνεται την εκλογή και προτιμά την κοοπτάτσια (γι’ αυτόν ή τους δικούς του), γι’ αυτόν που δεν ανέχεται την κριτική και αποφεύγει όπως ο διάολος το λιβάνι την αυτοκριτική και τα μέτρα που συνεπάγεται αυτή για τη διόρθωση της κατάστασης, γι’ αυτόν που δεν μπορεί, όπως ο μικροαστός, τη συλλογική δουλειά, και προτιμά να αυτοπροβάλλεται, λερώνοντας έτσι την ιδέα του κομμουνισμού και της οργάνωσης.

ΧΙ. Το πρόβλημα των στελεχών στο ΚΚΕ

1.Για μια μπολσεβίκικη πολιτική στελεχών

Τα στελέχη πρέπει να τα εκτιμάμε σαν το χρυσό απόθεμα του κόμματος και του κράτους, να τα φροντίζουμε, να τα τιμάμε” (Στάλιν)

Το πρόβλημα των στελεχών έμπαινε ύστερα απ’ τη Βάρκιζα και μπαίνει σήμερα με περισσότερη παρά πριν οξύτητα μπροστά στο κόμμα μας. Γι’ αυτό υπάρχουν πολλοί λόγοι. Ο πρώτος είναι ότι το κίνμά μας, το κόμμα μας, από μικρό, σχετικά, που ήταν οργανωτικά πριν το 1941, αναπτύχθηκε και άπλωσε κατοπινά και οργανωτικά και πολιτικά και για ν’ ανταποκριθεί στα καινούργια καθήκοντα, που έμπαιναν μπροστά του, έπρεπε να προωθήσει αποφασιστικά, να διαπλάσει και να διαμορφώσει μέσα στο κίνημα, και απ’ το ίδιο το κίνημα πολλές χιλιάδες καινούργια στελέχη. Τα παλιά, τα πριν του 1941 στελέχη δεν έφταναν πια. Ακόμα, ένα μέρος απ’ αυτά αποσύρονταν απ’ την πρώτη γραμμή και ένα άλλο, ταμπουρωμένο στην αντικομματική προνομιακότητα, που φαντάζονταν ότι τους έδινε η παλιά κομματική τους ηλικία, δεν έβλεπαν ότι μένουν πίσω απ’ τη ζωή και τις καινούργιες απαιτήσεις και, αντί να βοηθήσουν, γίνονταν εμπόδιο στην προώθηση και ανάδειξη καινούργιων στελεχών.

Ένας δεύτερος σοβαρός λόγος είναι ότι, στις συνθήκες του πρώτου ένοπλου αγώνα, απ’ το γεγονός ότι το κόμμα ξέφυγε απ’ τις σωστές και γερές μπολσεβίκικες οργανωτικές αρχές – και γιατί δούλευε προς την κατεύθυνση αυτή ο ταξικός εχθρός και απ’ τα βασικά λάθη που έκανε κι εδώ η καθοδήγηση του κόμματος – όχι μόνο τα καινούργια στελέχη δεν παίρνουν τη σωστή μπολσεβίκικη αγωγή, μα και τα παλιά, σ’ ένα μεγάλο ή μιρκό βαθμό, είτε χαλούσαν είτε χαλάρωναν την αδιαλλαξία τους και την πάλη τους για τις μπολσεβίκικες οργανωτικές αρχές μέσα στο κόμμα. Κάνοντας τη διαπίστωση αυτή σε σχέση και με το βασικό ζήτημα τι θα’ πρεπε να γίνει στα 1945 και ειδικά στη 12η Ολομέλεια και στο 7ο συνέδριο, πρώτ’ απ’ όλα με το πρόβλημα του Σιάντου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ανώτατο αχτίφ του κόμματος, όπως το’ δειξε και η 11η ολομέλεια καθώς και η στάση μιας σειράς από τα τότε μέλη του ΠΓ, γύρω απ’ την υπόθεση Σιάντου, το ανώτατο αχτίφ δεν ήταν ώριμο, ύστερα και απ’ την εκφυγή, σ’ όλο το διάστημα της επανάστασης 1941-4, απ’ τις σωστές κομματικές οργανωτικές αρχές και τη σωστή πολιτική γραμμή και πράξη και γιατί στην 11η ολομέλεια δε μπόρεσε, βασικά σωστά κριτικά και αυτοκριτικά, να εκτιμήσει την πορεία και τη δουλιά του ΚΚΕ στα 1941-45 μέχρι τη Βάρκιζα, δεν ήταν ώριμο ν’ αποδεχτεί χωρίς σοβαρούς για το κόμμα τρανταγμούς, κυρίως απ’ την πλευρά του Σιάντου, ένα ριζικό ξεκαθάρισμα. Και στο διάστημα ύστερα απ’ τη 12η ολομέλεια το κομματικό αχτίφ, ανώτερο και ανώτατο, πρώτ’ απ’όλα χρειαζόταν έξω απ’ τα λόγια, να πειστεί στη ζωή, στην πράξη, με την ίδια του την πείρα κι αυτό, για το ότι έγιναν αποφασιστικά λάθη σ’ όλους τους τομείς, για το πώς έγιναν τα λάθη αυτά, ότι εξαιτίας αυτά τα λάθη χάθηκε ο πρώτος ένοπλος αγώνας. Χρειάζονταν ορισμένος χρόνος και δουλιά για την επιστροφή στις μπολσεβίκικες οργανωτικές αρχές, την αφομοίωση σωστής ταχτικής και στρατηγικής με βάση το χάραγμα και την εφαρμογή σωστής πολιτικής γραμμής κτλ. Όταν έτσι βάζουμε το ζήτημα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, και όταν υπογράφονταν η Βάρκιζα και αμέσως μετά, ήταν φανερό, έπρεπε να’ναι φανερό, ότι οι αγγλοαμερικάνοι και οι μοναρχοφασίστες υπόγραψαν τη Β΄ρκιζα μόνο και μόνο για να κερδίσουν καιρό με σκοπό να μας λιανίσουν “ειρηνικά”, υπολογίζοντας και στην αποσυνθετική επίδραση που θα’ χε στις γραμμές του κινήματός μας, τόσο η συναίσθηση της προδοσίας του αγώνα 1941-44, όσο και η συνέχιση της προδοσίας απ’ το Σιάντο και σια. Για ‘μας το βασικό μετά τη Βάρκιζα είναι η ολόπλευρη ανασυγκρότηση και προετοιμασία για τη νέα αντιπαράθεση, που οι αγγλοαμερικάνοι μας την επέβαλαν, αποφεύγοντας στη μεταβατική αυτή περίοδο μία διάσπαση ή έναν τέτοιο τρανταγμό που θα μας έκανε ανίσχυρους για τη νέα αντιπαράθεση. Πρέπει να θυμόμαστε ότι, για την προετοιμασία μας αυτήν, τα χρονικά όρια που διαθέταμε, ήταν πολυ στενά, καθορισμένα. Το κίνημα, πραγματοποιώντας την ανασυγκρότηση μέσα στον αγώνα, που διέθετε τώρα σωστή, βασικά, πολιτική και οργανωτική γραμμή και πράξη, θα μπορούσε, γιατί αυτό απαιτούσε το συμφέρον του, ν’ αναβάλει να ξεκαθαρίσει το ζήτημα, σχετικά με τους συγκεκριμένους προσωπικά φορείς της προδοσίας, στην πορεία του αγώνα για να’ χει και το κομματικό αχτίφ το χρόνο να “χωνέψει” το ίδιο (το αχτίφ) το ζήτημα αυτό και να διευκρινίσει και τη στάση του με όσους, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, δε θα τα κατάφερναν να “χωνέψουν”.

Όταν, σήμερα, εξετάζοντας το πρόβλημα αυτό, ξεχνάμε την τότε συγκεκριμένη πραγματικότητα, δε μπορεί παρά να πέσουμε σε λαθεμένες διαπιστώσεις και συμπεράσματα.

Ένας τρίτος λόγος είναι τούτος: Στο δεύτερο ένοπλο αγώνα, μια απ’ τις πιο σβαρές αδυναμίες μας ήταν και το ότι η πείρα που κληρονομήσαμε απ’ τον πρώτο ένοπλο αγώνα ήταν βασικά πείρα αρνητική παρά το ότι, απ’ την πλευρά του λαϊκού ξεσηκώματος, ήταν πραγματικά μεγαλειώδης. Το θετικό απ’ την τέτοια πείρα θα βρίσκονταν στην κατανόηση, πρώτ’ απ’ όλα, απ’ τη μάζα των στελεχών του κόμματος, της αλήθειας ότι η πείρα εκείνη πραγματικά ήταν κυρίως αρνητική. Αυτή η κατανόηση όμως έπρεπε να γίνει, να’ ρθει μέσα στη ζωή και στην πάλη. Η δυσκολία εδώ ήταν διπλή: όχι μόνο δε μπορούσαμε να στηριχθούμε σε θετικά, βασικά, διδάγματα απ’ τον πρώτο ένοπλο αγώνα και, έτσι, να προχωρήσουμε πιο στέρεα και πιο θαρραλέα μπροστά στο δεύτερο ένοπλο αγώνα, μα, αντίθετα, για να προχωρήσουμε, έπρεπε να παλέψουμε και να βγάλουμε απ’ τη μέση όλα τα εμπόδια που η αρνητική πείρα απ’ τον πρώτο ένοπλο αγώνα συσσώρευε μπροστά, πρώτ’ απ’ όλα στον τομέα της κομματικής ανοικοδόμησης, στα ζητήματα της δημιουργίας και στελέχωσης του ΔΣΕ, της διεξαγωγής του δεύτερου ένοπλου αγώνα κτλ. κετλ. Έπρεπε να χτίσουμε απ’ την αρχή, διορθώνοντας και παραμερίζοντας και όλα τα στραβά, που δεν αφορούσαν δευτερεύοντα, μα βασικά, θεμελιακά ζητήματα. Και αυτό έπρεπε, πρώτ’ απ’ όλα, να γίνει στο κεφάλι του αχτίφ μας, των στελεχών μας, με την αφομοίωση, μα και με το ξεκαθάρισμα, την εξυγίανση. Πόσο σοβαρό ήταν το ζήτημα αυτό φαίνεται και απ’ τη ζημιά την πολύ μεγάλη, που κατάφερε να μας προξενήσει ο Σιάντος και στην αρχή του δεύτερου ένοπλου αγώνα, όταν με την άρνησή του να εκτελέσει την απόφαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ για να βγει στο εξωτερικό, ως ένα σοβαρό σημείο δέσμευε και παράλυε τις κινήσεις και ενέργειες του ΠΓ μας. Φαίνεται και απ’ το ότι τη σαμποταριστική προδοτική δουλιά του Βαφειάδη και την οπορτουνιστική συνθηκολόγηση του Παρτσαλίδη – κληρονομιές κι αυτές απ’ τον πρώτο ένοπλο αγώνα – τις πληρώσαμε ακριβά, βαριά στο δεύτερο.

Ένας τέταρτος λόγος, που πρέπει ν’ αναφερθεί εδώ, είναι και το ότι η λαθεμένη, η εγκληματική πολιτική στελεχών σε σχέση με τον ΕΛΑΣ, που κρατούσε το ΚΚΕ και τα στελέχη του, ουσιαστικά, μακριά απ’ τον ένοπλο αγώνα, δημιούργησε στο δεύτερο ένοπλο πρόσθετες δυσκολίες γιατί τα κομματικά στελέχη μας, που έπρεπε να πλαισιώσουν και να στελεχώσουν το ΔΣΕ, στη μεγάλη τους πλειοψηφία δεν είχαν καμιά, είτε ελάχιστη και ανεπαρκή πείρα από λαϊκό- επαναστατικό πόλεμο και έπρεπε να μάθουν απ’ την αρχή, που κι αυτό, τον πρώτο καιρό, ήταν πολύ δύσκολο, γιατί σκόνταφτε στην αντικομματική χαφιεδική γραμμή και ρπάξη του Βαφειάδη, που κρατούσε μακριά απ’ το ΔΣΕ τα στελέχη του ΚΚΕ.

Ο πέμπτος λόγος, που αφορά κυρίως τη σημερινή περίοδο, μα και τη δουλιά των οργανώσεών μας στις πόλεις στη διάρκεια της πάλης του ΔΣΕ, έχει σχέση με τη διαπαιδαγώγηση των στελεχών μας στην τέχνη της παράνομης δουλιάς και της επαγρύπνησης, που σα συνέπεια της όλης πολιτικής μας στην περίοδο της πρώτης κατοχής και της εισόδου στο κόμμα δεκάδων χιλιάδων νέων μελών, που δεν είχαν την προηγούμενη σχετική πείρα μας, παρουσίαζε βασικά κενά και ελλείψεις.

Όταν, λοιπόν, σήμερα εξετάζουμε το ζήτημα των στελεχών στο ΚΚΕ, πρέπει να το συσχετίσουμε άμεσα με τους πιο πάνω λόγους, δηλαδή, μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες, όπως το πρόβλημα αυτό μπαίνει για το ΚΚΕ. Για να γίνουμε εδώ πιο κατανοητοί, θα μπορούσαμε ν’ αναφερθούμε και σ’ ορισμένα παραδείγματα, που, λίγο είτε πολύ, μέσα στο κόμμα συζητήθηκαν και ξεκαθαρίστηκαν. Πρόκειται για περιπτώσεις, όπου ασκήθηκε κακή, λαθεμένη πολιτική στελεχών, πράμα που είχε και γενικότερη αρνητική επίδραση. Όλοι ξέρουμε, τώρα, ότι το Μπούλκες δεν έφτιανε, μα χαλούσε τους κομμουνιστές και τους αγωνιστές και ήταν φυτώριο αντικομματικής διάπλασης και διαπαιδαγώγησης.

Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για την ΟΠΛΑ. Το ζήτημα αυτό, το κόμμα πρέπει, κάποτε, να το μελετήσει κι αυτό και να το φωτίσει ολόπλευρα. Σήμερα, όμως, είναι κιόλας καθαρό ότι, από έλλειψη καθαρής κομματικής κατεύθυνσης και προσανατολισμού και από βασική ανεπάρκεια στον κύριο κομματικό πυρήνα της, η ΟΠΛΑ, όταν την κρίνουμε σήμερα σωστά, μπορούμε να πούμε ότι ξέφυγε και παρέκκλινε απ’ τον προορισμό της και στον τελικό λογαριασμό οι ζημιές της είναι πολύ πιο πολλές απ’ τα οφέλη που έφερε. Απ’ την πλευρά της σφυρηλάτησης και δημιουργίας στελεχών η ΟΠΛΑ πάλι πιο πολύ χαλούσε. Το πνεύμα της και οι μέθοδές της εκδηλώθηκαν αποσυνθετικά, λ.χ., στο Μπούλκες. Και οι αρνητικές επιδράσεις και η κακή κληρονομιά της μας ζημίωσαν εξαρετικά και στη μεταβαρκιζιανή ΜΛΑ και στην παράνομη οργάνωση και δουλιά στις πόλεις στο δεύτερο ένοπλο αγώνα. Ακόμα και για την Ακροναυπλία στον καιρό της 4ης Αυγούστου μπορούμε να πούμε ότι εξαιτίας της κακής και της λαθεμένης γραμμής που εφάρμοσαν, εκεί, υπεύθυνα ανώτατα κομματικά στελέχη, απόδοσε πολύ πιο λίγα από ό,τι μπορούσε και έπρεπε. Κανένας δε μπορεί ν’ αμφισβητήσει ότι οι κομμουνιστές, οι αγωνιστές, τα στελέχη μας, που αποτελούσαν τη μεγάλη μάζα των φυλακισμένων στην Ακροναυπλία, στάθηκαν βασικά γερά και ανταποκρίθηκαν σ’ αυτό που τους ζητούσε το κόμμα, το κίνημα. Μα άλλο τόσο είναι σωτό και το ότι η κομματική ηγεσία που ασκούνταν εκεί μέσα, στεκόταν πολύ χαμηλά, κάτω απ’ τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του αγώνα. Πρόκειται, εδώ, όχι για τους συντρόφους που κάναν στην Ακροναυπλία τη βαριά, καθημερινή κομματική δουλιά, μα για τ’ ανώτατα στελέχη που δίναν τη γραμμή και κανόνιζαν τη γενική κατεύθυνση. Η κομματική αγωγή, η θεωρητική μόρωση, το ατσάλωμα του χαρακτήρα δε γίνονταν, καθόλου, όπως έπρεπε. Κι εκείνο που φταίει, εδώ, είναι ότι τ’ ανώτατα κομματικά στελέχη που βρίσκονταν στην Ακροναυπλία και καθοδηγούσαν τη δουλιά, δε στέκονταν στο ύψος τους, δεν ήταν, τα ίδια, προσωπικό κομματικό παράδειγμα σε όλα. Αντίθετα, το παράδειγμά τους και οι ενέργειές τους επιδρούσαν αρνητικά. Οι σύντροφοι αυτοί χρησιμοποίησαν σε υπεύθυνες θέσεις ανίκανα και χρεοκοπημένα στοιχεία, όπως ο Τσίπας, δε βοήθησαν, ούτε ενθάρρυναν, ούτε προώθησαν, όσο και όπως έπρεπε, τους νέους και ικανούς συντρόφους μας. Υπήρξε περίπτωση στην Ακροναυπλία, που ανώτατο στέλεχός μας απαγόρεψε την κυκλοφορία του παράνομου “Ριζοσπάστη”, γιατί είχε απόφαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ που διέγραφε από μέλος του κόμματος τη γυναίκα του που είχε πει στην ασφάλεια το σπίτι της, όπου έμεναν καθοδηγητές του κόμματος. Αυτό το πράμα δε μπορούσε, φυσικά, να’ναι παράδειγμα, που πάνω του θα διαπαιδαγωγούνταν σωστά κομματικά η κολλεχτίβα της Ακροναυπλίας. Και η επαγρύπνηση στην Ακροναυπλία, για ό,τι τουλάχιστο αφορά τις επαφές της με όξω, δεν ήταν διόλου ικανοποιητική, γιατί οι επαφές αυτές περνούσαν απ’ τα χέρια του Μανιαδάκη. Σοβαρό πολιτικό σφάλμα της ηγεσίας της Ακροναυπλίας ήταν και το ότι αναγνώρισε και έδωσε κύρος στην “προσωρινή διοίκηση”, που αποτελούνταν από χαφιέδες και το ότι με επέμβασή της μπήκε στην καθοδήγηση του κόμματος στα 1940 ο Σιάντος, ενώ έξω, οι σύντροφοι, είχαν γι’ αυτόν επιφυλάξεις και τον κρατούσαν απομονωμένο. Το πιο σοβαρό, όμως, απ’ όλα, ήταν ότι η ηγεσία της Ακροναυπλίας με την κατάρρευση στα 1940 δεν οργάνωσε και δεν πραγματοποίησε την απελευθέρωση των συντρόφων μας, που μπορεί να’ταν δύσκολη, όχι, όμως, απραγματοποίητη.

Βλέπουμε στα τρία αυτά παραδείγματα, – θα μπορούσαν, εύκολα, αυτά να’ναι πολύ περισσότερα, – σε τρεις περιπτώσεις, όπου η πολιτική στελεχών του κόμματος, αν εφαρμοζόταν σωστά, θα βοηθούσε σοβαρά στη δημιουργία, στο μέστωμα και στο ατσάλωμα πολλών στελεχών, νέων και παλιών, έφερε σε, λιγότερο ή περισσότερο, αρνητικά αποτελέσματα.

Και αν, στην εξέταση και στη μελέτη που γίνεται εδώ, για το πρόβλημα των στελεχών, αναφέρονται δίπλα στους λόγους που εξηγούν την οξύτητα και οι τρεις αυτές περιπτώσεις, είναι γιατί, θέλοντας να καταλήξουμε σε σωστά υμπεράσματα, πρέπει το πρόβλημα αυτό να το φωτίσουμε:

Πρώτο, με βάση τη δική μας θετική και, κυρίως, αρνητική πείρα. Πρέπει να βρούμε τι έλειψε απ’ την πολιτική μας στελεχών, απ’ τα στελέχη μας, τι ανεπάρκειες, ελλείψεις, λάθη παρουσίασαν και γιατί, κυρίως στον πρώτο ένοπλο αγώνα, δεν ανταποκρίθηκαν, παρά το ότι πιο ευνοϊκές αντικειμενικές συνθήκες, πιο παλλαϊκό επαναστατικό – ένοπλο ξεσήκωμα, δύσκολα μπορεί να ξαναβρεί κανείς.

Δεύτερο, κάτω απ’ τις απαιτήσεις που ο μαρξισμός – λενινινσμός γενικά, η μπολσεβίκικη κομματικότητα, πιο μερικά προβάλλουν στα στελέχη του κομμουνιστικού κόμματος. Πρέπει να βρούμε και να καθορίσουμε ποια είναι τα μπολσεβίκικα πολιτικά – οργανωτικά κριτήρια, που απ’ αυτά η καθοδήγηση του ΚΚΕ ξέφυγε στα 1941-44 και γιατί ξέφυγε.

Το στέλεχος του ΚΚΕ, και όσο πιο ψηλά στέκει, τόσο περισσότερο, έχει υποχρέωση να τα βγάζει πέρα στον τομέα, όπου δουλεύει και που καθοδηγεί. Υποχώρηση απ’ το χρέος αυτό δεν υπάρχει, ούτε χωράει. Δε μπορεί το μέλος του κόμματος, ή το στέλεχός του, σε καμιά περίπτωση, τη δουλιά που ανέλαβε και είναι υπεύθυνος να κάνει, να την παρατήσει, ή να την παραμελήσει. Κάνουμε πολύ δύσκολο αγώνα, έχουμε να παλέψουμε ενάντια σε πολλούς εχθρούς και “φίλους” που σκεπάζονται, κρύβονται ή παρουσιάζονται με τις πιο διαφορετικές μάσκες και καμουφλάζ και που χρησιμοποιούν ενάντιά μας όλα τα μέσα. Αυτό απαιτεί απ’ τον καθένα μας να ανταποκρινόμαστε ολοκληρωτικά στις απαιτήσεις πο’χει από μας ο αγώνας, στα καθήκονα και στη δουλιά που μας αναθέτει το κόμμα, για να μπορέσει το κόμμα μας να τα βγάλει αποτελεσματιά πέρα με τους εχθρούς που αντιπαλεύει. Το κύριο βάρος της δουλιάς αυτής πέφτει πρώτ’ απ’ όλα στα στελέχη μας. Και πρέπει όχι μόνο να ξεπεράσουμε, ολοκληρωτικά, τη διαστρέβλωση της σωστής κομματικής γραμμής και στην πολιτική μας για τα στελέχη, διαστρέβλωση που επικράτησε στο κόμμα στα 1941-44, όχι μόνο να κατοχυρώσουμε όσα διόρθωσε σχετικά το κόμμα κατοπινά, μα και ν’ ανεβάσουμε το στέλεχός μας ποιοτικά, έτσι που βασικά ν’ ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στην αποστολή του.

Δεν είναι τυχαίο ότι το ΚΚΕ, απ’ το 1945 και δω προβάλλει στα μέλη και στα στελέχη του πολλές ανώτερες αξιώσεις. Ούτε είναι υπερβολικές οι απαιτήσεις που έχουμε σχετικά με την ακέραια και ανώτερη κομματικότητα, την κομματική αδιαλλαξία και την κομματική ηθική, σχετικά με τις κομματικές αρετές και τα χαρίσματα χαρακτήρα που πρέπει να διακρίνουν το μέλος και πρώτ’ απ’ όλα το στέλεχός μας. Πληρώσαμε πολύ ακριβά στην πρώτη κατοχή την εκφυγή απ’ τη σωστή αυτή γραμμή, απ’ τα γερά κομματικά κριτήρια στα ζητήματα αυτά. Κατοπινά δε μπορέσαμε να διορθώσουμε σε ικανοποιητικό βαθμό τις ελλείψεις μας αυτού. Στο δεύτερο ένοπλο αγώνα δεν είχαμε και τόσο καιρό να φροντίσουμε, όσο έπρεπε, τα ζητήματα αυτά και τα στελέχη μας που ατσαλώνονταν και άντρωναν στη φωτιά του πολέμου παίρναν μια μονόπλευρη κομματική αγωγή. Σήμερα τα κενά αυτά δουλεύουμε να τα αναπληρώσουμε και πρέπει να παραδεχτούμε ότι τ’ αποτελέσματα που έχουμε δεν είναι ακόμα πολύ ικανοποιητικά. Έχουμε πολλές χιλιάδες κουκουέδες στελέχη και μαχητές του ΔΣΕ που τα’ βγαλαν στον πόλεμο παλικαρίσια πέρα, που πρέπει τώρα το ίδιο θαρραλέα να ριχτούν και στη δουλιά στους άλλους τομείς του αγώνα. Η δράση τους στο ΔΣΕ είναι μια εγγύηση. Για να βαδίσουν, όμως, στέρεα και καρποφόρα και στην κομματική, οργανωτική, καθοδηγητική δουλιά αυτό δε φτάνει. Τη μονόπλευρη αγωγή που πήραν στο ΔΣΕ πρέπει να τη συμπληρώσουν, αποβάλλοντας και ό,τι αρνητικό έδινε αυτή και που έχει σχέση με τις ανταρτίστικες επιβιώσεις, τις αυταρχικές – στρατοκρατικές μέθοδες συμπεριφοράς και δουλιάς, την άρνηση ή υποτίμηση της κολλεχτιβίστικης δουλιάς κτλ. Έχουμε ακόμα δεκάδες χιλιάδες μέλη και στελέχη στις φυλακές και εξορίες στην παράνομη δουλειά, που τη σωστή κομματική αγωγή τους το κόμμα πάντα πρέπει να τη φροντίζει και να τη βελτιώνει. Έχουμε, λοιπόν, πολλή δουλιά να κάνουμε για ν’ αναστηλώσουμε μια γερή μπολσεβίκικη πολιτική στελεχών σ’ όλους αυτούς τους τομείς.

Πώς θα πετύχουμε εδώ; Όταν προβάλουμε στον καθένα τα πραγματικά μπολσεβίκικα κριτήρια σχετικά με την κομματική αγωγή για το μέλος και το στέλεχός μας και προσανατολίσουμε τη δουλειά μας έτσι ώστε να εξασφαλίζει την τήρηση των κριτηρίων αυτών και όταν επιμείνουμε, χωρίς υποχώρηση και συμβιβασμούς, με αλύγιστη κομματική αδιαλλαξία, στο να τηρούνται τα κριτήρια αυτά απ’ το κάθε στέλεχός μας, στο να δουλεύει τον εαυτό του και να βελτιώνεται αδιάκοπα έτσι που ν’ ανταποκρίνεται βασικά στις απαιτήσεις που προβάλλουν τα κριτήρια αυτά.

Όταν κάνεις υποχωρήσεις απ’ τις μπολσεβίκικες απαιτήσεις στην κομματική αγωγή του μέλους και του στελέχους μας, όταν υποχωρήσεις στις ελλείψεις και τις αδυναμίες τους, όταν δεν τα ατσαλώνεις αδιάλλαχτα και αδιάκοπα, κάνοντάς τα ικανά ν’ αντιμετωπίζουν τις μπόρες και τις δυσκολίες του αγώνα, να τα βγάζουν πέρα με τις σκληρές δοκιμασίες που έχει η πάλη που ξάνουμε, τότε κάνεις έγκλημα και απέναντι στο κόμμα και απέναντι στο ίδιο το μέλος ή το στέλεχός μας, έγκλημα που, αργά ή γρήγορα, το κίνημά μας θα το πληρώσει ακριβά.

Η ζωή, ο αγώνας, έχουν απ’ τον κομμουνιστή, απ’ τον κουκουέ ανώτερες, υψηλές αξιώσεις. Ο κουκουές γκρεμίζει το παλιό για να φτιάσει καινούργια κοινωνία ανώτερη. Πρέπει και αγωνιστικά – κομματικά και ατομικά να διαπλάθεται και ν’ ατσαλώνεται έτσι που να μπορεί ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτή την ξεχωριστή αποστολή του. Ώστε οι αξιώσεις, τα μπολσεβίκικα κριτήρια, γνωρίσματα, αρετές που του προβάλλονται και του ζητούνται δε μπορεί να’ ναι ποτέ υπερβολικά, γιατί είναι απαιτήσεις που χωρίς ν’ ανταποκρίνεται σ’ αυτές δε μπορεί να εκπληρώσει και την αποστολή του.

Φυσικά, δεν ξεχνάμε ποτέ ότι ο αγωνιστής διαπλάθεται και διαμορφώνεται, βασικά, μέσα στις δοκιμασίες της σκληρής ταξικής πάλης. Οι κομματικές αξιώσεις δεν του προβάλλονται μηχανικά, έξω απ’ την πάλη, μα μέσα στην πάλη και ανάλογα με τις ανάγκες της πάλης αυτής και έτσι ζωντανά, που να μπορεί ο αγωνιστής μας ν’ ανταποκρίνεται στις κάθε φορά μπόρες και ανάγκες του αγώνα, πάντα βελτιώνοντας και ανεβάζοντας την όλη κομματική του αγωγή. Η μπολσεβίκικη απαιτητικότητα απ’ το στέλεχος και το μέλος μας είναι θεμελιακή αναγκαιότητα του κινήματος που την επιβάλλει ο αγώνας για τη συντριβή και ανατροπή των εκμεταλλευτών και ιμπεριαλιστών, για το χτίσιμο της αταξικής κομμουνιστικής κοινωνίας. Χωρίς αυτή, νίκη δεν υπάρχει. Και ό,τι κάνουμε ή παραλείπουμε στον τομέα αυτό σήμερα, θα υποχρεωθούμε, οπωσδήποτε, να το κάνουμε αύτιο, γιατί να το ξεφύγουμε δεν είναι δυνατό. Και όσο αργούμε εδώ τόσο, έτσι είτε αλλιώς, θα το πληρώσουμε και πιο ακριβά.

Η κομματική αγωγή του κουκουέ πρέπει, μέσα στον αγώνα και με τη μάθηση, να γίνεται ολόπλευρα και να ολοκληρώνεται προοδευτικά όσο το στέλεχος ανεβαίνει, αντρώνει. Και όσο πιο ψηλά τραβά τόσο οι απαιτήσεις μεγαλώνουν, τόσο και πιο πολύ αποκλείονται οι διαφυγές και τα κενά. Όποιος πιστεύει ότι μπορεί να ανεβαίνει παραλείποντας σκαλοπάτια, αυτός θα’ρθει στιγμή που θα βρεθεί κρεμασμένος στο κενό και σε συνέχεια θα βρεθεί στον πάτο.

Το ζήτημα πώς ανεβαίνει, διαμορφώνεται, μεστώνει, κομματικά διαπλάθεται ένα στέλεχος, είναι βασικό. Η ταξική πάλη, το ταξικό σχολειό της πάλης έχει το δικό του πρόγραμμα, το δικό του κανονισμό. Βασικά το στέλεχος πρέπει να περάσει, και να περάσει καλά, όλες τις “τάξεις” και όλες τις “εξετάσεις”. Αν παραλείψει τάξη ή ξεφύγει, είτε “αντιγράψει” στις εξετάσεις, αυτό θα του δημιουργήσει κανό ή κενά που οι αρνητικές του συνέπειες, αργά είτε γρήγορα, έτσι είτε αλλιώς, θα φανερωθούν. Και οι “διαφυγές”, οι παραλείψεις, οι “διαλείψεις” στην ταξική επαναστατική αγωγή του αγωνιστή δε μένουν δίχως συνέπειες. Το ζήτημα αυτό έχει για το κίνημα το δικό μας και μερικές πλευρές, που δεν είναι χαρακτηριστικές μόνο για μας, μα που εμείς πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα.

Η Ελλάδα είναι μια καθυστερημένη οικονομικά χώρα, με δυνατά τα εμπορομεσιτικά – μεταπρατικά γνωρίσματα στις οικονομικές εμπορικές της σχέσεις και τις μικροαστικές επιδράσεις και εκδηλώσεις στην κοινωνική της ζωή. Το κίνημά μας είναι γερό, με πλατιά λαϊκή επιρροή και τόσο η αχτινοβολία, όσο και η ελκυστική του δύναμη είναι πολύ δυνατές. Στο κίνημά μας τραβιένται και έρχονται πολλοί απ’ τα μικροαστικά διανοουμενίστικα στρώματα, που βρίσκουν στην κοσμοθεωρία και στην ιδεολογία μας μια, τέτοια είτε αλλιώτικη, ικανοποίηση για τις πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις τους και που στο κόμμα, είτε δίπλα στο κόμμα, προσπαθούν να δημιουργήσουν εύκολη καριέρα, αποφεύγοντας, όσο μπορούν, τις δυσκολίες, τις δοκιμασίες, τις “κακοτοπιές” που έχει ο σκληρός αγώνας, που κάνουμε. Οι μικροαστοί αυτοί διανοούμενοι “μαθαίνουν” πιο εύκολα τη θεωρία, τα “λένε πιο καλά”, φαντάζουν πιο πολύ και συχνά ανεβαίνουν προς τα πάνω χωρίς τις απαραίτητες εξετάσεις, χωρις να πατήσουν όλα τα “σκαλοπάτια”, δίχως να περάσουν κανονικά όλες τις “τάξεις”. Μα δεν είναι μόνο αυτοί ούτε τόσο αυτοί. Ο μικροαστικός χαρακτήρας της χώρας επιδρά, έτσι είτε αλλιώς, και στην εργατική τάξη, που συνδέεται με πολλούς, άμεσους και έμμεσους, δεσμούς με τα μικροαστικά στρώματα, που, σ’ ένα μεγάλο μέρος της, προέρχεται άμεσα απ’ αυτά. Και πολλοί εργάτες που έρχονται στο κόμμα, φέρνουν μαζί τους συχνά πολύ έντονες και έκδηλες τις επιδράσεις αυτές. Ο μικροαστικός κόσμος, η μικροαστική νοοτροπία, που συχνά κλείνουν ακόμα μέσα τους, είναι πολύ δυνατή. Και πραγματική κομματική αγωγή και διάπλαση δε μπορεί να σταθεί χωρίς αμείλιχτη πάλη ενάντια στις κάθε λογής μικροαστικές εκδηλώσεις, χωρίς τον αδιάκοπο αγώνα για το ξερίζωμά τους, για την απόχτηση των κομματικών, επαναστατικών, αγωνιστικών αρετών. Δεν πρέπει ακόμα να ξεχνάμε ότι σε περίοδος και στιγμές που η ταξική πάλη και οι ταξικές συγκρούσεις οξύνονται, όταν μεγαλώνουν οι δυσκολίες του αγώνα, όταν το κίνημα χτυπιέται, αμύνεται, υποχωρεί, τότε οι μικροαστικές επιδράσεις και ταλαντεύσεις δυναμώνουν, εκδηλώνονται πιο έντονα. Και είναι αυτονόητο ότι σε τέτοιες περίοδες ο κίνδυνος για το κόμμα απ’ τις κάθε λογής εχθρικές επιδράσεις μεγαλώνει, ότι στις επιδράσεις αυτές υπόκεινται, υποβάλλονται, τις δέχονται πιο εύκολα τα αδύνατα, μικροαστικά, διανοουμενίστικα στοιχεία, όλοι όσοι, έτσι είτε αλλιώς, συνδέονται με το μικροαστικό κόσμο, και ότι τότε η πάλη του κόμματος ενάντια στις τέτιες εκδηλώσεις πρέπει να’ναι ακόμα πιο αποφασιστική, αν θέλει το κόμμα να τραβήκει μπροστά.

Το στέλεχος που ανεβαίνει, και αυτό αφορά περισσότερο, όχι όμως και αποκλειστικά, το μικροαστό, το διανοούμενο, πρέπει ν’ αποβάλλει και να πετά τη μικροαστική σαβούρα, τις μικροαστικές συνήθειες, επιδράσεις, αντιλήψεις, τη μικροαστική νοοτροπία που σέρνει, που φέρνει μέσα του. Όσο πιο πολύ το κάνει αυτό, τόσο πιο καλά ανταποκρίνεται στην αποστολή του. Και το καλύτερο, το μοναδικό σχολείο για τη μετεκπαίδευση αυτή είναι το σχολειό της ταξικής πάλης, το πέραμα απ’ όλα τα σκαλοπάτια, απ’ όλες τις δοκιμασίες της. Μέσα στη φωτιά αυτή πετάς το παλιό, το άχρηστο, το μικροαστικό, αποχτάς, αφομοιώνεις το επαναστατικό, το αγωνιστικό, διαμορφώνεις και ατσαλώνεις τον πραγματικό κομματικό χαραχτήρα σου, τη μπολσεβίκικη κομματικότητά σου.

Ο μικροαστός, ο διανοούμενος, μα και κάθε άλλος που έρχεται στο κίνημα, σέρνοντας, μικρό είτε μεγάλο, μικροαστικό φορτίο και που αποβλέπει να κάνει καριέρα, θέλοντας, ταυτόχρονα, να ξεφύγει και τις δυσκολίες, τις κακοτοπιές του, αυτός είναι κιόλας επιρρεπής προς συμβιβασμους και υποχωρήσεις, προς τη συνθηκολόγηση, τη λιποταξία, τον οπορτουνισμό, τη δήλωση, την προδοσία. Για τους ανθρώπους αυτούς, περισσότερο παρά για τους άλλους, πρέπει να’χουμε υπόψη και τούτο: με΄σα στην πορεία της αγωνιστικής τους ζωής και σε στιγμές, κυρίως, που θ’αντιμετωπίσουν καταμέτωπα και προσωπικά τις δυσκολίες και τις άλλες “αναποδιές” του αγώνα, οπότε και θα πρέπει να επιδείξουν και όλη τους τη σταθερότητα, αντοχή, κομματικότητα, σε τέτιες στιγμές, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, οι ατομικές επιδιώξεις για καριέρα, οι μικροαστικές φιλοδοξίες και επιβιώσεις, ο μικροαστικός εγωισμός, φιλοτομαρισμός, ο διανοουμενίστικος ατομικισμός θα’ρθουν σε σύγκρουση με τη μπολσεβίκικη κομματικότητα, που αδιάλλαχτα, δίχως υποχωρήσεις, παραχωρήσεις και συμβιβασμούς, απαιτεί κι επιβάλλει το ατομικό να υποτάσσεται και να θυσιάζεται ακόμα, όταν αυτό χρειάζεται, στο κομματικό. Η σύγκρουση αυτή μπορεί ν’ αναβάλλεται, να αμβλύνεται, να τιθασεύεται, όμως, αργά ή γρήγορα, σε μια κρίσιμη καμπή ή από άλλη αιτία, θα εκδηλωθεί με οξύτητα και θα λυθεί, θα ξεπεραστεί κομματικά, ολοκληρωτικά, σωστά, βασικά, μόνον τότε, όταν ο κουκουές θα νικήσει οριστικά το μικροαστικό θηρίο. Και, τότε, πάλι σε δύσκολες στιγμές ο μικροαστός μπορεί να ξανασηκώνει κεφάλι, όμως, αν ο κουκουές έχει νικήσει στέρεα, οι τέτιες “κρίσεις” θα ξεπερνιένται πιο εύκολα. Η πορεία της μπολσεβικοποίησης για το στέλεχός μας είναι, από μια ορισμένη άποψη, η πορεία της κατάπνιξης και της υπερνίκησης μέσα του του μικροαστικού “θεριού”, του μικροαστικισμού σ’ όλες τις εκδηλώσεις του.

Όσο, λοιπόν, περισσότερο φορτίο μικροαστικό και διανοουμενίστικο σέρνει ή κρύβε κανένας μέσα και όσο λιγότερο έχει περάσει κανονικά το σχολειό της “ομαλής”, δύσκολης κομματικήγς ζωής, με τις πολλές “τάξεις” και “εξετάσεις”, σχολειό που φθείρει και πετά στη θάλασσα σταθερά το άχρηστο και βλαβερό αυτό φορτίο, τόσο αυτός που σέρνει το φορτίο αυτό και έχησε ακανόνιστα την αγωνιστική του ζωή, την κρίση της σύγκρουσης, ανάμεσα στον κουκουέ και το μικροαστό, θα την περάσει πιο βασανιστικά και δύσκολα, θα την περάσει ίσως αρνητικά, υπέρ του μικροαστού, – και τέτια παραδείγματα έχουμε άφθονα, – οπότε θα κάνει νερά, θα εξωκείλει. Όταν το κίνημα περνά σκληρή δοκιμασία, δύσκολες μπόρες και φουρτούνες, τότε οι πρώτοι που “κάνουν νερά” και στρίβουν είναι ακριβώς οι τέτιοι απροσδιόριστοι ακόμα τελικά αγωνιστικά, μικροαστάκιδες κάθε μάρκας. Είναι σαν τα ποντίκια, που μόλις το καράβι αρχίσει να κάνει στην κυριολεξία, τώρα πια, νερά, το εγκαταλείπουν πρώτα. Πού παν όμως; Πέφτουν στη θάλασσα, – άλλος τρόπος δεν υπάρχει, – και πνίγονται. Ενώ “τα καλά τα παλικάρια” μένουν στο καράβι, κλείνουν τις τρύπες, πετάν τα νερά και σώζουν το πλοίο. Πρέπει ακόμα να σημειώσουμε ότι όσο πιο αργά εκδηλωθεί η σύγκρουση, η κρίση και όσο πιο ψηλά στέκει αυτός που την περνά, όσο πιο “στέρεα” έχει καταλαβεί, ή φαντάζεται ότι έχει καταλάβει την κομματική του θέση, τόσο πιο δύσκολα την ξεπερνά, τόσο πιο δύσκολο του είναι να βάλει κάτω το μικροαστισμό και τον εγωισμό του, να δει τα λάθη του, να καταλάβει τον οπορτουνισμό του, να τα υποτάξει όλα στο συμφέρον του κόμματος, τόσο πιο δύσκολο θα του είναι να νικήσει μέσα του ο κομματικός άνθρωπος, η μπολσεβίκικη κομματικότητα, ο κουκουές. Παραδείγματα τέτια έχουμε πολλά. Στις περιπτώσεις, λόγου χάρη, του Βαφειάδη και του Καραγιώργη, εκτός απ’ το ύποπτο και το βρώμικο που παρουσιάζουν, πρόκειται και για μικροαστούς καντιλανάφτηδες, για παθολογικά εγωπαθείς τύπους, που πάντα είχαν ατέλειωτους λογαριασμούς, γκρίνιες και παράπονα με το κόμμα, που το κόμμα και τον αγωνα τα είχαν σα μέσα για να πετύχουν τις δικές τους απροσμέτρητες ατομικές φιλοδοξίες. Οι τέτιοι τύποι υπηρετούν τον καθένα που ικανοποιεί με τις λιγότερες δυσκολίες και “βάσανα” τις φιλοδοξίες τους. Γι’ αυτό και είναι ικανοί και στον εχθρό να πουληθούν, ικανοί για βρώμικες και ύποπτες δουλιές.

Στην περίπτωση του Παρτσαλίδη και του Ζήση Ζωγράφου πρόκειται για τυπικά – κλασικά παραδείγματα όπου ο μικροαστός νικά τον κουκουέ και έρχεται σε ριζική αντίθεση με το κόμμα, ακριβώς γιατί ο μικροαστισμός, που είναι δέκα φορές χειρότερος όταν είναι διανοουμενίστικος, εμποδίζει να καθαρίσεις μπολσεβίκικα τον εαυτό σου, να βλέπεις και ν’ αναγνωρίζεις τα λάθη σου, να κρίνεις αυστηρά τον εαυτό σου, να τα υποτάσσεις όλα, δίχως καμιά επιφύλαξή σου στο κόμμα, και τον εγωισμό και τις φιλοδοξίες. Γιατί άλλη, πιο γερή, κομματική φιλοδοξία, από του να βάζεις τον εαυτό σου ολοκληρωτικά και ανεπιφύλαχτα στην υπηρεσία του ΚΚΕ, για τον κουκουέ δεν υπάρχει. Ο μικροαστός έρχεται σε σύγκρουση με την αδιάλλαχτη αυτή μπολσεβίκικη απαιτητικότητα, χτυπιέται, παραδέρνει, “βασανίζεται” μα, όντας ανίκανος να λύσει τη σύγκρουση αυτή κομματικά, – όπως λόγου χάρη στις περιπτώσεις του Παρτσαλίδη και του Ζωγράφου, – σαν αγωνιστής πέφτει και χαντακώνεται.

Και αν, κάτω απ’ αυτό το φως της μπολσεβίκικης κομματικής απαιτητικότητας, εξετάσουμε το ζήτημα με τις δηλώσεις και τους δηλωσίες, – και δεν υπάρχει άλλος πιο σωστός, άλλος πιο κομματικός τρόπος για να εξετάζεται και αντιμετωπίζεται το ζητημα αυτό, – θα δούμε ότι βασικά, στην κάθε μια ξεχωριστή περίπτωση, και μιλάμε εδώ για τις “τίμιες” περιπτώσεις, πρόκειται για τούτο: ο μικροαστός νίκησε τον αγωνιστή. Δεν άντεξε μπροστά στις δυσκολίες, λύγισε μπρος στη δοκιμασία, έσπασε, συνθηκολόγησε, γονάτισε και πολλές φορές πρόδοσε. Βασικό λάθος και εκφυγή απ’ τα μπολσεβίκικα κομματικά κριτήρια ήταν ότι η καθοδήγηση του κόμματος, στην πρώτη κατοχή, “έλυσε” το ζήτημα αυτό των δηλώσεων και δηλωσιών ενάντια στις απαιτήσεις και τις αρχές της κομματικής ηθικής, λέρωσε και τσαλάκωσε την κομματική ηθική, συγχώρησε το λύγισμα μπροστά στον εχθρό, τη συνθηκολόγηση απέναντί του και πολλές φορές και την προδοσία. Αυτό ήταν ένα θεμελιακό, ασυγχώρητο λάθος, γιατί παραβίαζε την αρχή της αδιαλλαξίας, της ανειρήνευτης πάλης ενάντια στον εχθρό, που μόνο αυτή μπορεί να φέρει στη νίκη. Και καθιέρωσε στο κόμμα την αρχή της συνθηκολόγησης, της υποταγής στον εχθρό, που ανατινάζει αυτά τα ηθικά θεμέλια του αγώνα. Για τον κουκουέ δεν υπάρχει συνθηκολόγηση, υποχώρηση, συμβιβασμός στο ζήτημα του ολοκληρωτικού, μέχρι και τη θυσία της ζωής, δοσίματος στον αγώνα. Το ΚΚΕ έχει χιλιάδες παραδείγματα τέτιων αγωνιστών. Και το πιο τελευταίο και απ’ τα πιο λαμπρά είναι του κουκουέ Μπελογιάννη. Το συγχώριο, η “άφεση αμαρτιών” στους δηλωσίες πρόσβαλε και προσβάλλει τη μνήμη των ηρώων μας. Αυτό, φυσικά, σε καμιά περίπτωση δε σημαίνει ότι σ’ έναν δηλωσία, που λύγισε, μα δεν έκανε προδοσία, ότι το κίνημα τον διώχνει, τον “αφορίζει” και δεν του δίνει, του αρνιέται τη δυνατότητα μέσα στην πάλη, με την πιο σκληρή δοκιμασία, ν’ αποκαταστήσει την αγωνιστική του τιμή. Οι αποδείξεις, φυσικά, που εδώ θα δίνονται, πρέπει να’ ναι πραγματικά αδιαμφισβήτητα και απόλυτα πειστικές. Πρέπει να ξεκαθαριστεί και τούτο: το κόμμα, όντας απόλυτα ενάντια στη συνθηκολόγηση και στην υποταγή με δήλωση στον εχθρό, χρησιμοποίησε σε ορισμένες περιπτώσεις την αδυναμία αυτή των εχθρών του να κυνηγάν και να ψαρεύουν δηλώσεις, για να κάνει τη δική του δουλιά. Στις περιπτώσεις αυτές δεν πρόκειται για δήλωση.

Πάντως, το ΚΚΕ, οι κουκουέδες, οι λαϊκοί αγωνιστές, οι ήρωές μας κατεξεφτίλισαν τη μηχανή αυτή των δηλώσεων που, τελικά, βοηθώντας στο ξεκαθάρισμα απ’ το κόμμα, της συνθηκολόγησης, λιποταξίας και προδοσίας, στρέφεται ενάντια στους εφευρέτες της, ενάντια στους εχθρούς του λαού. Αυτό αναγκάστηκαν να το αναγνωρίσουν και να το ομολογήσουν οι ίδιοι οι αντίπαλοί μας.

Advertisements

Tagged: , , ,

9 thoughts on “Ν. Ζαχαριάδη: Για μια μπολσεβίκικη πολιτική στελεχών (1952)

  1. brasilis Αύγουστος 4, 2016 στο 7:01 πμ Reply

    ευχαριστώ!

    • parapoda Αύγουστος 5, 2016 στο 1:37 μμ Reply

      Θα υπάρξει σίγουρα συνέχεια.

  2. Иван Д Αύγουστος 4, 2016 στο 6:32 μμ Reply

    Ωραία κριτική από ιδεαλιστική σκοπιά με τη σημασία της «εσωτερικής πάλης» του κομμουνιστή. Δυστυχώς πρόταση για λύση δεν είδαμε, αντίθετα είδαμε τα μεταγενέστερα αποτελέσματα με τις «αλάνθαστες» και ηγεσίες.

    • parapoda Αύγουστος 5, 2016 στο 1:37 μμ Reply

      Σε μεγάλο τμήμα του κειμένου αποδίδει την εσωτερική πάλη στη διάρθρωση της οικονομίας της χώρας και την αντανάκλασή της στο εσωτερικό του κομμουνιστή αλλά και της κομμουνιστικής συλλογικότητας, με ό,τι συνεπάγεται αυτό στη διαιώνιση της διάρθρωσης της οικονομίας της χώρας. Πόσο πιο «υλιστικά» θα μπορούσε να το γράψει; Πρότεινε κάτι εσύ.
      Επίσης, επί ΝΖ αναβαθμίστηκε η αυτοκριτική αλλά και η προσωποποιημένη ευθύνη. Για το πρώτο, μπορεί κανείς, μεταξύ άλλων, να επικαλεστεί την αυτοκριτική του για τη δήλωσή του για το ότι το ΚΚΕ θα συμμορφωθεί με εισβολή στην Αλβανία, και για το δεύτερο, μπορεί κανείς, μεταξύ άλλων, να δει πόσες αποφάσεις ξεκινούν με απόδοση κριτικής στο ΠΓ, και συγκεκριμένα σε μέλη του (π.χ. υπόθεση Μπούλκες). Έτσι, μόνο, τα αίτια για τη διάπραξη προσωπικού λάθους μπορούν να γίνουν κτήμα όλης της συλλογικότητας, χωρίς διάλυσή της.

      • Иван Д Αύγουστος 5, 2016 στο 7:56 μμ

        Να πω την αλήθεια δεν έχω ακούσει αντανάκλαση της διάρθρωσης της στο εσωτερικό του ατόμου. Τα άτομα έχουν συγκεκριμένη θέση στην κοινωνία και κατ’ επέκταση στην οικονομία και από αυτή τη θέση του ο κομμουνιστής και η κομμουνιστική συλλογικότητα θα παλέψει για την ανατροπή αυτής ακριβώς της διάρθρωσης. Η ερμηνεία κοινωνικών φαινομένων με όρους ψυχανάλυσης είναι ιδεαλιστική. Όπως και η ίδια αυτή η θεοποίηση του κόμματος. Αυτό που προτείνω εγώ είναι αυστηρός έλεγχος της ηγεσίας από τη βάση και ανακλητότητα των «στελεχών», όχι εξειδανίκευσή τους όπως κάνει ο ΝΖ παρουσιάζοντας τους ως εν δυνάμει υπερανθρώπους. Το κόμμα και τα στελέχη του είναι το μέσο αγώνα για ένα καλύτερο αύριο, όχι ο υπέρτατος αυτοσκοπός.
        Καλή είναι η προσωποποιημένη ευθύνη αλλά δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για να συγκαλύπτονται οι δομικές και θεμελιακές αδυναμίες του συστήματος. Αν έχουμε γεμίσει στις ανώτατες θέσεις οπορτουνιστές, πράκτορες του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού και ρουφιάνους, τότε κάτι δεν πάει καλά στη λειτουργία του συστήματος της συλλογικότητας. Δεν είναι θέμα ατόμων και προσωπικών ευθυνών.

  3. parapoda Αύγουστος 6, 2016 στο 8:56 πμ Reply

    Επ’ουδενι δεν πρόκειται για «ερμηνεία κοινωνικών φαινομένων με όρους ψυχανάλυσης». Και ο Λένιν και ο Στάλιν έχουν γράψει για την αντανάκλαση της διάρθρωσης της οικονομίας μίας χώρας στη συνείδηση του ατόμου. Θα ήταν πολύ μηχανιστικό να λέγαμε ότι μόνο η θέση στην παραγωγή είναι που διαμορφώνει τη συνείδηση. Δεν είναι σωστό να απολυτοποιούμε και να λέμε «εργάτης-δυνάμει επαναστάτης, μικροαστός-δυνάμει αντεπαναστάτης». Δεν έχει ίδια συνείδηση (αφαιρουμένης της παρέμβασης του υποκειμενικού παράγοντα) ο εργάτης σε μια χώρα μικροαστική και σε μια με μεγαλύτερο ποσοστό εργατών. Ο υποκειμενικός παράγοντας (κομ.οργάνωση και ο ίδιος ο εργάτης) πρέπει να καταβάλλει μεγαλύτερες προσπάθειες στην πρώτη περίπτωση. Από την άλλη, ο ΝΖ δεν απολυτοποιεί ούτε τη βαρύτητα της διάρθρωσης της οικονομίας μίας χώρας στη συνείδηση του ατόμου. Για αυτό ισχυρίζεται ότι ο μικροαστός πρέπει να καταβάλλει μεγαλύτερες προσπάθειες από τον εργάτη. Τι πιο υλιστικό, λοιπόν, από το να συσχετίζεις τη συνείδηση και με τη θέση στην παραγωγή και με τη διάρθρωση της οικονομίας της χώρας;
    Εξάλλου, δεν είναι «θεοποίηση του κόμματος» το να θεωρείς το κόμμα απαραίτητο για τη διαμόρφωση της συνείδησης. Απλώς, είναι άλλος ένας απαραίτητος παράγοντας (υποκειμενικός) στη διαμόρφωση της συνείδησης και δράσης του εργάτη. Το βλέπουμε π.χ. σήμερα στο Μπανγκλαντές, μία χώρα με μεγάλο ποσοστό συγκεντρωμένων εργατών και ασύνδετους επαναστάτες, πόσο λείπει ένα επαναστατικό κόμμα που να κάνει τους εργάτες να ξεφύγουν από τον απλό διεκδικητισμό.
    Ακόμα, η μπολσεβίκικη απαιτητικότητα δεν σημαίνει παρουσίαση των στελεχών ως «υπερανθρώπων». Απλώς, έχουμε δει ότι όταν κανείς καλείται απλώς να «συμβάλλει», ο πήχης βρίσκεται ήδη στο πάτωμα, δεν χρειάζεται να κάνει και καμια ιδιαίτερη προσπάθεια, και, φυσικά, δεν καλλιεργείται και το πνεύμα της προσπάθειας για συνεχή βελτίωση και της αυτοθυσίας. Όμως, τότε δεν μιλάμε για κομμουνιστική οργάνωση, αλλά για λέσχη από χομπίστες.
    Τέλος, η αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού που έχει να κάνει με την προσωποποιημένη ευθύνη δεν είναι για να σταλεί στο πυρ το εξώτερον ο σ. που έσφαλλε. Το αντίθετο. Ακριβώς για να καταβάλλει ιδιαίτερες προσπάθειες ο συγκεκριμένος σ. είναι που αποδίδεται η προσωποποιημένη ευθύνη. Αλλιώς, μπορεί ο τάδε πραγματικά υπεύθυνος (ή απλώς εκφυλισμένος) να αποδώσει το κακό «στις δομές και τα θεμέλια» της κομ.οργάνωσης και να τη διαλύσει. Έχει παιχτεί πολλές φορές το έργο αυτό.
    Όμως, όλα αυτά δεν γίνονται σε αποστειρωμένες συνθήκες εργαστηρίου, αλλά σε (υποκειμενικές) συνθήκες πολέμου με τον ιμπεριαλισμό, τον καπιταλισμό, που τρυπώνουν στην κομμουνιστική συλλογικότητα συνολικά ή χαλούν ανθρώπους της (που επιδρούν, αντιστοίχως, στη συλλογικότητα). Αν κανείς, λοιπόν, βλέπει «δομικές και θεμελιακές» (αντικειμενικές) αδυναμίες της συλλογικότητας δεν έχει παρά να αντιπροτείνει δημοκρατικότερες οργανωτικές αρχές (σωστές, αλλά λίγες αυτές που προτείνεις), με δεδομένο όμως ότι δεν βρισκόμαστε σε εργαστήριο.

    • Иван Д Αύγουστος 6, 2016 στο 6:52 μμ Reply

      Φυσικά και η οικονομική διάρθρωση (οι παραγωγικές σχέσεις για την ακρίβεια) αντανακλά στη συνείδηση του ατόμου. Αλλά αυτό συμβαίνει γιατί το άτομο έχει κάποια θέση στις παραγωγικές σχέσεις και όχι γιατί αναπαράγεται η «ταξική πάλη» στο εσωτερικό του και όποιος κερδίσει. Το γεγονός ότι το κάθε άτομο πρέπει να προσπαθήσει περισσότερο ή λιγότερο ανάλογα με τις καταβολές του είναι αυτονόητο αλλά κάτι διαφορετικό από αυτό που επισημαίνω εγώ και διακρίνω στο κείμενο του ΝΖ.
      Το κόμμα είναι το μέσο για να επιτευχθεί ο σκοπός, αλλά δεν είναι αυτοσκοπός η διατήρηση και η αναπαραγωγή της γραφειοκρατικής του ελίτ. Και μόνο ο διαχωρισμός σε «στελέχη» και «απλά μέλη», με τα στελέχη να έχουν περάσει διάφορα στάδια («τάξεις» όπως λέει), θυμίζει στρατό με βαθμοφόρους, απλούς στρατιώτες και ιεραρχία. Μπορεί μια τέτοια οργάνωση να είναι κατά περίπτωση απαραίτητη για τη διεξαγωγή του αγώνα αλλά μοιραίο είναι να έχει παρενέργειες με κίνδυνο τη διαμόρφωση και την αναπαραγωγή μιας κάστας προνομιούχων που θα αποτελέσει πόλο έλξης σε διάφορα καιροσκοπικά στοιχεία που πάνε για «καριέρα». Σίγουρα οι προτάσεις μου δεν είναι αρκετές αλλά αυτήν την κατάσταση προσπαθούν να αποτρέψουν.
      Η προσωποποιημένη ευθύνη φυσικά είναι απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί για να ερμηνευθούν σωστά τα φαινόμενα εκφυλισμού. Ο υπεύθυνος εκφυλισμένος μπορεί να ισχυριστεί οτιδήποτε αλλά και μόνο το γεγονός ότι έφτασε σε ανώτατες θέσης ιεραρχίας και ευθύνης είναι θεμελιακό δομικό πρόβλημα του συστήματος. Επειδή ακριβώς δεν είμαστε σε συνθήκες εργαστηρίου έχουμε δει που κατάντησαν τα ΚΚ, μεταξύ των οποίων και αυτό το ΝΖ.

  4. parapoda Αύγουστος 9, 2016 στο 1:00 μμ Reply

    Είναι γνωστό ότι το κόμμα δεν είναι αυτοσκοπός, όμως, αυτή την περίοδο, δεδομένης της ανυπαρξίας κόμματος, δευτερεύοντας είναι ο κίνδυνος να θεωρηθεί αυτοσκοπός. Κύριος κίνδυνος είναι αυτή την περίοδο όσοι δεν το θεωρούν καν σκοπό, δεν εργάζονται για κάτι τέτοιο, αλλά νομίζουν ότι οι ανάλες τους είναι αυτοσκοπός, οι οποίοι και ταλαιπωρούν τα θύματά τους και συκοφαντούν τον όρο κομμουνιστής (που επ’ουδενί δεν είναι οποιος απλώς πιστεύει στον κομμουνισμό και κάνει «αναλύσεις», αλλά δεν εργάζεται για την επανάσταση και – ως προϋπόθεσή της- το κόμμα).
    Όσο για το «διαχωρισμό» σε στελέχη και μέλη είναι προφανές ότι έχει να κάνει μόνο με τη μεγαλύτερη υπευθυνοποίηση και επ’ουδενί με προνόμια. Και ο ΝΖ τα έγραφε αυτά σε καιρό «πολέμου», σε ό,τι εννοείς εσύ «κατά περίπτωση», δεν τα’γραψε από την ακαδημαϊκή του έδρα.
    Εξάλλου, πράγματι, τα φαινόμενα εκφυλισμού δεν μπορούν να ερμηνευθούν μόνο με την απόδοση προσωπικών ευθυνών. Όμως το γεγονός ότι έφτασε καποιος απατεώνας (ή εκφυλίστηκε όντας) σε ανώτατες θέσεις μπορεί να είναι αποτέλεσμα απλώς ελλιπούς επαγρύπνησης, ή ακόμα και κατάπνιξης της κριτικής, δηλαδή, θέμα παραβίασης οργανωτικών αρχών που συμπυκνώνονται στον όρο «δημοκρατικός συγκεντρωτισμός», και όχι θεμελιακό-δομικό πρόβλημα.
    Πάντως, αν μη τι άλλο, στην περίπτωση του ΚΚΕ, η επιβολή του ρεβιζιονισμού δεν έγινε με καταστατικές διαδικασίες, μια εξελικτική ομαλή διαδικασία που θα μπορούσε τότε κανείς να την αποδώσει υπό τους προαναφερθέντες όρους (π.χ. δεν υπήρχε κατάπνιξη της κριτικής ή υπήρχε επαγρύπνηση έναντι της διείσδυσης αστικών ιδεών) σε δομικά-θεμελιακά προβλήματα. Η επιβολή του ρεβιζιονισμού στο ΚΚΕ πρέπει να αποδοθεί περισσότερο σε υποκειμενικούς παράγοντες, παρά σε «δομική αδυναμία».

    • Иван Д Αύγουστος 9, 2016 στο 8:56 μμ Reply

      Κόμματα υπάρχουν πολλά, το ζήτημα είναι ποιο κόμμα είναι (και ποιο δεν είναι) αυτό που θα συγκεντρώσει τα χαρακτηριστικά του επαναστατικού κόμματος και γιατί. Οι (σωστές) αναλύσεις λοιπόν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη σωστή δουλεία και πρέπει να προηγούνται της εργασίας (και να γίνονται παράλληλα και ταυτόχρονα με αυτήν).
      Δεν είναι καθόλου προφανές ότι διαχωρισμός αφορά μόνο ευθύνες, όπως και δεν είναι απόλυτα σαφής ο διαχωρισμός ευθυνών και προνομίων. Ειδικά σε συνθήκες κρίσης, κινδύνων, πολέμου κλπ. Όμως η ελλιπής επαγρύπνηση και η κατάπνιξη της κριτικής, και ακόμη περισσότερο η σε τέτοια έκταση παραβίαση των οργανωτικών αρχών από στελέχη που όχι μόνο μένουν ατιμώρητα αλλά αντιθέτως φτάνουν στις ανώτατες θέσεις του κόμματος, αναδεικνύει θεμελιώδη δομικά προβλήματα και όχι απλώς «αστοχίες» προσώπων.
      Η τόσο εύκολη παραβίαση καταστατικών διαδικασιών που οδήγησε στην καθολική επικράτηση των ρεβιζιονιστών δείχνει ότι κάτι σάπιο υπήρχε, κάτι ξεκίνησε στραβά και με την πάροδο του χρόνου εξετράπη εντελώς της πορείας του. Κατά πόσο αυτό μπορεί να αποδοθεί σε αποκλειστικά «υποκειμενικούς» παράγοντες και όχι σε δομικές αδυναμίες είναι στην κρίση του καθενός.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: