Η “Πράβντα” για τη “Λαίδη Μάκβεθ” του Σοστακόβιτς (+ ένα σχόλιο για τη φοβική στάση απέναντι στην κριτική)

Συμπληρώνονται σήμερα 110 χρόνια από τη γέννηση του – κατά πολλούς – μεγαλύτερου μουσικοσυνθέτη του 20ού αιώνα, Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Πολλές από τις μελωδίες των έργων του έχουν διεισδύσει σε πολλές πτυχές της σύγχρονης ζωής, χωρίς καν οι περισσότεροι να γνωρίζουμε ότι συνθέτης τους ήταν ο Σοστακόβιτς.

Η παρουσίαση του έργου και της ζωής του σοβιετικού Σοστακόβιτς στις καπιταλιστικές χώρες γίνεται με τέτοιο τρόπο που, όχι απλώς κάνει το άσπρο – μαύρο, αλλά φτάνει να μειώνει την ίδια την αξία του έργου του. Από την άλλη, ωστόσο, αναδεικνύει την εγγενή αδυναμία του αστικού – καπιταλιστικού συστήματος να αποδεχτεί την κριτική και την αυτοκριτική ως όπλα για την ενδυνάμωση της κοινωνίας και του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, αφού αυτό το σύστημα δεν ενδιαφέρεται για αυτή την ενδυνάμωση. Αποδεικνύει, όμως, και την υπεροχή του σοσιαλιστικού συστήματος, για τους ακριβώς αντίθετους λόγους.  

%d1%88%d0%be%d1%81%d1%82%d0%b0%d0%ba%d0%be%d0%b2%d0%b8%d1%87Ο Ντμίτρι Ντμίτριεβιτς Σοστακόβιτς (25/09/1906 – 09/08/1975)

Για τα ψέματα σχετικά με τη σχέση του Σοστακόβιτς με το σοβιετικό “καθεστώς” αρκούν οι ίδιες οι απαντήσεις που έπαιρναν όσοι τα διέδιδαν, από τον ίδιο το Σοστακόβιτς, όσο ο ίδιος ζούσε, και για κάθε ψέμα που διαδιδόταν στη Δύση και υπέπεπτε στην αντίληψή του (βλ. “Ντμίτρι Σοστακόβιτς, Για τον ίδιο και την εποχή του”, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1985). Όμως και άλλα στοιχεία μπορούν να αναδείξουν τον ισχυρισμό περί ψεμάτων. Πώς γίνεται ένας διωκόμενος να βραβεύεται, για να σταθούμε μόνο στην περίοδο Στάλιν, με το Παράσημο Λένιν (1946), το Παράσημο της Κόκκινης Σημαίας της Εργασίας (1940), το Βραβείο Στάλιν στις Τέχνες (1941, 1942, 1946, 1950, 1952), το βραβείο του Καλλιτέχνη του Λαού της Ρωσικής Ομόσπονδης ΣΣΔ (1948, κατά τη “δεύτερη δίωξή” του), να διατηρεί μέχρι το θάνατό του εγκάρδιες σχέσεις με έναν επιφανή “σταλινικό” και “προσωπικό διώκτη του”, το Ντμίτρι Σεπίλοφ (που διαγράφτηκε από την ΚΕ του ΚΚΣΕ το 1957 μαζί με τους Μολότοφ, Μαλένκοφ, Καγκάνοβιτς), να είναι μέλος του Ανώτατου Σοβιέτ της Ρωσικής Ομόσπονδης ΣΣΔ; Πώς γίνεται, παράλληλα με τη “δίωξη” (άσκηση κριτικής), να του δίνεται η δυνατότητα να συνεχίζει το έργο του με τα ίδια μέσα;

Τι μένει, λοιπόν, για να “τεκμηριωθεί” η δίωξη; Πρακτικά, καποια άρθρα κριτικής προς μεμονωμένα έργα του (τα οποία άρθρα, μάλιστα, ακολούθησε η βελτίωση του καλλιτέχνη, και άρα, δεν μπορεί να μη συνεπάγεται ούτε κατ’ελάχιστο καποια σύνδεση μεταξύ κριτικής και βελτίωσης). Προφανώς, καποιοι θεωρούν πως είναι δυνατό οποιοσδήποτε – και μάλιστα ο καλλιτέχνης – να είναι κάτι σαν επίγειος θεός, αλάνθαστος, που οι “κοινοί θνητοί” (πολλώ δε μάλλον, αυτοί που του έδωσαν όλα τα μέσα για να εκφραστεί) δεν πρέπει να του ασκούν κριτική. Είναι αυτή, άλλωστε, η αντίληψη που έχουν οι αστοί για τον καλλιτέχνη: ότι πρέπει να στέκεται “υπεράνω” των “κοινών θνητών” και της ζωής τους, δεν πρέπει να ασχολείται με αυτή, πρέπει οι “κοινοί θνητοί” να τον ζηλεύουν, και ο ίδιος να είναι ένα ψώνιο, και όχι να υπάρχει μια αλληλεπίδραση, όπου ο καλλιτέχνης, εμπνευσμένος από τη ζωή των “κοινών θνητών”, να προσπαθεί με την Τέχνη να ανεβάσει το επίπεδό τους στο δικό του (όταν βλέπει πιο μπροστά και πιο ξεκάθαρα, και με τα έργα του δίνει μορφή εύληπτη στους “κοινούς θνητούς” σε ό,τι βλέπει), και όχι όπως οι αστοί να έχει την Τέχνη για ξεχαρμάνιασμα.

Και μόνο το γεγονός ότι ένα κοινωνικό σύστημα θεωρεί τόσο σημαντικό το ρόλο του καλλιτέχνη, αποδεικνύει ότι η άσκηση κριτικής δεν γίνεται για να μηδενίσει την προσωπικότητά του, αλλά να την αναδείξει, εντός, πάντα (και όχι υπεράνω) της κοινωνίας. Γιατί θεωρεί την κριτική οξυγόνο και την αυτοκριτική ανοσοποιητικό σύστημα.

prokofiev_shostakovich_khachaturianΠροκόφιεφ, Σοστακόβιτς, Χατσατουριάν, το 1945

Η άσκηση κριτικής (και αυτοκριτικής) δεν μπορεί παρά και αυτή να είναι ένα έργο, το οποίο πρέπει να είναι υψηλού επιπέδου, λεπτομερές όσο περισσότερο γίνεται: για ένα προς ένα τα πεπραγμένα του υφιστάμενου την κριτική. Η κριτική μόνο λεπτομερής μπορεί να έχει νόημα. Όταν καποιος κριτικά αναστοχάζεται μόνο συνολικά την πορεία της ζωής ενός ανθρώπου, ή και μιας συλλογικότητας, και όχι μία περίοδό του ή ένα-ένα τα πεπραγμένα του, δεν τον/την βοηθά να διορθώσει εφ’ εξής τη συμπεριφορά του/της στην καθημερινή, υλική, ζωή, αφού, από τα μεμονωμένα λάθη μπορεί κανείς να διδαχτεί για το πώς να φέρεται στην πράξη, στην καθημερινή ζωή. Ενίοτε, μπορεί και να υποκρύπτει την αδιαφορία αυτού που επικρίνει γενικόλογα αυτό τον άνθρωπο, ή, όταν πρόκειται για συλλογικότητα, να μην ενδιαφέρεται για τη συνέχισή της. Και όταν πρόκειται για συλλογικότητες που φιλοδοξούν να συμβάλλουν στην οικοδόμηση μίας νέας, διαφορετικής κοινωνίας, η κριτική (και αυτοκριτική) της πορείας της, όταν δεν γίνεται για συγκεκριμένο διάστημα, αλλά, γενικόλογα, από … καταβολής της, δεν συμβάλλει στο να ανέβει το πολιτικό κριτήριο των μελών της, ώστε να αποφεύγουν ατομικά και συνολικά να διαπράττουν τα ίδια ή νέα λάθη. Τουναντίον, αναπαράγει την αστική αντίληψη για την κριτική: την πάση θυσία αποφυγή της, επειδή θεωρεί ότι υπάρχουν, όπως εντός της αστικής κοινωνίας, ανταγωνιστικά συμφέροντα από πλευράς όσων την ασκούν ή την επιδιώκουν. Η έλλειψη συγκεκριμένης κριτικής και αυτοκριτικής, πέραν της κατασκευής μίας ψεύτικης πραγματικότητας (όπου όλα είναι μέλι-γάλα και “προχωράμε”), είναι ο (αδιέξοδος) δρόμος προς την ευκολία και την ενσωμάτωση.

Όμως, η στάση μιας συλλογικότητας απέναντι στην (αυτο-) κριτική προς αυτή για τα λάθη της δείχνει τη σοβαρότητά της απέναντι στο λαό (στον οποίο μπορεί και να εγκλημάτισε, έστω και εξ αμελείας, αφού οι πολιτικές συλλογικότητες δεν γίνονται για τα μέλη τους, ή, και να γίνονται, έχουν, σε κάθε περίπτωση, επιδράσεις και προς τα έξω, στην κοινωνία και τη χώρα). Και επειδή η έλλειψη συγκεκριμένης κριτικής, οδηγεί στην ανυποληψία και την εξαφάνιση μιας συλλογικότητας, και η πολιτική απεχθάνεται τα κενά, η έλλειψη συγκεκριμένης κριτικής, δεν είναι πολιτικά αθώα.

Παρακάτω παρατίθεται η κριτική της Πράβντα (φύλλο 28/01/1936) στο έργο του Σοστακόβιτς “Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ”. Ακόμα και αυτή η κριτική έχει δεχτεί γκεμπελικό “καλλωπισμό”, ακόμα και από καθηγητές πανεπιστημίων, όπως το Γιάννη Μουρέλο του ΑΠΘ (βλ.εδώ), όπου φράσεις κόβονται και ράβονται, για να φέρουν το Σοστακόβιτς στα μέτρα (ή, μάλλον, για να τον κάνουν σαν τα μούτρα) των αστών, και την κριτική να την παρουσιάσουν όπως οι ίδιοι τη νιώθουν, όταν ασκείται προς αυτούς: ως “δίωξη”. Η μετάφραση έγινε απ’ευθείας από τα ρώσικα.

***

Συνονθύλεμα αντί για μουσική

Μαζί με τη γενική πολιτιστική άνοδο στη χώρα μας αυξήθηκε και η ζήτηση για καλή μουσική. Ποτέ και πουθενά αλλού οι συνθέτες δεν είχαν μπροστά τους ένα τόσο ευγνώμον κοινό. Οι λαϊκές μάζες περιμένουν καλά τραγούδια και επίσης καλές οργανικές εκτελέσεις, καλές όπερες.

imagerid53Ο Σοστακόβιτς τον καιρό του πολέμου

Καποια θέατρα, ως καινοτομία, ως επίτευγμα παρουσιάζουν στο νέο, ώριμο πολιτιστικά κοινό την όπερα του Σοστακόβιτς “Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ”. H χαϊδευτική μουσική κριτική εξυψώνει στα σύννεφα την όπερα, πομπωδώς το δοξάζει. Ο νεαρός συνθέτης, αντί για μεθοδική και σοβαρή κριτική, η οποία θα μπορούσε να τον βοηθήσει στο έργο του στο μέλλον, ακούει μόνο ενθουσιαστικά κομπλιμέντα.

Ο ακροατής από το πρώτο κιόλας λεπτό μένει αποσβολωμένος στην όπερα από έναν συνειδητά άμορφο, συγκεχυμένο χείμαρρο ήχων. Τμήματα μελωδιών, βάσεις μουσικών φράσεων βυθίζονται, έπειτα, αναδύονται, ξανά χάνονται μέσα στη βαβούρα, το τρίξιμο και τη στριγκλιά. Το να ακολουθήσει κανείς αυτή τη μουσική είναι δύσκολο, το να την απομνημονεύσει – αδύνατο.

Έτσι είναι σχεδόν καθ’όλη τη διάρκεια της όπερα. Στη σκηνή, το τραγούδι αντικαθίσταται από κραυγές. Όπου ο συνθέτης τυχαίνει και παίρνει το δρόμο της απλής και κατανοητής μελωδίας, άμεσα, ωσάν να φοβόταν μια τέτοια ατυχία, σπεύδει να ξαναπέσει στη ζούγκλα της μουσικής σύγχυσης – κάτι που σε μερικά σημεία καθίσταται κακοφωνία. Η εκφραστικότητα, την οποία ζητά ο ακροατής, έχει αντικατασταθεί από έναν μανιώδη ρυθμό. Το πάθος πρέπει να εκφράζεται από μουσικό θόρυβο.

Όλα αυτά δεν οφείλονται σε έλλειψη ταλέντου του συνθέτη, ούτε από καποια ανικανότητά του να εκφράσει απλά και δυνατά αισθήματα. Πρόκειται για μουσική, η οποία σκόπιμα έγινε αναποδογυρισμένα, ώστε τίποτα να μη θυμίζει κλασική μουσική όπερας, να μην έχει τίποτα το κοινό με το συμφωνικό ήχο, με τον απλό, προσβάσιμο σε όλους μουσικό λόγο. Πρόκειται για μουσική, η οποία δομήθηκε πάνω στην ίδια αρχή της άρνησης της όπερας, πάνω στην οποία αρχή η αριστερίστικη τέχνη γενικά αρνείται στο θέατρο την απλότητα, το ρεαλισμό, τη σαφήνεια της εικόνας, το φυσικό ηχητικό λόγο. Πρόκειται για μεταφορά στην όπερα, στη μουσική των πιο αρνητικών πτυχών του “Μεγιερχολντισμού” σε πολλαπλάσια μορφή. Πρόκειται για αριστερίστικο συνονθύλευμα, αντί για φυσική, ανθρώπινη μουσική. Η ικανότητα της καλής μουσικής να κερδίζει τις μάζες θυσιάζεται προς χάρη μίας μικροαστικής φορμαλιστικής απόπειρας, η οποία αξιώνει ότι δημιουργεί μία πρωτοτυπία μέσα από φτηνά τρικ. Πρόκειται για παιχνίδι με δυσνόητα πράγματα, το οποίο μπορεί να τελειώσει πολύ άσχημα.

shostakovich_firemanΟ Σοστακόβιτς εθελοντής πυροσβέστης κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Ο κίνδυνος αυτής της τάσης στη σοβιετική μουσική είναι ξεκάθαρος. Η αριστερίστικη παραμόρφωση στην όπερα αναβλύζει από την ίδια πηγή άπό την οποία αναβλύζει η αριστερίστικη παραμόρφωση στη ζωγραφική, την ποίηση, την παιδαγωγική, τις επιστήμες. Οι μικροαστικές “καινοτομίες” οδηγούν στην απόσπαση από την πραγματική τέχνη, από την πραγματική επιστήμη, από την πραγματική λογοτεχνία.

Ο δημιουργός της “Λαίδης Μάκβεθ του Μτσένσκ” χρειάστηκε να προσφύγει και να δανειστεί από τη τζαζ το νευρώδη, σπασμωδικό και επιθετικό της τόνο για να προσδώσει “πάθος” στους χαρακτήρες του έργου.

Ενώ η κριτική μας – συμπεριλαμβανομένης της μουσικοκριτικής – γίνεται στο όνομα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, αυτό που μας παρουσιάζεται σε αυτή τη δημιουργία του Σοστακόβιτς είναι ένας ωμός νατουραλισμός. Μονότονα και με κτηνώδη μορφή παρουσιάζονται όλοι – και οι έμποροι και ο λαός. Αρπακτικό η γυναίκα του εμπόρου, λαίμαργη για πλούτο και εξουσία μέσω δολοφονιών, παρουσιάζεται ως περίπου “θύμα” της αστικής κοινωνίας. Στην ηθογραφία του Λέσκοφ έχει επιβληθεί ένα νόημα, το οποίο δεν έχει.

Και όλα αυτά ωμά, πρωτόγονα, χυδαία. Η μουσική κρώζει, βουίζει, σφαδάζει και πνίγεται προκειμένου όσο πιο φυσικά γίνεται να αναπαραστήσει τις σκηνές αγάπης. Και η “αγάπη” απλώνεται σε ολόκληρη την όπερα με την πιο χυδαία της μορφή. Το διπλό κρεβάτι του εμπόρου καταλαμβάνει τον κεντρικό χώρο στη σκηνή. Πάνω σε αυτό επιλύονται όλα τα “προβλήματα”. Πάνω σε αυτό επίσης το ωμό-νατουραλιστικό στυλ παρουσιάζεται ο θάνατος από δολοφονία και τα χτυπήματα – σχεδόν πάνω στη σκηνή.

Original caption: 3/25/1949-New York: Anti-Communist demonstrators carry placards outside the Waldorf Astoria where a press conference was in progress preceding the opening session of the controversial cultural and scientific conference for World Peace. (Copyright Bettmann/Corbis / AP Images)«Κάφροι» αμερικάνοι αντικομμουνιστές καλούν το Σοστακόβιτς να … πηδήξει από το παράθυρό επειδή συμμετείχε ως εκπρόσωπος της ΕΣΣΔ  σε Συνέδριο καλλιτεχνών για την Ειρήνη στις ΗΠΑ στις 25/03/1949 (πηγή)

Ο συνθέτης, όπως φαίνεται, δεν έθεσε στον εαυτό του το καθήκον να ακούσει τι περιμένει, τι αναζητεί στη μουσική το σοβιετικό ακροατήριο. Λες και επίτηδες κρυπτογράφησε τη μουσική του, και ανακάτεψε όλους τους ήχους σε αυτή, ώστε να προσεγγιστεί η μουσική του μόνο από όσους έχουν χάσει την υγιή αίσθηση του ωραίου – τους φορμαλιστές. Προσπέρασε τις απαιτήσεις της σοβιετικής κουλτούρας να αποβάλλει την ωμότητα και την αγριότητα από κάθε γωνιά της σοβιετικής ζωής. Αυτή την εκθείαση της λαγνείας του εμπόρου καποιοι κριτικοί τη χαρακτηρίζουν σάτιρα. Όμως για καμία σάτιρα δεν μπορεί να γίνεται λόγος εδώ. Με όλα τα μέσα και τη μουσική και δραματουργική έκφρασή του ο δημιουργός προσπαθεί να αποσπάσει τη συμπάθεια του κοινού προς τις ωμές και χυδαίες επιδιώξεις και ενέργειες της γυναίκας του εμπόρου Κατερίνας Ισμαήλοβα.

Η “Λαίδη Μάκβεθ” γνωρίζει επιτυχία στο αστικό κοινό στο εξωτερικό. Δεν την εκθειάζει το αστικό κοινό επειδή η όπερα είναι γεμάτη σύγχυση και απολύτως απολίτικη; Δεν είναι επειδή γαργαλά τη διεστραμμένη αίσθηση του αστικού ακροατηρίου η σπασμωδική, φλύαρη και νευρωτική μουσική;

Τα θέατρά μας έχουν κάνει όχι λίγα για να παρουσιάσουν πλήρως την όπερα του Σοστακόβιτς. Οι ηθοποιοί επέδειξαν σημαντικό ταλέντο για να ξεπεράσουν το θόρυβο, τις κραυγές και το τρίξιμο της ορχήστρας. Με τη δραματική τους ερμηνεία, προσπάθησαν να αποζημιώσουν για τη μελωδική μετριότητα της όπερας. Δυστυχώς, από αυτό κατέστησαν ακόμα πιο ξεκάθαρες οι ωμές-νατουραλιστικές πτυχές της. Η ταλαντούχα ερμηνεία αξίζει αναγνώριση, οι χαμένες προσπάθειες – λύπη.

Το άρθρο στα ρώσικα, από όπου και μεταφράστηκε:

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/1/1b/%D0%A1%D1%83%D0%BC%D0%B1%D1%83%D1%80_%D0%B2%D0%BC%D0%B5%D1%81%D1%82%D0%BE_%D0%BC%D1%83%D0%B7%D1%8B%D0%BA%D0%B8.jpg

http://www.theremin.ru/archive/sovok/sumbur.htm

Το κείμενο στα αγγλικά:

http://www.revolutionarydemocracy.org/rdv14n1/music.htm

http://www.arnoldschalks.nl/tlte1sub1.html

Advertisements

Tagged: , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: